Σπλάγχνα ατόφια, Κρεουργημένη κοίτη της αγχινοίας μου, Δώστε παλμό στο γέννημα Του δικού μου ολέθρου.
*
ΤΡΙΑ
του άσπρου, του μαύρου, του γκρι
*
ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ
Δώσ’ μου το χέρι σου! Το ‘κοψα. Μου ‘βαλαν ένα κέρινο, με το ζόρι.
Αυτό θέλω!
*
ΚΟΡΜΙΑ
Κορμιά σε τσανάκια βιζόν κι ενέσεις οξέος, κορμιά αγκαλιασμένα διαφορετικά που φιλιούνται σταυρωτά, που καταπίνουν αθανασία. Να, τέρπονται με την τέφρα. Κορμιά, νεκρά, στο όνομα.
*
ΟΠΤΙΚΕΣ ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ
Αρχίζω και χωνεύω βέλη φαρμακερά. -Φαίνεται πως πειραματίστηκαν.
*Από τη συλλογή “υποθαλάμια”, εκδ. ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Δεκέμβριος 2022.
Early one mornin’ the sun was shinin’ I was layin’ in bed Wond’rin’ if she’d changed at all If her hair was still red Her folks they said our lives together Sure was gonna be rough They never did like Mama’s homemade dress Papa’s bankbook wasn’t big enough And I was standin’ on the side of the road Rain fallin’ on my shoes Heading out for the East Coast Lord knows I’ve paid some dues gettin’ through Tangled up in blue
She was married when we first met Soon to be divorced I helped her out of a jam, I guess But I used a little too much force We drove that car as far as we could Abandoned it out West Split up on a dark sad night Both agreeing it was best She turned around to look at me As I was walkin’ away I heard her say over my shoulder “We’ll meet again someday on the avenue” Tangled up in blue
I had a job in the great north woods Working as a cook for a spell But I never did like it all that much And one day the ax just fell So I drifted down to New Orleans Where I happened to be employed Workin’ for a while on a fishin’ boat Right outside of Delacroix But all the while I was alone The past was close behind I seen a lot of women But she never escaped my mind, and I just grew Tangled up in blue
She was workin’ in a topless place And I stopped in for a beer I just kept lookin’ at the side of her face In the spotlight so clear And later on as the crowd thinned out I’s just about to do the same She was standing there in back of my chair Said to me, “Don’t I know your name?” I muttered somethin’ underneath my breath She studied the lines on my face I must admit I felt a little uneasy When she bent down to tie the laces of my shoe Tangled up in blue
She lit a burner on the stove And offered me a pipe “I thought you’d never say hello,” she said “You look like the silent type” Then she opened up a book of poems1 And handed it to me Written by an Italian poet From the thirteenth century And every one of them words rang true And glowed like burnin’ coal Pourin’ off of every page Like it was written in my soul from me to you Tangled up in blue
I lived with them on Montague Street2 In a basement down the stairs There was music in the cafés at night And revolution in the air Then he started into dealing with slaves And something inside of him died She had to sell everything she owned And froze up inside And when finally the bottom fell out I became withdrawn The only thing I knew how to do Was to keep on keepin’ on like a bird that flew Tangled up in blue
