Δήμητρα Κατιώνη, από το “Τρεις μέρες κι ένα τρίτο”

εκχώρησε αλμύρα στη θάλασσα
άσε τους καρπούς να στέκουν στα δέντρα
στάσου κι εσύ
ανίσκιωτο κατασήμερο
να γίνεις τόπος

*

σα δέντρο
στάσου
ισμαήλ
όχι σαν ακίνητο
αλλά σαν θαύμα

*

είναι τόπος η ευτυχία
εκεί ξεχειμωνιάζουν
τα μεγαλύτερα αποδημητικά
τα θερινά σινεμά

*

κουνιστή καρέκλα
μπρος πίσω
η γιαγιά
κουνιστή και καρέκλα
θυμάται και γελά
δύο ζωές
η γιαγιά η γιαγιά
ο χρόνος καμιά
καμιά

*

θεόρατες μορφές
τα νεογέννητα
φαίνονται μικρά
πολύ μικρά επειδή είναι μακριά
κι έρχονται κατά πάνω μας
από το μέλλον

αν αντέστρεφες την αθωότητα
θα γεννούσαν τα παιδιά γονείς

*“Τρεις μέρες κι ένα τρίτο”, εκδ. Θράκα 2016.

Μίλτος Σαχτούρης, Τρία ποιήματα

Τ’ ΑΔΕΡΦΙΑ ΜΟΥ

Τ’ αδέρφια μου που χάθηκαν εδώ κάτω στον
κόσμο
είναι τ’ αστέρια που τώρα ανάβουν ένα ένα
στον ουρανό
και να ο μεγαλύτερος
με μια ανοιξιάτικη μαύρη γραβάτα
που χάθηκε μέσα σε σπηλιές θεόστραβες
καθώς κυλούσε παίζοντας
πάνω σε ανεμώνες κόκκινες
γλίστρησε
μεσ’ του θηρίου τ’ άγριου το ματωμένο στόμα
ύστερα ο άλλος μου αδερφός που κάηκε
πουλούσε κίτρινα βεγγαλικά
πουλούσε κι άναβε κίτρινα βεγγαλικά

Όταν ανάβουμε – έλεγε – φωτιά
θα διώξουμε από τους κήπους τα φαντάσματα
θα πάψουν να μολύνουν τους κήπους τα φαντάσματα

Όταν ανάβουμε – έλεγε – κίτρινα βεγγαλικά
μια μέρα θ’ ανάψει ο ουρανός γαλάζιος
κι ύστερα ο τρίτος ο πιο μικρός
που έλεγε πως είναι νυχτερίδα
γι’ αυτό αγαπούσε τα φεγγάρια
και τα φεγγάρια μια νύχτα τον εζώσανε
κόλλησαν γύρω-γύρω και τον έκλεισαν
κόλλησαν γύρω-γύρω και τον έπνιξαν
τον έλιωσαν γύρω-γύρω τα φεγγάρια
Τ’ αδέρφια μου που χάθηκαν εδώ κάτω στον
κόσμο
είναι τ’ αστέρια που τώρα ανάβουν ένα ένα
στον ουρανό

*

Ο ΧΟΡΟΣ

Από τις πόρτες έμπαιναν ευτυχισμένοι στολισμένοι
άλλοι φορούσανε σπαθιά κι άλλοι μαχαίρια
κρατούσαν όνειρα ζεστά στα παγωμένα χέρια
όνειρα που έκαιγε ο πυρετός λουλούδια
πρόβαλαν στους καθρέφτες μενεξέδες
ωραία πρόσωπα με σταγόνες ασήμι
στο μέτωπο και στα μάγουλα
κόκκινα χέρια και τριαντάφυλλα πηχτά
ο έρωτας που έκαιγε ψηλά στις καπνοδόχες
ο έρωτας που έσταζε στου δρόμου το αυλάκι
ο έρωτας που βογγούσε κάτω απ΄ τα πατήματα
των παπουτσιών
ο ένας να κατέβει τρέμοντας ετοιμόρροπες σκάλες
ο άλλος να τις ανέβει τρέχοντας
για να προφτάσουν το αίμα να μην παγώσει
και την καρδιά να μη σκιστεί
ώσπου τα φέρετρα να γίνουν αύριο άσπρες βάρκες
και μέσα να τραγουδάνε ευτυχισμένοι οι νεκροί

