Δανάη Σιώζιου, Οικιακά

Δεν πρόσεξε,
ίσως και να μην το κατάλαβε
απλά συνέχισε να κόβει
πέρα απ’ τη φλούδα των αχλαδιών
τα χέρια της.
Το αίμα κύλησε ήσυχα
απ’ τις γραμμές της τύχης
της ζωής, του έρωτα
στο νεροχύτη
και στροβιλίστηκε
ανάμεσα στα άπλυτα πιάτα
και τα αποφάγια
Η γάτα της ανήσυχη
έτρεξε κοντά της
και με συμπόνια ειλικρινή
έγλειψε τα τραύματά της
ενώ εκείνη
για μια σύντομη
μια ακαριαία στιγμή
είδε τον εαυτό της
μέσα απ’ τα γυάλινα μάτια
ξένο
μες σε βρώμικο κλειδί φυλακισμένα
οροφή δίχως ανατολή
στο πάτωμα μικρά σκαθάρια
στο νεροχύτη η σκοτεινή λίμνη
που μέσα της μουλιάζει τα χέρια της
και τώρα αστράφτει στεφανωμένη από
πάχνη λευκή, απολυμαντική
Απ’ τον βυθό της
αναδύονται πανσέληνα, ολόασπρα φεγγάρια
σκέφτηκε,
να τελειώνει σήμερα τουλάχιστον
με τα πιάτα.

*Δημοσιεύτηκε στο “Τεφλόν” Νο 2, Φθινόπωρο-Χειμώνας 2009-2010.

Θεοδώρα Βαγιώτη, [ΔΕΝ ΕΧΩ ΤΙ ΝΑ ΣΟΥ ΓΡΑΨΩ]

Egon Schiele, Woman in stockings (1912)

Δεν έχω τι να σου γράψω· οι
λέξεις ελευθερώθηκαν από μένα, πίσω
από εκείνο το βουνό

που τ’ ανεβαίνουν οι θελήσεις μου
για να βάλουν τη σημαία τους
στην κορυφή του, μα

κάτω από την περπατησιά τους δεν
ανθίζει τίποτε, τα ξερόχορτα σπάνε
και με ξεκουφαίνουν

οι μνήμες μου ανασύρουν μια φωτιά
στα περιβόλια της Μαρτιάς
κι ο Χριστός σταυρώνεται μπροστά μου

καθώς βάζω την ελιά στο στόμα μου
ή όταν σηκώνω το φουστάνι μου
κάτω από τον πιο γέρικο κορμό
για να με πάρεις

δοκιμάζομαι κι αργοπεθαίνω
από τη δύναμη του ελέους
μην πιστεύεις τίποτε, ψιθυρίζεις στο αυτί μου,
μόνο εγώ σ’ αγαπώ

τα χέρια, αυτά τα χέρια δεν τα κατάλαβα ποτέ
τραγουδώ από μέσα μου την αφή
με ριγώ, με ζεσταίνω
κάθε τώρα με ετοιμάζω για σένα

και στο στήθος μου χορεύει ένας σταυρός,
από τότε που με βαφτίσανε
με το όνομα, ύπαρξη,
ας είναι οι λέξεις αγύριστες, δικές μου
σε ξένο τόπο

Rae White, Bad poems / Κακά ποιήματα

1
It’s fucking odd to know you’re also just
another person. Makes sense, I guess.
You too drink cold Milo and spill coffee

on whites. You too write bad poems
and read better ones. You too sing off-key
in the shower and totter off-kilter

after three glasses of wine. You too
walk beside me, glancing up
into sun-glittered tree, squinting

to see the culprit:
a lone lorikeet, screeching.

2
It’s fucking odd to know you’re also
attracted to me. I mean, I like me
but how the fuck did we get to the point
where you like me too? We both drink
cold beers and spill curry across white
tablecloth. We both write bad poems

about each other and read better ones
in bed out loud as day whispers
through hotel’s curtains. We both glance up

to see the culprit:
the sun singing, rising.

