Νικόλας Κουτσοδόντης, Οδός Αραχώβης, Εξάρχεια

Μεταξύ της λεωφόρου στο σαλόνι
και του επαρχιακού δρομίσκου ώς το μπάνιο
σκιές πεθαίνουν σε τροχαία με το στήθος μου.

Όταν τη φωταγωγημένη πόλη των μαλλιών σου χάιδευα
με το κεφάλι γιάνκεα
στον απόκρημνό της βράχο
δείχναμε τους στίχους μας σαν τη χαλασμένη βρύση στον υδραυλικό
Το στόμα σου μια αίθουσα διδασκαλίας με ανοιχτά παράθυρα
δύο λίμνες αντρικές τα μάτια
με κουφάρια αυτοκινήτων

ξεχάσαμε πως αύριο φτάνει ο πατέρας σου
με τις καμπάνες που στη ζέστη
του Νοέμβρη πέφτουν
λείος ήχος όμοιος θαρρώ
με ξυρισμένο μάγουλο

*Από τη συλλογή “Μόνο κανέναν μη μου φέρεις σπίτι”, εκδ. Θράκα, Ιανουάριος 2023.

Μανόλης Αναγνωστάκης, Εκεί

Εκεί θα τα βρεις.
Κάποιο κλειδί
Που θα πάρεις
Μονάχα εσύ που θα πάρεις
Και θα σπρώξεις την πόρτα
Θ’ ανοίξεις το δωμάτιο
Θ’ ανοίξεις τα παράθυρα στο φως
Ζαλισμένα τα ποντίκια θα κρυφτούν
Οι καθρέφτες θα λάμψουν
Οι γλόμποι θα ξυπνήσουν απ’ τον άνεμο
Εκεί θα τα βρεις
Κάπου – απ’ τις βαλίτσες και τα παλιοσίδερα
Απ’ τα κομμένα καρφιά, δόντια σκισμένα,
Καρφίτσες στα μαξιλάρια, τρύπιες κορνίζες,
Μισοκαμένα ξύλα, τιμόνια καραβιών.
Θα μείνεις λίγο μέσα στο φως
Ύστερα θα σφαλίσεις τα παράθυρα
Προσεχτικά τις κουρτίνες
Ξεθαρρεμένα τα ποντίκια θα σε γλείφουν
Θα σκοτεινιάσουν οι καθρέφτες
Θ’ ακινητήσουν οι γλόμποι
Κι εσύ θα πάρεις το κλειδί
Και με κινήσεις βέβαιες χωρίς τύψεις
Θ’ αφήσεις να κυλήσει στον υπόνομο
Βαθιά βαθιά μες στα πυκνά νερά
Τότε θα ξέρεις. (Γιατί η ποίηση δεν είναι ο τρόπος να μιλήσουμε, αλλά ο καλύτερος τοίχος για να κρύψουμε το πρόσωπό μας)

*Από τη συλλογή «Η συνέχεια», 1954.

Στέλιος Ρoΐδης, Δύο ποιήματα

ΤΡΑΒΗΓΜΕΝΗ ΚΟΥΡΤΙΝΑ

Το άγγιγμα σου έγινε πια βαρύ
Βρώμική λύπη με κατέκλυσε
Σκοτείνιασαν τα σύνορα
Ο όχλος άρχισε να σπάει το κέλυφος που τον είχα
τοποθετήσει
Κατευθυνόταν ενάντια μου
Τα ναυαγισμένα μου λόγια δεν με σώζαν πια
Μια φωτογραφία η ερημιά μου λυώνει
Σου χάρισα όλες μου τις προσευχές, τι μου μένει
Είχα μάθει να ακούω την νύχτα κοντά σου
Νόμιζα ότι με άκουγες, νόμιζα ότι ήμουν εκεί
Εκεί που ήσουν εσύ,
Που με πάει τώρα η ζωή,
Μακριά από εσένα
Ρωτάω μα η απάντηση ανεξέλεγκτη πήζει το αίμα
όσο κάθομαι εδώ και θυμάμαι
Μέσα στην φωτιά
καίγομαι αλλά δεν κάνω τίποτα
Μόνο θυμάμαι,
μέσα στην φωτιά δίχως καν φωνή
Θυμάμαι εσένα.

