Ζωή Καραπατάκη, Κραυγή

Παίζουμε
παιγνίδια πολέμου
Φλόγες οι λέξεις γίνονται στα χείλη
κι ο νους πρώτος, καμίνι ζωντανό,
χωρίς έλεος, κανένα

Είμαστε φορτωμένοι
απελπισία
Μη σε ξεγελάνε τα λιβάδια
με τις ανεμώνες
ούτε οι κομψές πεταλούδες
οι ανάλαφρες

Μια καταιγίδα είμαστε
που αδημονεί

ουδείς τόπος χάριτος

Βαγγέλης Γέττος, Σιωπή

Αγνώστου, Τοιχογραφία, Spring Street, Reservoir, Melbourne

Με τη σιωπή
γίνεσαι σπηλιά
κατώι
κρασοποτείο φριχτό
υπόνομος
υπόγειο τρέμουλο
λαγούμι που θάψαμε δυο σπασμένα γυλαιά
αποθήκη με σαπισμένο σιτάρι
ποντικοί σε λήθαργο
πλάκα του κουπιού πριν ξαναβγεί στην επιφάνεια του νερού
το αίμα που καίει στην προσπάθεια,
υπόκωφος γδούπος στις ράγες
μέσα σε θολές κραυγές για βοήθεια

η σιωπή ανοίγει μια τρύπα χάους σε κάθε σου πόρο.

*Από τη συλλογή “Προσάναμμα”, Εκδόσεις των Συναδέλφων, Αθήνα 2013.

Χάρης Σακελλαρίου (1923-2007), Prevention

Πιάστε αυτό το σκελετό
που τρέχει στους δρόμους
των ματιών – μας
ενθουσιώδης περιχαρής κροταλίζοντας
το κίτρινο του φόβου – μας
προβάλλοντας σε κάθε γωνιά
τα ικριώματα της αυριανής μέρας
Ακούραστος σπεύδει
αδειάζει την άβυσσο στο κρανίο – μας
γεμίζει την άσφαλτο κόκαλα
αριθμημένα
δοκιμάζει τα καρφιά
στις πόρτες

Μας φτάνουν τόσοι σκελετοί
στις καρέκλες
με τον πονόδοντο
και τους καθρέφτες

Η μέρα αλέθει τη στάχτη
σε ανέχυρα

*Από τη συλλογή “Ανεπίδοτα”, εκδ. Κέδρος 1978.

Ευθύμιος Λέντζας, Ποιήματα

Οι γυναίκες που έθαψα στον ύπνο,
στο στήθος μου φυτρώσανε γελώντας.
Γλυκιά μου απόδραση στο δίχως
κάδρα δωμάτιο με τα δύο κρεβάτια,
την ξύλινη πόρτα και το φως στο διάδρομο.
Πουθενά το βήμα μου απόψε.

*

Στενόκαρδα στρώματα·
Πώς να συμφιλιωθώ με τα κόκαλα;
Θεέ μου, τι μεσημέρι κι αυτό,
με κίτρινο τοίχο και χελιδόνια στα κάγκελα.
Όταν ο κίνδυνος γίνεται δεύτερη γλώσσα
δεν με τρομάζουν οι κηλίδες στο πάτωμα:
Η κοινή μας ζωή στο σκοτάδι.

*Από τη συλλογή “Το μερίδιο”, εκδ. Θράκα, Ιούνιος 2022.

Ella Wheeler Wilcox, Μοναξιά

Γέλασε, και ο κόσμος θα γελάσει μαζί σου.
Κλάψε, και μονάχος θα κλαις.
Γιατί η λυπημένη γέρικη γη πρέπει να δανειστεί την ευθυμία της,
ενώ έχει δικά της προβλήματα αρκετά.
Τραγούδησε, και οι λόφοι θα απαντήσουν.
Αναστέναξε, κι ο στεναγμός σου στον αέρα θα χαθεί.
Αναπηδούν οι αντίλαλοι σε ήχο χαρωπό,
μα συρρικνώνονται στης έγνοιας τη φωνή.

