Κατερίνα Φλωρά, Τ’ Αυγούστου

Gilda Frumkin, Human passage

Θερινή ραστώνη
στα μάτια βαραίνει
το σώμα αντιστέκεται
στο κάλεσμα των επίμονων ήχων

Αναγκαιότητα, επιθυμία ή επιλογή άλλοτε
τ’ Αυγούστου η προσμονή
σέρνει ολάκερου το χρόνου
το υπέρβαρο φορτίο

Αν τυχόν ο δρόμος φέρει
εικόνες και πρόσωπα
να σταθεί το βλέμμα να ημερέψει
τ’ Αυγούστου θα’ ναι η ζεστασιά

Donna Masini, Δύο γκρέιπφρουτ

Ο σύζυγός μου μου έφτιαχνε χυμό
–κάθε πρωί σηκωνόταν κι έστυβε το φρούτο
στην κουζίνα, στο πρωινό φως που ’πεφτε τεμπέλικα
στο γαλάζιο τζάμι, το πίεζε με την παλάμη του
στον αποχυμωτή, φίλτραρε τα κουκούτσια και τον πολτό και
και μου έφερνε τον χυμό˙ έτριβε τον ώμο μου
ενόσω εγώ έπινα. Ο εραστής μου
σηκώνεται νωρίς –ώρες πριν από μένα–
κόβει το φρούτο σε φέτες και μ’ ένα κυρτό, οδοντωτό
μαχαίρι, τέμνει την κάθε φέτα, διαχωρίζει προσεκτικά
τις μεμβράνες, όπως λένε ότι ο Θεός έκοψε
τον άνθρωπο στα δύο –άντρα και γυναίκα– έτσι ώστε
το καθένα να λαχταρά το άλλο μισό.
Εγώ τα θέλω και τα δύο. Θέλω τον χυμό και τη σάρκα,
τον αγνό εκλεκτό χυμό και την τρυφερή
σάρκα, τον κοκκινωπό πολτό. Όλο.
Αν ο χυμός είναι αγνός, χάνεις
τη ζουμερή σάρκα, κι αν φας τη σάρκα, δεν νιώθεις
τον χυμό να κατεβαίνει στον λαιμό. Τόσο εύκολα.

*Μετάφραση: Peter Constantine.

**Το ποίημα είναι από εδώ: https://teflon.wordpress.com/2023/07/17/donna-masini-pente-poihmata/

Βασίλης Ιωαννίδης, Ποιήματα

Ανθίζει κάποτε ο κήπος
μαραμένα λουλούδια

Οι ρίζες γυρεύουν λίγο φως
να ξεδιψάσουν
και τα κομμένα μέλη από πηλό
τρίβονται ολοένα

Απλώνουν σα λεκές στον ουρανό
και κρύβουν τα φεγγάρια

Σαν τα κουρέλια
κρέμονται οι μέρες
και η θάλασσα γεμίζει μπάζα
απ’ τα συντρίμμια
που ξεβράζουν τ’ άστρα

*

Σε συντηρεί η στάχτη
που ακόμα καίει

Κάποια δοκάρια
που αργούν να πέσουν
στο σπίτι που από καιρό
έχει ρημάξει

Σε συντηρούν
κάποια θλιμμένα φώτα
που αστράφτουν μόνα τους
μετά την καταιγίδα

Λάμπουν οι δρόμοι τότε
σα φεγγάρια μες στη νύχτα
κλείνουν τα μάτια τους
και σκαρφαλώνουν στο σκοτάδι

Σε συντηρεί
η λύσσα της σιωπής

τα αγάλματα που πέφτουν
μαλακά σαν τη βροχή
το γέλιο που πέτρωσε
μες στην ελπίδα

Σε συντηρεί η πείνα σου
να ξαναδείς
τα άστρα να πεθαίνουν

Robert Creeley, A Prayer / Μια προσευχή

Bless
something small
but infinite
and quiet.

There are senses
make an object
in their simple
feeling for one.

Ευλογημένο
κάτι μικρό
αλλά άπειρο
και ήσυχο.

Υπάρχουν αισθήσεις
που κάνουν ένα αντικείμενο
στο απλό τους
συναίσθημα για έναν.

