Ιουλία Τολιά, Τρία ποιήματα

Θα ήταν ωραία τα απογεύματα στη συνοικία…
Το νωχελικό βήμα των γυναικών στην παραλία
θα διατηρούσε όλη του τη αισθαντικότητα,
και από τους κήπους
θα ανεδύετο μεθυστικό το άρωμα της βιολέτας.
Θα ήταν γαλήνια τα απογεύματα στη συνοικία,
αν δεν εισέβαλλε εντός τους
εκείνο το αλαφιασμένο πρόσωπο
με τα μάτια παγιδευμένα
στη θέα του τρομακτικού…

*

Μου λείπει
ο μικρός κλέφτης των οπωρώνων.
Η πρωινή μαρμαρυγή
στα δίχτυα των ψαράδων.
Ο άλλος ήχος,
της παλαιάς βροχής.
Μου λείπουν οι τονισμένες αισθήσεις.
Υπότονες τώρα,
εξαντλημένες,
από την ένταση αλλοτινών αισθημάτων.

*

Στον κήπο μου
καταμεσής του θέρους
ένα κυκλάμινο ανθίζει.
Παράλογα ανθίζει.
Με μεταφέρει
στην εποχή που φθίνουν οι οπώρες,
στους φθόγγους της βροχής.

*Από τη συλλογή “Στου παρελθόντος την αντήχηση”, εκδ. Στοχαστής, 2018.

Ανθή Δρίλλια, Πολιτικές ταυτοτήτων

Αδιατάρακτη ενότητα βασίλευε
στη σαβάνα της αγκαλιάς σου.

Κι όταν άρχισα να σκαρφαλώνω σαν μωρό πάνω σου,
μεταμορφωνόμουν.
Κι όταν μπλεκόταν η ουρά μου ανάμεσα στα σκέλια σου
άλλαζες χρώματα κι εσύ.

Μόνο που εσύ, εσύ, εσύ
εφάρμοζες πολιτικές ταυτοτήτων.
Κάθε μέλος του σώματός σου
και μια ζώνη ενεργοποίησης.
Καθώς πατούσα επάνω σου, γινόμουν
πότε φούξια, πότε μπλε, που και που άσπρη.

Εσύ έπαιρνες απ’ τα σχέδιά μου.
Πότε με βούλες, άλλοτε με ρίγες
και άλλοτε με μακριούς λαιμούς
σαν τις καμηλοπαρδάλεις.
Γινόσουν και συ μια τέτοια.

Γινόμουν και γω ροζ.
Συγχώ -νευση
-ρεση

Τώρα κάθε πρωί, σηκώνομαι απ’ το κρεβάτι
η ουρά μου μπλέκεται στα σκέλια μου,
και βλέπω δίπλα στο κομοδίνο, ένα
κουτί με κ ό κ α λ α.

Πρέπει να τα βγάλω έξω, πριν σαπίσουν.

*Από τη συλλογή “Ankou”, Εκδ. Aμείλιχος, 2020.

Βάλια Γκέντσου, Τρία ποιήματα

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΝΕΚΡΟΥΣ ΞΕΡΩ ΠΟΛΛΑ

ζωή μεγάλη ζωή μικρή
πώς μου κρατάς το χέρι

Χτες βράδυ είδα στ’ όνειρο τη μάνα
με το λαδί παλτό κουμπωμένο στον λαιμό
με σκέπασε ώς απάνω μην κρυώσω
και μου ζήτησε ευγενικά
να κλείσω καλά τις μπαλκονόπορτες
γιατί έρχεται χειμώνας

Το πατρικό σπίτι γιορτινό φωτισμένο
από κάτω σκιές ζωντανών νεκρών
ρίχνουν κλεφτές ματιές
σιωπή στοιβαγμένη

Μόνη σου να ξυπνήσεις δεν μπορείς
ωραία κοιμωμένη

*

ΤΟΠΙΟ ΜΕ ΚΑΛΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ

Μαραμένα φύλλα ταπετσαρίας
η μάνα με τον «Αστέρα» καθισμένη στο σκαμνάκι
οσμές από βιβλία εικονογραφημένα

∆οξασμένη εποχή των μονοκοτυλήδονων

*

ΜΕΣΗ ΠΟΥ ΓΕΡΝΕΙ

Απτή η αίσθηση του χρόνου
οι φούγκες στα πλήκτρα

ο άγιος Χριστόφορος
με κουβαλά στους ώμους
τα νερά σφίγγουν στο πέρασμα

ο πατέρας ταξιδεύει
τα καλοκαίρια

*Από τη συλλογή “Παραμύθια ανάποδα”, εκδ. Θεμέλιο, 2020.

