Δανάη Σιώζιου, Δύο ποιήματα

ΚΡΑΝΙΟΥ ΤΟΠΟΣ

Κατοικώ μέσα στη βαρύτητα
αν θέλω ν΄ ακούσω τη φωνή μου
πρέπει να βασιστώ στη σπονδυλική μου στήλη
πρέπει να βασιστώ στα σκοινιά μέσα στο σώμα μου

όχι ακόμα, λέω στο καλάμι που λυγίζει ο άνεμος
όχι ακόμα, λέω και δένω άλλον έναν κόμπο

το φως και το σκοτάδι γύρω μου είναι πλήρη
προσευχηθείτε για μένα στο γυμνό τοπίο
όπου αλυχτώ κι ελπίζω, χωρίς να ξεχωρίζω
τον ήχο απ’ την ηχώ του

*

ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Τραγουδώ, γιατί το τραγούδι είναι ελεύθερο
κι η ελπίδα είναι ένα κόκαλο που θάβω και ξεθάβω

πιάνομαι από ένα χαμηλό σύννεφο
πιάνομαι από ένα χάλκινο καρφί
απ’ το τυφλό άλογο που με οδηγεί
από ένα στήθος που σε δάσος αλλάζει
όπως αλλάζει το τραγούδι σε προσευχή
μέσα στο δάσος είναι ένα ξέφωτο χρυσό
και μες στο ξέφωτο το πρόσωπό μου

τραγουδώ, γιατί το τραγούδι είναι ελεύθερο
κι η ελπίδα είναι ένα κόκαλο που θάβω και ξεθάβω.

*Από τη συλλογή “Ενδεχόμενα τοπία”, εκδ. Αντίποδες, 2021.

Βασίλης Φαϊτάς, Τρία ποιήματα

ΣΤΟ ΚΑΦΕ “ΕΝΤΡΟΠΙΑ”

Έξω απ’ το παράθυρό μου εκεί
στη φευγαλέα ζωή των προαστίων
κάποτε ένα παιδί έσωσε τον κόσμο
γύρισε την πλάτη του στο κενό
δείχνοντας το αστραπιαίο πέρασμα του μυστικού.

Στο καφέ “Εντροπία” συγκομιδή ψυχών
οι θαμώνες αφουγκράζονται ανήσυχοι κάτι αμετάκλητο
ένας μεταλλαγμένος άνεμος εισβάλλει στις αισθήσεις
διασπά το χρόνο σε μοναχικά συμβάντα
τις λέξεις σε τρομαγμένα πουλιά.

Ρέω σε θάλασσες σωσίες υδάτινους λαβύρινθους
κάθε άνοιξη είναι ένα αβέβαιο κρυπτόγραμμα
πού πάει όλη αυτή η θύελλα που με γέννησε
πού μεταναστεύει.

Αυτό που πέρασε αστράφτει απρόσιτο
ό,τι έρχεται ζει εδώ
ανάμεσα σε μας και τους παγετώνες.

*

ΟΙ ΙΝΕΣ ΤΗΣ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑΣ

Αποκοιμήθηκα ανάμεσα
στους αιώνες
αργή φυγή στις ίνες της αιωνιότητας
εκεί ένας αλχημιστής μεταλλάσει
τον ύπνο σε φως.
Αυτό που θέλησα να γνωρίσω
μένει απλησίαστο.

*

ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ

Στις αβοήθητες νύχτες η ψυχή
όταν κανείς δεν την προσέχει
κατηφορίζει στη θάλασσα θροΐζοντας
μια πεταλούδα γεννημένη απ΄ τους αιώνες
μαζεύει άστρα με την απόχη της
επιστρέφοντας τα σκορπίζει
στις εποχές της γης.

Ύστερα σπαραχτικά ερωτηματικά
ο άνεμος μες στα κλωνάρια.

*Από τη συλλογή “Στο καφέ ‘Εντροπία’”, εκδ. Μανδραγόρας, 2017.

Hans Magnus Enzensberger, Δύο ποιήματα

ΤΟ ΧΑΡΤΙΝΟ ΓΑΛΟΠΟΥΛΟ

τον ακέραιο επαναστάτη
τον βρίσκετε απόψε στη σελίδα 30
του ψυχαγωγικού παραρτήματος

ο ακέραιος επαναστάτης
έχει για τον κομμουνισμό μονάχα
ένα χαμόγελο όλο συμπόνοια

ο ακέραιος επαναστάτης
στέκεται πολύ πιο αριστερά απ’ τον μάο
μπροστά στην κάμερα της τηλεόρασης