*
Κακά ποιήματα

1
Είναι γαμημένα περίεργο να ξέρεις ότι είσαι και εσύ απλά…
ένα άλλο άτομο. Είναι λογικό, υποθέτω.
Κι εσύ πίνεις κρύο Milo και χύνεις καφέ

στα λευκά. Κι εσύ γράφεις κακά ποιήματα
και διαβάζεις καλύτερα. Κι εσύ τραγουδάς παράφωνα
…στο ντους και παραπαίρνεις…

μετά από τρία ποτήρια κρασί. Κι εσύ
περπατάς δίπλα μου, ρίχνοντας ματιές
σε ένα δέντρο που λάμπει από τον ήλιο, αλληθωρίζοντας…

για να δεις τον ένοχο:
έναν μοναχικό λορικέτ, που στριγκλίζει.

2
Είναι γαμημένα περίεργο να ξέρεις ότι είσαι και εσύ…
έλκεσαι και εσύ από μένα. Θέλω να πω, μου αρέσω
αλλά πώς στο διάολο φτάσαμε στο σημείο…
να σου αρέσω κι εγώ; Και οι δύο πίνουμε
κρύες μπύρες και χύνουμε κάρυ σε λευκό
τραπεζομάντιλο. Και οι δύο γράφουμε κακά ποιήματα

ο ένας για τον άλλον και διαβάζουμε καλύτερα
στο κρεβάτι δυνατά καθώς η μέρα ψιθυρίζει
μέσα από τις κουρτίνες του ξενοδοχείου. Και οι δύο κοιτάμε ψηλά

για να δούμε τον ένοχο:
τον ήλιο να τραγουδάει, να ανατέλλει.

*Rae White https://raewhite.net/ Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Alden Nowlan (1933-1983), Δύο ποιήματα

ΜΙΑ ΕΝΑΣΤΡΗ ΝΥΧΤΑ ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΓΟΥΊΝΤΕΡ

Η Τέρι μιλά σε
κάθε ξένο γατάκι που βλέπει στον δρόμο
και του χτυπά το κεφαλάκι
με την άκρη των δακτύλων της,
ελαφρά και στα γρήγορα,
σχεδόν με τον ίδιο τρόπο
που οι γάτες καλωσορίζουν η μία την άλλη, μόνο που
εκείνες χρησιμοποιούν τις μύτες τους
-κάτι που θα ήταν ωραίο
να το παρακολουθείς ακόμα κι αν η Τέρι
ήταν ένα μικρό κορίτσι, αλλά
όταν σας πω
ότι είναι μια γυναίκα που μπορεί ν’ ανάψει
το κορμί ενός άντρα με
αυτά τα ίδια δάχτυλα, τότε λοιπόν,
γίνεται μια πράξη αγιοσύνης
τούτη η μικρή χειρονομία.

*

ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΕΙΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

Είχα επιστρέψει από μια βόλτα
μαζί σου
και με ρώτησαν
αν βρέχει.
Δεν είχα προσέξει
αλλά έπρεπε να δώσω
τη σωστή απάντηση
αλλιώς θα με περνούσαν για τρελό.

*Μετάφραση: Σ.Θ.

Γιώργος Θέμελης, Ερημιά

Έξω από μας πεθαίνουν τα πράγματα
Απ’ όπου περάσης νύχτα, ακούς σαν ένα ψίθυρο
Να βγαίνη από τους δρόμους που δεν πάτησες,
Από τα σπίτια που δεν επισκέφθηκες,
Απ’ τα παράθυρα που δεν άνοιξες,
Απ’ τα ποτάμια που δεν έσκυψες να πιης νερό,
Από τα πλοία που δεν ταξίδεψες.
Έξω από μας πεθαίνουν τα δέντρα που δεν γνωρίσαμε.
Ο άνεμος περνά από δάση αφανισμένα.
Πεθαίνουν τα ζώα από ανωνυμία και τα πουλιά από σιωπή.
Τα σώματα πεθαίνουν σιγά-σιγά από εγκατάλειψη.
Μαζί με τα παλιά μας φορέματα μες στα σεντούκια.
Πεθαίνουν τα χέρια, που δεν αγγίσαμε, από μοναξιά.
Τα όνειρα που δεν είδαμε, από στέρηση φωτός.
Έξω από μας αρχίζει η ερημία του θανάτου.