*

Ο ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ

Πίσω από τις μαυροφορεμένες γριές
πίσω από την πλάτη τους
το άσπρο κρεβάτι
και πάνω καταμόναχο το μήλο
όπως και πριν από το μήλο
καταμόναχο ήταν το άνθος το λευκό
το σκίσαν με μαχαίρια και ψαλίδια
μ’ αίμα το πότισαν
και τώρα πάνω στο κρεβάτι
κείτεται σάπιο μήλο
γι’ αυτό ο άγγελος στην άκρη κάθεται
του κρεβατιού
πίσω από τις μαυροφορεμένες γριές
πίσω απ’ την πλάτη τους
ανοίγει τ’ άσπρα του φτερά
το χέρι απλώνει προς το μήλο

*Από τη συλλογή “Φάσματα ή η χαρά στον άλλο δρόμο” (1958)

Δήμητρα Γερογιάννη, Δύο ποιήματα

είναι απλώς πόνος
είπε τότε στον εαυτό της
όπως είναι απλώς λεφτά
απλώς θάνατος
απλώς ζελεδάκια φράουλα
απλώς σεξ
είναι απλώς αυτό που είναι
-αν αφαιρέσεις την αγωνία-
ύστερα άρχισε να αναλύει ελλειπτικές
ιστορίες αγάπης
ύστερα ξάπλωσε και είδε βίαια καρτούν
μέχρι να την πάρει ο ύπνος
μέχρι να ξυπνήσει ξανά τα ξημερώματα
να κλάψει για λίγα λεπτά σιωπηλά
-είναι απλώς πόνος-
να σκεφτεί μια ανατροπή
που δε θα πραγματοποιηθεί ποτέ
και ν΄ αποκοιμηθεί ξανά

*

δίπλωνα την καρδιά μου
ξανά και ξανά
κι έφτιαξα ένα
μικρό κατακόκκινο ψάρι
γέμισα την μπανιέρα
μέχρι τη μέση
το πέταξα μέσα
το παρατήρησα
να βουλιάζει
να λιώνει
να κοκκινίζει το νερό

βούτηξα το κεφάλι μου

κι ένιωσα
επιτέλους
πιο
ελαφριά

*Από τη συλλογή “μπορεί να υπάρχει και χωρός όνομα”, εκδ. Θράκα 2016.

**Στη φωτογραφία της ανάρτησης Rene Magritte, Checkmate (1926).

Popi Aroniada, Without limits

…in search
for an intellectual clarity
I learned upon
a glass sphere
under the light
of a pale sculpted “aplica”
my sky appeared
my stars thrown
on the ground
I cry
For the stolen beauty
the moment when lava
pores out in the sea
burning the extremites
of my limits
free now
with no limits
I am inclined to orgies
with fathom steps
I run far away
from the crazy “piranhas “
of the living ghosts
I step on the flesh rags
of self –delusion
I stretch my hand
out of the white surfaces
of closed eyelids
until a whole
swarm of bees
is caught
at the finger tips …

*Translation from Greek: Katerina Anghelaki Rook

Λεωνίδας Καζάσης, Δύο ποιήματα

ΕΥΞΕΙΝΩΣ

Η Φύση απλόχερα σου δόθηκε,
κι η μορφή σου, θάλασσα που λικνίζεται,
που παθιασμένα χορεύει,
πραϋνοντας τα μπαχάρια τα εσώτερα που τα μάτια σου γέμουν.
Μείνε εκεί ! Το πένθος να φοβάται,
η θλίψη να σε ερωτεύεται, κυοφορώντας όλβο.

*

ΧΙΜΑΙΡΑ

Όταν γίνεσαι ευχή,
όταν γίνεσαι κραυγή,
μέσ’ τα δάση αντηχείς
νότα σιωπής.

Δάκρυα όταν σε κοιτώ,
φτερά ζητώ.

Όταν γίνεσαι αυγή,
θλίψης ράϊσμα, βροχή,
τότε αγέρες σε κρατούν,
όταν ρωτούν.

