Λι Μπάι, Άρωμα από μακριά φτάνει ώς εδώ

Κι ήταν γεμάτο λουλούδια το δωμάτιό μου
όταν η ομορφιά ήταν εδώ μαζί μου.
Δεν υπάρχει πια. Μόνο τ’ άδειο κρεβάτι έμεινε.
Το πάπλωμα το κεντητό διπλωμένο κι αυτό.
Δεν με πιάνει ύπνος.
Τρία χρόνια πέρασαν, μα το άρωμά της μένει.
Αλλά πώς γίνεται και δεν φεύγει κι αυτό;
Μήπως σημάδι είναι
ότι η αγάπη μου θα γυρίσει πάλι κοντά μου;
Πόσο μου λείπει
ενώ γύρω μου πέφτουν τα κίτρινα φύλλα
κι η πάχνη της αυγής νοτίζει τα πράσινα μούσκλια.

Ο Λι Μπάι συγκαταλέγεται στους πλέον αντιπροσωπευτικούς ποιητές της Κίνας. Γεννήθηκε το 701 μ.Χ. στο Τσαγκ Μινγκ της επαρχίας Σιτσουάν. Επί δεκαετίες περιπλανήθηκε στο εσωτερικό της χώρας. Ως απόλυτος νομάς, ως μοναχός των δασών και των λιμνών, άγγιξε την ωραιότητα της Φύσης, αλλά ταυτοχρόνως και τον σκοτεινό πυρήνα της. Υπήρξε κατεξοχήν δεξιοτέχνης των εφαρμογών της παραγωγικής μεταφοράς. Η όλη διαχείριση της εσωτερικότητας των λεκτικών του σχηματισμών θεωρείται προ πολλού αρχετυπική. Η οντολογική πτυχή του έργου του μελετάται διαχρονικά. Παραμένει πράγματι αξεπέραστος σε πολλά. Η επαναπροσέγγιση του έργου του μέσα από τις μεταφράσεις του Γιώργου Βέη, που έζησε κι εργάστηκε οκτώ χρόνια στην Κίνα, συνιστά ασφαλώς καλοδεχούμενη ευκαιρία ξενάγησης σε σινικά τιμαλφή λόγου.

Λι Μπάι, Ποιήματα, εκδ. Σμίλη
Απόδοση: Γιώργος Βέης

Νίκος Πριόβολος, Δύο ποιήματα

[November Song]

Σήμερα έχει ήλιο
ένα φως που σκορπίζει χαμόγελα σ’ ερημικές τάξεις
μια υποψία κιμωλίας
πρώτες μέρες του Νοέμβρη
Η καθηγήτρια της ιστορίας κουνά συγκαταβατικά το κεφάλι
ο μαθηματικός τρεκλίζει ψελλίζοντας
όρια π’ απειρίζονται τείνοντας στο μηδέν
απ’ αριστερά ή από δεξιά είν’ αδιάφορο
Το προαύλιο σιγά σιγά γεμίζει
με δάνειες οσμές απ’ εφηβικά όνειρα
προσμονές κι έρωτες
αναπνέει ανυπόμονα στη θέα και μόνο
Εξασφαλίζει ένα είδος ποιητικής ασυλίας

(Απολιτίκ) καταλήψεις
πενθήμερες εκδρομές
πανελλήνιες εξετάσεις

Η τελετουργία π΄ οδηγεί στον ενήλικο κόσμο

*
[November Song – 2]

Με τόσο θυμίαμα απ’ τα μέσα ενημέρωσης
κάποιοι επίδοξοι συγγραφείς
αναδύουν λιβάνι απ’ τις σελίδες τους
Δεδομένη η ύπαρξη των βιβλίων τους στη λίστα των ευπώλητων
όπως κι οτιδήποτε καταναλώνεται απ΄ τους ιθαγενείς αυτού του τόπου

Αν κάποιος ψάχνει απαντήσεις δε θα τις βρει εκεί
υπάρχουν πάμπολλα άλλα π’ ανατροφοδοτούν με νέες ερωτήσεις

Γιατί κάθε βιβλίο δεν είναι παρά η πηγή π’ αρδεύει κάθε επόμενη ερώτηση

Όπως κάθε Νοέμβρης από το ’73 και μετά δε θα ‘ναι ποτέ ίδιος

*Από τη συλλογή «Το παιδί π’ απέμεινε όρθιο», εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Σεπτέμβριος 2019.

