Ασημίνα Ξηρογιάνη, Δύο ποιήματα

ΣΟΛΩΜΟΥ ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ

Αν ζούσα σήμερα στο δικό σας ’21
(όχι δεν θέλω να το πω «δειλό»)
Έχω την αίσθηση –χωρίς υπερβολή–
πως θα ’σκιζα τα γραπτά μου ένα ένα,
το νόημα δεν θα ’ταν πια ηρωικό.
Με ποιες λέξεις να συνθέσω τώρα ποίημα
Σε ποιον, αλήθεια, εγώ ν’ απευθυνθώ;
Πιο ευτυχής αισθάνομαι μέσα στο μνήμα
Από κει τη φήμη μου τουλάχιστον διατηρώ.
Αν ζούσα σήμερα, ίσως να ήμουν θύμα,
ελεύθερος πολιορκημένος απ’ τον ιό
Είν’ οι καιροί στεγνοί και είναι κρίμα
Χάνεται η διαύγεια μέσα στον πανικό.
Μοιάζουν άμουσοι να ’ναι οι άνθρωποι – τραγικό!
Δεν μπορούν να πλέξουν ούτε μια ρίμα
Ούτε κι έχουν πλούσια έμπνευση, θαρρώ!
(Άσε που είναι πρόβλημα τ’ ότι δεν έχουν διαβάσει Σολωμό)

*

ΔΕΝ ΣΥΝΑΔΕΙ

Απλά είναι δύσκολο
Οι μέρες που κυλούν χωρίς εμάς
Οι ηλιόλουστες
Με λουλούδια γιορτινά
Οι αγροί που πάλι κοκκινίζουν
Είναι δύσκολο να συνταιριαστούν με το τοπίο μέσα μου
Αν δεις στη θάλασσα, εκεί θα είμαι
Aν δεις στο βουνό, πάλι εκεί
Στην πλατεία δίπλα σου,
στον δρόμο λίγο πιο κάτω
τον χωμάτινο
Θα με βρεις, σε μιαν άκρη
Γιατί έτσι συμβαίνει σε κάθε έλλειψη
Σε κάθε ιερή στιγμή
Που μόνοι με τον εαυτό μας μένουμε
Και μετράμε – δεν το θέλουμε
Απλά ξεχειλίζει από μέσα μας
σαν τραγούδι
σαν προσευχή
Και μετράμε
πόσο αγαπάμε.

*Από τη συλλογή «Mια απέραντη ματιά», εκδ. Βακχικόν, 2023.

Σωτήρης Λυκουργιώτης, Virtual reality

Κάποιοι μας είπαν πως τίποτα δεν υπάρχει
[πραγματικά]
πως ο κόσμος είναι ίχνη
[μιας απουσίας]

Μετά
το κύμα ξέβρασε νεκρούς
στις ακρογιαλιές του Ομήρου
και ο Ελύτης έγινε ντεμοντέ

Θάνατος δεν είναι μόνο τ’ άψυχα κορμιά
θάνατος είναι η αποδοχή του θανάτου
και έχει μιαν εξήγηση απλή:

επειδή ο πληθωρισμός της ζωής έριξε
την ανταλλακτικη΄της αξία
είπαν να μας πουλήσουν
φτηνότερα το θάνατο

και εμείς
σαν έτοιμοι από καιρό
σαν εθισμένοι
αγοράζουμε

Δήμητρα Αγγέλου, Τρία ποιήματα

Ποτέ σου δεν κατάλαβες
Ότι δε με μεγάλωσαν άνθρωποι
Ότι είμαι αποκύημα καταιγίδας
Αδερφή των κεραυνών
Ότι το σπίτι μου κατοικείται μόνο από βροχή
Ότι η δοτικότητά μου στον έρωτα και τις αισθήσεις
Κάνει πιο πρόθυμες τις ανάσες που παίρνω
Αλλά ποτέ δεν ξεχνώ

Ότι εδώ που είμαι
Δεν υπάρχει οξυγόνο

*

Σε στοιχειώνει μια αίσθηση ότι πρέπει να γεννηθείς
Ότι δεν έχεις γεννηθεί
Υποφέρεις από την αίσθηση αυτή
Κλοτσάς και τεντώνεσαι και ουρλιάζεις
Αλλά οι σπασμοί της μήτρας σου δεν είναι επαρκείς
Σβήνουν άτονοι και κουρασμένοι
Σε πιάνει άπνοια
Σκέφτεσαι έντρομος ότι η μητέρα σου μπορεί εν τω μεταξύ
Και να έχει πεθάνει

