Κατερίνα Φλωρά, Για όσους μας κράτησαν 

Σαν σε καράβι η ελπίδα προφταίνει
τις σκέψεις που αφρίζουν
στης πρύμνης το τελείωμα.

Ο,τι μας κράτησε στου κύματος το χάδι,
ας θυμόμαστε όταν ο μαύρος βυθός μας έλκει κοντά του.

Κάποτε μας ξεχώρισαν απ’ το απρόσωπο πλήθος, άδραξαν τη μοναδικότητά μας, ναι, τότε που αισθανθήκαμε για μια στιγμή σπουδαίοι. Αίσθηση ανάδειξης του μικρού μας εαυτού σε ένα συγχωνευμένο μαζί.

Κατερίνα Κατσίρη, Σε κάθε πόρτα του εαυτού


Πίνακας: Φιλιππίνα Λιβιτσάνου

Σε κάθε πόρτα του εαυτού, εφτά συνειδήσεις
στηρίζουν τα βαριά δοκάρια
Μπορεί και μια στιγμιαία αίσθηση αιωνιότητας
ανάμεσα των συνειδήσεων
για τον αέρα της ψυχής
Εκείνος ο αέρας είναι της φωτιάς
Που οσμίζεται η άγονη πέτρα σου και εκρήγνυται
στον πιο ακμαίο λυρισμό

Mosab Abu Toha, Δύο ποιήματα

Πράγματα που ίσως βρείτε κρυμμένα μέσα στο αυτί μου

Για την Alicia M. Quesnel, γιατρό

I
Όταν ανοίξετε το αυτί μου, αγγίξτε το
απαλά.
Kάπου εκεί μέσα βρίσκεται η φωνή της μάνας μου.
Η φωνή της είναι η ηχώ που με βοηθά να ξαναβρώ την ισορροπία μου
όταν ζαλίζομαι κάθε φορά που προσηλώνομαι σε κάτι.
Μπορεί να συναντήσετε τραγούδια στα αραβικά,
ποιήματα στα αγγλικά που απαγγέλλω στον εαυτό μου
ή έναν ύμνο που ψέλνω στα πουλιά που κελαηδάνε στην αυλή μας.
Όταν ράψετε την τομή, μην ξεχάσετε να τα ξαναβάλετε όλα αυτά μέσα στ’ αυτί μου.
Βάλτε τα με τη σειρά, όπως θα βάζατε στο ράφι τα βιβλία σας.

II
Από τo βουητό του ντρόουν,
από τον βρυχηθμό ενός F-16,
απ’ τις στριγκλιές των βομβών που πέφτουνε σε σπίτια,
σε χωράφια και σε σώματα,
των ρουκετών που πετούν μακριά ‒
καθαρίστε τον μικρό ακουστικό μου πόρο απ’ όλα αυτά.
Ψεκάστε την τομή με το άρωμα που αναδίδουν τα χαμόγελά σας.
Κάντε μου ενδοφλέβια ένεση το τραγούδι της ζωής, για να με ξυπνήσετε.
Χτυπήστε απαλά το τύμπανο για να χορέψει ο νους μου μαζί με τον δικό σας νου,
γιατρέ μου, μέρα νύχτα.

*

Ο παππούς μου και η πατρίδα

Ι
ο παππούς μου μετρούσε με τα δάχτυλά του πόσες μέρες έμειναν για την επιστροφή
έπειτα μετρούσε με πετρούλες
δεν έφταναν
έβαλε και σύννεφα πουλιά ανθρώπους
η απουσία αποδείχτηκε υπερβολικά μακροχρόνια
τριάντα έξι χρόνια ώσπου πέθανε
για μας τώρα είναι πάνω από εβδομήντα χρόνια
ο παππούς μου έχασε τη μνήμη του
ξέχασε αριθμούς ανθρώπους
ξέχασε την πατρίδα του.

II
μακάρι να ήμουν μαζί σου παππού
θα είχα μάθει να σου γράφω
ποιήματα τόμους ολόκληρους με ποιήματα και να σου ζωγραφίζω την πατρίδα μας
θα σου ‘ραβα ένα ρούχο από χώμα
στολισμένο με φυτά
και δέντρα που τα φύτεψες εσύ
θα σου ‘φτιαχνα
άρωμα από τα πορτοκάλια
και σαπούνι από τα δάκρυα χαράς του ουρανού
τι πιο αγνό

III
πηγαίνω στο νεκροταφείο κάθε μέρα
ψάχνω τον τάφο σου αλλά μάταια
σίγουρα σ’ έθαψαν
ή μήπως μεταμορφώθηκες σε δέντρο
ή μήπως πέταξες μ’ ένα πουλί στο πουθενά

IV
βάζω τη φωτογραφία σου σε πήλινη γλάστρα
την ποτίζω κάθε δειλινό Δευτέρας και Πέμπτης
μου είπαν ότι νήστευες αυτές τις μέρες
στο ραμαζάνι την ποτίζω κάθε μέρα
για τριάντα μέρες
λιγότερες ίσως ή και περισσότερες.