ο ακέραιος επαναστάτης
αντιμάχεται το σύστημα
με παταγώδεις συνεντεύξεις

ο ακέραιος επαναστάτης
είναι φτιαγμένος από τρανζίστορς
αυτοκόλλητος κι ανέμελος

ο ακέραιος επαναστάτης
δε βάζει γλώσσα μέσα του
είναι τρομαχτικά επικίνδυνος

είναι ο αγαπημένος μας παλιάτσος

*

ΜΙΑ ΞΕΘΩΡΗ ΑΝΑΜΝΗΣΗ

εκεί που κουβεντιάζουμε, συντρόφοι,
μου φαίνεται καμιά φορά
σα να ‘χουμε ξεχάσει κάτι.
δεν είναι ο εχθρός.
δεν είναι η γραμμή.
δεν είναι ο στόχος.
δε βρίσκεται στη σύντομη διδασκαλία.

αν δεν το είχαμε ποτέ γνωρίσει
δε θα υπήρχε αγώνας.
μη με ρωτάτε τι είναι.
δεν ξέρω πώς το λένε.
ξέρω μονάχα
πως είναι είναι το πιο βασικό
που έχουμε ξεχάσει.

*Από το βιβλίο “Χανς Μάγκνους Εντσενμπέργκερ, Ποιήματα”, εκδόσεις “Γράμματα”, 1978. Μετάφραση: Παναγιώτης Λάμπρου και Δέσποινα Στεργίου.

Γιάννης Αλεξανδρόπουλος, Τρία ποιήματα

Ανδρειωμένος
θα ξαμοληθώ στα ξέφωτα
για λίγο άνεμο
για λίγο χρώμα γιασεμιού
για λίγη μυσταγωγία τζιτζικιών

Ανδρειωμένος
θα ψάξω παντού
για ένα κομμάτι γης
ζωγραφισμένο
από τον λαϊκό παραμυθά Θεόφιλο

*

Λέξεις γράφουμε
Αποφάγια λόγου
αδιάβαστα

Μυστικά ψιθυρίζουμε
που κανένα αυτί δεν θ’ ακούσει

Χιλιόμετρα κάνουμε
δίχως να συναντιόμαστε
δίχως ο ιδρώτας να φτάνει κάπου
δίχως χάδι και χαμόγελο
Χιλιόμετρα κάνουμε στο πουθενά

*

Αυτή η Άνοιξη
θα είναι δική μας
Τα σπασμένα φτερά
θα γίνουν κουπιά
που θα μας φέρουν κοντά
σε μαγικά νησιά
με την πλούσια βλάστηση
και τα τρεχούμενα νερά
της λησμονιάς μας

*Από τη συλλογή “Τα δύστροπα σύμφωνα”, εκδ. Μανδραγόρας, 2022.

Αθηνά Τιτάκη, Δύο ποιήματα

ΑΠ’ ΤΗΝ ΚΕΡΚΙΔΑ

Αυτό το τσίρκο ήταν πλήρες.
Μ’ ένα σχοινοβάτη δίχως πόδια
να δοκιμάζει το σχοινί πριν ανεβεί
κι έναν άλαλο παρουσιαστή
με την κοιλιά μπαλόνι και ημίψηλο.
Η θηριοδαμάστρια χωρίς χέρια
να βαστά στα δόντια το μαστίγιο
και στα παλούκια δεμένοι ελέφαντες
με προβοσκίδες γουρουνιών
στα κλουβιά λιοντάρια, χωρίς χαίτη.
Χορεύτριες υπήρχαν, ναι
χοντρές και με σγουρή γενειάδα.
Και δύο ζογκλέρ αόμματοι
να πετούν ο ένας στον άλλο τις κορύνες.
Στις κερκίδες υστερικές μανάδες, στείρες
έγνεφαν στα παιδιά τους ησυχία.
Η παράσταση σε λίγο θ’ αρχίσει
κι όλοι θα πρέπει να κάνουν πως γελάνε.

*
ΚΙ ΟΜΩΣ

Έχει πολλές ταυτότητες
επίσημες κι ανεπίσημες
κρυμμένες σε τσεπάκια.
Απ’ αυτές διαλέγει μία
και την παρουσιάζει.
Δηλώνει «εδώ»
ανά περίσταση «υπάρχει»
και παρόλο που φοβάται
ξέρει πως ως να συλληφθεί
κακοποιός δεν είναι.
Είναι παθολογική
συλλέκτης εαυτών
και καθημερινά
στον ημερήσιο τύπο
ψάχνει σεσημασμένους
προς ανακούφιση
μιας δεδομένης μοναξιάς
μέσω κοινής απάτης.