Ένα γερό σπρώξιμο
Μόνο αυτό ήθελες

*

Αυτό που κατόρθωσα να συγκεντρώσω
Δεν ήταν παρά μια αίσθηση
Μια αίσθηση με δέρμα
Η αίσθηση πως συναντώ τον εαυτό μου
Πολλές φορές μέσα στους δρόμους

Και πως είμαστε πολύ κουρασμένοι και οι δύο
Για να χαιρετήσει ο ένας τον άλλον

*Από τη συλλογή “Στάζουν μεσάνυχτα”, εκδ. Μελάνι, 2013 (Βραβείο Ποίησης Μαρία Πολυδούρη).

Αφροδίτη Κατσαδούρη, Τρία ποιήματα

ΣΟΚΙΝ

Χώρισε λέει ο τάδε με δύο παιδιά
το ένα έχει αυτισμό και το άλλο κόβει τα κεφάλια απ’ τις κούκλες
αρρώστησε η μάνα και πεθαίνει
τράκαρε πάνω της μετωπικά στ’ αγαπημένο τους στενάκι
τα δάχτυλά της της αρέσει να τα βουτάει στον αφαλό των κοριτσιών
τα δάχτυλά του τα φυτεύει σε ουρανίσκους ανδρικούς και αγριωμένους
ρίχνει στα πόδια της κρύο νερό μετά τη βάρδια
την τίναξε το ρεύμα
απ΄ το πρωί με την ίδια κάλτσα
και την τίναξε το ρεύμα
εκεί να δεις ΣΟΚ

*

ΚΡΕΜ ΚΑΡΑΜΕΛΕ

Κάτω απ’ το μαξιλάρι
έβαλα την καραμελωτή
Καραμελωμένη
καραμέλα
να με ξεκολλήσετε
απ΄ τη δουλειά
για να κολλάνε τα δόντια μου στο στρώμα
για να κολλάνε το δόντια μου στο στόμα
ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΞΑΝΑΠΑΩ ΣΤΗ ΔΟΥΛΕΙΑ

*

ΛΟΥΗΣ

Ατέρμονα κυκλάκια
γύρω απ’ τον άξονά σου

Παντού αστυνομία

Μια μέλισσα κορνάρει θυμωμένη
σε ζουζουνίζει
σε διεμβολίζει
απ΄ όλες τις ραφές σου

Παντού αστυνομία

τις Κυριακές
ασθμαίναμε από βέβηλη Δευτέρα
πού έμαθες εσύ
να τρέχεις τόσο γρήγορα;

*Δημοσιεύτηκαν στο τεύχος 29 (Καλοκαίρι – Φθινόπωρο 2023) του περιοδικού “Τεφλόν” σελ. 53.

