Ευαγγελία Τάτση, Τρία ποιήματα

Η ΑΠΕΙΡΗ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΗΣ ΦΥΓΗΣ Ι

Βρίσκεσαι κάπου και θέλεις να φύγεις
όχι γιατί δεν θέλεις να μείνεις
παρά μονάχα γιατί θέλεις να φύγεις.

Φεύγεις και πας αλλού.
Εκεί, είναι οπουδήποτε
αλλά είναι κάπως στενά
οπότε θέλεις να φύγεις
ενώ ήδη ξέρεις πως αλλού
θα είναι πάλι πιο στενά

Έτσι ορίζει η ακολουθία
να μη φτάνεις
μα πάντα κάπου πιο στενά
να ‘χεις να πας.

*

Η ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΓΚΙΩΝΗ (ΠΑΡΑΒΟΛΗ)

Οι άνθρωποι κουβαλούν ένα πουλί στον ώμο τους
ο καθένας το δικό του
ο καθένας άλλο.

Κανείς δεν βλέπει
εκείνο που στέκει στον ώμο του
εκτός απ’ τους λυπημένους
που κουβαλούν έναν γκιώνη
και τον ακούνε να κλαίει

γι’ αυτό είναι λυπημένοι

ο γκιώνης όμως δεν τους βλέπει
και κλαίει για πάντα που τους έχασε.

*

Η ΑΠΟΓΝΩΣΗ ΤΗΣ ΒΡΕΦΟΚΟΜΟΥ

Σ’ αυτή την πόλη
γεννιούνται μόνο
παλιά σπίτια

και γεννιούνται
πεθαμένοι
που τραγουδάνε

μανάδες πηγαινοέρχονται
σε δικαστήρια και τάφους
πηγαινοέρχονται με τσακισμένες βάρκες
στα χέρια μου

τα χέρια μου
είναι γεμάτα με μωρά που κλαίνε

με τα μωρά
χορταίνουν χρόνια
τα ερείπια.

*Από τη συλλογή “Φυτά εσωτερικού χώρου”, εκδ. Βακχικόν, 2022.

Σταύρος Βαβούρης, Για τη Μεσσαλίνα, ακολασία κι άρνηση 

Σε κάθε σιωπηλή πτυχή των ημερών μου
ελλόχευε ένα ποίημα,
όχι απʼ αυτά που γράφουν στο χαρτί,
αλλά από κείνα που ʼναι διάχυτα στον άνεμο
ή που κυλούν με το αίμα μας στις φλέβες
και που ʼναι αυτό καθʼ εαυτό το αίμα πιθανόν
μεθυσμένο από το χρώμα, το ρυθμό και την ιδέα
μιας ακολασίας μουσικής.

Η κάθε νύχτα, μου μιλούσε μʼ ένα ποίημα
που ʼσπρωχνε και φούσκωνε τα τζάμια
σαν ιστία πλοίου επειγόμενου να φύγει
κι η κάμαρά μου τότε ναυαγούσε σε κυκλώνες
πυρετού και φαντασίας εξημμένης·
απʼ το χρώμα, το ρυθμό και την ιδέα
μιας ακολασίας μουσικής.

Στα μπρούτζινα κορμιά των μονομάχων
στα διψασμένα μάτια των φρουρών
ελλόχευσε παντού, με τόση λυσσαλέα επιμονή
αυτό το διψασμένο κι αδηφάγο ποίημα
ώστε μʼ άναψε και μʼ έκαψε και μʼ έκανε
ολόκληρη και μένα ένα ποίημα, που αναπτύχθηκε
και τέλειωσε στο χρώμα, το ρυθμό και την ιδέα
μιας ακολασίας μουσικής.

*Από την ποιητική ενότητα «Πικρά χείλη δίχως γεύση παραδοχής» (1959), του επιλεκτικού τόμου «Πού πήγε, ως πού πήγε αυτό το ποίημα» (1940-1993), εκδόσεις Ερμής – 1998.

Ζαφειρία Μολ, Δύο ποιήματα

ΑΝΤΙΠΑΡΟΧΗ

Βγήκαν, ήπιαν, έφαγαν,
κατανάλωσαν
κι ήρθαν τώρα κι έκατσαν πάνω μου.
Ο σβέρκος μου γέμισε φοβισμένους,
η καμπούρα μου έγινε λόφος λαού.
Δε ζήτησα από κανέναν συντροφιά,
είχα μονώσει τον κήπο επιμελώς,
και ξάφνου ήρθαν εξωστρεφείς επιδρομείς.
Νιώθω ανάγκη να γίνω πιο κοσμικός,
γιατί ο οικιακός συνωστισμός
προκαλεί απόκοσμη συντροφιά
που κάνει τη μοναξιά μου
πολυκατοικία στα μπετά

*

ΦΗΜΟΝΟΗ

Πρώτη κυρία των δαφνών
στέφθηκες με την πικρία των καιρών.
Κι ακόμα αναρωτιούνται για την πηγή,
αν ήταν φίδι, πληροφορία, πάθος ή
απλή φυγή.
Κι εσύ απλά τους λες για τηνν κρήνη που
ήταν “καθαρή”
αλλά και για το τρίτο πόδι που δεν
πατούσε στη γη.
Γιατί κάθε χρησμός είναι μόνο για την
άσπιλη ψυχή
είπε η παρθένα, η διφορούμενα ιερή.

