Vladimir Khlebnikov, Δύο ποιήματα

Οι εκστρατείες μου

Αλόγων καραβάνι γεμάτο ανθρώπους,
Τρέχει προς τα πίσω, βλέποντας τη θάλασσα.
Κι η θάλασσα φοβάται, δεν έχει την τόλμη,
Του ακαταμάχητου παιδικού φλοιού
Στο όνομα της πίστης όμως, που η Σιβηρία είναι γεμάτη,
Μαθαίνει ξανά τον Γιερμάκ –
Η χώρα όπου πάγωσε ο τρυφερός πονηρός,
Και πέφτει το αρχαίο κάστρο Α.
Τη λάμψη του επέκεινα στα όρια της Πίστης
Έριξε ο καθρέφτης πάνω μου.
Ω, της θάλασσας θλιμμένες μετρήσεις
Με τη ληστρική κίνηση του χρωστήρα!

1919-1920 

*

Ασία

Για πάντα σκλάβα, με της πατρίδας όμως τα θέλγητρα
Στο μαύρο σου το στήθος
Και με την κρατική σφραγίδα στ’ αυτιά
Αντί για σκουλαρίκια
Τότε είσαι κορίτσι με ξίφος, που δεν έχει γεννήσει,
Και πότε μαμή – των εξεγέρσεων γριά.
Ξεφυλλίζεις εκείνο το βιβλίο,
Όπου ο γραφικός χαρακτήρας ήταν από το χέρι της θάλασσας.
Μελάνια ήταν οι άνθρωποι που έφερναν τη νύχτα,
Η εκτέλεση των τσάρων ήταν το οργισμένο σημάδι του θαυμαστικού,
Η νίκη των στρατευμάτων ήταν το κόμμα,
Ενώ της μάχης το πεδίο ήταν αποσιωπητικά,
Η τρέλα του παράτολμη δεν ήταν,
Μα η λαϊκή οργή ολοφάνερη
Και των αιώνων οι χαραγματιές – η παρένθεση

1921

*Περιλαμβάνονται στο βιβλίο “Λαντομίρ και άλλα έργα”, Εκδόσεις Φίλντισι, 2015. Μετάφραση: Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης.

Roger Robinson, Δύο ποιήματα

ΜΠΡΙΞΤΟΝ ΕΞΕΓΕΡΣΗ 201

Με καπέλα, κουκούλες και μπάνταρες
ξεχύνονται στο Μπρίξτον από τα στενά
οπλισμένοι με τούβλα, μπουκάλια και παλιοσίδερα
τη μυρωδιά του πετρελαίου στη μύτη τους,
τη σταχτιά γεύση του καπνού στη γλώσσα τους
λεηλατούν καταστήματα τηλεφωνίας, ορμούν
σε καταστήματα με αθλητικά παπούτσια,
φωτισμένοι από τις λάμψεις της φωτιάς.
Καθώς σύννεφα πυκνού μαύρου καπνού βγαίνουν
από μέσα, εκείνοι στέκουν για μια στιγμή
ακίνητοι μετρώντας με το βλέμμα την καταστροφή
τα διαλυμένα σιδερένια ρολά.
τους πριονωτούς σταλακτίτες από γυαλί
ύστερα, ήρεμα, η αγέλη απομακρύνεται
αντλώντας αίμα, αντλώντας αίμα. 

*

ΧΛΩΡΙΔΑ ΤΟΥ ΜΠΡΙΞΤΟΝ

Στη σύριγγα που είναι καρφωμένη
στης φλέβας σου τον μίσχο, ακόμα
υπάρχουν ανθισμένα αιμάτινα πέταλα,
ένα κολιμπρί που ρουφάει
νέκταρ, μια μέλισσα με μυτερό κεντρί.
Τα αιχμηρά θραύσματα πάγου
στα αιμοφόρα σου αγγεία
λιώνουν· η κίνηση
κι οι συζητήσεις ατονούν·
μαραίνεται σιγά σιγά το κεφάλι σου
Τα χείλη σου είναι πέταλα
με ολόλευκη κρούστα καλυμμένα.
το δέρμα σου με στεγνή γύρης
τα μάτια σου, βαμμένα ροζ
στρέφονται προς τον ήλιο
Λένε πως ήσουν
ένα πανέμορφο λουλούδι κάποτε. 