Αλήτις Τσαλαχούρη, Μητρόπολης νύχτα

Φώτο: Peter Kertis

Μητρόπολης νύχτα-Το φθόριο στα κτίρια-Τα φωταγωγημένα από τηλεπαιχνίδια διαμερίσματα-Τα ξενυχτάδικα μαγειρεία-Των θαμώνων τους η ησυχία-Καθώς ψιθυρίζουν για βρομοδουλειές και τρώνε σούπα-Και το ραδιόφωνο παίζει καψούρας ελεγεία-Κι η Αυγή χτενίζει τα μαλλιά τους σαν νάναι κορίτσια-Μητρόπολης νύχτα-Τα καρακόλια περιπολίας-Που σέρνουνε για ένα γραμμάριο χασίς κρατούμενη απ’ της Μενάνδρου μια γύρα-Στο Μέγαρο Συντήρησης Εγκλήματος και Βίας-Για αυτόφωρο-Με μια γραία που πουλάει-Χωρίς άδεια-Ξηροκάρπια σε γωνία-Και σαν κρεμμύδι ψιλοκόβει τον αέρα με τα νύχια-Μητρόπολης νύχτα-Η βραδινή σιωπή στα λεωφορεία-Τα παιδιά που τρέχουν στις λεωφόρους με μηχανές μεταποιημένες για το Σύμπαν-Μέσα σε σύννεφα θαμπά απ’ τα σκουπίδια-Και μετά στα Επείγοντα-Ραψίματα-Από γιατρούς που διατυπώνουν για την ψυχή τους ερωτήματα-Και ξεδιπλώνουν την ψυχιατρική φαρμακολογία-Μητρόπολης νύχτα-Ο φωτισμός εργασιακών λαμπτήρων-Η μυρωδιά εφημερίδων-Η μελαγχολία των διορθωτών όταν διορθώνουν τα πληρωμένα των κηδειών και μνημοσύνων-Όπου μια Μαρία κηδεύει μοναχή της τη φίλη της Μαρία-Και σαν θα παραστείς σ’ εκείνη την κηδεία-Μονάχα ένα φέρετρο και μια γυναίκα στην εξόδιο λειτουργία-Κι ούτε ένας συγγενής-Ούτε και φίλος-Μονάχα μια Μαρία κι ένας ήλιος-Που πέφτει σκληρός σε κάθε αχτίδα-Μητρόπολης νύχτα–Εξομολογήσεις ψυχών φτερουγισμένες σαν πουλιά-Σε μπάρες χαμομάγαζων και λοιπών χαμαιτυπείων-Και στις πλατείες σε σπασμένα παγκάκια-Όπου μέσα από σύρματα των τρόλεϊ-Το φως του φεγγαριού και των κτιρίων-Μητρόπολης νύχτα-Ακάλυπτων σεντόνια που πηγαινοέρχονται φαντάσματα-Βρισίδια στα μπαλκόνια όπου τα τετραγωνικά πνίγουν σαν θάλασσα-Φρακαρισμένα σκουπιδιάρικα-Που τραντάζουν των υπογείων τα τζάμια-Πεταμένα λάστιχα-Που δεν ταξιδεύουν πουθενά πάνω σε κράσπεδα-Αδέσποτα σκυλιά που κάνουν δόντια στα μάτια-Χαρτιά που σέρνει ο άνεμος και μοιάζουν μικρά άστρα-Τζάνκια που βαράνε τα καλύτερά τους οράματα στα αγαπημένα τους σκαλοπάτια-Πόρνες που στην ηρωίνη για να αντέξουν τη βάρδια-Και τη ζωή τους με ένα τσιγάρο-Λένε-Παίρνοντας καφάσι για κάθισμα-Γέροντες σαλοί που παραμιλούν για τους αληθινούς τόπους-Που δεν υπάρχουν πουθενά-Σε χαλάσματα-Ποινικοί που τα τατουάζ τους-Απ’ τις ανατινάξεις των ΑΤΜ-Τα θραύσματα-Κονιάκ που κάνει κύκλους σε χέρια χάρτινα-Τσιγάρο που καπνίζει πεταμένο στη σκάλα-Τ’ αρπάζει ένας άστεγος με μάτια παράταιρα-Μητρόπολης νύχτα-Το φθόριο στα κτίρια-Τα φωταγωγημένα από τηλεπαιχνίδια διαμερίσματα- Τα ξενυχτάδικα μαγειρεία-Των θαμώνων τους η ησυχία-Καθώς ψιθυρίζουν για βρομοδουλειές και τρώνε σούπα-Και το ραδιόφωνο παίζει καψούρας ελεγεία

*Από τη συλλογή ”Κάθαρμα”, Εκδόσεις Οδός Πανός 2020.

Αλέξανδρος Σχινάς, Δύο ποιήματα

ΦΟΥΤΣΑΦΟΠΛΗΞΙΑ

Γρασσοσιδεροζούπηχτα, σφιχτογραμμοφρικιούντα,
Ατμοτσικνουδομέθυστα, ταπεινομαδερόβια,
Ομαδοφυτονείρικα, αλληλοεκχυτάτα,
Τυφλομηχανοφόβιστα, και όλα μαζί: Φριζέλι.
Κει που διαδοχαυνίζανε κι’ αυτοθολογουστώναν,
Ένας τους ξάφνου αρχινά να υπερφριζελίζει :
Υποσκοτεινομνήμικα τροχοβομβοπαρμένο
Οσφρητομαγγανέλκεται απ’ του Φουτσάφ το ούα,
Και θρασοστυφοφύτρωτα λοκομοτοτροπίζον,
Ραγοσκαρφαλαπλώνεται και λαγνοπεριεργεύει.
Μα το Φουτσάφ επέρασε ζαβομπλαχνιαρισμένο,
Βαρυπατηκομπούχτικο, θανατηδονοθλάχνο,
και το μεταλλοψυχοπάστοκολλημάξιασε.

