Νίκος Γαλάνης, Πείτε το όνομά του

Στη Βιρτζίνια ζει ο παππούς μου
Έχει έρθει για βαμβάκι
Έπειτα στην Νέα Αγγλία για καπνό και ρύζι
Πρώτη φορά συνάντησε τον Νέο Κόσμο
με το σπάσιμο του μαύρου ελεφαντόδοντου
Γιοι και εγγόνια κατοικούν μαζί του
Ο παππούς μου στον πόλεμο πήρε όπλο
Στην εποχή της ανασυγκρότησης
Πάλεψε για ισότητα και μεταρρυθμίσεις
Μπορείτε να πείτε το όνομά του άφοβα
Ο παππούς μου δεν πέθανε
Οι μαύροι δούλοι ζουν αιώνια

*Από τη συλλογή “Τζορτζ Φλόιντ”, αυτοέκδοση, Ηράκλειο 2020.

Μίμης Κωστήρης, Άνιση μάχη

Στην έρημο μονάζω
Στυλίτης αναχωρητής
στη σκληρή
απομόνωση
ασκούμαι

Τα βράδια
μετράω τ’ άστρα
Την ημέρα
ονόματα νεκρών
συντρόφων
σκαλίζω στο βράχο
Πίνω τη βροχή
Τρέφομαι με ακρίδες
Με άγριο μέλι

Πίσω μου
σε μαύρο σύννεφο
Οι καβαλάρηδες
με τις πανοπλίες
και το σταυρό
στο στήθος
Οι κατακτημένες
πόλεις
Τα μολυβένια νερά
Οι διψασμένοι κήποι
Κι’ οι δουλωμένοι
Να τραβούν ομάδι
με τα μάτια αδειανά

*Από το βιβλίο “Φύλακας σε ρολόι κήπου”, εκδ. Ενδυμίων.

Παυλίνα Μάρβιν, Τα ζιζάνια

Δεν έπρεπε να βγάλω τα ζιζάνια –
χάσαμε όλο μας το στάχυ.
Τώρα, στις εποχές της στέρησης,
να τι μου σώθηκε:
Το άδειο μας χωράφι,
στη μέση ξόανο εγώ
να ναυαγώ
πουλιά νεκρόφερτα
μαμούνια αιμόφυρτα
και γύρω γύρω λίγες μνήμες των καρπών.

Χρήστος Λάσκαρης, Καταστολή εξέγερσης

Μας φέρνανε κεφάλια σε ντουρβάδες,
και τα καταγράφαμε:
τα πιο πολλά
στάζαν ακόμα αίμα

με τα όνειρα
μες στα θολά μάτια τους
νωπά

τα χείλη μισάνοιχτα
σα διψασμένα.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://christinehag.wordpress.com/2023/02/20/katastoli-exegersis/

**Η φωτογραφία είναι λεπτομέρεια από πίνακα του Marc Shagale.

Τάσος Κόρφης, Το δέντρο

Πίσω από το παράθυρο, το ίδιο πάντα δέντρο.
Κάποτε ξεμπλέκαμε τους χαρταετούς μας
από τους κλώνους του.
Αργότερα χαράζαμε στον κορμό του
το αλφαβητάριο των ενθουσιασμών.
Τώρα ξεκουραζόμαστε στη ρίζα του.

Λουκάς Κούσουλας, Οικονομία

Παράξενη συναλλαγή… Κάθε φορά
που νοικοκυρεύομαι και παντέχω
να χαρώ την ησυχία μου,
ρημάζω το βιό μου και ξεπέφτω
στην έσχατη διάλυση.

Μα σα βγάζω στο σφυρί το υστέρημά μου
και δε φοβάμαι να απομείνω γυμνός,
κερδίζω μιαν ειρήνη γιομάτη
πλούτη, νιάτα και δροσιά.

Το πιο σίγουρο κέρδος είναι η προσφορά.

*Φώτο: Roberto Garcia de Mesa, Outside

Τόλης Καζαντζής, Το σπίτι μας

Ι
Κάποτε εδώ ήταν το σπίτι μας,
ξύλινη σκάλα, κήπος μπροστά,
γάτα και καναρίνι.
Στους τοίχους σημάδια
που έδειχναν την πρόοδό μας στο ανάστημα:
το δικό μου, του αδερφού που έφυγε
και πιο σβησμένο του πατέρα,

Βγάλαμε φωτογραφία το παλιό μας σπίτι,
ξύλινη σκάλα, κήπος μπροστά,
γάτα και καναρίνι.

IV


Τώρα πια κάποιος άλλος θα κοιμάται
ανάμεσα στους τοίχους του.
Άλλες φωνές θα το γεμίζουν
ξένες, αταίριαστες επάνω του.
Όμως στους τοίχους θα μένει το σημάδι
της πιο αγαπημένης μου φωτογραφίας
και το παράθυρο θα βλέπει πάντα
τα πιο ωραία μάτια πόχω δει.

*Δημοσιεύτηκε στο «Κόσκινο», Αρ, 1. Απρίλιος – Ιούνιος 1968. Θεσσαλονίκη . Εκεί δημοσιεύτηκε μια μικρή ανθολογία από ποιητικά κείμενα και μεταφράσεις της πρώτης περιόδου του περιοδικού Διαγώνιος» (1958-1962). Υπεύθυνος περιοδικού ήταν ο Ντίνος Χριστιανόπουλος.

