Θεόδωρος Μπασιάκος, έρωτας

Artwork: Δημήτρης Μιχελουδάκης

Στο ντιβάνι απλώνομαι ευχαριστημένος, εκείνη γερτή
στη φτερούγα μου, μετά τον έρωτα. Εκείνη μετρά τα
παΐδια μου, εγώ ραχατεύω. Το παντελόνι μου στο πάτωμα
χάμω. Σκαλωμένη η κάλτσα της, σ’ έναν τόμο της
Ανθολογίας του μαύρου χιούμορ, στο κομοδίνο.
Η βουή -απ’ όξω- της μεγαλούπολης, μία λογοτεχνία
αστυνομοκρατούμενη.
– Θοδωρή;
– Ε! της κάνω
– Τίποτα! Έτσι μούρθε απλώς να πω τ’ όνομά σου…

Μια χαρά! Μ’ ένα πρόχειρο υπολογισμό, αυτό της το
«τίποτα» με βαστάει στη ζωή μπορεί και μια ολάκερη εβδομάδα.

Cesare Pavese, Αδιαφορία

Άνθησε αυτό το μίσος σαν ένας λαμπρός έρωτας
οδυνηρός, και αναστοχάζεται με λαχτάρα.
Ζητά ένα πρόσωπο και μια σάρκα, σαν να ήταν ένας έρωτας.

Είναι νεκρές η σάρκα του κόσμου και οι φωνές
που ακούγονταν, ένα τρέμουλο άδραξε τα
πράγματα∙ oλόκληρη η ζωή κρεμάστηκε από μια φωνή.
Κάτω από μια πικρή έκσταση περνούν οι ημέρες
στο θλιμμένο χάδι της φωνής που γυρίζει
ξεβάφοντας το πρόσωπο. Όχι χωρίς γλύκα
αυτή η φωνή της θύμησης ακούγεται αλύπητη και τρεμάμενη: κάποτε έτρεμε για μας.

Αλλά η σάρκα δεν τρέμει. Μόνο ένας έρωτας
θα μπορούσε να την ανάψει, και αυτό το μίσος τον γυρεύει.
Όλα μα όλα τα πράγματα και η σάρκα του κόσμου
και οι φωνές, δεν αξίζουν το καυτό χάδι
εκείνου του σώματος και αυτά τα μάτια. Μέσα στην πικρή έκσταση που αυτοκαταστρέφεται, αυτό το μίσος ξαναβρίσκει
κάθε μέρα ένα βλέμμα, μια σπασμένη λέξη,
και γαντζώνεται επάνω τους, αχόρταγο, σαν να ήταν έρωτας.

Sandro Penna, Μικρά ποιήματα

Μακριά στο παλιό προάστιο
δεν υπάρχει μελαγχολία.
Εκεί ζουν τα κουρέλια, μια ζωή ευγενική
χρυσωμένη απ’ τον ήλιο. Κι ας είναι έτσι.

*

Με χτύπησαν. Μόνο σ’ εσένα, νεαρέ
θα μπορούσα να πω ότι καμία, καμιά σημασία δεν έχει.

Αλλά το λέω σε μια αντανάκλαση φωτός
που μ’ ακολουθεί, μ’ ακολουθεί στο πεθαμένο νερό.

*

Ας πήγαινα κι εγώ σαν κουρελής. Ας ήμουν
κι εγώ είκοσι χρονών. Ας ήμουν
γλυκός όπως εσύ…

*

Η θάλασσα είναι όλη γαλανή.
Η θάλασσα είναι πέρα για πέρα ήρεμη.
Στην καρδιά, τώρα πια, είναι μια κραυγή
χαράς. Κι όλα είναι ήρεμα.

*

Υπάρχει ακόμα στον κόσμο ομορφιά;
Ω, δεν εννοώ τα ωραία χαρακτηριστικά.
Αλλά τον νεαρό εκείνο στο σταθμό γεμάτο από έξαψη
με τα μάτια στραμμένα σε μακρινές ακτές.

*

Βασανισμένος απ’ τη ζωή
ζω μέσα της μακάριος και διαλυμένος.
Τον πόνο της αγάπης μου αποδέχομαι
περισσότερο απ’ το να γιατρέψω την πληγή.

*

Μόνο του στην κλειστή λίμνη, χωρίς άνεμο
το καράβι μου ταξιδεύει, διαρκώς στο τώρα.
Ασάλευτα τα λουλούδια κάτω απ’ τις γέφυρες. Νιώθω
τη θλίψη μου να φουντώνει πάλι.

