Angelina Grimke, Χειμωνιάτικο δειλινό

Μια σιωπή που γύρω μας γλιστράει όπως ο θάνατος,
όπως κυνηγημένη από ένα στεναγμό,
μιαν ανάσα, ένα ψίθυρο.
Λίγα δέντρα γερτά, γυμνά και κρύα
που τις κορφές υψώνουν προς τον χρυσοπράσινο ουρανό.
Ένα μικρό δρομάκι που γνωρίζει
πού βρίσκονταν τα βαθυγάλαζα του αγρού λουλούδια.
Ένα έλατο ξεχωριστό, μοναχικό κι αλύγιστο,
κι απάνωθέ του να χαμηλογέρνει ανάλαφρα
έν’ άστρο που το λάτρευα προτού οι αγροί σκουρύνουν.

*Από το βιβλίο “Νέγροι ποιητές”, σε εισαγωγή και μετάφραση Δημήτρη Σταύρου, εκδ. Πρόσπερος, Αθήνα 1982.

Gwendolyn Bennett, Σ’ ένα μαύρο κορίτσι

Για τη μαυράδα του κορμιού σου σ’ αγαπώ,
τη στρογγυλή του στήθους σου μαυράδα,
για τη λυπητερή, σπαραχτική φωνή
και τις σκιές σου όπου ξεκουράζονται
τα δυστροπά σου βλέφαρα.
Κάτι από τις λησμονημένες, τις παλιές βασίλισσες,
μες στο λικνιστικό σου βάδισμα φωλιάζει,
και κάτι από την αλυσοδεμένη τη σκλαβιά,
μες στης λαλιάς σου τον ρυθμό ολολύζει!
ώ μικρή νέγρα, που γεννήθηκες
για ταίρι σου να ‘χει τη θλίψη,
από την αρχοντιά ό,τι έχεις κράτησε,
ξεχνώντας ότι κάποτε ήσουν σκλάβα,
κι άφησε να γελάσουνε τα χείλη σου
διάπλατα για τη μοίρα!

*Από το βιβλίο “Νέγροι ποιητές”, σε εισαγωγή και μετάφραση Δημήτρη Σταύρου, εκδ. Πρόσπερος, Αθήνα 1982.

Θανάσης Πάνου, Δύο ποιήματα

ΗΡΩΙΚΟΝ

Τυφεκίστηκα σε έναν τοίχο
για έναν στίχο ερωτικό.
Τα μεγάλα όμως βιβλία ψεύδονται!
Με κατάντησαν ήρωα επαναστάτη
εμένα που για τα στήθη μιας γυναίκας
ξυρίστηκα προσεκτικά να μη τα γδάρω
και αυτή ήταν η μόνη γέφυρα που ανατίναξα.
Αμφίβιος δύτης
ανάμεσα σε δύο βουνά.
Τυφεκισμένος αμετανόητος
ερωτικός πατριώτης.

*

ΠΑΤΗΤΗΡΙ

Της μίλησα όσο πιο απλά.
Δύσπιστη πάντα,
ζήτησε κάτι ακόμη πιο απλό.
Δύσκολο πιο κάτω κάτι να βρω,
χώθηκα ολόκληρος στο βαρέλι
κάτω από τα πέλματά της
που ακόμη και σήμερα με περπατούν
πάνω σε όλα τα δύσκολα
και τι ωραία πατούν,
σταφύλια οργής,
πάθους και τι μαγικά…,
πατούν,
τα γυναικεία πόδια
φτιάχνουν το πιο ερωτικό κρασί!

*Από τη συλλογή “Ο φάλτσος κότσυφας”, εκδ. Εξιτήριον.

**Η φωτογραφία της ανάρτησης πάρθηκε από τη σελίδα του ποιητή στο Facebook.

Μίλτος Σαχτούρης, Ως το τέλος

Ως το τέλος λυπήθηκα που ήτανε παιδί
θα ‘πρεπε να ‘ταν σύννεφο
σαν κι αυτά που μέσα τους κρύβονται τα πουλιά
όταν φοβούνται.

*Από τη συλλογή “Το σκεύος” (1971).

