Αναστάσιος Δρίβας, Μια δέσμη αχτίδες στο νερό

Αντικείμενα μαύρα, σκληρά
και το μάτι να τρέμει.
Δειλινή μια φωτιά σιγοτρέμει
σα φωνή στο κενό σα φτερά.

Στο ποτήρι το χρώμα βαθύ
ξαλαφρώνει το νου μου
κι η παλέττα του γκρίζου ουρανού μου
σ’ ένα φως μυστικό θα βρεθεί.

*Από τη σειρά ποιημάτων του Αναστασίου Δρίβα ”Μια δέσμη αχτίδες στο νερό”, πρώτη δημοσίευση περιοδικό ”Κύκλος”, τεύχος 8-9, Οκτώβρης – Νοέμβρης 1933. Περιλαμβάνεται στην επιλογή ποιημάτων του Αναστασίου Δρίβα ”Μια δέσμη αχτίδες στο νερό”, Πρόσπερος 1978.

ένα έτσι, στις μοναξιές μας ισορροπεί ο κόσμος

στις μοναξιές μας ισορροπεί ο κόσμος
στα βλέμματά μας τα ανέγγιχτα
στα χέρια μας τα κομμένα
στις πυρκαγιές και στις πλημμύρες
τόσων και τόσων ανέκφραστων συναισθημάτων

στην μοναξιά μου ισορροπώ και γω
διαφορετικά
θα είχα κιόλας γκρεμιστεί
στην κόλαση της αγάπης
όλων αυτών των καλών και τίμιων ανθρώπων

Κατερίνα Φλωρά, Ανήμποροι 

Αμήχανο μούδιασμα
στη θέα του ασύλληπτου
επανάληψη τραγικότητας
σκόπιμη αναλγησία

Στο μικρόκοσμο παράλληλα συνυπάρχουμε
μακριά κι όμως σιμά στην τραγωδία
του άλλου, του κόσμου, του μέσα μας

Σαν η απώλεια γίνει οικεία
ένα μέρος μας χάνεται κι αυτό
στη σχισμή της μικρής μας παντοδυναμίας

Βάσω Χριστοδούλου, Κάνε με

αναπνέω

μια θλίψη με μαύρα μαλλιά
-τα αγαπημένα σου
νύχια που σκάβουν το χώμα
να βρουν τίποτα
σάρκα
μελανιές
τρίχες γυρνάνε προς τα μέσα
αφιλόξενο έξω
-λείπουν τα χέρια σου
σκεύρωσε το κορμί μου
μαθημένο εμβρυακή στάση
ο τοίχος μετωπική απειλή
στο διπλανό δωμάτιο ανταγωνίζεσαι
το χτεσινό ξενύχτι
ό,τι ακούς βρίσκει τις φλέβες μου
γροθιά και κόμπος
κάθε που ανστενάζεις
σφίγγω τα χείλη να μη σε φωνάξω
το μαξιλάρι σου πληρώνει τον εγωισμό
ο καθένας μόνος περνάμε το ρεπό σου
χθες βράδυ έλειπες μαζί
έγινε νύχτα
τα χείλη μου αφίλητη εκκρεμότητα
μην τολμήσεις και κλάψεις

κάνε με

*Από τη συλλογή “κάνε με”, εκδ. Καζανάκι, Μάιος 2023.

Δημήτρης Βούλγαρης, Οι ένοικοι των ημερών

Πάλι τα ίδια πουλιά μουρμουρίζουν
Θλιμμένες νυχτερινές συμφωνίες
Στα άγνωστα πρόσωπα
Που πια δεν ρωτούν για τίποτα
Κι όμως κοπιάζουν και κινούνται.

Όσοι δεν πρόλαβαν
Πλέον σιωπούν
Κάτω απ’ το κόκκινο νέφος μιας πόλης
Που τρεμοπαίζει επιδεικτικά τα βλέφαρα
Στους ανώνυμους ενοίκους των ημερών.

Νομίζω πως δεν έφτασα ακόμα
Κι ας έχω μες στα χέρια μου σημάδια
Από τον χρόνο που πέρασε με στόμφο
Και φύτρωσε αμφιβολίες στα όνειρα.

