Θεοδώρα Βαγιώτη, [ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ]

Μετά απ’ τα δάση στις παρυφές εκείνου του βουνού
μετά το ξερό χαμόμηλο στα στάχυα ανάμεσα και στα χόρτα
μετά το ράπισμα του ανέμου στα μάγουλα
και τις κλεφτές ματιές στον οίκο των τρελών ψυχών
μετά το έλεος και την πίστη που κρεμιέται σα σεντόνι
μετά τις περσίδες των παραθύρων του κάμπου
και των τσίνορων τ’ άκρα που τυφλώνουν
μετά το έμπα σου μέσα μου με δύναμη
στα ρυάκια τα στοιχειωμένα των νυμφών
μετά τη λαχτάρα μετά την πείνα μετά την κλοπή
μετά απ’ το τέλος του κόσμου του γραμμένου
στο ιερό βιβλίο της μέρας και της νύχτας
ω μετά τον αυγερινό και τ’ όνειρο το άσμα του σπουργίτη
μετά το φίλντισι στα μάτια του θυμού σου
και στ’ ακροδάχτυλα που στάζουν απ’ το μούσκιο
μετά τη γέννα του αγγελικού σου σκότους
μετά κι από τον θάνατο της ίδιας μου της σάρκας
τίποτε δεν προκαλεί τον τρόμο περισσότερο
από την άδεια από εσένα ζωή μου

*Artwork: Amy Judd.

Σαλώμη, imbalance 

i used to feel warm,
both inside and outside,
from the body heat you produced,
the lack of shame,
and the vast ocean of intimacies

we made love and fire
we burned past mistakes

  • forgiven, forgotten-
    we shared a bed
    we shared a laugh
    sleeping was so easy
    loving you was easy

the space between us gave up
as we cuddled and merged
into one entity entirely entitled to its own life
free as a bird,
ocean breeze,
a summer night’s dream
and watermelon juice

you were summer and winter and spring
you rained positive affirmations on me
you sprinkled me with magic
and built a safe haven
you taught me to dream big
you always believed in me
even when you gave me wings to fly away

our memories still persist
they guide me through uncertainties
and feed my pain and yearning for something pure
effortless
romantically rebellious
honest.

but owning up to our decisions
means i need to grow up
i have to leave
you
i have to love
me

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης προέρχονται από εδώ: https://losinnuendos.com/2023/03/18/imbalance-της-σαλώμης/

Antonio Machado, Στη μέση της πλατείας…

Στη μέση της πλατείας, πάνω σε πέτρα αδούλευτη,
το νερό όλο αναβρύζει. Και στον πλαϊνό κήπο,
πίσω απ’ τον τοίχο του κισσού, υψώνει
την άκαμπτη σιλουέτα του ψηλό ένα κυπαρίσσι.
Το απόγεμα όλο πέφτει μπροστά από τα παλιόσπιτα
της πλατείας που ονειρεύεται. Στραφτοκοπούν τα τζάμια
με τους ασθενικούς ήχους του ήλιου. Στα μπαλκόνια
υπάρχουν σχήματα που μοιάζουνε με νεκροκεφαλές.
Η γαλήνη είναι άπειρη στην έρημη πλατεία,
που περιφέρει η ψυχή το πονεμένο φάσμα της.
Το νερό όλο αναβρύζει στη μαρμαρένια γούρνα.
Στον σκιερό αγέρα μόνο το νερό ακούγεται.

*Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος.

Witter Bynner, Τρία ποιήματα 

ΑΣΤΡΑΠΗ

Είναι μια μοναξιά στις συναντήσεις μας
Και είν’ εδώ η συντροφιά σου όταν έχεις φύγει.
Είσαι σαν τις ουράνιες φλέβες της αστραπής.
Μονάχα μετέπειτα
Μπορώ να δω πόσο ωραίος είσαι.
Είναι στην ειδή σου μία τύφλωση
Και είν’ εδώ το είδωλό σου όταν έχεις φύγει.

*

ΦΤΕΡΑ

Στο πρώτο βήμα της άγονης εποχής
Αποδημείς μ’ ένα αιφνίδιο φτερούγισμα
Στην ομορφιά.

