Γιώργος Κοζίας, Υπάρχει ακόμα λίγη άνοιξη

Portinari, Boys releasing pipes (1940)

Ὑπάρχει ἀκόμα λίγη Ἄνοιξη
Ἐλᾶτε νὰ ἀλλάξουμε
δακτυλίδια γάμου
Νὰ νυμφευτοῦμε τὰ ὄνειρά μας

Τώρα ποὺ στήνονται κρεμάλες
Καὶ τραγουδοῦν οἱ δήμιοι
τὸν γερμανικὸ ποιμενικό τους

Ὑπάρχει ἀκόμα λίγη Ἀγάπη
Νὰ βάλουμε τοὺς νεκροὺς στὸ τραπέζι
Νὰ στρώσουμε στὸν ξένο τὸ κρεβάτι

Fraülein, ὑπάρχει ἀκόμα λίγη Ἄνοιξη

Ἐλᾶτε νὰ ἀλλάξουμε
δακτυλίδια γάμου
Νὰ νυμφευτοῦμε τὰ ὄνειρά μας

Νὰ πιοῦμε τὸ κρασὶ τοῦ Ρήνου
Νὰ ἐλευθερώσουμε τὰ μαῦρα δάση

Ὑπάρχει ἀκόμα καὶ ἡ ἀθώα Παουλίνε
Χορεύει μὲ τὸν ἀναπτήρα της πάνω στὴν νάρκη.

*Από τη συλλογή “Πολεμώντας υπό σκιάν… Ελεγεία και σάτιρες”, Εκδόσεις Περισπωμένη. 2017.

Κατερίνα Φλωρά, Venezia

Περνώντας από τη μιαν άκρη στην άλλη
στο σύντομο μα μακρύ γεφύρι
στιγμές του κάποτε
αναδυόμενες και απωθημένες επιθυμίες
πρόσωπα γνώριμα κι άλλα θολά
φιγούρες αόριστες κινούνται στο χώρο

Αντικρύζω την παλιά μορφή
Ω δεν άλλαξες καθόλου
φιλάρεσκα ξεστομίζει
Δεν άλλαξα διότι τον χρόνο βήμα βήμα ακολουθώ
μην τον χάσω από τα μάτια μου στην άγνωστη διαδρομή
και στο τέλος δε γνωρίσω μήτε τη μορφή εκείνη
στο γεφύρι στον πράσινο υγρό καθρέφτη

Γιώργος Δυνέζης, Αταυτοποίητο λόγω ακρωτηριασμού

Τόσα παπούτσια άλλαξε να βρει
πως πάσχει από όνειρο
είναι το μόνο κρίνο που αν κοπεί
την Άνοιξη βραχυκυκλώνει
και απομένουν στα ερέβη – κάτι μανούβρες
των πιλότων
με μαντιλοδεμένα μάτια
αμέτρητα φορεία με νεκρούς
κι ένας πολίτης αναζητώντας τ’ όνομά του
στις ετικέτες των δαχτύλων τους·

συγγνώμη που στο λέω – αλλά δεν βλέπω πια
κανένα αδιέξοδο
όσο την προσομείωση μιας βαθιάς σου απελπισίας
συμβαίνει αυτό που λέμε “όχι εσύ-
η λίμνη καθρεφτίζεται”
τσαλαβουτάς τα πόδια και η όψη σου αποκτάει
τις πρώτες της ρωγμές
-τις λες και τρικυμίσματα-
κι ο ιατροδικαστής – πώς περιμένεις να ψαρέψει
την αλήθεια
από το πτώμα;

Κι όσο για μας – που μπήγουμε
στα μάτια τους αντίχειρες
και αποθέτουμε στη χλόη ίδιο με στέμμα
το κρανίο μας
τα πράγματα στο μέλλον είναι απλά:
μπουρζουά σιτογιέν – σιτογιέν μπουρζουά
πάπετ πάπετ

Νινγκούνο

*Από τη συλλογή “μικρό και γήινο”, εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Σεπτέμβριος 2022.

Γιώργος Δρίτσας, Πέφτοντας στο κενό – ο χορός των μαύρων άστρων (3)

Α.

Ανατινάζοντας μνημεία

Μακριά εσείς οι άλλοι
……
Όσο για μας τραβάμε
αφήνοντας πίσω
μιαν άχρωμη λήθη.

Γιώργος Β. Μακρής

Τα δόντια έπεσαν
πάνω στα μάρμαρα
των απολιθωμένων
αιώνων.

