Νίκος Λάζαρης, Δύο ποιήματα

ΜΗΤΡΙΚΟ ΣΩΜΑ

Πίστεψες πως ήταν η βροχή
αλλά ήταν τα βήματα των πουλιών
στη σιδερένια καταπακτή της ταράτσας.
Πίστεψες πως ήταν ο άντρας σου
πίσω απ’ την πόρτα,
αλλά ήταν ο βήχας του που ακούστηκε
από τον άλλο κόσμο.
Πίστεψες πως ήταν επίπληξη θεϊκή,
αλλά ήταν η φωνή του εκφωνητή
στη τηλεόραση.
Τώρα βυθισμένη στην πολυθρόνα σου,
64 χρόνων, σαν από θαύμα, σταδιακά
μεταμορφώνεσαι:
γίνεσαι πάλι νήπιο, γίνεσαι παιδούλα,
κόρη που δίνει αίγλη στο χορό,
γυναίκα ετοιμόγεννη στην Κατοχή,
(με την κοιλιά στο στόμα να περιμένεις
τον αγνοούμενο άντρα σου) ,
μάνα φυλακισμένη
μες στο χρόνο
στην κουζίνα
στη συνήθεια.
Και ούτε που ακούς της εγγονής
γλυκόηχο το κλάμα
ούτε του τηλεφώνου το κουδούνισμα
―τον ακριβό χαιρετισμό
καθώς ανάλαφρη πετάς και χάνεσαι
με τα φτερά του νυφικού σου
στο σκοτάδι.

*

ΚΗΦΙΣΙΑ, Ή ΤΟ ΤEΛΟΣ ΤΟΥ ΕΠΟΥΣ ΗΤΑΝ ΒΡΟΧΕΡΟ

Οι εικόνες του υγρού προαστίου που αγαπήσαμε
θα σβήσουν η μια την άλλη αναιρώντας,
τα χρώματα θα πέσουν με ορμή στο νερό,
οι δρόμοι που βαδίζουμε
στο ίδιο πάλι αρχικό σημείο θα ενωθούν.
Και δεν θα ’ναι μάτι ανθρώπου,
θα ’ναι ζώο αυτό που θα μας κοιτάζει
στο σκοτάδι.
Τα σώματα που μας άγγιξαν θα μείνουν
για λίγο μετέωρα πριν το κενό τα καταπιεί,
οι χειρονομίες μάταια θ’ ανακληθούν,
η βροχή θα πέφτει χωρίς να χτυπά
τα πλήκτρα της ψυχής μας.
Και δεν θα ’ναι κερί, θα ’ναι η σελήνη
των ποιητών που θα λιώσει
στα δάχτυλά μας
Ο λόφος που φαίνεται από το παράθυρο
αθώος θα γείρει, τρομαγμένος,
του ποταμού το στόμα θα ξεραθεί,
κάπου μακριά ένα γέλιο παιδικό
σαν νόμισμα θα κυλίσει στον υπόνομο.
Και δεν θα ’ναι χάδι αυγής φευγάτης
θα ’ναι χέρι ξυλιασμένο
ο άνεμος που θα μας χτίζει στα κράσπεδα.

*Από τη συγκεντρωτική έκδοση “Η ένταση είναι διαρκής”, εκδ. τυπωθήτω/λάλον ύδωρ.

Κώστας Ριτσώνης, Δύο ποιήματα

ΤΑ ΚΑΡΠΟΥΖΙΑ

Παραδεχθείτε το λοιπόν πως χρησιμεύουμε
και δοκιμάστε τα καινούργια μας καρπούζια

χωρίς εμάς τα βερύκοκα
θα ‘ταν μόνο βερύκοκα
τα καρπούζια
μόνο καρπούζια

γι΄ αυτό όλο κουραζόμαστε και πάσχουμε
συνέχεια προσπαθούμε να ωφελήσουμε
κι όταν καμιά φορά φυσάει αεράκι
θλιβερό

