Γιώργος Γκανέλης, Τρία ποιήματα

ΠΟΙΗΜΑ ΕΚΤΟΣ ΥΛΗΣ

Τελευταία κοιμάμαι μ’ ένα σκιάχτρο
και με το αίμα του ραντίζω τα σύννεφα
γι’ αυτό είμαι τόσο τρυφερός μαζί του

Το σκιάχτρο είναι ένας άγγελος στη γη
το τρίτο μάτι μιας ζωηρής πεταλούδας
τη βασανίζω να μου πει τα μελλούμενα
κι όταν ομολογήσει της μαδάω τα φτερά

Αυτό το σκιάχτρο δεν είναι καν θηρίο
θα μπορούσε να τρώει σε χρυσό δίσκο
του αλλάζω κάθε μέρα το νερό στο βάζο
και τελικά πνίγεται μέσα στον φωταγωγό

Είμαι τόσο έτοιμος να αυτολογοκριθώ
όσο διαρκεί αυτό το απαίσιο ποίημα

*

ΓΙΑ ΠΛΑΚΑ ΓΡΑΦΩ

Έστω κι έτσι ακόμη ζω
και μετά η κατεδάφιση
σ’ έναν κόσμο αδέσποτο
γυρνώντας σαν τα σκυλιά

Προφανώς και ηττήθηκα
χωρίς κανένα προσχέδιο
ή έστω μιαν ανεμόσκαλα

Δεν παραδίνομαι εύκολα
νομίζω πως το κατάλαβες
έτσι πεισμωμένος βγαίνω
κατά τις δώδεκα στην πόλη
ξεκολλάω τα ενοικιαστήρια
από την οδό Αναπαύσεως
κι αργεί πολύ να ξημερώσει

Τι διάολο Ποίηση γράφω
κι ούτε ένας αναγνώστης
να μου θυμίσει ότι δε ζω;

*

ΕΥΧΑΡΙΣΤΑ ΝΕΑ

Όλα μπορεί να συμβούν
στις λέξεις που νομίζεις
πως είναι όλες ίδιες
αξίζει λοιπόν να δεις
ποιες σε κοιτούν κατάματα
δεν είναι δα και λίγο
το ποίημα να ομορφύνει
και να γεμίσει από φως

Κι έτσι θα ξαναγράψεις
για το χαρούμενο σύννεφο
με τους καλούς θανάτους
για τη μοναξιά δε λέω
τόσα έχουν ειπωθεί
το μόνο που αμφιβάλλω
είναι για τα αίματα
ποτέ δε θα ασπρίσουν –

*Από τη συλλογή «Ωδίνες της Ποίησης», εκδ. στίξις, 2018.

Πεφτούλης Μαρθόγλου, Ποιήματα

Στίχοι αδύναμοι, ξερές καλαμιές στον κάμπο.
Κι όμως, τίποτα άλλο δεν έμαθα να υπηρετώ,
παρά αυτό το λίκνισμα θρόισμα
αντικριστά στον ήλιο.

Στίχοι βλαστάρια, χλωρά λουλούδια στον κήπο.
Κι όμως, τίποτα άλλο δεν έμαθα να προσκυνώ,
παρά αυτό το άτσαλο βάδισμα
κάτω απ’ τον ήλιο.

Ο λόγος του φόβου μαραίνεται
στην όψη του ώριμου καρπού.

Ο λόγος του τραγουδιού αυτού,
Είναι για το παιδί που δεν πρόλαβε
να σκοντάψει στην γη.

Στον ουρανό, στον ουρανό
γελά και περιπαίζει τους λόγους των ανθρώπων.

Δεν στο ‘χω πει. Θέλω να σε γράψω ποίημα.
Πλάθοντας μια φωλιά από λέξεις
να κουρνιάσεις απόψε που φυσάει.
Κεριά βυθισμένα στην σιωπή του φωτός
κι όμως φιλιά μεθάει το στάχυ ο άνεμος.
Σκορπάει ο σπόρος της αγάπης.
Εφηύραμε την αφορμή, ή είναι πεπρωμένο;
Οι στίχοι ανίδεα ανδρείκελα
Με κοιτούν καθώς τους πλέκω μεταξύ τους.
Η νύχτα ασημένια απλώνει στον ουρανό
γιασεμιά τα άστρα και εσύ κάπως έχεις
γαληνέψει.
Εγώ δεν γράφω για να αποδείξω
ούτε για να διδάξω
Εγώ γράφω ό,τι νιώθω
Και αυτό δεν στο έχω πει.