Σαν να μη χορταίνει ζωή ο καιρός
Και υπενθυμίζει μονίμως θανάτους
Που πηγαινοέρχονται βιαστικά.
Δεν βρίσκει φως
Ο δρόμος να συνεχίσει
Και περιορίζει τα γεγονότα σε καταναγκαστικό κύκλο.

Πριν ξημερώσει
Κάποιος θα σηκώσει το κεφάλι στον ουρανό
Και θα γνέψει καταφατικά.

Αργότερα
Πολλοί θα πουν πως αυτοκτόνησε.

*Από τη συλλογή “Οι ένοικοι των ημερών”, εκδ. Σμίλη, 2023.

Αργύρης Χιόνης, Μουσική

Τα κόκαλά μας είναι κάτι
Πίφερα φλάουτα φλογέρες που ένας
Κακός θεός τα ‘φραξε με μεδούλι
Τα ‘θαψε κάτω από στρώματα πολλά
Σάρκας και λίπους κι είναι
Μια θλίψη τώρα τ’ άκουσμα των ήχων
Που βγαίνουν απ’ τα πλαδαρά κορμιά μας
Μια θλίψη ανυπόφορη όταν ξέρεις
Πως μέσα μας βαθιά υπάρχει τόση
Πνιγμένη μουσική.

Ρογήρος Δέξτερ, De Vita Et Morte

Pseudo~Blues

[prose song “written on a toilet roll”]

•αυτό
Που “σέρνεται μέσα μου σα φίδι”
Νιώθω πως πρέπει νά ‘ναι θάνατος• ή
Έστω [ορθή επανάληψη : ] φόβος
Θανάτου• που
Βγάζει νύχια
Και δόντια
Και κραυγές• τις νύχτες
Και τα οδοντωτά
Ζεστά μεσημέρια τού καλοκαιριού• τις
Ακριβές ώρες
Που μια κόρη βρέχει
Τα τριαντάφυλλα στον κήπο της
Μουρμουρίζοντας παλιά τραγούδια
Τής ρεματιάς• τής φυλλωσιάς• τού δάσους• όταν
Κάποιος λιάζεται αμέριμνος [λες και
Δεν υπάρχουν
Δυστυχίες και βάσανα• ή μάλλον
Ακριβώς επειδή υπάρχουν• οπότε ; ]• κάτω
Απ’ τό δέντρο
Που γλύτωσε απ’ τους ξυλοκόπους•
Και όπου τρεις γάτες ανέβηκαν
Της οικογένειας Στουπάθη• η μία
Μετά την άλλη• στα πιο ψηλά κλαδιά•
Μήπως ματιάσουν αλλιώτικα
Τον κόσμο• και
Ένα μικρό σαλιγκάρι
Διασχίζει αργά και ατάραχα
Δίχως ζιγκ ζαγκ
Την άσφαλτο
Αψηφώντας τα τροχοφόρα
Σαν τέρατα• καθώς
Δυο ζευγάρια φιλιούνται με πάθος
Στο σταυροδρόμι
Πριν χαιρετηθούν βιαστικά και τρέξουν
Να συναντήσουν άλλους εραστές τους•
Και όσα γύρευαν καιρό να ξεχαστούν
Στο πέρασμα του αιώνα
Στο κατρακύλισμα του χρόνου
Στήνουν πρόσωπο μπροστά μας•
Να μας δικάσουν στη σάρκα
Να μας συντρίψουν στην καρδιά• βέβαια
Πίσω από τα λάθη
Και τις συγκυρίες
Και τις μηχανές
Θα κρύβονται πάντοτε οι φίλοι
Και όποιοι ζεστάθηκαν στον κόρφο
Μας• που φιλοσοφούν σε μια τρίχα•
Που λογοφέρνουν
Για το πόσοι
Άγγελοι στρογγυλοκάθονται
Στο μάτι μιας βελόνας• που
Ύστερα χαχανίζουν φτιαγμένοι
Από λόγια παχιά
Και έργα που δεν περιγράφονται
Βλέποντας εμάς να θαλασσώνουμε• να
Πελαγώνουμε• να βουλιάζουμε•
Στ’ ανοιχτά• στα υψηλά• στα βαθιά• και
Να πνιγόμαστε•
Στον πικρό καφέ
Σε κάτι τσιγάρα μαύρα
Ψωνισμένα από την Οδό Σβ.
Σε κάτι φλογερά ποτά
Που οι πάντες γνωρίζουν
Στα κεράσματα• ωσ-
Τόσο ο θάνατος•
Φαντάζει σχεδόν βέβαιο•
Λανθάνει σ’ αυτό το σώμα• είναι
Ο κακός βραχνάς στον ύπνο
Τα μεσάνυχτα• και
Παραέξω
Ο φερτάκιας γείτονας
Που εν έτει δύο χιλιάδες είκοσι
Και βάλε
Δε διστάζει να καρφώνει τα βήματά
Μας• ο
“Μπας κ’ είναι δω ~ μπας κ’ είναι κει”
Μπατσοσυκλετιστής σε χάρβαλα
Σκελάστρες
Που ψάχνει καλές αφορμές
Για το “σώσε”
Έξω από σκυλοστέκια και ντουπό-
Τοπους• και
Ας μην έχεις πάνω σου ούτε δράμι
Από-
Για να κάνεις επιτέλους κεφάλι• αλλά εκείνος•
Άκου πράγματα• έτσι καυλώνει• χωρίς
Πολλά μου-σου-του•
Σε δεματιάζει στο γιουδάδικο• ο
Θάνατος λέμε• που έρχεται
Και δεν έρχεται• που δε φεύγει
Και όλο παίρνει το φευγιό του• αντί
Να λυτρώσει τους δυστυχισμένους
Από μια ζωή που γίνεται αβάσταχτη•
Από το πλήθος των νεκρο-
Ζώντανων
Που κουνάνε μαντίλι στο δρόμο
Γιατί δε θυμούνται πια
Ότι έχουν πεθάνει•