εμείς τα καταφέρνουμε και φτιάχνουμε
απ’ τα βερύκοκα – νέα βερύκοκα
κι απ’ τα καρπούζια – νέα καρπούζια

*

ΕΙΜΑΙ ΕΝΑ ΑΔΕΙΟ ΠΟΤΗΡΙ

Κάτω απ’ τη βρύση
γεμίζω λέξεις
και μιλώ για το νερό

Μπροστά στο φως
γεμίζω χρώματα
και φέγγω

Κι όταν με σπας
τσακίζομαι με θόρυβο
κι ακούς τη μοναξιά μου

*Από το βιβλίο “Ο ανάπηρος λαχειοπώλης”, Εκδ. Διαγωνίου Αριθ. 11 Θεσσαλονίκη 1982.

Δημήτρης Μιχελουδάκης, Τρία ποιήματα

ΓΑΡΓΑΡΟ ΧΩΜΑ

Τα δέντρα είχαν πεσμένους
ώμους
από τα μάτια τους τρέχαν
σχοινιά σαν προσευχές
έσερναν το αλγοθραυστικό προς
την κοινωνία των ανθρώπων

Ξύπνησα με ξεραμένο χρόνο στα χέρια μου
άκουσα τον εφιάλτη να λέει:
“Να δούμε τώρα τι θα κάνουμε το ενήλικο πτώμα σου”

*

ΣΑΝ ΛΕΞΗ

…ταξιδεύω μέσα μου ινκόγκνιτο
ο δρόμος
είναι στρωμένος με το κίτρινο που δραπέτευσα
από την Κραυγή του Μουνκ

πάνω τους έχει ξαπλώσει
ααν μαντήλι το πλήθος των ανθρώπων

δεν υπάρχουν φωτογραφίες του πυρετού
μόνο ξεχαρβαλωμένων θερμομέτρων

*

ΤΟ ΜΕΤΡΟ

Το μετρό είναι μια πελώρια ουρά χωρίς σώμα
βρυχάται
χάνεται με ένα σάλτο
και τρέχει πάνω στο σκοτάδι

Η ραχοκοκαλιά
είμαστε εμείς
σε ταχύρρυθμα μαθήματα κάτω
απ΄το χώμα

*Από τη συλλογή “Συντηρητής ουράνιων τόξων”, εκδ. στίξις, 2022.

Σοφία Πολίτου-Βερβέρη, Δύο ποιήματα

ΚΑΛΑΦΑΤΙΣΜΑ

Στον δρόμο είδα έναν που καλαφάτιζε το σπίτι του.
Θα έχουμε φουρτούνες, μου είπε.
Γέμιζε τις σχισμές των αρμών,
μοσχοβολούσε το ρετσίνι στις ρωγμές του.
Μέσα στο σπίτι σκούπιζαν, έπλεναν,
γενική καθαριότητα να φύγουν οι θόρυβοι.
Κάποια στιγμή, γύρισε προς το μέρος μου.
Ξέρεις, ζούμε με την απογοήτευση για την ανημποριά αυτού του κόσμου
και με τον θρίαμβο ότι μπορούμε και επιβιώνουμε σε κάποιον άλλον.

*

ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΠΟΥ ΔΙΑΦΕΥΓΟΥΝ ΤΗΣ ΠΡΟΣΟΧΗΣ ΜΑΣ

Σε πολλά πράγματα που διαφεύγουν
της ιδιαίτερης προσοχής μας
ανοίγουμε την πόρτα να μπουν στην κουζίνα
από το να τους απαγορεύουμε την είσοδο.
Πίνουν από τα ποτήρια μας, τρώνε από τα πιάτα μας,
χτυπούν τη γλώσσα τους και αναδεύονται δυνατά.
Βγάζουμε τα αγκάθια τους από τις πατούσες μας,
ακούμε βαριές τις ανάσες τους
και από την έντονη μυρωδιά τους στον διάδρομο,
αναρωτιόμαστε αν εντέλει θα ψοφήσουν
κάτω από τα εσωτερικά κουφώματα.

*Από τη συλλογή «φαγώσιμα», εκδόσεις Έναστρον, Μάιος 2022.