Το να παίζεις με χαρτιά ανοιχτά,
σημαίνει ότι αρνείσαι να παίξεις.
Αν δεν γυρίζεις το τραπέζι ανάποδα
στο τέλος
τζάμπα το σκηνικό.
Το να μην ζητάς τίποτα
σημαίνει ότι ποθείς τα πάντα.
Ακέραιο πάντα το αποτέλεσμα
απλώς, τα μηδενικά παίζουν κουτσό
αριστερά και δεξιά της υποδιαστολής.
Έχεις και αυτό το κουσούρι
γελάς με τον φόβο.
Μα ακόμα δεν κατάλαβα
το παιχνίδι σιχάθηκες
ή το κέρδος;

*Από τη συλλογή “Ποιήματα”, εκδ. πατκιούτ προντάξιονς, Έδεσσα, Φλεβάρης 2024.

Ν.Γ. Λυκομήτρος, Δύο ποιήματα

ΕΠΟΜΕΝΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ: ΣΕΠΟΛΙΑ | NEXT STATION: SEPOLIA

Αγαπητοί επιβάτες,
σας ενημερώνουμε ότι
ο ανελκυστήρας που οδηγεί
από την αναγνώριση των δραστών
στη δικαίωση των θυμάτων
είναι εκτός λειτουργίας.
Επιβάτες με ανήσυχη συνείδηση
παρακαλούνται όπως αποβιβαστούν
από τον συρμό.
Σας ευχαριστούμε.

Dear passengers,
we inform you that
the lift that leads
from the perpetrators’ identification
to the victims’ vindication
is out of order.
Passengers with an uneasy conscience
are kindly requested
to disembark.
Thank you.

*

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΦΛΟΓΑΣ

Φοράς τη στολή σου.
Είσαι αποφασισμένος.
Προχωράς με βήμα σταθερό και ψύχραιμο.
Τα έχεις οργανώσει όλα τέλεια.
Λούζεσαι με εύφλεκτο υγρό.
«Λευτεριά στην Παλαιστίνη»
η τελευταία σου κραυγή,
καθώς καίγεσαι ζωντανός.
Κι όμως, αυτοί, σε σημαδεύουν με τα όπλα!
«Στο μυαλό είναι ο στόχος».
Μας είχε προειδοποιήσει η μακαρίτισσα η Γώγου.
Το απανθρακωμένο σου κορμί
σπονδή στα παιδιά της Ράφα.
Σμηνίας Aaron Bushnell «πάντα παρών»!

Νόα Τίνσελ (Βάγια Κάλφα), Δύο ποιήματα 

ΑΝΤΙΡΟΜΑΝΤΙΚΟΣ ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Μη με διαβάζετε
Αν χρειάζεστε ατμόσφαιρα
Αν αυτό που λείπει από τη ζωή σας
Είναι η υποβλητική μουσικότητα
Αν περιμένετε να περιγράψω το φεγγάρι
Μετά το βιασμό
Αν αισθάνεστε το χρέος σας βαρύ
Στους ρυθμιστές του γούστου
Μη με διαβάζετε αν ψάχνετε την καύλα
Στην παρήχηση
Αν έχετε χρόνο για υπαρξιακό στοχασμό
Αν νομίζετε βρισιά το μουνί
Κι όχι μέρος του σώματος μου ή λαχτάρα
Αν πάσχετε από ελιτισμό
Αν δικαιούστε μόνο
Μη με διαβάζετε
Αν θέλετε φροντίδα
Κι αν δεν προσφέρατε το αίμα σας ποτέ
Έστω και σε φιάλη
Αν μπαίνετε στο ποίημα
Όπως πάτε στις κηδείες
Για να δείτε αν κλαίνε

*

ΩΔΑΙ

Όταν σχολάσουμε θα με γλείψει
Καθισμένη στο μπροστινό θρανίο
Σφίγγω τα πόδια μου
Προσπαθώ να συγκεντρωθώ στον Κάλβο

*Από τη συλλογή “Μακάρι να το είχα κάνει νωρίτερα”, εκδ. Θράκα.

Ελένη Αθανασίου, Δύο ποιήματα

ΑΤΟΛΗ

Δε νευρίασα
μόνο άφησα το άσπρο καλώδιο
πάνω στα μπλε πλακάκια της κουζίνας
μπλε μαρέν και μπλε πετρόλ
Ίσως τώρα σταματήσεις
να φεύγεις κολυμπώντας.