V
πόσο μεγάλη θέλεις να είναι η πατρίδα μας
μπορώ να γράφω ποιήματα μέχρι να νιώσεις ευχαριστημένος
αν θες μπορώ να προσαρτήσω και κάνα δυο γειτονικούς πλανήτες
VI
γι’ αυτή την πατρίδα δεν θα ζωγραφίσω όρια
ούτε σημεία στίξης

*Μετάφραση: Τζένη Καραβίτη

Νίκος Κωσταγιόλας, Σύντομος οδηγός για τα δέντρα

Κοιτάς έξω τα δέντρα απ’ το παράθυρο
με βούληση πνευστή πώς καμπυλώνουν
ερχόμενη από πολύ μακριά
όπως κι εσένα άνεμος μια μέρα
δριμύς κι αρπακτικός σα θάνατος
με μια του κόσμου θα σε συντονίσει
καταγωγή σπλαχναία κι ανεκρίζωτη
εκεί που ανακυκλώνονται τα χρόνια
κι ό,τι φθαρτό, ταπεινωμένο αναπτερώνεται
και βρίσκει την επίποθη γαλήνη
στις χώρες που από δύση δεν εννοούν

Στιγμές-στιγμές τα δέντρα ευδοκιμούν
σμίγουν κλαδιά, απλώνονται, θρασεύουν
μια φυσική ταλάντευση στο φως
ή μια δίχως φραγμούς ανάρρηση
με προσδοκία που τηρούν μοναδική
το πότε τ’ ουρανού θα διαπεράσουνε
τον θόλο τον ειδάλλως απαράκαμπτο
την άλλη των ονείρων επικοίζοντας
πλευρά με τον αδιάλλειπτό τους μόχθο
ή διηγούνται μνήμες των πουλιών
αυτές που τους τραγούδησαν και τις θυμούνται
μα και των τρωκτικών που κάποτε τα οικήσανε
ή ροκανίσανε βουλημικά
τα δένδρινά τους σπλάχνα εκεί λαξεύοντας
ζωή δικιά τους, μετερίζια·
δίχως νά ’χουνε
ποτέ προαίρεση κακή τα συγχωρούν
τις ιστορίες τους προσεταιρίζονται
κι απ’ το καλούπι αυτό τα ξαναπλάθουν
–τον κάθε φωνακλά κοκκινολαίμη
τον κάθε χασομέρη σκίουρο—
απ’ την αρχή τα ξαναπλάθουν σαν εκλείψουνε
οι πάντα πρόσκαιροι προκάτοχοί τους
τον κύκλο της ζωής και διακονούν
– μιαν αναχώρηση που μοιάζει επιστροφή

Άλλες φορές πάλι τα δέντρα συμμαζεύονται
γλιστρούν μαζί σε συστοιχίες και δεν τα νοιάζει
ποιο είναι ν’ απλώσει κλώνους πιο πολλούς
ποιου θα πυκνώσει πιο πολύ το φύλλωμα
ποιο θα ντυθεί καλύτερα την πάχνη·
κλίνουν ανέφελα τη γη, τον ουρανό
κι ετούτη η πλησμονή αρκεί για όλα.
Τους φανερώνει ο άνεμος από νωρίς
—η άχνα του στα φύλλα τους, το θρόισμα—
του τέλους τους την ακριβή στιγμή
κι έτσι όταν έρθει εκείνη δεν ξαφνιάζονται·
προγραμματίζουν τη ζωή τους βάσει αυτής
με μια ευφυΐα αμήχανη κι αρύθμιστη
κόντρα στην απομάγευση του κόσμου
μια οικονομία φύσης μεριμνώντας
τόσα λουλούδια, τόσο ψήλωμα
ποτέ πλεονεκτώντας.
Χαίρονται
που από τον θάνατό τους είν’ ανίκανα
να δούνε παραπέρα, μόνο ξέρουνε
—μάλλον, καλύτερα, μπορούν να φανταστούν—
το νόημα του όλου που κραταιώνουνε
την τάξη τη σεπτή, τ’ όλο μυστήριο
κι η αποστολή αυτή που τα συνέχει
—αυτός ο μαραθώνιος με τ’ Άπειρο
καρπό-καρπό την χθόνια πρόνοια θρέφοντας—
τα φτάνει από μόνη της στον Θεό

