Fever is beautiful the twinkling campfires of the resistance the scorched earth and the strait pass, is terrible to watch unfold the history of the disease and the wrong banner flying.
But the loveliest thing the violent stars roll as they rush is animal health! the three gaits of locomotion and the fourfold gamut of song and practical syllogism and careless love.
Ο πυρετός είναι όμορφος στο τρεμόπαιγμα φωτιές της αντίστασης η καμένη γη και το στενό πέρασμα, είναι τρομερό να το βλέπεις να ξεδιπλώνεται. η ιστορία της ασθένειας και το λάθος λάβαρο που κυματίζει.
Αλλά το πιο όμορφο πράγμα τα βίαια αστέρια που κυλούν καθώς ορμούν είναι η υγεία των ζώων! τα τρία βήματα της μετακίνησης και η τετραπλή γκάμα του τραγουδιού και η πρακτική συλλογιστική και η ανέμελη αγάπη.
Τέσσερις. Βαριές σα χτυπήματα. «Τα του Καίσαρος – τα του Θεού». Κι ένας σαν κι εμένα. Που θα πάει; Πού φωλιάσει βολικά; Αν ήμουν μικρούλης σαν ωκεανός, – θα στεκόμουν στις μύτες των ποδιών των κυμάτων, και με την παλίρροια θα χάιδευα το φεγγάρι. Πού θα βρω την αγαπημένη μου, που να ‘ναι σαν κι εμένα; Αυτή δεν θα χωρούσε στον μικροσκοπικό ουρανό! Ω, αν ήμουν φτωχός! Σαν εκατομμυριούχος! Τι να τα κάνει η ψυχή τα λεφτά; Είναι ένας αχόρταγος κλέφτης γι’ αυτήν. Της αποχαλινωμένης ορδής των επιθυμιών μου Δε φτάνει όλο το χρυσάφι της Καλιφόρνιας. Αχ και να ΄μουν τραυλός σα το Δάντη και τον Πετράρχη! Να φλέγεται για μία η ψυχή μου! Με στίχους να τη διατάξω να καεί! Κι οι λέξεις κι η αγάπη μου – αψίδα θριάμβου: από την οποία θα περάσουν δίχως ν’ αφήσουν ίχνη με πυκνές γραμμές οι ερωμένες όλων των αιώνων. Ω, και να ΄μουν ήρεμος σα κεραυνός, – θα βουτούσα, τρέμοντας να αγκαλιάσω της γης την γερασμένη σκήτη. Αν μ’ όλη μου τη δύναμη ουρλιάξω με φωνή βροντερή, – οι κομήτες θα δέσουν τα φλεγόμενα χέρια τους, πέφτοντας κάτω από τη νοσταλγία. Αν τα μάτια με της νυχτιάς των τύψεων τις αχτίνες – ω, αν ήμουν εγώ θαμπός, σαν ήλιος! Θέλω τόσο πολύ με τη λάμψη μου να ξεδιψάσω της γης τον ξερακιανό κόλπο! Θα πάω ανέμελος τον έρωτα να ψάξω. Ποια νύχτα παράλογη, άχρηστη ποιοι Γολιάθ με γέννησαν – τόσο μεγάλο και τόσο άχρηστο;
Όπου κι αν ρίξουμε τη ματιά μας, θα αντικρίσουμε εγκλήματίες, τρωκτικά, αχαλίνωτη αλαζονεία, απύθμενη, αλλεργική υποκριτικότητα και ένα οργανωμένο συνδικάτο που το ενώνει ο κοινός του στόχος, η χλιδή και το χρήμα… Παντού βλέπεις την επαίσχυντη υποκριτικοκρατία, Τη θεοκαπηλεία και γενικά το απύθμενο θράσος των εξουσιαστών. Εμείς τι κάνουμε; Ως πότε θα συντηρούμε τους πιράνχας των λαών; Τους υποκριτές, διεφθαρμένους δυνάστες της σκέψης,της ελευθερίας και του πνεύματος; Ως πότε θα ανεχόμαστε τους μπαγάσηδες λαοπλάνους τρομοκράτες; Πότε