**Φωτογραφία: Κυριάκος Σιφιλτζόγλου.

Μανώλης Αλιγιζάκης, Καταστροφή / Destruction

Με αφοσίωση και απερίγραπτο θαυμασμό τον ακολουθήσαμε,
ολοκάθαρο μονοπάτι προς αυτοπραγμάτωση που θύμιζε πως όλα
τα όμοια πνεύματα σκέπτονται ομοίως.
Η καταιγίδα στην άκρη του ορίζοντα ούρλιαξε για το θάνατο
του κόσμου, είτε από επιδημία είτε από παιδιάστικους πολέμους
ο αιώνιος προδότης και οι συκοφάντες κρύβονταν πίσω
απ’ τη μάντρα του σχολιού μας.

Ψευδοπροφήτες, κάτασπρες βουνοκορφές, ψευτομάρτυρες
κι ανυπότακτοι γραφιάδες στριφογύριζαν την αλήθεια
και τη κάνανε ψέμα και το ψέμα στο σερβίρισαν χρυσή συμπόνια
σε τσέπες και τσάντες γιομάτες ψώνια κι εκείνος πάντα κοίταζε
μακρυά κι εμείς ονόματα του δώσαμε περίτρανα και ευπρεπή.
~Μου αρέσουν αυτοί που σκέφτονται ελεύθερα κι έχουν
ελεύθερη καρδιά γιατί έτσι ο νους τους είναι το κέντρο
της καρδιάς τους και η καρδιά τους παρασύρει
στην καταστροφή.

Destruction

With devotion and sublime adoration we followed Him,
clear path for our self-actualization, reminding us that
alike minds think alike.
Βy the edge of the horizon the tempest howled the end
of the world from an epidemic or a childish war of
sycophants, the perennial traitor hid behind the fence
of the school.

Pseudo-prophets, white mountaintops, pseudo-martyrs,
rebellious scribes who spin the truth and called it a li, who
take the lie and served it: golden compassion in pockets
and in grocery bags. He always looked afar and we called him
with names glorious and most appropriate.
I like the free spirited with free hearts because their
mind is the centre of their heart and their heart sweeps
them to their destruction.

*Από τη συλλογή “Ubermansch”.
**Αναδημοσίευση από εδώ https://authormanolis.wordpress.com/2023/02/18/ubermensch-poetry-by-manolis-aligizakis-17/

Δημήτρης Δούκαρης, Η μεγάλη λύπη

Περιφέρω τη μεγάλη λύπη μου
από πόρτα σε πόρτα,
από γειτονιά σε γειτονιά,
ως τις άκριες του άλλου κόσμου,
ως το Ακρωτήριον της Καλής Ελπίδας,
που δεν έχει πια ελπίδα•
μονάχα τη μεγάλη λύπη μου
που περιφέρω από πόρτα σε πόρτα,
και καμιά πόρτα δε λέει:
«ανοίγω για ν’ αφήσεις τη μεγάλη λύπη σου»,
αλλά κάθε πόρτα μου λέει:
«έχω τη δική μου μεγάλη λύπη».
Για όσα δεν έλαβαν ποτέ σάρκα και οστά
και πέρασαν σαν μαγικές αυταπάτες,
πλάσματα φανταστικά•
για τα πρώτα εκείνα σχέδια
που έμειναν μες στα χαρτιά
και κάηκαν με τα χαρτιά –
περιφέρω τη μεγάλη λύπη μου
και δεν έχω δική μου πόρτα,
κι είμαι έξω από κάθε γειτονιά,
ως το Ακρωτήριον χωρίς καμιάν Ελπίδα.

*Από τη συλλογή «Το άλλο άγαλμα»,Αθήνα 1976.

Κώστας Ριτσώνης, Τρία ποιήματα

ΤΑ ΜΟΥΓΓΑ ΠΟΥΛΙΑ

Μακριά απ΄τις πόλεις
μακριά κι απ’ τα χωριά
-μες στα βουνά-
μακριά απ’ τους δίσκους
κι απ’ τα τραγούδια

μόνοι μες στα δάση
ζούμε σαν τα μουγγά πουλιά
κι ακούμε κάτω απ’ τα δέντρα
την βροχή που στάζει

Μακάρι να βρέξει στις φωλιές
να ξυπνήσει τα όρνια των δέντρων
Μακάρι ν’ αρχίσουν να λαλούν βρεγμένα
έστω και με παράπονο
ξανά να τραγουδούν

*
απ’ τις μικρές σπίθες
πιάνουν μεγάλες πυρκαγιές

Κι εσύ πώς καταφέρνεις
να γράφεις όταν καίγεσαι
ποιήματα μικρά σαν αναπτήρες;

*
Αγαπούσα το χωράφι
με τα μαύρα χόρτα

Αλλά χρειάστηκε να το κουρέψεις
για μια εγχείριση
σκωληκοειδίτιδος.

Και τώρα μοιάζει παρτέρι
με σκούρο γκαζόν

Το κοιτώ με υπομονή
που σιγά σιγά ψηλώνει

*Από τη συλλογή “Ο ανάπηρος λαχειοπώλης και άλλα ποιήματα”, Εκδόσεις Διαγωνίου αριθμός 41, Θεσσαλονίκη 1982.