grote_sque, Μεταίχμιο

λες θυμάσαι/
δε λες είσαι μια συντεταγμένη/
δε λες υπάρχει μια κρύπτη στο χρόνο που ονομάζεται νοσταλγία/
λες λέξεις/
λες λέξεις σαν φθόγγους/
λες λέξεις σαν ήχους/
λες λέξεις σαν λυγμούς/
δε λες για νύχτες ήσυχες και πόνους βουβούς/
λες για τον πόνο/
δε λες για τον πόνο που πονάει/
δε λες φιλάω τα μηνύματα/
λες ότι έχεις τις λέξεις/
δε λες πως δεν έχεις τη γλώσσα /
λες για τη θλίψη και την πλήξη/
δε λες πως είσαι μια ιστορία δίχως στίξη/
λες για ιδέες/
και δε λες είμαι μια έρημος/
δε λες είμαι μια κινούμενη άμμος/
λες για κατασκευές/
και δε λες ότι έχουμε τις λέξεις και τους φθόγγους και τους ήχους και τους λυγμούς/
το σημαίνον και το σημαινόμενο/
τον βορρά και τον νότο/
λες για λέξεις/
λες λες και δε λες/
πως είσαι μια ιστορία χωρίς στίξη/
δε λες ότι είσαι συντεταγμένη/
δε λες ότι είσαι μια κρύπτη στο χρόνο που ονομάζεται νοσταλγία/
λες για ιδέες/
λες ότι ξέρεις/
κι εγώ λέω ότι το μόνο που ξέρω/
το μόνο που ξέρω είναι ότι δεν ξέρω τίποτα/
και ίσως κάτι ξέρω/
ίσως κάτι ξέρω/
ίσως/
ίσως ξέρω για την κινούμενη άμμο/
ίσως ξέρω για την άμμο που γλιστράει ανάμεσα στα δάχτυλά μου/
και ξέρω για τον πόνο που πονάει/
και ξέρω για τα μηνύματα που φιλιούνται/
και την άνωση που είναι χορός για ψάρια/
κι εγώ το ψάρι έξω από το νερό που σπαρταράει/
εγώ το ψάρι που κολυμπάει/
εγώ η ψυχή ψαριού σε κορμί γατίσιο/
εγώ η γάτα / εγώ το ποντίκι/
εγώ το κυνηγητό/
εσύ ο κλέφτης/ εσύ ο κλέφτης/
εγώ το σπίτι που κλέβεις/
εγώ το λάφυρο/
εγώ ο απολογισμός/
εγώ ο γείτονας που κοιτά από την κλειδαρότρυπα να κλέβεις/
εγώ που σε αφήνω να κλέβεις/
εγώ που δεν έχω άλλο/
εγώ η κλειδαρότρυπα/
εσύ το κλειδί/
εσύ η διάρρηξη/
εγώ που ρίχνω το κλειδί στη θάλασσα/
εγώ που θέλω θάλασσα/
εγώ που δε θέλω την παλίρροια/ εσύ που είσαι παλίρροια/
εγώ που θέλω να γίνεις νερό και να κυλήσεις/
εγώ που θέλω τον κύκλο του νερού και τον κύκλο της ζωής και τον κύκλο που κάνουν τα
πράγματα/
εγώ τα πράγματα / εγώ τα πράγματα/
εσύ τα φαινόμενα/
εμείς μια συντεταγμένη / εμείς μια κρύπτη/
εμείς λέξεις/ εμείς κλοπή/ εμείς νερό/
εμείς τίποτα /εμείς τίποτα/
εμείς –

*Παρμένο από το ιστολόγιο του περιοδικού ΤΕΦΛΟΝ, στο https://teflon.wordpress.com/page/4/

