Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Εκπατρισμός

Τούτα τα πουλιά
που κατεβαίνουν στις πλατείες
με δύο θάλασσες σκούρες
κάτω απ’ τις φτερούγες
κι οι ουρανοί που στάζουν
νύχτες σαν το μέλι
κι οι παλάμες σου
ολάνοιχτα μεσημεριάτικα παράθυρα…

Εκεί που η κορμοστασιά
φως εσπέρας και μέθη στ’ αλώνια
με δυο άστρα φτάνουν
εκεί που κλίνεις το κεφάλι
και δεν ξέρεις γιατί
γιασεμιά σε τράβηξαν ή μπιγκόνιες
και φοβάσαι το βήμα σου
μη σε ξελογιάσει στα χωράφια
και φοβάσαι την πλάτη σου
μην τρελαθεί κι αναλάβει το βάρος του κόσμου
κι αναριγάς
περιμένεις τα ηλιοτρόπια να σου φέξουν.

Η ανάσα σου διαστήματ’ αλλιώτικα
έχει διαλέξει
και τα μαλλιά σου ακολουθούν.
Κρασιά, παπαρούνες
δρόμοι φαντασμαγορικοί
μανίες, τέρατα
στάχυα και κρινομπούμπουκα
παρουσίες εφήβων
στη βασιλεία του ήλιου…
Βότανα, ψυχές πηγαδιών με πανσέληνο
δέντρα τόπων ιερών
δέντρα τρια, αυλής δικής μου…
Μαγγανείες γιορτές Αυγούστου
θάλασσες ολόστητες
θάλασσες
ενδύματα σεπτεμβριάτικου ουρανού
χώμα που φωσφορίζει
που τρέμει
που απαντάει
που προτείνει
δίνεται, προστάζει, λατρεύει
χώμα κίτρινο…

Αρμύρα ρίζα μου, αρμύρα
υπόστασή μου αρμύρα…
Δάδες της δημιουργίας
τα κυπαρίσσια μες στ΄ αηδόνια
τ’ αηδόνια μες στα κυπαρίσσια
και φεγγάρια
φεγγάρια στο κάθε δάχτυλο
και βασιλικός για την ώρα του θρήνου…

Απ’ τις χειμωνιάτικες άχνες
ανεβαίνει τώρα άδηλη η αγάπη.
στο γεφύρι και στον άνεμο
μουρμουριστά κυνηγημένο ζώο
πέρασε ξενιτεμένη
η ακολουθία της Ανάστασης.

*Από τη συλλογή “Λύκοι και Σύννεφα”, 1963.

Jaime Tores Bodet, Η γέφυρα

Πώς ξάφνου εκόπηκε στα δυο
η γέφυρα που μας κρατούσε
από τη μια μεριά ώς την άλλη
της ειμαρμένης ενωμένους;

Και πώς -στου γεφυριού τη μέση
που γίνηκε κομμάτια κι έπεσε-
εκύλησε στο ρέμα η ψυχή σου
ενώ η δική μου στα ουράνια πήγε;

*Από το βιβλίο “Τα μάτια σου δυό πυροβολισμοί στα τυφλά – Αναγνωστικό υπερρεαλιστικών ποιημάτων”, εκδ. Ρώμη, 2019. Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Κική Δημουλά, Σημείο αναγνωρίσεως

Όλοι σε λένε κατευθείαν άγαλμα,
εγώ σε προσφωνώ γυναίκα κατευθείαν.
Στολίζεις κάποιο πάρκο./ Από μακριά εξαπατάς.
Θαρρεί κανείς πως έχεις ελαφρά ανακαθίσει
να θυμηθείς ένα ωραίο όνειρο που είδες,
πως παίρνεις φόρα να το ζήσεις.
Από κοντά ξεκαθαρίζει τ’ όνειρο:
δεμένα είναι πισθάγκωνα τα χέρια σου
μ’ ένα σχοινί μαρμάρινο
κ’ η στάση σου είναι η θέλησή σου
κάτι να σε βοηθήσει να ξεφύγεις
την αγωνία του αιχμαλώτου.
Έτσι σε παραγγείλανε στο γλύπτη: αιχμάλωτη.
Δεν μπορείς/ ούτε μια βροχή να ζυγίσεις στο χέρι σου,
ούτε μια ελαφριά μαργαρίτα.
Δεμένα είναι τα χέρια σου. (…)
Όλοι σε λένε κατευθείαν άγαλμα
εγώ σε προσφωνώ γυναίκα αμέσως.
Όχι γιατί γυναίκα σε παρέδωσε
στο μάρμαρο ο γλύπτης/ κι υπόσχονται οι γοφοί σου
ευγονία αγαλμάτων,/ καλή σοδειά ακινησίας.
Για τα δεμένα χέρια σου, που έχεις
όσους πολλούς αιώνες σε γνωρίζω,/ σε λέω γυναίκα.
Σε λέω γυναίκα/ γιατί είσαι αιχμάλωτη.