*
ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ

Υπάρχει ένα οριακό ενδιαφέρον στον έρωτα.
Παραπέρα δεν μπορώ να πάω.
Παραπέρα υπάρχουν οι αθεράπευτες πληγές σου.
Υπάρχει το πένθος σου.
Το πένθος σου για τις πληγές
Που ούτε ο έρωτας γιατρεύει.
Και το μόνο που με σώζει τελικά
Είναι ότι η ανεπάρκεια μου είναι
Ισοδύναμη με την ανεπάρκεια σου.

*Από τη συλλογή “Ανοιχτοί Χώροι” (2006).

Dorothea Rosa Herliany, Η πόλη των διενέξεων

από ένα στενό μπαίνω σ’ ένα φτηνό ξενοδοχείο
: εδώ δεν παρέχεται κανένα αίσθημα ασφάλειας. εδώ δεν έχει όνειρα
και ευχάριστη νύστα.
σκέψεις παράταιρες στριμώχνονται ανάμεσα στην κούραση
και την ακαταστασία των βρόμικων λέξεων στους ξεφτισμένους τοίχους.
(καμιά φορά θυμάμαι τις μικρές αταξίες της σχεδόν όμορφης γυναίκας
–ήταν αρκετά νέα– με την ταπεινή οικογένεια
να την περιμένει στο σπίτι).
άφησα την ευτυχία του γαλήνιου σπιτικού μου.
ξεμάκρυνα απ’ τη μικρή σιγουριά της αγάπης που απαρνήθηκα
–για χάρη λίγης απόλαυσης.

στο πορτοφόλι ακόμα φυλάω τα πορτρέτα των παιδιών μου
κι ένα κομμάτι από μια οικογενειακή φωτογραφία.
απολαμβάνω το όνειρο μιας απλής ζωής στο στενόχωρο χωριό.

σκέφτομαι πως δεν είναι και τόσο άσχημα σ’ αυτήν εδώ την πόλη:
βρίσκεις ακόμα ζωή στα μηνύματα των αμαρτωλών εραστών. κι εσύ
έχεις ένα μέρος για να εξαπατάς και να κάνεις τις μικροαπατεωνιές σου.
μερικές φορές υπάρχουν λόγοι πολλοί για να ληστέψεις,
να σκοτώσεις και ό,τι άλλο θες –σε κάθε γωνιακό μαγαζί
πωλούνται εγχειρίδια και παλιά ημερολόγια στριμωγμένα
δίπλα σε αφίσες και ονειροκρίτες.

δεν είναι και τόσο άσχημα σ’ αυτήν εδώ την πόλη. είτε γίνεις ήρωας
είτε λωποδύτης το ίδιο είναι.
δεν χρειάζεται να φτιάχνεσαι και να ντύνεσαι ωραία.
η ζωή παραείναι απλή
–σίγουρα πάντως δεν χρειάζεται να ονειρεύεσαι.

*Μετάφραση από τα ινδονησιακά: Θανάσης Σουλτάτης.