Σωτήρης Σαράκης, Δύο ποιήματα 

Η ΝΥΧΤΑ

Αυτή η νύχτα είναι δική μου
έλεγε και ξανάλεγε
ψιθυριστά η αργή βροχή πάνω απʼ τις στέγες
αυτή η νύχτα είναι δική μου
με τη βαθιά φωνή του το σκοτάδι επέμενε
αυτή η νύχτα είναι δική μας
ούρλιαζαν οι εφιάλτες
μες στο σκοτάδι κάτω απʼ τη βροχή

ήμουν μικρός, δε μεγαλώνω
μʼ έστειλε η μάνα μου να σας ρωτήσω
τίνος ήταν η νύχτα.

*

Ο ΦΛΥΑΡΟΣ ΚΟΥΡΕΑΣ

Έφταιγε ο φλύαρος κουρέας, έμαθα
τα πάντα, πότε μπήκε στη δουλειά
δύσκολα χρόνια, η συνοικία
πώς άλλαξε από τότε, φτάσαμε
και στην ηλικία, ρώτησε
απάντησα
δέκα
ανήγγειλε θριαμβευτικά
εγώ είμαι του τριάντα εννιά

συνέχισε, έκανε και χιούμορ,
πρέπει επομένως να με σέβεσαι
μια ολόκληρη δεκαετία μεγαλύτερός σου
άκουγα σκόρπιες λέξεις

και πώς να ξέρει ο φλύαρος κουρέας
πού τρέχει ο νους του ήσυχου πελάτη
όταν ακούει το συνομιλητή
να είναι γεννημένος το τριάντα εννιά.

*Από τη συλλογή “Νυχτερινά Δρομολόγια”, εκδόσεις Αιγαίον.

Tamistas Mhnymal, ωραία

ωραία

κλείνουν οι κύκλ
οι εφαπτωμένες τρίβονται
γίνονται καρυδόφλουτσα παραμυθιού
με φορτωμένα πτώματα ζώντα επί
πτωμάτων νεκρών

φεύγουν απο
μακρύνονται τρυπώνουνε
στης δύσης τα γιγάντια ηχεία
βραχυκυκλώνουν ηλεκτρίζ
οντας τα μούτρα
κρέας

φεύγουν καθώς οι λέξεις
μού ξεφεύγουν

ας είναι

οι κύκλοι
είναι λέξεις από τις λέξεις
που εκκρίνουνε μπαγιάτικη συγκολλ
ητίνη συγκολοκυθάκια είναι μο
νάχα έξι γράμματα νάχα μο
νάχα έξι σβηστ
ήρες