*Από την συλλογή “Ξενοδοχείο για πεταλούδες”, Εκδόσεις Κείμενα, 2023. Μετάφραση: Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος.

Charles Bukowski, Κάνε το ως το τέλος

Φωτογραφία: Ulf Andersen

Αν θέλεις να δοκιμάσεις, κάνε το
ως το τέλος•
αλλιώς μην το αρχίσεις καν.
Αν θέλεις να δοκιμάσεις, κάνε το
ως το τέλος•
αυτό σημαίνει ότι μπορεί να χάσεις γκόμενες,
γυναίκες, συγγενείς, δουλειές και
πιθανόν το μυαλό σου•
κάνε το ως το τέλος•
αυτό σημαίνει ότι μπορεί να μη τρως για τρείς ή τέσσερις μέρες•
σημαίνει ότι μπορεί να ξεπαγιάσεις σ’ ένα
παγκάκι στο πάρκο•
μπορεί να σημαίνει φυλακή,
μπορεί να σημαίνει εμπαιγμό,
χλεύη,
απομόνωση•
Η απομόνωση είναι το δώρο,
όλα τ’ άλλα είναι δοκιμασίες της
αντοχής σου, του
πόσο πολύ στ’ αλήθεια θέλεις να
το κάνεις•
και θα το κάνεις
παρά την απόρριψη και τα χειρότερα προγνωστικά
και θα είναι καλύτερο από
οτιδήποτε άλλο
μπορούσες να φανταστείς.
Αν θέλεις να δοκιμάσεις,
κάνε το ως το τέλος•
Δεν υπάρχει αίσθηση παρόμοια
με αυτή•
Θα βρεθείς μόνος με τους θεούς
και οι νύχτες θα λάμπουν φλεγόμενες•
κάνε το, κάνε το, κάνε το•
κάνε το.
ως το τέλος
ως το τέλος•
θα πας καβάλα τη ζωή ίσια στο
ομορφότερο γέλιο, κι αυτή είναι
η μόνη άξια μάχη
που υπάρχει.

Μετάφραση: Δημήτρης Νικηφόρου

Jackson Mac Low (1922–2004), Αναρχικός και ποιητής

Ο Jackson Mac Low πέθανε στη Νέα Υόρκη στις 8 Δεκεμβρίου 2004. Αυτή η βαθιά απώλεια θα χρειαστεί πολλά χρόνια για να καταγραφεί σωστά, αλλά δεδομένου ότι οι New York Times έχουν συνοψίσει μόνο τη λογοτεχνική του συνεισφορά, είναι σημαντικό να σημειωθούν άλλες διαστάσεις της ζωής του, ιδίως οι πολιτικές του δραστηριότητες.

Μεγαλωμένος στα βόρεια προάστια, ο Mac Low ήταν παραγωγικός φοιτητής ποιητής στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο στα τέλη της δεκαετίας του 1930, σε μια εποχή που το Σικάγο ήταν καζάνι ριζοσπαστικής σκέψης. Φεύγοντας από τη σχολή, έφτασε στη Νέα Υόρκη και από το 1943 συμμετείχε σε αναρχικές και ειρηνιστικές συγκεντρώσεις [όπως αυτές στην αίθουσα συνάντησης των Ισπανών αναρχικών στο Broadway και τα πικνίκ και τους χορούς τα Σαββατοκύριακαστην αποικία Stelton]. Μαζί με τον Paul Goodman και άλλους, ο Mac Low ήταν ένας από εκείνους που έξω από το ομοσπονδιακό σωφρονιστικό ίδρυμα Danbury υποστήριζαν τους φυλακισμένους αντιρρησίες συνείδησης που έκαναν απεργία πείνας για να έχουν μια ολοκληρωμένη καφετέρια.