Τάσος Λειβαδίτης, Γυναίκες

…Φτωχές γυναίκες,
μοδίστρες, δακτυλογράφοι, ασπρορουχούδες,
τίμιες ή σπιτωμένες, ακόμα κι άλλες
εκείνες του σκοινιού και του παλουκιού,
γυναίκες του ανέμου, της βροχής, του κουρνιαχτού,
νιώσαμε το φόβο που κρύβεται καμιά φορά
πίσω από την αγνότητα,
την κούραση πίσω από την καλοσύνη ή την αδιαφορία
πίσω απ’ την υπακοή.
Μα πιο πολύ νιώσαμε την αδυναμία που
κρύβεται πίσω απ’ την κακία.
Συχνά μας άφησαν εκείνοι που αγαπούσαμε
πολλές, πάνω στη τρέλα τους, τους ρίξανε βιτριόλι,
οι πιο πολλές βέβαια κλάψαμε, χτυπηθήκαμε,
μα φροντίσαμε σύντομα να βρούμε έναν άλλον,
γιατί τα χρόνια περνάνε…
Αν μας έβλεπε κανείς το βράδυ, όταν μένουμε μονάχες
και βγάζουμε τις φουρκέτες, τις ζαρτιέρες, και κρεμάμε
στην κρεμάστρα το πανωφόρι κι αυτήν τη βαμμένη μάσκα
που μας φόρεσαν, εδώ και αιώνες τώρα, οι άντρες
για να τους αρέσουμε –
αν μας έβλεπαν, θα τρόμαζαν μπροστά σε τούτο
το γυμνό, κουρασμένο πρόσωπο.
Αχ, γυναίκες έρημες,
κανείς δεν έμαθε ποτέ πόση αγωνία κρύβεται πίσω απ’
τη λαγνεία, ή την υστεροβουλία μας.
Και πάντα γυρεύαμε το καλύτερο….
Ερχόμαστε απ’ το φόβο και το φόνο, απ’ το αίμα και
την επανάληψη. Ερχόμαστε απ’ την παλαιολιθική αρπαγή-
κι αρχίζουμε την ανθρώπινη φιλία.
Τέλος, ύστερα από πολλά, παντρευόμαστε,
κάνουμε κάμποσες εκτρώσεις, αρκετά παιδιά,
ύστερα έρχεται η κλιμακτήριος, οι μικρονευρασθένειες,
κι ύστερα τίποτα. Όλα καταλαγιάζουν μέσα μας.
Κι επιθυμίες κι αναμνήσεις- αχ περνάει
γρήγορα η ζωή, ούτε το καταλαβαίνεις.
Τα παιδιά ζούνε σ’ ένα δικό τους κόσμο, δε μας ξέρουν
παρά μονάχα σα μητέρες, δεν μπόρεσαν να μας δουν
ποτέ λίγο κι εμάς σαν ανθρώπους-
με τις μικρότητες ή τις παραφορές τους.
Έτσι ζήσαμε. Αγνοημένες και μονάχες μέσα
στο εσωτερικό μας πάθος,
αγνοημένες κι έρημες μέσα στην ιερότητα
της μητρότητάς μας…

Σταύρος Βαβούρης, Μπαλάντα για έναν άνθρωπο που πέθανε

Αυτός ο άνθρωπος πέθανε.
Είναι καιρός πολύ που λησμονήθηκε
και δεν απασχολεί τη σκέψη κανενός μας,
κανενός, τουλάχιστον
που δεν τον συνεπαίρνουνε ιδέες φανταστικές,
ποιητικές εικόνες κι εντυπώσεις.