**Από το τεύχος 28 του περιοδικού “Τεφλόν”.

sine lege, ω γλυκύ μου έαρ

να κοιτάξω έξω απ’ το παράθυρο

να θυμηθώ το μέσα και το έξω

κι όλα τα επιρρήματα που πέσανε πια στην αχρηστία

ανάμεσα στα μάτια σου να κοιτάξω

σ’ εκείνη τη ρυτίδα που άξαφνα φύτρωσε στη μέση

λυγμός και ψήγμα αιώνιας μνήμης

να θυμηθώ το βλέμμα σου

τη μυρωδιά της αγκαλιάς σου

τον τρόπο που μιλάς και που αγγίζεις και που επιπλήττεις

να κοιτάξω έξω απ’ το παράθυρο

ανέγγιχτη να ικετεύω τη βροχή να μ’ ακουμπήσει

να συνδεθώ κάθε απόγευμα με στελέχη κυβερνητικά

που ξέρουν πάντα το σωστό

που θα με περιλούσουν κάθε μέρα με την ευθύνη του θανάτου

το βλέμμα τους ωστόσο ανήμπορο το ψέμα τους να κρύψει

τα μάτια όλων τους με επικρισία μας κοιτάζουν

εκμεταλλεύονται θαρρώ τις περιστάσεις με τρόπο εκπληκτικό

βλέπεις κανείς δεν στέκει πια απέναντί τους για να αντιταχθεί

έξω απ’ το παράθυρο να κοιτάξω

να αφιερώσω λίγο απ’ τον χρόνο που σταμάτησε το αιώνιο κύλημά του

σε θανόντες και αρρώστους και όσους μόνοι τους παλεύουνε τις ύστατες στιγμές

μ’ ένα διάταγμα μας είπαν καταργείται και η χαρά και η λύπη

και πιότερο το μοίρασμά τους αναμετάξυ μας

κι ύστερα να σκεφτώ μια νοσοκόμα

κάθε πρωί να παίζει στοίχημα με τη ζωή της

και κάθε βράδυ να μετράει δέκατα και δεκάρες

να αναρωτιέται ποιος γυμνή την άφησε στις μάχες

και τι άραγε να έχει κόστος και αξία μεγαλύτερη

από την ίδια τη ζωή

να κοιτάξω έξω απ’ το παράθυρο

βιαστικά στη μια μου τσέπη να χώσω αναμνήσεις και εικόνες

κι από την άλλη μου τσέπη αργά και διθυραμβικά

να ξεδιπλώσω όνειρα και σχέδια

να τα απλώσω στο χαλί

και με περίσσια ειρωνεία να συμπληρώσω αυτού του απρίλη το επιδαπέδιο παζλ

και επιτέλους την πόρτα να ανοίξω

έξω να βγω

να μυρίσω την ανθρώπινη οσμή

με βία να σκάψω το χώμα

και κει να ξαναβρώ

τους νεκρούς μας και τους αγώνες μας και όλα κείνα που ποτέ αιχμάλωτα δεν πιάστηκαν

σταγονίδια αόρατα ελευθερίας που θα εξατμιστούν

κι ύστερα θα πέσουν πάνω μας βροχή γόνιμη

ίσα να γεμίσουμε τα πνευμόνια μας

και τον κύκλο της ζωής να ξαναφτιάξουμε από την αρχή

*Φώτο: Poncik Panta/Facebook

**Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ https://nullapoenasinelege.wordpress.com/2020/04/07/%cf%89-%ce%b3%ce%bb%cf%85%ce%ba%cf%8d-%ce%bc%ce%bf%cf%85-%ce%ad%ce%b1%cf%81/

Γιάννης Λειβαδάς, Τρία ποιήματα

CHARLIE PARKER

Ο Πιλάτος έπλυνε
τα πόδια του με το ξίδι
που έσταξαν οι θηλές
κάποιου εξωπλανήτη –

όσο απόμεινε το ήπιαμε
στα όρθια.

Συνταξιδιώτες
σ’ αυτές τις
περιπτώσεις
διαφορετικότητας

1990

*

JOHNNY GRIFFIN

Όμορφα και παρεξηγημένα
ώστε να ξεπροβάλλει
ψυχή τε και σώματι
στη μοναξιά του

(δύο φθαρμένες μπότες)

Κατά τα άλλα
κλειδιά
κλίμακες
μαγκιές

απ’ τον σωλήνα
τον μαικήνα
απαγγέλει
ανεπιφύλακτος
του οργάνου.

1992

*

STEVE LACY

Το εντωμεταξύ σε άλλη γλώσσα μπορεί κάλλιστα
και ως χρόνος βλοσυρός.
η αίσθηση που αποκομίζεις από τη μια
μουσική μπροσούρα για φουγάρα που
κατεδαφίστηκαν άδοξα είναι ικανή όχι
μόνο να εκφράσει τυπικά παράπονα μα
την ασφυξία όλου το καύσιμου που
καιγόταν τόσον καιρό
εκεί μέσα.

