Γιώργος Κοζίας, Το μαγικό δέρμα

Οι ερωτευμένοι αγαπούν το δέρμα τους: το χαϊδεύουν,
το φιλούν, στο στήθος τους το σφίγγουν,
αμβροσία και νέκταρ το ταΐζουν, το τυλίγουν
σε κόκκινα πανιά, το νανουρίζουν.
Γυμνοί το κρεμούν
στον τοίχο εικόνισμα το προσκυνούν, λιβανίζουν.
Σε ώρες μοναξιάς το βασανίζουν:

Διάφανο δέρμα τρυφερό ξοδεύουν
Χάδια που αγόρασαν με χρήματα και χάθηκαν
Φιλιά που δόθηκαν επί πιστώσει και αναστήθηκαν!

*Από τη συλλογή “41ος Παράλληλος”, εκδ. Στιγμή, Αθήνα 2012.

Αντιγόνη Ηλιάδη, Πρόσκληση / Invitation

Θέλω να βρεθούμε
για να μη ξεχάσω πως κάποτε υπήρξαμε
κάτω από τον ίδιο ουρανό
μάρτυρες σε αυτή τη μαζική λιγοθυμία
των δύο χιλιάδων κάτι χρόνων
στους ίδιους δρόμους της πόλης που στενάζει.

Θέλω να βρεθούμε στα στενά που φοβάμαι να διασχίσω
στα σπίτια από κάτω των εξαντλημένων γυναικών, των επαναλαμβανόμενων ανδρών,
μπροστά από πόρτες που δεν θα ανοίξουν ποτέ για να φανερωθούν
τα πρόσωπα των έμφυλων άφυλων με την υπόθεση –τι θα γινόταν αν- καρφωμένη στο κούτελο
τρέξε να βρεθούμε στο στενό με τους κινέζους που δουλεύουν για λευκούς
εκεί που μαζεύονται οι άραβες και μιλάνε πολύ και δεν καταλαβαίνουμε τι λένε
στα μαγικά σημεία που συχνάζουν
τα γατιά που έχουν βρει το νόημα της ζωής
και είναι πάντα ζεστά με τη γούνα τους μέσα στη γούνα τους
χωρίς οθόνες
όλα όμορφα πίσω από όμορφα ακόμα κι αν είναι άσχημα,
στις πίσω πόρτες ακριβών εστιατορίων
όπου οι σερβιτόρες κάνουν διάλειμμα για τσιγάρο
και τραγουδούν την έκπτωση σαν σειρήνες της νύχτας
να περάσουμε δρόμους και μνημεία νεκρά
να επισκεφτούμε την πόλη που μας ανοίγεται ξένη.

Οι φίλες μου δεν μιλάνε για αυτά που πονάνε.

Στα πλακάκια βγαίνει το μαύρο του νέφους που συσσωρεύεται
στα πρόσωπά μας, μέσα στις λακκούβες μαζεύεται μαύρο σκοτάδι
και είναι ακόμα Γενάρης, τα βράδια φέρνουν το ένα μετά το άλλο
σαν να μην έχει συμβεί τίποτα
δεν τολμάει κανείς να ανατρέψει το σύμπαν
οι σταγόνες της βροχής είναι οι μόνες που γλιστράνε από τις ταράτσες
κι όλα αυτά που έχουν κάνει οι άνθρωποι τι θα απογίνουν;

Διαβάζω ένα βιβλίο κι άλλο ένα για να ξεχάσω πώς θα ήταν
εάν ο χρόνος παρατεινόταν σε εκείνα τα λεπτά που ακούμπησες
την πλάτη σου στον τοίχο απέναντί μου και το βλέμμα σου έμεινε στο δικό μου
και συνεννοηθήκαμε, μιλούσαμε χωρίς φωνές, χωρίς αγγίγματα, χωρίς πληροφορία
τα κόκαλά μας πλησιάζαν, μα ήταν σε απόσταση, ο χρόνος, ο χρόνος ήταν μικρός και μεγάλωσε
και οι σκέψεις μου ελπίζω να πέρασαν τον δρόμο με τα αυτοκίνητα που μας χώριζαν,
τους ανθρώπους που τρέχουν όλη μέρα στα μετρό και στους δρόμους, στα καυσαέρια, σε τόπους κι άλλους τόπους, χωρίς στοργή, έχουν ξεχάσει και συνεχίζουν να διαγράφουν,
και όλο πηγαίνουν πηγαίνουν να βρούνε τι -κανείς δεν ξέρει-
ανθρώπους που διστάζουν να αναλάβουν την αλήθεια
ανθρώπους σαν εμένα κι εσένα
και το τσάι μου έχει κρυώσει στο πάτωμα,
γιατί δεν έχω τραπέζι.
Θα ήθελα αυτή η εξομολόγηση να ήταν χαϊκού, αλλά δεν είναι.
Κλείνω εδώ.

Οι φίλες μου δεν μιλάνε για αυτά που πονάνε.

Άραγε αυτοί οι κύκλοι γύρω από τον ήλιο
ξέρουν τι αλλαγή προκαλούν στα δάχτυλα που έχουν ξεχάσει να αγγίζουν;
Εκτός από τα λουλούδια
στο μπαλκόνι μου που δεν τολμούν να μεγαλώσουν
για αυτά υπάρχει το άπειρο μπροστά
ενώ για μένα στα μαλλιά μου μία λευκή τρίχα κι άλλη μία
ίσως κάπου εκεί
και επειδή είμαι μικρή ακόμα
μού λένε η ηλικία μου δεν μού φαίνεται
μα πονάνε τα πόδια μου και η μέση μου
και θα έρθω στο σύμπαν να το σπάσω
όπως με σπάει αυτό μέρα με τη μέρα
κι εκείνη τη στιγμή της διάλυσης
σε προσκαλώ, έλα πάμε μαζί.

Τα έχεις μάθει όλα; Σίγουρα;
Ερωτήματα κολλάνε πάνω στη φασαρία που συνεχίζει δια παντός,
χωρίς σταματημό.
Έχεις ξεσκαρτάρει όλα τα όνειρά σου
τις σκέψεις που κάνεις λίγο πριν γίνει ο καφές
σαν τις κυρίες που στέκονται και καπνίζουν στην άκρη του παραθύρου
ενώ κοιτάζουν το θέαμα,
τα φθινοπωρινά σου δάκρυα που λιγόστεψαν
γιατί δεν είχες να φας
τις χειμωνιάτικες ψύχρες που ξεκινάνε από μέσα
και σε τρώνε από έξω
και τους καλοκαιρινούς έρωτες που ξέχασες πια τι έλεγαν
κι αν είχαν κάτι να πούνε ποτέ.
Παίζουν δυνατά τα κομμάτια που άκουσες από τα αυτοκίνητα που περνούσαν
και σού έστριβαν το στομάχι με αναμνήσεις
για όλα αυτά που ποτέ μα ποτέ δεν τόλμησες.
Η καταραμένη βοή, αυτός θόρυβο της παύσης.