*

δεν έχει εδώ φεγγάρι στη ρεματιά•

•το σκέφτηκα• να έγραφα δυο λόγια
Για τον τάδε [ γνωστό
Εξ ακοής μονάχα και από μακριά
Σα φήμη]• καλό παιδί•
Καθώς λέγαν στην παλιόπολη• αλλά
Καταφερτζής και ακριδάτος•
Που μπήκε• μέσα για μέσα • στη στενή
Για την κονόμα• που τόσα λαχάνεψε
Απ’ την τράπεζα
Λέγοντας• κάθε φορά που τα βουτούσε
Λίγα λίγα• νά κι αν θα με πάρουν
Μυρωδιά• νά κι αν θα με τσιμπήσουν
Οι γιουδαίοι• φτάνει να τα βουτήξω
Εγώ και όσο τη βγάλω• πως
Πιο μετά στα σίδερα
Τον ξέσκισαν κάτι καθίκια φυλακόβιοι•
Ενώ οι ακοίμητοι φρουροί έπαιρναν
Μάτι• κι αυτός κρεμάστηκε ύστερα
Με το σεντόνι στο κελί του• όμως
Για τέτοια
Και άλλα πολλά παρόμοια και ωμά
Είχαμε πει να μην ξαναμιλήσουμε•
Αφού δεν κάνουν καθόλου
Για τα δικά σας μάτια και αφτιά
Από βούτυρο•

Οκτάι Ριφάτ (1914-1988), Ποιήματα

ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΤΑ ΛΕΥΚΑ

Στο μονοπάτι του λόφου
μια γυναίκα στα λευκά κατεβαίνει προς τον σταθμό,
θα πάρει το τρένο και θα φύγει,
θα διασχίσει τα νερά με το φέρι,
θα κάνει ψώνια και θα σεργιανίσει,
θα γυρίσει στο σπίτι
απ’ το μονοπάτι του λόφου,
κι όπως το πλοίο στη θάλασσα ή το τρένο στη στέπα
θ’ αφήσει πίσω της ένα ίχνος
από αφρό ή καπνό
μέσα στον ωκεανό των ανθρώπων
φτιαγμένο από αναμνήσεις.