Αγνή Β. Μπαγκέρη, Δύο ποιήματα

ΠΤΩΣΗ

Μες στο δώμα
ένα με το δώμα
μα για δυο στιγμές
τα κλαδιά του πλάτανου
σκίζουν τη σάρκα σου απαλά
το παράθυρο παύει να ’ναι
παρά διαδρομές ματιών που εθελοτυφλούν
σε κοιτάζω
εγώ,
το μαύρο φύλλο
τ’ ορφανό φύλλο
το ανέραστο
ενώνω τους βραχίονες του κορμιού σου
προσεγγίζω τους βλαστούς
μονάχα για να φτάσω στα κλαδιά σου
μονάχα για να πέσω ξανά.

*

ΠΟΙΗΜΑ ΜΑΘΗΤΕΙΑΣ

Κλοτσάω τα παπούτσια μου
πόσο στενά και άκαμπτα ήταν πάντα
με προσποιητή ευλάβεια με γονάτιζαν
κάθε λίγο να τα γυαλίζω
–τα κλοτσάω.
Ξυπόλητη τώρα
οδήγησέ με όπου θέλεις
φτιάχνουμε μονοπάτι
πατώντας
οδήγησέ με μακριά από ’δώ
κοντά σε εμένα
σε αυτό που είμαι
που θα γίνω
πατώντας ανοίγουμε δρόμο
σε σχήμα κύκλου περιφερόμαστε
όλο μακραίνοντας
όλο φτάνοντας
στη θλιβερή πραγμάτωση.

*Από τη συλλογή “Το άγγιγμα της Λίλιθ”, ΑΩ Εκδόσεις, 2022.

Εύα Σπαθάρα, Δύο ποιήματα

ΣΕΙΡΑ ΜΟΥ ΤΩΡΑ ΑΡΑΒΑ ΠΟΙΗΤΗ ΜΠΑΧΑ ΣΑΛΑ ΖΑΧΝ

Σε 39 χρόνια από σήμερα θα γίνω 40
Τώρα δεν μιλώ
Βγάζω τα πρώτα μου δόντια

Η μάνα μου θα ζοριστεί
Δεν θα το περιμένει
να σκίζω τη μήτρα της
και την καρδιά της

Θα μεγαλώσω
Άσκοπα
ίσως γράψω
Και πάλι δεν θα μιλώ

Θα με εντάξουν στους άλαλους

*

ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΟΝ ΤΡΑΠΕΖΙΤΗ ΜΠΑΝΚ

Ας μη μιλήσουμε ξανά για δοντιαχολησυκωτιακαρδιές
Μας τα ’παν άλλοι αυτάΚαι τίναξαν τα μυαλά τους στον αέρα

[Ήταν τα καλύτερα μυαλά της γενιάς τους
Εγώ δεν τα είδα]
Εμείς ας πούμε για τους φρονιμίτες
Στο τσακίρ κέφιας γράψουμε και για κανένα τραπεζίτη
ή για το θάνατό του

Ας επιμείνουμε σε αυτή την εκδοχή
Αυτό μάλιστα

Είναι ιστορία


*Από τη συλλογή “ντάλιτ”, εκδ. Θράκα, Ιούνιος 2017.

Μιχάλης Κατράκης, Το δέντρο

Έλα.
Κόψε και φάε
Είναι γλυκός ο καρπός, όλο ζουμί
-όχι, δεν ξέρω τίνος είν’ το δέντρο-
φώναξε και τον διπλανό
να κόψει από το κλαδί, όποιο κλαδί να ‘ναι,
το ίδιο γλυκό θα ‘ναι το φρούτο
να χορτάσει κι αυτός
-ποιανού είναι δεν γνωρίζω-
να απλώσει χέρι
κι αν δεν φτάνει ας τεντωθεί
κι αν πάλι δεν φτάνει ας απλώσει πιο πολύ το χέρι
μέχρι να του κοπούν οι τένοντες και να σκιστεί η σάρκα.
Κι αν πάλι του μείνει μόνο η παραμόρφωση
ας πάρει του γειτόνου το σκαμνί να πατήσει, τότε θα φτάσει.
Κι αν δεν αρκεί αυτό, ας πατήσει πάνω στις πλάτες άλλου.
Κι αν δεν τα καταφέρει,
του δίνουμε μια και το κόβουμε
το φέρνουμε στο ίδιο μπόι
χαμηλώνουν στο ύψος του τα κλαδιά
ή και χαμηλότερα, στο χώμα πάνω.
Ό,τι ακουμπά στη λάσπη το φτάνει ο καθένας για να πάρει.
Να πάρει.
Κι άμα ξεραθεί ο κορμός
τον παίρνουμε κι αυτόν.
Κάνει ωραία ζέστη
για τα τομάρια μας η θράκα.
Φάε. Πες και του διπλανού
-δεν ξέρω τίνος είναι, στο ξανάπα-.

