Αλέξανδρος Λαβράνος, Ποιήματα

να κάθεσαι στο στηθαίο του παράθυρου

να κοιτάζεις την καγκελόπορτα της αυλής
να κοιτάζεις και να μην βγαίνεις
να κοιτάζεις με την ψυχή σου άδεια
και να ‘χεις ξεχάσει πως ήθελες

να φύγεις. Άνθισε η ρολογιά
Σούρουπο ακόμα, βράζει ο καφές και χύνεται
μια φωνή απ’ το ραδιόφωνο
να λέει τον καιρό της εβδομάδας
να καπνίζεις στο τραπέζι της κουζίνας

να λες θα την γκρεμίσω εγώ αυτήν την πόρτα
και να μην υπάρχει πόρτα

*

έρχονται οι λέξεις
χτυπούν με μανία την πόρτα
καθεμία φέρνει και μια απουσία

μη φεύγεις, μην τρέχεις
μπήκε ο στίχος-διαρρήκτης

*

πριν ξημερώσει χίμαιρες
ο δολοφόνος μπαινοβγαίνει στο δωμάτιο
τη σκέψη του ακονίζοντας
την καλογυμνασμένη του απόφαση

του πρέπει μόνο ένα σινιάλο
ανάλογο των ασάλευτων ματιών του

λαμβάνει ένα τυποποιημένο καλωσόρισμα,
βάζει τα χέρια στις τσέπες
θύλακες της πλήξης του
και φεύγει
σαν παιδικό μυστικό περιπλανιέται

ξημέρωσε

*Από τη συλλογή “ισόγειος διάδρομος”, εκδ. Κείμενα, Αθήνα 2023.

Νατάσα Χασάκιοϊλη, Παιδική χαρά

Ξάπλωσε στη φλέβα μου.
Μη φοβάσαι.
Λευκό μαντήλι θα σε ανεμίσει,
κάπου ψηλότερα από την ηδονή.

Τρύπησε τα μάτια μου.
Θα ταξιδέψεις.
Κάπου ζεστά,
εκεί που η φωνή χαϊδεύει την καλοκαιρινή αύρα.

Πιάσε τις χορδές μου.
Θα τραγουδήσεις.
Ροκ άρβυλα να τυμπανίζουν σε πενθιμο σκοπό.

Σχίσε το στέρνο μου,
Θα ανασάνεις.
Μια ηχώ στην κατακόμβη των ονείρων σου.
Πνίξε τα αγκάθια μου.
Κι ας τσαλακωθείς.
Ένα μαύρο φως
με ρηνίδες αστεριών
θα βροντήξει στον ουρανό σου.

Άκουσε τη μνήμη μου.
Θα ερωτευτείς.
Κάθε φάντασμα,
Κάθε σκιά,
κάθε πρωινό με γλυκά του κουταλιού.

Κούμπωσε τα αυτιά μου.
Θα λυτρωθείς.
Μια μέρα ορφανή πόνου,
μες στα μάτια ενός σαραντάχρονου παιδιού,

Απασφάλισε το κλειδί μου.
Κι ας πυρακτωθείς.
Η σκιά σου θα λάμπει πάντα
μέσα στο μαγικό καπέλο.

Ρωξάνη Νικολάου, Από τα ‘Ποιήματα 1991-1999′

Σκόνταψα σε χαρακιά
μικρού πέλματος.
Παραλίγο να σαρώσω πλήθος
ημερών που κατοικούσαν μέσα.
Ίσκιος πεθαμένης ιτιάς
κουνήθηκε στο χώμα.
“Δικό σου είναι”
μου μίλησε η φωνή μου
βουρκωμένη.

Αμέσως φανήκανε
πέντε έξι εφτά
ίσαμε οχτώ χρονώ παιδιά.

Η κυρία Αριάθθη
καθόταν στην καρέκλα της
και μας κοιτούσε.
Στα πόδια της είχε μαζευτεί
η αυλή της.
Ένας κόκορας
τσιμπολογούσε το τσιμέντο.

*Ποιήματα 1991-1999, αυτοέκδοση.

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Ραγισμένο ταμπούρλο 

Ανάσαινα το δέρμα σου ευλύγιστο ποτάμι
κυμάτισε στα βλέφαρα ο ήσυχος λυγμός
όταν κουράστηκε η φωνή και βρήκε μαξιλάρι
όταν η μέρα εράγισε και βούλιαξε το φως

Έχασα τους συντρόφους μου με πήρε η λησμονιά
με πήρε η γλυκιά βροχή το μαλακό σκοτάδι
έχασα τους συντρόφους μου χιονίζει λησμονιά
σβησμένες οι σημαίες μου κι η νιότη μου σαλπάρει

Τα οράματά μου αράζουνε αργά στα γόνατά σου
μικρά ναυάγια που διψούν της άμμου το φιλί
προσπάθειες που τέλειωσαν λιωμένη μουσική
λιωμένα δάχτυλα κρυμμένα στα μαλλιά σου. . .