Ό, τι κι αν ο ίδιος ισχυρίζεται
ό, τι κι αν λέτε τώρα σεις:
Πως τον εσυναντήσατε στο τάδε σινεμά
σχεδόν προχθές
στο φιλμ της περασμένης εβδομάδος
είναι γεγονός τετελεσμένο: Πέθανε.

Τον είδα, Κύριοι και Κυρίες, να τελειώνει
περπατώντας κατά μήκος της ασφάλτου να βουλιάζει
σαν σε βάλτο
χωρίς κανείς να το προσέξει.
Πάντως εγώ τον είδα να τελειώνει – πώς το λένε;–
να πεθαίνει
και θαύματα στις μέρες μας δεν γίνονται
δεν ανασταίνονται στις μέρες μας νεκροί,
ώστε δεν μπορώ να σας πιστέψω.
Ίσως κι εγώ να νόμισα
πως τον συνάντησα, πως μου ʼδωσε το χέρι
πως ετούτο, πως εκείνο
αλλά θα πάθαμε παραίσθηση ασφαλώς
γιατί τελείωσε:
Αυτός ο άνθρωπος πέθανε.

Τώρα,
όσον αφορά σʼ αυτήν την ύπαρξη την εφιαλτική
που υφίσταται μαρτυρικά στη θέση του
που επιμένει να κινείται μες στα ρούχα του
και μέσα στο πετσί του ακόμα
θα ʼναι ένα τερατώδες άνθος ίσως
κι αν όχι άνθος
μια υπόσταση εξωφρενική τελείως
θα ʼναι ένας κάκτος ανθρωπόμορφος
που ʼχει φυτρώσει μες απʼ τα χαλάσματα
κι ανθίζει μες στην ερημιά τερατωδώς,
που διεκδικεί τερατωδώς το φως και τʼ οξυγόνο μας
που ελίσσεται τερατωδώς
δίχως θέληση και πρόθεση κι αισθήματα
δίχως τίποτε τʼ ανθρώπινο
τυχαία, μηχανικά, τερατωδώς.

Έτσι είναι, Κύριοι και Κυρίες
σα μανδραγόρας θα ʼχει αναπτυχθεί
γιατί;
Αυτός ο άνθρωπος πέθανε.
Το ʼχουνε γράψει οι εφημερίδες
γραφτήκαν σχετικές νεκρολογίες,
ημέρες το αναγγέλαν τα νεκρώσιμα στους δρόμους:
«Τον λατρευτόν υιόν μας, θείον, αδελφόν
θανόντα ερήμην μας (προσέξατε; Ερήμην τους)
τον λατρευτόν μας συγγενή θανόντα εις την ξένην
τον λατρευτόν (το υπογραμμίζανε. Προσέξατε;)
εις το ναυάγιον της έκτης Δεκεμβρίου απολεσθέντα,
συνθλιβέντα μεταξύ ιδιωτικών οργανισμών
εταιρειών και δημοσίου δικαίου:
θανόντα, πάντως, θανόντα,
εθρηνήσαμεν, εκηδεύσαμεν
κι αύριον εις μνήμην του τελούμεν…»

Τʼ άλλα τι τα θέλουμε;
Ένα είναι γεγονός:
Ο Άνθρωπος αυτός πέθανε
ερήμην μας, ερήμην σας, ερήμην τους,
πάντως απωλέσθη πια για πάντα.
Πέθανε – Πέθανε πια.

Frantisek Hrubin, Η προς τον έρωτα ροπή

Κι αν έφυγες, στα βήματά σου κολλημένη η
γαλήνη ατόφυα μένει ακόμα.
Υπέρλαμπρη με δεκανίκια αργοδιαβαίνει η
σελήνη στων νερών το στόμα.

Τη νύχτα μου ικετεύω αμίλητη ν’ αντέξεις,
ωσότου να ‘ρθει και με χάρη
η σιγαλιά τη θύρα να σου κρούσει: λέξεις
να χύνουν στάλες κεχριμπάρι.