*

ΘΕΡΙΝΟ ΒΥΡΣΟΔΕΨΕΙΟ

Είμαι άθλιος στη μαγειρική
αλλά όταν έβγαινες
από τη θάλασσα βρεγμένη για αγκαλιές
εγώ το βράδυ στην Αμοργό
έστυβα το μαγιό σου να φτιάξω καραμέλα
και το πρωί χάζευα εκείνη την καρτ-ποστάλ
ρίχνοντας λίγη πάπρικα
στον βράχο που φώναζες
πως είχανε φανεί κάτι καβούρια.

*Από τη συλλογή “Τεφροδόχος σε ένα φεστιβάλ τέκνο”, εκδ. θράκα.

Octavio Paz, Δίνοντας ένα τέλος σε όλα

Αφέντρα, φλόγα αθέατη κρύο σπαθί,
Εσύ, οργή σταθερή,
Για να δώσουμε ένα τέλος σε όλα,
Ώ, κόσμε στεγνωμένε,
Ώ, κόσμε αφαιματωμένε,
Για να δώσουμε ένα τέλος σε όλα,
Καίει,ήσυχα, καίει δίχως φλόγες,
σιωπηλά κι ορμητικά,
Στάχτη και πέτρα ζωντανή,
Έρημος δίχως αύρα.
Καίει μέσα στον απέραντο ουρανό, πέτρες και σύννεφα,
Χαμηλά το φως τυφλά πέφτει
Πάνω στους άγονους λόφους.
Καίει στη μοναξιά που μας διαλύει,
Γη της φλεγόμενης πέτρας,
Των παγωμένων ριζών που διψάνε.
Καίει,κρυμμένο πάθος,
Στάχτη που τρελαίνει,
Καίει αόρατα, καίει
Όπως η θάλασσα αδύναμη γεννά τα σύννεφα,
Κύματα οργισμένα σε αφρισμένες πέτρες.
Ανάμεσα στα κόκκαλά μου που παραληρούν καίει
Καίει μέσα στον άδειο αέρα,
Καμίνι αόρατο και άσπιλο
Καίει όπως καίει ο χρόνος,
Όπως βαδίζει ο χρόνος μέσα στον θάνατο,
Με τα ίδια βήματα του την αναπνοή του
Καίει όπως η μοναξιά που σε καταβροχθίζει,
Καίει μέσα σε εσένα τον ίδιο, θέρμη χωρίς φλόγα,
Μοναξιά χωρίς μετείκασμα, δίψα χωρίς χείλη
Για να δώσουμε ένα τέλος σε όλα,
Ώ, κόσμε στεγνωμένε,
Για να δώσουμε ένα τέλος σε όλα.

*Μετάφραση: Νεοκλής Κυριάκου.

Τρία έπσιλον (Ευσταθία Π.), Δύο ποιήματα

П1 [17.10.22]


σήμερα λίγο πριν φτάσω κοντοστάθηκα κάτω από το μπαλκόνι
συνήθειο από πάντα για να βεβαιωθώ πως όταν έρχομαι
με περιμένεις
εσύ δεν είσαι εκεί πια, μα
βλέπω αυτό το ζευγάρι πόδια να κρέμεται απ’ τον ουρανό
που πιθανώς σου ανήκει
στέκομαι να το φωτογραφίσω κι ακούω από απέναντι παιδιά
ίσως μιλάνε για τον πάοκ
ίσως όμως και ν’ απαγγέλουνε ποίηση
σκέφτομαι την αγγελική ν’ απαγγέλει
εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά
να πετάω
παραφράζω σαχτούρη
εγώ κληρονόμος δική σου με διαλυμένα γόνατα στο κέντρο του
κόσμου
συνεχίζω να έρχομαι
Σπίτι

*

[κύκλια έπη]

στον προθάλαμο όταν την πλησίασαν οι άσπρες ποδιές
είπαν: ο μπαμπάς ίσως μείνει τυφλός
εκείνη δεν αντέδρασε
άλλοι λεν στις συμπληγάδες την είδαν μετρώντας τα φτερά της
ελαφρά να μειδιά
πάνω από την οιχαλία κάποιοι διηγούνται πως την άκουσαν τα
βράδια να μονολογεί κοιτώντας το ηλιόλουστο νερό
πως σαν τον όμηρο, σε όλες τις εκδοχές του μύθου ο μπαμπάς
ήταν πάντα τυφλός

*Από τη συλλογή “γνωρίζω αυτές που πλέκουν στη μέση της θάλασσας”, εκδόσεις θράκα, Ιούνιος 2023.