Κοιτάς έξω τα δέντρα απ’ το παράθυρο
με βούληση πνευστή πώς καμπυλώνουν
ερχόμενη απ’ τα πολύ παλιά
το ένα επάνω στ’ άλλο σκύβοντας
και πώς πασχίζουν να την ακυρώσουν
—το μέσα τους ρολόι που ’χει στιφτεί
και πια δεν αφουγκράζεται τη μέρα—
σπέρνουν βαθύτερα την κοπιασμένη ρίζα
και του κορμού το κύκλιο καταπίστευμα
στο χρόνο θησαυρίζουν.
Αντιστέκονται
μ’ έναν ρυθμό ατόφιο, ολοδικό τους
με πείσμα στο σκοτάδιασμα του κόσμου.
Δίχως να ξέρουνε σκοπό ή προορισμό
μ’ υπομονή αταλάντευτη πορεύονται
σαρκάζοντας τα έργα των ανθρώπων
τις τόσο κωμικές τους μικρομέριμνες:
τον έρωτα που εύκολα υπόσχεται
μα κι εύκολα ξεχνάει όταν κρυώσει.

Δεν ξέρεις αν θαυμάζεις ή φθονείς
αυτήν τους την απλότητα μα σαν
ν’ αντιλαμβάνεσαι τη σημασία της
το ύψος της αρίφνητης σοφίας
της πείρας τής από χιλιάδες χρόνια
σα φέρνει ο νους σου αλλότριες εποχές
βαθιά μέσα στο πλήρωμα του χρόνου
μια μέρα που θ’ αναδυθούν ξανά
—όταν εσύ κι εγώ δε θα υπάρχουμε—
ο σχίνος, η σημύδα, η φλαμουριά
μια στάλα απ’ το σμαράγδι τους να στάξουνε
κι ευρύχωρη να υφάνουν εξαρχής
την έκρυθμη ανάσα αυτού του κόσμου.

Ποτέ τους δε νικούν, γιατί υπήρξαμε
σ ’αντίξοες συνθήκεςγιατίυπήρξαμε

*Από τη συλλογή ”Ακούγοντας δάση”, εκδόσεις Βίργκω, 2024.

Αντωνία Μποτονάκη, Τρία ποιήματα

ΠΡΟΣΦΟΡΟ

Η μητέρα είχε ανορεξία νευρική. Από παιδί.
Μεγάλωσε σε πλήρη ένδεια.
Το φαγητό ήτανε σπάνιο αγαθό.
Θαρρώ, το μίσησε από περηφάνια.

Στη μητέρα άρεσαν πολύ τα πανηγύρια στα χωριά.
Γι’ αυτό ο πατέρας την πήγαινε συχνά.
Άφθονοι οι άρτοι, τα πιλάφια, τα καλτσούνια,
τυριά και μαρουβάς.

Όταν γυρνούσαν, κάθιζε στ’ άδειο τραπέζι της κουζίνας
να μας αφηγηθεί• τι ακριβώς είχε γευτεί
ο κάθε ομοτράπεζός της.
Δεν είχε βάλει στο στόμα της μπουκιά.

Ύστερα, έκοβε με το χέρι της ένα κομμάτι χθεσινό ψωμί.

Έτσι έμαθα πώς γράφεται η ποίηση

*

ΕΡΗΜΗΝ

Μα τι θα ήτανε το σύννεφο
το φύλλο
το μεγάλο φορτηγό πλοίο
που περνάει τα μεσάνυχτα το Ντρέικ
τι θα ‘ταν ο Θεός;
Είμαι εγώ που
δίνω σχήμα και χρώμα και φορτίο στα σύννεφα Και είμαι εγώ που
κάνω τα φύλλα βαθυ κόκκινα να πέφτουν
κι η θάλασσα
μετρά, μόνο επειδή εγώ το μέτρο αναγνωρίζω
Κι αλίμονο
αν ερήμην μου έπλεαν τα φορτηγά τις νύχτες
στα τρομερά περάσματα