Roger Robinson, Περπάτησε μαζί μου

Διασχίζω το Μπρίξτον μ’ έναν νεαρό τύπο
με φάτσα αγριεμένη και σκληρή
και του λέω ηρέμησε λίγο, εντάξει είμαστε.
Μα ο πειρασμός κυλάει μες στις φλέβες τους, δεν τον αφήνει.
Με λέει παρατηρητή, με λέει βιβλιοπόντικα.
Περπατάμε φροντίζοντας ν’ αποφεύγουμε κάποιους δρόμους
το Λάμπφορο, τον σιδηροδρομικό σταθμό. Κι οι δυο μας
ξέρουμε το γιατί
Του λέω πως κάτω απ’ αυτούς ακριβώς τους δρόμους που
βαδίζουμε,
βαθιά κάτω απ’ την άσφαλτο, κάτω από το μπετό,
κάτω από τα χαλίκια, το χώμα και τις πέτρες,
τρέχει ένα ποτάμι που το λένε Έφρα.
Ένα μαύρο και δυνατό ποτάμι που κυλάει στο σκοτάδι.
Και πριν από εκατόν πενήντα χρόνια
οι γαλαζοαίματοι πλέανε μες στα νερά του
προς το Μπρίξτον φορώντας τα ωραιότερα ενδύματά τους
κι ούτε το κρακ σκεφτόντουσαν τότε ούτε και τα καφέ.
Κάθε τόσο όμως
οι ουρανοξύστες λειτουργούνε σαν μεγάφωνα
κι ο ήρεμος ήχος ενός καθαρού ποταμού που κυλάει
ακούγεται μες στους δρόμους του Μπρίξτον.
Ακόμα όμως κι αν μας καλεί ο ποταμός, του λέω
τα πράγματα έχουν αλλάξει εδώ πέρα.
Το Μπρίξτον δεν είναι η ιστορία του
κι ούτε κι εμείς πρέπει να είμαστε
κι ας ακούμε το κάλεσμα του παρελθόντος.

*Από τη συλλογή “Ένας φορητός παράδεισος”, εκδ. Κείμενα. Μετάφραση: Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος.

Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, Δύο ποιήματα

ΠΑΙΔΙ

Όση αγάπη χρειαζόμουν μου χαρίσανε.
Όμως από παιδιά
Τους ανθρώπους
Στη δουλειά τυραννούν.
Κι εγώ –
για τις όχθες έφυγα του Ριόν
κι έκοβα βόλτες,
χωρίς να κάνω τίποτα.
Θύμωνε η μαμά:
«Χαμένο παιδί!»
Απειλούσε ο πατέρας με το λουρί να με δείρει,
Κι εγώ,
ξετρυπώνοντας ένα κάλπικο τρίρουβλο,
έπαιζα στο φράχτη με τους στρατιώτες τα «τρία φύλλα».
Χωρίς το βάρος του πουκάμισου,
χωρίς των παπουτσιών το βάρος
ψηνόμουν στη ζέστη του Κουταϊσι.
Γυρνούσα στον ήλιο πότε την πλάτη,
πότε την κοιλιά –
ώσπου ο σβέρκος έτσουζε.
Ξαφνιαζόταν ο ήλιος:
Κι όμως –
έχει καρδούλα.
Προσπαθεί ο μικρός!
Πώς
Σ’ αυτό
το ρεβίθι
χωράω –
κι εγώ,
και το ποτάμι,
και τα πελώρια βράχια;!».

*

ΝΕΟΣ

Η νιότη έχει ασχολίες σωρό.
Γραμματικές μαθαίνουμε χαζότερα κι από τους πιο χαζούς.
Εμένα όμως
με πέταξαν από την Πέμπτη τάξη.
Με πήγανε να μάθω στις μοσχοβίτικες φυλακές.
Στο δικό μας
μικρόκοσμο
των διαμερισμάτων
για τις κρεβατοκάμαρες κατσαροί μεγαλώνουν λυρικοί.
Τι να βρεις σ’ αυτά τα λυρικά σκυλάκια;!
Εμένα
ν’ αγαπώ
με μάθαν
στο Μπουτιρκί.
Τι θέλω εγώ τη θλίψη για το δάσος της Βουλώνης;!
Τι θέλω εγώ τους αναστεναγμούς απ’ τα θαλασσινά τοπία;!
Εγώ
στο «Γραφείο Πενθίμων Τελετών»
ερωτεύτηκα
με το μάτι του κελιού 103.
Αυτοί που βλέπουν κάθε μέρα τον ήλιο,
το παίρνουν πάνω τους.
«Τι – δηλαδή – σημαίνουν αυτές οι αχτιδούλες;».
Μα εγώ
πίσω από τον τοίχο
για μια κίτρινη αχτίνα
θα τα ‘δινα τότε – όλα στον κόσμο.

*Μετάφραση: Χρήστος Τρικαλινός.