Δεν ξέρεις από αναμονή,
Το παρόν είσαι,
Το νησί
Όπου οι κερασιές ανθίζουν πάντοτε,
Του αηδονιού
Το εικοσιτετράωρο κελάηδισμα,
Πλάι στο πέλαγο είσαι το άθραυστο αντιστύλι.

*

Η ΚΟΙΛΑΔΑ

Μονάχα εγώ και το ηλιοβασίλεμα
Στη χιονισμένη του στέρνου σου κοιλάδα
Με τις σκιές που σέρνονται στην κίνηση της ανάσας,
Μονάχα εγώ και η σελήνη στου στέρνου σου την κοιλάδα
Στου ύπνου τη σκοτεινιά…

Ώσπου ανοίγουν κρίνα στην κοιλάδα
Και ξυπνάω πλάι στα πέταλα
Και τα πουλιά της φωνής σου.

*Μετάφραση: Βασίλης Πανδής.

**Ο Witter Bynner γεννήθηκε το 1881 στη Νέα Υόρκη των ΗΠΑ, και πέθανε το 1968. Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα κατά τα χρόνια της φοίτησής του στο πανεπιστήμιο Harvard. Έγραψε ποιήματα, θεατρικά έργα και ενθυμήματα, ενώ μετέφρασε στα αγγλικά Ευριπίδη και Λάο Τσε. Τα ποιήματα της παρούσας επιλογής προέρχονται από τη συλλογή «The Beloved Stranger» (1919).

***Αναδημοσίευση απο εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2023/02/17/4-ποιήματα-witter-bynner-μτφρ-βασίλης-πανδής/

Παύλος Ανδρέου, Τρία ποιήματα

ΚΟΡΔΟΝΙΑ ΘΑΝΑΤΟΥ

Ορισμένες κάλτσες στενεύουν την ψυχή.
Τα γόνατα κοπήκαν στο καντήλι.
Επίσκεψη ανίερη
είδηση για πλήγμα.
Ένα τσαντάκι ξένα κόλλυβα
και μια ευχή αντίδωρο.
Να ειδικευτώ στην εκταφή.
Στους ψυχαναγκασμούς
ο φόβος είναι κόλακας.

*

ΟΙΚΕΙΟΠΟΙΗΣΗ

Ο παππούς ένδακρυς σχολίαζε εμφατικά
το γέμισμα του ήλιου
ναρκωμένος σε μια ενδοφλέβια θάλασσα.
Να μου μιλά, να της μιλά.
Ο εκσφενδονισμός των διηγήσεών του
επέστρεφε απ’ τον ουρανό πίσω σ’ αυτόν.
Παππού είμαι η επαλήθευσή σου.
Κι αν τώρα στένεψε η μνήμη
εγώ θυμάμαι την Aμμόχωστο.
Το χρώμα που οικειοποιήθηκε το μισοφέγγαρο.

*

ΠΑΓΩΤΟ ΔΑΚΡΥΓΟΝΟ

Μεταδίδεται μια μετάλλαξη
ξένη στον κορωνοϊό
και στην ευλογιά των πιθήκων.
Ο Κάφκα θα την ονόμαζε
μεταμόρφωση.
Από λάτρης παγωτού
μετουσιώθηκα
σε διαδηλωτή
στο έλεος των καπνογόνων.
Ξαπλωμένος σε πεδίο βολής
αναλογίζομαι την Αμμόχωστο.
Ευρέως κυκλοφορεί
παγωτό δακρυγόνο
σε τιμή ευκαιρίας.
Είναι πικρό.
Λιώνει τα καλοκαίρια.
Εσείς δοκιμάσατε;

*Από τη συλλογή “Παγωτό δακρυγόνο”, εκδ, θράκα.

Χρήστος Λάσκαρης, Πέντε ποιήματα

ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗ

Έβρεχε
έβρεχε πολύ

κι είχε βουλιάξει η ψυχή
στην υγρασία’

Ακόμα μια χαμένη Κυριακή,
εδώ, στην επαρχία.

*

ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ

Το ακατόρθωτο επιχειρεί η ψυχή
σ’ αυτή τη ζωή
της πολυκατοικίας.