1994

*Από το βιβλίο “Εκδοχικά – Τζαζ ποιήματα 1990-2009”, εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Φεβρουάριος 2023.

Val Grey, Χαμένο κορμί

Τα χειρότερα βράδια
ακολουθούν, τα πιο σκοτεινά πρωινά
εκεί, στην άκρη του κρεβατιού
όταν τα πόδια ορθώνουν

κάτι σπάει στο πρώτο βήμα
κάτι γκρεμίζεται, στο δεύτερο
και η οσμή του χώρου, θυμίαμα
καμένη σάρκα δική μου
πολύτιμη ουσία,

στο τρίτο βήμα
έπεται καταστροφή

Εκείνη με καταπίνει ολόκληρη
ο Θεός ο ίδιος, με καταπίνει
χωρίς τέλος η επιθυμία, απουσιάζει
μαζί με μένα, μακριά για πάντα

ο απολογισμός σε κάθε πράξη , κάθε πνοή
δηλητήριο στους πνεύμονες, οξύ η ζωή
και στο κρεβάτι ένα σύννεφο, μαύρο
γνώριμο αξιόπιστο κουφάρι κείτεται,
ακίνητο χλωμό καθώς απουσιάζω
πάντα, στην άρνηση της, την επιμονή της,
τον θριαμβευτικό θάνατο της τρέμω
χωρίς φωνή και λόγια, υπηρετώ αυτούσια
υπομένω το καθεστώς της

Δούλος ή εργάτης, ή ακόμη αμαρτοβόρος
εκτελώ εντολές, αξιοθρήνητες φυγές
σαν παιδί της κι εγώ, για να προφυλαχτώ
ανασαίνει μέσα από μένα

και καθώς με μαστιγώνει, ανασαίνει
καθώς με τρυπάει, με φιλάει
καθώς με σκοτώνει, με αγκαλιάζει
ζοφερά καθώς μου τραγουδάει, εγώ
αποκοιμιέμαι στην απέραντη μορφή της
την απαράμιλλη, Αυτήν

την αποχαιρετώ κάθε βράδυ,
όμως Εκείνη δεν φεύγει ποτέ,
βράχος αήττητος, η Μάνα
μου πλακώνει τα σωθικά
χωρίς έλεος, κάθε πρωί
σε κάθε μου πνοή
σιχαίνομαι την ύπαρξη της

κάθε πρωί, σε κάθε αρχή
Εκείνη
προμηνύει το τέλος μου

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://vallgrey.com/2023/04/03/χαμένο-κορμί/

Άρης Φίλιππας, Δύο ποιήματα

Η ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΕΛΛΑΔΑ

τα Κύθηρα
κάτω απ΄ τη φωτοπλημμύρα του Πάνα
ο Καρούζος με το εαρινό παιχνίδι
της γλωσσογονίας
ο Άρης Αλεξάνδρου των ακίβδηλων ιδανικών
οι πεντατοτονίες της Ηπείρου
οι λησταρχίνες των φαραγγιών κ’ ο Άγιος Μάξιμος
με το συναγκάλιασμα του Άλλου
το δημοτικό τραγούδι, η υψίστη
μορφή ποίησης η καμωμένη απ’ τον Κανένα
το μνημείο του πρόσφυγα των πόλεων
το απαρέμφατο πάσχειν το ανετυμολόγητο αγαπάω
τα διάστικτα γόνατα των γυναικών κι η γροθιά τους
στην πρώτη γραμμή των μαχών
και πρωτίστως
της ταβέρνας το ρολόι: ο Τσιτσάνης κέντησε
1961 με την ιέρεια Πολύ Πάνου
στα μπουζούκια του Καρνέζη και
του Κώστα Παπαδόπουλου
πασαπνοάριο στην έσω ξενιτιά