Ασημίνα Κ. Λαμπράκου, Μουσκεμένοι δρόμοι

Οι μουσκεμένοι δρόμοι
τρυπώνουν στα σεντόνια
σε δωμάτιο φτηνού ξενοδοχείου
Καμία θέρμανση
δε μπορεί να τους συγκρατήσει
Έπηλυς καταισχύνη
λαθραία επικάθειται
στους λοβούς του εγκεφάλου
Δάκρυ των οφθαλμών εξορύσσεται

Μήτε ο μίσχος της τουλίπας
βολεύεται ως του αξίζει
στο νεροπότηρο
Η μεγαλωσύνη ταπεινούται

Φτηνός ήχος κινητού
κι ο Αύγουστος του Νικόλα
εξορίζεται

Θεσσαλονίκη

*Από τη συλλογή “Οι απέναντι”, Αθήνα, 2012.

Κωνσταντίνος Γαλάνης, Η μάχη με την Πίστη

Η μάχη με την Πίστη

Αντικρύζει τις στέγες των ναών.
Τρούλοι καρτερούν το νερό της βροχής να ξεπλυθούν.
Περιστέρια σκαλίζουν τις φωλιές στον κόλπο των σταυρών.
Η ζωή εγκλωβισμένη σε κεκλιμένες προσευχές,
πριν κυλήσει στο κενό.

Η μάχη με την Πίστη

Μάτια θωρούν
εκκλησιές δίχως τρούλο.
Σταυροί δραπέτες.

Η μάχη με την Πίστη

Χιόνι πέφτει.
Τ’ αστέρι λάμπει στη φάτνη.
Η πίστη λειώνει.

Η μάχη με την Πίστη

Δύο ξύλα.
Αγκαλιά στον λόφο.
Σταυρός και Ανάσταση.

*Από τη συλλογή “Η μάχη με τις σκιές”, εκδ. Εκάτη, 2019.

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Τρία ποιήματα

ΜΟΝΟ ΜΠΟΡΩ Ν’ ΑΝΑΤΑΡΑΖΟΜΑΙ

Δεν ξέρω να πω
τι γεωλογικά φαινόμενα
έπλασαν την ομορφιά σου.
Τι πιέσεις και τι εκτονώσεις,
τι ανεβάσματα και κατεβάσματα
και παρελεύσεις εποχών
κρύου και ζέστης.
Μόνο μπορώ ν’ αναταράζομαι
πιασμένος όλος σε μια τρίχα
ολόμαλλου θεριού,
που είν’ ο χρόνος
και καλπάζει.

*

ΣΤΗΝ ΠΑΓΩΜΕΝΗ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

Σιωπή του κρύου στην ανηφόρα.
Προχωράς και βλέπεις το χνώτο σου,
Αφουγκράζεσαι την αντλία της καρδιάς σου.
Και στ’ αυτιά σου ένα βουητό.
Ξέχνα το μάλλινο παλτό.
Αν θυσιάσεις λίγη άνεση,
δεν μπαίνεις στην παγωμένη
επικράτεια της ποίησης.

*

ΤΟΥ ΔΕΝΤΡΟΥ

Το κρασί που περίσσεψε
το έριξα στη ρίζα του δέντρου.
Αυτό απόψε δεν είναι ένα ποίημα.
Είναι η μακρόσυρτη φωνή του Nick.
Είναι οι ουράνιοι αρπισμοί της κιθάρας του.
Η μέρα που περίσσεψε
και την έριξα στη ρίζα του δέντρου.

*Από τη συλλογή “Σκάρτη πραμάτεια”, εκδ. Οσελότος, Φεβρουάριος 2023.

Βασίλης Κουντζάκης, Δύο ποιήματα

Μηδέν
Ο πρώτος αριθμός
Ο πρώτος άνθρωπος
Η πρώτη σύλληψη
Μηδενικά μηνύματα
Σε ψάχνω τα βράδια
Στην ομίχλη
Σε φώτα χαμηλά
Σε δρόμους νοτισμένους
Σάββατο συνήθως
Στης μέρας
Και της νύχτας
Την αλλαγή
Βρέχει ακόμα
Κι ακούγεται ένα τραγούδι
Της Λένας παλιό
Μουδιασμένος
Παίρνω το δρόμο της επιστροφής
Επίλογος μιας συνάντησης
Σε φόντο κόκκινο βαθύ
Με κατάλαβες άραγε;

*

Απόψε
το διακριτικό σου άρωμα
κάτω από πολυκατοικίες ηλεκτρικές
δίπλα σε βιτρίνες παλιές
δίπλα σε φώτα νέον
ελληνικές μελωδίες από γυναικείες φωνές
σε μονοφωνικά τραγούδια
Μέσα από ένα ποτήρι
αγναντεύω
την ήττα της συλλογικής δημιουργίας
την ήττα μιας έμπνευσης
τον εαυτό μας
Αυτό που πολλοί αποκαλούν αγάπη
-παγιδευμένο σε εικόνες και λέξεις-
χάνεται σε μια ανείπωτη μακρά διαδρομή

*Από τη συλλογή “Δίχως όνομα”, εκδ. Εκάτη, 2015.