*Δημοσιεύτηκε αρχικά στο τεύχος του Φεβρουαρίου 1966 του περιοδικού “Poetry”.

Γιώργος Κοζίας, Mandorla

Οἱ ὧρες θὰ περνοῦν, θὰ γυρίζουν τ᾿ ἄστρα,
οἱ οὐρανοὶ θὰ παίζουν μπλοὺζ στὴν ἐρημιά μου.
Θὰ θυμᾶμαι τοὺς ἥλιους,
τὰ χαμόγελα τῶν κοριτσιῶν,
τὴν προδοσία τῶν ἄλλων
κι οἱ αὖρες θὰ πλέκουν
βοστρύχους τὰ μαλλιά μου.
Θὰ μένω λαμπάδα ἀναμμένη
ἡμέρες καὶ χρόνια,
δίχως ν᾿ ἀκούω, δίχως νὰ βλέπω
τοὺς σακατεμένους κόσμους.
Θὰ εἶμαι ὁλόκληρος ἕνα πικραμύγδαλο,
μία γιορτινὴ ἀνάμνηση
γιὰ λωποδύτες, γιὰ ληστές
κοντὰ στὴν Σανταγκόρα.
Θὰ εἶμαι γαμψός,
γυμνός, ἄγριος στὴν σκοτεινὴ στεφάνη,
ὁ κολασμένος στοὺς παγωμένους κήπους
ὁ ἄνεμος στοὺς κέδρους τῆς ἀγάπης.

Βαλάντης Βορδός, Δύο ποιήματα

ΠΟΛΥ ΠΡΩΙ

Με ρώτησε
γιατί ο Κύριος Λ
δεν προσήλθε για την
θεραπεία του
Τί να πω;
Πως την φάση του περνάει
και άνθρωπο δεν θέλει
να βλέπει;
Πως του λύθηκε το σκυλί
κι όλη νύχτα το έψαχνε
μέσα σε μία τρύπα
που τον ρούφηξε;
Πολύ πρωί χωρίς καφέ
για τέτοιες συζητήσεις
Ότι πέθανε είπα
και τέλος

*

Ενώ ότι έλειπες
ήξερα
συνέχιζα να σου παίρνω
ένα κουλούρι την μέρα
και να το αφήνω δίπλα στον υπολογιστή
σχηματίζοντας το σήμα
των ολυμπιακών αγώνων
Πριν έρθεις τα μάζεψα
τα έλιωσα μες στα δάχτυλα
και τα τάισα στα πουλιά
Δεν είναι η απουσία
που εξοντώνει
η παρουσία είναι
που κρατάει την έκφραση
σαν κολλημένη τσίχλα
στο πάτωμα

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://mail.google.com/mail/u/0/#trash/FMfcgzGtwMkCtBdnWgmtDQtthzFwtLrR

Χρήστος Λάσκαρης, Αγαπώ την ποίηση σημαίνει 

Αγαπώ την ποίηση σημαίνει,
αγαπώ την ζωή·
το λαβωμένο στο δρόμο περιστέρι
και το δεντρί το μοναχό σε βράχο έρημο,
που το χτυπάει η καταιγίδα και τ’ αγέρι.
Αγαπώ την ποίηση σημαίνει, αποδέχομαι,
και δολοφόνο, και μαχαίρι.
Υπομονετικά σηκώνει
Υπομονετικά σηκώνει την ψυχή του ο φελλάχος,
υπομονετικά μέσα στην έρημο τραβάει με την γκαμήλα του,
κάθε φορά.
Κάποτε,
μ’ έναν άλλον αγωγιάτη συναντιέται,
που κοιτάζονται αμίλητοι.
Καθένας μι’άλλην έρημο,
στα χείλη κουβαλά.
Μην τους ακούτε
Μην τους ακούτε ,σας λένε ψέματα,
μόνο μια σκοτεινή παγίδα σας περιμένει·
εγώ σας λέω
αργοπορείτε μέσα στην άνοιξη,
σας λέω, αργοπορείτε.

*Από την πρώτη επαρχιακή έκδοση ποιημάτων του Χ. Λάσκαρη το 1979.

