Dylan Thomas, Νοστάλγησα να φύγω μακριά

Νοστάλγησα να φύγω μακριά
Απ’ το σφύριγμα του ξοδεμένου ψέματος
Και απ’ της παλιάς φρίκης την ασταμάτητη κραυγή
Που γίνεται όλο και πιο τρομαχτική καθώς η μέρα
Γέρνει πάνω απ’ το λόφο μέσα στη βαθειά θάλασσα
Νοστάλγησα να φύγω μακριά
Από την επανάληψη των αποχαιρετισμών,
Γιατί εκεί είναι φαντάσματα μες τον αγέρα
Και ηχώ στοιχειωμένη στο χαρτί.
Κι ο κεραυνός από επικλήσεις και σημειώσεις.

Νοστάλγησα να φύγω μακριά όμως φοβάμαι·
Κάποια ζωή, αξόδευτη ακόμα, μπορεί να ξεπηδλησει
Απ’ το παλιό ψέμα που καίγεται στο χώμα,
Και τρίζοντας μες τον αγέρα, να μ’ αφήσει μισότυφλο.
Ούτε απ’ της νύχτας τον αρχαίο φόβο
Το χωρισμό του καπέλου απ’ τα μαλλιά,
Χείλια ρυτιδωμένα στο τηλέφωνο
Θα πέσω στου θανάτου το φτερό.
Απ’ όλα αυτά δε θα με νοιάξει να πεθάνω,
Μισός συμβιβασμό μισός ψέμα.

*Μετάφραση: Στέφανος Ροζάνης – Τάσος Πορφύρης.
**Από το βιβλίο “Μεταφράζοντας”, εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Μάρτιοε 2022.

Ηλίας Ν, Μέλιος, Δύο ποιήματα

Artwork: Περσέας Ρίζος

ΜΕΘΩΝΗ

αχ όμορφε Μωρηά,
αφ’ ότου σ’ άφησα δεν σε ξανάδα πια

κύκλος η ζωή
ηρώων μνήμης και μνήμα συνείδησης
σκούζει σαν τζίτζικας
και ως ο μέρμηγκας κλέβει
καθώς φύλλο δεν κουνιέται
και η ανάσα λειψή καλοκαίρι
ζητιανεύει ζωή – τετράγωνη λογική
με μουσικές χτισμένες σε ήχους αυτοκινήτων
και ψιθύρους παιδιών
παίζει
σπάζει τις πλάκες
της πλατείας στη Μεθώνη
μάς κερνά πετιμέζι
καλαματιανό γλυκό ρακί
λουκούμι και νερό
παίζει
και στη χαρά μας βάζει φτερά
στα πόδια καὶ πετά πάνω απὸ τα κάστρα
προς τις θάλασσες του Μωρηά 

*

ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ

της Κ. Τζ.

τα λόγια πνίγηκαν στην ομίχλη

η φωνὴ του ανθρώπου ψάχνει να βρεί
γλώσσα να μιλήσει ἵνα ἐν ώσιν
δεν ακούγεται τίποτα – χαράζει
τα γύρω βουνά τρίκορφα πλημμυρίζουν σιωπή

κινούνται σκιές και χάνονται στα τείχη
στο μοναστήρι των αγίων Αυγουστίνου και Σεραφείμ
διωρίδος ὁ ήχος τῆς καμπάνας – οπτασία
μόλις που βλέπω
αφήνομαι στὸ έλεος το νέο ξημέρωμα 

*Από τη συλλογή “Αλ-αγωνία”, έκδοση “Δυτικές Ινδίες”, Ιανουάριος 2017.

Σπύρος Μεϊμάρης, Τρία ποιήματα

Φωτογραφία: real cantu

ΜΙΑ ΠΟΡΕΙΑ

Μια πορεία.
Ένα σκοτάδι που κινείται.
Ανακατάταξη.

Φως εκεί που δεν υπάρχει.
Γνωστή φωνή.
Είσοδος στη λόχμη.

Το σόλο μου.
Φτώχεια και κουρέλια.
Περιήγηση.

Έξω από το παράθυρο.
Ακίνητος.
Συγκεντρωμένος.

Το ταξίδι μου στις παλιές γειτονιές.
Τα φθαρμένα ξεχασμένα κτίρια
την αγάπη μου όλη είχαν.