Ρωξάνη Νικολάου, Τρία ποιήματα


Φωτογραφία: René Magritte, The Giant (1937)

Πλήρης δακρύων
“Προς τάφον επείγεται”

Πλήρης δακρύων
μικροκαμωμένη και σβέλτη
ελευθερώνεται από τα σκοινιά της
τα φορτώνει στο φτερωτό της κάρο
ανεβαίνοντας κι εκείνη
ξεγλιστρά
από του σκυλιού της
τη σκιά

*

Βουβός ουρανός

Με είδες καθώς χτιζόμουνα.
Θεμέλια, τοίχοι, οροφή
το λιγοστό μου πάτωμα

Ο ποταμός
που με ήπιε.

Βουτώ στα μάτια σου
πλένω τον βουβό ουρανό.

*

Τακ τακ τακ

Σφυροκοπάω
το ποίημα
από αυτήν εδώ

τη γωνιά
το τακ τακ

ακούγεται μέχρι
τ’ αφτιά του Θεού
-έτσι μου φαίνεται-

το ίδιο μ’ εκείνο
των γονιών μου
όταν κάθονταν στο σκαλί
και σιγομιλώντας
σπάγανε

τ’ αμύγδαλα και τις ελιές.

*Από τη συλλογή “Ο ψαλιδιστής”, εκδ. τεχνοδρόμιον, Λεμεσός, 2018.

Σπύρος Θεριανός, Οκτώ ασημαντότητες

Φωτογραφία: Martine Franck

1.
Δρόμος
στρωμένος
με τον ίσκιο σου.

2.
Πανσέληνος απόψε.
Τα χαλάσματά της φαίνονται ολοκάθαρα.

3.
Καθισμένοι σε καφενείο
της πλατείας Κάνιγγος
ξεχασμένοι μέσα
σε ποίημα ξεχασμένο.

4.
Μέρες υπόγεια.

5.
Κορμί κουρέλι
κάτω από καλοσιδερωμένα
ρούχα.

6.
Ζωή, όπως του σκουληκιού
κάτω απ’ την πέτρα.

7.
Οι αναμονές στους σταθμούς των τρένων
είναι ο μόνος χρόνος που κάποτε θα
ανακτήσουμε.

8.
Βγαίνει ποτέ
από το ποίημα αυτός
που το έγραψε;

*Προηγούμενες δημοσιεύσεις: frear.gr 17/1/20 και “Στο τρένο της ποίησης”, 21/2/20.

Σίση Σιακαβάρα, Τρία ποιήματα

ΑΥΤΑΡΚΕΙΑ

Χλώμιασα προς στιγμήν.
Ένας άνδρας κλέφτης
κλεισμένος στο σφικτό κοστούμι του
κρατούσε σε σακιά τα πράγματά μου.
Χέρια, ποιήματα, σκιερούς σοβάδες
μάτια, εσένα, νότες κυκλοθυμικές, κύματα
μαχαίρια, φλέβες, της γλώσσας τα κοψίδια
σύννεφα υπέρβαρα, ευμετάβλητους επιβάτες
βέλη κόκκινα καρφωμένα σε κορμούς και άλλα.
Γράψε τώρα αν μπορείς! είπε.
Φέρτε το μυαλό με την ενσωματωμένη γλώσσα μου
και δύο ακροδέκτες να βάλω στα αυτιά του.
Θα σπάσω τη συχνότητα του γέλιου του
αραδιάζοντας ζάρια, την αξέχαστη περιφορά
του στήθους μου και κλαδευτήρια
την αποκόλληση του γελαστού πλακούντα μου
και μια οσμή αποβολής της τρέλας.
Φυτρώνουν πάνω μου τόσα πολλά κουμπιά
που γίνομαι αυτάρκης μες στο τίποτα.