*

Χαρούμενο ήταν το σπίτι μου σήμερα.
Σκυλιά νεαρά και όμορφα το κατέλαβαν.
Τα έκαναν όλα άνω-κάτω
κι άφησαν πίσω τους την πιο όμορφη εικόνα.

*

Στη βαθιά νύχτα
σβήνουν τ’ αστέρια.
Θλίψη με πλημμυρίζει:
μια αγάπη για όμορφα πράγματα.

*

Η βενετσιάνικη πλατειούλα
παλιά και μελαγχολική, δέχεται
τη μυρωδιά της θάλασσας. Και πτήσεις
περιστεριών. Μα μένει
στη μνήμη –και μαγεύει
το φως– η πτήση
του νεαρού ποδηλάτη
που στρέφεται στον φίλο με πνοή
μελωδική: «Πας μόνος;»

*

Δεν βλέπεις ότι στη Ρώμη οι γάτοι
κοιμούνται ανά δύο;

*

Μονότονη είναι η ζωή μου, όταν καίει
ένας ήρεμος ήλιος στις πράσινες γρίλιες.
Γίνεται βλέμμα ενδοτικό, τρυφερή ανώνυμη
αγάπη, ποίημα τεσσάρων στίχων.

*Ο Ιταλός ποιητής Σάντρο Πέννα (1906-1977) γεννήθηκε στην Περούτζια. Έκανε διάφορες δουλειές όπως πράκτορας σε γραφείο στοιχημάτων, λογιστής, υπάλληλος σε βιβλιοπωλείο. Έγραψε ποίηση χαμηλών τόνων, ολιγόστιχη, υπαινικτική, στην οποία κυριαρχούν η μελαγχολία και η εσωστρέφεια. Ο Πέννα είναι ένας αισθητής, που εμμένει διαρκώς στο παρόν. Αγαπά τη ζωή περισσότερο απ’ το νόημά της, όπως θα έλεγε ο Αλιόσα Καραμάζοβ, ένα από τα μυθιστορηματικά αδέλφια του Ντοστογιέφσκι. Και σ’ αυτή την αγάπη για τη ζωή εξαντλείται για τον Πέννα το νόημά της.

**Επιμέλεια-Μετάφραση: Σπύρος Θεριανός.

***Πρώτη δημοσίευση των μεταφράσεων στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.

Σοφία Πολίτου-Βερβέρη, Προσφυγικό

Ξημέρωνε και πάλι.
Το αγιάζι είχε τρυπήσει για τα καλά
τα κόκαλα και τα παπούτσια μας.
Έτσουζαν τα μάτια μας από την απλυσιά
και τα άγνωστα τα μέρη.
Τα αυτιά μας κουρασμένα
να αφουγκράζονται τον φόβο
βούιζαν σαν χαλασμένοι δέκτες.
Η πείνα είχε πικράνει το στόμα μας
και ζάλιζε τα κεφάλια μας.
Περπατούσαμε σε χωματόδρομους
φουρτουνιασμένους, πέρα-δώθε πηγαίναμε.
Ξάφνου, λίγο πιο κάτω από εμάς
είδαμε μια προβατίνα με το αρνί της.
Δεν ξέραμε τη ράτσα τους,
φριζάρτα, καραγκούνικα, αουάσι*, ποιος ξέρει;
Εμείς ούτε το όνομα του τόπου που πατούσαμε
δεν γνωρίζαμε, πέρα από της τσέπης μας το κρύο σπήλαιο.
Η πρασινάδα έκρυβε τις τρυφερές οπλές.
Δεν τολμήσαμε να πλησιάσουμε.
Κοιτούσαμε δίχως να πηγαίνει ο νους μας στο κακό.
Έτρωγε το ζώο, χορταίναμε εμείς.
Μετά από λίγο, συνεχίσαμε.

*Αουάσι (Awasi): Ράτσα προβάτων της Μέσης Ανατολής.