άλλη Ελλάδα δεν γνωρίζω

*

ΤΟΚΟΓΛΥΦΟΙ

Παντού
στο δρόμο στο τηλέφωνο στο χώρο εργασίας
στο σχολείο στην τηλεόραση στη λαϊκή
τοκογλύφοι εντός κ΄ εκτός ελέω Θεού
βασιλιάδες του σπιτιού μας αγιογδύτες
της παράφορης εφηβείας μας
τοκογλύφοι των στιγμών και του συν
αισθήματος τοκογλύφοι της γλώσσας
και του έρωτα που μας βρήκε στο ναδίρ μας
όταν δεν είχε άλλο κάτω να βουλιάξουμε
τοκογλύφοι του φιλιού μας
της φιλίας μας
αισχοκέρδες της σύντομής μας βίζιτας
στη γη

ώρα να πηγαίνετε
μας ρουφιανέψατε
αρκετά

*Από τη συλλογή “αυτοί που πεθαίνουν είναι πάντα οι άλλοι”, εκδ. Θράκα, Ιούνιος 2022.

Θέκλα Γεωργίου, Πέντε ποιήματα

ΑΧΙΒΑΔΕΣ

Σπλάγχνα ατόφια,
Κρεουργημένη κοίτη της αγχινοίας μου,
Δώστε παλμό στο γέννημα
Του δικού μου ολέθρου.

*

ΤΡΙΑ

του άσπρου,
του μαύρου,
του γκρι

*

ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ

Δώσ’ μου το χέρι σου!
Το ‘κοψα.
Μου ‘βαλαν ένα κέρινο, με το ζόρι.

Αυτό θέλω!

*

ΚΟΡΜΙΑ

Κορμιά σε τσανάκια βιζόν
κι ενέσεις οξέος,
κορμιά αγκαλιασμένα διαφορετικά
που φιλιούνται σταυρωτά,
που καταπίνουν αθανασία.
Να, τέρπονται με την τέφρα.
Κορμιά,
νεκρά,
στο όνομα.

*

ΟΠΤΙΚΕΣ ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ

Αρχίζω και χωνεύω
βέλη φαρμακερά.
-Φαίνεται πως πειραματίστηκαν.

*Από τη συλλογή “υποθαλάμια”, εκδ. ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Δεκέμβριος 2022.

Bob Dylan, Tangled Up in Blue / Μπερδεμένος μες στη μελαγχολία

Early one mornin’ the sun was shinin’
I was layin’ in bed
Wond’rin’ if she’d changed at all
If her hair was still red
Her folks they said our lives together
Sure was gonna be rough
They never did like Mama’s homemade dress
Papa’s bankbook wasn’t big enough
And I was standin’ on the side of the road
Rain fallin’ on my shoes
Heading out for the East Coast
Lord knows I’ve paid some dues gettin’ through
Tangled up in blue

She was married when we first met
Soon to be divorced
I helped her out of a jam, I guess
But I used a little too much force
We drove that car as far as we could
Abandoned it out West
Split up on a dark sad night
Both agreeing it was best
She turned around to look at me
As I was walkin’ away
I heard her say over my shoulder
“We’ll meet again someday on the avenue”
Tangled up in blue

I had a job in the great north woods
Working as a cook for a spell
But I never did like it all that much
And one day the ax just fell
So I drifted down to New Orleans
Where I happened to be employed
Workin’ for a while on a fishin’ boat
Right outside of Delacroix
But all the while I was alone
The past was close behind
I seen a lot of women
But she never escaped my mind, and I just grew
Tangled up in blue

She was workin’ in a topless place
And I stopped in for a beer
I just kept lookin’ at the side of her face
In the spotlight so clear
And later on as the crowd thinned out
I’s just about to do the same
She was standing there in back of my chair
Said to me, “Don’t I know your name?”
I muttered somethin’ underneath my breath
She studied the lines on my face
I must admit I felt a little uneasy
When she bent down to tie the laces of my shoe
Tangled up in blue

