Χρυσούλα Αγκυρανοπούλου, Ποιήματα

Η ΣΑΡΚΟΦΑΓΟΣ

του Έκτορα Κακναβάτου

Mα περικάρδιος ο άνεμος του ποιητή
βάζει το αλεξίσφαιρο σκουφάκι του
καμώνεται και φεύγει
οι επιθυμίες του σε συνεχή υποτροπή ‒κλείνουν
και λέγονται στη Μακρυνίτσα
αλλά αυτός εκεί‒
βάζει το αλεξίσφαιρο σκουφάκι του
φιλά τον θάνατο στο μέτωπο
Γρύπας ορθός και Σαμαρείτης

*

ΣΤΗΝ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΚΡΕΒΑΤΟΚΑΜΑΡΑ ΤΟΥ ΠΑΘΟΥΣ

«Ο κόσμος να γίνει εικόνα. Αυτή θα είναι η τελευταία
ζωή των ανθρώπων να τους σκεπάσει μια εικόνα.»

ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΕΙΜΩΝΑΣ

Τί έμεινε λοιπόν από την εκδρομή;
Η έκπληξη από το ξύλινο παράθυρο των αισθημάτων
Ο γέλωτας επάνω στη δικέφαλη στοργή
στα σπλάγχνα η ποίηση πλεούμενο Αργώ
και στο καντήλι της ψυχής αντί για λάδι αίμα

*

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΣΤΑΓΜΟΔΟΧΗΣ

Εσύ ησύχασε μητέρα, μας παίζουνε σβηστούς.
Όταν ανάβουμε, τα μάτια θέλουμε της Έπαρσης
ξεφωνητά στην ξιφολόγχη
η αλήθεια μας σερβίρει το νεκρόδειπνο
στην ματαιολογία
από την κρύπτη ξεπηδούν οι διασκεδαστές
κι οι σκιαγράφοι
λέμε στη Μοίρα μην κοιτάς ‒αλλάζουμε
φοράμε τον χιτώνα των χαμών και των συναισθημάτων
πέρα στ’ αόρατο νησί μάς ξενυχτά το όνειρο μονάχο
με τ’ οστεοφυλάκιο επάνω στα νερά και πάμε

*

ΕΙΚΟΣΤΟΣ ΑΙΩΝΑΣ

Λογοτεχνία είναι το αναχαιτιστικό που απογειώνεται.
Καθώς ελέγχουμε την ψίχα του με το φωτόμετρο
του γράφειν
να και οι επιβάτες υμνητές, έλλειμμα από καλντέρα
καθώς δεν θέλουν άρχοντες να τους παραβιάζουνε τον
ουρανό
γύρω στις δεκατρείς χιλιάδες πόδια –τί δροσιά
δίχως αεροσυνοδούς και πύργους που ελέγχουν
μα κάποιο ρίγος που το είπαν χρονοπειρατεία,
ώστε λογοτεχνία είναι το αναχαιτιστικό
εκείνο που δεν προσγειώνεται

*Από τη συλλογή “Mα περικάρδιος ο άνεμος του ποιητή”, εκδ. Γαβριηλίδης, 2005.

Jim Morrison, από τα “Νέα Πλάσματα”

I

Snakeskin jacket
Indian eyes
Brilliant hair

He moves in disturbed
Nile Insect
Air

Τζάκετ από δέρμα φιδιού
Ινδιάνικα μάτια
Αστραφτερά μαλλιά

Κινείται μέσα σε διαταραγμένο αέρα
σαν έντομο του Νείλου

II

You parade thru the soft summer
We watch your eager rifle decay
Your wilderness
Your teeming emptiness
Pare forests on verge of light
decline.

More of yr miracles
More of your magic arms

Παρελαύνεις μέσα στο απαλό καλοκαίρι
Παρατηρούμε το παθιασμένο τουφέκι σου
να σαπίζει
Την έρημό σου
Την πλήρη κενότητά σου
Χλωμά δάση κλίνουν στο χείλος του φωτός

Περισσότερα από τα θαύματά σου
Περισσότερα από τα μαγικά σου όπλα

III

Bitter grazing in sick pastures
Animal sadness & the daybed
Whipping.
Iron curtains pried open.
The elaborate sun implies
dust, knives, voices.