Ζωή Καραπατάκη, Ένα όχημα

Για να χτίσω ένα ποίημα
παίρνω με αγωνία τις λέξεις μέσ’ απ’
τη σιωπή τους
και προσπαθώ να μετατρέψω την
εξ αγχιστείας συγγένεια
που έχω μαζί τους
σε συγγένεια
εξ αίματος

Και σαν φιλότιμος λούστρος
θέλω να τις κάνω να λάμψουν
για να φωτίσουν μυστικές
και αγνοημένες σχέσεις
δίνοντάς τους μια νέα ταυτότητα
Να γίνουν καθρέφτης σκληρός
όταν χρειάζεται
ή κραυγές να γίνουν που
θα σέρνουν ένα άρμα όλο φως
όπως ήταν το άρμα του Προφήτη Ηλία
Mόνο που θα πετάει
προς μια ανθρώπινη
συνάθροιση

Alejandra Pizarnik, Αποσπάσματα για να δαμαστεί η σιωπή

Ι
Οἱ δυνάμεις τῆς γλώσσας εἶναι οἱ μοναχικὲς κυρίες, ποὺ τραγουδοῦν μέσ᾽ ἀπ᾽ τὴ δική μου φωνὴ ποὺ τὴν ἀκούω ἀπὸ πέρα μακριά. Καὶ πέρα μακριά, στὴ μαύρη ἄμμο, εἶναι ξαπλωμένο ἕνα κορίτσι πυκνὸ σὲ προγονικὴ μουσική. Μὰ ποῦ εἶναι ὁ θάνατος ὁ ἀληθινός; Θέλησε νὰ μὲ φωτίσει εἰσάγοντάς με στὸ φῶς ἐκεῖ ποὺ ἐμένα μοῦ λείπει τὸ φῶς. Τὰ κλαδιὰ πεθαίνουν μές στὴ μνήμη. Τὸ ξαπλωμένο κορίτσι στήνει τὴ φωλιά του μέσα μου φορώντας προσωπεῖα λύκαινας. Δὲν τὸ ἀντέχω ἄλλο καὶ θὰ θρηνεῖ καὶ φλεγόμαστε.

ΙΙ
Ὅταν στὸ σπίτι τῆς γλώσσας σηκώνει ὁ ἀέρας καὶ παίρνει τὴ στέγη καὶ οἱ λέξεις μένουνε ἀπροφύλακτες, ἐγὼ μιλάω.

Οἱ κυρίες μὲ τὰ κόκκινα ξεστράτισαν μές στὰ προσωπεῖα τους, παρὰ τὸ ὅτι θὰ ἐπέστρεφαν γιὰ νὰ θρηνήσουν στὰ ἄνθη ὄντας ἀνάμεσα.

Δὲν εἶναι μουγκὸς ὁ θάνατος. Ἀκούω τὸ τραγούδι τῶν πενθούντων νὰ σφραγίζει τὶς ρωγμὲς τῆς σιωπῆς. Τὸ γλυκύτατό σου τραγούδι ἀκούω ποὺ κάνει ν᾽ ἀνθίζει ἡ γκρίζα σιωπή μου.

ΙΙΙ
Στὴ σιωπὴ ἔχει ὑποκαταστήσει ὁ θάνατος τὸ σαγηνευτικό του κύρος. Κι ἐγὼ δὲν θὰ πῶ τὸ ποίημά μου κι ἂς πρέπει ἐγὼ νὰ τὸ πῶ. Ἀκόμα κι ἂν τὸ ποίημα (ἐδῶ, τώρα) κανένα δὲν ἔχει νόημα, κανέναν δὲν ἔχει προορισμό.

*Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Νίκος Πριόβολος, Ξένοι στο δικό τους κόσμο

Φωτογραφία: ένα έτσι

Μέρες με παιδεύει μια
φράση,
σ’ αυτόν τον κόσμο το ν’ αρνηθώ
ό,τι απαγορεύεται
είναι ισοδύναμο με το
ν’ απαρνιέμαι ό,τι επιτρέπεται;

Χρυσίζει η άνοιξη
κι ο λατρεμένος Καμύ
δεν προειδοποιεί μ’ ερωτήσεις
ούτε περιμένει απαντήσεις
που δεν εξαρτώνται απ’ αυτές
ψεγάδια που συγχωρούνται
όταν ανυπόμονη φθάνει η νύχτα
και τυλίγομαι στο περίκλειστο
φως απ’ τα μάτια σου
η όψη μου διάχυτη απ΄ τη
γυμνή ομορφιά σου
που φωλιάζει σ’ ανοιξιάτικα
υφάσματα.