Κατά τη διάρκεια του πολέμου και μέχρι τη δεκαετία του ’50, όταν σταμάτησε να εκδίδεται, ο Mac Low ήταν ένας από τους συνεργάτες και συντάκτες της αναρχικής εφημερίδας της Νέας Υόρκης “Why?” (που αργότερα μετονομάστηκε σε “Resistance”). Ο Mac Low συνδέθηκε επίσης με τους αναρχικούς του Woodstock, Holley Cantine και Dachine Rainer, και έγραφε μουσικές κριτικές για το περιοδικό τους “Retort”.

Τον Ιούνιο του 1955, ο Mac Low συνελήφθη επειδή διαμαρτυρήθηκε για ασκήσεις πολιτικής άμυνας στο City Hall Park. Περιγράφηκε τότε από την εφημερίδα New York World-Telegram: “Οι διαδηλωτές ήταν μέλη των οργανώσεων The Catholic Workers, The War Resisters League και Fellowship of Reconciliation, καθώς και ένας άνδρας, ο Jackson Mac Low, 32 ετών, ο οποίος δήλωσε ότι δεν ήταν μέλος καμίας από αυτές τις ομάδες”. Εκτός από την Dorothy Day, τον Ammon Hennacy, τον Bayard Rustin και άλλους, συνελήφθησαν επίσης ο Julian Beck και η Judith Malina, μια εμπειρία που περιγράφει η ίδια στα δημοσιευμένα ημερολόγιά της εκείνης της εποχής που είχαν ήδη δημοσιευτεί.

Σε μια επεξηγηματική επιστολή προς τον Bayard Rustin, ο Mac Low περιγράφει τη διαφορά του από εκείνους που διαμαρτύρονταν για την κινδυνολογία των ασκήσεων πολιτικής άμυνας: “Πιστεύω ότι … ο κίνδυνος των ρωσικών επιδρομών με βόμβες Η στο άμεσο μέλλον είναι πολύ απομακρυσμένος, ενώ πιστεύω ότι … η πειραματική έκρηξη των βομβών Α, αλλά πολύ περισσότερο, των βομβών Η (θερμοπυρηνικών), αποτελεί κάτι περισσότερο από έναν “άμεσο κίνδυνο”, αλλά μάλλον είναι, περισσότερο από πιθανό, ένας πραγματικός σημερινός παραγωγός μεγάλης ζημιάς στην ανθρωπότητα και σε όλα τα έργα της”.

Σε μια δήλωση του 1940 με τίτλο “Επιστράτευση”, ο Mac Low καταβάλλει μεγάλη προσπάθεια να περιγράψει ότι ο πόλεμος δεν είναι ανήθικος μόνο για την καταστροφή της ζωής και του πολιτισμού, αλλά και για κάτι άλλο: “Τι γίνεται με εκείνους που μένουν “ζωντανοί” και “ολόκληροι”; Τι γίνεται με αυτό που συμβαίνει μέσα τους; Τι γίνεται με τα εκατομμύρια των απλών ανθρώπων των οποίων τα ιδανικά καταρρέουν, των οποίων η καλή θέληση θολώνει μαθαίνοντας να καταστρέφουν και να μισούν, βλέποντας τους συνανθρώπους τους να καταστρέφονται και την ιδιοκτησία τους, βλέποντας να τους μισούν;” Στη δεκαετία του ’60 και μετά, ο Mac Low συμμετείχε σε δεκάδες δράσεις, από μαραθώνιες ποιητικές αναγνώσεις μέχρι την αιώρηση του Πενταγώνου και όλα τα ενδιάμεσα. Στο συγγραφικό του έργο το ζήτημα της ελευθερίας αποτέλεσε ιδιαίτερο μέλημα. Όπως οι σύγχρονοί του Robert Duncan, Robert Creeley και άλλοι αυτοπροσδιοριζόμενοι ως αναρχικοί ποιητές, ο Mac Low είζε αλληλογραφία με τον φυλακισμένο ποιητή Ezra Pound. Η επανακωδικοποίηση από τον Mac Low των παουντιανών (Poundian) κειμένων (και πολιτικών) οικονομιών, η εφαρμογή τους σε ευρύτερες μορφές μουσικής σημειογραφίας και οι διευρυμένες έννοιες της προσωδίας, συνιστούν ένα “θόλωμα” της διαχωριστικής γραμμής μεταξύ ποίησης και μουσικής, όπως το έθεσαν οι New York Times στη νεκρολογία τους για τον Mac Low. Αυτή η χωρική και προσωρινή προσωδιακή έκρηξη του επέτρεψε να επανεξετάσει την “ύλη” με την οποία λειτουργούν, γίνονται και πώς γίνονται τα ποιήματα. Ριζοσπαστικοποιώντας, μέσω του αναρχισμού και της βουδιστικής μεταφυσικής, την έννοια του εγώ του ίδιου του ποιητή σε σχέση με τη σύνθεση ενός ποιήματος, το 1955 ο Mac Low δανείστηκε από τον συνθέτη Earle Browne τη χρήση του πίνακα τυχαίων ψηφίων της Rand Corp ως μία από τις πολλές λεγόμενες “τυχαίες” διαδικασίες. Μαζί με τον David Thoreau Wieck, μέλος των συντακτικών ομάδων των “Why?” και “Resistance”, ο Mac Low εισήγαγε τον John Cage στον αναρχισμό, αν και πολλοί έχουν συχνά μπερδέψει αυτή τη σχέση αντιστρέφοντάς την.