Call out of the Wilderness
Call out of fever, receiving
the we dreams of an Aztec King.

Πικρή βροχή σε άρρωστους βοσκότοπους
Ζωώδης θλίψη και μαστίγωμα τυ κρεβατιου
Σιδερένιες κουτρίνες ορθάνοιχτες
Ο κατεργασμένος ήλιος υπαινίσσεται
σκόνη, μαχαίρια, φωνές.

Φώναξε μέσα απ’ την έρημο
Φώναξε μέσα από πυρετό, καθώς δέχεσαι
τα υγρά όνειρα ενός Αζτέκου Βασιλιά.

*”Νέα πλάσματα”, εκδόσεις Άρκτος, Αθήνα 1992. Μετάφραση: Γιώργος Βολουδάκης.

Exif_JPEG_420

Μαντώ Αραβαντινού, γραφή Β΄(1964)

Στις προσόψεις των υπόγειων διαβάσεων σταματώ με οδυνηρά οξυμένη την όραση, χωρίς σχέδιο μνήμης, χωρίς καθορισμένη πορεία. Χωρίς υποψία ονείρου. Αγνοώ την πολεοδομία του Νότου, το σχέδιο της πόλεως, τις προεκτάσεις οδών μονής κατευθύνσεως, τις εκπλήξεις των αφυλάκτων διαβάσεων. Πλανώμαι στους δρόμους του Νότου.
Ακολουθώ παρόδους διπλής κατευθύνσεως, στις συγκεκριμένες διαστάσεις ξηραμένης ρίζας φυτού ενδεδυμένη το ένδυμα του φόβου.
Η ασαφής γνώσις των σχηματικών μου ορίων, η άγνοια της ιδίας βουλήσεως αποκλείουν το σχήμα αντιτιθεμένων μορφών στο χώρο του οποίου αγνοώ τις διαστάσεις.
Συγκεκριμένα λοιπόν μεμονωμένα στοιχεία• οι δεσμίδες φωτός• η φορά του διαδρόμου• η έλλειψη ονείρου ή μνήμης• τα καινούργια κομψά υποδήματα. Οι υπόγειες διαβάσεις.
Οι αλλαγές ενδυμάτων και υποδημάτων πορείας αναγνωρίζονται εύκολα από τους περιοικούντας τις Νότιες συνοικίες της πόλεως.
Μεταθέτω συνεχώς την εστία κινδύνου. Με αβέβαιες κινήσεις και το συγκεκριμένο ένδυμα φόβου. Υπακούω στα σήματα αφυλάκτων διαβάσεων στον ρυθμό ακινδύνων οδών διπλής κατευθύνσεως, με ασαφή σήματα εκκινήσεως και ελευθέρως μετατιθέμενα τέρματα.
Στον ασαφή προσανατολισμό των υπογείων διαβάσεων.
Πλανώμαι στους δρόμους του Νότου εκτεθειμένη στις ριπές του Νοτίου ανέμου που διευκολύνουν τους βηματισμούς και την μνήμη ονείρου.
Πλανώμαι στους δρόμους του Νότου χωρίς σχέδιο μνήμης, χωρίς σχέδιο πορείας, παρακολουθώντας τα σχήματα φωτεινών διαφημίσεων, αριθμώντας ακριβώς τις εγκοπές των πλακοστρώτων προσβάσεων που πλαισιώνουν τους δρόμους διπλής κατευθύνσεως στην πληκτική μοναχική μου πορεία.
Στην αριθμητική ενημέρωση και καταγραφή των λαμπτήρων απολαυστικά επιμένω.