Τη μέρα
αντιστέκεται στο ασανσέρ,
το βράδυ στις τηλεοράσεις.

Και τα μεσάνυχτα
-που εξαντλείται ο θάνατος-
πληγώνει τα φτερά της στο φωταγωγό

Για λίγο παιδικό φεγγάρι.

*

ΟΙ ΔΥΟ ΛΕΞΕΙΣ

Θ’ αρχίσω με τη λέξη έρωτας
και θα τελειώσω
με τη λέξη χώμα.
Τις ενδιάμεσες,
θαρρώ πως τις μαντεύετε.

*

ΘΕΛΩ ΜΟΝΑΧΑ

Δε θέλω να ξέρω κανόνες για την Ποίηση
ούτε τι γράφουνε γι΄ αυτήν
οι σπουδασμένοι.

Θέλω μονάχα
να με απορροφάει,
όλο να με απορροφάει η μουσική

για να μπορώ στα ποιήματά μου
να σωπαίνω.

*

ΑΝΤΙ ΝΑ ΖΩ

Αρχίζω να μετακινούμαι δύσκολα
να χάνω την ευαισθησία μου
να παίρνω βάρος

κι αντί να ζω
να κάθομαι και να πλήττω στο παράθυρο

κοιτάζοντας το δρόμο
με τα τροχοφόρα.

*Στη φωτογραφία: Tibor Honty, Child with balloons

Μάτση Χατζηλαζάρου, Σταγόνες

Αδιάκοπα ώς τον ουρανό
απ’ τα βάθη της γης και των ωκεανών
ώς το αίμα
εισδύει μες στο κόκαλο
το πεταμένο πίσω από μια μάντρα με τσουκνίδες
πολύ καιρό αφού λιώσουν οι σάρκες
η σταγόνα
κάθε νερού κάθε υγρού και χυμού
που μας περικλείνει προτού γεννηθούμε

φτέρες πλαγκτόν ή ατόλλ
είναι σημάδια στις γλώσσες όπως
η σταγόνα
κάθε νερού κάθε υγρού και χυμού
που μας περικλείνει προτού γεννηθούμε
αδιάκοπα ώς τον ουρανό
απ’ τα βάθη της γης και των ωκεανών
ώς το στόμα μου
δίχως τέλος φανερό
κάθε σταγόνα που κυλάει ξεχειλίζει
και πλημμυρίζει και εξατμίζεται
ένας διάλογος παλάμη με παλάμη
και τα φύλλα αραιώνουνε
το φως εισδύει έως τους κρυφούς λοβούς
μες στη νωπή θαλπωρή
παλάμη με παλάμη
τα βλέμματα είναι χνούδι φυλλωσιάς
τα λόγια είναι οι φλέβες της
όταν δε σέρνεις πια τ’ αστέρια
σαν του κατάδικου τους χαλκάδες
τ’ αστέρια που σε κρατάνε καθηλωμένο
με τον θάνατο
που μας περικλείνει προτού γεννηθούμε
σφουγγάρι της κάθε σταγόνας που κυλάει ξεχειλίζει
και πλημμυρίζει και εξατμίζεται
σταγόνες δάκρυα γάλα και σπέρμα
σταγόνες χυμό σταγόνες φαρμάκι
τόσες σταγόνες που πλανιούνται
μετρημένες για κάθε μοίρα
αδιάκοπα ώς τον ουρανό
απ’ τα βάθη της γης και των ωκεανών
ώς το αίμα

*Από το βιβλίο “Μάτση Χατζηλαζάρου – Ποιήματα 1944-1985”, εκδ. Ίκαρος, 2021.

Ρω Νικολάου, Εξ αίματος

Ο κατακρυμμένος, ανεκπλήρωτος έρωτας
της προ προγιαγιάς μου. Το νιώθω
ως έναν επιπλέον χτύπο καρδιάς
σα μια σκιά που σέρνει πίσω του ο χτύπος.
Μου ‘ρχεται να λιγοθυμήσω τότε. Πηγαίνω
στο παράθυρο να τ’ ανοίξω για λίγο αέρα
και μένω εκεί να περιμένω δίχως να ξέρω τι
να νιώθω πως θα πεθάνω αν δεν έρθει.