**Το ποίημα και η φωτογραφια της ανάρτησης αναδημοσιύονται από εδώ: https://christinehag.wordpress.com/2023/02/22/os-totelos-i/

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Δυο ποιήματα

ΣΤΟ ΡΥΘΜΟ ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΚΑΤΣΑΡΟΥ

Αντισταθείτε

στη φτώχεια που είναι φρόνιμη
νιώθοντας ότι φταίει,
στη φωνή που μας λέει
«δε χρειάζεται να ξέρεις,
μακάριοι οι φτωχοί τω πνεύματι»,
στη φωνή που θέλει να μας πείσει
πως όλα είναι μάταια
ή στη σκέψη εκείνη που μας λέει
«δεν αξίζει να ζεις, ποτέ δε θα ζήσεις»
σ’ ότι μέσα μας μάς προσκαλεί
ν’ αναθέσουμε τη ζωή μας σε άλλους.

Αντισταθείτε

στην πάμφωτη εξουσία,
στο βλέμμα και στο γέλιο της,
στους ηγέτες που ορίζουν την κάθε στιγμή μας,
στη βουβή συνενοχή,
στις πολύωρες συνευρέσεις των κομματικών εκτροφείων
και στη νοσταλγία μιας χώρας
που δεν υπήρξε ποτέ
ή στην απουσία της νοσταλγίας
για ό,τι κάποτε υπήρξε αθώο.

Αντισταθείτε

στο σφοδρό άνεμο που σαρώνει τη μαγεία της φαντασίας,
στους θεούς,
τους προφήτες,
και στους υπερανθρώπους,
σ’ αυτούς που κηρύττουν το σωστό ή το λάθος
πιστεύοντας πως θ’ αλλάξουν τον κόσμο
χωρίς ν’ αλλάξουν οι ίδιοι,
στους λύκους που φόρεσαν προβάτου προβιά,
σ’ ότι εμπεδώνεται
εξαντλείται
και παύει να διαρκεί
και στην ψευδαίσθηση πως δέσαμε σ’ απάνεμο λιμάνι.

Αντισταθείτε

στις συμπληγάδες των πολύνεκρων γεγονότων,
στον ξερό κρότο της σφαίρας πάνω στο μέταλλο,
στην πιστολιά που ταξιδεύει αθωομένη
παρ’ ότι ένοχη,
στην έπαρση,
στη διολίσθηση της σκέψης,
στην παράνοια
και στην κάθε τελειότητα
που διατηρεί πίσω της έναν Εφιάλτη.

Αντισταθείτε

στα τοπία με τις ξεραμένες λεμονιές,
στην ψυχρότητα της φωτογραφίας ταυτότητας
ενάντια στην ταυτότητα του ζωντανού προσώπου,
στο θάνατο της επιθυμίας,
στη ροή που βυθομετρά τα όριά μας
για να γίνει ανεπιθύμητο αγκάλιασμα
και στο μυαλό μας
κάθε φορά που αρνείται ν’ αναγνωρίσει
ότι το κόκκινο νερό είναι κατακόκκινο αίμα.

Αντισταθείτε

στις σάλπιγγες που τις στιλβώνουν οι μέρες,
στις ηλεκτρονικές σχέσεις,
σ’ όσους βαφτίζουν το θάνατο ζωή
και την αλήθεια ψέμα,
στους εικονικούς εαυτούς,
στους εαυτούς που φοβούνται να βγάλουν τα μαύρα γυαλιά τους,
και σε μας ακόμη
όταν λέμε «δεν ξέρω το σωστό και το λάθος»
αναζητώντας σωτήρες.

*

ΠΑΝΤΑ ΕΛΛΟΧΕΥΕΙ Ο ΚΙΝΔΥΝΟΣ

Πάντα ελλοχεύει ο κίνδυνος
ασύνδετα κι ασθματικά τα βήματά σου να κατρακυλούν
κάθε τραγούδι σου να κρέμεται σε κατακόρυφους
να ιδρώνεις
να κρυώνεις
να’ ναι ίδιο το χώμα με τη στέρηση.

Πάντα ελλοχεύει ο κίνδυνος
η πόλις να παραδοθεί
να μαίνεται ο πόλεμος
στα μάτια των παιδιών που γέρασαν προώρως
να εξαντλείσαι πάντοτε σε άσκοπες τρεχάλες
με οδηγό μια χαλασμένη πυξίδα

και ναι
να μη σου μείνει τίποτα
μήτε για γέλια
μήτε και για κλάματα
τα δάχτυλα της φλέβας σου να μην μπορούν να ψάχνουν
μέσα στην καρδιά

κι άπατος και τυφλός
να οξειδώνεσαι στην υγρασία του κενού
σκόνη να σηκωθεί να σε σκεπάσει
τα χρόνια να χαθούν μέσα στα φύλλα.