*Από τη συλλογή “Κανένα φτιάρι δεν έθαψε ποτέ την άνοιξη”, εκδ. Κάπα Εκδοτική, Σεπτέμβρης 2023.

Νίκος Γαλάνης, Τα μυστικά της Βερόνικα

Έξω απ’ αυτό το δωμάτιο
οι άνθρωποι συνεχίζουν τη ζωή τους
πουλώντας κι αγοράζοντας
ταξιδεύοντας σε πλοία αναψυχής
σε πλοία με εμπορεύματα
ντυμένοι με τα πρωινά όνειρά τους
γιομάτοι θαυμασμό

*

“Πέρα από δω οι άνθρωποι
βαδίζουν στο δάσος σκυμμένοι
αναζητώντας χαμένες πατρίδες
στα χαλάσματα του καιρού
ανεύθυνοι και σιωπηλοί
Κάπως έτσι
να μην πολυλογώ
θέλησα να ζήσω κι εγώ
κατασκευάζοντας
ολόκληρες οικοδομές
με φτιασίδια πρόσκαιρα
που φαίνονταν παντοτιινά
μέσα την αίγλη της άγνοιάς μου”

*Από τη συλλογή “Τα μυστικά της Βερόνικα”, εκδ. Ενάντια, Ηράκλειο, 2023.

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Ραδιόφωνο

Δεν θέλω άλλες ειδήσεις δώσε μου μόνο μουσική
ειρήνη πόλεμος ειρήνη πόλεμος ειρήνη
-τι να τις κάνω τόσες λέξεις μεσοπέλαγα
με δέκα μίλια φεύγοντας το καλοκαίρι μας αφήνει.

Πες μου γι’ αυτούς που χάσανε τη βασιλεία των ουρανών
τον νέγρο πρίγκιπα που κλαίει για τσιγάρο
τραγούδα μου το παρελθόν το παρελθόν το παρελθόν
τον επικήδειο των δασών και τον σβησμένο φάρο.

Δεν θέλω άλλες ειδήσεις δώσε μου μόνο μουσική
μη μου μιλάς για το Διάστημα ξέρω τη Μοζαμβίκη
τραγούδα μου τη στάχτη τραγούδα μου τη λευτεριά
τραγούδα μου τα δάκρυα σ’ όλα τα πλάτη και τα μήκη.

Laura Vazquez, Όπως τ΄ αόρατα πράγματα

Όπως καταπίνουμε το σάλιο μας
ξυπνώντας.
Όπως γευόμαστε το αίμα
στα ποτήρια του νερού.
Όπως ζούμε μέσα σε όλη αυτή την τάξη.
Σου μιλάω.

Θα πεις πως είμαστε πολύ καλά
και πως ένας μικρός θεός κάθεται στο κεφάλι σου.
Θα τραγουδήσεις όπως ένας γέρος μάγειρας
λέξεις εκατό χιλιάδων χρόνων
για βλέφαρα άρρωστα.
Θα ’χει ζέστη.
Όπως
χτυπήματα στα μάτια.
Ή όπως
όταν πίνεις με καλαμάκι
ένα υγρό κολλώδες
και αρωματικό.

Και
η άμμος πάνω μας
θα μοιάζει με ψίχουλα ψωμιού
κάτω απ’ την κουβέρτα.

Ακούς τ’ ασθενοφόρα;
Ακούς τις μύγες
που πλένουν τους νεκρούς;

*Μετάφραση: Γιάννης Χονδρός.
**Αναδημοσίευση από εδώ: https://teflon.wordpress.com

Γρηγόρης Σακαλής, Συνταγές

Γενικευμένη θλίψη
ο κόσμος είναι σκληρός
και ο καθημερινός αγώνας
συντρίβει τις υπάρξεις
ο καθένας
τραβά το δρόμο του
άλλοι στη θρησκεία
άλλοι στα κόμματα
και οι πιο άτυχοι
στο πιοτό
και στη σεξομανία
τέλος υπάρχουν
και αυτοί
που επιλέγουν
την ελευθερία
μα ο αγώνας γι΄αυτούς
είναι πιο δύσκολος
το να παίρνεις αποφάσεις
για τη ζωή σου
χωρίς έτοιμες συνταγές
που σου σερβίρουν άλλοι.