Αθηνά Αραπάκη, Petite Fleur

Χθες το βράδυ είδα στον ύπνο μου
Το αγαπημένο μου καφέ

Τα ποτήρια ράγισαν
Από τον πυρετό
Και οι τοίχοι του ήταν γυμνοί
Σαν τους νεκρούς μας

Και εγώ πεθύμησα εκείνο το κοκτέιλ·
(άκου πράγματα)

Η αγκαλιά
Σπέρνει τον θάνατο
Κι εμένα μου λείπουν τα κοκτέιλ
Που έφτιαχνε ο Σπύρος

Και συ μου λείπεις
Και κείνη η παχουλή η γάτα
Που μπλεκόταν στα πόδια σου
Και τα βινύλια

Θεέ μου, πόσο μου λείπουν τα βινύλια
Σώπασαν πια
Από φόβο ή μοναξιά, ποιος ξέρει

Το αγαπημένο σου τραπεζάκι
Μου ψιθυρίζει πως θα ’ρθουν καλύτερες μέρες

Ξυπνάω και βγαίνω στους δρόμους
Το χρώμα έσβησε από τον ουρανό
Και τα όνειρά μας
Λειώσαν

Πώς θ’ αντέξει ο κόσμος χωρίς βινύλια;

*Από τη συλλογή “Amatum-19 – Ημερολόγιο Ποίησης Μάρτιος 2020-Δεκέμβριος 2020”, Εκδόσεις “Στοχαστής”, 2021.

Αντώνης Τσόκος, [Τα λουλούδια των μπαρ]

Τα μπορντό τριαντάφυλλα
ξημερώνονται
στα στέκια της πόλης.
Moriarty,
Drunk Sinatra,
Poems and Crimes,
Key,
Montalbano.
Τα πουλά ο Μεράλ
με αντάλλαγμα ένα ευρώ.
Με το ευρώ διατείνεται
πως θα πάρει σουβλάκι.
Όσο τρυφερή κι αν ακούγεται
αυτή η συναλλαγή
αφήνω το στομάχι του άδειο.
Μετά την άρνηση
το χαμόγελο του Μεράλ
μαραίνεται.
Μαζεύει τα λουλούδια
και περνά στο επόμενο τραπέζι.
Κι όλο θέλω να του φωνάξω:
συγχώρεσέ με,
πεινασμένε μου φίλε!
Δεν ξέρω ποιο αγκάθι
να διαλέξω για εκείνη.

*Από τη συλλογή “Απ’ την Εμμανουήλ Μπενάκη ως τα μεσάνυχτα”, εκδ. Γαβριηλίδης, 2019.

Κώστας Ρεούσης, Η ωδή του αλεξικέραυνου κατακεραυνωμένου ανθρώπου

Στο Σωτήρη Παστάκα

Πώς ποταμού χαραγματιά
απ’ το φρύδι ερωτομανεί με την καύτρα

Πλάκες τεκτονικές που
συναντώνται στο μέτωπο του ρήγματος

ενός κρανίου ποιητή

Μια μεταχειρισμένη ένδοξα πένθιμη καρδιά

κυκλοφορεί στα βράχια
φύκια της γενειάδας

του ατρόμητου κασμά

Στις αλαταποθήκες της
ράχης φωλιάζουν

στρείδια καμωμένα από
αλλόφρονα φρενιασμένες ψυχές

που εισακούστηκαν

Ένα βαθύ κράτος
αλκοολικού βλέμματος

λαμβάνει βαπόρι
ματσακόνι

μαντρώνοντας
κοντραμπατζήδες

Στο μπαλαούρο μπαρμπούτι
με το μουνί μαγκάλι

ένα περιδέραιο ηχεί
μεσίστια

Εξήντα χρόνια τζόβενο
μαρκόνης πλοηγός και καπετάνιος

Λευκωσία, Ιούνιος, 2014

Σημειώσεις
-Ένδοξα πένθιμη: αναφορά στο βιβλίο του Βασίλη Λαλιώτη,
«Το ένδοξο πένθος», Πλανόδιον, Αθήνα, 1997.
-Μουνί μαγκάλι: στίχος του Σωτήρη Παστάκα από το βιβλίο, «Τριλογία», Παρουσία, Αθήνα, 2012.

*Το ποίημα του Κώστα Ρεούση κυκλοφόρησε σε ξεχωριστό φυλλάδιο από τις εκδόσεις Ενδυμίων, τον Ιουνιο του 2014.