So now I’m goin’ back again I got to get to her somehow All the people we used to know They’re an illusion to me now Some are mathematicians Some are carpenters’ wives Don’t know how it all got started I don’t know what they’re doin’ with their lives But me, I’m still on the road Headin’ for another joint We always did feel the same We just saw it from a different point of view Tangled up in blue
Matthew Collins of Harvard, noting that Dylan may not have been precise with dates, argues that there are similarities between elements of the lyrics of “Tangled up in Blue” and the fifth canto of Dante’s 14th Century Inferno, but finds it unlikely that Dylan will ever confirm who the reference in the song is to.[32] Hampton, however, believes that the reference is more likely to Petrarch.[24] Both Collins and Hampton note that in a 1978 interview, in reference to “Tangled Up in Blue”, Dylan was asked who the poet was and replied “Plutarch. Is that his name?”[32][24] https://en.wikipedia.org/wiki/Tangled_Up_in_Blue
Montague is, of course, Romeo’s surname in William Shakespeare’s Romeo and Juliet, while on the actual street in Brooklyn, there was a venue called Capulet’s (Juliet’s surname and a place Dylan would frequent), reinforcing the fact that the song is about two star-crossed lovers who are destined to have their love fall into disarray. https://faroutmagazine.co.uk/story-bob-dylan-tangled-up-in-blue/ Μπερδεμένος μες στη μελαγχολία
Νωρίς ένα πρωί που ο ήλιος έλαμπε Ήμουν ξαπλωμένος στο κρεβάτι Κι αναρωτιόμουν εάν αυτή τα είχε όλα αλλάξει Εάν τα μαλλιά της ήταν ακόμα κόκκινα Οι δικοί της είπαν ότι η ζωή μου μαζί της Θα ήταν σίγουρα σκληρή Ποτέ δεν της άρεσαν τα φορέματα που της έφτιαχνε με τα χέρια της η μάνα της Και το βιβλιάριο της τράπεζας του πατέρα της Δεν της ήταν ποτέ αρκετό Και εγώ στεκόμουν στην άκρη του δρόμου Η βροχή έπεφτε πάνω στα παπούτσια μου Και κατευθυνόμουν προς την Ανατολική Ακτή Ο Κύριος ξέρει ότι κατόρθωσα να πληρώσω μερικά Από αυτά που χρωστούσα Μπερδεμένος μες στη μελαγχολία
Ήταν παντρεμένη όταν πρωτογνωριστήκαμε Γρήγορα χώρισε Την βοήθησα να βγει από αυτό το μπλέξιμο, υποθέτω Αλλά χρησιμοποίησα και λίγο βία Ταξιδέψαμε με το αυτοκίνητο όσο μακρύτερα μπορούσαμε Χαμένοι κάπου στη Δύση Χωρίσαμε μια λυπημένη σκοτεινή νύχτα Και οι δυο μας συμφωνήσαμε ότι αυτό ήταν το καλύτερο Γύρισε πίσω να με κοιτάξει Καθώς απομακρυνόμασταν ο ένας από τον άλλον Την άκουσα να λέει πίσω απ’ τον ώμο μου ”Λοιπόν μια μέρα θα ξανασυναντηθούμε στη λεωφόρο” Μπερδεμένος μες στη μελαγχολία
Έπιασα μια δουλειά στα μεγάλα δάση του βορρά Δουλεύοντας σαν μάγειρας για μια εποχή Αλλά ποτέ δεν μου άρεσε τόσο πολύ Και μια μέρα που το τσεκούρι μου έπεσε Κύλησα κάτω στη Νέα Ορλεάνη Όπου συνέβη να με προσλάβουν Δουλεύοντας για ένα καιρό σε μια ψαράδικη βάρκα Ακριβώς έξω από το Delacroix Αλλά σε λίγο ήμουν πάλι μοναχός Το παρελθόν έκλεισε πίσω μου Γνώρισα πολλές γυναίκες Αλλά αυτήν ποτέ δεν την ξέχασα, και μεγάλωνα Μπερδεμένος μες στη μελαγχολία
Δούλευε σ’ ένα μέρος με γυμνόστηθες γυναίκες Όπου σταμάτησα για μια μπύρα Κοίταζα το προφίλ της Φάνταζε τόσο καθαρά από τον προβολέα Και αργότερα όταν το πλήθος αραίωσε Ήμουν έτοιμος και εγώ να φύγω Στάθηκε πίσω από την καρέκλα μου Μου είπε ” Δεν ξέρω το όνομά σου;΄΄ Κάτι σιγο ψιθύρισα κρατώντας την ανάσα μου Μελέτησε τις γραμμές του προσώπου μου Πρέπει να ομολογήσω ότι αισθάνθηκα λίγο αμήχανα Όταν έσκυψε να δέσει τα κορδόνια του παπουτσιού μου Μπερδεμένος μες στη μελαγχολία