Οι ρίζες τους άρχισαν
να βγαίνουν μέσα
από τα ούλα,
το στόμα του
έφτυνε μηχανικά αίμα.

Οι βαριοπούλες όμως
των κροτάφων
συνέχιζαν αλώβητες
το έργο τους.

Στο τέλος γκρεμίστηκε
ο περίλαμπρος ναός
του μελλοντικού παρελθόντος.

όλα είχαν τελειώσει

“Θα γεράσω”, είπε
προτού βουτήξει
στο μυαλό του

Στη Σεμιτέλου 4,
γράφτηκε με το αίμα του,
στον ασφαλτωμένο δρόμο:
“Εμείς οι Λίγοι,
Είμαστε οι προάγγελοι
του Χάους”

Β.

Αθέλητη βάπτιση

Όταν οι πεθεμένοι
τραγουδάνε
τα αστέρια πληθαίνουν

Νίκος Β. Λαδάς

Θυμήθηκες που προχωρούσες
προς τις πύλες,
παρατηρώντας τα κρεμασμένα νεανικά
κορμιά που είχαν κάνει σημαία τους
τη μαύρη μπαντιέρα της εξέγερσης.

Ξύλινα μυαλά με πέτρινες καρδιές
διέκοψαν την οργιαστική τελετή.
Σάμπως σαν όλο το προαύλιο
να έγνε βωμός θυσιαστηρίου.

Τώρα – αλλότοπου μύθου αμάλγαμα –
ξορκίζεις τις χαμένες σου
ελπίδες κοιτώντας το πέρας
των εποχών και των χρόνων.

Ο έκτος όροφος της “Παιδείας”
δεν ήταν ικανός να διακόψει
τον εξοβελισμό σου από τη γη
των εξωμοτών και των καύποπτων.

Το άστρο σου όμως έγινε προσφορά
στους Θεούς της ευσπλαχνίας,
αναβαπτισμένο στους κόκκινους
σκοπέλους της μοναξιάς.

*Από τη συλλογή “το ματωμένο όνειρο”, Εκδόσεις Οδός Πανός, 2023.

Γιάννης Στίγκας, Μικρό ψιλούλι φάντασμα

Δεν ξέρεις
πόσα τσιγάρα σε περιμένω.

Ξεροσταλιάζουν όλα μου τα δόκανα.
Σφαχτάρια στα ποδάρια σου άφησα
τα δυό μου τα διαζύγια
-το αίμα αποσιωπάται εδώ-
εκείνο το παλιό τικ-τακ
ανάμεσα σε παραμύθι κι έγκλημα.

Το ότι έχω χέρια ευγενικά
σχεδόν γυναικεία
δεν σημαίνει απολύτως τίποτα –
υπήρξαν χασάπηδες που ακούγανε Βάγκνερ
μαζεύανε (μαζί με τα παιδιά τους) φράουλες
γύρω απ’ τα κρεματόρια

τι όμορφη μέρα, Χανς
τι όμορφη μερα, Γκρέτελ

δεν ξέπλεναν καν τη στάχτη
(προσδίσει -λέει- μια ενδιαφέρουσα στυφάδα)

δεν ξέρεις πόσα τσιγάρα σε περιμένω.

SONDERKOMMANDO

Και τι να ξέρεις, Κατακούτελε
καλύτερα από μένανε,
ο που κουβάλησα κορμιά
άξαφνα ασήκωτα
από μια σφαίρα τόση δα
ή μια υποψία κυάνιο
κάτω απ’ τα νύχια

Θέλω να ξέρεις, Κατακούτελε

δεν υπήρξε αστράγαλος που δεν χάιδεψα
μια στοργή οριακά εκπρόθεσμη,
πρόχειρο ξόδι,
τα τερερέμ στα σπλάγχνα μου
σαν ρέψιμο
φαιδρύνω
τη φαιδρή συντέλεια
αποβλακώνομαι συχνά
μιλάω στις τσουκνίδες
ατα παλιόχορτα

Να τα θερίσεις όλα, Κατακούτελε
Έτσι κι αλλιώς,
οι μύγες θα προδώσουν μυστικά
-όσοι γλιτώσουν από μας-

Οι λιμασμένες μύγες

*Από τη συλλογή “Sonderkommando”, εκδόσεις Άγρα, 2023.

Δημήτρης Χιλλ, από τον “Κιθαιρώνα”

1.