θα απαλλαγούμε από τις μυστηριοπαγανιστικές θρησκείες; Πότε θα πάψουμε να πιστεύουμε τους τσαρλατάνους θαυματοποιούς; Τους φακίρηδες, τους αρχιτσοπάνηδες, να μας βατεύουν χυδαία καθημερινά; Δεν πρέπει να μας ξεγελάνε άλλο πια…! Φτάνει! Όλοι τους, δεξιοί, αριστεροί, σοσιαλιστές και όλα τ´άλλα τα κοπρόσκυλα, συνεργάζονται, συνδιαλέγονται, συν-τρώνε, συν-πίνουν αρμέγοντας άγρια τον απλό αδύναμο άνθρωπο, τον καλοπροαίρετο και αφελή πελάτη, της πολιτικοθρησκευτικής λυστοσυμμορίας… Όλοι μαζί να θυμηθούμε: Πέτρινα λουλούδια στους τάφους! Πέτρινα χρώματα στο χώμα! Για να θυμόμαστε. Πέτρα το λιβάδι του πόνου! Πέτρα ο ουρανός της αγανάκτησης! Πέτρα στην πέτρα της απελπισίας! Πέτρα τα πρόσωπά μας! Πέτρα η φωνή μας! Για να θυμόμαστε. Τα γερά μπράτσα που σήκωσαν λίγο τον ήλιο! Τα γερά μπράτσα που κράτησαν λίγο τον ουρανό! Τα γερά μπράτσα που ερωτεύτηκαν το δίκιο! Για να θυμόμαστε. Τα καστανά και γαλανά μάτια των κοριτσιών που οραματίστηκαν! Τα ξέπλεκα μαλλιά τους που σφούγγισαν τις πληγές! Τα κερασένια χείλη που φιλί έδωσαν αλλά δεν πήραν ποτέ! Για να θυμόμαστε. Όλες και όλους, που έδωσαν αγάπη και αγάπη δεν πήραν ποτέ! Που ονειροπόλησαν, που μέθυσαν με πικρό κρασί! Που γεύτηκαν μέλι πικρό, που γνώρισαν της χολής τη γεύση! Που αγκάλιασαν το κρύο χιόνι μα δεν κρύωσαν! Για να θυμόμαστε. Ποιος έκλεψε το φως! Πώς βυθιστήκαμε στο σκοτάδι του μεσημεριού! Για την πικρή γεύση της απάτης! Για το πώς και γιατί! Για να θυμόμαστε. Ποιοι είμαστε! Τα πολλά που ξεχάσαμε! Όλα αυτά που δεν πολεμήσαμε… Ναι! Δυστυχώς ναι! Έχουμε καταντήσει – αν όχι όλοι, να αισθανόμαστε κουτσοί και να πουλάμε μπαστούνια! Τυφλοί και να πουλάμε καθρέφτες! Εμάθαμε – μας έμαθαν, ο καθένας μας να παίρνει το δρόμο του και να μην κοιτάζει για τη συγκομιδή του συνόλου, αλλά για την πάρτη μας… Αν όλοι μαζί, δεν παλαίψουμε και δεν γίνουμε συνοδοιπόροι σε όλα αυτά που μας έχουν στερήσει, κλέψει και επιβάλει, τι θα έχουμε να πούμε στις γενιές που έρχονται ;
Από τότε ήσυχη βροχή ποτιζει τα περιστέρια στην πλατεία. Η πόλη αναπαύεται πάνω σε φιλμ μακαριότητας κι εγώ αποφεύγω πια να επισκέπτομαι τα τρένα. Αντίστοιχες μικρές τροποποιήσεις. Παράδειγμα η οδός που έμενες, πρόσφατα πεζοδρομήθηκε -απόφαση αρμόδιας υπηρεσίας- φωτο παρελάσεων πουλήθηκαν πολλές και μόλις χτες ένα φορτηγάκι ανατράπηκε, ευτυχώς χωρίς θύματα. Κατά τα άλλα, όλα καλώς. Υπογράψαμε και μια διαμαρτυρία. Σήμερον Τετάρτη δυο-τρεις γνωστοί μαζευτήκαμε. Κάποιος, αν κατάλαβα καλά έθεσε θέμα κυβερνητικης ανυπαρξίας. Και ο παπάς κάτι ανέφερε, περί των αγίων ο χορός, πάσης σαρκός μετά πενυμάτων, δεδικαίωται-
ότι συ εί και νύν αιτησώμεθα.
*Από τη συλλογή “Χωματουργικά”, εκδ. Μικρή Άρκτος, 2016.
