Θανάσης Κωσταβάρας, Σαν τη θάλασσα ανθίζεις

Σαν τη θάλασσα ανθίζεις.
Σαν τη θάλασσα ανθίζεις και πάλλεσαι.
Κι ύστερα γαληνεύεις κι ύστερα πάλι φουσκώνεις και μεταμορφώνεσαι
μέσα μου.

Εσύ που είσαι πιο άσπρη απ’ τ’ αλάτι και γίνεσαι απ’ το νερό
γαλανότερη.
Κι απ’ τον ήλιο που βασιλεύει πιο ρόδινη.

Εσύ που δεν έχεις τέλος.
Που σε κοιτώ και δε σε χορταίνω, δεν σε εξαντλώ ούτε μέσα στο χρόνο
ούτε μέσα απ’ το πολυμήχανο όνειρο.

Γι’ αυτό όταν με βλέπεις κάποτε να σωπαίνω
όταν κάθομαι αντίκρυ σου κι ούτε ένας ψίθυρος χλόης δε σαλεύει στα
χείλη μου
δεν είναι επειδή δεν έχω τίποτε να σου τραγουδήσω.
Είναι επειδή δε βρίσκω τον τρόπο να εκφράσω όλα αυτά που
αισθάνομαι.

Γιατί και το τραγούδι δεν είναι καθόλου μια εύκολη άσκηση.

Κι αν η ποίηση είναι τόσο μεγάλη
έρχεται ώρα που δεν χωρεί, που δεν μπορεί να χωρέσει την έκσταση.

Και ίσως τότε μόνον η σιωπή έχει τη δύναμη να μιλήσει.

Εκείνο το βαθύ κοίταγμα μέσα απ’ τα μάτια του άλλου.
Και η τρυφερή περιπλάνηση πάνω στη σάρκα.

Γιατί τι άλλο είναι η αγάπη
παρά το χέρι που μας παίρνει και μας οδηγεί
κάποτε πέρα απ’ το φόβο, μέσα απ’ την κόλαση ακόμα
πάνω απ την ηδονή, σε μιαν άλλη βαθύτερη γνώση
σε μιαν άλλη αποκάλυψη.

Εκεί που μόνο μια καινούργια γλώσσα μπορεί
να σηκώσει την έκφραση.

Νίκος Βιολάρης, Τρία ποιήματα

ΣΤΑΧΤΗ ΣΤΙΓΜΗ

Θα καώ
ας καώ
συνοψίζοντας όλες τις λάμψεις
σε μια στάχτη στιγμή.

*

ΟΡΙΣΤΙΚΟΣ ΟΡΙΖΟΝΤΑΣ

Τίποτα πιο οριστικό
απ’ αυτόν τον διαβάτη
που διασχίζει τη νύχτα.
Τίποτα πιο οριστικό
αφού όπου να ‘ναι
θα σβηστεί απ’ το τοπίο
και τα πουλιά
θα ‘χουν ξεχάσει
τη σκιά του.

*

ΟΤΑΝ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ

Όταν τα πράγματα ήταν πουλιά
(και πετούσαν)
δεν μπορώ να πω πως πονούσαν.

Όταν τα πράγματα ήταν παιδιά
(και γελούσαν)
δεν μπορώ να πω πως πονούσα.

Μα όταν τα πράγματα ήταν νεκρά
(και σαν δάση ωραία
ωραία σιγούσαν)
κάτι κεριά βροχής γυμνά
μακριά απ’ τα δάκρυα
θρηνωδούσαν.

Φωτεινή Καπελλάκη, Τα ήσυχα πρωινά

Τα ήσυχα πρωινά όταν φοβάμαι
θάβομαι κάτω απ’ το προσωπό μου
καθώς εκπέμπω στο πεπρωμένο
μασκοφόρος πλανόδιο φως.

Και όταν στους δρόμους κατεβαίνω
δροσιά στα κλομπ
άλλο ένα μακελειό στήνεται.
Και όπως στην άσφαλτο
λαμπαδιάζουν όλες οι βεβαιότητες,
που το άρπαγμα, που ο δήμιος, που η κραυγή.
Αυτός που πρόδωσε
Αυτός που χάνεται
Αυτός που προσπερνά.
Η ύλη δονείται στα γόνατα, στις πέτρες, στα δόντια.

Σαν παλαιολιθικο ψέμα
Εκεί που ανατέλλει εκεί
Καίγονται τα δάση
Μαζί και τα φιλιά.
Τέφρα στα χείλη.
Στο στήθος.

Στην πλωτή μου ράχη ταξιδεύουν νεογνά.
Και όμως αντέχουν να ζουν φωναχτά.