Αγαλλίασε, και οι άνθρωποι θα ψάξουν να σε βρουν.
Πένθησε, και την πλάτη θα γυρίσουν ν’ απομακρυνθούν.
Θέλουν γεμάτο μερτικό απ’ όλες τις χαρές σου,
μα δεν χρειάζονται τη θλίψη από τις συμφορές σου.
Είσαι χαρούμενος, και οι φίλοι σου είναι πολλοί.
Γίνε λυπημένος, και τους έχασες όλους.
Ούτε ένας δεν αρνείται το νέκταρ του οίνου σου,
αλλά μονάχος πρέπει να πιεις της ζωής τη χολή.

Γιόρτασε με γεύμα πλούσιο, και οι αίθουσές σου θα γεμίσουν από πλήθη.
Νήστεψε, κι ο κόσμος θα σε προσπεράσει.
Να πετυχαίνεις και να δίνεις, κι αυτό σε βοηθάει να ζήσεις,
μα κανένας δεν σε βοηθάει να πεθάνεις.
Υπάρχει χώρος στους διαδρόμους της χαράς
για ένα μακρύ κι αρχοντικό τραίνο,
αλλά όλοι πρέπει να μπούμε ένας-ένας στη σειρά
για τα στενά περάσματα του πόνου.

*Μετάφραση: Αγγελική Μπούλιαρη. Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης είναι από εδώ: https://poiimata.com/2023/07/04/monaxia-ella-wheeler-wilcox/

Δημήτρης Πέτρου, από τον ”Εικοστό κόσμο”

Πρώτο έσπασε το Σύμφωνο.
Νύχτα ψυχρή, ξημέρωναν ιδανικές συνθήκες.
Χώμα κατάλληλο για άρματα, θερισμένο,
και βρέθηκα να κοιτάζω στο μέσο της ζωής
έναν κόσμο σε ετοιμασίες.

Δίπλα μορφή τυφλή, απορημένη
σε ραψωδίες πάλευε να κλείσει την παραφροσύνη.
Γυρίζει και μου λέει:

-Πού πήγαν οι θεοί;
Δεν βρίσκω πρόσωπο να τραγουδήσει.
Το φτερωτό άλογο νεκρό.
Η γυναίκα με τα λυτά μαλλιά
μακριά πολύ από τα χρόνια.
Τώρα ποιοςθα βάλει το θυμό σε τάξη;

Νύχτα ψυχρή χωρίς διαβουλεύσεις.
Δεν απαντώ.

-Πού είδες ομορφιά;
Βασιλική πληγή μέσα σ’ αυτό το χάος;

Νύχτα ψυχρή και ξάστερη, γεμάτη κρότους.

*Από τη συλλογή ”Εικοστός κόσμος”, εκδ. Πόλις, 2022.

Νίκος Κόλμαν, Δύο ποιήματα

ΙΕΡΟΣΥΛΙΑ

Το φως του φεγγαριού στόχευε τα κλειστά σου μάτια
χαμογελούσε το βλέμμα σου
προστατευμένο από την εμμονή μου

ωσάν να κοιτούσα αλλού
ωσάν να ξυπνήσαμε αλλού, σε ολική μετατόπιση του χωροχρόνου,
ωσάν να ιεροσυλήσαμε στο ιερό μιας εγκαταλειμμένης
βυζαντινής εκκλησίας σ’ άγνωστο χωριό της Καππαδοκίας.

Το ονειρικό ατόπημα
μεταφέρεται από κοπάδι άχρωμων αμνών.

*

ΠΑΙΔΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ

Αυτή τη στιγμή
την επόμενη στιγμή
όλες τις στιγμές
-καλές και κακές-
τις χρονομετρώ, τις πολλαπλασιάζω, τις διαιρώ και
Υπολογίζω
πόσο πολλές είναι
μέσα στη σύντομη ζωή.