Richard M. Berlin, Τρία ποιήματα

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΩΝ ΧΡΩΜΑΤΩΝ

Καθώς ο φημισμένος ποιητής
κλείνει την απαγγελία του
με έναν χρωματισμένο στίχο
αυτή φέρνει στην μνήμη της
την αιτία που προκάλεσε τον πόλεμό της
με έναν άλλον φημισμένο ποιητή
για το ποιος είναι
ο πιο σωστά χρωματισμένος στίχος.

Και εγώ ζηλεύω τους φημισμένους ποιητές
που μπορούν να ζουν σε έναν κόσμο
όπου οι πολύχρωμες λέξεις
ισοδυναμούν με τη ζωή και το θάνατο.

Πέρασαν πολλά χρόνια, αφότου επέλεξα
να ακολουθήσω ένα διαφορετικό αστερισμό,
όπου ο χρωματισμός του αμνιακού υγρού
με το ‘‘πράσινο του μηκωνίου’’1
ή ο χρωματισμός του μαστού με το
‘‘σαν το φλοιό του πορτοκαλιού’’ δέρμα2
είναι οι όροι που περιγράφουν
το σακατιλίκι πέρα από κάθε μεταφορά,
και όπου η κομμένη σάρκα
μάς αποκαλύπτεται χρωματισμένη
για να μας βοηθήσει να διαβάσουμε
τα κείμενά της, με την τελεσίδικη επιλογή μας
των πιο επακριβών λέξεων,
όπως κάνουμε στο τέλος
ενός αποτυχημένου ‘‘μπλε κωδικού’’3.

Σημειώσεις

  1. ”Πράσινο του μηκωνίου” (green meconium stain).
    Το μηκώνιο (ετυμολογία από την αρχαία λέξη μήκων) είναι ένα παχύρευστο πρασινωπό σκούρο υγρό που σχηματίζεται πριν από την γέννηση του νεογνού. Στην μήτρα το έμβρυο καταπίνει το αμνιακό υγρό το οποίο μετατρέπεται στα έντερα σε μηκώνιο. Όταν γεννιέται η πρώτη του κένωση είναι το μηκώνιο. Αλλά μερικές φορές το μηκώνιο παρουσιάζεται στο αμνιακό υγρό. Αυτό δηλώνει ο όρος ”χρωματισμός του αμνιακού υγρού με το πράσινο του μηκωνίου”.
    Το νεογνό αν αναπνεύσει το μηκώνιο την ώρα της γέννησης τότε υπάρχει η πιθανότητα πνευμονικής λοίμωξης και το νοσοκομειακό προσωπικό πρέπει να είναι σε επιφυλακή για την αντιμετώπισή της.
  2. ”Σαν το φλοιό του πορτοκαλιού” δέρμα (peu d’ orange) είναι γαλλικός ιατρικός όρος για έναν τύπο καρκίνου του μαστού. Με τον όρο ‘Σαν το φλοιό του πορτοκαλιού’ δέρμα περιγράφεται η ανατομική πορτοκαλί εμφάνιση του δέρματος του μαστού που οφείλεται σε οίδημα των υποδόριων λεμφαγγείων το οποίο είναι η αιτία αυτής της παθογνωμονικής ανατομικής εμφάνισης.
    Το παθολογικό tης υπόβαθρο είναι ο φλεγμονώδης τύπος του καρκίνου του μαστού.
  3. Νοσοκομειακός Κωδικός στα Αμερικανικά νοσοκομεί για την Επείγουσα Καρδιοαναπνευστική Αναζωογόνηση (ΚΑΡΠΑ). Η αναγγελία από τον υπεύθυνο γιατρό του τέλους της ΚΑΡΠΑ δηλώνει το θάνατο του ασθενούς στον οποίο απέτυχε η ανάταξη.