έξι απλούς λυγ
μούς ν απλώνονταν σαν
μους στων κυριακών
το μαξιλάρι

θα
έστρωνα στον ουρ
ανό ένα χαλί θα ουρ
ούσα επάνω του
θα ουρ

ούσα
δάκρυα χαράς στα ουρ
άνια θα ήτανε το τέλος οργι
αστικό

δικοί μου
άνθρωποι συγ
γνώμη για
όλα

ένα έτσι, 45-1=

Το αλκοόλ δίνει την καλύτερη εκδοχή του εαυτού σου λίγο πριν τη χειρότερη.
*
Τι είναι η απουσία του Θεού μπροστά στην απουσία των φίλων.
*
Μια ανοιχτή πόρτα είναι πιότερο επιστροφή παρά αποχώρηση.
*
Ο άνθρωπος είναι το σώμα της απάντησης παρά η απάντηση αυτή καθαυτή.
*
Η λήθη δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένα σταυρόλεξο σε μια άγνωστη και ακατανόητη γλώσσα.
*
Η ευτυχία δεν είναι τίποτα παραπάνω από μία ακόμη πληροφορία που δεν αφορά κανέναν.
*
Ολοένα και πιο εύκολα ο κόσμος πείθεται πως σήμερα είναι Δευτέρα.
*
Κάθε στόχος είναι ένα βέλος στο κέντρο του.
*
Κάθε στροφή λοξοκοιτάζει το άπειρο.
*
Πόσο τυχεροί οι εν ζωή ποιητές. Πεθαίνουν όποτε τους καυλώσει.
*
Ένας φίλος είναι ένα ποτήρι παραπάνω όταν ο αγώνας έχει πια κριθεί.
*
Ο έρωτας είναι η επανεφεύρεση κάθε πραγματικότητας.
*
Το αεράκι που σμιλεύει τον κόσμο είναι ο ρυθμός της αναπνοής σου παρά τα όσα λες.
*
Όταν αρχίζεις πάντα από την αρχή έχεις αρχίσει να κατανοείς την αιωνιότητα.
*
Διάφανος δεν ανησυχείς πια για την γύμνια σου.
*
Κανείς δεν έχει που να πάει αφού τα πάντα είναι εδώ.

#Από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2024/05/20/45-1/

Κωστής Τριανταφύλλου, δεν υπάρχει ακόμα τίποτα (απόσπασμα)

…………………………………………
η λαιμητόμος σήμερον αναχωρεί αμέσως
μεταβαίνουσα εις Βόλον
μέσω συννέφων και αλόγων
μετά νεκρικής σιγής
κάθε ώρα ευνουχισμός
κάθε ώρα βιασμός
γαμιούνται οι άγνωστοι σε κατακρεουργημένο ταξίδι
άλλοι βγαίνουν για φαγκρί
άλλοι να καμακώσουν γκόμενες
άλλοι να μαστουρώσουν με το φεγγάρι
χαμένοι στα μπετά
βρέχει βρυχυέται η ελπίδα
ζαρωμένη στην κερκίδα
ήμερα σκυλιά ουρλιάζουν πρόστυχα στα κρυφά
σε στυλ αμερικάνικο τσαμπουκαλεύει ο Μπάμπης
ξενέρωσε
άραξε πάνω μου
δε μας παίρνει
δεν υπάρχει ακόμα τίποτα

τα τρελοκομεία ήρεμα βαριαναστενάζουν
φυλακές που συγκρατούν την επανάσταση
η Ρόζα αγκομαχάει στον υπόνομο
τα σχολεία σκοτώνουν κάθε μέρα
πίσω απ’ τη βιτρίνα
πίσω απ΄ τα παιχνίδια
και τις ομαδικές εκτελέσεις
ομάδες αποσιωπητικά εν χορώ συλλαβίζουν
πολιτικές παρλαπίπες
πίσω απ’ τους αγνοούμενους
πίσω απ’ τους αιχμάλωτους
πίσω απ΄ τη γενική σιωπή
πίσω απ΄ τη βιτρίνα
πίσω
πιο πίσω από κάτω
περιθώριο
όλοι στο περιθώριο

οι καλές μαννάδες θηλάζουν βρέφη προς σφαγήν
προς κατάταξιν
ο Παλαμάς ρεμβάζει στην κατεψυγμένη μελαγχολία της Αθήνας
θέλει να διαλευκάνει το μυστήριο του καυσαερίου