She lit a burner on the stove
And offered me a pipe
“I thought you’d never say hello,” she said
“You look like the silent type”
Then she opened up a book of poems1
And handed it to me
Written by an Italian poet
From the thirteenth century
And every one of them words rang true
And glowed like burnin’ coal
Pourin’ off of every page
Like it was written in my soul from me to you
Tangled up in blue

I lived with them on Montague Street2
In a basement down the stairs
There was music in the cafés at night
And revolution in the air
Then he started into dealing with slaves
And something inside of him died
She had to sell everything she owned
And froze up inside
And when finally the bottom fell out
I became withdrawn
The only thing I knew how to do
Was to keep on keepin’ on like a bird that flew
Tangled up in blue

So now I’m goin’ back again
I got to get to her somehow
All the people we used to know
They’re an illusion to me now
Some are mathematicians
Some are carpenters’ wives
Don’t know how it all got started
I don’t know what they’re doin’ with their lives
But me, I’m still on the road
Headin’ for another joint
We always did feel the same
We just saw it from a different point of view
Tangled up in blue

  1. Matthew Collins of Harvard, noting that Dylan may not have been precise with dates, argues that there are similarities between elements of the lyrics of “Tangled up in Blue” and the fifth canto of Dante’s 14th Century Inferno, but finds it unlikely that Dylan will ever confirm who the reference in the song is to.[32] Hampton, however, believes that the reference is more likely to Petrarch.[24] Both Collins and Hampton note that in a 1978 interview, in reference to “Tangled Up in Blue”, Dylan was asked who the poet was and replied “Plutarch. Is that his name?”[32][24]
    https://en.wikipedia.org/wiki/Tangled_Up_in_Blue
  2. Montague is, of course, Romeo’s surname in William Shakespeare’s Romeo and Juliet, while on the actual street in Brooklyn, there was a venue called Capulet’s (Juliet’s surname and a place Dylan would frequent), reinforcing the fact that the song is about two star-crossed lovers who are destined to have their love fall into disarray.
    https://faroutmagazine.co.uk/story-bob-dylan-tangled-up-in-blue/ Μπερδεμένος μες στη μελαγχολία

Νωρίς ένα πρωί που ο ήλιος έλαμπε
Ήμουν ξαπλωμένος στο κρεβάτι
Κι αναρωτιόμουν εάν αυτή τα είχε όλα αλλάξει
Εάν τα μαλλιά της ήταν ακόμα κόκκινα
Οι δικοί της είπαν ότι η ζωή μου μαζί της
Θα ήταν σίγουρα σκληρή
Ποτέ δεν της άρεσαν τα φορέματα
που της έφτιαχνε με τα χέρια της η μάνα της
Και το βιβλιάριο της τράπεζας του πατέρα της
Δεν της ήταν ποτέ αρκετό
Και εγώ στεκόμουν στην άκρη του δρόμου
Η βροχή έπεφτε πάνω στα παπούτσια μου
Και κατευθυνόμουν προς την Ανατολική Ακτή
Ο Κύριος ξέρει ότι κατόρθωσα να πληρώσω μερικά
Από αυτά που χρωστούσα
Μπερδεμένος μες στη μελαγχολία

Ήταν παντρεμένη όταν πρωτογνωριστήκαμε
Γρήγορα χώρισε
Την βοήθησα να βγει από αυτό το μπλέξιμο, υποθέτω
Αλλά χρησιμοποίησα και λίγο βία
Ταξιδέψαμε με το αυτοκίνητο όσο μακρύτερα μπορούσαμε
Χαμένοι κάπου στη Δύση
Χωρίσαμε μια λυπημένη σκοτεινή νύχτα
Και οι δυο μας συμφωνήσαμε ότι αυτό ήταν το καλύτερο
Γύρισε πίσω να με κοιτάξει
Καθώς απομακρυνόμασταν ο ένας από τον άλλον
Την άκουσα να λέει πίσω απ’ τον ώμο μου
”Λοιπόν μια μέρα θα ξανασυναντηθούμε στη λεωφόρο”
Μπερδεμένος μες στη μελαγχολία