*Από τη συλλογή “το ελάχιστο σώμα“, εκδ. Ενύπνιο, 2021.

Δημήτρης Γκιούλος, Τρία ποιήματα

μικροοικονομία

Σαν κουφάρια μικρών ζώων
στις άκρες εθνικών δρόμων
στη συμπαντική οικονομία
είμαστε
Από την άλλη
κι αυτό υπερβολή είναι
Θα σήμαινε
πως κάποιος χαμήλωσε το βλέμμα
στο θέαμα
Θα σήμαινε
Πως κάποιος νοιάστηκε

*

ασήμι

Σε λιγότερο από έναν χρόνο
το μαλλί μου
το χρώμα του έχασε
Ασημί έγινε
Είναι κι αυτό
μια προσπάθεια του κορμιού
να πει
για το κόστος της απώλειας

Κάπως να την υπολογίσει

*

πρόχειροι υπολογισμοί

Ποτέ
τόσα μικρά
δεν αφορούσαν
τόσους πολλούς

Ποτέ
τα παναθρώπινα
δεν αφορούσαν
τόσους λίγους

*Από τη συλλογή “ακραία καιρικά φαινόμενα”, εκδ. θίνες, β’ έκδοση, Μάιος 2023.

Ελένη Αθανασίου, Τρία ποιήματα

ΛΥΡΑΡΙΣΣΑ

Όταν εκείνος φεύγει
τρέχει στη θήκη του
είναι έμπειρη και ξέρει
πώς νανουρίζεις ένα ελάφι
πριν πλησιάσει η σφαίρα.

*

EL FIN

Τον Αύγουστο
οι πολεμίστρες στο χωριό
μυρίζουν φάβα
και μαλακώνουν,
σαν την κηρύθρα που μασάει
ένα κορίτσι με παρεό

*

ΚΑΜΜΙΑ ΑΜΦΙΒΟΛΙΑ ΠΙΑ

Μεσημέρι Ιουνίου
κόβω κεράσια από την πλάτη σου

Τα συνθλίβω στα σεντόνια
που θ’ απλώσω στο μπαλκόνι

Τόσο μικρή
και τόσο νέα.

*Από τη συλλογή “Φταίνε τα πεύκα”, εκδ. Ενύπνιο, Αθήνα 2023.

Τάκης Βαρβιτσιώτης, Αίμα του Οχτώβρη


Max Ernst, Surrealism and Painting

Ροή αμνημόνευτη απ’ τις φλέβες τ’ουρανού
Αίμα του Οχτώβρη ω εσύ θάλπος στερνό
Που συντηρείς το παγωμένο άστρο
Γκρίζο πουλί αναδυόμενο από τις πτυχές του πένθους
Ουράνιο τόξο που σωριάστηκες νεκρό πάνω στους κήπους
Διάφανη κόρη ξεφτισμένη σε γνέφαλα
Με τα φτερά της λύπης πίσω από τους ώμους σου
Το αμπάρι άνοιξα του αβέβαιου καιρού
Για να περισυλλέξω την συγκομιδή σου:
Βοριάδες και φτεροκοπήματα
Ιστία που χάνονται στ’ανοιχτά
Μια κιμωλία χαράζοντας στη δύση μιαν άλικη γραμμή
Ένα μεγάλο δάκρυ που κατρακυλά πάνω στη γη
Άροτρα κι ανοιγμένα αυλάκια
Κι εγκαταλειμμένα όστρακα πάνω στην άμμο
Σπίθες και βλέφαρα καπνού μιαν οπτασία που τρέμει
Στην αχλύ απ’ το τζάμι του παραθυριού

Πόλυ Μαμακάκη, Ποιήματα

Ι.
Ημερήσιος κύκλος είκοσι τέσσερα βήματα
Τα δευτερόλεπτα προπορεύονται του λεπτοδείκτη
Καρφώνεις τα μάτια στην ώρα μας
Με ακρίβεια ξεκουμπώνει το περιδέραιο του αχανούς

ΙΙ.
Λευκά σημεία
Ευθείες γραμμές
Σε βρίσκω παντού
Στις ενώσεις

ΙΙΙ.
Ανασαίνεις μια πυραμίδα λόγου
Ενδομήτρια φλόγα ισοσκελής
Οι παύσεις –
Ανεμοθώρακας ενδυνάμωσης

IV.
Πρώτες κρύες ημέρες
Παραλληλόγραμμες
Μήκος εωθινό επί πλάτος Χ
Εμβαδόν συμπαγές
Το δειλινό φιμώνει το σώμα

V.
Δίκτυο τηλεπικοινωνίας ανεπαρκές
Προσδοκώ κυλινδρικούς ειρμούς
Αδιαπέραστης αφής μας

VI.
Ανατολή περίμετρος θαυμάτων
Αναθυμιάσεις, συμαντικοί οιωνοί
Θα χορέψουμε πάλι εκεί
Στα εσώτατα του κρατήρα χείλη

*Από τη συλλογή “Περίπατοι στον κήπο για δύο”, (.poema..) εκδόσεις, 2013.