Όσες φορές και να κοιτάξω το ταβάνι, εκείνο με κοιτάει πίσω.
Με έχουν κουράσει αυτές οι μέρες, θέλω να σε δω
πριν φύγω ξαπλωμένη πάνω σε ένα στρώμα χιλιοχρησιμοποιημένο
θέλω να σε δω πριν κλείσουν τα φώτα στον διάδρομο
πριν χτυπήσει το κουδούνι για να είναι κανείς
πριν με πάρουν τηλέφωνο για να μού πούνε τίποτα
πριν πετάξει το σμήνος των πουλιών και έρθει το άλλο για την άνοιξη
γιατί είναι ακόμα Γενάρης και πώς θα περάσει;

Εκείνος ο σκίουρος που περνούσε από λεύκα σε λεύκα
σε εκείνες τις διακοπές που σφύριζε ο άνεμος πάνω στα φύλλα
και έλαμπε το κρεμαστό μου στις γραμμές του ήλιου
όσο γύριζα σαν μικρός πλανήτης να τον κοιτάξω
δεν ήξερε από φτώχεια και ήταν η πρώτη φορά που είδα ένα πλάσμα ελεύθερο
μετά έκανα την καμπούρα του διαβάσματος
για τη διατήρηση της αιώνιας αμηχανίας
ο πατέρας μου δεν το έβρισκε φυσιολογικό
και το σταμάτησα
ήθελα σαν τον σκίουρο να τελειώνω, να κοντεύω, να φτάνω. Πού;
Και οι μήνες περνάνε σαν αγκάθια που τα κατάπιε το δέρμα.

Οι φίλες μου δεν μιλάνε για αυτά που πονάνε.

Τα κύτταρά μου κάνουν συνεχώς στροφές και σε ψάχνουν
το χέρι μου χαϊδεύει τη σκόνη στον αέρα και φτιάχνει μορφές.
-Τα άλλα σώματα λένε ψέματα, μήπως λέει και το δικό μου;-
Ράβονται και ξαναράβονται οι φαντασιώσεις στη μνήμη
οι άνθρωποι μοιάζουν όλο και πιο πολύ με τον θεό
όταν ξεριζώνουν τις καρδιές τους
τις μέρες που πατάνε τις άλλες μέρες
και λιώνουν σαν ξερά φύλλα σε μία απότιστη γλάστρα.
Μέσα στα κουτιά χώνονται οι καινούργιες ζωές
κτίζουν γωνίες από χαρτιά με αξία ανεξέλεγκτη,
τα πλούσια δωμάτια εγκυμονούν το τέλος του κόσμου
μικροί πολιτικοί μας δαγκώνουν τις φλέβες και τα πόδια,
φαντάσματα τα χρέη μας στάζουν στις βρύσες τα βράδια,
ο μεγαλύτερός μας εφιάλτης γεμίζει το σούρουπο ποτήρια
-κι εμείς;
Μένουμε αγάλματα μπροστά στον καθρέφτη.
Αξίζει κάτι; Έλα να δραπετεύσουμε.

Οι τηλεοπτικές μεταφορές μοιάζουν όλο και πιο πολύ με εμάς,
σκιές που γελάμε κρυφά για να μην ακούσουν οι μανάδες μας,
οι έγνοιες και οι λύπες μας.
Γνωριστήκαμε μόνο με τα ρούχα και με λόγια που κάνουν πως ξέρουν τι λένε
ντρεπόμαστε και αυτό το συναίσθημα είναι το μόνο που καταγράφεται στη σάρκα.
Φτιάχνουμε σίδερα και σοβάδες για να κρατάνε τη γη να μην πέσει
κι ω τι κρίμα, δεν αναπνέουμε από ευγένεια
όσο η νιότη μας στριμώχνεται σε δωμάτια που δεν μας χωράνε.

Οι φίλες μου δεν μιλάνε για αυτά που πονάνε.

Θέλω να βρεθούμε έξω από τους θόλους,
μακριά από κριτικές επιτροπές και κρατικές απάτες,
μακριά από αυτά που μας ποδοπάτησαν με φροντίδα,
να μυρίζουμε απλώς λίγο δάσος και λίγη αγάπη.
Ποιος είναι ο τρόπος που τελειώνει;
Οι δολοφόνοι δεν λέγονται δολοφόνοι,
οι διαφορετικοί πεθαίνουν πιο γρήγορα,
κάποιοι ζωντανοί είναι πιο σημαντικοί από άλλους,
τα σώματα που έφτιαξαν για εμάς δεν είναι δικά μας,
κι όταν σού λένε ότι δεν είσαι καλός στο σχολείο
οι ήπειροι γράφουν την εκδίκησή τους.
Κάθε φορά που ένας πατέρας δεν λέει ότι αγαπάει το παιδί του
ένα αστέρι εκρήγνυται.

Τα εγκόσμια λάμπουν συνεχώς μεγαλύτερα
δεν ξέρουν τι θα πει φτώχεια και συνήθεια
κλείνουν την ερημιά σε γιγάντια βάζα που κτίζουν τον φόβο
για τη ματαιότητα και μας κρατάνε με μία απορία
απέναντι στον κίνδυνο.
Μην ξεχαστούμε μέσα στον ύπνο μας
κι έρθει και μας πνίξει το χάος.
Δαγκώνει δεν δαγκώνει;
Ξανά τα χέρια στις τσέπες και όχι πολλές κινήσεις
η θερμοκρασία είναι ακόμα χαμηλή,
είναι ακόμα Φεβρουάριος,
τα πουλιά έχουν αποδημήσει ήδη
το τσάι κρυώνει σε ένα λεπτό, ενώ χρειάζεται τέσσερα για να γίνει
και είναι στα τελευταία τέσσερα λεπτά που κάνεις ακριβώς τις ίδιες κινήσεις.
Η φιγούρα σου διαγράφεται πάνω στα άλλα πρόσωπα που προσπερνάς.
Αν ακουμπήσεις τον ώμο μου, κάνε μία ευχή
και πες μου τι θα γίνει.

Χειμώνας 2023, Αθήνα

*

Invitation

I want to meet you
so I don’t forget that we once were
under the same sky
witnessing this mass fainting
of two thousand and something years
in the same streets of the groaning city.