Δύο σταγόνες καθώς πέφτανε από ψηλά
Συναντήθηκαν
Αγαπήθηκαν
Φιλήθηκαν
μα μόλις φτάσανε στη γη
για πάντα διαλύθηκαν.

*Από τη συλλογή “Δοκιμές μνήμης”, εκδ. Καλειδοσκόπιο, 2020.

Κατερίνα Λιάτζουρα, από τη συλλογή “Λευκοί νάνοι”

και έπειτα·

με τούτο δω το ποίημα
δεν θα διεκδικήσω καμιά πρωτοτυπία
για μένα, τον Μαμωνά και τη malaise du siecle·
σαδιστική εξάλλου ήταν πάντοτε
η φλέβα του ειδώλου
σαν αντάμωνε το μαύρο με τον χρυσό
και το θειάφι με το φυτίλι
ντενεκέδες κοσμοκαλόγεροι, Εαυτούληδες της πόλης
ζυγίζουν νευρόσπαστα τη νοερή αξία
μέσα στην ασάφεια του χρόνου
και πυκνώνουν και πυκνώνουν ολοένα
στα πέπλα της αρένας

Πάμπολλες οι αλήθειες, κι εσύ δεν γνώρισες καμία;
Γιγαντώθηκες στη λογική, ποιο να’ ναι το σημάδι;

Στον πύργο της Βαβέλ σκαρφάλωσες
στον ουρανό και στον βωμό
και πιο πάνω και πιο πάνω και όλο πιο πάνω θέλησες
την πτώση να αποφύγεις

μα, εκείνο το φρούτο άλλοτε, μήλο κόκκινο δεν ήταν;

*“Λευκοί νάνοι”, εκδ. Βακχικόν, 2022.

Γιώργος Κοζίας: Το ανθισμένο καράβι

Στη Χριστίνα

Τα πανιά ξεδιπλώθηκαν. Ο αγέρας φύσηξε
τέντωσε τα σχοινιά. Πάνω στο γέρικο καράβι
άνθισε η τριανταφυλλιά. Τυλίχτηκε στην πρύμνη
και στην πλώρη. Ανέβηκε στην κορυφή του καταρτιού.
Στα κουπιά κρέμασε τα στεφάνια της.
Οι κωπηλάτες φώναξαν στον τιμονιέρη να γυρίσει
το πλοίο κατά τη στεριά. Αυτός αρνήθηκε.
Τρομαγμένοι από αλλόκοτα ρόδα ρίχτηκαν
στη θάλασσα. Η τριανταφυλλιά κράτησε
μόνο τον τιμονιέρη. Τον σπλαχνίστηκε.
Του έδωσε άστρο βάλσαμο, τιμόνι καρυοφύλλι.

*Από συλλογή “Πεδίον ρίψεων”, εκδ. Στιγμή, 2001.

Μαρία Κούρση, από τη “Μία μέρα”

Ο άνθρωπος που έβλεπε ανθρώπους
να περνούν
Μέσα από τον Χρόνο και τη Λέξη
Πρόλαβε Προσαρμόστηκε Παραιτήθηκε
Ευκαιρίες δίνονταν χάνονταν περίμεναν
(Το κύμα έσκαγε έβρεχε τα πόδια του
Τα γυμνά του μάτια)
Κατά καιρούς αγάπησε τον Χρόνο και τη Λέξη
Λυπόταν που έφευγε που γύριζε
που έφευγε
Λυπόταν που κοίταζε μόνο κοίταζε και κοίταζε

Χαρτάκι ανεμίζω ασήκωτο χαρτάκι
ανεμίζω καθηλωμένο που ήτανε
βαρύ χαρτάκι σαν μολύβι ανεμίζω
βαθιά στη γη από το χώμα ήτανε
το πήρε και το σήκωσε
ανέλπιστος αέρας ψευτοαέρας
(στην ανέμη τυλιγμένο ν’ αρχινίσει)

*“Μία μέρα”, Εκδοτική Αθηνών, 2014.