Μαρία Θεοφιλάκου, Δεν έρχεσαι στα όνειρα…

Δεν έρχεσαι στα όνειρα.
Μένεις στον ξύπνιο το βαθύ ποτάμι
που κατεβάζει υλικά των ημερών μου
κι ετούτη την πηχτή σιωπή,
που πια σκεπάζει τα έργα της αγάπης:

Μπουκιές ψωμί,
που τιναχτήκαν απ’ τα χώματα·
Κέρματα χορευτές στην τρύπια τσέπη·
Νύξεις, μιας κάπου κάποτε γιορτής·
Και αργία του θανάτου.

Μα δεν ξαπλώνεις ποτέ στα όνειρά μου:
Αλφαβητάρι του παλιού μου τραγουδιού,
ψέμα δεκτό με επιείκεια.
Πάνω από ξερόχορτα, δαδιά, σκασμένα προσανάμματα
στέκει ο ύπνος όρθιος πεθαμένος.

*Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. https://frear.gr/?p=34330&fbclid=IwAR0Npn9FKv6pDY5nB7XYN7TNKgLAFrB8K4_EYcpY0gV9yZzH62sau1iN1D4


**Φωτογραφία: Sandro Siamashvili.

Νίκη Κωνσταντοπούλου, Η ψευδαίσθηση

Όσο πιο κοντά φτάνεις τόσο το πιστεύεις’
μπαίνεις στην ουρά που μυρίζει ιδρώτα
πρόσωπα απελπισμένα στέκονται ώρες όρθια
κάνουν ένα βήμα να φτάσουν πιο κοντά
σε σπρώχνουν ασυναίσθητα με αγένεια
που δεν λογαριάζουν
μα ούτε κι εσύ
όλοι είμαστε θύματα παρατεταγμένα.
Κάποιοι έχουν παιδιά στην κοιλιά
ο πίσω σε σπρώχνει ξανά
κι όσο πλησιάζεις, μια απατηλή χαρά
μειδιά, σε ειρωνεύεται.
Μέχρι που φτάνεις και καταλαβαίνεις.

Ξεγελάστηκες πάλι.

Φεύγεις με την ικανοποίηση της δοκιμασίας
και το ανικανοποίητο της ψυχής
μέχρι την επόμενη μάταιη φορά
που θα βρεθείς στην ουρά.
Η ψευδαίσθηση έχει πορεία
ιδρώτα και επανάληψη.

*Από τη συλλογή “Εγώ, απέναντι”, εκδ. Βακχικόν 2017.

Δημήτρης Μπαλτάς, Τρία ποιήματα

ΕΙΚΟΝΑ ΚΑΡΤΟΠΟΣΤΑΛΙΚΗ

Εικόνα καρτποσταλική
καθεστώτος τυραννικού, αδηφάγου, αιμοσταγούς.
Άνθρωποι πολλοί ιδρωμένοι
να μοχθούν πλούσια ελέη
να προσφέρουν σε λίγους δήθεν γαλαζοαίματους,
φτασμένους πολιτικούς,
πλούσιους ανερυθρίαστους
για την υπερβολική δόση τύχης
μέσα στην τόση νοσηρή ατυχία
που δαμάζει εκείνους που ελπίζουν
στην ελεημοσύνη των ολίγων φοβισμένοι.
Ποιος φοβάται και ποιος θα έπρεπε να φοβάται;
Δυο ερωτήσεις πανομοιότυπες
με απαντήσεις συλλήβδην διαφορετικές.
Απαντήσεις που ακόμα πολλοί δεν τολμούν να ξεστομίσουν.
Ως πότε;

*

ΜΙΑ ΘΛΙΨΗ ΝΙΩΘΩ

Μια θλίψη νιώθω
για τους απρόσεχτους καλλωπισμούς
του αβυσσαλέου εγώ σου.
Ποτέ δεν κατάλαβα
τι τον ήθελες τριγύρω σου
όλον αυτόν τον συρφετό.

*

Η ΣΚΕΨΗ

Το πουδραρισμένο ημίφως
ξεσπούσε αδύναμα στην ήδη ξεθωριασμένη
ταπετσαρία του καθιστικού.
Φωνές ανεξιχνίαστες –ωσάν να επρόκειτο
για κάποιο έγκλημα– αντηχούσαν
από ικανή απόσταση.

Φως αδύναμο.
Φωνές αδύναμες.