Παρακολουθώ τα σχήματα προσφάτως αναρτηθείσης φωτεινής διαφημίσεως στην πρόσοψη ισογείου χώρου παραπλεύρως κειμένης αιθούσης – υπογείας αιθούσης – κινηματογράφου ανακαλύπτω.
Πλανώμαι στους δρόμους του Νότου.
Επιγραφή αναρτημένη στα δεξιά της φωτισμένης προσόψεως βεβαιώνει και υποδεικνύει την τοπογραφία του άγνωστου χώρου.
Χωρίς ουσιαστικές εναντιώσεις στις βολικές διαστάσεις ξηραμένης ρίζας φυτού, χωρίς γνώση προσφάτου ή αχανούς παρελθόντος στα κεχαραγμένα όρια του Νότου. Πλανώμαι.
Μετακινούμαι αποκλειστικά κατά την φορά του διαδρόμου των επικλινών επιπέδων, με αυξημένη ευαισθησία στα κάτω μου άκρα.
Υπακούω στην επιγραφή της προσόψεως υπογείας αιθούσης κεντρικού κινηματογράφου στην ένταση των δεσμίδων φωτός αγνώστου προς το παρόν προελεύσεως, με αιφνιδίως οξυμένη την όραση και ευαισθησία κινδύνου.
Λαμβάνω συνείδησιν των υπογείων διαβάσεων.
Απομονώνω σε αρραγές περιχαρακωμένο περίβλημα την οποιαδήποτε υπόνοια ονείρου ή μνήμης.
Αλλάζω ταχύτατα το ένδυμα του φόβου.
Αποκτώ καινούργια κομψά υποδήματα.
Βραδύνω την μετακίνηση στο επικλινές του διαδρόμου με συνεχώς αυξανόμενη την υγρασία στα κάτω μου άκρα, και πλήθος ερωτηματικών αφορώντων αποκλειστικώς τον εξαερισμό της αιθούσης την εξεύρεσιν θέσεως την ένταση των δεσμίδων φωτός που ακολουθώ από ώρα.
Υπακούω σχολαστικά στην επιγραφή της προσόψεως, στις υποδείξεις των ασαφών φωτεινών προεκτάσεων, στο επικλινές του διαδρόμου.
Η θερμοκρασία του χώρου γενικώς ανεκτή, εύκρατη ίσως, ελαφρώς υγραμένη, διευκολύνει την αναπνοή των ασθματικών, αλλεργικών περιπτώσεων, προβλήματα του αμέσου παρόντος. Ουδέποτε μνήμη κινδύνου ανέκοψε τη δική μου πορεία στο επικλινές του διαδρόμου ή των στιλπνών λεωφόρων.
Την υγρασία αρκούντως δεν την υπελόγισα.
Τα βρεγμένα μου πόδια, τα λασπωμένα παπούτσια, τον τετραγωνισμένο άδενδρο χώρο αυλής εκπαιδευτηρίου, υψηλοτάτου κτιρίου φαιού στον άκρον της πόλεως. Στις διαστάσεις λεωφόρων αγνώστων.
Πόλεως αγνώστου.
Συγκεκριμένου κτιρίου φαιού.
Βρέχει. Εκτίθεμαι στις βρώμικες μαρμάρινες σκάλες, προφυλάσσω το κορίτσι που διασχίζει διαγωνίως τον χώρο.
Έχασε ένα τρύπιο λασπωμένο παπούτσι. Η αργοπορία μας θα έχει προφανώς επιπτώσεις. Όμως μπορώ με προσπάθεια να ανοίξω την θύρα αιθούσης. Αιθούσης μαθήσεως. Υψηλοτάτου κτιρίου φαιού.
Βρώμικων βρεμμένων μαλλιών και υγρών παιδικών εσωρούχων.
Η αίσθηση έντονου κόκκινου πιθανώς εσάρπας• αδρύ μάλλινο κόκκινο σχεδόν μια λουρίδα, εντείνει το κίτρινο χρώμα λαιμού μικρού κοριτσιού που σφίγγεται, τρέμει κοντά μου στον πάγκο που είναι για δύο.
Την υγρασία των γυμνών μας ποδιών την γεύση του ξύλου.
Την αφυδατωμένη σάρκα μικρού κοριτσιού στην θέση κοντά μου, στον πάγκο για δύο. Τα αβέβαια πρωινά του χειμώνα.
Στις διαστάσεις αγνώστων οδών ανώνυμης πόλεως.
Τη μυρουδιά του βρεμένου μαλλιού της εσάρπας. Την επιδερμίδα του αδύνατου μαύρου χεριού με τα βρώμικα νύχια. Τα ανεκάλυψα στην πρώτη πάροδο δεξιά του υψηλοτάτου κτιρίου φαιού.
