Ανομβρία παντού! Νυσταγμένα μάτια στις ώρες του δειλινού . Μουσκεμένα βλέφαρα σε αφέγγαρες νύχτες. Οι μέρες μεσίστιες και σκοτεινές, γεννούν φονιάδες. Σε κάθε γωνιά, παράσημα, θέσεις και τρανά αξιώματα, πουλιούνται σε τιμή ευκαιρίας. Οι σταυρωτήδες πλήθυναν ανησυχητικά… Και γύρω μας φωτιά, καπνός, καταστροφή και αίμα. Μέσα μας, κλυδωνισμός, ντροπή και ψέμα. Γύρω μας πείνα, εξαθλίωση κραυγή. Μέσα μας, εντολή, αποκλεισμός σιωπή. Στις θάλασσες απόκληροι… λυγμοί καράβια σάπια…καθημερινά πνιγμοί. Κι έτσι, στέκω αναποφάσιστος, ανάμεσα σε δυο πύρινες ατραπούς, ή να κόψω τον ομφάλιο λώρο μου με τον άθλιο κόσμο, ή να πορευτώ άθλια σφαίρα σε πιστόλι…!
Είναι που κάθε λίγο τα νέα αχνίζουν μαύρες πτωματοσακούλες σ’ αφρίζοντα κανάλια είναι που η θάλασσα δεν μπορεί να πάρει τη θέση της μάνας κι ας της δίνεται αυθαίρετα είναι που δε – θέ – λω εκεί που τα νερά θα ‘ναι κρυστάλλινα να φανούν τα μάτια μιας κόρης κι ενός γιου – τρέμω μην είν’ μελιά σαν της αδελφής μου.
Είπαν τον άνθρωπο λαθραίο, μάνα, πώς γίνεται ένας άνθρωπος λαθραίος; Λαθραία ξέρω τα εμπορεύματα… Και το Αιγαίο πώς μπορεί και τους πνίγει πώς αντέχει και τους πνίγει κι έπειτα βάζει τα καλά του και φρεσκολουσμένο δεξιώνεται ιστιοφόρα τα καλοκαίρια, κι έπειτα βάζει τα καλά του και υποδέχεται τουρίστες τα καλοκαίρια; Αλλιώς ζωγράφισες για μένα το Αιγαίο, μάνα…
Καμιά φορά τα πράγματα ξεφεύγουν απ’ τον έλεγχο. Αστέρια καμικάζι πέφτουν απ’ τον ουρανό Οι ευχές ξεχειλώνουν απ’ το πρώτο πλύσιμο. Κάποιοι ισκιοπατιούνται στις ροδοδάφνες. Οι ταξιανθίες του σολιδάγο επαναστατούν. Στην αγορά υπάρχει έλλειψη σε βασικά αγαθά, όπως λάμπες θυέλλης, μουσικά κουτιά και αψέντι από βροχή φιλιών.
Μη με ρωτάς γιατί συμβαίνει αυτό ή γιατί η γιαγιά έχει τόσο μεγάλο στόμα. Μη με ρωτάς ποιος φταίει που εξαφανίστηκαν τα λευκά κοράκια απ’ τα ποιήματα, ή που υπάρχουν κόρες για πούλημα. Όπως κάθε αυγό εμπεριέχει τον κοραλλένιο κρόκο του, κάθε ερώτηση εμπεριέχει την απάντηση.
Με απαλότητα γλιστρά η Γη ανεπαίσθητα στην πορεία γύρω από τον ήλιο και ελλειπτικά του γαλαξία – ύπουλα μας παρασύρει μέσα από την ύλη του στερεώματος και συνοδεύει με μουσική του κενού το μεροδούλι και το μεροφάι
ανάμεσα στα λαμπρά χρώματα του ουρανού και στις φαιές σκιές των πόλεων μας καταδιώκει με μύρια ασύμμετρα ρολόγια και με φραγγέλια μεταμφιεσμένα υποδεικνύει ανάλγητα τη θέση μας στις τριγωνομετρίες της ζωής –
μοχλούς δεν κατέχω “ταν Γαν κινήσω” – κρατώ, ωστόσο, μέσα μου δύναμη φλογερή να απαλύνω τα επί γης άλγη.
