Ζωή Καραπατάκη, Εφηβικό

Δεν έχω γράψει για τον πατέρα μου
θάνατος ξαφνικός – νωρίς
μ’ όλα τα συνεπακόλουθα.
Μεσ ‘ το πένθος τότε -των δεκαπέντε χρόνων-
σκάρωσα δυο μικρά ποιήματα,
μόνο έτσι μπορούσα να το παλέψω.
Μόνιμη εικόνα στη μνήμη:
τσιγάρο, καπνοί, νύχτα, αϋπνία.
Το εμπόριο δεν είναι για όλους.

Και τα θραύσματα από κείνα τα πρωτόλεια,
να τρέχουν πάντα γύρω απ’ το πρόσωπό του:

…”ένα μαύρο σημάδι στο βάθος
με καλεί
δεν έχω άλλη επιλογή
όλοι οι δρόμοι
οδηγούν εκεί”.

…”τ’ αστέρια σβήσαν,
οι φραγκοσυκιές χάσκουν
κι ο ουρανός ψήλωσε
ώσπου χάθηκε”.

Βάλια Τσάιτα – Τσιλιμένη, Τρία ποιήματα

ΚΑΛΠΙΚΟΣ ΜΥΘΟΣ

Σε μια νύχτα γύρισαν το σώμα τους ανάποδα
Τίναξαν με μανία όλα τα μέλη τους, ν’ αδειάσουν
Ήταν εκείνα· το βρήκαν
Έπεσε απ΄ το βάθος σαν το τελευταίο απ΄ όλα τ’ αντικείμενα
Θριαμβευτικό

Ονόμασαν όλες τις τους τις λέξεις
Γλίστρησαν υγρές, μεταλλικές·
Η αξία του ένας κάλπικος μύθος – να τον αντικρίσουν
κατάματα,
να τον εκμηδενίσουν

*

ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ

Ελάσσονα στους αιώνες ποιητή,
φέρε μου απ’ τα ερείπια το τυφλό χέρι
της μητέρας που οσμίζεται από ένστικτο –
το δάκρυ και μέσα από στοές, σκιές
και στρογγυλά περάσματα φτάνει και το θωπεύει.

Το θρόισμα της μνήμης στο δέντρο του καιρού
Τη λησμονιά προδίδει, το χρώμα τ’ ουρανού

*

Η ΚΟΚΚΙΝΗ ΑΥΛΗ

Η αυλή με τις κόκκινες ανεμώνες έστηνε κάθε πρωί
απ΄την αρχή τον κόσμο
έξω από σύνορα, κραυγές και μάχες

Μάχες μονάχα στα ξύλινα σπαθιά
των αγοριών, στις παραβιασμένες φωλιές
των πουλιών, στη γάτα που τρύπωνε αθόρυβα
στους κήπους και σκάλιζε το γέλιο μας
και την καρδιά μας

*Από τη συλλογή “Άγρια χόρτα”, εκδ. Κίχλη, 2017.

Χ.Π.Σοφίας, Έξι ποιήματα


Σχέδιο: Χ.Π.Σοφίας

ΝΟΣΤΟΣ ΕΝΟΣ ΧΡΩΣΤΗΡΑ

Πεθύμησα το ταπεινό ξόδεμα του προσώπου σου

των αποδημητικών ματιών το ακρογιάλι
των έφηβων χρωμάτων τον υμένα
το μυστικό σκήνωμα το λαχάνιασμα

*

ΠΡΩΙΝΟ

Πολύχρωμα βότσαλα γεύονταν
την αναμονή του ξεχασμένου

νερολούλουδα μιλούσαν με πουλιά

ένα κορίτσι πρόσεχε το μπλε

*

ΔΩΜΑΤΙΟ [1]

Ένα δωμάτιο ιερό δίχως καθρέπτη
Ρημαγμένο ανατολικό με πεταλούδες
Εκεί κάποτε προσευχόταν ο έρωτας

*

ΛΙΓΟ

Άδειασα τον καθρέπτη
Την άθεη μοναξιά του

Για λίγο αγαπάμε
Έπειτα θυμόμαστε

*

ΧΩΡΑΦΙ

Ένα χωράφι δίχως νερό
σπαρμένο με πέτρες κληρονομήσαμε
τις πέτρες τις κάναμε αγάλματα
και το χωράφι το πουλήσαμε

*

ΜΑΥΡΟ ΚΟΥΣΤΟΥΜΙ

Ένα φαρμακείο
μέσα στη νύχτα
φροντίζει τη μοναξιά των πουλιών

Από ένα ευαγγέλιο
ένας ποιητής ξεπατικώνει
την ξενιτειά των ανέμων

*Από τη συλλογή “εαυτόν άγνωστον”, εκδ. Κουκκίδα, 2022.

Αλέξανδρος Τσώτσος, Στοιβαχτήκαμε! φώναξαν οι ανόητοι

Κενά αέρος
Χαραγματιές
Σαδιστικές αποπνίξεις
Τσάκισμα και μαράζωμα∙
Κυρίως το τελευταίο.
Μονάχα αυτό.
Σήψη.