Γυρεύω έναν τόπο έναν ήσυχο τόπο κάτω από ίσκιο πεύκου ή συκιάς ένα σκαμνί νερό γαλήνη να σκεπάζει τη γη κι ένα αεράκι χλωμό να τη σηκώνει εκεί θα σε ζωγραφίσω μέσα στο πλήθος ονομάτων το σύκο θα σκάει από λάβρα γινωμένο και, όπως το μέλι του θα δραπετεύει από τους σπόρους και το χείλος της πληγής θα σέρνω τα πινέλα στο χώμα τον άνεμο και το πηγάδι με τα νερά έπειτα στο χαρτί που θα κάμπτεται από το φορτίο οι γραμμές σαν κίτρινα κεφάλια βρώμης θα γέρνουν σε χωράφι της Κωπαΐδας φίδια θα μπλέκονται στη γάμπα μου ένα θα με τσιμπήσει τότε με όλο το δηλητήριο αντλημένο θα βάλω φωνή στη ζωγραφιά τη δύναμη από το κρώξιμο ενός τσα- λαπετεινού και μιας φραγκόκοτας σκούξιμο από γεράκι το κλάμα της φώκιας και το αερικό του μπούφου στα κλωνιά του πεύκου τα δειλινά των καλοκαιριών που χάθηκαν στον χρόνο πιστεύω πως τότε θα ησυχάσω κι αμέσως σιγουρεύω πως λέω ψέματα κι οι δυο μας γνωρίζουμε την αλήθεια: τώρα πια δεν μας χρειάζεται ο χρόνος κι είμαστε σβησμένοι στα μάτια των παιδιών και των ερώτων θόλοι από πέτρες που νήστεψαν όλο τον έρωτα που τους δινόταν για τον μοναδικό που ποθούσαν να μη συναντήσουν χορτασμένοι ποτέ μην ακούσεις στη φωνή που θα σε καλεί να επιστρέψεις θέλω να σ’ αγαπώ ως το θάνατο
*Από τη συλλογή “Solidago”, έκδοση Καλλιτεχνικό Σωματείο Έβδομο Βήμα, Αθήνα, 2018.
Μετά τη δεύτερη δεκαετία της ζωής μου ανέπτυξα τον δεύτερο ομφάλιο λώρο μου. Σε αντίθεση με τον πρώτο, αυτός δεν κόβεται και έχει γλυκιά γεύση. Έχει τυλιχτεί μια δυο φορές γύρω απ’ τον λαιμό μου κατά λάθος, αλλά έχει γλυκιά γεύση και του το συγχώρεσα όλες.
Το όνειρο που έσπαγε η μύτη μου στα δύο μπροστά απ’ τον καθρέφτη με έκανε να καταλάβω δύο πράγματα. Το ένα, πόσο δύσκολο μου είναι να κοιτάω εμένα. Το άλλο, ότι όσο πιο κοντά είναι κάτι στη μούρη σου, τόσο πιο πολύ πονάει αν σπάσει.
Ρίχνω άδεια για να πιάσω γεμάτα και πέφτω άδεια, μήπως και γεμίσω κάπως στη διαδρομή του γυρισμού.
Φέτος θα σπάσω διαφορετικά από πέρυσι. Θα κάνω παραπάνω φασαρία και θα το μάθει όλη η πόλη. Από τα σάλια που θα ρίξουν πάνω μου, θα διαλέξω τα χειρότερα και θα κολυμπήσω μέσα. Μέχρι να γλιστράω τόσο που να μην ξανακολλήσω πουθενά.
Ρίχνω άδεια για να πιάσω γεμάτα και τα γεμάτα είναι πάντοτε γεμάτα σκατά.
*
ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΗ
Όσο λιγότερο τόσο πιο λίγο και όσο περισσότερο τόσο πιο πολύ. Κάτι να κουνήσει τα γρανάζια σου προς αποφυγή της μάλλον επιθυμητής ακινησίας. Και σαφώς, η λέξη που μόνο η φίλη σου τόλμησε να πει –και με καμάρι μάλιστα– γιατί εσύ όταν την είπες αρρώστησες και δεν γινόσουνα καλά, μέχρι να την πάρεις γράμμα γράμμα όλη πίσω. Το είχες πει και πιο παλιά, το πιγούνι σταμάτησες να το στηρίζεις στο παράθυρο. Όχι γιατί δεν έχεις τι να δεις, αλλά για να μη δεις αυτό που έχεις. Και άλλωστε, όσο λιγότερο τόσο πιο λίγο και όσο περισσότερο τόσο πιο πολύ. Και μπράβο και στη φίλη σου και σ’ εσένα κρίμα.
Κράτα γερά τα όνειρα Γιατί αν τα όνειρα πεθάνουν Η ζωή πουλί με σπασμένα φτερά Να πετάξει δεν μπορεί.
Κράτα γερά τα όνειρα Γιατί αν τα όνειρα χαθούν Η ζωή ένα άγονο χωράφι παγωμένο μες το χιόνι.
DREAMS
Hold fast to dreams For if dreams die Life is a broken-winged bird That cannot fly.
Hold fast to dreams For when dreams go Life is a barren field Frozen with snow.
*
ΧΑΡΛΕΜ
Τι συμβαίνει σε ένα όνειρο που όλο αναβάλλεται;
Ξεραίνεται σαν σταφίδα στον ήλιο; Ή κακοφορμίζει σαν πληγή- και μετά πυορροεί; Βρωμάει σαν σάπιο κρέας; Ή πήζει και ζαχαρώνει- σαν σιροπιαστό γλυκό;
Ίσως απλά κρεμάει σαν βαρύ φορτίο. Ή μήπως εκρήγνυται;
HARLEM
What happens to a dream deferred?
Does it dry up like a raisin in the sun? Or fester like a sore— And then run? Does it stink like rotten meat? Or crust and sugar over— like a syrupy sweet?