Εκεί που δεν το περίμενα εμφανίστηκαν.
Δεν είχα τίποτε άλλο να ζητήσω,
είχαν όλα θαυμαστά εκπληρωθεί.

Ήλθαν όλα απρόσκλητα.
Τα βιολιά και οι τρομπέτες
σήκωσαν ψηλά τον ουρανό.

Εκείνη η φωνή που λάτρεψα,
τρύπησε την ψυχή μου.
Έσταξε μέλι μέσα της.

29 Ιανουαρίου 2012

*

ΟΛΕΣ ΟΙ ΜΟΡΦΕΣ

Και όλες οι μορφές που εμφανίζονται μαζί σ’ αυτό το έργο
είναι οι συνειδησιακές μορφές του δικού σου έργου,
με τους δικούς σου ηθοποιούς.

Και τα σκυλιά που γαβγίζουν τα βράδια και θα γαβγίζουν
για πάντα στο δικό σου έργο-είναι
τα σκυλιά της συνείδησής σου.
Είναι η ατέλειωτη νύχτα επί το έργον.

6 Νοεμβρίου 2012.

*

ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΝΩ

Τα καταφέρνω κάπως νομίζω. Έτσι είναι.
Ξέχασα τα παλιά, ακόμη και πριν από ένα λεπτό.
Θυμάμαι μόνο κάτι στιγμές περιούσιες, στολισμένες.
Ο κόσμος έξω είναι ψεύτικος, αυτό βλέπω.
Με βοηθάνε κάτι περίεργα πράγματα.

Καθισμένος στην παλιά μου καρέκλα ονειρεύομαι.
Κοιτάζω γύρω μου και τι βλέπω;
Όλα τόσο φτωχικά από εσώτερη φλόγα.
Πέρασαν τόσα πολλά που είχαν κάτι πάνω τους.
Υπάρχουν όμως και άσχημες στιγμές.

23 Νοεμβρίου 2015

*Από το βιβλίο “Επίλεκτα ποιήματα και άλλα κείμενα (2012-2022), εκδ. Opportuna, Πάτρα 2023.

Νίκος Σφαμένος, Ο γάτος μου

Ο γάτος μου

δεν ξέρει από
ποιητικές ημερίδες
φιλολογικούς ομίλους
παθιασμένες απαγγελίες
συγκινητικές συνεντεύξεις
μοναδικές ανθολογίες
ούτε καν βέβαια
από βραβεύσεις

κι όποτε αρχίζει να
νυχτώνει
κατεβαίνουμε μαζί
στο λιμάνι
παρέα να κοιτάζουμε
τα πλοία που φεύγουν
-άγνωστο για που-

26/6/2024

Δημήτρης Δούκαρης, Limpopo River

Φίλε μου Λιμπόπο με τα καθαρά νερά,
ο ήλιος πολιορκεί, προχωρεί ακάθεκτος,
θέλει να διασχίσει τα μάτια μου,
ο ήλιος θα στεγνώσει και τα μάτια μου·
Ενώ εγώ σχεδίαζα πάντοτε όνειρα,
στο μάθημα της Γεωγραφίας,
πάνω στα γέρικα μεγάλα ποτάμια –
φίλε μου Λιμπόπο με τα καθαρά νερά,
όταν θα πλησιάσεις στη θάλασσα,
θυμήσου εμένα που σε πίστευα,
έπασχα και θρηνούσα στην κοίτη σου,
θυμήσου εμένα που πίστευα ακόμη
μέσα στην έρημο.

*Από τη συλλογή “Ποιήματα της καλής ελπίδος”, Αθήνα 1963.