δεν υπάρχει ακόμα τίποτα
ο Χριστός λένε τρέχει με μηχανάκι και μαστουρώνεται
τη βρίσκει τρομοκρατώντας τους Χριστιανούς στις διαβάσεις
ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος στα σφαγεία τρυφερό κοτόπουλο
παραπονιέται γιατί εξαφάνισαν την Ελλάδα
τς γοργόνες
οι πρόεδροι στα θεωρεία προς εκτέλεσιν
ταφεντικά και οι βουλευτές
προς βομβισμόν
προς εκσφενδονισμόν
ταμφιθεατρικό σου κεφάλι ψοφάει για θέαμα
Το θέαμα ψοφάει για σένα
ταμφιθέατρο γεμάτο ψοφίμια
δεν έχει γράμμα για σένα από τον άλλο κόσμο
ο Χέρωνας δε σε γουστάρει καν
ψωνίζει φασαρία απ’ την καρδιά του
για τσαμπουκά
η κεντρική επιτροπή του Άδη μαστουρωμένη
καταδικάζει την πείνα της
η λειτουργία στην εκκλησία ανατριχιάζει κότες
το στομάχι μου διαγωνίζεται στον εμετό
Δούρειοι ίπποι παρελαύνουν μέσα στα λόγια σου
οι αφίσσες των διαφημίσεων για σκίσιμο
οι Τράπεζες τα Prisunik για κλέψιμο
οι βιτρίνες για σπάσιμο
το κορίτσι που περνάει είναι βιτρίνα κανόνι
η βιτρίνα της Αθήνας
η βιτρίνα του κόσμου η αρένα
για καταστροφή

δεν έχω χαβιάρι απόψε να σε μπουκώσω
δαντελωτής αξιοπρεπής αηδία της άρχουσας τάξης
μήτε και σκερτσόζους στίχους
που να τρίξουν τα χλιαρά μπουτάκια σου

δεν υπάρχει ακόμα τίποτα
κι απ’ αυτό κινδυνεύουμε
οικογενειοκρατίες και μεταμέλειες
τρομογραφήματα ξεφτίζουν τσαλακωμένες φάτσες
μικρούληδες Ρωμαίοι κυνηγούν θεότρελλες Ιουλιέττες
μού κοπήκανε ταπίθανα
οι περιπέτειες ξαπλώνουν μια για πάντα
πάνω στις ξαπλωμένες λεωφόρους που δεν πέταξαν
ακόμα πιο ψηλά μακρυά
δεν υπάρχει ακόμα τίποτα
σταυρωμένοι λογιστές ανασταίνονται μ’ ένα βαρύ γλυκή
η Αφροδίτη της Μήλου βρήκε το χέρι της στον σκουδιτενεκέ σου
σκουπίδια
στα σκουπίδια βρήκα το δικό σου περιθώριο
ταρνάκια του Χριστού άρχισαν να λενινίζουν
κι οι Λενινιστές άρχισαν να βελάζουν
να βουλιάζουν
να τη βρίσκουν

Συγχώρεσέ μας Κάρολε για την αναρχία μας!

οι άγιοι ουρλιάζουν σε Βακχικές μαγείες
οι άγριοι βαδίζουν στην απελπισία και την καταστροφή
δεν υπάρχει κανείς τους
δεν υπάρχει ακόμα τίποτα
κι όσα υπήρξαν τα θάψατε
ακόμα δεν υπάρχεις
δεν άρχισες να ζεις
γιατί αν καταλάβαινες
θα τάθελες όλα δικά σου
γιάτο τίποτα
για την ομορφιά
για τη ζωή.
………………………………………………

οι παππάδες κάνουν υπερωρίες
δίπλα σε χαφιέδες κι όμορφες κυρίες
χοντοί κτηνάθρωποι τρίζουν τα δόντια τους
για να ηρεμήσουν οι μασέλες φτύνουνε διαταγές
όλοι οι μπουρζουάδες της γωνιάς πιάσανε σίφυλη
και παρανοήσαν
ακούγοντας πως υπάρχουν χρυσόψαρα
στη κοιλιά ενός βιολοντσέλου που βήχει σπαστικά
γιατί ναι μεν δεν φοράς σουτιέν
ξέχασες το στήθος σου στο νεροχύτη
γιατί όπως πλενόσουνα αποκαλύφτηκε η ταυτότητα του τρόμου
όλα είναι πίσω από ταμεία
πληρώνεις το θάνατο για ένα τελευταίο ποτήρι
για την τελευταία πικρή ρουφηξιά
δεν υπάρχει ακόμα τίποτα
θάνατος
και ποσοστό αυξημένο αυτοκτονιών
έντοκες αμφισβητήσεις από καταθλιπτικούς τζογαδόρους
όλοι στους δρόμους με την τοκισμένη ιδιοκτησία της μιζέριας