**Από τη συλλογή «φαγώσιμα», εκδ.Έναστρον, Μάιος 2022.

Κυριάκος Σιφιλτζόγλου, Τρία ποιήματα

3

απ΄ το ύψος των περιστάσεων
εξαφανίστηκε το ύψος

πλέον έχουμε να κάνουμε
μόνο με περιστάσεις

το κατάλαβαν καλά

οι εναερίτες
εμφανώς

καψαλισμένοι

4

το “βραχυπρόθεσμα”
φέρνει στο νου
ένα λιτό πρωινό γεύμα

το “μεσοπρόθεσμα”
θυμίζει ελώδη λίμνη
όπου κάποια αποδημητικά πουλιά
λίγο πριν τη δύση
πήραν την απόφαση
ν’ αυτοκτονήσουν

το “μακρυπρόθεσμα”
μου είναι τελείως αδιάφορο

9

το “τσουβαλιάζω”
καθρεφτίζεται;

κι αν σπάσει ο καθρέφτης
τι προκύπτει;

το είδωλο
γηράσκει
αεί
διδασκόμενο

δηλαδή
ψευδόμενο;

*Από τη συλλογή “Μισές αλήθειες”, εκδ. Μελάνι, 2012. Περιλαμβάνονται στο συλλογικό “Με ύφος Ινδιάνου”, εκδ. Αντίποδες, Μάρτιος 2023.

Γιώργος Δομιανός, Ποιήματα

η κοινή μας γλώσσα
θα ήθελα να είναι
έννοια κυριολεκτική

*

δεν θέλησα
πολλά πολλά

να υπάρχει
πάντοτε
μια θάλασσα
για ξεκίνημα

να γεωγραφώ
το σώμα σου

και να ‘ρχεται η άνοιξη
στην ώρα της

πλήρης θα ‘μουν

*

νομίζω
εκείνο το καλοκαίρι
δεν άφηνες καν ίχνη
στην άμμο

περπατούσς
στις μύτες των ποδιών σου
σαν να μην ήθελες
να βαρύνεις περισσότερο
τον κόσμο

*

πριν γνωρίσω
το σώμα σου
τα ελληνικά μου
ήταν πάμφτωχα

*

Καμιά φορά
Με κάνεις να ξεχνάω
ότι θα πεθάνω

*

συμβαίνεις
για να αντέχω
το άσπλαχνο βάρος
του πάντοτε

*

το δέρμα σου πρωτοστατεί
στον διασυρμό της λογικής μου

*Από τη συλλογή “εγώ θα σου μάθω πουλάκι μου”, Κάπα Εκδοτική, Νοέμβριος 2022.

Τώνια Τζιρίτα Ζαχαράτου, Δύο ποιήματα

ΠΟΛΥ ΝΩΡΙΣ ΗΤΑΝ ΠΟΛΥ ΑΡΓΑ

Νομίζω
μου έχουν μιλήσει γι’ αυτήν
τη σπρωξιά που μας δίνει κάποτε ο χρόνος
όταν βρισκόμαστε ακόμη στην πιο νεαρή
την πιο ένδοξη ηλικία της ζωής μας.
Τον είδα
να μου αποσπά τα χαρακτηριστικά ένα ένα
να αλλάζει τη μεταξύ τους σχέση
να κάνει
πιο μεγάλα τα μάτια
πιο θλιμμένο το βλέμμα
το στόμα πιο αποφασιστικό
να σημαδεύει το μέτωπο με βαθιές χαρακιές.
Δεν τρόμαξα· τον παρακολούθησα
καθώς εργαζόταν στο πρόσωπό μου
με το ενδιαφέρον που θα μου προκαλουσε
η εξέλιξη μιας ανάγνωσης.

*

ΕΝΑΣ ΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΟΙΗΤΡΙΕΣ

Το ότι με βασανίζουν οι λέξεις σημαίνει
πως κανείς δεν με βασάνισε ποτέ.
Τέτοια είναι η καλή τύχη που με σπρώχνει
προς τις ποιήτριες γιατί δεν ξέρω άλλες
που να αναμετριούνται με τη βία
της γλώσσας δείχνοντας τόση αφοσίωση
λες και μόνο αυτές γνωρίζουν τι σημαίνει
να πνίγεσαι με τις λέξεις σου.

*Από τη συλλογή “Δεύτερη νεότητα”, εκδ. Θράκα, 2022.