Με χέρι ακουμπισμένο στο κιγκλίδωμα κοιτούσε τη νεκρή αυλή, το ρημαγμένο από την απουσία σπίτι. «Δεν είναι κανείς εδώ», φώναξε κι ένα φεγγάρι κείνη τη στιγμή ανέβηκε απ’το βάθος του βουνού σαν πεθαμένο. Ήτανε τέλος του φθινόπωρου και ο καιρός ψυχρός· κανείς δεν απαντούσε. «Δεν είναι κανείς εδώ», φώναξε πάλι και ο άνεμος παίρνοντας τη φωνή επήγε και την έριξε στου πηγαδιού το νυχτωμένο στόμα μέσα.
*Από τη συλλογή “Να εμποδίζεις τις σκιές”, Εκδόσεις Διαγωνίου 1982. Το ποίημα περιλαμβάνεται και στο συλλογικό τόμο ‘Χρίστος Λάσκαρης, Ποιήματα”, εκδ. Τύρφη, 2022.
Death comes Monday morning, 9 A.M. nothing prepares you, a foot starts to shake Wild as a storm cloud in a hard north wind. Cold sweat on our forehead raises the stakes.
Nothing prepares you, a foot starts to shake While sun on pale earth dismisses the frost. Cold sweat on our forehead raises the stakes, Your mind in the garden, denying all loss.
While sun on pale earth dismisses the frost, Trees nail shadows to the walls of your home, Yet your mind roams the garden, denying all loss. Pain crushes your chest, you fall toward the phone,
Trees nail shadows to the walls of your home. Wild as a storm cloud in a hard north wind, Pain crushes your chest, you fall toward the phone. Death comes Monday morning, 9 A.M.
Ο θάνατος έρχεται το πρωί της Δευτέρας, ώρα 9 π.μ., Τίποτα δεν σε προειδοποιεί, το ένα πόδι αρχίζει να τρέμει. Άγρια σαν σύννεφο καταιγίδας κυνηγημένο από έναν κρύο βοριά, Ο κρύος ιδρώτας στο μέτωπο σου αυξάνει τις πιθανότητες.
Τίποτε δεν σε προειδοποιεί, το ένα πόδι αρχίζει να τρέμει Ενώ ο ήλιος διαλύει την καταχνιά από την ξασπρισμένη γη. Ο κρύος ιδρώτας στο μέτωπο σου αυξάνει τις πιθανότητες, Το μυαλό σου τριγυρίζει στον κήπο, αδιαφορώντας για κάθε απώλεια,
Καθώς ο ήλιος διαλύει την καταχνιά από την ξασπρισμένη γη, Τα δένδρα καρφώνουν σκιές στους τοίχους του σπιτιού σου, Ακόμα το μυαλό σου περιφέρεται στον κήπο, αδιαφορώντας για κάθε απώλεια. Ο πόνος συντρίβει το στέρνο σου, πέφτεις να πιάσεις το τηλέφωνο,
Τα δένδρα καρφώνουν σκιές στους τοίχους του σπιτιού σου. άγριος σαν σύννεφα καταιγίδας κυνηγημένα από έναν κρύο βοριά, Ο πόνος συντρίβει το στέρνο σου, σωριάζεσαι δίπλα στο τηλέφωνο. Ο θάνατος έρχεται το πρωί της Δευτέρας, ώρα 9 π.μ.
*Από τη συλλογή ‘‘Εργαστήριο Ανατομικής’’. Μετάφραση: Μίλτος Αρβανιτάκης και Άγγελος Γρόλιος. Βραβείο μετάφρασης 2016, από το The European Institute for Literary Translation.
**Σημείωση του εκ των μεταφραστών Μίλτου Αρβανιτάκη: Το ποίημα αυτό έχει γραφεί σε μορφή pantoum (παντούμ). Σύμφωνα με αυτό, αποτελείται από τετράστιχες στροφές και σε κάθε στροφή ο δεύτερος και ο τέταρτος στίχος επαναλαμβάνονται ως πρώτος και τρίτος στίχος στην επόμενη στροφή. Το pantoum είναι είδος που προέρχεται από τη Μαλαισία και πέρασε στην αγγλική και τη γαλλική ποίηση του 19ου αιώνα.