ντουβάρια και καθαρά ζευγαράκια
όλοι της μόδας
θάνατος και βιτρίνες
κανένας δεν επικοινωνεί με κανένα
κι όλοι με το τίποτα
παρηγορείστε τα οικογενειακά σας έπιπλα
μ’ ένα καινούργιο στυλ καθίσματος
φωτιά στο μουσείο άχρηστων αντικειμένων
ο πλανήτης γκρεμίζεται μέσα μας
μετέωροι στον καπνό του τσιγάρου
τρελούτσικοι κι ελκυστικοί στα μάτια της εξουσίας
μπαϊλντισμένοι από όλο αυτό το πράμμα
από όλο αυτό
παρατημένες οι μέρες
κι η πλατεία Εξαρχείων στη θέση της

κάτι πρέπει ναλλάξει σε σένα
για να μπορέσει να κουνηθεί ο κόσμος

Συγχώρεσέ μας Κάρολε για την αυτοκτονία μας!

Οι αύρες στέλνουν δακρυγόνα
τα κόμματα κατάθλιψη
τα θέατρα αφήνουν όλους στην ησυχία τους
οι διαδηλώσεις αγαναχτούν τη φαντασία

ο Λένιν είναι τώρα μια μούμια
η κατανάλωση νεκρή παραδίνεται στα χέρια των ληστών
το μουσείο αχρήστων αντικειμένων
δε φεγγοβολεί τη νύχτα τρέμει
τα πορνό μαγνητίζουν τους ψηφοφόρους
οι κάλπες ρουφάνε τους τρομαγμένους
αφήστε τα νοικοκυριά
και περάστε στη ζωή για τα καλά
δεν υπάρχει τίποτα
κι απ’ το τίποτα θα βγουν τα πάντα

δεν υπάρχει ακόμα τίποτα
όλα αρχίζουν χωρίς αρχή
όλα τελειώνουν χωρίς τέλος
διαιωνίζεται η δουλεία
συμψηφίζεται η κατανάλωση και ο ηρωισμός
τοκίζεται η γέννα
η ζωή χρειάζεται χαρτοσήμανση
υπνοβατούν οι οπαδοί
ξέρουν πως τους πουλάνε παραμύθια
ξέρουν πως τους πετάνε γυαλιστερά σκουπίδια
κι όμως τα βάζουν φυλαχτό
υπόλοιπα από μια ζωή που δεν άρχισε
δεν υπάρχει ακόμα τίποτα
ο ένας φοράει τη μάσκα του άλλου
κι όλοι μαζί τη μάσκα της εξουσίας

δεν υπάρχει ακόμα τίποτα
μια που το τίποτα κυοφορείται
αν εσείς δεν επιθυμείστε τα πάντα
αν δε γίνετε τα πάντα
αν η φαντασία δεν περάσει στη ζωή
κι αυτή η ζωή στη χέστρα
……………………………………………

*Από το βιβλίο “δεν υπάρχει ακόμα τίποτα”, Αθήνα, 1974. Το απόσπασμα αυτό δημοσιεύτηκε και στο αναρχικό περιοδικό “Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα”, τεύχος 3, 1977 (;)

Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Οι άγγελοι στα επείγοντα 

Στα επείγοντα
των δημόσιων νοσοκομείων
περνούν την ώρα τους οι Άγγελοι
Στην αρχή χαμογελούν
στους ασθενείς αισιόδοξα
Όμως η ώρα περνάει
Μετρούν με φορεία
την ατέλειωτη αναμονή
Επεμβαίνουν συχνά
μα είναι τόσοι πολλοί
της ζωής οι ζητιάνοι
Στα επείγοντα
των δημόσιων νοσοκομείων
οι Άγγελοι χασμουριούνται
στρώνουν τη τσόχα
στο τραπέζι του χειρουργείου
και παίζουν τις ψυχές στην πόκα.

*Από τη συλλογή “Οδηγίες χρήσης ιπτάμενης ραπτομηχανής”, Εκδόσεις Οδός Πανός, 2020.