Έπιασα μια δουλειά στα μεγάλα δάση του βορρά
Δουλεύοντας σαν μάγειρας για μια εποχή
Αλλά ποτέ δεν μου άρεσε τόσο πολύ
Και μια μέρα που το τσεκούρι μου έπεσε
Κύλησα κάτω στη Νέα Ορλεάνη
Όπου συνέβη να με προσλάβουν
Δουλεύοντας για ένα καιρό σε μια ψαράδικη βάρκα
Ακριβώς έξω από το Delacroix
Αλλά σε λίγο ήμουν πάλι μοναχός
Το παρελθόν έκλεισε πίσω μου
Γνώρισα πολλές γυναίκες
Αλλά αυτήν ποτέ δεν την ξέχασα, και μεγάλωνα
Μπερδεμένος μες στη μελαγχολία

Δούλευε σ’ ένα μέρος με γυμνόστηθες γυναίκες
Όπου σταμάτησα για μια μπύρα
Κοίταζα το προφίλ της
Φάνταζε τόσο καθαρά από τον προβολέα
Και αργότερα όταν το πλήθος αραίωσε
Ήμουν έτοιμος και εγώ να φύγω
Στάθηκε πίσω από την καρέκλα μου
Μου είπε ” Δεν ξέρω το όνομά σου;΄΄
Κάτι σιγο ψιθύρισα κρατώντας την ανάσα μου
Μελέτησε τις γραμμές του προσώπου μου
Πρέπει να ομολογήσω ότι αισθάνθηκα λίγο αμήχανα
Όταν έσκυψε να δέσει τα κορδόνια του παπουτσιού μου
Μπερδεμένος μες στη μελαγχολία

Άναψε το μάτι στην ηλεκτρική κουζίνα
Και μου πρόσφερε μια πίπα
”Νόμιζα ότι ποτέ δεν θα με χαιρετήσεις”, μου είπε
”Μοιάζεις με τους σιωπηλούς τύπους”
Μετά άνοιξε ένα βιβλίο με ποιήματα2
Και μου το έδωσε στα χέρια
Γραμμένο από ένα Ιταλό ποιητή
Του δεκάτου τρίτου αιώνα
Και κάθε μια από τις λέξεις του ηχούσαν την αλήθεια
Και άστραφταν σαν ένα αναμμένο κάρβουνο
Που χυνόταν από την κάθε σελίδα του
Σαν να είχε γραφτεί στην ψυχή μου μόνο για μένα
Μπερδεμένος μες στη μελαγχολία

Έζησα μαζί της στη οδό Montague
Σ’ ένα υπόγειο κάτω από τις σκάλες
Ακούγαμε μουσική τη νύχτα στα καφέ
Και την επανάσταση να αιωρείται στον αέρα
Μετά ο δικός της ήθελε να την βγάλει στην πορνεία
Και κάτι μέσα της πέθανε
Αυτή πούλησε ότι της ανήκε
Και πάγωσε μέσα της
Και τελικά φτάσαμε στον πάτο
Απομακρύνθηκα
Το μόνο πράγμα που ήξερα να κάνω καλά
Το να κρατιέμαι από τα φτερά μου σαν το πουλί που πετά
Μπερδεμένος μες στη μελαγχολία

Να ‘μαι τώρα πίσω ξανά
Νιώθω ότι πρέπει να την ξαναβρώ
Όπως και όλους τους ανθρώπους που ξέραμε
Που έγιναν μια ψευδαίσθηση τώρα
Μερικοί από αυτούς έγιναν μαθηματικοί
Μερικές έγιναν γυναίκες ξυλουργών
Δεν ξέρω πως άρχισαν όλα
Δεν ξέρω τι κάνουν με τις ζωές τους
Αλλά εγώ ακόμα είμαι στο δρόμο
Κατευθυνόμενος σ’ ένα άλλο καταγώγιο
Πάντα αισθανόμασταν ίδια οι δυο μας
Μόνο που τα βλέπαμε από διαφορετική γωνία
Μπερδεμένος μες στη μελαγχολία

Μετάφραση: Μίλτος Αρβανιτάκης
LyricsTranslate.com