*

ΕΝΤΡΟΠIΑ

Η φορά του βέλους του χρόνου θα δείχνει πάντοτε την αύξηση, την πύκνωση, την εντροπία, την έκφραση του μέτρου της αταξίας.
Χτες βράδυ, καθώς φύτευα
εξ επαφής μια σφαίρα στο κακό μου το κεφάλι
που αυτό έφταιγε για όλα
εκεί που δείχνει ο δείκτης, στο θυμήσου το
λες και μπορούσα να ξεχάσω.
Όχι πια σιωπή, μα παύση.
Πώς ζει ένα πεσμένο φύλλο; Έτσι.
Κι όλοι ξέρουμε πως δε θα δούμε ποτέ
ένα πεσμένο φύλλο να υψώνεται.

*Από τη συλλογή “Τη γλώσσα της την πέταξαν στη γάτα”, εκδ. Θράκα.

Fermando Pessoa, Ποιήματα του ετερώνυμου Αλμπέρο Καέιρο

ΧIII

Ανάλαφρος, ανάλαφρος, πολύ ανάλαφρος
Ο άνεμος περνάει ανάλαφρος.
Φεύγει μετά, πάντα ανάλαφρος.

Τι σκέφτομαι δεν ξέρω.
Και ούτε να το μάθω επιζητώ.

[…]

XΧΧ

Αν θέλουν να έχω μυστικισμό, εντάξει, τον έχω.
Είμαι μυστικιστής, αλλά μονάχα με το σώμα.
Η ψυχή μου είναι απλή και δεν σκέφτεται.

Ο μυστικισμός μου συνίσταται στο να αρνείται τη γνώση.
Μόνο να ζω θέλω, κι αυτό να μην το σκέφτομαι.

Δεν ξέρω τι είναι φύση: την τραγουδώ.
Ζω στην κορφή ενός λοφίσκου,
Σ’ ένα ασβεστωμένο σπίτι, μοναχικό.
Κι αυτός είναι ο ορισμός μου.

ΧΧΧVI

Υπάρχουν ποιητές που είναι τεχνίτες
Και δουλεύουν τους στίχους
Όπως οι μαραγκοί το ξύλο!

Τι λυπηρό να μην ξέρεις ν’ ανθίζεις!
Να’ χεις να βάζεις στίχο σε στίχο, όπως αυτός
Που χτίζει έναν τοίχο
Και βλέπει αν στέκει καλά
Και τον γκρεμίζει αν δεν είναι έτσι!

Αλλά το μόνο έργο τέχνης είναι η Γη μας
Που αλλάζει, και πάντα η ίδια είναι και πάντα ωραία…

Το σκέφτομαι, όχι όπως ο οποιοσδήποτε σκέφτεται,
Αλλά όπως αυτός που αναπνέει.
Κοιτάζω τα λουλούδια και γελάω…
Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνουν ούτε κι εγώ αν τα καταλαβαίνω…
Γνωρίζω όμως ότι η αλήθεια μαζί τους και μαζί μου είναι
Στην κοινή μας θεότητα
Που μας αφήνει να φύγουμε, να ζήσουμε για τη Γη,
Ευτυχισμένοι στα χέρια τις εποχές να σηκώνουμε
Ν’ αφήνουμε τον άνεμο να μας αποκοιμίζει
Και στα όνειρά μας, όνειρα να μην έχουμε.

Όποιος έχει λουλούδια ανάγκη τον Θεό δεν έχει.

XL

Μια πεταλούδα περνά από μπροστά μου
Και για πρώτη φορά παρατηρώ στη Δημιουργία
Ότι δεν έχουν χρώμα ή κίνηση οι πεταλούδες,
Κανονικά, όπως χρώμα ή άρωμα δεν έχουν τα λουλούδια.
Χρώμα είναι αυτό που χρωματίζει της πεταλούδας τα φτερά
Κίνηση είναι αυτό που υπεισέρχεται στην κίνηση της πεταλούδας
Άρωμα είναι αυτό που αρωματίζει του λουλουδιού τη μυρωδιά.
Η πεταλούδα είναι μονάχα πεταλούδα
Και το λουλούδι, απλά ένα λουλούδι.

*Από το βιβλίο “Fermando Pessoa, Ποιήματα, εισαγωγή-μετάφραση Γιάννης Σουλιώτης, εκδόσεις Printa, 2007. Μετάφραση Γιάννης Σουλιώτης.