*

Η ΚΟΠΕΛΑ ΠΟΥ ΠΟΥΛΑΕΙ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ

Η νεαρή τσιγγάνα που πουλάει λουλούδια
έχει βρώμικα χέρια και πόδια,
καπνίζει,
τα λουλούδια της μυρίζουν τσιγάρο,
και καθώς μιλάμε κρατά τα τριαντάφυλλα
με το μακρύ τους κοτσάνι ανάμεσά μας,
ένα ανοιξιάτικο σύννεφο ακριβώς
από πάνω μας
κι ο ουρανός
απίστευτα γαλάζιος.

*

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ


Το κορίτσι τραυλίζει, το αγόρι κουτσαίνει
ο πλατύς ουρανός έχει το πιο γαλανό γαλάζιο-
αυτές οι μεγάλες μέρες του καλοκαιριού.

*

ΤΟ ΡΟΖ ΣΠΙΤΙ ΣΤΟΝ ΒΟΣΠΟΡΟ

Κορίτσια τραγανά σαν το μαρούλι
στρογγυλό στόμα, σουφρωμένη μύτη.
Καθισμένα σταυροπόδι στο κατάστρωμα –
φυσά και καθώς τους ρίχνεις κλέφτες ματιές
η καρδιά σου χτυπάει σαν τρελή.
Αχ, Ιστανμπούλ, γερο-διάολος που ‘σαι!
Κάτω, στο Φιντικλί, βολτες και παιχνίδια.
Κρατώ μια πετονιά με εκατό αγκίστρια.
Βουτώ απ’ το καΐκι του καπετάν-Τουργκούτ
και βρίσκομαι ανάμεσα σ’ ένα κοπάδι τόνους.
Δεν πήγα ποτέ στον τάφο του Ορχάν
στο Ρούμελι Χισάρ –
κι ούτε θέλω.
Μια φρέσκια φέτα ψωμί, ένα κομμάτι λευκό τυρί’
θα ‘ναι ‘κεί; – ποιος ξέρει!
Θ’ αγναντεύει τη θάλασσα και θα πίνει τη ρακή του.
Από την προκυμαία μ’ ένα σάλτο βουτώ στο νερό-
από κάτω ψάρια
από πάνω σύννεφα.
Κύμα το κύμα ο Βόσπορος θέλει να με καταπιεί,
κι εγώ συνεχίζω κολυμπώντας προς το ροζ σπίτι στην ακτή.

*Μετάφραση από τα αγγλικά: Σπύρος Θεριανός.

Γιάννης Κοντός, Το χρονόμετρο

Όπως γυρίζει η νύχτα μέσα μου
φέρνει πνιγμένους στην επιφάνεια.
-Το στήθος κλείνει για να κρατήσει
ό,τι προλάβει –
Έρχεται η μέρα.
Αλλά τι μέρα – τυλιγμένη σαν μπαμπάκι
γύρω στα δέντρα σε μια γη
κρεμασμένη από κλωστή που είναι
έτοιμη να σπάσει.

Ρένα Πετροπούλου-Κουντούρη, Έξι ποιήματα

Ομορφιά και υποταγή

Αχ, ομορφιά!
Δεν υποτάσσεσαι στις λέξεις

Εικονοστάσι

Η ομορφιά σου αιχμάλωτη
Σε εικονοστάσι
Κατασκευή των φόβων μου
Μήπως σε χάσω

Μέλισσα ψυχή μου

Αυτή τη νύχτα αποκοιμήθηκες στα χείλη μου
Η μέλισσα ψυχή μου τρυγά το μέλι σου

Ουρανέ μου

Λάμψε ουρανέ μου!
Ντύσου μ’ εκείνο
Το γαλάζιο
Της προσδοκίας

Τρόμος ο έρωτας

Πεινώ για κάτι που αγνοώ
Που το χρειάζομαι πιο πολύ
Κι από το ψωμί
Σκοτεινή του μαχαιριού η θωριά
Τρόμος ο έρωτας

Σε δημιουργό

Δεν θα μπορούσε ο θάνατος
Να με απομακρύνει από κοντά σου
Αφού η αθανασία σού χαρίστηκε

*Από τη συλλογή “Μινιατούρα”, (.poema..) εκδόσεις, 2015.