*Από τη συλλογή “Σε μία OLYMPIA TRAVELLER ‘79 (όχι) ποιήματα”, 2018.

Θεοδώρα Βαγιώτη, [Εντυπώσεις και ιδέες]

Σε λίγες μέρες θα έχει φύγει
από πάνω μου η Σλοβενία•
θα πασχίζω να τη βρω στα
γαριφαλάκια της Ιεράς Οδού
στα ρούχα μου στην αμασχάλη σου-

είμαι πολλή κι έχεις το άγχος
του πληθωρισμού, μαλώνεις και βρίζεις
χτυπάς το τραπέζι,
αφήνεις το γέλιο σου στο παράθυρο του πανδοχείου
μα η μνήμη μου σκορπίζει από
το έλλειμμά της, άτυχο σπουργίτι
νεκρό στο δάσος/

Και τα δέντρα θα γίνουν μια συστάδα
συμβάντων που ρίχνονται στο νερό
σαν ίσκιος του καμβά• η βάρκα θα σαλεύει
σαλεύοντας τα λογικά μου κι ο μουσικός
θα χτυπάει τη χορδή της κοιλιάς μου
θα πεινώ θα διψώ
μια σλαβική λέξη θα βουρλίσει
τη ρίμα του κέδρου•

Στου τραυλού του βαρκάρη
Τη μορφή μου καθίζω
Απ’ την πρύμνα πασχίζω
Κι οι σπουργίτες ζευγάρι

Νίκος Λάζαρης, Νυχτερινή μουσική


Artwork: Eine Kleine Nachtmusik

Όπως ένα υπόγειο που με την πρώτη βροχή
πλημμυρίζει νερά,
όπως το τσαλακωμένο πουκάμισο
ενός μοναχικού άντρα που τραυλίζει
μπροστά στην ομορφιά,
όπως το φως του γραφείου τελετών,
όπως το εσώρουχο γερασμένης γυναίκας
που το πήρε ο άνεμος από την ταράτσα
και το κρέμασε στα κλαδιά της αμυγδαλιάς,
όπως οι προτομές που αλλάζουν αθόρυβα
θέση στο πάρκο,
όπως το πλοίο των ψυχών σκοτεινό
διασχίζοντας τα νερά,
όπως τ’ αόρατα χέρια
που ανεβάζουν τις Ακροπόλεις στον ουρανό,
όπως οι μορφές αυτών των ανθρώπων
ακίνητες και παγωμένες
στο παράθυρο ενός –φανταστικού– οχήματος
που έχει χάσει τον προορισμό του από καιρό.

Γιώργος Αναγνώστου, Train of Thought in the Era of Covid

Περίπατος καθημερινός
Προσεκτικά επιλεγμένος, συμβολικός.
Την σιδηροδρομική γραμμή παράλληλα ακολουθώ
Πάνω στο μίλι στροφή δεξιά
Αμέσως μετά και πάλι δεξιά
Την σιδηροδρομική γραμμή παράλληλα ακολουθώ
Πάνω στο μίλι στροφή δεξιά
Αμέσως μετά και πάλι δεξιά
Nα κλείσει επιμελώς ο κύκλος
Τέλειο παραλληλόγραμμο
Ο τομέας που μου έχω αναθέσει.
Τελετουργική πειθαρχία
Λειτουργική φρουρά.
Τις ράγες επιβλέπω
Το πέρασμα απρόσκοπτο να είναι.
Οι διαβάσεις απόλυτα ομαλές
Παράλληλα ανοίγματα διαπεραστικά.
Ανεξάντλητοι οι ορίζοντες.
Και αν πέρασμα αμαξοστοιχίας
Χάρη μου κάνει την γεωμετρία της Ρουτίνας να θρυμματίσει
Τρελαίνομαι, ανεξέλεγκτα χοροπηδώ
Διπλώνομαι στα δυο
Σε παραλήρημα χαιρετώ
«Πάρε με μαζί σου, πάρε με αλλού!»
Μα κι αυτά ξετρελαμένα, παρατηρώ
Φωνίτσες σε συγχρονισμό
«Πάρε μας μαζί σου, πάρε μας αλλού!»
Πλαστικές σημαίες με πάθος ξεδιπλώνουν εαυτούς
Ανάλαφρα με διαστέλλουν
Μια ιδέα εμφυσούν
Αυτά τουλάχιστον μπορούν (την ιδέα επιταχύνουν)
Από του σώματος την φυλακή ––την λιπαρή ασφυξία
Να δραπετεύσουν
Τα γάντια προστασίας, η μάσκα
Καβάλα στα βαγόνια ––Yeehaw! Yeehaw!