ΝΑ ΚΑΤΙ πολύ απλό
που δεν μπορεί να συμβεί σε μια πόλη

Να βρεις καρφωμένο στο μανίκι σου
Ένα στάχυ

2.
ΕΙΔΑ ΘΑΛΑΣΣΕΣ να μπαινοβγαίνουν μέσα μου
είδα σαράκια να μου τρυπάνε το κορμί απαλά σαν ηφαίστεια
είδα πάνω στις στάχτες χαραγμένη τη λέξη φωτιά

τα καράβια πολλά
πολλά τα ταξίδια
ποιος θα κοιτάξει πίσω να δει την αλμύρα
ποιος θα κοιτάξει πίσω να δει τη φωτιά

Ας νυχτωθούμε
πίσω απ’ την πλάτη μας τα Σόδομα
κάνε ακόμα ένα βήμα πριν γίνεις αλάτι
κάνε ακόμα ένα βήμα πριν τυφλωθώ

3.
ΕΙΜΑΣΤΕ μέσα στη δίνη
τι ωραίος καιρός

5. ΚΙΘΑΙΡΩΝΑΣ

ΞΕΚΙΝΗΣΕΣ να πας
πήγες γύρισες
έφυγες ξανά

κάποιοι έφταιξαν για σένα
κάποιοι σε αδίκησαν
και είναι αλήθεια
πως ήσουν κάποτε χαρούμενος
πως ήσουν κάποτε παιδί
και δεν υπάρχει αμφιβολία
πως σε μπερδεύουν με άλλον
και ίσως καλύτερα να ήσουν τυφλός
μα εσύ αντικρίζεις στο σκοτάδι
και μολονότι δεν είσαι πλούσιος ούτε φτωχός
και όμορφη κυλάει η ζωή σου
κάτι θα σου χρωστάει
και εσένα ο Κιθαιρώνας

*“Κιθαιρώνας”, Εκδόσεις Άγρα, 2017.

Μarwan Makhoul, Προκειμένου να γράψω ποίηση 

Προκειμένου να γράψω ποίηση
Που δεν θα έχει πολιτικό περιεχόμενο
Πρέπει να ακούσω τα πουλιά
Kαι για να ακούσω τα πουλιά
Πρέπει τα πολεμικά αεροπλάνα
Nα κάνουν ησυχία

Τάσος Γκόγκος, Εργοτάξια

Κάθοδος
Δεκατρείς ορόφους
κατέβηκαν ο Δάσκαλος και η Βεατρίκη
εγώ αόρατος και αμίλητος
ανάμεσα στους βασανισμένους.

Ελληνική ταινία
Καμιά φορά φοβάμαι
μη βγει καμιά πιασάρικη ελληνική ταινία
και καταλήξουν οι φίλοι μου
ντυμένοι τσολιάδες ή ζόμπι
να πουλάνε σάντουιτς·
Μην τύχει και περάσουν άλλες δυο χιλιάδες χρόνια
να χτυπάμε παλαμάκια πάνω από το τραπέζι.

Χριστουγεννιάτικα δέντρα
Μετράω
τους δακτύλιους
στα χριστουγεννιάτικα δέντρα
από πλαστικό
άραγε θεωρούνται αγάλματα
ή εκπίπτουν σε κάποιο κλάδο της δενδροκομίας
φυτά μιας μόνο εποχής εορτάζουσας
ρίχνουν τα φύλλα τους
στα κουτιά των μετακομίσεων

Αθήνα
θέλει πολλές κολώνες
για να στηρίξεις τόσο μύθους
Βγαίνει ο ήλιος στην επιφάνεια
σακατεμένος από τα πατζούρια
και τις πράσινες τέντες

Γκαργκόιλ
Ξαπλώνω ανάμεσα
στα ρωμαικά αντίγραφα του Ύπνου
και βρίσκομαι Κυριακή μεσημέρι στην πλατεία
να με ξυπνάνε τα γκαργκόιλ που κατέβηκαν από τις σκεπές
περνάνε ένα τάλιρο στην τσέπη
Μου μιλούν για τα τατουάζ των αόρατων ανθρώπων.

Κομοδίνο
Έρχεσαι και παίρνεις το ένα κομοδίνο
και ποιος φυλάει τώρα σκοπιά
όταν κοιμάμαι

424
Περνάω την ώρα μου
πάνω κάτω στο 424

ενώ φαντάζομαι πως είναι να μένεις σε κάποιο μουσείο

να χω το κρεβάτι μου
δίπλα στους ιμπρεσιονιστές

ποιο είναι το κατάλληλο στυλ
για να ζωγραφίσεις το φως πάνω στα πρόσωπα αυτών των τρελών
και των φαντάρων

ή ακόμη περισσότερο ποιο είναι το στυλ της εποχής;

Με διακόπτει άτσαλα κάποιος με ρόμπα
πρόκειται για κάποιο είδος τέχνης με τσιλιαδόρους.