*

ΑΚΟΥΓΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΠΕΘΑΜΕΝΟΥΣ ΑΣΘΕΝΕΙΣ

Αρέσκονται να μιλούν
σαν να ’ναι ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας,
”Γωνίωσε τη βελόνα παρακέντησης
κατά 20 μοίρες και πίεσέ την
ελαφρά προς το κέντρο.”
Αν και δεν τους απαντώ ”Ελήφθη” ή
”Ακολουθώ την οδηγία”
αρκετά δυνατά για το ακούσουν
οι ζωντανοί ασθενείς μου, αυτά είναι τα λόγια
που ψιθυρίζω στους πεθαμένους.
Μερικές φορές με κοροϊδεύουν για τα λάθη
που έκανα – να περάσω μια πνευμονία
για καρδιακή ανεπάρκεια,
μια πάθηση του θυρεοειδούς για κατάθλιψη.
Γκρινιάζουν για τις εργαστηριακές εξετάσεις
που παρέλειψα να τους παραπέμψω,
τις φόρμες των ασθενειών
που ξέχασα να τις υπογράψω,
όλα τα αναπάντητα τηλεφωνήματά τους.
Οι φωνές τους είναι η τελευταία μουρμούρα
που ακούω τη νύχτα όταν πέφτω στο κρεβάτι
και η πρώτη όταν ξυπνάω την αυγή. Σπάνια, ακούγονται
ευγενικές για να με επαινέσουν
για τις ικανότητές μου ή να με επιτρέψουν να βρίσκω
ευχαρίστηση στη δουλειά μου
και αφού σαν ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας
που είναι, ενώ γνωρίζουν
ότι έχω φρακάρει και φέρνω κύκλους
στον ουρανό μες την κυκλοφοριακή συμφόρηση,
υπόσχονται να με καταρρίψουν αντί
να με βοηθήσουν να προσγειωθώ ομαλά.

*

Η ΔΙΑΓΝΩΣΗ

Δεν είναι του τύπου μου να γράφω
στα ποιήματά μου εκφράσεις όπως ”μώλωπας”,
αλλά αυτό το πρωινό
ένας τέτοιος εμφανίστηκε
στο μέσα μέρος του μηρού μου
σαν ένας ανεπιθύμητος επισκέπτης.
Ένας υποχόνδριος
θα έβλεπε αυτά τα σπασμένα αγγεία
σαν ένα προμήνυμα
θανάτου, αλλά εγώ διατηρώντας
την ψυχραιμία μου, αποδέχομαι
ότι ο θάνατός μου θα μπορούσε να με βρει
μια φθινοπωρινή μέρα
σαν τη σημερινή, όταν θα ’μαι
ο μοναδικός γιατρός υπηρεσίας στο σπίτι.
Η κλινική άσκηση μου δίδαξε
την αποστασιοποίηση, τον έλεγχο του άγχους,
και να γνωρίζω ότι θα καταλήξω στη διάγνωση
εάν χαλαρώσω και εστιάσω,
όπως όταν γίνομαι ένα με το Νοέμβρη
καθώς μυρίζω τα φύλλα της βαλανιδιάς,
βλέπω το κατακόκκινο φως του δειλινού
και ακούω τις ριπές του ανέμου να σέρνονται
πάνω στα εύθραυστα πόδια τους.

*Από τη συλλογή “Color war – Freud on my cough” (Ο πόλεμος των χρωμάτων – Ο Φρόυντ στο ντιβάνι μου).
Επιμέλεια – Μετάφραση – Σημειώσεις: Μίλτος Αρβανιτάκης, Θεσσαλονίκη 2024.

Κατερίνα Φλωρά, Εαρινό φως του νότου 

Φώτο: Kaoru Yamada

Μια λέμβος στη μέση του θολού τοπίου
σημαδούρα τις αισθήσεις ξυπνά
ταράζει της εικόνας τη φαινομενική ηρεμία που αδιάφορη θα φάνταζε στην απουσία της

Η κρήνη στην άκρη του καμβά
συγκεντρώνει το βλέμμα στα φουστάνια των κοριτσιών,
σμήνη μελισσών που γύρω απ’το νερό χορεύουν

Η μπλε σπουδή ανάμεσα στο γκρι και στο πράσινο
αποχρώσεις του νότου σε μαγικό και ασύλληπτο φως,νωχελικά μας κυριεύει

Αικατερίνη Τεμπέλη, Τις νύχτες

Τις νύχτες,
δε με κρατάνε ξύπνια
οι ηλεκτρικές καταιγίδες,
πλάσματα της αβύσσου,
το σκοτάδι εντός μου.

Ούτε
ακατάστατοι παλμοί,
μαύροι καφέδες
και λαμπερά οινοπνεύματα.

Δεν είν’ οι αμίλητοι έρωτες,
τ’ αφίλητα κορμιά,
ο λυσσαλέος ίμερος.

Μόνο ένα παιδί
με τρύπιο χαμόγελο,
μια ενοχή που επιμένει.

Μόνο ένα παιδί
μ’ άδειες κόγχες,
ασάλευτο στα ερείπια.

Μόνο ένα παιδί,
βαμμένο μ’ αίματα.
Μόνο.