Κατερίνα Κολιοπούλου, Τρία ποιήματα

ΑΠΟΥΣΙΑ

Όπως θρόιζαν τα φύλλα
στον κίτρινο δρόμο της νύχτας
θυμήθηκα
το σούσουρο της φωνής σου
τα πρωινά τραγούδια στην μπανιέρα
το χτύπημα στο κουδούνι
δυο τρεις καλές κουβέντες
κι ένα σημάδι στο στήθος

Θε μου, πόσο μόνοι είμαστε
ενώ σφυρίζουνε τα φύλλα
εγώ να σε θυμάμαι

*

ΣΤΗΝ ΟΥΡΑ

Όχι όχι!
Δεν με πείραξε που είμαι
αριθμός
ούτε και με πειράζει
η μονάδα

Είναι η όχληση του λιακωτού
που μου τη δίνει
Αυτή η αίσθηση της αθεράπευτης προστασίας:
αλεξίσφαιρες βιταμίνες
αλεξίπονη πράξη
αλεξικέραυνα μνήμης

Σταματήστε πια!
Δεν φιμώνεται η βροχή

*

ΑΠΕΡΓΙΑ ΣΗΜΕΡΑ

ένα στόμα
χασμουριέται
όλο και μεγεθύνεται
όλο και ξεχειλώνει
μια μαύρη τουλίπα

στα πρώτα δόντια
λαχταρά παγωτό παυσίπονο
η κρέμα λιώνει μετά
γαργαλάει το σώμα
τη γλώσσα παγώνει
δεν βγάζει κιχ

μουδιασμένα χείλη
πάνω σε χαρτί
(ενός πνιγμένου οργασμού το αχ
το κρίμα της ποίησης σήμερα)

*Από τη συλλογή “εντωμεταξύ”, εκδ. Ενύπνιο, Αθήνα 2022.

Γ.Δ. Σέρμυντ, Τέσσερα ποιήματα

ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΣΥΣΤΟΛΗ

Αυτό που κρατάς στο χέρι σου
είναι η καρδιά μου,
μια χειροβομβίδα απασφαλισμένη.

Κράτα την παλάμη σου κλειστή,
σφίξε τα δάχτυλα με όλη τη δύναμή σου.
Αυτό που κρατάς στο χέρι σου,
καλύτερα να λιώσει παρά να εκραγεί

*

ΔΥΣΚΟΛΟ ΤΟΠΙΟ

Δες μας τώρα.

Ουρανός εσύ, θάλασσα εγώ
αναζητούμε μάταια
έναν ορίζοντα να συναντηθούμε

*

ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ

Οι τρεις τελείες
που θα μπουν στο παραμύθι μας
δεν θα αποσιωπούν

μα θα φωνάζουν

Ότι κανείς δεν ζει καλά
όταν το βιβλίο κλείσει.

*

ΣΕΠΤΕΜΒΡΗΣ

Γεννήθηκα φθινόπωρο
κι έριξα τα φύλλα μου βιαστικά
μένοντας γδυτός
μες στην υπόσχεση της βροχής.

Τώρα
που το φθινόπωρο πέρασε
κι ο χειμώνας λεηλατεί
το απογυμνωμένο δέρμα μου

έχω πια πειστεί
ότι η φύση με ξεγέλασε’ ότι

βιάστηκα να ξεγελαστώ

*Από τη συλλογή “Σεπτέμβρης Νέα Επαφή”, εκδ. πρότζεκτ ερσίλια, Αθήνα 2022.