Νάνος Βαλαωρίτης-Μάρι Ουίλσον, Το Παλάτι των Ματιών

Δύο ουράνια σώματα σε μικρή απόσταση επιπλέουν όπως μια τεράστια λιβελούλη στο νερό, σε απόσταση ίση, ασταθή και αβέβαιη το ένα από το άλλο. Σχηματίστηκαν «από μια ουσία διάχυτη στο διάστημα, το μέγα Τέλεσμα (2) που όταν παράγει λάμψη ονομάζεται φως. Αυτό το φως είναι κάτοπτρο, κοινό για όλες τις σκέψεις και όλα τα σχήματα, συγκρατεί τις εικόνες της ζωής τις αντανακλάσεις κόσμων παρελθόντων και αντιστοίχως το σκαρίφημα κόσμων επερχομένων».* Είναι η επικράτεια των ματιών, μέσα στην απόλυτη πολλαπλότητά της, εκεί όπου τα πάντα προσλαμβάνονται, όπου τίποτα δε χάνεται, ούτε και καν η υποψία μιας αμφιβολίας. Η πόλωση είναι απόλυτη. Ό,τι γίνεται αντικείμενο παρατήρησης από αυτό το θαυμαστό φαινόμενο, μπορεί να νιώσει μέσα του την εκκίνηση του λεπτεπίλεπτου μηχανισμού που καταγράφει όλα τα βιώματα κατά τη διάρκεια της ζωής, ακόμη και τα πιο φευγαλέα, εδώ, είναι στο Παλάτι των Ματιών. Τα παμφάγα αυτά μάτια, ο αμφιβληστροειδής αυτός του κόσμου, η πρώτη αντανάκλαση του εσωτερικού χώρου, αφομοιώνουν και τα πιο ανομοιογενή πράγματα μέσα στη γαλήνη και την πολυπλοκότητά τους.

(2) Τέλεσμα αποκαλείται στη μυστικιστική φιλοσοφία το φυλαχτό ή οποιοδήποτε άλλο αντικείμενο είναι φορέας μαγικής δύναμης και μπορεί να δράσει από μια ορισμένη απόσταση.
*Ελίφας Λέβι: Το Κλειδί των Μεγάλων Μυστηρίων.

**Από το βιβλίο «Γη του Διαμαντιού», (Μάρι Ουίλσον, Δεκαέξι Λιθογραφίες / Νάνος Βαλαωρίτης, Δεκαέξι Κείμενα), εκδόσεις Μανδραγόρας, Δεκέμβριος 2006.

Μαρία Μπουσδέκη, Αντί εισαγωγής

Πρησµένα µάτια.
Φαγούρες.
Καφετιά σηµάδια στο σώµα.
Δαγκωµένα νύχια και σπασµένα µαλλιά.
Κρίσεις ακατανόητες.
Σηµάδια.
Από πληγές.
Όχι απλές.
Από αυτές που τα αφήνουν
Τα σηµάδια.
Αυτά ή άλλα.
Κάποιος είπε µια φορά
“o χρόνος γιατρεύει τις πληγές”.
Βλακείες.
Ποιές πληγές γιατρεύει ο χρόνος;
Ήξερε τι θα πει πληγή καν;
Δεν καταλαβαίνω αυτή τη βλακεία.
Εµένα το σώµα µου µου έµαθε.
Πως οι πληγές κλείνουν
και αναρρώνουν και περνούν.
Ναι.
Αλλά αφήνουν σημάδια.
Όσο βαθύτερη πληγή
τόσο µεγαλύτερο το σημάδι.
Από µικρό παιδί, έτσι.
Έπειτα, ο χρόνος
τρέχει στη χαρά
και κοκκαλώνει στον πόνο
κολλάει σαν τους λεπτοδείκτες σε ρολόϊ με
τελειωμένες μπαταρίες.
Και αν δεν βρεθεί κάποιος να αλλάξει μπαταρίες
ξέρεις, θα συνεχίσει να δείχνει την ίδια ώρα.
Για πάντα.
Η πόλη που περπατάμε χτίστηκε να µας πνίγει.
Να µας γεµίζει
πληγές και σημάδια.
H μάνα κι ο πατέρας;
Η μάνα κι ο πατέρας
λυπάμαι, μα δεν τα κατάφεραν.
Μας έμαθαν στην καταπίεση και στην τοξικότητα.
Εθιστήκαμε κι εμείς στο τέλος.
Μεγαλώσαμε σε σπίτια κλουβιά.
Και, ξέρεις, δεν φταίει µόνο η µάνα κι ο πατέρας.
Τα σπίτια χτίστηκαν για να είναι κλουβιά.
Και δεν µας χώρεσε ο τόπος.
Δεν μας χώρεσε ο τόπος.
Και βγήκαμε έξω να σπείρουµε τη Ζωή.
Και βρήκαμε κι άλλους. Σαν κι εμάς.
Συνέχισαν να μας πολεμούν και να μας τους παίρνουν
από κοντά μας.
Να αυτό ήταν κάπως δύσκολο,
ήρθαν οι κανίβαλοι και μας κάρφωσαν ένα μαχαίρι στα
σημάδια από τις παλιές πληγές.
Αυτό πόνεσε πολύ.
Αλλά εντάξει, έμαθες πια.
Από κάθε μάχη σου έμειναν δυο πράγματα
Άνθρωποι και καταφύγια.
Είναι κάτι.
Οι πληγές έκλεισαν πάλι αλλά τα σημάδια που έμειναν
είναι πια πιο μεγάλα από πριν.
Αλλά δε μάσησες.
Πάλεψες να ζήσεις.
Αυτό το κατάφερες.
Λες και είναι λίγο.
Ή απλό.
Και τώρα παλεύεις για να ζήσεις µε τα σηµάδια.
Κι αυτο θα το καταφέρεις.
Έτσι πιστεύω.
Σου αρέσουν οι αγκαλιές πολύ.
Θα αγκαλιάσεις και τα σημάδια σου.
Μόνο να, µια αρχή είναι να τα µοιραστείς.
Μέσα από αυτές τις λέξεις
εμείς βρήκαμε τον τρόπο
να σκάψουμε βαθιά
μέσα μας.
Και μέσα στους γύρω μας.
Είναι κάτι.
Και είναι κάτι πολύ, εδώ που τα λέμε.
Σε αυτές εδώ τις λέξεις
βρίσκαμε εμείς πάντα διεξόδους.
Κάποτε από τα ίδια μας τα σπίτια
σήμερα από αυτόν τον κόσμο
που μας γεμίζει σημάδια
και εδώ που τα λέμε
μοιάζει με εκείνα τα σπίτια.
Ή μάλλον το ανάποδο.
Και λέω “εμείς”
γιατί όσο τις μοιράζεσαι, θα το δείς πως είναι κι
άλλοι.