Ντίνα Καφίρη, Δύο ποιήματα

Η όψη της υποκρισίας

Ισχυρίζεσαι αλήθειες αβάσιμες.
Γεγονότα αποκυήματα της φαντασίας αναμφίβολα,
Εναγκαλίζεσαι επινοήματα ως αν αληθινά,
Περιφρονείς λεπτομέρειες που αποδεικνύουν,
Λογοκρίνεις προς διαστρέβλωση της ιστορίας.
Μιας κι η αλήθεια σε κάνει προδότη, μάρτυρα, θύμα.

Όπερ σημαίνει, ψεύδεσαι για να υπάρχεις.

Καφέ “Κοραής”, Αθήνα, 29 Σεπτεμβρίου 2007

*

Μια άλλη μέρα

Ένα πουκάμισο μεταξωτό τσαλακωμένο
κείται στο πάτωμα του καθιστικού
δίπλα σε μια στοίβα Athens News.
Είναι κείνη η ώρα μετά τη δουλειά
που η γάτα γουργουρίζει.
Τα νέα στη ΝΕΤ σε λίγο ξεκινούν.
Ξεκουμπώνει μια καλοραμμένη φούστα,
για να ανέβει σύντομα τα σκαλιά,
να ανοίξει την πόρτα του μπάνιου·
μα μέχρι τότε, τη σκιά της
παρακολουθούν πίσω από την κουρτίνα.

Αθήνα, 24 Ιανουρίου 2008

*Από τη συλλογή “Φως εκτυφλωτικό στεφανώνει την Ελπίδα, σε μια πράξη”, εκδόσεις Γκοβόστη, Αθήνα 2024. Μετάφραση: Νέλλη Μπουραντάνη.

Μάρκος Τραϊτοράκης, Τέσσερα ποιήματα

Πρωτοετής

Ήτανε ήσυχο το βράδυ
ακολουθούσαμε καράβια στο λιμάνι
μόνο τα περιγράμματα φαινόντουσαν
κι ακούγονταν οι άνθρωποι στ’ απέναντι στενά
τ’ αμάξια κι οι περαστικοί.

*

Περαστικός

Προχωράει μόνος είναι εγγονός αντάρτη
μεγάλωσε στο εξωτερικό
κρατάει στο χέρι μισή πληροφορία.

Και χτες το ίδιο προχωρούσε. Μόνος.

*

Λαζαρέτο Κέρκυρας

Τουρισμός και φωτογραφία ανά σεκόντ
και μεγάλα κρουαζιερόπλοια δίπλα στους τάφους των συντρόφων
τους προσπερνάν και προσπαθούν
να τους πνίξουν τα κύματα
κι αυτοί είναι βράχοι σ’απέραντη θάλασσα.

Κολυμπώντας θα τους φτάσουμε.
Κι η θάλασσα θα γίνει σταγόνα.
Κι αυτοί οι αλάξευτοι βράχοι
μνημείο σε γεμάτες πλατείες.

*

Καλοκαίρι σε νησιά (yolo)

Ένα αγοράκι σε μια παραλία σήμερα
μπορεί να ήταν και κοριτσάκι
προέλευση Συρία, καλοκαίρι.

Ένα παιδί σε μια παραλία σήμερα
προέλευση Συρία, καλοκαίρι.

Ξεβρασμένο ένα παιδί
σκοτωμένο ένα παιδί
δολοφονημένο ένα παιδί.

Δε το ‘πνιξε το κύμα. Ταυτοποιήθηκε.

*Από τη συλλογή “Τριάντα στιγμιότυπα”, ΑΩ Εκδόσεις.

Ιωάννα Σκλαβενίτη, Δύο ποιήματα

Τάγματα Θανάτου

Ούτε θύελλες
ούτε θόρυβοι
δεν φυτρώνουν πια στην οδό Μέρλιν 6,
μόνο σιωπή.
Ο κόσμος αλλάζει .
Άδεια πορτοφόλια
δαγκώνουν το στήθος των τωρινών αφορισμών
και τα οστά των ψαριών
πεθαίνουν από ασφυξία
στην κεντρική παράσταση της Κυριακής.
Νυχτερινά τρένα
σκορπίζουν μια χούφτα πέταλα στην άβυσσο.
Τα στόματα φιμώνονται.
Στην κόκκινη πλατεία της Μόσχας,
οι τσάροι
πίσω από φανταχτερά σκηνικά
λέγοντας ψέματα στις μητέρες τους
χτυπώντας τα καπέλα τους
σε κόκκινα φανάρια
στις ρωγμές ή την λάσπη
σε εκείνο το καράβι
που σταματά τον χρόνο
πάνω σ’ ένα πνιγμένο παιδί
πίσω από τα αιματοβαμμένα πεζοδρόμια
από νύχτα σε νύχτα
τα χνάρια τους στο χιόνι
στεγνώνουν τον ήλιο.
Ας πενθήσουν οι κόλακες.
Ας βυθιστεί στο βλέμμα μας η Άνοιξη.
Ένας πόλεμος
ο γύρος του θανάτου
χορός που σφαδάζει
τα παιδικά απογεύματα.