Ειδήσεις
Κάθε μέρα στις οχτώ
έρχονται και κόβουν ένα κομμάτι από το παράθυρο
και περιμένουν
την επόμενη να βλέπεις τα ίδια

Μανδραγόρες
Τι να κάνω μ’ όλους αυτούς τους μανδραγόρες;
Όταν σκάνε οι κρότου-λάμψης
τρομάζουν και βγαίνουν απ’ τις γλάστρες τους
πλέκουν με τα κλαδιά τους αλυσίδες.

Αραιώνουμε τη ζωή με νερό
κι όμως φταίει πάντα η υγρασία.

Εργοτάξια
Βλέπω από το παράθυρο κρυφά
τα αθόρυβα εργοτάξια
την καθημερινή επισκευή των τεράτων

*”Εργοτάξια”, ανεξάρτητη έκδοση, Κατερίνη, 2023.

**Τα σχέδια της ανάρτησης είναι του Ιωάννη Γκόγκου.

Charles Bukowski, Φύλλα φοινικιάς

Στις 12.00 ακριβώς μεσάνυχτα
1973-1974
Λος Άντζελες
άρχισε να βρέχει στης
φοινικιάς τα φύλλα έξω από το παράθυρό μου
οι καραμούζες και οι στρακαστρούκες
φύγανε
και μπουμπούνισε.
Είχα πλαγιάσει στις 9.00 μ.μ.
έσβησα τα φώτα
σκεπάστηκα –
το κέφι τους ,η ευτυχία τους
οι τσιριξιές τους, τα χάρτινα καπέλα τους,
τ’ αμάξια τους ,οι γυναίκες τους,
τα ερασιτεχνικά τους μεθύσια …
η Παραμονή της Πρωτοχρονιάς πάντοτε
με φοβίζει
η ζωή δεν ξέρει τίποτα από χρόνια .
τώρα σταμάτησαν οι καραμούζες
οι στρακαστρούκες κι ο κεραυνός …
τελείωσαν όλα σε πέντε λεπτά …
ακούω μόνο τη βροχή
στα φύλλα της φοινικιάς,
και σκέφτομαι
πως ποτέ μου δεν θα καταλάβω τους ανθρώπους
αλλά τα καταφέρνω κι έτσι να ζω.

*Μετάφραση :Αλίκη Γιατράκου -Fossi.

Λεωνίδας Καζάσης, ΚoHb

Σαν το παιδί που, κοπιάζοντας, αποκαρώθηκε
και ο στοργικός, σκεπάζοντας, στην κλίνη βάζει,
κάποτε τους δείκτες ( που πάντα θα χρειάζονται ), οι αντίχειρες
θα μυήσουν στην απέραντη ομορφιά της φύσης – της ζωής που δεν γνωρίζει όρια, καταλύοντας σύνορα, πατρίδες, έθνη!
Λυδία, η γοητεία σου χειράφετη εξέρχεται!
Ραχήλ, Χαρίκλεια, Αμαρυλλίς σε δασών αγκάλες καλπάζοντας,
στα φύλλα κυλιέστε του ήδεος!
Στα γάργαρα λούζεστε κάτω από ήλιους, εκνεφίες, συννέφεια!
Να, το ηλιοβασίλεμα!
Να, η αυγή!
Ακατάσχετη ζωής ροή, επανάσταση!

*Ένα κείμενο εμπνευσμένο από ένα άκουσμα, “ΚoHb” >”, ζεστό, έγερση γεμάτο, με ιδιόρρυθμη του ήχου αισθητική και λόγια – στίχους που αποθεώνουν την ζωτικότητα τής φύσεως, πλήν του στίχου, “είμαι ερωτευμένος μαζί σου, Ρωσία” .
Δυστυχώς, το τραγούδι αυτό λειτουργεί ως σύμβολο θαυμασμού, αγάπης των πατρίδων, και, συγκεκριμένα, της Ρωσίας, ενώ, θα μπορούσε, κάλλιστα, με την οικουμενικότητα που διακρίνει την μουσική του, να αποτελεί το άκουσμα αυτό, ενθύμημα ειρήνης, συμφιλίωσης – ένωσης των λαών.