Από το “αυτί” της έκδοσης: “Ο Λι Μπάι, γνωστός και ως Λι Πο ή Τάι Λι Πο, συγκαταλέγεται στους μεγαλύτερους και πλέον αντιπροσωπευτικούς ποιητές της Κίνας. Γεννήθηκε το 701 μ.Χ. στο Τσαγκ Μινγκ της επαρχίας Σιτσουάν. Για κάποιο διάστημα υπήρξε κρατικός λειτουργός και ποιητής της αυτοκρατορικής αυλής. Όταν διώχθηκε από εκεί, περιπλανήθηκε επί δεκαετίες στο εσωτερικό της χώρας ως νομάς, ως μοναχός των δασών και των λιμνών. Στα ποιήματά του -περίπου χίλια τον αριθμό- ύμνησε την ομορφιά της φύσης, τον έρωτα και την απόλαυση που χαρίζει το κρασί.
Πέθανε το 762 μ.Χ. στα εξήντα ένα του χρόνια. Επηρέασε κι εξακολουθεί να επηρεάζει πολλούς δημιουργούς, όχι μόνο στην Κίνα αλλά και στη Δύση. Οι Κινέζοι θεωρούν ότι είναι ο πιο ανθρώπινος από όλους τους ποιητές τους, που έχει τη δύναμη να τους εμψυχώνει σε δύσκολους καιρούς.”
Από το επίμετρο του Γιώργου Βέη: “[…] Η πύκνωση του νοήματος αποτελούσε ομολογουμένως πάγιο μέλημά του. Αυτοσχεδίαζε με παροιμιώδη επιτυχία, ενώ ταυτοχρόνως υπήρξε γνώστης βαθύς της εγχώριας ποιητικής παράδοσης, όσο ελάχιστοι της εποχής του. Ο εαυτός του στάθηκε αναμφισβήτητα το κατεξοχήν σημαινόμενο˙ αστείρευτος και αυτοελεγχόμενος ταυτοχρόνως, ό,τι εν ολίγοις εκφράζει εμμέσως πλην σαφώς το αίτημα των ολιγόστιχων, κατά κανόνα, ρηματικών του εκφάνσεων. Οι μονόλογοί του, ανεπιτήδευτοι και καθηλωτικοί, συνιστούν πέρασμα από το αναπόφευκτο τραύμα στην ποθητή έκσταση. […]”
Από τα ποιήματα του Λι Μπάι:
ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΟΝΤΑΣ ΤΑ ΣΠΟΥΡΓΙΤΙΑ
Όχι, να μην πετάτε μαζί με τις αλκυόνες του Γιαν-τσό. Ούτε με τα χελιδόνια που κουρνιάζουν στο παλάτι των Γου. Αν καεί το παλάτι, κι οι δικές σας οι φωλιές θα πάρουν φωτιά αλλά και τα δίχτυα θα σας πιάσουν με τις αλκυόνες μαζί. Μόνα σας λοιπόν, σπουργίτια των αγρών κάτω από τις καλαμιές εσείς να μείνετε κι έτσι γεράκια κι αετοί ποτέ δεν θα σας βρουν.”
*
ΚΑΤΕΥΟΔΙΟ
Τα βουνά στα βόρεια με τη γαλάζια τους γραμμή κι η καμπύλη στ’ ανατολικά εκείνο το λευκό χνάρι στη μέση εμείς την ώρα του αποχωρισμού. Το ταξίδι μου θα πάρει καιρό το ξέρω, λουλούδι χωρίς ρίζα θα ‘μαι. Να με θυμάσαι κάθε που θα βραδιάζει κι εγώ ένα σύννεφο έτσι κοντά σου θα ‘ρχομαι. Τ’ άλογο βιάζεται να φύγουμε ας πούμε «αντίο».”