Ήταν σαν να το επιδίωκαν
Σαν οι ίδιοι εκείνοι ανόητοι
Να ζήτησαν να πνιχθούν.
Στιγμιαία αποκτούσαν συνείδηση
Κι αμέσως την έχαναν πάλι.
Γιατί; φώναξε ένας από δαύτους
Γιατί μας κλέβετε το οξυγόνο μας;
Γιατί δεν …

Οι άλλοι
Ούτε χαίρονταν, ούτε λυπούνταν
Ούτε ζούσαν, ούτε ήταν κι εντελώς ψοφίμια
Υπέμεναν τη διαδικασία
Απλά και τυπικά.
Ως την πλήρη αποπεράτωσή της.

Ύστερα ήλθαν οι επόμενοι.
Μα ούτε και τώρα έγινε φανερή
Η αιτία του στοιβάγματος.

Μόλις τελείωσε κι ο τελευταίος από τους ανόητους
Μη γνωρίζοντας τι άλλο να κάνουν οι δήμιοι
Οικειοθελώς πιάστηκαν και πνίχτηκαν μεταξύ τους.
Ως τον εντελή χαμό τους.

Nicanor Parra, Ανακαλώ όλα όσα είπα

Πριν αποχαιρετήσω
Εχω μια τελευταία επιθυμία:
Γενναιόδωρε αναγνώστη
κάψε αυτό το βιβλίο
Δε λέει εκείνο που ήθελα να πω
Μόλο που γράφτηκε με αίμα
Δε λέει εκείνο που ήθελα να πω.

Η κατάσταση δε γίνεται πιο θλιβερή
Με νίκησε ο ήσκιος μου:
Με εκδικήθηκαν οι λέξεις.

Συγχώρα με αναγνώστη
Καλέ αναγνώστη
Που δεν μπορώ να σε αποχαιρετήσω
Μ’ έναν πιστό εναγκαλισμό:
Αντίθετα σ’ αφήνω
Μ’ ένα βεβιασμένο και λυπημένο χαμόγελο.

Μπορεί να μην είμαι άλλο από εκείνο
Αλλά άκουσε τον τελευταίο μου λόγο:
Ανακαλώ όλα όσα είπα.
Με την πιο βαθιά πίκρα του κόσμου
Ανακαλώ όλα όσα είπα.

*Από το βιβλίο “Νικανόρ Πάρρα Ποιήματα και Αντιποιήματα”, εκδ. Εκάτη, 2002. Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος.

Roger Mc Gough, Μαθαίνοντας να διαβάζω 

Μαθαίνοντας να διαβάζω στη διάρκεια του πολέμου
δεν ήταν εύκολο, γιατί τα βιβλία
ήταν σπάνια. Αλλά η μητέρα
ήταν σίγουρη ότι δεν θα πάω να κοιμηθώ
χωρίς να διαβάσω κάτι στο κρεβάτι.
Εξαιτίας της συσκότισης
η ζεστή, η παρηγορητική λάμψη
μιας λάμπας δίπλα στο κρεβάτι, απαγορευόταν.
Έτσι η μητέρα τραβούσε πίσω τις κουρτίνες
και άνοιγε φαρδιά πλατιά το παράθυρο.
Και στο φως ενός φλεγόμενου εργοστασίου
ή ενός χτυπημένου Μέσσερτσμιτ
αγκαλιαζόμασταν και μου διάβαζε
μπουκάλια σάλτσας, βάζα γλυκού και το
πάντα αγαπημένο μου, ένα τενεκεδάκι Οβαλτίν.
Τόσα χρόνια μετά, ακόμα
θυμάμαι, την πράα καθοδήγησή της
καθώς διάβαζα μεγαλόφωνα την πρώτη μου πρόταση:
Π-α-σ-π-α-λ-ί-σ-τ-ε δ-ύ-ο σ-ω-ρ-ω-τ-έ-ς
κ-ο-υ-τ-α-λ-ι-έ-ς α-π-ό…

*Μετάφραση: Σπύρος Θεριανός.
**Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης δημοσιεύτηκαν εδώ: https://kyklos.wordpress.com/2019/02/23/%ce%bc%ce%b1%ce%b8%ce%b1%ce%b9%ce%bd%ce%bf%ce%bd%cf%84%ce%b1%cf%83-%ce%bd%ce%b1-%ce%b4%ce%b9%ce%b1%ce%b2%ce%b1%ce%b6%cf%89-%cf%84%ce%bf%cf%85-roger-mc-gough/

Penthesilia, Δύο ποιήματα

ΓΡΑΦΙΤΗΣ
Ανθρώπινες σχέσεις
Καθρεφτίζουν σχάσεις
Εντός δευτερολέπτων
Σε κοινωνία ανταγωνιστών
Ψάχνουμε να βρούμε αγωνισταί
Εγκιβωτισμοί αφηγήσεων
Επί ονειρικών παρορμήσεων
Λαχταρούν ψιθύρους
Σε στοιβαγμένα σάπια πιθάρια
Μανία και υποτονικότης
Επιγραφές αλληλεξαρτώμενες
Σε σκηνικό προσμονής
Κι όλα αυτά αναμένοντας μια κάποια αν-ελευθερία
Που ουδείς επι-θυμεί.