Billy Collins, Μη βασανίζετε τα ποιήματα δε πρόκειται να ομολογήσουν

Τους ζητώ να πάρουν ένα ποίημα
και να το κρατήσουνε ψηλά στο φως
σαν φιλμ χρωματιστό

ή ν’ ακουμπήσουνε το αυτί τους στο μελίσσι του.
Λέω, ρίξτε ένα ποντίκι μες στο ποίημα
και δείτε το ν’ αναζητά την έξοδο,

ή περπατήστε στο δωμάτιο του ποιήματος
ψαύοντας τους τοίχους για το φως.

Θέλω -τους λέω- να κάνετε θαλάσσιο σκι
στην επιφάνεια ενός ποιήματος
γνέφοντας στ’ όνομα του συγγραφέα στην ακτή.

Μα το μόνο που θέλουν να κάνουν
είναι να δέσουνε το ποίημα με σχοινί σε μια καρέκλα
και να το βασανίσουν μέχρις ότου ομολογήσει.

Ξεκινούν να το χτυπούν μ’ έναν σωλήνα
ώστε να μάθουν τι πραγματικά σημαίνει.

*Αναδημοσίευση από εδώ: http://poiitariato.blogspot.com/2021/01/blog-post_26.html

Ευθύμης Λέντζας, Δύο ποιήματα

Θέλω να είμαι όμορφος όπως η βραδινή βροχή. Ώρα αιχμής στην Αθηνάς με τις πολλές φωνές, με τους αμνούς κρεμάμενος. Απ’ την πλατεία Κοτζιά ως την Ομόνοια – αριστερά στο μέρος της καρδιάς σαν πάθος πάντα όρθιος. Φθινοπωρινό μου πένθος, ένα βαρύ παλτό, στην πλάτη ο σάκος ανυπόφορος. Με τον ιδρώτα στο μέτωπο – μυρωδικά των Εξαρχείων∙ άγνωστα σώματα∙ κανείς δεν ξέρει το όνομά σας. Στην Πατησίων με φτερούγες από σίδερο, αναπηρικά καρότσια συστέλλοντας το σούρουπο. Το στήθος μου τυλίγουνε οι στεναγμοί των δρόμων. Λειψές μεζούρες οινοπνεύματος∙ τα τόσα «δεν», τα «μη», τα «αν», τα «ίσως» που μας στέρησαν το όνειρο. Μια αγάπη σαν ψηφιδωτό. Τα ρέστα μου για ένα εισιτήριο∙ γεύσεις του απογεύματος με ζωηρόχρωμα μαλλιά, σύρματα, νεραντζιές και τρόλεϊ. Είμαι στον ήλιο ένα φιλί, χάδι στο κάθισμα ενός που ήταν μόνος. Οι βιτρίνες επιστρέφουν το πρόσωπό μου∙ οι λεπτοδείχτες το τέλος της μέρας.

*

Θέλω να είμαι ακίνδυνος όπως το σύννεφο για το βουνό∙ θάλασσες που δε γνώρισα να γνωρίσω. Στη χαράδρα να βρω την ηχώ μου, ψηλαφώντας τις φλέβες να υψωθώ στο φως. Όλα τα κόκαλά μου: άνθη στον κήπο με τις κακές σιωπές. Αφύλαχτα βάθη που μου δόθηκαν χάρισμα∙ να ανεβαίνω, να μην σταματώ, πάλι να κατεβαίνω σημαδεμένος σα χαρακιά στη νύχτα. Ζωή μου από νερό και δρόμο. Κρεβάτι μονάκριβο στο λόφο με τα κυπαρίσσια. Όμορφα θα ’ναι κοντά στο θεό. Όλα τα άλλα χαμένα στο αίμα. Χείλια και μάτια∙ στόμα που πέφτει από τον ουρανό. Ψυχή μου στον απέραντο φράχτη, συλλογίσου το άπειρο.