I want to meet in the alleys I’m afraid to cross
in the houses beneath the exhausted women, the repetitive men,
in front of doors that will never open to reveal themselves
the faces of the genderless sexes with the assumption – what if – nailed to their foreheads
run into the alley with the Chinese working for white men.
where the Arabs gather and talk too much and we can’t understand what they’re saying.
In the magical places where they hang out
the cats who have found the meaning of life
and they are always warm with their fur inside their fur
without screens
all beautiful behind beautiful even if they are ugly,
the back doors of expensive restaurants
where the waitresses take a cigarette break
and sing the discount like sirens of the night
to pass streets and monuments dead
to visit the city that opens up to us as a stranger.

My friends don’t talk about what hurts.

On the tiles comes the black of the cloud that accumulates
on our faces, in the potholes black darkness gathers
and it is still January, the nights bring one after another
as if nothing has happened
no one dares to overturn the universe
the raindrops are the only ones that slip off the rooftops
and all the things people have done, what will happen to them?

I read a book and another to forget what it would be like
if time was stretched to those minutes you touched
your back against the wall across from me and your eyes stayed on mine
and we understood each other, spoke without voices, without touching, without information.
our bones were getting closer, but they were at a distance, time, time was short and grew
And my thoughts hopefully crossed the road with the cars that separated us,
the people who run all day in subways and streets, in exhaust fumes, in places and other places, without affection, they have forgotten and continue to erase,
and they keep going to find out what – nobody knows –
people who hesitate to take on the truth
people like you and me
and my tea is cold on the floor,
because I don’t have a table.
I wish this confession was a haiku, but it’s not.
I’ll close here.

My friends don’t talk about what hurts.

Wandering, do those circles around the sun
know what change they cause in the fingers which have forgotten to touch?
Except for the flowers
on my balcony that dare not to grow
for them there is infinity ahead
while for me in my hair a white hair and then another
maybe somewhere in there
and because I am still young
they tell me my age does not show
but my legs and my back hurt
and I will come to the universe to break it
the way it is breaking me day by day
and at that moment of disintegration
I invite you, come with me.

Have you learned everything? You sure?
Questions are stuck on the noise that goes on forever,
without stopping.
Have you sorted out all your dreams
the thoughts you have just before the coffee is done
like the ladies who stand smoking at the edge of the window
while they watch the spectacle,
your autumn tears that have dwindled
because you hadn’t eaten
the winter chills that start from within
and eat you from the outside
and the summer loves that you’ve forgotten what they said
and if they ever had anything to say.
Loudly are the songs you heard from the cars passing by
and twisted your stomach with memories
of all the things you never, ever dared to do.
The damn roar, the noise of the pause.

No matter how many times I look at the ceiling, it always looks back at me.
I am tired of these days, I want to see you
before I leave lying on a mattress that has been used up
I want to see you before the lights go out in the hallway
before the bell rings for nobody to be
before they call me to tell me nothing
before the flock of birds flies away and the other one comes for spring
because it is still January and how will it pass?

That squirrel that went from poplar to poplar
in those holidays when the wind whistled on the leaves
and my pendant shone in the lines of the sun
as I turned like a little planet to look at him
he knew no poverty and it was the first time I ever saw a creature free
Then I did the hump of reading
to preserve the eternal perplexity
my father didn’t find it normal.
and I stopped.
I wanted like a squirrel to finish, to come close, to arrive. Where?
And the months go by like thorns swallowed by the skin.

My friends don’t talk about what hurts.

My cells keep turning and turning and looking for you
my hand caresses the dust in the air and makes shapes.
-The other bodies lie, does mine lie?
The fantasies sew and sew again in memory
people are becoming more and more like god.
when they tear out their hearts
on the days when they step on other days
and they melt like dry leaves in an unclean pot.
Into the boxes are shoved the new lives
they build corners of paper with value unchecked,
the rich rooms portend the end of the world
little politicians bite our veins and legs,
ghosts of our debts drip our taps at night,
our greatest nightmare fills our glasses at dusk
-And what about us?
We remain statues before the mirror.
Is it worth anything? Let’s escape.

TV metaphors are becoming more and more like us.
Shadows, we laugh at in secret so our mothers won’t hear,
our worries and sorrows.
We know each other only by clothes and words that pretend to know what they are talking about
We are ashamed and this feeling is all that is recorded in the flesh.
We make iron and plaster to keep the earth from falling
And what a pity we do not breathe with kindness
while our youth is crowded into rooms that cannot hold us.

My friends don’t talk about what hurts.

I want to meet outside the domes,
away from juries and government shenanigans,
away from those who have trampled us with care,
just to smell a little forest and a little love.
What is the way it ends?
Murderers are not called murderers,
different ones die faster,
some alive are more important than others,
the bodies they made for us are not ours,
and when they tell you you are not good at school
the continents write their revenge.
Every time a father does not say he loves his child
a star explodes.

The mundane worlds shine ever larger
They do not know what poverty and habit mean
they enclose the desolation in giant jars that build fear
of futility and keep us wondering
in the face of danger.
Let us not forget in our sleep
and the chaos not come and drown us.
It bites, doesn’t it?
Again, hands in pockets and not too much movement
the temperature is still low,
it’s still February
the birds have already migrated
the tea cools down in a minute, while it takes four to make it.
and it is in the last four minutes that you make exactly the same movements.
Your figure is silhouetted against the other faces you pass.
If you touch my shoulder, make a wish
and tell me what happens.

Winter 2023, Athens

Νίκος Καρούζος, Νεολιθικὴ νυχτωδία στὴν Κρονστάνδη

Τραυλίζοντας οἰκουμένη καθὼς
ἡ πραγματικότητα χωλαίνει κι ὅπως
ἀσπροφωλιάζει ἡ λευτεριὰ στὸν ἄστοργο πάγο
περικαλιόμαστε τὴ σώτειρα τήξη.

(Νὰ ἰδοῦμε ἂν ἡ ἄνοιξη θὰ συνδράμει τὰ ὄνειρά μας.)

Ἕνας ναύτης: Τὸ μυαλὸ πῶς μαλακώνει στὰ Οὐράλια;
Ἕνας ἄλλος ναύτης: Τί θέλεις νὰ πεῖς; Δὲν κατάλαβα.

μουχλιάζει τὸ τηλέφωνο, εὐδαιμονία

…………..

Νοστάλγησα τὰ ὀρυχτὰ τὴν ἄφωνη
θηλαστική μου ἱερότητα
κι ἀνατρέχω στὸν ὕπνο ποὺ μὲ σῴζει
εἶναι ὁ πρόχειρος θάνατος
ἕνα κλούβιο ρολόι
χωρὶς τὰ πρὶν καὶ χωρὶς τὰ μετὰ
δὲν ἦρθα δὲ φεύγω θὰ σταματήσω.

  • Ἡ ἐξουσία εἶναι τῆς Ἱστορίας ἡ εὐκοιλιότητα.
  • Στὸ χωριό μου τὴ λένε γλεντοκώλα.