Άναψε το μάτι στην ηλεκτρική κουζίνα Και μου πρόσφερε μια πίπα ”Νόμιζα ότι ποτέ δεν θα με χαιρετήσεις”, μου είπε ”Μοιάζεις με τους σιωπηλούς τύπους” Μετά άνοιξε ένα βιβλίο με ποιήματα2 Και μου το έδωσε στα χέρια Γραμμένο από ένα Ιταλό ποιητή Του δεκάτου τρίτου αιώνα Και κάθε μια από τις λέξεις του ηχούσαν την αλήθεια Και άστραφταν σαν ένα αναμμένο κάρβουνο Που χυνόταν από την κάθε σελίδα του Σαν να είχε γραφτεί στην ψυχή μου μόνο για μένα Μπερδεμένος μες στη μελαγχολία
Έζησα μαζί της στη οδό Montague Σ’ ένα υπόγειο κάτω από τις σκάλες Ακούγαμε μουσική τη νύχτα στα καφέ Και την επανάσταση να αιωρείται στον αέρα Μετά ο δικός της ήθελε να την βγάλει στην πορνεία Και κάτι μέσα της πέθανε Αυτή πούλησε ότι της ανήκε Και πάγωσε μέσα της Και τελικά φτάσαμε στον πάτο Απομακρύνθηκα Το μόνο πράγμα που ήξερα να κάνω καλά Το να κρατιέμαι από τα φτερά μου σαν το πουλί που πετά Μπερδεμένος μες στη μελαγχολία
Να ‘μαι τώρα πίσω ξανά Νιώθω ότι πρέπει να την ξαναβρώ Όπως και όλους τους ανθρώπους που ξέραμε Που έγιναν μια ψευδαίσθηση τώρα Μερικοί από αυτούς έγιναν μαθηματικοί Μερικές έγιναν γυναίκες ξυλουργών Δεν ξέρω πως άρχισαν όλα Δεν ξέρω τι κάνουν με τις ζωές τους Αλλά εγώ ακόμα είμαι στο δρόμο Κατευθυνόμενος σ’ ένα άλλο καταγώγιο Πάντα αισθανόμασταν ίδια οι δυο μας Μόνο που τα βλέπαμε από διαφορετική γωνία Μπερδεμένος μες στη μελαγχολία
Αντικειμενικά βιώνονται συνθήκες χρόνιας ειρήνης, αν και στην επισφάλειά της έως ψευδαισθητικές Ο κύκλος των εποχών κομίζει πλημμυρίδα ετερότητας Μια κουβέντα είναι ό,τι ελπίζει να θεσπίσει συμπερίληψη, όταν ο ανοίκειος τρόπος σε ακουμπά αιχμηρά, σε απειλεί, σε καταργεί, σε επιβουλεύεται Μήπως χωρισμένα τα εικονίσματα σιωπούν Δίχως να έχω συναντηθεί με το παραμελημένο τρένο, δεν στέργω πια να παραβλέπω, πως για τους αμέτοχους οι ειδήσεις ακούγονταν ανέκαθεν οριακά πιστευτές, παρόμοια με ευθύβολα ζοφερή λογοτεχνία τηλε-οπτικά εικονικές -αλί σ’ αυτούς που ορέχτηκε ο Χάρος-, ούτε κι από την άλλη να εθελοτυφλώ, πως η ίδια τάχα δεν παραμένω ωστόσο σταθερά στις ράγες Έχω βέβαια μιαν ευκολία να αλλάζω τ’ απογεύματα προορισμούς άλλοτε ουγγρικούς, μεσ’ σε βαγόνι της μελαγχολίας μιας πεισματικής αντίστασης κι άλλοτε ρώσικους στις απεραντοσύνες της κάθε κοκαλωμένης Σιβηρίας Μα ούτε από τέτοια τρένα δεν το ‘χω εύκολο να αποβιβαστώ (κυρίως όσο στο βάθος ο πόλεμος μαίνεται κουφός)˙ μια ευκαιρία, με σκοπό να διαμαρτυρηθώ βουβά στους δρόμους μια επόμενη, τυφλά πάλι στους δρόμους μη κι από τύχη παρηγορηθώ και μια απ’ όλες οπωσδήποτε πιο ελεήμων, ν’ αναζητώ της γλώσσας τα μη προφανή και τα παράξοξα την επιβεβλημένη επί παραδείγματι εκλεκτική συγγένεια της γλωσσοκοπάνας με το κοπανέλι
You stand in front of glass it opens without knocking they have women unarmed sitting at counter, smiling “Hello, how may I help you?” They pay people to help you.
There are words you must hold like blankets in snow: ‘human rights’ ‘discrimination’ you repeat them as third language they feel hot on your tongue they make you remember a child with broken teeth remember a woman with torn womb the man eating the dirt. Here, you can say them again and again to many strangers who will take your story like a startled baby. In fits and starts you come to know words as soldiers standing at check points: ‘allegation’ ‘evidence’.
Your story climbs their walls and waits for you outside their office knowing you cannot open the hearts of word written in law.