Προπορεύεται τι;
Η εικόνα; Μήπως ο ήχος;

Λιλιπούτειος κλεφτράκος
σε βαθύσκιωτο δρόμο.

Η σκέψη.
Αδύνατη η σύλληψή της.

*Από την ποιητική συλλογή «Περιγραφές του ανεκπλήρωτου», εκδόσεις Κάκτος, 2022.

Θεώνη Κοτίνη, Είναι

αυτό που δεν σε πονά
μα σε κρύβει.
Σε αφαιρεί
από το κάδρο της γιορτής
τη φωταψία των γενεθλίων.

Ανήκεστο
μα όχι μοιραίο
αδιόρατο
σαν παλιά παιδική σου σκολίωση
το φέρεις σχεδόν
με ελαφρά συγκατάβαση.

Γι’ αυτό δεν συντρίβει
σε φέρνει μονάχα
στα γνώριμα ξένο.
Ακριβές
μα στη γλώσσα ατίθασο
μουγγό στο κορμί
δουλεύει
σιγανή παραμόρφωση.

Ορίζεται δύσκολα
και μάλλον οξύμωρα:
όχι αυτό που δεν είναι
ακόμα ή πια
είναι αυτό που δεν είναι,
απλά.

*Από τη συλλογή “Ο χρόνος είναι”, εκδ. Μελάνι, 2020.

Photo artwork: Peter Kertis

Alejandra Pizarnik, Το κελλί

Έξω έχει ήλιο.
Ο ήλιος είναι μόνο, τίποτ’ άλλο
οι άνθρωποι όμως τον κοιτάζουν
κι έπειτα τραγουδάνε.
Από ήλιο εγώ δεν ξέρω.
Εγώ ξέρω του άγγελου τη μελωδία
και του τελευταίου άνεμου
το φλογερό κήρυγμα.
Ξέρω να κραυγάζω το χάραμα
όταν κουρνιάζει ο άνεμος γυμνός
στον ίσκιο μου.
Εγώ κλαίω κάτω από τ’ όνομά μου.
Εγώ κουνάω μαντήλια τη νύχτα
και βάρκες πεινασμένες για πραγματικότητα
χορεύουν μαζί μου.
Εγώ κρύβω καρφιά
για να χλευάσω τ’ άρρωστα όνειρά μου.
Έξω έχει ήλιο.
Εγώ ντύνομαι στάχτες.

*Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Ζωή Καραπατάκη, Διαπραγματεύσεις

Με την περασμένη άνοιξη
μετά από σκληρά παζάρια μαζί της,
συμμορφώθηκα
και δέχτηκα
όσον αφορά στα πρωινά,
να εισπνέω για λίγο το γλυκό χαμομήλι,
να βυθίζομαι εξίσου στο άλικο κόκκινο της παπαρούνας,
και να ακροώμαι ασμένως να χελιδόνια
που πετούσαν απτόητα γύρω μου.
Όπως γίνεται συνήθως με κάθε τίμια συμφωνία
και τα δυο μέρη συνυπήρξαμε για όλο το διάστημα
χωρίς δράματα.

Εφέτος όμως σκέφτομαι
να προχωρήσω σε σκληρότερες διαπραγματεύσεις
και να άπαιτήσω απ’την καινούργια άνοιξη
ένα μικρό ποίημα
που το οξυγόνο του όμως
θα είναι τέτοιο
που θα του επιτρέπει να σταθεί απέναντι
στα ολάνθιστα και μυρωμένα λιβάδια
χωρίς αναστολές και δισταγμούς,
και όχι σαν ένας μακρινός συγγενής,

αλλά σαν ίσος προς ίσο.