*Από την υπό έκδοση συλλογή “σημάδια”, εκδ. Δυσήνιος Τύπος, Πάτρα.

Πάνος Καπώνης, Δύο ποιήματα

ΠΡΟΣΩΠΑ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ

Η ομίχλη κάλυψε το Αττικό τοπίο
και ξαφνικά σκοτείνιασε σαν Μεγάλη Παρασκευή
σαν έκλειψη ηλίου απροειδοποίητα.

Οι ανεμώνες που φύτρωναν στα πρόσωπα
των αγαλμάτων στους δημόσιους κήπους
πήραν των ομματιών τους κι έφυγαν.

Κανείς δεν ήταν σίγουρος τι ήταν η ομίχλη
που κατέβαινε αργά αργά πάνω στους περιπατητές
σκεπάζοντας το επίγειο φως των ματιών μας.

Μόνο οι καχύποπτοι έλεγαν πως φταίει η κυβέρνηση
κι η Υπηρεσία Πολιτικής Προστασίας που αδρανούσε
να διαλύσει τις διαδηλώσεις με βομβίδες κρότου-λάμψης.

Και για τα παιδιά που κάθονταν παρέες παρέες
στα παγκάκια ήταν ένα σύννεφο όνειρο που θα έφευγε
όταν θα του κλείσουν έλεγαν την πόρτα κατάμουτρα.

Όταν η ομίχλη, το μαύρο νέφος, σκέπασε τα πάντα
επιστρατεύτηκαν οι μπουλντόζες κατ’ εφαρμογή
του εθνικού προγράμματος “πράσινη ανάπτυξη”.

Αττικό Άλσος, Σεπτέμβριος 2008

*

Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΛΙΘΟΣΤΡΩΤΟΥ

Έχω ένα λιθόστρωτο που εκπέμπει
ήχους υπόγειους δυσανάγνωστους
ηλεκτρικούς με τις κιθάρες τα ντραμς
και τους συριγμούς των μικροφώνων
πίσω απ’ το σκοτάδι των τοίχων χωρίς
οι θαμώνες να συνεισφέρουν τον οβολό τους
στο σκληρό ροκ των ημερών μας ως εκτόνωση
των πλανόδιων χρηματιστηρίων

Ο λιθόστρωτος ήχος ανεβοκατέβαινε
με τους κύβους της πέτρας όταν τα τοπία
της αχανούς πόλης διαστέλλονταν εκεί
όπου τα κτήρια συνέκλιναν απ’ τα θεμέλιά τους
ως σκιερές συμπληγάδες στα σώματα
των μουσικών πολιτών των ταραγμένων
γυναικών και των εφημεριδοπωλών
στη συναυλία του ρητού και του
άρρητου της Κλαυθμώνος