*Τα ποιήματα αναδημοσιεύονται από εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2023/04/11/2-ποιήματα-ευθύμης-λέντζας/#like-6447

Richard M. Berlin, Υπαρξιακή κρίση

Ένας στρατιώτης της Ένωσης αναπαύεται
πάνω σ’ ένα κασόνι φτιαγμένο από πεύκο,
η δεξιά του γροθιά ακουμπά
σε μια δέσμη φύλλων χαρτιού στο μηρό του
το βλέμμα του στοχεύει στο βάθος
της γαλάζιας ομίχλης,
μη δίνοντας καμιά σημασία
στο ακρωτηριασμένο πόδι που ακόμα
ντυμένο με τη μπότα και το παντελόνι
ξεπροβάλλει απ’ τη σκηνούλα πίσω του.
Προσπαθώ να φανταστώ τη ζωή του στρατιώτη–
ίσως να ’ναι ένας γιατρός που γράφει
την αναφορά του απ’ το πεδίο μάχης,
ή ένας ποιητής σαν τον Walt Whitman
που ονειρεύεται τον επόμενο λυπημένο στίχο
πριν επανέλθει στα καθήκοντά του
να φροντίσει τους πληγωμένους
και να σκεπάσει τους νεκρούς.
Τα μάτια μου εντοπίζουν κορδέλες
μαύρου πυκνού καπνού απ’ τις φλόγες
της φωτιάς που ζεσταίνει
τον οχυρωμένο καταυλισμό του,
περνάω δίπλα απ’ τους σωρούς γαλέτας,
και απ’ τα καθαρά σεντόνια
που κυματίζουν σαν αυτοσχέδιες κουρτίνες
σε μια σκηνή θεάτρου,
όπου μια μπάντα χάλκινων πνευστών παίζει
για τους εξαντλημένους συντρόφους
ενώ τα επαναστατημένα στρατεύματα
διασχίζουν σε σχηματισμό
τον ήρεμο Rappannock,
και οι στάχτες απ’ τις μακρινές μάχες
αναμιγνύονται με τα φουσκωμένα σύννεφα.
Λένε ότι οι στρατοί αντάλλαζαν τραγούδια
μερικές φορές ταυτόχρονα, για να σκεπάσουν
το τραγούδι της άλλης πλευράς,
αλλά ένωναν τις δυνάμεις τους
για να τραγουδήσουν στο τέλος
το ‘‘Σπίτι, αγαπημένο σπίτι’’
έως ότου οι τελευταίες νότες έσβηναν,
και η μόνη μουσική που παρέμενε
υψωνόταν με τους συριγμούς
και τα κρακ της φωτιάς μαζί με τα βογγητά
των πληγωμένων στρατιωτών. Εάν μπορούσα
να μπω σ’ αυτό το σκηνικό, αναρωτιέμαι
ποιος θα ’μουν –ο επαναστάτης που κάποτε
δοκίμασε να φορέσει τη στολή του
αλλά τη βρήκα πολύ φαρδιά για να μου ταιριάξει,
ο στοχαστικός γιατρός που έγινα,
με τα πρωτόγονα εργαλεία του
που παρέμειναν στομωμένα σαν τη λεπίδα
του πριονιού του Εμφυλίου Πολέμου,
ο ποιητής που μ’ ένα μπλοκ από γαλλικό χαρτί
μελετά τα σύννεφα για να βρει νέες μεταφορές,
ή ο μουσικός που εξασκείται σε μια μελωδία
που οι νότες της διαλύονται χωρίς τύψεις
στο ματωμένο αέρα, που μόνο αυτός τις ακούει.

*Στη φωτογραφία της ανάρτησης ’’Home sweet home’’, του Winslow Homer (1836-1910).