Το 1962, το έργο του “The Marrying Maiden” παρουσιάστηκε από το Living Theater. Έκτοτε, άσκησε μεγάλη επιρροή σε διαδοχικές γενιές ποιητών, καλλιτεχνών περφόρμανς και μουσικών. Αν και είχε προσκληθεί να διαβάσει σε όλες τις ΗΠΑ, τον Καναδά και την Ευρώπη, ο Mac Low ήταν μια σταθερή παρουσία στις ποιητικές αναγνώσεις στο κέντρο της πόλης, όπου το πνεύμα και η ενέργειά του θα μας λείψουν πολύ.

Δεν ήταν όλα τα ποιήματά του τυχαία, όπως τα Light Poems της δεκαετίας του 1960. Ακολουθούν δύο από τη συλλογή “22 Light Poems” του 1968.

1ο ποίημα φωτός

Για την Ίριδα – 10 Ιουνίου 1962

Το φως μιας φοιτητικής λάμπας
ζαφειρένιο φως
λάμπει
το φως μιας λάμπας καπνoύ
Φως από τα νέφη του Μαγγελάνου
το φως μιας λάμπας Nernst
το φως μιας λάμπας νάφθας
φως από μετεωρίτες
Φως που εξαφανίζεται
αιθέρας
το φως ενός ηλεκτρικού λαμπτήρα
επιπλέον φως
Φως κιτρίνης
κινησιογραφικό φως
το φως μιας λάμπας Kitson
ευγενικό φως
Φως πάγου
ακτινοβολία
ανάφλεξη
φως βωμού
Το φως ενός προβολέα
μια ηλιαχτίδα
ανατολή του ήλιου
ηλιακό φως
φως μουστάρδας
καστανόχρωμο φως
το φως μιας φωτοβολίδας μαγνησίου
φως από μετεωρίτη
Φως που εξαφανίζεται
αιθέρας
φως από ηλεκτρική λάμπα
ένα επιπλέον φως
Συνηθισμένο φως
φωτισμός οργόνης
φως από λάμπα που καίει ελαιόλαδο
φως από οπάλιο
Ακτινισμός
φως ατομικής βόμβας
το φως μιας λάμπας αλκοόλης
το φως μιας λάμπας που καίει λάδι ανάντας

*

13ο ποίημα φωτός

Για την Judith Malina – 9 Αυγούστου 1962

Είναι δυνατόν να έχεις για φίλους σου τέρατα & βρικόλακες;
ρώτησε το μωρό
gargoyle
Ναι παιδί μου, σιωπή το φως της αυγής έρχεται. Οι κόκορες λαλούν στα αυτοσχέδια
κλουβιά τους στο παράθυρο του τελευταίου ορόφου της πολυκατοικίας απέναντι και κάτω
στο δρόμο, της πολυκατοικίας που κάποτε ήταν μια κομψή εβραϊκή πολυκατοικία σε αυτόν
τον πυκνοκατοικημένο Πορτορικανικό και σκοτεινό Αμερικάνικο δρόμο.
Ο ιδρώτας χύνεται από πάνω μου γιατί δεν έχω κοιμηθεί και μισώ
τους φίλους που αγαπώ
Και
φοβάμαι…
αντίθετα, ένα ελαφρό cd ξεχειλίζει από μένα
αν ήμουν ο Vinoba Bhave
ή ο Martin Buber
ή ο Ramana Maharshi
ή ο Sohaku Ogata ή –
Δεν είμαι.