Όταν επισκεφθείτε το websίτε μας
με την ένταση που επιβάλλουν οι κακοί
μαθηματικοί, μπορεί μετά τη δύση
του ήλιου να σας κεράσουμε μια δόση
από οχτασύλλαβες νότες και διάφορα
επιγράμματα θεσμών και προφητειών
μαζί με γνήσια τεκίλα των πνευστών
του Μεξικού και μην ανησυχείτε
σφηνάκι θα είναι με έναν αναπτήρα δώρο.

Αθήνα, μέρες Δεκέμβρη 2008

*Από τη συλλογή “Κύβος”, εκδ. Κοινωνία των (δε)κάτων, (2011).

Ε. Λάμπη, Πάλαιψε όπως αναπνέεις, ζήτα την αλήθεια ώς το θάνατο

Ό,τι πιστέψαμε
κίτρινες σκιές
ότι αγαπήσαμε
τέφρα,
η επιθυμία μας τώρα
ένα παιδιάστικο χαμόγελο
στην οπώρα του ήλιου…

*

Οι “σοφές” μας σκέψεις
ένα μαύρο χιούμορ
που καλπάζει
χωρίς αντίκρισμα.
Τα ποιήματα “αμελητέα ποιότης”
που κρύβεται κι απ’ τον εαυτό της.

*

Κακόμοιρε ξεδοντιασμένε Πήγασε
της εποχής χωρίς “ετικέττα”
των καθεστώτων της “μεγάλης ελπίδας” (1)
που διατρέχουν το διάστημα
σχεδόν έναν αιώνα
ζητώντας απελπισμένα “τόνομά τους”

*

Κακόμοιρε ξεδοντιασμένε Πήγασε
Προλετάριε!
που αφού “έχασες” τις αλυσίδες σου
αντί να “κερδίσεις έναν ολόκληρο κόσμο” (2)
έχασες και την “ψυχή” σου.

*

Περιπλανιέσαι στα γεωγραφικά μήκη
“ιδανικός αυτόχειρας”
με το λαχάνιασμα στα τρεμάμενα ματωμένα πόδια
ν’ αποθέσεις απεγνωσμένα κάπου τις σκιές των ονείρων σου
να μην αφήσεις τα χνάρια σου στην ιστορία
σαν το βουνό που κοιλοπονούσε… (3)

*

Η Χιλή! Θρίαμβος: και τι πτώση
πνιγμένη μέσα στο θάνατο.
μήπως η Αγκόλα; ή κανένα κει
λιμανάκι ξεχασμένο;
να, εκεί θα κάνουμε την Επανάσταση!

*

Όχι “ξεπερασμένα σχήματα” Μαρσαί, Μπερλίγκουερ!
θ’ ακουμπάμε το κάτω-κάτω σε μιαν “ελπιδοφόρα”
λαϊκή δημοκρατία…

*

Ξεδίπλωσε άφοβα τη σημαία σου Προλετάριε
τώρα δεν έχει “αίμα”, είναι
ένα κόκκινο φουστάνι μιας κοπέλλας
που θέλει να ζήσει τη ζωή της:
αυτοκίνητα … ζεστές χώρες…

*

Δεν φτάνει πια που η φύτρα της αιώνες
έβγαλε τα κάστανα απ΄ τη φωτιά
τσουρουφλίζοντας αλύπητα τα χέργια της;

*

Κακόμοιρε Πήγασε
Προλετάριε!
Ακούς το υπόκωφο γέλιο της αυταρέσκειας;
Κοιλαράδες μπανκιέρηδες γραφειοκράτες,
ντοτόροι της ψεύτικης γνώσης, τεχνοκράτες
χαίρονται που κουκούλωσαν πάλι τον πλανήτη
με το κόκκινο μαντήλι των Ιάγων 1975.

*

Ζαλισμένε, ματωμένε Πήγασε …
Δεν πάλαιψες, δεν πάλαιψες ώς το θάνατο!
Ετοίμασε τώρα πάλι τα φτερά σου για το καινούργιο πέταγμα
στον ΗΛΙΟ-
θα φτάσεις ή θα πέσεις.