Εκεί που περίμενα στο πέτρινο ρείθρο του δρόμου. Τα πρωινά του χειμώνα και άγνωστες αιθρίες Μαΐου.
Περίμενα. Την οριζόντια γραμμή χαλασμένων δοντιών. Το άρυθμο βήμα.
Την σκληρή επαφή του μαύρου ρικνωμένου χεριού της.
Οικεία η θέση δεξιά μου στο πάγκο που είναι για δύο και η άκρη του πέτρινου ρείθρου.
Έχασα τον προσανατολισμό του διαδρόμου, την ακριβή κλίση των επικλινών επιπέδων, την κατεύθυνση των δεσμίδων φωτός, την επαφή των χεριών μας. Αλλοίωσα τη γεύση του χρόνου.
Βρήκα τις ακριβείς διαστάσεις αιθούσης μαθήσεως υψηλοτάτου κτιρίου φαιού. Την θέση των ψηλών παραθύρων. Την σιδερένια θερμάστρα που θερμαίνει μακριά μου. Το όνομα παιδιού που δεν το θυμάμαι και δύσκολα μπορώ να ψελλίσω.
Ξαναβρήκα τη γεύση του ξύλου. Ή μήπως δεν ήταν; Χωρίστηκα απʼ τον εαυτό μου;
Η μνήμη δεν προδίδει ποτέ, μα ποτέ τον θυμό μου. Αυτού έχω πλήρη εικόνα και γεύση.
Γεύση θυμού και βροχής.
Πρωινά του χειμώνα που περίμενα στην άκρη του πέτρινου ρείθρου την κόκκινη εσάρπα λαιμού, την οριζόντια γραμμή χαλασμένων δοντιών. Στον άδενδρο χώρο αυλής εκπαιδευτηρίου φαιού.
Απαιτώ την επαφή του χεριού της.
Την μυρουδιά των βρεμμένων μαλλιών.
Απουσία δεξιά μου.
Αρχή και γεύση του μοναχικού παιχνιδιού μου.
Ο χρόνος που δεν υπακούει στην μνήμη λαμβάνει διαστάσεις ημέρας.
Ένας μακρύς παγωμένος χειμώνας στον πάγκο που δεν είναι για δύο.
Χωρίς την κόκκινη εσάρπα λαιμού. Χωρίς την επαφή του χεριού της.
Έχασα τις διαστάσεις του χώρου και την μυρουδιά των πουλιών.
Η μνήμη δεν προδίδει ποτέ τον θυμό μου.
Έψαξα την βρεμμένη εσάρπα λαιμού στη βρώμικη μαρμάρινη σκάλα, στους οριζόντιους διαδρόμους εκπαιδευτήριου φαιού.
Στον άδενδρο χώρο αυλής, στο πέτρινο ρείθρο του δρόμου υψηλοτάτου κτιρίου, στις διαστάσεις των αδυνάτων μαύρων πουλιών.
Στους πάγκους που δεν είναι για δύο.
Στον πάγκο που δεν είναι πια για κανέναν.
Έψαξα το αδύνατο μαύρο πουλί. Τη μυρουδιά του λαιμού και τη χαλασμένη γραμμή των δοντιών της.
Βρήκα τη γεύση του χαμένου ερωτικού παιγνιδιού.
Και πλήρη απουσία εντός μου.
Από την βομβαρδισμένη μου μνήμη απαιτώ την αλήθεια.
Την συγκεκριμένη στιγμή. Την πόση συγκίνηση.
Την πόση ερωτική επαφή των χεριών μας.
Απαιτώ την δική της εικόνα. Το γέλιο των βρώμικων χαλασμένων δοντιών.
Την γεύση κρύου βροχής και χειμώνα.
Τα μεσημέρια των μοναχικών παιγνιδιών. Στο πέτρινο ρείθρο του δρόμου. Στον πάγκο αυλής κτιρίου φαιού.
Στον πάγκο του ερωτικού παιγνιδιού μου.
Στο επικλινές του διαδρόμου φέρω τη λευκή γαλακτώδη μορφή μου• κατά την αντίθετη φορά των δεσμίδων φωτός. Προς Βορράν των επικλινών επιπέδων.
Κορίτσι δάνεισε μου ένα πρόσωπο.
Ενδεδυμένη νέο ένδυμα φόβου αναγνωρίζω τη διακοσμημένη μορφή μου.
Εμμέσω.
Στα νοτιοδυτικά του κτιρίου στο ασαφές της διαβάσεως υπογείας αιθούσης, στις αλλαγές υποδημάτων πορείας. Εμμέσω.
Στο ευτελές του σχεδίου της μνήμης. Εμμέσω.
Εμμέσω στην μνήμη των πλαγίων του ονείρου.
Συνείδηση σημαδεμένη απʼ τη μοναξιά και το γέλιο χαλασμένων δοντιών.