Γιώργος Λίλλης, Το χάπι Μούρτι-Μπινγκ

τελικά έμαθα να μιλώ τη γλώσσα σας
να συνυπογράφω με το χέρι στην καρδιά
τις καταδίκες σας
να βγάζω παραδάκι πουλώντας
τα συγχωροχάρτια σας
είμαι αυτός που έμαθε να γελά με τα αστεία σας
ο κομψός κύριος
με τους καθωσπρέπει τρόπους
περήφανος κηρύσσω δημόσια την άνοιξη
πίνω το χάπι σας
κάποτε είχα τρομερό λόξυγγα
όταν ξεστόμιζα ψέμματα
τώρα η αλήθεια μου προξενεί ασφυξία

τελικά έμαθα να χορεύω τους χορούς σας
να καπνίζω τα τσιγάρα σας
να εχθρεύομαι τους εχθρούς σας
είμαι αυτός που έμαθε να γελά με τα αστεία σας
ο κομψός κύριος
με τους καθωσπρέπει τρόπους
περήφανος κηρύσσω δημόσια την άνοιξη
κάποτε είχα αλλεργία στον ολοκληρωτισμό
τώρα ψηφίζω αδιστακτως
τις πρόκες και τα σφυριά σας
και χορεύω, ως ναι, χορεύω
μπροστά στις κάννες
ξεχνώντας πως ήσασταν πάντα
καλοί στο σημάδι

*Από τη συλλογή “Το χάπι Μούρτι-Μπινγκ”, εκδ. ενύπνιο, 2012.

Ρογήρος Δέξτερ, Σχεδίες

Gesta In Eutopia

•λιάδα από τα ποτά• και
Τα διάφορα• τα
Κερασμένα από το κάτω ράφι• τρεις
Και κάτι κουμπωμένοι
Γυροφέρνουν με χάχανα τη σερβιτόρα•τους
Κάνει πέρα ευγενικά• ε όχι – σου λέει –
Και με αλμπάνια που μυρίζουν
Χασανιές• με
Πιάνει στο γλυκό μπλα μπλα• και
Μάλλον το σκέφτεται για λίγο• αν
Αξίζει ή δεν• να το πιει μονορούφι•
Μια κοπανιά•
Το σπέρμα μου στην αποθήκη
Για ένα ψωροπενηντάρι• ώρες ώρες
Το νιώθω• αλλά μόνο ξενέρωτος•
Ότι είμαστε ένας σωρός
Από άθλια σκουλήκια
Που σέρνονται μέσα σ’ ένα σάπιο μήλο•

*

De memoria artificiale italica

•με κοίταζε λοξά• όταν με κοίταζε•
Λες και περνούσε
Τη σαλιωμένη κλωστή
Μέσα απ’ το μάτι μιας βελόνας• ” dammi
La pigione, Costantino! ” φώναζε•
Θυμωμένη• η σπιτονοικοκυρά μου•
La signorissima Raimona Quarta• νωρίς
Νωρίς• πάντα στο γλυκοχάραμα•
Βροντώντας την πόρτα για το νοίκι• 300χιλ.
Λιρέτες στο χέρι• για ένα δωμάτιο
Σ’ ένα χάρβαλο ετοιμόρροπο• που έτρεμε•
Στον πρώτο terrae motus
Et tremor adriaticus• απαίσιο•
Ακόμη κι όταν μπαινόβγαιναν
Τραγουδώντας• δυο όμορφα πλάσματα•
Οι κόρες της• μοιάζοντας
Σα να τις είχαν αφήσει κάποτε
Στο δάσος οι νεράιδες• μετά
Από χρόνια έμαθα
Ότι έφυγε
[Όπως κι ο σύζυγός της] από καρδιά•
Ίσως την ώρα που θα μετρούσε στενάχωρη•
Ένα ένα• τα λίγα κέρματα στην ταμειακή•
Στην Tabaccheria Del Corso• απ’ όπου
[Η μόνη φορά που ακούστηκε συγκινημένη]
Αντίκρυσε κάποια νύχτα
Όχι πολύ μακριά από τη Necropoli
Από ένα μικρό παράθυρο•
Καπνίζοντας Fortuna Blu•
Το παλιό θέατρο στις φλόγες• ενώ
Τώρα βλέποντας πίσω
Φέρνω στη μνήμη
Τόσους και άλλους τόσους
Που έκαψαν τη ζωή τους• ή
Την είδαν να φλέγεται•
Για μιαν ιδέα• έναν αγώνα• ή ένα τίποτα•
Και ποτέ δεν κύλησε κανένα δάκρυ•