*

Κλεψιές στο ημίφως

Σε αυτό τον τόπο
τον σπαρμένο με τάφους
η νύχτα τρίζει.
Σαν σφαίρες θα αναδυθούν πουλιά
μέσα από τους αφρισμένους στίχους
να σημαδεύουν
ότι μας αιχμαλωτίζει
σε τροχιές που απουσιάζουμε.
Ας θυμηθούμε,
ποιος μας μαστίγωσε το στόμα
γκρεμίζοντας του κήπου μας τον φράχτη.
Ας θυμηθούμε,
πως φθάσαμε να αγαπάμε όλοι μας την ίδια σκουριά.

*Από τη συλλογή “Η τελευταία νύχτα της Πομπηίας”, Εκδόσεις Κύμα, 2024.

Χρίστος Λάσκαρης (1931-2008), Έξι ποιήματα

ΑΝΟΙΓΩ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

Ανοίγω το παράθυρο και βλέπω
αντί για σένα
το φωταγωγό

το σιωπηλό
μουγγό φωταγωγό,
π’ αυτοκτονούν τα όνειρα

καθώς
το αμυδρό σου φως
τα παρασύρει σ’ ένα πέταγμα

που τα σκοτώνει.

*Από τη συλλογή «Ο ευτυχισμένος καιρός επέρασε», εκδ. Γαβριηλίδης 1979.

*

ΔΕ ΓΡΑΦΟΝΤΑΙ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ Σ’ ΕΝΑ ΧΑΡΤΙ

Δε γράφονται τα ποιήματα σ’ ένα χαρτί·
ξεθάβονται
με μια αξίνα τα μεσάνυχτα

αφήνοντας
κι από ’να λάκκο.

*Από τη συλλογή «Να εμποδίζεις τις σκιές», εκδ. Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη 1982.

*

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΔΥΟ ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΟΥΣ

Χλομή,
μέσα στην καπαρντίνα της,
ανάμεσα σε δυο χωροφυλάκους.

Το βλέμμα της μακρινό.

Παρ’ όλες
τις κάμερες που διαθέτανε,
δεν μπόρεσαν να το αιχμαλωτίσουν.

*Από τη συλλογή «Να τελειώνουμε», εκδ. Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη 1986.

*

ΚΑΘΟΜΑΙ ΣΤΗ ΒΕΡΑΝΤΑ

Κάθομαι στη βεράντα κι αγναντεύω
σιωπηλός.
Ανόρεχτη που ’ναι η ματιά μου.

Απ’ τις ταράτσες
κεραίες με κοιτάζουνε βουβές·
τέντες πληκτικά κατεβασμένες,
σαν την ψυχή μου.

*Από τη συλλογή «Σύντομο βιογραφικό», εκδ. Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη 1991.

*

ΑΝΟΙΞΗ ΣΤΟ ΠΑΡΚΟ

Άλλη μια άνοιξη που πρέπει να αντέξεις

καθώς στο πάρκο
τριγυρίζεις ολομόναχος

σκοντάφτοντας σε παγκάκια
με ερωτευμένους.

*Από τη συλλογή «Τέλος προγράμματος», εκδ. Μπιλιέτο, Αθήνα 1997.

*

ΣΒΗΣΤΟ ΗΦΑΙΣΤΕΙΟ

Η ζωή,
η ποίηση,
αυτή η καρδιά,
κάποιες κρίσεις μελαγχολίας
που κατά καιρούς σε βασάνισαν,
ο τρόμος του κενού −

όλα,
μα όλα ατόνησαν

σαν τη φωτιά
που δεν έχει τι άλλο να κάψει.

*Από τη συλλογή «Δωμάτιο για έναν», εκδ. Γαβριηλίδης 2001.

Πηγή: «Ποιήματα Χρίστος Λάσκαρης», εκδ. Τύρφη, Θεσσαλονίκη 2022.