Ελένη Ντούξη, Πατησίων

Μάτια μου
καμπανίζουν οι νεκροφόρες στις ράγες των κροτάφων μας
τρέμει η Πατησίων λαχταρώντας το τέρμα της
φανάρια χλομά γυρνάνε τα πρόσωπα στο πλάι
δεν μας κοιτάνε ωστόσο βογκάνε
για ένα φιλί στο μάγουλο για ρήτρα

Κι εμείς πώς θα την περπατήσουμε τότε
που μόλις στο πρώτο μας βήμα
κυματίζει τρελή
σεντόνι νοικοκυράς
που τινάζει τη νυχτερινή της φλόγα
από τον τέταρτο
μπας και λαμπαδιάσει.

Είναι τα χέρια μας στεγνά
για ένα σφίξιμο δίκαιο
των γραμμών τους συναπάντημα
Τεντωμένα σχοινιά δεμένα στις κεραίες

Είναι ο δρόμος
τα στενά και γύρω σπιρτόκουτα
το ένα σκύβει στο μέτωπο του άλλου
ραντίζοντας τα κεφάλια μας γρανίτη.

Μάτια μου
πού να βρούμε καταφύγιο
τη στιγμή που η Δροσοπούλου
Η εξ αίματος αδερφή
με το στεγνό ανήλιο βλέμμα της
μας δείχνει τα πιο σκληρά πεζοδρόμια
που οδηγούν ευθύς σε φρέσκο χώμα

εκεί οι αγαπημένοι μας
σκουπίζουν πλέον μόνοι
με τα μανίκια τη βροχή
τα πεσμένα φύλλα της ματαιότητάς μας

τους κουράζουμε δεν το βλέπεις

και με αυτά τα πουλιά
γύρω από το μαύρο σιντεφένιο ρολόι
τι θα γίνει
που ραμφίζουν τρελά
για τσόφλια τους ωροδείκτες
κάθε φορά
που πάμε να πούμε καλημέρα

όταν ακόμη και η αυγή
στην πιο σκοτεινή της ώρα
μας σφίγγει από τη μέση
με το μπλε ζωνάρι
του λιποτάκτη τροχονόμου
τραβώντας της ανάσας μας
την τελευταία κλωστή
πριν πυρπολήσει τον ήλιο.

Πάντα τα φανάρια
η νοικοκυρά
τα σπιρτόκουτα
και από το λαρύγγι μας ορμάνε πουλιά
επάνω στα ηλεκτροφόρα
κι εμείς δεμένοι
αντικριστά
στην Πατησίων.

*Από τη συλλογή “Αντιδραστήρας”, εκδ. Ενύπνιο, Αθήνα 2020.

Χρήστος Διαμαντής, Ειρωνείες ή αυτό με τον Jean-Paul και τον Νικόλα Ουκάδες

Όταν ο Gaultier συναντήθηκε με τον Άσιμο
στον βυθό της θάλασσας

αντάρτικες, τάχα, μπάντες γεννήθηκαν
και εφηβικά όνειρα βρήκαν δικαίωση
σε γεννητικά όργανα χελιών

τους έπιασα από τα μαλλιά
και τους τράβηξα βίαια στην επιφάνεια

–ανάσα–

αναδυόμενες Αφροδίτες μου

τους κοίταξα στα μάτια

ο πρώτος μού μίλησε
για την αναγκαιότητα του λάθους στην τέχνη
ο δεύτερος
για την αναγκαιότητα συχνής αλλαγής της οσμής

τους πάντρεψα

μπροστά μου έδωσαν όρκους αιώνιας αγάπης

Όπως και να λένε το παιδί από τον εχθρό
τα ρούχα μου θα ράψω με δέρματα από αυτό

στο βυθό

γαλάζιες περίοδοι ψύχωσης ξυπνούσαν

*Από τη συλλογή “ισραήλ βαριαντσιόφσκι Ονειρεμένος πόλεμος”, εκδ, δήγμα, Φθινόπωρο 2011.