Προχθές αφού έπλυνα το φλυτζάνι
για τον πρωινό καφέ κι έκλεισα τα φώτα
κάθισα σε μια καρέκλα στη μέση του χωλ
τα νύχια της νύχτας ήταν τρυφερά
το στόμα της δεν στράβωνε απ’ το κενό

μου φάνηκε πως άκουσα ή πως παράκουσα
βήματα στο πλάι μου και μια φωνή πως είπε:
“σαν πέθανε η προ προγιαγιά σου
δεν μπόρεσε να βγει απ’ το αίμα της εκείνο,
όμως κι εκείνο δεν θέλησε ποτέ
να βρει όχθη για να σωθεί. Μαζί ψύχθηκαν,
απολιθώθηκαν, διαιωνίστηκαν, πέθαναν,
όπως το δει κανείς”

ένα χέρι φτερούγισε μες στα μαλλιά μου
και το φως ενός κεριού τρεμόσβησε

εκεί στην καρέκλα ήμουν ακόμα
ολόγυρα έν’ αθέλητο ξημέρωμα.

*Από τη συλλογή “Σαλός μαγνήτης“, εκδ. Φαρφουλάς 2022.

**Στον πίνακα της φωτογραφιας: Rene Magritte, The Double Secret.

Sylvia Plath, Παπαρούνες του Οκτώβρη

Στους Helder και Suzette Macedo

Ούτε καν τα ηλιοφώτιστα σύννεφα δεν καταφέρνουν να φτιάξουν
τέτοιες φούστες αυτό το πρωινό.
Ούτε η γυναίκα στο ασθενοφόρο
που η πορφυρή της καρδιά ανθίζει κάτω από το παλτό της τόσο εκπληκτικά –

ένα δώρο, δώρο αγάπης
απόλυτα απρόσμενο για έναν ουρανό

που με τη χλομή του φλόγα
πυροδοτεί το μονοξείδιο του άνθρακα, για μάτια
σβηστά κάτω από σκληρά καπέλα

ω Θεέ μου, πώς και μου δόθηκαν
αυτά τα όψιμα στόματα που ολάνοιχτα κραυγάζουν
μέσα σ’ ένα δάσος παγωνιάς, σε μια αυγή από αγριολούλουδα!

*Από το βιβλίο “Σύλβια Πλαθ Άριελ”, εκδ. Μελάνι 2012. Μετάφραση: Ελένη Ηλιοπούλου – Κατερίνα Ηλιοπούλου.

Άννα Αχμάτοβα, Δύο ποιήματα

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ

Λες νάναι κι αυτό εργασία,
η ξέγνοιαστη τούτη ζωή,
από τους ωραίους τους ήχους
να πλάθεις τους στίχους εσύ.

Κι από κάποιο χαρούμενο σκέρτσο
να γράφεις στροφές που να λεν
πως η πονεμένη καρδιά μας
και μέσ’ στ’ ανθηρά περιβόλια βογγά.

Κι ακόμα ν’ ακούσεις το δάσος,
τα πεύκα και τ’ άλλα φυτά,
όταν ομίχλη σκεπάζει
τους κάμπους και τα βουνά.

Παίρνω δεξιά κι αριστερά μου,
δεν νοιώθω καμιάν ενοχή,
λίγο απ’ τη ζωή την πλανεύτρα
κι όλα απ’ της νύχτας τη σιωπή.

*

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

Έσβησε η ανεπανάληπτη φωνή του
μας εγκατέλιψε της φύσης ο συνομιλητής
Έγινε κι αυτός ζωή που δίνει στάχια
ή και ψιλή βροχή όπως το είχε πει
Κι όλα τα άνθη ης οικουμένης
ανθήσαν αντικρύζοντας το θάνατο αυτό
κι η σιγαλιά κάλυψε τον πλανήτη
που φέρει τ’ απλό όνομα της Γης

*Από το βιβλίο “Άννα Αχμάτοβα – Εκατό χρόνια από τη γέννησή της”. Έκδοση και απόδοση: Ελένη Δημητρίου, 1989.