**Μετάφραση: Μίλτος Σ. Αρβανιτάκης

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Η πρόβα / The rehearsal

Στο θίασο που έκανε πρόβα για τη θεατρική παράσταση
ο σκηνοθέτης συχνά επαναλάμβανε
στους ηθοποιούς του:
“Άμεσα βγάλτε έξω τον πυρήνα των συναισθημάτων,
άμεσα εκτεθείτε”.

Σκέπτομαι:
Ό,τι εξουθενωτικά ζητάει και η ποίηση,
τον απόκρυφο εαυτό σου να εκθέτεις,
μέχρις εσχάτων.

During rehearsal for the troupe’s opening night
The director often repeated
To his actors:
“Give vent to the core of your feelings,
Reveal what’s kept inside”.

And I’m thinking:
“However exhausting the demands of poetry,
To expose your secret self
Is a struggle to the death.”

*Από το βιβλίο “Tragedy and the den of the senses”, εκδ. Αλφειός, 2020.
**Αγγλική μετάφραση: Douglas Bablington.

Ειρήνη Παραδεισανού, Παιδικές παλάμες

Κάθε που μου ζητούν τη γνώμη
για όσα αλλόφρονα περιστρέφονται γύρω μου
νοιώθω μια ζάλη
σαν να κατάπια με μιάς όλον τον αέρα
κι άφησα τον χώρο ξερό κι αποσβολωμένο

Δεν είναι πως δεν έχω τι να πω
είναι που δεν βρίσκω κανέναν λόγο να το ξεστομίσω

Και τότε
πιάνω τον εαυτό μου να μουρμουρίζει ένα τραχύ κι
ασυνάρτητο φθόγγο
διαρκώς επαναλαμβανόμενο
σαν γρύλισμα σκυλιού
που το άφησαν δεμένο για μέρες
δίχως νερό και φαγητό
να κοιτά έναν τοίχο

Το στόμα μου
γίνεται ράμφος σπουργίτη
που του φεύγει η ψυχή

Κι οι παιδικές παλάμες
με χτυπούν να ξυπνήσω

*Από τη συλλογή “Παιδικές παλάμες”, εκδ. Βακχικόν, 2021.

Ζωή Καραπατάκη, Πάνω στους ” Δεκατρείς τρόπους να κοιτάξεις έναν κότσυφα” του Wallace Stevens 

I

Λευκό χιόνι
Είκοσι βολβοί κοτσυφιών
Το ατενίζουν
Παρέα

ΙΙ

Δεν το καταλαβαίνουμε
Αλλά άνθρωποι και πουλιά
Είμαστε
Ένα

ΙΙΙ

Τα παγοκρύσταλλα
Σκέπασαν το πλατύ περβάζι
Που έγινε σκληρό σα γυαλί
Πάνω του σύρθηκε
Η σκιά του κότσυφα
Ανατριχιάζοντας

IV

Ω ισχνοί άνδρες της πόλης,
Αν ακούγατε τα πρωινά
Τον κότσυφα
Θα ήσασταν όλοι
Όμορφοι

V

Γκρίζο απόγευμα
Με χιόνι πολύ
Μα στο λευκό κλαρί
Ανασαίνει αργά αργά
Ένας κότσυφας

VI

Η άμαξα έτρεχε
Αφήνοντας σκιές στο χώμα
Τις έπαιρνες για πουλιά
Για μαύρα
Κοτσύφια

VII

Ακούω τα κοτσύφια
Να γλυκοσφυρίζουν
Και τα ζηλεύω
Πολύ

VIII

Γοητεύεσαι από το τραγούδι
Του κότσυφα,
Βρες όμως κι εσύ έναν τρόπο
θελκτικό
να του μοιάσεις
Πάρε τη μπλε κιθάρα και
Φώτισε
τον σιωπηρό ουρανό