*Από εδώ: http://www.poiein.gr/2009/01/20/iaioth-anaaaioeiiy-anaoth-a1964/

Sara Teasdale, Two poems / Δύο ποιήματα

The New Moon

DAY, you have bruised and beaten me,
As rain beats down the bright, proud sea,
Beaten my body, bruised my soul,
Left me nothing lovely or whole—
Yet I have wrested a gift from you,
Day that dies in dusky blue:
For suddenly over the factories
I saw a moon in the cloudy seas—
A wisp of beauty all alone
In a world as hard and gray as stone—
Oh who could be bitter and want to die
When a maiden moon wakes up in the sky?

Νέα Σελήνη

ΗΜΕΡΑ, μ’ έχεις ζουλήξει και νικήσει,
Όπως η βροχή τη λαμπερή, περήφανη θάλασσα,
κτυπά,
Το σώμα μου κτυπώντας, την ψυχή μου
μαύρισες,
Τίποτε ωραίο ή ακέραιο δεν μου άφησες—
Και όμως, ένα δώρο απέσπασα από σε,
Ημέρα που σε σκοτεινό τελειώνει μπλε:
Διότι πάνω από εργοστάσια ξαφνικά
Ένα φεγγάρι είδα σε σκοτεινά νερά—
Ένα δεμάτι ομορφιάς εντελώς μόνο
Σ’ ένα σκληρό και γκρίζο σαν πέτρα, κόσμο—
Ω, ποιος θα μπορούσε πικρός να είναι και να
θέλει να πεθάνει
Όταν ένα παρθενικό φεγγάρι στον ουρανό
προβάλει;

*

Water Lilies

If you have forgotten water lilies floating
On a dark lake among mountains in the afternoon
shade,
If you have forgotten their wet, sleepy fragrance,
Then you can return and not be afraid.
But if you remember, then turn away forever
To the plains and the prairies where pools are far
apart,
There you will not come at dusk on closing water
lilies,
And the shadow of mountains will not fall on your
heart.

Νούφαρα

Αν έχετε ξεχάσει τα νούφαρα όπως επιπλέουν
Σε μια λίμνη σκοτεινή, ανάμεσα σε βουνά, στου
απογεύματος τη σκιά,
Αν το υγρό, νωθρό τους άρωμα έχετε ξεχάσει
Τότε να επιστρέψετε μπορείτε και μη φοβάστε.

Μα αν αναπολείτε, τότε, για πάντα το πρόσωπο
αποστρέψτε
Προς τις πεδιάδες και τους λειμώνες όπου οι
στέρνες είναι πέρα μακριά,
Εκεί δεν θα φτάσετε το σούρουπο στα κλειστά
νούφαρα,
Και, στην καρδιά σας δεν θα ριχτεί των βουνών
η σκιά.

*Από το βιβλίο “Sara Teasdale, Ποιήματα”, σε μετάφραση: Ασημίνας Λαμπράκου, Αθήνα 2023.

Ανθή Θεοχάρη, Τρία ποιήματα

ΤΣΟΥΚΝΙΔΑ ΣΤΗΝ ΑΣΦΑΛΤΟ

Πλήξη, εμμονή, σπασμωδικές κινήσεις
Η σιωπή σου ένας ουρανός-μαχαίρι
Φιλιά στα δόντια
Βγάλτε τα κουδούνια απ’ τα διαμερίσματα και βάλτε τα
στα τραγιά
Τα περιστέρια στον φούρνο
Οι καλόγριες έχουν περίοδο το καλοκαίρι
Λίγη κλεμμένη καύλα από «Μέγα Ανατολικό»
Η σκόνη μπήκε σε κονσέρβα
Οι σόλες λιώσανε· στον δρόμο έχει τσουκνίδες
Ακόμα σε θυμάμαι
Η απουσία παρόν
Τα τσιμέντα βράζουν
Επιμένεις να με ρωτάς πώς γίνεται να βγαίνει η τσουκνίδα
μέσα από την άσφαλτο
Μα πώς…
αφού περάσαμε ένα βράδυ από εκεί.