*

ΘΡΑΠΑ

Ο Γαβουνές, ο Μαμουνές, ο Παστροκωλαράκης,
Ο λαγναρμένιος Μπιθουλιάν και οι δυο σιαμαίοι Βούζοι,
Ολόκληρα μερόνυχτα συνέχεια θραπακιάζαν:
Μες στο βουρκί του μαγαζιού του Μπιθουλιάν χλιχλίβαν,
Τουμποκωρδομπαχλιάζονταν, λυσσοβουτοπαφτιάζαν,
Τρεμουλοπεφτοθρίαζαν, ιαχογαυλιούσαν,
Εναλλασσοπθακίζονταν κι αλληλοσφιχτομπλάφαν.
Κάναν ο ένας τ’ αλλονού λαχτάρ-καπουλοφρίξεις,
Κοιλιοδοντοτσικδισμούς και φτερνοσβερκοτρίγγια.
Ο Γαβουνές βαυλάκισε τον Παστροκωλαράκη.
Οι Βούζοι μακλατέψανε του Γαβουνέ τα οπίσθια,
Και ξαναβαυλακίσανε τον Παστροκωλαράκη,
Ο Μπιθουλιάν γλιβδίκωσε τρία αφτιά των Βούζων,
Κι ο Μαμουνές τζιτζίφτισε του Μπιθουλιάν τα ούλα.

Την πρώτη μέρα πλάνταξε ο Παστροκωλαράκης.
Κι ό,τι έμεινε απ’ τον Μπιθουλιάν τη δεύτερη εβυθίσθη
Και θάσπιφε μες στο βουρκί, που πηχτογλοιογλούσε
Απ’ τον κρεατοσίελο και την ιδρωμυελόρροια
Των θραπικών. Και το πρωί της τρίτης πια ημέρας
Οι μεν ήταν του θανατά, και οι Βούζοι ξεκολλήσαν.

*Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Πάλι”, τεύχος 2-3, 1964, ως μέρος κειμένου με τον τίτλο “Περί υπερλεξισμού, κειμενοκολλήσεως και αθανασίας (σελ. 112-137).

Σταύρος Βαβούρης, Δύο ποιήματα

ΕΚΣΤΑΤΙΚΟΣ ΜΕΣ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ

Εκστατικός μες στη βροχή προχωρούσε
σα να μην έβρεχε
σα να μην τον είχε περονιάσει το νερό ως το κόκαλο.
Οι αστραπές καταύγαζαν
το πρόσωπό του αλλοπαρμένο
κι οι κεραυνοί τον πέρναγαν ξυστά.

Μʼ ένα όνειρο ακατάβλητο
στʼ απαυδισμένα μάτια του
προχωρούσε τραγουδώντας σιγανά
σα να μην τον είχε παρασύρει ακόμα
φύλλο πεθαμένο η καταιγίδα.

*

ΕΦΕΥΓΕ ΚΕΙΝΟ ΤΟ ΣΥΝΝΕΦΙΑΣΜΕΝΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ

Έφευγε κείνο το συννεφιασμένο απόγευμα.
Και ξάφνου σηκωθήκανε φτερά
–φτερά μια φορά–
που μετεωριζόντουσαν για λίγο στον αέρα
φεύγοντας πίσω του μετά.

Καμπάνες φρένιασαν.
Άνοιξαν τα σύννεφα στα δύο
κι ένας ήλιος που στραφτάλιζε
–περίεργο Δεκέμβρη μήνα–
πρόβαλε για νʼ αποχαιρετήσει
σα βασιλικός απεσταλμένος.

Κρύφτηκε μετά.
Έκλεισε πάλι ο ουρανός
κι άρχισε η βροχή.

Έπεφτε συνεχώς όλη τη νύχτα.

*Το πρώτο ποίημα είναι από την ποιητική ενότητα «Σημειώσεις για έναν άνθρωπο που πέθανε» (1956) του επιλεκτικού τόμου «Πού πήγε, ως πού πήγε αυτό το ποίημα» (1940-1993), εκδόσεις Ερμής, 1998. Το δεύτερο ποίημα είναι από την ίδια ποιητική ενότητα της επιλογής «Ποιήματα», εκδόσεις Ερμής, 1977.

Παναγιώτης Νικολαΐδης, Δύο ποιήματα

δ’

Στον Σταύρο Κίκα

Εδώ οι λέξεις πέφτουν άπλαστες.
Οθόνες
σπασμένα δέντρα
άνθρωποι που μασούν
καθώς
ο οισοφάγος τους συστέλλεται
κατεβάζοντας σβώλους τροφής
στο στομάχι.
Πιο πέρα
μια μεταλλική χορωδία
παιανίζει στα οδοφράγματα.
Μου κακοφάνη.
Είμαστε τελικά το άθροισμα
των δικών μας παρορμήσεων;
Κι αν όχι, τότε τι;
Μες στη ροή των φωτονίων ενωμένοι
σε λειτουργία λανθάνουσας ύπαρξης
ανθίζουμε
εμείς.
Τα παιδιά των νεκρών.
Ένας πλανόδιος πεπτικός σωλήνας.