Κατερίνα Φλωρά, Δύο ποιήματα

ΑΤΕΛΗΣ ΧΑΡΗ

Στης δύναμης το τέλος ακουμπά να ξαποστάσει
όταν δε μένει άλλο πια να κάμει
Ο διαβάτης που αμέριμνος ξεκίνησε το δρόμο να κινήσει
ανυποψίαστος και δίχως πλάνο
πιστεύοντας στης ρότας τη φωτεινή σκιά
Αποκαμωμένος από του καιρού τις στροφές
και των συνοδοιπόρων την σιωπηλή ανοησία
λησμονεί θαρρώ την τραχιά πορεία
καθώς αχνοφέγγει η τελεία του ορίζοντα
μαβιά και πορφυρή
σαν ζέση ολάκερη που γλυκά μας τυλίγει

*

ΠΑΝΤΟΣ ΚΑΙΡΟΥ

Μασκαρεμένη μέρα
κρύβει της αλήθειας το μειδίαμα
Πολύχρωμες κορδέλες πετάγονται
σα βέλη με άγνωστο παραλήπτη
τα πρόσωπα χάνονται πίσω από της μάσκας την παγωμένη έκφραση
Κινήσεις ελεύθερες κραυγές αβίαστες
διότι δεν είμαι εγώ και μπορώ αυτό που είμαι να γίνω

Λεωνίδας Καζάσης, Ανδαλουσία, Τοσκάνη σε διεκδικούν, μα σε κρατούν τα Τέμπη

Θα γράψω για εσέ
ένα βαθύ σκοτάδι,
που θα’ ρχεται απ’ του Άδη την καταχνιά.
Θα γράψω για τα μάτια σου,
την κόμη σου την μαύρη,
τους ώμους, τις παρειές,
την ατίθαση ματιά.
Θα γράψω για τις νίκες σου 
που στέφθηκαν με βάγια, 
τις νίκες σου που νίκησαν την ξενοιασιά!
Θα γράψω για τα χείλη σου,
της πέννας σου κοράλια
που σε διψάσαν πιότερο σ’ ανήλεη αντηλιά!
Θύγατερ, γυνή, μήτηρ, διδασκάλισσα,
στης πέννας σου τις προστριβές αέναα δοσμένη,
της πλήξεως, εκβιάζοντας, φιλιά αποσπάς.

Χ.Π. Σοφίας, Κάποτε

Πηγαίνοντας αριστερά
ήταν πρόοδος
Πηγαίνοντας δεξιά
ήταν παράδοση

Σήμερα η πρόοδος
και η παράδοση
φυλάνε τα πρόβατα μαζί
με την Κοκκινοσκουφίτσα
και τον Λύκο

Και η γιαγιά έχει πεθάνει
για να διηγηθεί το παραμύθι

Ειρηναίος Μαράκης, Αντιόχεια 2023 μ.Χ. 

Στους δρόμους της Αντιόχειας
οι σκιές περνούν αθόρυβα,
σαν φαντάσματα από το παρελθόν
που κρέμονται στον αέρα.

Η πόλη από τον Σέλευκο Α’ το Νικάτορα
στέφθηκε με δόξες και αρετές,
μα τώρα βυθίζεται στην παρακμή
και την αδιέξοδη στιγμή.

Οι κάτοικοι κουρασμένοι και φτωχοί,
ζουν στα σκοτεινά σοκάκια,
καθώς η Θεούπολη τούς έχει αφήσει,
στην ανοχή και την αδιαφορία.

Οι νέοι ψάχνουν δουλειά και όνειρα,
μα οι δρόμοι είναι γεμάτοι από χαμό,
ενώ η πόλη συνεχίζει να πνίγεται
στην ακαταμάχητη παρακμή της.

Παρ’ όλα αυτά, ανάμεσα στα χαλάσματα
και στους δρόμους της πόλης,
εξακολουθούν να υπάρχουν ελπίδες
για ένα καλύτερο αύριο.

Και ίσως, κάποια μέρα, η Αντιόχεια
να ξανασηκώσει το κεφάλι της ψηλά,
να αποδείξει ότι δεν είναι μόνο μια πόλη
που πεθαίνει στην απελπισία της.

Χανιά, 19/2/2023