τρία έπσιλον, Τρία ποιήματα

[συζήτηση με τον νεκρό παππού που ‘ταν δάσκαλος

κοίτα,

εμένα τα παιδιά μου
μπορεί να μην έκαναν τον γύρο του κόσμου σε ογδόντα μέρες αλλά
τους παίρνει δυο τρία χρόνια να διαβούν το σύνορο
και μια θάλασσα

αν δεν ανθίσουν στον πάτο της

*

[λέσβος]

εκείνη τη χρονιά με τα 21 φεγγάρια, δε μίλησε κανείς

τότε πέρασε μια ολόκληρη γενιά που κανείς δε μιλούσε, και σαν να
μην έφτανε αυτό δεν έπραξε ποτέ κανένας, μέχρι που όλοι
ξέχασαν την έννοια της πράξης

πλην ελαχίστων εξαιρέσεων που βάραγαν τα κεφάλια τους
στον τοίχο
δοκιμάζοντας αντοχή υλικών

*

Π2 [τέσσερις μέρες άταφος]

έλεγες στις γυναίκες γεννιέται η αμφισβήτηση
κι έτσι δικαιολογούσες που δεν έβρισκα μέσα μου θεό

η μάνα σου ριγμένη σε πηγάδι του φώναξε πως δεν υπάρχει
την άκουσε έλεγες ένας γείτονας

αυτή η ιστορία φυσικά δε με έπειθε μα από όταν πέθανε
ο άλλος μου παππούς
όταν παίρνω τη γιαγιά τηλέφωνο

αναρωτέται αν υπάρχει ζωή μετά απ’ αυτό

*Από τη συλλογή “γνωρίζω αυτές που πλέκουν στη μέση της θάλασσας”, εκδ. Θράκα, 2023.

Αλόη Σιδέρη, Τρία ποιήματα

ΣΑΝ ΚΑΣΚΑΝΤΕΡ

Θάλασσα πάλι όπως πάντα
την περπατώ ώς τη γραμμή του ορίζοντα
βήματα στον αφρό ή χαμοπέταγμα σαν γλαροπούλι
εγώ διπλή: και στο παράθυρο και επί των κυμμάτων.

Ξάφνου το ανεπίστρεπτο της αναχώρησης
κατάδυση σε μπλε βαθύ σκοτάδι
πόδι μετέωρο – το απόλυτο κενό
σαν κασκαντέρ που παρακολουθεί
την ίδια του την πτώση στην οθόνη

*

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ

Καιρό είχα να τη δω και να που μου ήλθε πάλι
“το ποίημά σου”, έλεγε, “το ποίημα δεν το είπες”
και αχ! Πώς να το πω που με βαραίνει ο ύπνος
εσύ δεν είσαι εδώ να με χτενίσεις
δεν μού ‘βαλες το φόρεμα
κι έτσι όπως είμαι με το νυχτικό, ντρέπομαι τα παιδιά

*

Ο ΜΑΥΡΟΣ

Τον βλέπω κάθε σούρουπο στον τοίχο
σαν ζωγραφιά όπου παίζει μαύρο μ’ άλλο μαύρο
“Να φύγεις”, του φωνάζω, “να σβηστείς
δεν είσαι συ, είσαι άλλος”.

Φωλιάζω στο κρεβάτι, ανάβω φως
κλείνω τα τζάμια, μουρμουρίζω ξόρκια
λέω ονόματα κι αυτός εκεί, γραμμένος
“περνούν τα χρόνια”, να μου λέει, “γερνάς
κι εγώ ακόμα περιμένω να βρεθεί το φάρμακο”

*Από τη συλλογή “Το πιο τρομαχτικό”, εκδ. Άγρα, 1999.

Πώς να πιάσεις μια πεταλούδα

Πάντα να την πλησιάζεις από τη μεριά
που δεν ρίχνει σκιά·
έχε τον νου σου στο τρομακτικό σου σκοτάδι,
γιατί θα το σκάσουν ακαριαία.
Μόνο το καλοκαίρι
είναι οι πεταλούδες αρκετά
μεθυσμένες απ΄ τον ήλιο ώστε να μπορείς
να τις πλησιάσεις με τα δάχτυλα
σταθερά σα τανάλια.
Να ‘χεις υπομονή, μην κάνεις
απότομες κινήσεις.
Να κινείσαι ομαλά σαν την αλλαγή
των εποχών. Ευθυγράμμισε τα δάχτυλά σου
με τα κλειστά της φτερά
και περίμενε. Μην τρέμεις,
μην ιδρώνεις, μην επιτρέψεις
στους ήχους της καρδιάς σου
ν’ ανέβουν. Κράτα την αναπνοή σου
σιγανή και μετρημένη. Ύστερα,
όταν το ένστικτό σου θα σου πει,
κλείσε τα δάχτυλά σου
με μιαν αργή και σταθερή κίνηση.

*Από τη συλλογή “Ξενοδοχείο για πεταλούδες”, εκδ. Κείμενα, 2023.

**Μετάφραση: Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος.