Κατερίνα Γώγου, Οι εποχές θα με σκεπάσουν

Η αγάπη είναι χρώμα άσπρο διάφανο
και το σώμα της σχήμα της ευλογίας.

Κι αυτό το άλογο
ψάχνει μέσα από καπνούς
το νεκρό καβαλάρη του
μακριά να τον πάρει.

Σκέφτομαι αρχαία και σύγχρονη
οι εποχές θα με σκεπάσουν.

Έτσι δε θα πεινάω πια
και ούτε θα διψάσω
και ούτε ποιήματα θα γράφω πια.

Μόνο παρακαλώ Θεέ, των αστεριών πατρίδα
χρώμα άσπρο διάφανο ντύσε με
και το σχήμα μου το σώμα της Ευλογίας δώσε.

Είναι πολύ;

Βίκυ Δερμάνη, Τρία ποιήματα

ΜΝΗΜΕΣ Ι

Θάλλουσες μνήμες
ως ρέοντες κελαρυστοί
μιας αλυσίδας κρίκοι
ω πόσο ζωντανές
των τεθνεώτων οι απουσίες

*

ΜΝΗΜΕΣ ΙΙ

Λήθης ψήγματα
ο ήλιος επιβάλλει
-παρενθέσεις ζωής-

τα βράδια όμως
το αίμα μου θυμάται

*

ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ΟΙ ΜΝΗΜΕΣ

Νεκροπομπές ερώτων
σ’ αδένες εκχύνονται υποδόρια
γεμίζει δάκρυα ασυγκράτητα το δέρμα
ανταριασμένη γίνεται θάλασσσ

στερεύουνε
του σώματος οι μνήμες;

*Από τη συλλογή “Ενδορηγματώσεις”, εκδ. στίξις, 2022.

Βάλια Γκέντσου, Δύο ποιήματα

Exif_JPEG_420

ΝΟΤΙΟΣ ΜΕΣΗΜΒΡΙΝΟΣ

Το μυαλό μου δηλώνει “εκτός”.
Οι σκέψεις κουλουριάζονται
σε μη ορατά τμήματα του κρανίου
-βόες σφιγκτήρες-
Το βλέμμα σαρώνει απαθώς τα αντικείμενα.
Άμμος εισχωρεί παντού.
Λεπτή σαν πούδρα.
Η έρημος χάνεται στο πορτοκαλί.
Εισπράττω λίγο-λίγο το τίμημα
Της υπερβάλλουσας στέρησης.
Πόση ηδονή εμπεριέχεται
Στην αυτοκαταστροφή μου;

*

ΠΟΛΙΟΡΚΙΑΣ ΕΓΚΩΜΙΟΝ

Με πυρπολεί ο Έρωτας
κι εγώ Τον αποδιώχνω.
Σφραγίζω πιθανά περάσματα
με διάφανη σιλικόνη.
Ασφαλής μετά,
Του κλείνω το μάτι,
Του βγάζω τη γλώσσα,
έχοντας, εν τούτοις, αφήσει μισάνοιχτη
μια σχισμή Κερκόπορτας,
ίσα για να κατοπτεύω τις αντιδράσεις.
Επί ματαίω, όλα.
Το υγρό πυρ ήδη κατακαίει
την Βασιλεύουσαν Πόλιν.

*Από τη συλλογή “Ο δρόμος άνοιγε στο τέλος”, εκδ. Θεμέλιο, 2017.

Cid Corman, Δύο ποιήματα

ΕΚΛΑΜΨΕΙΣ

Αν το μπορέσεις

καμιά φορά
βλέπεις τα πράγματα όπως

είναι – τόσο

όμορφα
όσο δεν θα γίνουν

ποτέ

*

ΑΤΙΤΛΟ

Πάντοτε

επιστρέφει και φτάνει
εδώ κάτω

μα τι στο

διάολο είναι αυτό
παραμένει ένα

μυστήριο.

*Περιλαμβάνονται στην «Ανθολογία αμερικανικής ποίησης του εικοστού αιώνα», εκδ. Ηριδανός, 2007. Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς.

Μαρία Ταταράκη, Δύο ποιήματα

ΚΑΤΑ ΣΥΝΘΗΚΗΝ ΛΕΞΕΙΣ

Γράφω τις λέξεις που θα μου φέρουν,
Ό,τι άφησα στους καιρούς των υακίνθων
Σε κήπους προσευχών
Ή σε γυμνά τοπία ενατένισης
Του νόστου ανενδοίαστες λέξεις γράφω.
Διότι κι η άνοιξη που είπαμε δεν συνετελέσθη
Κι ας ντύθηκαν οι φίλοι τα ρούχα της πυρκαγιάς.
Μόνο τριγμοί
Υποσχέσεις αμυθήτων δακρύων.
Και συ μια πέτρα ή μια σιωπή εκεί.
Μικρή σαν κυκλάμινο Αντιγόνη.

*

ΕΛΕΕΙΝ ΤΕ

Οι λέξεις μου δεν δέχονται επισκέψεις
Πενθούν.-
Κάποτε αναγνωρίζεις ίχνη τους
σε μοναχικά κρινάκια της θάλασσας.
Άλλοτε πάλι, σε ελεγείες του Παντός.
Σχετίζονται με τα πράγματα
κατά τον τρόπο του έρωτα,
καθώς μια πανάρχαια ποίηση ορίζει.
Υπόκεινται στο εύσχημον κάποιου ρήματος.
Αισθήσεως Σημαντικού
Σαν χρώμα και σαν άρωμα.-

Εν τω συντεταγμένω λόγω είναι την διάνοιαν.

*Από τη συλλογή “Ηρωικά κορίτσια”, εκδ. Ακυβέρνητες Πολιτείες, β’ έκδοση, 2020.

Σίση Σιακαβάρα, Το ποίημα μαχαίρι

Τα συνήθη
καφές, τσιγάρο, έρωτας.
Με μια ανεπιτήδευτη απλότητα
η γυναίκα φυσάει τον καπνό της
στα μούτρα του.
Εκείνος στραβώνεται και αναθυμιάζει
κίτρινο θυμό και σκοτωμένο δειλινό.
Το ευαίσθητο αόρατο ηλιακό σύμπαν
συνεχίζει να κυκλοδρομεί.
Ψελλίζει κάτι σχετικό και περιμένει.
Ύστερα ψάχνει στα σκουπίδια
τη μορφή της.
Βρίσκει ενα μηδενικό
και το βαφτίζει ποίημα
ποίημα μαχαίρι.
Το βάζει στο στόμα, ματώνει τη γλώσσα
και χύνει με μαγική απλοχεριά
αυτήν την τόσο ανυπόφορη
αναστολή της θανατικής ποινής του.

Μα, αν είμαι τόσο διάφανος, γιατί δεν πεθαίνω;
Μα γιατί χωρίς λεκέδες
Ποιας το χέρι
θα σου ανάψει το κερί;

*Από τη συλλογή “Φρην”, εκδ. Σμίλη, 2021.

Φιλαρέτη Βυζαντίου, Μήδεια

Κάθε βράδυ
Πάντα μετά τις 12
Στέλνω στην αγχόνη τρία ποιήματα γυμνά

Ακούω τους λυγμούς
Οσμίζομαι την ταραχή
Σέρνω το βλέμμα πάνω τους
Τα φθονώ
Που με παίδεψαν
Που με άρμεξαν
Που με πρόδωσαν
Τα κοιτώ αδιάφορα
Μετά στήνω κενοτάφιο
Μπαίνω μαζί τους κι εγώ

Έτσι κι αλλιώς
Στο αίμα τους ξαναβαφτίζομαι
κάθε βράδυ
Και πάντα μετά τις 12
τα ακούω που με φωνάζουν
Μήδεια.

*Από τη συλλογή “Πυρ Εσώτερον”, εκδ. Κύμα, 2018.

Ειρήνη Καραγιαννίδου, Μουσική δωματίου (Λάλα το πουλί κι αηδόνι)

Η μοναξιά έχει τον ήχο της
για τον καθένα διαφορετικό
Δες την σαν μία μουσική υπόκρουση
που έχει κάτι από θλιμμένη προσμονή
όπως την εικονογραφούν
τα τρύπια μάτια των Αγίων στο τέμπλο του ναού
όπως το πέταγμα του γλάρου Ανάμεσα
σε δύο μπλε
πυκνά αποσιωπητικά
Όπως εκείνος τραγουδά
δίχως να κουνηθεί από το κρεβάτι
κατ’ επάγγελμα και κατ’ εξακολούθησιν
και πέρα ας είναι χάλια ο καιρός
Η μοναξιά έχει τον ήχο της

Δεν συγκινείται το κενό με σαματάδες.

Από το συλλογή “Συρτός στα τρία”, εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2023.

Ελένη Βακαλό, Μια μέρα που πρόσωπα από το παρελθόν επανέρχονται

Στα δάση που κατέφυγαν οι εραστές
Και πλάνητες τα πάνδεινα υπέφεραν
Καλά αν θυμάστε, επίορκος ο μάγος κι η κοπέλα του
Για κείνην που αγάπησε και πρόδωσε,
Χρόνο αρκετό ούτε άκουσα-
Δυσάρεστο θα ήταν να μάθει από μένα
τι έγινε.
Από πληγές που αφόρμισαν ανήμπορος,
Η κόρη αγρίμι σκέτο, πηγαίνανε,
Την ώρα αυτή που είμαστε πλησίαζαν στα τείχη.
Εξόριστοι, ώς μέτρα τόσα πέραν,

Ενώ η δικιά μας σάλπιζαν πως βγαίνει για κυνήγι.

*Από τη συλλογή “Γεγονότα και ιστορίες της κυρα-Ροδαλίνας” (1990). Περιλαμβάνεται στο συλλογικό “Το άλλο του πράγματος – Ποίηση 1954-1994”, εκδ. Νεφέλη, 1995.