Περσέας Ρίζος, Συνάψεις

Λαβύρινθος είναι μια τέλεια ευθεία
Παρατηρήσατε και εσείς τη διχαλωτή γλώσσα αυτού του τραίνου;
Η Αρμονία δεν θέλει καβαλιέρο
Θέλω να πω
Η πραγματικότητα είναι από μόνη της μια επανάσταση
Μείνετε ήσυχος κύριε, σκοπός του ποιητή είναι να κατακτήσει τον κόσμο
Και δεν ευθύνομαι εγώ
Αν μέσα σ’ αυτήν την πρόταση δεν ακούτε το κελάρυσμα της ταπεινοφροσύνης
Τα έγχορδα μιας αθώας θέλησης
Αυτές οι λέξεις, στην αρχή κατέφθασαν ως φίλοι
Αλλά είναι άλογα κουτσά
Μη φοβάσαι δεσποινίς, όσο γρήγορα και αν τρέξουν, ποτέ δεν θα μας φτάσουν
Ακούστε με προσεχτικά
Η Τέχνη είναι μια εγρήγορση, αλλά αυτή η εγρήγορση δεν είναι μία Τέχνη
Θέλω να πω, από πού έρχεσαι;
Κλαίγοντας το φως, γαλάζιο βρέφος, δεν είσαι παρά μόνο ένας άνθρωπος
Ένας απεσταλμένος Πρέσβης του Απείρου

*Από τη συλλογή ”Ποιήματα”, εκδ. Φαρφουλάς 2021.

**Στην εικόνα της ανάρτησης σχέδιο/κολάζ του Περσέα Ρίζου.

Τάκης Βαρβιτσιώτης, Παραμονή γιορτής

Του ανέμου η τραγική φωνή
Της μοναξιάς οι μυρωδιές
Ξυπνήσανε τα φώτα

Κοίταξε ακόμα μια φορά
Τ’ αποδημητικά πουλιά
Τους μυθικούς θανάτους

Χάρισε στο περιστέρι
Την άσπρη γαρδένια των χεριών σου

Διάβασε στα σύννεφα
Τη θλίψη των ματιών σου

Και μες στα χρώματα του πυρετού
Τη λάμψη των χειλιών σου

Στα ερημικά δωμάτια
Δακρύζουν
Τα λυχνάρια

*Από την Ενότητα “Τα ρυάκια” (1945-1947) της συλλογής “Φύλλα ύπνου” (1949).

**Στην εικόνα της ανάρτησης Marialena-Vyzaki Solo Hack, Athens

Κωνσταντίνος Χ. Λουκόπουλος, Παγίδα βαρύτητας

Με την αυγή δε λησμονιούνται
τα πετάγματα των απογευματινών σκώρων
στο τυφλό μας παράθυρο
ή οι βάρκες που καθελκύονταν άηχες
στα μελανά νερά
από δω,
πέρασαν άνθρωποι σαν του χρόνου το δάκρυ,
πέρασαν
των γονιών μας τα βήματα
που φύτρωναν στο πλάι μας σαν τρίτο πόδι,
και το στάχυ της ανάμνησής τους που παραμένει
για πάντα ανοιχτό
Ανυπόμονος θα μας καλωσόριζε ο Έσσε,
Όπως η Ερμίν τον Χάρι Χάλερ,
κι ο Ρίλκε θα μας διάβαζε
τα “Γράμματα σε ένα νέο ποιητή”,
ενώ θα ζωγραφίζονταν τα πέλαγα
με το γαλάζιο τους πάγο,
κι οι πρώιμοι ηρωικοί εαυτοί μας θα εξημέρωναν
το ποδοβολητό των ορφανών δράκων στο κατάστρωμα,
ή τις ιαχές των νηπίων
κάτω από το άγαλμα του Πίτερ Παν
Κι εδώ κάποτε θα επανεκτεθούμε,
αφού θά ΄χουμε πρώτα σκεπαστεί,
ως ένας ακόμα Πολυνείκης,
περιμένοντας τα τρυφερά όρνεα
να μας ανακουφίσουν
απ’ το βάρος της σάρκας
Απ΄ την αρχή μας άλλωστε,
κατηφορίζουμε δίχως φρένα
προς εκείνη την παγίδα βαρύτητας
όπου όλα καταλήγουν,
αργά ή γρήγορα
και κατηγορηματικά.

*Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ‘Οροπέδιο”, τεύχος 20, Άνοιξη-Καλοκαίρι 2018, σελ. 577.

**Στην εικόνα της ανάρτησης Joan Miro.

Paul Eluard, Πέντε ποιήματα

ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ

Το αίμα κυλώντας στις πλάκες
Μου δένει σαντάλια
Σε μια καρέκλα στη μέση του δρόμου
Χαζεύω τις μικρές κρεολές
Βγαίνουν απ’ το σχολείο φουμάροντας πίπα.

Τ’ άσπρα δέντρα τα μαύρα δέντρα
Πιο νέα από τη φύση
Πρέπει για να ξανάβρουμε αυτή την τύχη της γέννησης
Να γεράσουμε.

*

ΓΙΑ ΜΙΑ ΚΑIΝΟΥΡΓΙΑ ΝΥΧΤΑ

Γυναίκα που μαζί της έζησα
Γυναίκα που μαζί της ζω
Γυναίκα που μαζί θα ζήσουμε
Σου πρέπει πανωφόρι κόκκινο
Γάντια κόκκινα μάσκα κόκκινη
Και κάλτσες μαύρες
Δικαιολογίες αποδείξεις
Για να σε δω ολόγυμνη
Γύμνια αγνή περίτεχνο στολίδι.

Στήθη ώ καρδιά μου.

*

ΤΑ ΣΤΕΙΡΑ ΜΑΤΙΑ

Σαν βλαστάρι
Της φλόγας τ’ ανάστημα
Αγνότατη τ΄ άρμα πήρε
Εραστών αγκαλιασμένων

*

Η ΠΑΡΑΛΙΑ

Όλοι έγιναν ο ένας με τον άλλο γύμνια τρυφερή
Τ’ ουρανού και του νερού του αέρα και της άμμου
Όλοι αφήσαν τα προσχήματα
Κι υποσχέθηκαν να μη βλέπουν άλλον από τον εαυτό τους

*

ΤΟΥΑΛΕΤΑ

Μπήκε στη μικρή της κάμαρα ν΄αλλάξη ενώ η χύτρα τραγουδούσε. Το ρεύμα απ΄ το παράθυρο έτριξε την πόρτα πίσω της. Για μια στιγμή αλάφρωσε την παράξενη γύμνια της την όρθια και λευκή. Ύστερα γλύστρησε στο φουστάνι της χήρας.

*Από το βιβλίο “ποιήματα του πώλ ελυάρ” σε απόδοση Γ. Καραβασίλη, εκδ, Κουλτούρα, Σεπτέμβρης 1971.

Tasos Denegris, Poems

COLD WAR

Turn off the lights
Secure the door
The windows are closed
And turn on the radio that plays military raids.

Bring to the walls and put crepes
Gather breads and make rusks
Wholesalers collected the oils
We will eat fish with the scales.

November 1952

*

FOUR POEMS FOR ELENI

1

Of all the women who were on the island
the one that was absent was the most beautiful.

2

What if I kept your head in the water
and trying to erase you
in a foreign bed and new habits
it was because I loved you so much
and I was very scared
do not leave me.

3

And the monkey crouched behind the door knob
in a week under the lamp
on the way to the hospital
silence, planks and workers’ acetylene
on the injured sidewalks
on this street with the lamp
a foreign demonic look
in your eyes
I held Eleni’s flesh tightly
with the foreign gaze
to panic me.

4

Leave as much as the steppe
free of bells and vegetation.

*

THE SPIES

I am not afraid of the current of the rivers, the vigil and the blade
Only the messengers
And the ladies who spy behind prams
in your diava.

As for the spiders, I am scared of their silent walking
And that metaphysical ability to stand on the ceiling
Watching your thought with a dark eye
Without making the slightest sound.

*From the collection “Death in Kaningos Square” (“Θάνατος στην Πλατεία Κάνιγγος”), 1975. Translation: Dimitri Troaditis – George Mouratidis. These poems published here: https://www.kalliopex.com/feature-poet-tasos-denegris/