Νίκος Σφαμένος, Εκ βαθέων

Έργο Klaus Ender

πως μπορεί
κάποτε ξεκίνησες με τόσα
όνειρα
άλλος αέρας φύσαγε στο
μέτωπο σου
πως μπορεί μικρέ μου
φίλε
ανακάλυψες τη ποίηση
μοίρασες τις λέξεις σου
και κανείς δεν τις άκουσε
τόσα χαμένα βράδια
πες μου μόνο γιατί
έγιναν όλα αυτά
γιατί έχασες έτσι
το καιρό σου

δεν περίμενες ποτέ
αυτό το μακρύ χειμώνα
ούτε τόσο πάγο

γείρε στο πλάι μου
και πες μου για τα χαμένα σου
όνειρα
πες μου γιατί αγάπησες τόσο τούτο το ταξίδι
όμως ίσως σε περιμένει μια νέα
άγνωστη πολιτεία
εκεί στην άκρη

ε
παράτα τις λέξεις σου
όσο είναι καιρός
άκουσε με

άνοιξε τα κλειστά σου παράθυρα
βρες δροσιά
και ξέχνα τις λέξεις
ξέχνα τες
όσο είναι καιρός

*Από τη συλλογή “Ανθισμένες νύχτες”.

Ειρηναίος Μαράκης, Παλαιστίνη, Μέρες του 2023 μ.Χ.

Photo by Abid Katib/Getty Images

Άγγιξέ με,
ψηλά στο μέτωπο
εκεί που μια τρύπα άνοιξε
η σφαίρα
από το όπλο του στρατιώτη
που βρισκόταν σε… αυτοάμυνα.
Το αίμα έχει πια στεγνώσει
τα δάκρυα το ίδιο
σημάδι άφησαν
στο σκονισμένο μου πρόσωπο.

Άγγιξέ με,
ψηλά στο μέτωπο
εκεί που η κάννη του όπλου
σκότωσε τα όνειρα μου
για μια ελεύθερη ζωή,
παππού και γιαγιά, μην κλαίτε
έρχομαι,
μαζί θα κοιμηθούμε άποψε
αγκαλιά όπως και πρώτα
στην ουράνια Παλαιστίνη.

10/11/2023

Αλέξης Τραϊανός, Βράδια που ήρθα κι έφυγα

Από ‘να απόγευμα κοίταζα τη ζωή
Με αέρα και νύχτα
∆ρόμους κι εμένα

Εδώ είπα όλα τα τριαντάφυλλα καπνίζουν
Μ’ ένα γενετήσιο μαύρο καπνό

Όταν μπαίνω σπίτι κρεμώ τον εαυτό μου στην κρεμάστρα

Κάθε απόγευμα βγάζω λίγο απ’ τον εαυτό μου
Και στον εαυτό μου το ακουμπώ

Μέρες τώρα δίχως να γράψω
Πήρα ‘ένα ξυράφι να κομματιάζω το δέρμα μου
Να λιγοστεύει λίγο λίγο το χρέος μου
Καλύτερα να κοιμόμουν
Μα ξύπνησα μαζεύοντας άρρωστο φως
Μαραμένους αγγέλους
Ποιήματα άσκημα σαν την ψυχή μου

Από τις χαραμάδες του κορμιού μου άκουγα τον καιρό

Έστελνες κάτι λέξεις παλιές και ξερές
Ξερές και παλιές Τίποτα δε φυτρώνει
Μια μέρα γίνεται από μπετόν
Ξεκινά ήσυχα απ’ τις μαύρες σάρκες της νύχτας

Μια μέρα όπως για τον Μπετόβεν
Που κοίταζα να σε δω και με κοίταζες και δε φαινόμασταν
Ώσπου η μουσική να σκεπάσει κάθε θόρυβο
Με λέξεις και θρόμβους και κάτι μερικές φορές πολύ τρομερό
Που η γυναίκα με τα φίδια και τα μαύρα μαλλιά της
Τυλίγει και ξετυλίγει σαν το μαύρο κρεβάτι της
Τυλίγει και ξετυλίγει το δέρμα της

Σηκώνεται και με βρίσκει απελπιστικά θανάσιμον

Πέφτουν οι τοίχοι οι κήποι
Οι άρρωστες μέρες απ’ το κεφάλι μου
Μέσα σε βράδια που ήρθα κι έφυγα
Και πέρασα πια πίσω απ την ιστορία της ζωής μου
Με τον κόκκινο άγγελο και τον κόκκινο διάβολο
Το ερωτικό της οξύ χυμένο επάνω μου
Και τον άγριο άνεμο που φύσηξε απ’ το πρόσωπό μου
Τα τελευταία χαρτιά
Για πάντα

*Από τη συλλογή “Το δεύτερο μάτι του Κύκλω̟α / Cancerpoems” (1977).