Όχι, μ’ εσένα δε
χρειάζεται χρόνος για να
σκεφτώ
ν’ αναμασήσω τις ώρες
που κύλησαν μακριά σου
τις στιγμές ευτυχίας που
γλιστούν ανέμελες στο
ημίφως
όλες εκείνες που μ’ αναλογούν
και δεν έζησα

που επιμένουν με την αφή τους
να χαϊδεύουν τις μέρες μου.
Κάθε στίχος
κάθε ανύπαρκτο
σημείο στίξης
να προφυλάξω τις νύχτες
τυχαίες βεβαιότητες,

αγάπη μου,
είμαστε
ξένοι στο δικό τους
κόσμο.

*Από τη συλλογή “Συνήθεια να ξύνεις τις πληγές σου”, εκδ. Bibliotheque, 2014.

Γιάννης Λειβαδάς, Τρία ποιήματα

8.
Στο μαγαζί της επικοινωνίας
όπου ο καιρός στερείται παλαιότητα,

μια συμφωνία για δοξάρια μεταξύ μας

Η τέχνη είναι δύσκολη είναι ψυχαγωγία –

Μια ξυστά και μια από μέσα.
Δίδυμο ευπροσδιόριστο,
η εμμονή
για κάτι ανοιχτό.

Τάφοι με ολόσωμα άνθη
Το μυαλό μουσκίδι

Αφύπνιση –
σωρειτομελανίας
που χαζεύει
ανέκφραστος
ενός άδικου κόπου
το ταξί.

9.
Με κάνει να γράφω
η τόση ζωή που μ’ έχει καταλάβει
Που μέσα μου καισαρίζει
Οριστική
ελλειπτική
απαρνημένη
Όλα μαζί

Ορθά-κοφτά
Όχι τίποτα μνείες

Έφτασα για ανεφοδιασμό
με την ευφράδεια των αρουραίων
μες στο πιάνο.

Γερνάω ένα ευχάριστο πνεύμα
από ευχαρίστηση.
Η γραφή εκτός από χατίρια
κάνει και άλλα.
Το πτίλο
στον αρσιβαρίστα.

14.
Προκαλείς τον πατέρα όλων των σκλάβων
εγκλωβισμένος σε μια πικρίλα από τσιγάρα
ή ένα βρυχοπρόθεσμο εντούτοις

Οι ξερολιθιές
τσακμακιάζουν τη γλώσσα.

Πρώτα ακούγονται τα λόγια σου,
μετά ανταμώνουν οι τελείες.

Σ’ ενδιαφέρει η ιστορία
όχι να παραμείνεις –
Το έχεις δει το μέγα ζήτημα
Κρύα σταγόνα στον αγώνα του
(If you cate enough you deserve the best …

Κέρδη ορισμένα από ξεζούμισμα
Το έχεις εμψυχώσει καλά το πράμα.

Μια αδιασταύρωτή σου εφαρμογή
σε μια παράταξη
από βιβλίων ράχες
που δίνουν κάποιον όγκο
στη στέρηση όλων των ελευθεριών
που έχεις διακηρύξει.

*Από τη συλλογή “Le Chope Daguerre και Ποιήματα Κελύφους”.

Δημήτρης Λεοντζάκος, Ποιήματα

Η απόσταση και ο χώρος ιδωμένος σαν δέντρο

Άναυδο χάδι των πεύκων στην όραση.

Πευκοβελόνες: παντοτινό δώρο
του μη ορατού στον άνθρωπο.

Οι λίθοι αόμματοι ακόμη μιλούν.
Ηλίθιες μόνο οι πέτρες.

*
Χειλικό

Όλοι θα πιούμε νερό

-γλώσσα
και ήχο ρέοντα
νεαρό-

Από αυτόν
τον κοφτερό
βράχο

-τον κάθετο-

την υγρή
πέτρα

-την αργή –

Την λεγόμενη ποίηση

*
Η κατάσταση του κόσμου

Απόδειξη ότι ο θεός δεν υπάρχει
/ αλλά ομιλεί /

Είναι ότι κάθε πρωί
ξημερώνει η γλώσσα όλα τα
μέρη του πάμφωτου κλώνου
που λέγεται

Ανελκυστήρας του κόσμου
Επί του λεκτότερου

*
Μνήμη και φόβος της μνήμης

Μια ανείπωτη οδύνη –
αρχή κάθε ανέκδοτου.

Σπαραχτικά γέλια ηχιούν –
όμβρια άρα θα φρενάρει θεότητα.

Πίστη ονομάζουν τα ενδύματα
του ορατού.

Τα σανδάλια του όμως
ιστία ύπνου.

*Από τη συλλογή “Περπατώντας / μερικά ποιήματα για το τίποτα /“, εκδ. Υποκείμενο, Οκτώβρης 2020.