Γρηγόρης Σακαλής, Μεταμόρφωση

Στα φύλλα της καρδιάς
η αγάπη φωλιάζει
περιμένει
την κατάλληλη στιγμή
το κατάλληλο πρόσωπο
για να εκδηλωθεί
να ενσαρκωθεί
έχει αυστηρό γούστο
εύκολα δεν εκδηλώνεται
περπατάει καιρό
μέσα στη μοναξιά
στα απέραντα δάση
της ψυχής
μα όταν έρθει η ώρα
έρχεται σαν έκρηξη
μοιάζει με ρίγος
σ΄όλο το σώμα
η αγάπη τότε
σε μεταμορφώνει.

Ai Ogawa, Τρία ποιήματα

ΕΚΤΡΩΣΗ

Γυρίζοντας σπίτι, σε βρίσκω ακόμα στο κρεβάτι,
μα σαν τραβάω την κουβέρτα,
βλέπω πως το στομάχι σου είναι επίπεδο σαν σίδερο.
Το ‘κανες, όπως μου είχες πει ότι θα το κάνεις
και άφησες το έμβρυο τυλιγμένο στο κηρόχαρτο
για να το δω. Ο γιος μου.
Γυναίκα, μια που σ’ αγαπάω ό,τι κι αν κάνεις
τι να πω, μονάχα αυτό που έχω ακούσει
ότι οι φτωχοί δεν έχουν παιδιά, παρά μικρούς ανθρώπους
και υπάρχει χώρος μόνο για έναν άντρα σ’ αυτό το σπίτι.

*

ΣΚΛΗΡΟΤΗΤΑ

Τα σημάδια απ’ τις οπλές στη νεκρή αγριόγατα
αστράφτουν στο σκοτάδι.
Είσαι γυμνός, καθώς τη σέρνεις στη βεράντα.
Ούτε αυτό θα ωφελήσει.
Το παγωμένο νερό που ήπιαμε δεν ωφέλησε,
ούτε τα ελατήρια του κρεβατιού
που χτύπαγαν στα δάχτυλα
για να κρατήσουν τον ρυθμό.
Δεν έχω νιώσει ποτέ μου
τίποτα σαν κι αυτό. Δεν το καταλαβαίνεις;
Αυτό που λαχταρώ είναι σκληρό,
χτυπάει πάνω στα δόντια μου
πάει πάλι πίσω και με δαγκώνει.

*

ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΠΟΛΥ ΚΑΙΡΟ

Τα δύο μισά του αυγού, αδύναμα,
γλιστρούν το ένα μέσα στ’ άλλο πάνω στα αποτριχωμένα πόδια
και η αναμονή τελειώνει.
Η σχισμή ανάμεσα στα πόδια μου
τρίχινος φλοιός χωρίζεται στα δύο,
Καθώς το μπλε, φανελένιο κουτάλι σου γλιστρά μέσα,
ξεχώνει κομμάτια σπασμένα τσόφλια
και τα απλώνει πάνω στους μηρούς μου,
σαν παλιά πορσελάνινα πιάτα τόσο λεπτά
για να μην κρατάνε τίποτα παρά μόνο την αγάπη.

*Από το βιβλίο ΄Άι Ογκάουα, “Τα αιρετικά παραμύθια”, εκδόσεις Βακχικόν, 2020. Μετάφραση: Διώνη Δημητριάδου, Βαγγέλης Αλεξόπουλος.

Πατρίτσια Κολαΐτη, Δύο ποιήματα

Ο ΛΙΘΟΠΑΙΣ

Από τότε, σε φέρω πάντα μέσα μου

Όπου πάω, πας
Όπου στέκομαι, στέκεσαι
Όπου κοιμάμαι, κοιμάσαι

Καρδούλα μου
Είσαι το πέτρινο μωρό μου

Δεν πονάει το παρελθόν, πονάει το μέλλον

Ακουμπάω τρυφερά το χέρι στην κοιλιά
Και σου μιλάω

Για τα μέρη που δεν πήγαμε
Τα πράγματα που δεν κάναμε
Όλες τις δυνατότητες που δε θα γίνουν

Εσύ δεν ξέρεις τίποτα για όλα αυτά

Αμέριμνο χρυσόψαρο
Στην επιφάνεια μιας μαύρης, σκοτεινής λιμνούλας

*

ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ

Όλα είναι ήσυχα
Είναι κάμποσες μέρες τώρα
Που όλα είναι ήσυχα

Ίσως τελικά υπάρχει μια ευτυχία εδώ
Κι ίσως με τον καιρό
Μάθουμε και πώς να την αντέχουμε

Για τώρα -και για όσο-
Το σπίτι μοιάζει να αιωρείται ανάλαφρο
Κι απ΄ το παράθυρο
Μπαίνει μια εκτυφλωτική, ολόλευκη μέρα

Εδώ είμαι
Και σε περιμένω
Σε τούτο το τρομακτικά
ήρεμο κέντρο
Στο μάτι του τυφώνα.