*

ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ ΚΑΙ ΕΡΜΟΥ

Όταν κοιτάζεις στα μάτια οι φωνές σωπαίνουν
Έχω μέσα μου έναν άθεο άστεγο που τρέχει στην εκκλησία
για να φάει ψωμί
Μέσα μου υπάρχει ένας νευρικός που πατά επίμονα την κόρνα
στον δρόμο γιατί βιάζεται
Μέσα μου υπάρχει ένα κρεμασμένο χαμόγελο έτοιμο να πεθάνει
από μελαγχολία·
Ευριπίδου και Σωκράτους πρωί στην Αθήνα τα εμπορεύματα
φτιαγμένα από αντιγραφή για φτωχή τσέπη
Πιο κάτω στην Ερμού τα περιτυλίγματα γυαλίζουν
Ανάμεσά τους άνθρωποι όλων των ειδών περπατούν
με ταμπέλα στο χέρι
Ο καθένας με τη δική του τιμή· πουλιούνται σε κάθε είδους
αγοραπωλησία
Θυμάμαι τους ασπριτζήδες κάποτε που στεκόντουσαν
στα πεζοδρόμια και ανάλογα την προσφορά πιάνανε
μεροκάματο
Έτσι θα ’πρεπε να στεκόμαστε και εμείς, να ’ναι ξεκάθαρη
η συμφωνία στη συνδιαλλαγή μας
Προσδοκίες, προσμονές δεν υπάρχουν
Το ψέμα θα περίσσευε
Αλίμονο σ’ αυτούς που δεν θα έχουν να αγοράσουν.

*

ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ

Όσοι δεν γίνονται ποιητές γίνονται φίλοι και εραστές
Έρχονται κατά πάνω μας
Σκαλίζουν το μυαλό μας με την τσάπα
Κάθονται στο κρανίο μας
Και τώρα
Αντέχουμε το χειρουργείο χωρίς αναισθησία.

*Από τη συλλογή “Το πούρτσον που κουτσαίνει”, εκδ. Ρώμη, 2023.

Πάρης Ε. Βασιλειάδης, Τρία ποιήματα

ΝΕΚΡΗ ΦΥΣΗ

Εκεί κείται ο Γ.
Πάνω στο διπλό κρεβάτι
-ακόμα στολισμένες οι λευκές κορδέλες του γάμου-
εκεί που γέννησε τρία παιδιά
και από πάνω του
μάννα, γυναίκα, παιδιά
να τον εκλιπαρούν
να σηκωθεί.
«Σήκω!»
Άδικος κόπος…
Νεκρή φύση.

*

ΕΝΑ ΣΑΛΙΓΚΑΡΙ

Όπως το σαλιγκάρι
Θα κουβαλώ δια βίου
Το σπίτι που γεννήθηκα.

*

ΑΚΟΥΣΑ

Άκουσα ότι είπε
«Στον τάφο μου θέλω να γραφτεί
Θέλω να με θυμούνται όχι όπως έζησα
Αλλά όπως θα ήθελα να ζήσω»

*Από τη συλλογή «Φτηνά Υλικά», εκδόσεις Αντιμόνιο, 2013. Εμείς πήραμε τα ποιήματα από εδώ: https://xartokoptis.blogspot.com/2014/10/blog-post_4.html

Δημήτρης Μιχελουδάκης, Louise

Πηγή φωτογραφίας: Kate Sharpley Library

Αυτή τη βάρκα πέρα ‘κει
που γδέρνεται στην ξέρα,
γι’ ατμόπλοιο την είχανε·
για πράγματα μεγάλα και σπουδαία.

Ήτανε κι ο πατέρας της
γνωστό πλοίο της γραμμής-
με τους επιβάτες του
νύχτα-μέρα συνεπής.

Εκείνη το πέλαγος δεν άντεχε.
Ξένη σε θάλασσ’ ανοιχτή,
έφτιαξε ποτάμι πέτρινο
δικό της, χωμάτινο κελλί.