*

PECULIAR ODDITY

Το κόμμα ανάμεσα στα ονόματά μας
Έγινε πολλά αποσιωπητικά
Τόσο όσα η ειμαρμένη, οι φόβοι, τα πρέπει και
τα θέλω μας επιτρέψανε
Με τη σειρά αυτά μαζεύτηκαν
όλο και πιο κοντά
ζωγραφίζοντας δίπλα σου μια τελεία
χαράσσοντας μέσα μου ένα ερωτηματικό
ποιο το τέλος και ποια η αρχή.

*Από τη συλλογή «Συμμετρική απόσταση», εκδ. ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, 2022.

Audre Lorde, Η επανάσταση είναι μια μορφή κοινωνικής αλλαγής

Όταν ο αφέντης είναι απασχολημένος
να κατασκευάζει αράπηδες
δεν έχει μεγάλη
σημασία
τι απόχρωση
είσαι.

Αν του τελειώσει ένα
συγκεκριμένο χρώμα
μπορεί πάντα να μεταπηδήσει
στο μέγεθος
και όταν ξεμπερδέψει
με τους μεγαλόσωμους
θα το γυρίσει
στο φύλο
που είναι
τελικά
η αρχή όλων.

*Μετάφραση: Kyoko Kishida-Jazra Khaleed. Δημοσιεύτηκε στο 12ο τεύχος του Τεφλόν, Χειμώνας-Άνοιξη 2015.

Νίκος Κωσταγιόλας, Ενυδρείο

Αυτός ο γυάλινος τοίχος ο αδιαπέραστος
που βαδίζει μαζί μου
είναι η μέρα η ανυπόμονη
είναι οι μυριάδες αυλακιές
– τα λούκια του προσώπου μου –
είναι οι μαύρες σακούλες,
σαν νυχτερίδες αγκυροβολημένες
στα γείσα των ματιών
εκεί όπου στροβιλίζεται
εσαεί ωραιόμενη
του ήλιου η ακίδα
ή τροχάζουν τέθριππα ακατάπονα
στους δροσερούς, φιδίσιους δρόμους
κάτω απ’ του απείρου τους κυπαρισσώνες

Τα χέρια μου είναι δυο σαράβαλες φτερούγες
τα πόδια μου κάποιας λοκομοτίβας
άβουλης πόδια
τα δε μάτια μου, πάνω απ’ τον ώμο σαν κοιτάξω
είναι δυο φινιστρίνια
απ’ όπου παρελαύνουν
ντυμένες φράκα τελετουργικά
και κρινολίνα πάγχρωμα
όλες εκείνες οι ευτυχίες
που δε θ’ αυτομολήσουν από κανενός την τσέπη
για να τις βρω τυχαία εγώ
σαν πεντοδόλλαρα σκύβοντας
πλάι σ’ ένα ναυάγιο αύτανδρο με προοπτικές
που βγάζουν ασπροπρόσωπα τα ονόματά τους

Είναι κάπου εκεί που αντιλαμβάνομαι
πως είμαι ενός ενυδρείου
το κύριο έκθεμα
κι εκείνα τα σουβλίσματα στις κόρες
είναι οι καταπράσινοι καιροί
του παιδιού που υπήρξα
που αναλάμπουν σφύζοντες ζωή
καίτοι διαιώνια ανίκανοι
φριχτά ν’ ανακληθούν

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2023/06/10/%CE%B5%CE%BD%CF%85%CE%B4%CF%81%CE%B5%CE%AF%CE%BF-%CE%BD%CE%AF%CE%BA%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CF%89%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CF%8C%CE%BB%CE%B1%CF%82/

Κωνσταντίνα Γεωργαντά, FRONTEX μανιφέστο 

Η θάλασσά μας απειλείται από ορδές σωμάτων
τορπιλίζουν τα ύδατά μας και μας λυμαίνονται
η θάλασσά μας ζητά να προστατευθεί
θα στείλουμε αυτόματα
με σημαντήρες, σανίδες κολύμβησης και πλωτήρες
για να υποστηρίξουμε τους κολυμβητές
η διαδικασία πρέπει να γίνει σωστά
στη Μελίγια και τη Θέουτα θα δίνονται βαράκια και ζώνες νερού
γάντια κολύμβησης, κουπιά χεριών και πτερύγια
όσοι έχουν δυνατά κίνητρα θα έχουν το προβάδισμα
για να φτάσουν επιπλέοντας γρήγορα στ’ανοιχτά της Λαμπηδούσα
ενώ στη γραμμή τερματισμού θα μοιράζονται στεγανές τσάντες
προς αποθήκευση και μεταφορά του εξοπλισμού
δε θ’ αφήσουμε τίποτα πίσω τίποτα
η θάλασσά μας, η θάλασσά μας
αυτή η άδολη φόνισσα

*Από τη συλλογή “Ρακοσυλλέκτης χρόνος”, εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ 2015.