*

ΤΙΠΟΤΑ

Σηκώθηκα, ντύθηκα
φόρεσα τον κόμπο στον λαιμό μου
κι έφυγα.
Έξω έκανε κρύο και πείνα
πίσω από λίγες τζαμαρίες
πάλλονταν γυμνά κρέατα
πάνω σε ιδρωμένες σανίδες
η ώρα ήταν τρεις φορές μεγαλύτερη
απ’ τ’ ανοιχτό στόμα της ασφάλτου.
Κατάπια τον κόμπο μου
και έζησα
την άλλη μέρα ξερνούσα
αυταπάτες.

*

ΕΞΙΛΑΣΤΗΡΙΕΣ ΘΥΣΙΕΣ

Πάλι λερώθηκες;
Έσταξε λίγο φεγγάρι
στο φουστάνι μου
ήταν που ήθελα
να σβήσω χορτασμένη
στην κοιλιά του δάσους
περήφανος ο λύκος
θα μ’ επιδείξει
σ’ όλα τα ξέφωτα
κι ύστερα μαζί
θα αποκαλυφθούμε στο κοπάδι
και οι δύο νεκροί
κι ακίνδυνοι.

*Από τη συλλογή “Φρην”, εκδ. Σμίλη, 2021.

Δημήτρης Μπαλτάς, Δύο ποιήματα

ΒΑΦΤΙΣΙΑ

«Σκοτώθηκε ακαριαία» δήλωσαν.
«Θεός σχωρέσ’ τον» μοιρολόγησαν.
Είκοσι εφτά χρόνων παλικάρι
έπεσε απ’ την ξεχαρβαλωμένη
σκαλωσιά στο γιαπί που δούλευε
για ένα ξεροκόμματο.

Έφυγε ανάσκελα
με τα μάτια του ορθάνοιχτα
και το κεφάλι του βουτηγμένο
σε μια λίμνη αίματος.

Και τώρα «Θεός σχωρέσ’ τον» λένε
και βαφτίζουν τη δολοφονία
«εργατικό ατύχημα»
για να σώσουν το τομάρι τους.
Λες και κινδυνεύει ποτέ το τομάρι
το δικό τους.

Μιλούν αυτοί που δεν γνωρίζουν
τι θα πει λιοπύρι και μεροκάματο,
που δεν έχουν πιάσει ασβέστη και χώμα.

Μόνο βαφτίσια στα αίτια των θανάτων,
«εργατικό ατύχημα»,
«εργατικό δυστύχημα»,
ρίχνοντας ψευτοεπιδόματα
ντυμένα με δακρύβρεχτες δηλώσεις
στους τάφους των εργατών.

*

ΚΑΜΩΜΑΤΑ

Άνθρωποι κι άνθρωποι
πάνε βόλτες οικογενειακά,
κάνουν συνάξεις φιλικές,
μαγειρεύουν φαγητά λαχταριστά,
διαβάζουν βιβλία λογοτεχνικά,
αγοράζουν ρούχα φινετσάτα,
γράφουν και ποιήματα κάπου-κάπου,
αλλά ποτέ δεν αναρωτιούνται
γιατί τα κάνουν όλα αυτά.
Σε τι αποσκοπούν με τούτα
τα καμώματα.

*Από την ποιητική συλλογή Περιγραφές του ανεκπλήρωτου, εκδόσεις Κάκτος, 2022.

Ρογήρος Δέξτερ, Ποιήματα

De monstro interno
“Pseudo~Blues”
[prose song “written on a toilet roll”]