*Από τη συλλογή “Ο Λιθόπαις – The Lithopedion”, κδ. Νεφέλη, 2016.

Arturo Giovannitti, Sermon of the People / Κήρυγμα του Λαού

Από αριστερά Arturo Giovannitti και Joe Ettor

Blessed are the strong in the spirit of freedom
For theirs is the kingdom of the earth,
Blessed are those who mourn their martyred dead
Because they will avenge them from their murderers and they will be comforted,
Blessed are the rebels ,
For they will conquer the land,
Blessed are those who hunger and thirst for equality
For they will eat the fruit of their labour.
Blessed are the strong
For they will not taste the bitterness of mercy,
Blessed are the upright in heart
Because they will see the truth
Blessed are those who fight evil,
For they will be called sons of liberty,
Blessed are those who are persecuted for equality
For theirs is the glory of the brotherhood of men.
Blessed are you, when the press scorn you,
And the law doctors, politicians, police officers, judges and priests
They will call you criminals, thieves and murderers
And they speak all kinds of evil against you, lying, for righteousness’ sake.
Era’s came and went, kingdoms, powers and dynasties rose and fell,
Old glories and ancient wisdom were turned to dust,
Heroes and wise men have been forgotten and many powerful and fearful gods
They were thrown into the abyss of darkness and oblivion.
But you, pleb, population, people, rally, crowd, proletariat,
They will live and stay forever!

Μακάριοι οι δυνατοί στο πνεύμα της ελευθερίας
Γιατί δική τους είναι η βασιλεία της γης,
Μακάριοι όσοι θρηνούν τους μαρτυρικούς νεκρούς τους.
Γιατί θα τους εκδικηθούν από τους δολοφόνους τους και θα παρηγορηθούν,
Μακάριοι οι επαναστάτες ,
γιατί θα κατακτήσουν τη γη,
Μακάριοι είναι αυτοί που πεινούν και διψούν για ισότητα.
Γιατί θα φάνε τον καρπό των κόπων τους.
Μακάριοι οι δυνατοί
Γιατί δεν θα γευτούν την πίκρα του ελέους,
Μακάριοι είναι οι ευθείς στην καρδιά
γιατί θα δουν την αλήθεια
Μακάριοι αυτοί που πολεμούν το κακό,
γιατί θα ονομάζονται γιοι της ελευθερίας,
Μακάριοι είναι εκείνοι που διώκονται για την ισότητα.
Γιατί δική τους είναι η δόξα της αδελφότητας των ανθρώπων.
Μακάριοι είστε, όταν ο Τύπος σας περιφρονεί,
και οι νομικοί, οι πολιτικοί, οι αστυνομικοί, οι δικαστές και οι ιερείς…
Θα σας αποκαλούν εγκληματίες, κλέφτες και δολοφόνους.
Και θα λένε κάθε είδους κακό εναντίον σας, ψευδόμενοι, για χάρη της δικαιοσύνης.
Εποχές ήρθαν και έφυγαν, βασίλεια, εξουσίες και δυναστείες ανέβηκαν και έπεσαν,
Παλιές δόξες και αρχαία σοφία έγιναν σκόνη,
Ήρωες και σοφοί ξεχάστηκαν και πολλοί ισχυροί και φοβεροί θεοί
ρίχτηκαν στην άβυσσο του σκότους και της λήθης.
Αλλά εσύ, πλέμπα, πληθυσμέ, λαέ, συλλαλητήριο, πλήθος, προλεταριάτο,
Θα ζήσετε και θα μείνετε για πάντα!

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

*Ο Arturo Giovannitti (1884-1959) ήταν Ιταλοαμερικανός, σοσιαλιστής, εκδότης της εφημερίδας “Il Proletario” στις ΗΠΑ και ποιητής. Τον Ιανουάριο του 1912 θεωρήθηκε υποκινητής της μαζικής τότε απεργίας των εργατών κλωστοϋφαντουργίας στο Lawrence της Μασαχουσέτης και μαζί με τον αγωνιστή της IWW, Joe Ettor, φυλακίστηκαν. Έγιναν μεγάλες συγκεντρώσεις στις ΗΠΑ και αλλού για την απελευθέρωσή τους.