*

Ποιος είπε ότι οι ηττημένοι δεν θριαμβεύουν;
ποιος είπε ότι οι νεκροί δεν κυριαρχούν;
Την αδυσώπητη ανθρώπινη μοίρα
δεν την διαφεντεύουν οι νεκροί;

*

Βούδας, Χριστός, Σωκράτης, Γαλιλαίος
Μαρξ, Λένιν, Τρότσκυ
Αυτοί ζουν αιώνες στη μνήμη μας
είναι η πεμπτουσία των βημάτων μας
οι “θεοί” μας με τα θέσφατα και τ’ αναθέματά τους.

*

Δεν έχουμε εμείς όνομα, ούτε ταυτότητα.
Γι’ αυτό μας λένε ανώνυμα: Λαός…
και μας διαφεντεύουν οι επώνυμοι νεκροί
Μαρξ, Λένιν, Τρότσκυ…

*

Μα εμείς είμαστε ζωντανοί:
έχουμε αίμα που μέσα του
μεθάνε οι αστραπές των ήλιων!

*

Πλημμύρα για σένα
οι επιθυμίες μας, η οργή μας, τ΄ αδικοχαμένα μας
όνειρα…

*

Να διασχίσεις τις καταχνιές του ζόφου
να παλαίψεις τους αγγέλους της ανθρώπινης κόλασης.

*

Έφτασε πια ο καιρός να γίνεις ο εκδικητής!
για το μωρό του φτωχού και καταφρονεμένου
που δεν μπόρεσε να γεννηθή
για το παιδί που χάθηκε στις μάχες των ονείρων
του αγωνιστή που πέθανε πικραμένος στην άδοξη ήττα
του επαναστάτη που είδε στο τέρμα της φλογερής ζωής του
την παραζάλη, την σύγχιση, το κενό…

*

Ένας εφιαλτικός άδειος κύκλος στον πλανήτη
πάνω απ’ τα κεφάλια του ανθρώπου
που τον κατακλύζουν τα όρνεα της ψευτιάς,
της απάτης,
των βασανιστηρίων,
των τρελλοκομείων.

*

Χτύπα το συρματόπλεγμα των Δορυφόρων
πούδωσαν τα δολοφόνα χέργια τους πάνω στον ουρανό (4)
Χτύπα τον κατάσκοπο ουρανό!

*

Να γίνεις εκδικητής για το γαλάζιο του που χάθηκε
για τις τρυφερές θάλασσες που τις “βουρκώσαν”
με τους οχετούς των κερδών τους.

*

Για το πάθος της ζωής που το σκοτώνουν (5)
και για το φλογερό της αίμα.

Χαρισμένο στην Πορτογαλέζικη Επανάσταση (1975)

Ε. Λάμπη

Σημειώσεις:
Ρωσία κ.λπ.
Κομμ. Μανιφέστο
…και γέννησε τον ποντικό
Συνάντηση των δορυφόρων ΕΣΣΔ και ΗΠΑ στο διάστημα, στη συνδιάσκεψη του Ελσίνκυ.
Ούρλικε Μάινχοφ που ο σπαραχτικός της θάνατος μας θυμίζει εκείνον της Ρόζας Λούξεμπουργκ.

*Δημοσιευμένο στο τεύχος 2 του περιοδικού “Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα”, Αθήνα, Σεπτέμβριος 1976, σελ.18-19.

Peter Dent, Δύο ποιήματα

Julius Olsson, Night tide (1915)

NIGHT TIDE

On the black bed of the sea
fragmenting shells
that wait for dawn,

the climb and fall to light.

Our dreams throughout
the starless dark, rocked
in the lip of the tide.

ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΠΑΛΙΡPΟΙΑ

Στον μαύρο βυθό της θάλασσας
κατακερματισμένα κελύφη
που περιμένουν την αυγή,

που σκαρφαλώνουν και πέφτουν στο φως.

Τα όνειρά μας παντού
στο άστερο σκοτάδι, λικνίζονται
στο χείλος της παλίρροιας.

*

STACK

Sharp granite edge
against the morning light.

A gull throws back
its head to vice the cry.

STACK

Αιχμηρή άκρη γρανίτη
ενάντια στο πρωινό φως.

Ένας γλάρος ρίχνει πίσω
το κεφάλι του για να κραυγάσει.

*Από τη συλλογή ”From the flow”, TAXVS 1983. Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.