Παιδί παραμελημένο έφηβη ατίθαση κι ύστερα δέκα χρόνια στο ψυχιατρείο τα κατάφερε και βγήκε επέζησε ευτυχώς η πρόγνωση των γιατρών ήταν θετική θα πάει καλά, είπαν η μάνα αυταρχική πάντα έτσι ήταν να μη βγει έξω μόνη να μην έχει κινητό να μην έχει αγόρι τα έκανε όλα κρυφά όσο μπορούσε όπως – όπως δεν υπάκουε στις εντολές της μάνας μα η ζωή της ήταν δύσκολη ώσπου η απώλεια της μητέρας της την απελευθέρωσε.
{Λιπόθυμα τα άλογα των αποχρώσεων. Το μαύρο μακρυγορεί στην ολομέλεια των νυχτερινών κήπων. Αν και κάπου-κάπου, πέρα στον ορίζοντα μικροί κόκκινοι ύπεροι των φώτων της πόλης μού ρίχνουν άμμο στα μάτια. Επιρρεπής στα ψέμματα, σας λέω πως απ’ το παχνί του δωματίου, βλέπω στη διαγώνιο του Χάους απλωμένη των πλανητών την μπουγάδα• να στάζει αιωνιότητα και λευκούς ήχους. Ή κάτι τέτοιο… Τόσο υγρά τα μάτια της νύχτας που με κοιτούν απ’ το λυμένο μου παράθυρο. Ας κοιμηθώ τώρα με εντιμότητα. Αύριο, άλλη μια μέρα, που θα εξημερωθώ ξανά μ’ υπακοή.}
«είναι υπέροχες» του έλεγε εκείνο το κρύο βράδυ «και όλα με τυλίγουν μέσα τους οι νύχτες μ’ αγκαλιάζουν οι μέρες με χαϊδεύουν με χρώματα πραγματικά θέλω να χαθώ σε κάθε νέα εποχή που έρχεται να ταξιδέψω στο φως της πίστεψε με όλα είναι τόσο όμορφα μακρινά -και η ποίηση δεν αρκεί-»
*Στη φωτογραφία της ανάρτησης Victor Sparre, Night of stars (1993).
Σκόνταψα το πρωί σε οστεοφυλάκιο. Έγραφε τ’ όνομά μου με κιμωλία.
Το μεσημέρι στα σκαλιά περίμενε ψηλός-ψηλός καλόγερος, που έμπλεκε και ξέμπλεκε τα δάχτυλά του
Πλας Πιγκάλ, 2009
*
ΕΛΛΕΙΨΕΙ ΣΥΜΒΑΤΟΤΗΤΑΣ
Κεντρική μνήμη “υπό διαμόρφωση”
χώρος αμφιθεατρικός στο Φιξ 32 κεκλιμένα επίπεδα.
Μεταβιομηχανικό πουλί
τρώω σκυρόδεμα.
*
ΠΡΟΣ ΑΠΟΦΥΓΗ ΚΗΛΙΔΩΝ
Υποφέρατε τομές. Μία σε κάθε βλέμμα. Η χάρτινη σακούλα ας ορισθεί φραγμός. Και σώμα. Αμείλικτα να συγκρατεί τους μαραμένους σας βολβούς. Αποφεύγετε τις οδηγίες. Επαναλάβατε καθ΄ εκάστη έως ότου αποπνεύσετε
*Από τη συλλογή “Ζωολογικός κήπος”, εκδ. Στιγμή, 1989.
* ΕΞΙΛΕΩΣΗ (παρωδία)
Η γυναίκα γεννάει ένα αυγό. Οι μαιευτήρες το τοποθετούν σε θερμοκοιτίδα. Παροτρύνουν τη μητέρα να καθίσει πάνω του. Ερωτεύεται το αυγό. Του δίνει όνομα. Το ταϊζει. Το στολίζει. Μένει απαράλλαχτο. Δεν έχει μέλη για να κινηθεί. Ούτε φωνή για να κλάψει. Η γυναίκα απ’ τη στενοχώρια της καίγεται στον πυρετό. Τέλος αποθνήσκει. Στην κηδεία το αυγό τρέχει γύρω από το φέρετρό της. Ευτυχισμένο. Άδειο!
*Από τη συλλογή “Κόσμος χωρίς ταξιδιώτες”, εκδ. Στιγμή 2007.
**Στην εικόνα της ανάρτησης έργο της Vasilisa Romanenko.