Λευτέρης Πούλιος, Επίλογος

Εγώ ο Τειρεσίας ανεβαίνοντας από τη Θήβα
με λόγια δισταχτικά και σχεδόν αδέξια
σαν τ’ αχνάρια ενός πληγωμένου ζώου πάνω στο χιόνι
μάντης με μάτι σαν η εναλασσόμενη περίμετρος
ενός σύννεφου.
Ποιητής μέσα στο αρωματικό αυγό του προπάππου του

Εγώ ο Ησαΐας κατεβαίνοντας στον Ισραήλ
προφήτης με κλαψούρισμα άγριου σκύλου
και λέξεις που πέφτουν σαν άγγιγμα βροχής
πάνω στους βράχους.
Ποιητής που υπάρχει για ν’ ακούει τις εξομολογήσεις
του βωβού κόσμου
και να μένει έκπληχτος στο πέταγμα μιας πεταλούδας
να μένει άλαλος στο τραγούδι του αίματος
μέσα σε κάθε ζώο μέσα σε κάθε άνθρωπο.

Βαθύπλουτος μες στο κρεμμύδι της φτώχειας
Αθήνα
πνίξε τη φωνή μου μ’ ένα βρόγχο
από νέον και ουράνια τόξα επιγραφών
Γκρέμισε
την κιθάρα μου από τον καταρράχτη
των γηπέδων και των ζητωκραυγών
των χιλιάδων φιλάθλων σου
Κοίταξέ με
Άγγιξέ με
Σκότωσέ με
Ξεσκίζω μέσα μου ό,τι έχω γράψει
Παίρνω πίσω ό,τι έχω πει
Αποφεύγω το δρόμο όπου απάνθρωπες αυγές ξεσπάνε
Σέρνω τις αβύσσους μου
Ντύνομαι τις θύελλές μου
Ακολουθώ εσένα που δεν έχεις ακόμα γεννηθεί
Άι γεννήσου, κρατήσου ζεστός
Δεν οφείλεις να διαβάζεις ηλίθια βιβλία
Πάρε τα όπλα ενάντια στη συμβατικότητα
Εναντιώσου σε όλα
Ευλογημένοι, υμνημένοι, δοξασμένοι οι δρόμοι του ονείρου
και του αγώνα.

Στέλνω ένα καρτ-ποστάλ στο μέλλον
Γραμμένο με αίμα από τρεμάμενο χέρι
Με γραμματόσημο την πανάρχαια αυτή εποχή.

*Από τη συλλογή “Ο γυμνός ομιλητής”, 1977.

Λιάνα Σακελλίου, La Nativité 2: Peintre inconnue

Ακόμη με τη μνήμη του νερού
τον σχεδιάζεις, ολόφωτο,
την πρώτη ανθρώπινη μέρα του
αμβλύνεις τον πρωτόγονο τρόμο
βάζοντας πρώτα τον αμνό,

σαν φάντασμα εκείνη, ανεπαίσθητο
θρύψαλο ύλης,
υψώνεται έως την έκσταση.
Γυναίκες, με μύρο αλείψτε το μωρό,
το αίμα κρύψτε στους χιτωνες.

Και να η απόλυτη στιγμή
και να η αιώνια παρόρμηση
διαλέγεις να μείνεις άσημος εσύ
μες στους αιώνες.

*Από την ενότητα “Σκιασμών”. Περιέχεται στο βιβλίο “4Χ4 Ποιήσεις #3, ΑΩ Εκδόσεις, 2022.

Βασίλης Μόσχος, Εκτέλεση

Σ’ ένα σικέ αγώνα

πάλι θα νικηθείς.

Θα διψάς για λίγο,
τόσο δα.
παρόν σε μια χώρα
νεκροφάγα
την υπέροχή σου ύπαρξη
θ’ αποστερηθούμε
χωρίς ίχνος μεταμέλειας·

τρομοκράτες αδικαίωτοι
εκτελούμε εν ψυχρώ.

*Από τη συλλογή “Γιούνικ”, εκδ. Θράκα, 2023.