*Από το βιβλίο “Τα μάτια σου δυό πυροβολισμοί στα τυφλά – Αναγνωστικό υπερρεαλιστικών ποιημάτων”, εκδ. Ρώμη, 2019. Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Αναστάσιος Δρίβας (1899-1942), [Βλέπω’ το κυματώδες ανάστημά σου]

Βλέπω’ το κυματώδες ανάστημά σου
ξεσηκωμένο από πανάρχαια ερειπωμένα πρότυπα
πλασμένα με τη δύναμη της φλόγας
που χρωματίζει τη φωνή το σύννεφο και το μικρό
λουλούδι –
την αυγή όταν γυρίζω
σε δροσερούς ορίζοντες και σε κοιτάω
με τη λαχτάρα της μητέρας για το παιδί
κοιμισμένη ακόμα στο λίθινο κρεβάτι σου.

*Από το βιβλίο “Τα μάτια σου δυό πυροβολισμοί στα τυφλά – Αναγνωστικό υπερρεαλιστικών ποιημάτων”, εκδ. Ρώμη, 2019.

Pedro Garcia Cabrera, Πολλαπλή βιογραφία

Εσύ θα γράψεις η ίδια μια μέρα την ιστορία σου.
νησιά με κοράλλια στο φιλί
και στις ρίζες τους, ισκιοπυραμίδες
και ηφαιστειοφωλιές σε ζωγραφίζουν
-δίδυμες σαν τα πανύψηλά σου
παρατηρητήρια-
σε χάρτες ξεμακρισμένους απ’ τα μάτια σου
που δονούν την αγρύπνια των σαν κεριά
άλμπουρων.
Είναι δικές σου εικόνες τούτες, αναγραμματισμοί
της μοναξιάς του στόματος χωρίς τον εραστή του,
ώριμες πλέον απ’ την προσδοκία, μητέρες μύθων
με αγγέλους κατάστικτους και τύμπανα,
πιστές της βιογραφίας σου βινιέτες.

*Από το βιβλίο “Τα μάτια σου δυό πυροβολισμοί στα τυφλά – Αναγνωστικό υπερρεαλιστικών ποιημάτων”, εκδ. Ρώμη, 2019. Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Γιώργος Γκανέλης, Δύο ποιήματα

Ο ΜΗΧΑΝΟΔΗΓΟΣ

Σήμερα είδα έναν άνθρωπο
με δυο στιλέτα στην καρδιά
δεν είχε καθόλου καύσιμα
κι όμως πετούσε στο χάος

Μου έδωσε την υπόσχεση
ότι θα με πάρει μαζί του
μετά έστριψε στη γωνία
εγώ μπήκα στο μετρό
και έγινα πειραματόζωο

Τι άλλο θέλεις να μάθεις;
Οι επιβάτες στη θέση τους
κι ο θάνατος μηχανοδηγός

*

ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

Άπαντες θα υποστούμε
έναν υποτιθέμενο πνιγμό
Άλλοι καταπίνοντας χώμα
κι άλλοι αναπνέοντας γκάζι

Στο τέλος θα μείνει μονάχα
ακρωτηριασμένο το βουνό
να πενθεί δίπλα σ’ ένα πιάνο
για όλα τα δέντρα που έχασε
κατά τη διάρκεια του έργου

*Από τη συλλογή “Ακτινογραφία θώρακος”, εκδ. Θράκα, 2019.

Κλείτος Κύρου, Βόμβος μεσονυχτιού 

Βόμβος μεσονυχτιού στο σιδηροδρομικό σταθμό
Φώτα των αμαξοστοιχιών που εναλλάσσονται με τη λεπτή βροχή
Το κορίτσι από την Πάτρα που μιλούσε στον πληθυντικό
Μες στο μπορντέλο το κατάφορτο από αξιωματικούς
Δίκες καταχραστών κλειστά δωμάτια επαρχιακών ξενοδοχείων
Μια παλινδρόμηση ερωτική σε πρότυπα εφηβικά
Μεγάφωνα χαρτιά στο καφενείο άνθρωποι νυσταγμένοι
Κι η λησμονημένη Ρεζεντά να στροβιλίζει σ’ ένα φωνογράφο
Μοιάζαν με μια συνομωσία που στρέφονταν ενάντιά σου
Φύλλα ενός χιλιοδιαβασμένου βιβλίου που ξαναγυρίζουν
Μέρες μιας άλλης ζωής χωρίς δικαίωση
Πικρία

*Από τη συλλογή “Σε πρώτο πρόσωπο”. Περιλαμβάνεται στο βιβλίο “εν όλω συγκομιδή”, εκδ. Άγρα, 2006.