Θα ‘χε πορεία καλή…
αυτή η βάρκα πέρα ‘κει
που ξέθωρη και μόνη
χάνεται στην ξέρα.

Αλλά η Louise έμεινε
απ’ τις γραμμές και τις γιορτές,
από καπεταναίων εντολές
κι απ’ όλους, πέρα…

Νίκος Σφαμένος, Ποιήματα

Εσύ
να
δώσεις
λίγο
αίμα
φωνή
και
μια
μικρή
ηλιαχτίδα
αρκετά
με
τη
βαρετή
ποίηση
και
ακόμα
χειρότερα
με
τους
βαρετούς
Ποιητές

*

Γλυκό βύσσινο
πίνει σκυφτή τον
καφέ της
μαζί με γλυκό βύσσινο
ρυτίδες και ένα
παλιό φόρεμα
ενώ δίπλα στη παραλία
νέοι πάνε κι έρχονται
παίζουν στο νερό
τραγουδάνε χαρούμενα τραγούδια
και η μουσική πάντα εύθυμη
εκείνη εκεί
να μετρά τα λεπτά
τις ώρες που φεύγουν
κανείς δεν της μιλά
κανείς δεν τη προσέχει
και καθώς γυρίζω σπίτι
τούτη την αποπνικτική
καλοκαιριάτικη μέρα
σκέπτομαι μόνο εκείνη
και τα κρύα
νεκρά
βράδια της

*

Παιδί στον ήλιο
η πόλη θρυμματίζεται
φλέγεται
καθώς το κεφάλι σου
αδειάζει
καβαλα σ’ ένα παλιό μηχανάκι
μυρίζεις την ήρεμη
αυγουστιάτικη θάλασσα
οι όμορφες μέρες περιμένουν
πολύχρωμες
γαλήνιες
ολοφώτιστες
παιδί στον ήλιο
του απλώνεις τα χέρια
και χάνεσαι
χάνεσαι
Χάνεσαι

*

Ποίηση
σε πείσμα των καιρών
κάποιοι άναψαν μια μικρή φλόγα
με σκισμένα ρούχα και λιωμένα πρόσωπα
βάδισαν στα υπόγεια
εκείνοι προχώρησαν
προχώρησαν
όταν όλα γύρω τους έλεγαν
μείνε
εκεί

Ζωή Καραπατάκη, Ένας άθλιος καιρός

Artwork: Johann Heinric

Οι ζωές μας είναι τα ποτάμια
Nuestras vidas son los rios

Jorge Manrique

Η πλημμύρα ξεχύλισε απ’ τα στήθη μας
και κάποια στιγμή
θα σας πνίξει –
να τη φοβάστε
Δεν είναι ήρεμα πια τα ποτάμια
ούτε στεγνές οι όχθες
και νομοταγή τα βατράχια
άγρια γίνονται τα κοάσματά τους –
δεν θέλουμε να τ’ ακούμε
Δεν είναι αυτή η άνοιξη που ξέρουμε
μόνο ένας άθλιος καιρός είναι
που παραμονεύει σαν ενέδρα
κυρίως όσους ανυποψίαστοι περπατάνε
μέσα σ’ αυτόν τον καιρό
λες και κρατάνε
το μπαστούνι του τυφλού
στο χέρι

Charles Bukowski, Αυτό το είδος της φωτιάς

Artwork: Norman Cornish

Κάποιες φορές πιστεύω
πως οι θεοί
επίτηδες επιμένουν να με σπρώχνουν
μέσα στη φωτιά
μόνο και μόνο
για να με ακούσουν
να ουρλιάζω
κάποιες καλές αράδες.
δεν έχουν κανένα σκοπό
να με αφήσουν να συνταξιοδοτηθώ
με το μεταξωτό κασκόλ μου στον λαιμό
να δίνω διαλέξεις στο Γιέιλ.
οι θεοί με χρειάζονται
για να τους διασκεδάζω.
πρέπει να βαριούνται τρομερά
με όλους τους υπόλοιπους
όπως κι εγώ.
και τώρα ο καπνός απ’ το τσιγάρο μου
στέγνωσε.
κάθομαι εδώ
και το τινάζω
απελπισμένα.
αυτού του είδους τη φωτιά
δεν μπορούν
να μου την δώσουν.