•είπαν
Πως δε θα μ’ αφήσει πια να ζήσω• με
Ξεδοντιάζει όταν νυχτώνει• με
Ρίχνει το πρωί•
Στη μαύρη πίκρα του καφέ• με
Σέρνει στην αγορά• νικημένο•
Ανάμεσα στις φωνές
Όσων πουλούν ακριβά
Φτηνούς καρπούς των δέντρων
Και των κήπων• με
Χώνει βιαστικά στο πίσω κάθισμα•
Ενός ταξί που χάνεται• και γίνεται
Καπνός• θαρρείς• στην 5η Λεωφόρο•
Σφηνωμένο μετά ξοπίσω από άλλους•
Τσιτωμένους οδηγούς που μαρσάρουν•
Για δέσιμο• και έχουν•
Πίεση• θυμό• διαταραχές•
Του ύπνου και του εντέρου•
Σύζυγο που παραπονιέται
Στο παραμικρό• μικρά
Παιδιά που κλαψουρίζουν•
Για ένα παγωτό• μια σοκολάτα•
Το χαλασμένο τσαφ τσουφ•
Που συνεχώς εκτροχιάζεται• ή
Σκιάζονται τον γνωστό μπαμπούλα
Πασών των Ρωσιών• και [ο αγοραίος]
Δεν έκανε ούτε τον κόπο
Να με περάσει απέναντι• εκεί
Όπου ήμουν κάποτε• [τού το ‘ξήγησα]•
Στα πιο παλιά• στα
Λίγο ξεχασμένα•
Σε όσα θέλω• και
Δε θέλω•
Να ξεχάσω• [πίσω
Στο Abbie Ct αρ. τάδε]• αλλά•
Κάθε φορά που σηκώνω το ακουστικό
[Κειμήλιο της μάνας μου• Wild & Wolf
746]• αυτό ουρλιάζει μέσα μου•
Και μπήγει τα νύχια του στο μυαλό μου•
Το δεινό θηρίο λοιπόν
Που κουβαλάω χρόνια• γιατί•
Γιατί έτσι• είπαν εκείνοι•
Κομπογιαννίτες• γιατρουδάκια•
Με Jeep κι εξοχικά•
Στα χλιδάτα πέριξ των μεγαπόλεων•
Και νοσοκόμες• βολικές έναν σωρό•
Μάχιμες με τόσο γλυκά βυζάκια
Ερωμένες• ώστε•
Πριν καν πεις κίμινο
Το στόμα σου να γεμίζει σάλια
Στη θέα τους•
Το κουβαλάω καιρούς•
Και καιρούς στα σωθικά μου• καθώς
Τώρα ξεμυτίζει αργά• και
Βγάζει κραυγή μεγάλη• για
Να με τρομάξει• περνώντας•
Από το αφτί μέσα
Του κυρ-Θανάτου•

*

Gesta in Eutopia

•με κερνούν σφηνάκια• αντί
Για το κώνειο• τρελοί
Και τελειωμένοι
Από φιξάκια που ταξιδεύουν
Στον αγύριστο• παλιόφιλοι
Που ένιωσαν•
Μια μέρα και μια νύχτα• τη ζωή τους
Να πέφτει στα τάρταρα• ενώ
Θα έπρεπε να•
Τους αφήνω ξαφνικά• ν’ αναρωτιούνται•
Μ’ ένα χαμόγελο στραβό
Που ισιώνει
Μόνο όταν κοιτάζουν το φουσκωμένο•
Σα μεγάλη λαχτάρα•
Στήθος της μικρής σερβιτόρας• το
Συζητούν μεταξύ τους• στην ψύχρα•
Πόσο μυαλό να έχει απομείνει
Μέσα σ’ αυτό το ξυρισμένο κρανίο•
Πόση νά ‘ναι και η καρδιά
Που δεν έφαγαν τα θηρία•

Malum Prohibitum
[αδαμιαία ωδή στα δαμάσκηνα]

•τώρα θα μπορούσες•
Να γράψεις για τα ωραία• που
Θυμίζουν
Μεγάλα δαμάσκηνα•
Μικρά της στήθη• την ώρα
Που θά ‘λιωναν• πριν ωριμάσουν• και
Δώσουν τη γλυκιά τους σάρκα•
Μέσα στο στόμα σου• αυτό
Θα ήταν όνειρο• που όμως
Το απαγορεύουν• οι κανόνες
Της ηθικής• cum
Anno duo milia viginti unus• μιας
Κοινωνίας• των πολλών
Τυφλών• και από μπροστά σου
Περπατώντας•
Να περνάει εκείνη• η αγέρωχη•
Για τ’ αγγλικά• το φροντιστήριο•
Τη σχόλη της πλατείας των αμέριμνων
Με άγουρους στην πρώτη νιότη•
Που ακόμη δεν ξέρουν•
Και μάλλον θ’ αργήσουν
Πολύ να μάθουν•
Πώς να δαγκώσουν τους χυμούς της•