*

“Pseudo-Blues”
[prose song “written on a toilet roll”]

•στον Πτι’ Ζαν Λεμπρί• τις
Νύχτες που του έλειπαν
Η πρέζα και η γυναίκα• ή
Τα άσχημα πρωινά
Όταν το κρύο περόνιαζε τα κόκκαλα
Στο Βίλλατζ• οι κομμουνιστές
Του έφταιγαν• και οι Εβραίοι•
Σσαλόμ• γιατί τέτοιοι ήταν πάντοτε•
Μα σσλομχά; Καθώς πίστευε• ελόγου
Τους• η μεγάλη πληγή της ανθρωπότητας•
Οι δράκοι που φυλάνε τις προαιώνιες
Πηγές του νερού
Και κρύβονται στην παραμύθα• και
Όχι γιατί δεν μπορούσε
Να στανιάρει με τίποτα απ’ τη στέρηση•
Λοιπόν τόσο λοξά σκεφτόταν
Κάπου κάπου• αλλά
Ας του δώσουμε συγχωροχάρτι• την
Ώρα που τηγάνιζε σε βούτυρο
Αβγά με μπέηκον
Και τα ονόμαζε γελώντας
“Νόστιμο ποίημα” • και μάλλον
Έτσι θα ήταν•
Σε κάτι ακαριαία κι αυτοσχέδια
Μπλουζ που όλες μαζί οι σάλπιγγες
Θα άξιζαν να ξεσηκώσουν•
Σ’ ένα τζαμάρισμα δίχως τέλος
Σ’ έναν πεζόδρομο βουερό με ταξίμια•
Φίσκα σε βιαστικούς διαβάτες
Και περαστικούς•
Που τώρα όμως ξέρουν• το έμαθαν
Καλά• ότι• όσα κι αν λέμε για παρηγοριά•
Ίσως να μην υπάρχει
Ζωή αληθινή πριν το θάνατο• ίσως
Να μην υπάρχουν ούτε καν τραγούδια
Που να μπορούν να μας χωρέσουν• εμάς
Τους κάποιους• τους παραμικρούς
Στο ελάχιστο μιας σκέψης•

*Η εικόνα της ανάρτησης: Hieronymus Bosch, The Garden of Earthly Delights.

Κατερίνα Ζησάκη, από την “Πτέρυγα τρελλών (13 απόστολοι)”

Ι

να γελάσω τόσο
που ν’ αλλάξω σχήμα

ΙΙ

θα πάρω τ’ όνομά μου απ’ το Αυτονόητο
θα με λένε Ανόητο

ΙΙΙ

κατακρήμνιση στους παράληλους
μετά τον ζόφον τον βαθύν
και τας μακράς θυέλλας (4)
το άλλο σέλας

IV

ό,τι είδα
μεγάλη πέτρα
που εξαϋλώνεται

ό,τι κι αν βρίσκω
η επιμονή μου
αρκείται στο φως

V

με τιμωρεί το αίμα μου

VI

ένας
ένας άνθρωπος
ένας άνθρωπος έβγαλε τα μάτια του
ένας άνθρωπος έβγαλε με το χέρι τα μάτια του
πρώτα το ένα και το πέταξε στο πάτωμα
μετά το άλλο

βλέπω ένα ποίημα

VII

κατατρώγουσιν όρνια αυτόν και λέγη

δεν έχω λουλούδια στο πρόσωπο

VIII

παρατηρούσα για ώρες πώς έδενε κι έλυνε το κορδόνι
στο παπούτσι που δεν θα φορούσε
πώς θύμωνε με πρόσωπα ανύπαρκτα
δυστυχής για τότε

δυστυχής για πάντα
νήμα από οίηση
δυο κορδόνια – δεν θέλω πολλά
άφησέ με να ευτυχήσω ξεχνώντας

*Από τη συλλογή “χωρίς εαυτό”, εκδ. Έρμα, 2022.