………….

  • Φθέγγομαι τρόμο. Καὶ ἐπιτέλους τί νομίζεις πῶς εἶναι
    τὰ ἰδανικά; Εἶναι ὅπως ἀλευρώνουμε τὰ ψάρια πρὶν
    ἀπὸ τὸ τηγάνισμα.

………..

Δούλα τοῦ φωτὸς πεταλούδα, φτερὰ καὶ χνούδι
σὲ ἐξωφρένεια!
Ὁ ἔκλυτος Δίας κρατεῖ κεραυνοὺς ἀναφαίρετους
δίχως ἀκόμη πυροδότηση
χορταίνοντας ὅραση βλακείας
καθεζόμενος ὑπεράνω πάσης κοσμολογίας.
Κ᾿ ἡ μούρη τῶν ἀλόγων τοῦ Φαέθοντα ἔναντι τοῦ
κενοῦ με ἄφρη κοσμικῆς ὕλης.
Ἀσθενοφόρο γρήγορα γιὰ τὸν βασιλέα Λήρ!
Εὐωδιάζουμε ἀπὸ τρέλα.
Δὲν πιάνουν τὰ φρένα,
χανόμαστε στὴ διαιρετότητα τοῦ Ζήνωνα.

…………….

Ἡ Ἄννα (ποὺ πλησιάζει): Τί νέα ἔχουμε ἀπ᾿ τὴν πραγματικότητα;

……

Νικολάι: Φοβᾶμαι, σύντροφε. Καὶ ἡ ἐπίθεση ἐπίκειται.
Ὁ Λένιν ἔχει ἐμπλακεῖ στὴ μοῖρα.

  • Πανάκριβα ραφτικά.

………….

  • Οὐτοπία.
  • Μὰ ὅμως ἀναιρέσαμε τὸ δάσος.
  • Βροχὲς μανάδες … Ἄραχλε!

Νὰ καὶ ὁ τρισάθλιος ἥλιος. Μιὰ χλεμπόνα
στ᾿ οὐρανοῦ τὸ κατεστημένο.

…………..

  • Μὲ σφίγγει μία ἀλήθεια, τῆς παραδίνομαι. Μὲ σφίγγει μία
    ἄλλη, κι αὐτηνῆς τῆς παραδίνομαι. Διατρέχοντας τοῦ μυαλοῦ
    τὴν ὠμότητα. Λέω αἷμα τοῦ ψύλλου κι ἀμέσως
    ὀσφραίνομαι ρούμι.
  • Παραδέρνεις. Ἀλλὰ ἐμένα τὰ μάτια μου διεκδικοῦσαν ἑνότητα
    ὀπτικῆς, ἐκκένωση τραγῳδίας. Οὐδέποτε ὑπέφερα τὶς
    ἀντιφάσεις. Ἀμφὶ καὶ ρέπω, ὄχι!
  • Χρεμετίζεις φαντασία.

[Τὴν ἡμέρα ἐκείνη γεννήθηκα μόνος μου, δὲν εἶχα βιολογικὸ
προηγούμενο. Σούρθηκα στὴν τρώγλη τῆς ἁπλῆς ἀριθμητικῆς.
Ἐκεῖ διαλάμποντας ἐνωτίστηκα κόκαλα.]

Ὑπερφίαλο φῶς ἰσχνότητα τοῦ ἔρωτα!
Τί νᾶν τὰ λέμε. Αὐτοψυχίατρος εἶναι ὁ ποιητὴς
μὲ καθαρὸ οἰνόπνευμα.
Κυρίως θὰ λεγᾳ θεοσταγὴς καὶ προ-ἰοῦσα σφῆκα.
Θὰ γαλαζώσει πάλι.

  • Μὰ εἶναι κι ὁ ἄλλος ἔρωτας, ὁ γενετήσιος.
  • Τί νὰ σοῦ κάνει αὐτός. Ἂν θέλεις, βάζει λίγα παγάκια στὴ
    μελαγχολία μου.

…………………

Εἴθε νὰ μὴν ὑπῆρχα
μαβὴς ὁ χτύπος τῆς καρδιᾶς, ἀλητεία.
Κι ἂν εἶπα τὶς προάλλες τὴ ζωὴ ἀντίρρηση τοῦ σκούληκα
δὲν ἔπαψε νὰ φουγαρίζει μέσα μου χαώδης
ἡ ἀπελπισία.
Θὲς τὸ ζῷο θὲς ὁ ἅγιος τίμημα ἡ ἀπουσία.
Κορφόνυχα μὲς στὴ φωτιὰ σὲ ταραχώδη θράκα
χρονάκια μου καὶ χρόνια
ἔκανα ῾γὼ τὸ μπόι μου βλαστοβολώντας ὕψος
χωρὶς νὰ συμβουλεύομαι
κακοὺς ὀνειροκρῖτες καὶ θολὰ μαντεῖα.
Δὲν ἀναμέτρησα κινδύνους, ἀποτεφρώθηκα.
Πίστεψα στὰ χρυσάνθεμα ὁρκίστηκα στὴ χλόη
κι ὅπως ρεκάζει ἐπιστήθιος ἄνεμος ἀπὸ βροχερὰ
συμπεράσματα
στὰ ἐρυθρὰ χαλάσματα τοῦ ἥλιου ξαναφαίνομαι
κι ἀνιστορῶ τὰ ρόδινα νεφρά μου.

………………………….

Εἴτε στὸν ὕπνο (πὰξ) εἴτε στὴν ἐγρήγορση (κοὰξ) ὀνομάζομαι
γοργὰ μελλοθάνατος.

…………..

Θρομβώδη φυλλώματα, συνεσθίομαι
μαζὶ μὲ τ᾿ ἄνθη
διασχίζω τοὺς γάμους τῶν θάμνων
ἀναφλέγοντας τὸ γραφτό μου σὲ ἄναρθρους
ὄρθρους
κι ἀποτυχίζω τὴν ἀπόγνωση κατακείμενος
ὄρθιος.