*Από τη συλλογή “Η νύφη του Ιούλη”, εκδ. Σμίλη, 2019.

*

ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΑΠΟΤΥΧΙΑΣ

Και ξαφνικά το χρήμα
δεν χρησιμεύει πια σε τίποτα
ούτε οι έξυπνες βόμβες του στρατού
ούτε ο τρυπημένος ουρανός
γεμάτος κάμερες και δορυφόρους.
Φαίνεται πως η φύση πήρε τον λόγο
και θα τον έχει για καιρό
καθώς μας πνίγουν ολοένα
οι στέγες των μεγάλων μας σπιτιών
κι αυτός ο φόβος ο βαθύς
πως θα πεθάνουμε
από κάτι τόσο απλό
ενώ δαμάσαμε
όλα τα ειδη στον πλανήτη.
Γι΄ αυτό λοιπόν
πετάμε μόνο με ψηφιακούς χαρταετούς
(ό,τι χτίζουμε μας γκρεμίζει πιο πολύ)
αφού το βαθύτερο νόημα
δεν είναι πια
να μετοικήσουμε στον Άρη
τη Σελήνη ή κάπου αλλού
αλλά να δούμε τη ζωή αλλιώς
με τις φυλακισμένες μας αισθήσεις.
Έξω στον κήπο όμως
κοκκινίζουν πάλι τ΄ άνθη της ροδιάς
και τα σπουργίτια
χορεύουν σάλσα μες στο φως
σαν εσωτερικοί μετανάστες
Του εφήμερου.
Έτσι απλά, αδέλφια
νικά πάντα η ζωή
καθώς οι φλόγες
μεταφέρον κομμάτια
της απανθρακωμένης μας ψυχής
στον ατελείωτο ιμάντα
του χρόνου.

*Από τη συλλογή “Ριμαχό”, εκδ. Σμίλη, 2022.

Μαρία Πηνελόπη Σταυριανού, Δεν μου φτάνουν οι νύχτες

Δεν μου φτάνουν οι νύχτες.
Η νύχτα περνάει πιο γρήγορα και από το κλάσμα του δευτερόλεπτου που χρειάζεται ένα δάκρυ, για να φτάσει από το βλέφαρο στο χώμα.
Αυτό συμβαίνει, όταν είμαι μαζί σου.
Δεν μου φτάνουν οι νύχτες.
Δεν έχω την πολυτέλεια να σπαταλήσω τον πολύτιμο χρόνο μου μαζί σου, σε κάποιον ύπνο.
Θα ήταν αχαριστία να σου δίνεται ένα δώρο και εσύ μετά να το πετάς.
Τι τύχη είναι να μπορώ να σ’ ακούω.
Κάποιοι άνθρωποι γεννιούνται κωφοί.
Τι ατυχία!
Και εγώ έχω την ευλογία να ακούω τη μουσική της φωνής σου.
Δεν μου φτάνουν οι νύχτες, όταν τραγουδάς.
Γίνονται τόσο δα μικρές, που χωράνε μέσα σε ένα μικρό δάκρυ και χάνονται κατά την πτώση του.
Τόσο γρήγορα.
Δεν μου φτάνει μια ζωή, για να σε ακούω.
Πώς να στριμώξεις μια ζωή σε λίγες μόνο νύχτες;

*Από τη συλλογή “Πολύ”, εκδ. Βακχικόν.

Κατερίνα Φλωρά, Εξαπίνης 

Στην αυταπάτη και την ελπίδα ανάμεσα
κενό σημείο
Ασύνδετα νους και θυμικό
Ακυβέρνητα πλοιάρια

Απογοητεύσεις στη σειρά
ρευστότητα
αβεβαιότητα- λεν- η νέα κανονικότητα

Θιασώτες παράλογου τσίρκου
γαϊτανάκι τρελών συγκυριών
μασκαράδες στο καρναβάλι του τρόμου

Κι εμείς που νομίσαμε στην πορεία μας πως ήμαστε
πρόσκαιρα χαμένοι γυρνάμε
Ώσπου συνέλθουμε από του ονείρου
την οδυνηρή πραγματικότητα
και να ’μαστε πάλι μαζί.