*

Μιλώντας για σχοινί
στο σπίτι των κρεμασμένων

•που κόβεται• που
Το ροκανίζουν ποντίκια• που
Είναι έτοιμο να κοπεί• που
Ψάχνω να βρω στο πατάρι
Για να φτιάξω βρόχο• και
Δε βρίσκω• που
Το βλέπω περασμένο
Σ’ ένα δύστυχο γα’ι’δουράκι
Ενώ δαγκώνει το χορτάρι
Μέσ’ απ’ τόν ξένο φράχτη• που
Κρέμεται• λίγο• κοντό• φαγωμένο•
Από το μάγγανο στο παλιό
Πηγάδι• που
Θα το ήθελε εκείνο•
Το δροσερό κορίτσι στα όνειρά του
Για ν’ αρχίσει να χοροπηδάει•
Δείχνοντας σε μάτια γουρλωμένα•
Από πού μπορεί να ξεκινά
Ο παράδεισος επί γης• που
Ήταν κάποτε θηλειά στο λαιμό• των
Δυο κρεμασμένων στη δημοσιά• σε
Κάτι ψηλά κλαδιά• ώστε
Να τους βλέπουν όλοι με τρόμο
Περαστικοί και διαβάτες• αντάρτες•
Λένε• αδικοθάνατοι
Που στοίχειωσαν το σταυροδρόμι• που
Αν σε ξανάβρισκα τώρα
Θα σε έσερνα μακριά• μαζί μου•
Σε πιο μαγικά δεσίματα
Απ’ όσα υπόσχεται
Η ωραία σάρκα•

Παυλίνα Μάρβιν, Δύο ποιήματα

ΚΑΛΕΣΑΤΕ ΚΑΙ ΚΑΛΕΣΑΤΕ

Λέμε κατά τις τέσσερις να δούμε
η μια την άλλη· θα συναντηθούμε
στο γωνιακό. Δεν είναι απλό· τρέχεις
να επιζήσεις ανάμεσα

στις υψηλές ηλεκτροφόρες τάσεις
της δυσθυμίας -δεν ξέρω αν θα φτάσεις-
κι εγώ ντανούλες χάους να μεριάσω-
Θα βρω τον δρόμο; Πορεία πώς χαράσσω;

εν μέσω σωληνώσεων δραμάτων
οικογενειακών θα μπουσουλάμε
εντέλει θα σε βρω και θα μιλάμε

λαλίστατη σιωπή μετά κομμάτων
-η στίξη πλήρης. Έκαστη επιστρέφει·
σε διάλειμμα απ΄ την αφωνία θρέφει

την τηλεφωνία

*

ΑΝΤΙΟ, ΚΥΚΛΩΠΑ

Τα δεκαέξι βαλιτσάκια μου κι εγώ
βροντούμε στα τσιμέντα αντίο και παίρνουμε
τους δρόμους. Στάζει το σπήλαιο
και τρέχουνε τα μάτια μας.

Μ’ αυτό το μάτι αγάπα μας, κλείνε μας
πού και πού το μάτι, ώσπου να φτάσουμε·
θα μας πάρουν τα χρόνια, θα ξυπνάς
θα κοιμάσαι, θα πηγαίνουμε ακόμα.

Στο διάβα μας θα βρούμε χρήματα
να καλέσουμε ένα ταξί, να μας φέρει
το γράμμα που λέει ποιο είναι το σπίτι μας.

Εσύ το έγραψες. Εμείς δεν πάμε.
Έχουμε δουλειά, καλέσαμε και νάνους, να γίνουμε πολλοί:
Όλοι μαζί, σε χαιρετάμε. Για να μας βλέπεις σε χαιρετάμε.

*Από τη συλλογή “Θαύματα στου Πολύφημου”, εκδ. Κίχλη, 2022.