…………

Λέω συχνὰ τὰ νεφρά μου θὰ ὑπερισχύσουν.
Ἐν τούτοις μαθητεύω πιὰ συνέχεια σὲ τρόμο
κάθε βράδυ ξαναστοχάζω πὼς ὄχι
δὲ θὰ ξυπνήσω
κάθε πρωὶ ξεριζώνω φλέγματα ὑποφέροντας
μίαν ἄγρια ναυτία ποὺ δὲν ἐξελίσσεται ὁλότελα
κι ἀνατριχιάζω
κάτι νύχτες μὲ ἐθελούσιο μαῦρο κάτι νύχτες
ἀπὸ τεράστια αἱμοχαρῆ φεγγάρια
γιὰ νὰ διαλευκάνω ἐπιτέλους τὰ ἄσπρα μου
μαλλιὰ ὡς τὴ συντέλεια.
Δὲ θυμᾶμαι θυμάρι ποὺ νὰ μὴν ἀνάδωσε πάντοτε
τὴν εὐωδιά του
μὲ ἥλιους ὀρεινοὺς ἀναφωνήματα στὴ μνημοσύνη.
Δὲν ξέρω τί κάνει τὸ συκῶτι μου δὲν ξέρω
τί κάνει ἡ καρδιά μου
μαστίζομαι ἀπὸ ἔνοχη θέαση κι ἀνωφερῆ
ἀχτημοσύνη
χαράζω σύμφωνα καὶ ἐκφέρω φωνήεντα φρίκης.

  • Θρησκευτικὴ ὑπόθεση. Κι ὁ χρόνος τώρα δὲν εἶναι
    μαγνητοταινία τῆς αἰωνιότητας. Ἀνακρούεται ἐπιστήμη,
    κουκιὰ μετρημένα. Μὰ εἶναι ἀμπόρετο νὰ τσιμπήσει κανεὶς
    τὴ θάλασσα.
    Ἡ Ἱστορία τελικὰ συναναστρέφεται ἀγάλματα.

……………

  • Τί ἐστὶ λάμψη;
  • Ποιὸς ἀποφάσισε τὰ πτώματά μας;

  • Ξέχειλα τὰ ὁράματά μας. Ἐμπλουτισμένοι ἀθανασία.
  • Νυμφίοι τῆς ἐλπίδας ἀρουραῖοι.

[Λάμπουμε ὅλοι στὴν Κρονστάνδη. Στὴν πιὸ περήφανη γεωγραφία]

………………..

Σὲ βοερὰ μνημόσυνα βορᾶς κι ἀθῴας βαρβαρότητας
μὲ πετεινῶν ἀθλήματα στοὺς χαμηλόκορμους οὐρανοὺς
ὡσότου πιάσουν ἕνα γῦρο οἱ βροχάδες τὰ πρωτόνερα
ὥσπου νὰ ἀνοίξει τῆς χυνοπωριᾶς τὸ κατουροβάρελο.
Θά ῾τανε πέρσι.
Ρεμβώδη νοήματα, τυραγνία τοῦ βῆχα, σκελετὸς ἀπὸ μέσα …..

………..

[Βραδυάζει στὸ κείμενο.
Ἡ κατακρήμνιση τοῦ ἀπογεύματος: ὡριμότητα.]

  • Ἂν ἕλιωνε ὁ πάγος, ἂν τοὺς προλάβαινε ἡ Ἄνοιξη …

……..δὲν ἔχει ὅρια ἡ εὐφράδεια τῆς Σταύρωσης
οὔτε τὸ πορτοκαλὶ ποὺ μὲ τύφλωνε
φωσφορίζοντας
μὰ ἐγὼ τὴ γλῶσσα τὴν ἀποκλήρωσα
δὲ μαζεύω ψυχοχάρτια χαζεύω τὴν ἀγριότητα
οἱ καιόμενες πορφυρὲς δεκαετίες
ἀπὸ ὑδρόγεια νόηση
καὶ ἀναπηδᾷ στὴ χύτρα τοῦ πεπρωμένου
ὁ χόχλακας.
Φεγγάρι μου βγαλμένο μάτι ρεμβάζω σου
τ᾿ ἀσπράδι.

…………………

Ἐγὼ λοιπὸν ἔκπληχτος ἀπὸ χέρι διαστέλλω γαλαξίες
κι ἀνατείνομαι ὄνειρος
ἀποβάλλοντας τὸ πραγματικὸ κι ἀναθυμούμενος μόλις
ἐκείνη τὴν ἀρτηρία τοῦ ἀόρατου
τὴν πλεξούδα τοῦ καπνοῦ σὲ ἀνώδυνο ὕψος .
Ἐδῶ ἐπιμένουμε ὅλοι.

  • Ἄννα, τί συμβαίνει;
  • Ἄρχισε ἡ ἐπίθεση.
  • Ἄννα, ἔχε γειά, θὰ πεθάνουμε.
  • Νικολάι, σ᾿ ἀγαποῦσα ὁλόκληρη.
  • Μίαν ἄλλη φορά, θὰ ξαναγίνει, Ἄννα

……………………………

διεδίδοτο δὲ ἐκάστῳ καθότι ἂν τὶς χρείαν εἶχεν –

KRONSTADT

Η θεματική του πένθους στην ποίηση του Βαγγέλη Αλεξόπουλου 

Γράφει η Λίλια Τσούβα*

Ο Βαγγέλης Αλεξόπουλος στην ποιητική του συλλογή Οι ψιθυρισμοί του πένθους πάνω από την πόλη (εκδόσεις Οδός Πανός, 2022), δημιουργεί έναν κόσμο υπαρξιακής αγωνίας και άλγους, έναν κόσμο ζοφερό που μετουσιώνει τη σύγχρονη εποχή, η οποία χαρακτηρίζεται από υπερκατανάλωση και ατομικισμό, απουσία ηθικής, κοινωνικής μέριμνας.

Η έννοια του πένθους στην ποίηση παραπέμπει στον ρομαντισμό, όπως και το αγγελικό στοιχείο το οποίο ενυπάρχει στις συνθέσεις, ή το αίσθημα του spleen, (υπαρξιακή αγωνία, κράμα ανεκπλήρωτων πόθων και απόγνωσης), που χαρακτηρίζει τη θεματική. Η αισθητοποίηση των ιδεών ωστόσο πολλές φορές επιτυγχάνεται μέσω υπερρεαλιστικών εικόνων. Υπό την έννοια αυτή, η ποιητική του Αλεξόπουλου εγκολπώνει τρία μεγάλα και σημαντικά ρεύματα της ποίησης, τον ρομαντισμό, τον εξπρεσιονισμό (αποτύπωση κραυγής για τον χαοτικό κόσμο μας) και τον υπερρεαλισμό.