Θύμιος Χαραλαμπόπουλος, Το στερέωμα τούτη τη νύχτα…

Το στερέωμα τούτη τη νύχτα,
κατεβαίνει αργά και μπολιάζει
με μυστήριο την μικρή πολιτεία της σιωπής.
Ένα μασκαρεμένο πουλί – σε ποιητή
με μαύρο γυαλιστερό χρώμα,
ανεβασμένο σ´ένα γυμνό δέντρο,
απήγγειλε με ανθρώπινη φωνή
τα τελευταία ποιήματά σου.
Μέσα στη νεκρική ησυχία,
ανάμεσα σε τυφλούς γίγαντες
να ξεπροβάλλουν από εκεί ψηλά στο κάστρο
και να φτερουγίζουν ολόγυρά σου, ακούς
ουρανόπεμπτα μηνύματα
που χαϊδεύουν την ακοή σου,
κάνωντάς σε να αρμενίζεις
στα άδεια μάτια τους,
σαν τον τροχό που ακονίζει τις λάμες…
Θυμάσαι…
Υπήρξαν κι άλλες στιγμές που διαβήκανε
μονάχες σ´ένα ύπνο που είχαν
συντροφιά φωσφορίζοντα ωρολόγια
και βουνά που κρατούσαν
τις καταιγίδες στα σκέλια τους.
Υπήρξαν στιγμές που τις μέρες,
χιλιάδες πουλιά τραγουδούσαν… μα
πώς να βγει αρμονικός σκοπός με τόση βουή ;
Κι εσύ, ακόμα αναρωτιέσαι για
τη λαύρα του χειμώνα
και την παγωνιά του καλοκαιριού.
Για όλα εκείνα τα πιστεύω και τα θέλω
το πώς χαθήκανε ανάμεσα
στους προσωρινούς συμβιβασμούς…
Τώρα,
μονολογείς:
«….εγώ δεν τα κατάφερα ποτέ
με τους λογαριασμούς…»
Τώρα,
κάτω απ´τα κύματα της οδύνης,
τραβάς έξω τις πνιγμένες μέρες σου.

Κυπαρισσία 20 Μάρτη ´23

Βάλια Γκέντσου, Εκείνος που δεν ήξερε να κάνει φίλους

Ι.

Έφυγε στενοχωρημένος
οι τάρανδοι τον ακολούθησαν τον παρηγόρησαν
του υποσχέθηκαν στο τσίρκο ένα νούμερο εντυπωσιακό
θα τον πετούσαν ψηλά
κι όλος ο κόσμος θα πάγωνε

ΙΙ.

Τον δρόμο για την κόκκινη βελανιδιά τον γνώριζε καλά
αμέσως κούρδισε ψεύτικα αλογάκια
άρχισαν να κουνούν τα κεφάλια πάνω-κάτω
πλαστικοί κλόουν
οριζόντιες ρίγες θλίψης

Μετά συνάντησε τη λίμνη
θεοί του δρόμου την προστάτευαν
ούτε και τότε στάθηκε
η κόκκινη βελανιδιά τον περίμενε
επτά νάνοι τού φύτρωσαν φτερά στην πλάτη
ονειρευόταν να πετάξει

ΙΙΙ.

Έπειτα χάθηκε
καλύτερα έτσι
είχε μια αγνότητα η φυγή του

*Από την ενότητα “Επέκεινα του φράχτη” που περιλαμβάνεται στη συλλογή ¨Παραμύθια ανάποδα”, εκδ. Θεμέλιο, 2020.

Αθηνά Τιτάκη, Μονόπρακτο

Όρθιος στη σκηνή απαγγέλει δυνατά
ή μάλλον όχι
αναγιγνώσκει τις σκέψεις φωναχτά.
Ειδικά στέκεται σ’ εκείνο το σημείο
το αιχμηρό των ματαιώσεων
και διαρρηγνύει τα ιμάτια τα μαύρα.
Και πώς οι άλλοι μεταβάλλουν τη μοίρα ενός
αυτού που νόμιζε τη μοίρα αμετάβλητη…
Κι από κάτω ούτ’ ένας θεατής
ούτ’ ένας μάρτυρας, έστω να ψευδορκήσει
κατά αυτής της αδικίας.
Πιθανότατα χειροκροτούν άλλες παραστάσεις.
θεαματικότερες, πιο αισιόδοξες
με ασταμάτητους διαλόγους
ρομαντικές ενώσεις
και δραματικούς χωρισμούς
με γιρλάντες και σκηνικά
και φόνους στο παρασκήνιο.
Δεν υπάρχει χρόνος και χρήμα για το σπάνιο.
Και είναι ιδιαίτερες αυτές οι παραστάσεις
ή μάλλον όχι
αυτού του είδους τα μονόπρακτα
ίσως γιατί κανείς δε φιλοτεχνεί στις μέρες μας
ούτε και υποδύεται
αυτό που τελικά δεν πρόκειται
ποτέ του να στεριώσει.

*Από τη συλλογή “Κατόπιν Αιφνιδιασμού”, Εκδ. Μανδραγόρας 2014. Το ποίημα το πήραμε από εδώ: https://whenpoetryspeaks.gr/2020/06/%ce%b1%ce%b8%ce%b7%ce%bd%ce%b1-%cf%84%ce%b9%cf%84%ce%b1%ce%ba%ce%b7/