Την ποιητική του αφήγηση δομεί πάνω σε δικά του θεμέλια, αρχιτεκτονική και ύφος. Με Προοίμιο και Εισαγωγή προαναγγέλλει το θέμα. Ακολουθούν τα μέρη Οι ψιθυρισμοί του Θεού, Οι ψιθυρισμοί του ανθρώπου. Η όλη σύνθεση κλείνει με Επίλογο και Επίμετρο. Εκδιπλώνει έτσι ο Βαγγέλης Αλεξόπουλος με τρόπο θεατρικό/αφηγηματικό την εφιαλτική πραγματικότητα του σήμερα, την οποία συνδέει με την πολυμορφία του πένθους που δεν αφορά μόνον απώλεια αγαπημένων προσώπων. Ακούει τους ψιθυρισμούς των ανθρώπων πάνω από τις πόλεις, ρίχνει το βλέμμα στην υπεραναπτυγμένη τεχνολογικά κοινωνία και μέσα από την αντίθεση ανάμεσα στον Θεό και τον διάβολο, αναδεικνύει την αιώνια πάλη του καλού με το κακό. Ο φαουστικός κόσμος που αποκαλύπτει, για τον οποίο υπεύθυνος είναι ο άνθρωπος, αλυσοδεμένος στο άρμα των παθών, ηττημένος στην παρτίδα σκάκι με τον διάβολο, εκπεπτωκώς της χάριτος του Θεού, είναι δύσκολο να αλλάξει.

[…] Έξω από το παράθυρο
βλέπω αστραφτερά μάτια
Ο διάβολος κοιτάζει
κλείνω το παράθυρο
σφραγίζω την πόρτα

Τον κλειδώνω μέσα

Στήνω το σκάκι
(Σκακιστικό ποίημα, σελ. 10)

Οι κύριοι πόλοι γύρω από τους οποίους περιστρέφεται η συλλογή του Βαγγέλη Αλεξόπουλου είναι η ζωή (το υπαρξιακό) και η ποίηση. Το ποιητικό υποκείμενο επικεντρώνεται στον θάνατο, αλλά και στον χρόνο που παρέρχεται. Διαλέγεται με τον Θεό, για όσα συμβαίνουν:

[…] Μέγας είσαι Κύριε και θαυμαστά τα έργα Σου.
(ποίημα: «Ένας ταλαίπωρος Άγγελος επισκευάζει τον φράχτη του παραδείσου», σελ. 13)

[…] Κύριε, πώς το επέτρεψες/ η σταγόνα να γίνει μαρτύριο;
(ποίημα: «Διαβάζοντας το ποίημα της Rosa Alcalá “You and the Raw Bullets”», σελ. 15)

Διαλέγεται επίσης με την ποίηση:

Θρηνώ για τους στίχους που δε γράφτηκαν
Που δεν αποτυπώθηκαν στο χαρτί.
Συνήθως φταίει η ανεμελιά του ποιητή.
Γράφει σε χαρτάκια και αυτά εξαφανίζονται.
[…] (ποίημα: «Αμαρτίαι γονέων παιδεύουσι τέκνα», σελ. 34)

Επικρατούν τα δίπολα: διάβολος-παράδεισος, λευκό-μαύρο, ζωή-θάνατος, νύχτα-ημέρα, καλοκαίρι-χειμώνας. Η βία, η μοναξιά, η μνήμη, ο μικροαστισμός, το οικολογικό, η ανισότητα, η απώλεια του συναισθήματος, της οικειότητας, τα σκοτωμένα όνειρα. Ο ποιητικός λόγος, άμεσος και υποβλητικός, λιτός και δυναμικός, με ερωτήσεις και λέξεις καθημερινές, είναι έντονα καυστικός. Το παράλογο του κόσμου απεικονίζεται υπερρεαλιστικά, με σπάσιμο της λογικής, αφήνοντας ελεύθερο το υποσυνείδητο:

[…] Στα παράθυρα, κεφάλια σκύλων
που αγωνίζονται ν’ αναπνεύσουν καθώς τα πνίγει

H μοναξιά: (η ερωμένη του καλλιτέχνη) […] (ποίημα: «Η εικόνα στο τζάμι της μπαλκονόπορτας», σελ. 18)

[…] Τα μάτια σου στάζουν μαύρο αλάτι

και
Λευκό είναι το χρώμα του θανάτου
(ποίημα: «Ο ναρκισσισμός είναι/ που πάντα σκοτώνει την avant garde», σελ. 21)

Ο έρωτας παρουσιάζεται ως ανακούφιση [… το σώμα που το καίει ο πυρετός ανακουφίζεται, (ποίημα: «Μετάδοση θερμότητας σε συναγωγή», σελ. 16)], ως προσμονή [… Κι όμως μ’ ένα μόνο φιλί σου/ θα μπορούσα/ να δραπετεύσω από το ποίημα, (ποίημα: «Περιμένω κάθε βράδυ να επιστρέψεις απ’/ τη δουλειά επιτέλους να ησυχάσω, να μου/ δώσεις μια να δραπετεύσω», σελ. 32)], ένα παλίμψηστο, [Ο έρωτας παλίμψηστος πάπυρος/ μα έχει χαθεί η οικειότητα», (ποίημα: «Δύο κεριά από κλειστά παράθυρα/ με τραβηγμένες κουρτίνες/ ένα κυριακάτικο βράδυ», σελ. 27).

[…] Θέλω να κρυφτώ
σε μια μήτρα αρχέγονη
υγρή
ζεστή
σκοτεινή
φιλόξενη
(Επίμετρο ΙΙ, σελ.69)

Με τέσσερα επίθετα (υγρή, ζεστή, σκοτεινή, φιλόξενη), χωρίς τελεία, το ποιητικό υποκείμενο εκφράζει τον διακαή και διαρκή πόθο του για επιστροφή στον κήπο της Εδέμ, πριν –από ένα φίδι– μπει στον πειρασμό να φάει τον απαγορευμένο καρπό και απολέσει τον Παράδεισο, σ’ έναν κόσμο χωρίς τις εκτροπές της απληστίας και του απανθρωπισμού.

Η ποίηση του Βαγγέλη Αλεξόπουλου είναι βαθιά υπαρξιακή, δραματική, ανατρεπτική στην έκφραση, καταγγελτική. Το κολλάζ από ήχους της πόλης που κατασκευάζει με μαεστρία, αντανακλά το τερατώδες είδωλο του πολιτισμού μας, αλλά και την έρημο της οδύνης μας, για τον χρόνο και τον θάνατο. Στην ποίησή του, πραγματικότητα και υπερπραγματικότητα, άστυ (γη) και ουρανός, συμπλέκονται. Σπάζοντας συχνά το περίβλημα της λογικής, συνομιλώντας με τον Σαχτούρη, την αμερικανική ποίηση, την εικαστική τέχνη, δημιουργεί πίνακες της μοναξιάς και της αλλοτρίωσης. Το ποιητικό του βλέμμα θυμίζει κάδρα του Έντουαρντ Χόπερ, με φωτοσκιάσεις του Γκόγια και βάθος του Ρόθκο, έτσι καθώς κοιτάζει το υπερπέραν και διαλέγεται με τα ανθρώπινα προβλήματα.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Anselm Kiefer.] https://frear.gr/?p=34416&fbclid=IwAR3Epo41vLv9DzRo_OI-d017dP05EBwPG0HKrtVYYLYMRF7x7z3wCwS7Bds

Γεωργιάνα Κεστρινού, Κικιλία

Κι ανησυχώ
μήπως η κλίμακα
–ξύλινη, αγριεμένη–
θα με αφήσει
να πέσω

Θανάσιμα.
Κι όλο ρωτάω
αυτή η λέξη
είναι πονετική
μόνο στα μικρά;

Άκουσα στο
θρόισμα των φύλλων
πως ένα βόρειο
Παράθυρο
το αγαπάνε όλοι

Παράφορη μορφή
Παιδί ορφανό
Γυναίκα απέραντη
Ερωτικά μας φαίνεται
η κλίνη της

Ποιήματα επινίκια
–επίσημη ονομασία:
Κικιλία–
Κάπου γυνή αθώα,
παρθενική τέχνη

Ένα ταξίδι
πήρα κάποια Τετάρτη·
Τίποτες
Σα βράδιασε
θα πω τις εντυπώσεις

Κι ανησυχώ
πως απαραίτητα
θα δούμε
τον τάφο των ποιητών κενό
Βλέμμα αθάνατο

Ίσως οι λέξεις
γίνουν στρατιώτες
Μόνο εσύ
Ιδιότητα ενεργή
Μπορεί-διότι…

Ποιήματα επινίκια
–επίσημη ονομασία:
Κικιλία–
Κάπου γυνή αθώα,
παρθενική τέχνη

Αγγελής Μαριανός, Ξεριζώστε μου τα νύχια

Ξεριζώστε μου τα νύχια.
Παρακαλώ να με γυμνώσετε
επάνω στο κρεβάτι της αιχμής.
Ξεριζώστε τα νύχια μου
Μικροί προκρούστες σας το επιτρέπω
είσαστε πια ενήλικοι φασίστες.
Δεν έχει πόνο στο μονόκλινό μου
ούτε υπάρχουν κάμερες κρυφές.
Περάστε, με το πεινασμένο σας ροντβάιλερ,
Βάλτε το να μου γλείψει τον ακρωτηριασμό.
Εκείνη την παλιά πληγή που ξανανοίγει
σε κάθε γειτονιά που αναθαρρεύει φασισμός.
Κακοφορμίζω· να μη χαίρεστε
στη θέση των νυχιών ξεφύτρωσαν σουβλιά.

*Στη φωτογραφία χαρακτικό της Βάσως Κατράκη.

Natasa Sardzoska, Χαρτογραφία της φωτιάς

δεν είμαστε πουθενά
δεν πάμε πουθενά
δεν ερχόμαστε από κάπου
είμαστε απλά ένα μοναχικό σκαρίφημα στον αεροδιάδρομο
αναδύουμε την αναπνοή μας σε πύλες αεοροδρομίου
ακούμε κρυφές συζητήσεις σε αυτοκινητόδρομους
καρφωνόμαστε στα κλειστά παράθυρα διακεκομένων μετρό
τα τρένα της σιωπής έχουν αργήσει
οι πτήσεις αναβλήθηκαν
οι μέρες μετατέθηκαν
για ποτέ ξανά

το κρασί ζυμώνεται στα συγχυσμένα χείλη μας
στις άκρες των μυαλών μας
τα μάτια μας είναι παγωμένα σύννεφα
τα λαρύγκια μας φυσημένοι αμμόλοφοι μέσα στην έρημο
στέπα που μεγαλώνει στη γλώσσα μας
υγρές ζούγκλες μέσα στα γεννητικά μας όργανα
γκρεμοί στο στέρνο μας
φλεγόμενα διαγράμματα μετά τη βροχή
στον πεντακάθαρο ουρανό
που δεν καλύπτει κάποια γη

φεύγουμε μετά τις σκιές μας
πατημασιές στην κινούμενη άμμο που είμαστε
σκισμένα ρούχα προσφύγων χωρίς ίχνη
σκήπτρα απορριφθέντα από επινοημένα βασίλεια
νύχια δόντια μάτια ξεθαμμένα από άγραφες ιστορίες
χαμένες στις ανεξερεύνητες κορυφογραμμές της σάρκας μας
σπασμένοι χάρτες στα γόνατά μας
φουσκωμένες παλίρροιες δαγκώνουν όρμους και ακτές
στις όχθες της κυτταρικής μας λαχτάρας
στο κατώφλι πεθαμένων εθνών

Κλαίμε μόνο για εκείνη τη στιγμή
όταν θα ξέρεις
όταν θα ξέρω
είσαι ο νικημένος λεβάντες
γυρίζεις την πλάτη σου στον ανατολικό άνεμο
περπατάς κάτω στα σύνορα της ελευθερίας σου
και φεύγεις
αλλά δεν είσαι πια μια χίμαιρα
ούτε είσαι εξορία
ούτε και θα είσαι ποτέ
για μένα.

*Μετάφραση από τα μακεδονικά Περσεφόνη Μύρτσα. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Ένεκεν” (Γενάρης-Αύγουστος 2022).

Τάσος Δενέγρης (Αθήνα, 1934 – 7 Φεβρουαρίου 2009), Τέσσερα ποιήματα

ΕΚΦΥΛΙΣΜΟΣ

Είναι τα πρόβατα που με τρομάζουν
Δίχως βοσκό τριγυρνούν και βελάζουν
Κι έμαθαν κρέας να τρώνε
Θα φαγωθούν μεταξύ τους
Έτσι που πάει.

24 Μαΐου 1981

*

ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΘΕΑ

Αθλιότης χειμωνιά
Κι από το δωμάτιο που γράφω
Ακολουθώ εκ του σύνεγγυς
Τον Εβαρίστο Καρριέγκο
Μήπως τον πιάσω
Και τόνε φέρω στη γλώσσα μας.

Κάποτε όμως κουράζομαι
Στρέφω το βλέμμα μου στην τζαμαρία
Βλέπω τη ράχη της γειτονικής
Πολυκατοικίας.

Μίζερα τα μπαλκόνια της
Και τα εκθέματά τους:
Σκουπιδόπανα και σκόρδα σ’ ένα δίχτυ
Μια πολυθρόνα ψάθινη
Μια κούνια σιδερένια.

Πιό πίσω τις φαντάζομαι
Κατασκευές παρόμοιες
Ώσπου αργότερα
Ή Μεσογείων
Με τα μικρόβια
Και η κατάληξη
Το θελκτικό βουνό
Ο Υμηττός
Ο παιδικός μου συνειρμός
Για την ελευθερία.

*

ΩΣ ΔΙΑ ΜΑΓΕΙΑΣ

Μετά την ξαφνική βροχή του Απριλίου
Το πράσινο των φύλλων με θαμπώνει
Στιλπνό και νεογέννητο.

Του κήπου η εγκατάλειψη
Ω διά μαγείας
Έλαμψε.

Μέσα στο σπίτι
Μικροί και μεγάλοι
Βλέπουν κινούμενα σχέδια
Ενώ ξερακιανή προβάλλει
Στην τζαμαρία
Κληματαριά
Και δυσχεραίνει
-Καθώς την φαντασία τους προσβάλλει-
Την παρακολούθηση
Του τηλεοπτικού προγράμματος.

Θα συνεχίσω τη δουλειά μου
Ενθαρρυμένος.

27 Οκτωβρίου 1985

*

ΑΔΙΕΞΟΔΟ

Οι λέξεις χάσαν τον βηματισμό
Και παραπαίουν.
Φριχτός ο φράχτης χαίρεται.
Τι θέλω εδώ;

27 Φεβρουαρίου 1986

Σταύρος Βαβούρης, Τα δύσκολα

Α’

Δύσκολα, δύσκολα τα ποιήματα
όπως οι δύσκολοι έρωτες’
αλλά εύκολα πολλές φορές ραγίζουν
Αρχίζουν, όπως οι έρωτες, χαρίεντα
κάπου όπως προς τη μέση
κάπου προς το τέλος
σε κάποιο στίχο -τέλος πάντων- κάποια λέξη
κάνουν ένα “κρακ”’
Ακούς κάτι σα τρίξιμο
και κει που λές πως τα’ γραψες
βρίσκεσαι με τις χούφτες σου γεμάτες
θρύψαλα κομμάτια:
στίχους νεκρούς –
που βλέπεις – πρέπει να τους θάψεις
Ή να τους κάψεις, τέλος πάντων
ό,τι είναι βολικότερο
Μην τους φυλάξεις
Καραδοκούν στα χρόνια που ‘ρχονται
οι ερευνητές κι οι λόγιοι
Των ρεζιλιώνε σου ρεζίλι να σε κάνουν
χίλιες φορές να σε ξεκάνουν
και τότ’ ακόμα
που θα σ’ έχουνε ξεκάνει οριστικά.

Β’

Το άλφα και το ωμέγα.
Δύσκολο το Αλφάβητο
για να το τελειώσεις.
Εύκολα -ούτε λόγος- ώς το γιώτα
αλλά περίπου κει στο Χι
σαν κάτι υποψιάζεσαι
μια υπόνοια τρομερή
σαν αγκάθι πυρωμένο στο μυαλό σου
σ’ εξαναγκάζει Χι και Χι και Χι
να επιβραδύνεις το ρυθμό σου
μ’ ακόμα συντηρείσαι
κρατιέσαι με τα δόντια
στις χί-λιες τόσες πιθανότητες του “άγνωστου Χι”
όπως περνάει αστραπιαία από τη σκέψη σου
το “πείραμα της τύχης”
μ’ όλα τα “δυνατά” ή “αδύνατά” του “ενδεχόμενα”.

Όλα τα ενδεχόμενα ψελλίζεις
όλα τους δεν ενδέχεται
αιφνίδια να προκύψουν;

Άλλωστε στο Ψι, θα “ψάξω” λες
θα επαναλάβω απ’ άπειρον
το πείραμα της τύχης
Υπάρχουν και τα “βέβαια” ενδεχόμενα

Ο αναζητών ευρήσεται
(το λένε κι οι γραφές).

Αλλά στο Ωμέγα; Αφήνεσαι
Κάτι πας να πεις: είν’ άδικο, ανεξήγητο,
αλλά, ό,τι και να πεις
Το Ωμέγα είναι το τέλος
ό,τι κι αν επινοήσεις
Τ’ Ωμέγα πια σαρώνει τα ενδεχόμενα
Έχεις τελειώσει πια το αλφάβητο
Σ’ έχουνε τελειώσει’
Τίποτα δεν υπάρχει ύστερα απ’ τ’ Ωμέγα

Γ΄

Μού λεγες “άσε” ανέκαθεν
“να φύγει αυτός ο κόρακας
αυτός ο δύσκολος χειμώνας,
και πια την άνοιξη οπωσδήποτε
Άσε, πια το καλοκαίρι που…”
Και πόσα-πόσα καλοκαίρια δεν περάσαν έτσι!
Πόσες άνοιξες δύστροπες!
Σπάζανε στο χέρι μου οι μέρες τους
σα κούφια καρύδια.

Έτσι και φέτος, να:
άλλο ένα καλοκαίρι δύσκολο καμίνι
κόλαση σωστή
κι αύριο μεθαύριο
ακόμα ένα άρρωστο φθινόπωρο
αρθριτικό και δύσκαμπτο
θα φτάσει ώς τον Οκτώβρη σούρνοντας
κι έπειτα; βέβαια πάλι θα μου πεις
άσε να περάσει κι ο δύσκολος ερχόμενος χειμώνας.
Φτάνει ωστόσο πια – του κερατά ώς εδώ.
Έτσι δύσκολος ανέκαθεν μού το ‘παιζες
και μάλλον έτσι πρόκειται πάντοτε να το παίζεις.
Πρέπει να σ’ τον κόψω πια το βήχα και σ’ τον κόβω.
θα σε γκρεμίσω κάτω από τις σκάλες
Αν κάνεις ότι σκάζεις μύτη τον Νοέμβρη.

Δ’

Και τώρα πώς να στο φωνάξω;
Όσα είχα να σου πω
ψιθυριστά τα λένε μοναχά.
αν όχι μόνο με τα μάτια. (1)
Όπως η απόσταση κι ο χρόνος
που άφησες -επί τούτου-
ν’ ανοίξουν μεταξύ τους
βάραθρο αγεφύρωτο.
Έτσι από τη μια μεριά του Εγώ
Εσύ στην άλλη, απέναντι
στίγμα που ξεθωριάζει
που από τη μια στιγμή στην άλλη
το σβήνει γομολάστιχα η ομίχλη
και να γκαρίξω ακόμα
θάναι δυνατό ν’ ακούσεις
κι έν’ αόριστο απόηχο μιας λέξης
απ’ όσα θα ‘χα να φωνάξω και να πω;

Δύσκολος ο λόγος
Δύσκολη η κραυγή.
Ο χρόνος; Δύσκολος’
Δύσκολος ο έρωτας
Δύσκολα τα ποιήματα
Δύσκολοι όλοι κι όλα σας
Δύσκολη η ζωή
Εύκολος; Ο θάνατος
Κι αυτός καμιά φορά μονάχα.

(1) Σημ. Δ’ “με τα μάτια” (στ. 4ος) από το “Λόγο της Σιωπής” του Ζ. Παπαντωνίου.