*Απόδοση-Επιμέλεια: Ούτε Θεός Ούτε Αφέντης

Τζιμάρας Τζανάτος, Ποιήματα

1.

Εσείς που με βλέπετε έτσι κατάλευκο
αγνοείτε πόσες χλωρίνες έχω πιει
για να διατηρήσω τη λευκότητά μου.

Και ανεμίζω στα σκοινιά του κόσμου
πιασμένος με ένα κόκκινο μανταλάκι στον
σβέρκο
Διάφανος σαν σύννεφο
αλλά με καμμένα εντόσθια.

Αφόρητο το άνευ νοήματος που φέρω.

Το πλένω στο χέρι μόνος μου το βράδυ.
Το βρίσκω στεγνό το πρωί.
Το ξαναφορώ.

*

2.

Αυτό το “εντός” του εαυτού μας –
τι θέλει κι όλο “εκτός” ψάχνει
για να σιγουρευτεί ποιο είναι…;

*

3.

Αγαπάω εύκολα. Αλλά κραταιά.

Γνωρίζω τη θνητότητα – των αισθημάτων.
Πάω στον τάφο τους καθημερινά
και αφήνω παιδικά παιχνίδια.

Στο μετά θάνατο ελπίζω.

*

4.

Πέσε βροχή.
Θα γίνω πεζοδρόμιο
να με ξεπλύνεις.

Ίσως γλιστρήσει κάποιος περαστικός
Και σωριαστεί πάνω μου
Να αγκαλιάσει το κενό μου.

Να έχω να διηγηθώ κι εγώ έναν έρωτα.
Πεζοδρομιακό.

*Από τη συλλογή “[αγνώστου] η βία του βίου”, Εκδόσεις Κάπα Εκδοτική, 2021.

Κατερίνα Φλωρά, Κάμπος 

Στο ψηλοτάβανο ξύλινο δωμάτιο
με τις σκιές του παρελθόντος
περιπλανώμενες στα σανίδια
που τρίζουν σε κάθε ίχνος αναπνοής

Αέρηδες εισβάλλουν από τις χαραμάδες
ταράζοντας το γοητευτικό ταξίδι στο χρόνο 
το μυστήριο που περιβάλλει
τις ξεθωριασμένες εικόνες 

Τα λεμονόδεντρα ολόγυρα
αυστηρά στοιχισμένα
μυρωδιά αναμειγμένη
με αυτή της βρεγμένης γης 

αποδρομή καλοκαιριού 

Τώνια Τζιρίτα Ζαχαράτου, Δύο ποιήματα

Ένα φυτό στις παρυφές του κόσμου 

Περπατώ πίσω σου
με τ’ ασταθή βήματα ενός ξεκινήματος
πουλάκι που ραμφίζει επίμονα
το κέλυφος του αυγού
χωρίς να γνωρίζει το σχήμα
των πραγμάτων που θα ’ρθουν.

Ανασηκώνεις ένα φυτό
παρατημένο πλάι στον κάδο
με τα φυλλαράκια του μπλεγμένα
σαν τις ανάστατες μπούκλες σου
πάνω στο χώμα όπου φυτρώνει
κι εσύ ολοένα ανθίζεις μεσ’ από μια ρωγμή

σφίγγοντας τη γλάστρα στον κύκλο
που σχηματίζει η καρδιά με τις παλάμες.
Θα σκόνταφτα και θα ’πεφτα
στην άκρη του πεζοδρομίου
αν η γαλήνη των χεριών σου δεν ακουγόταν
να γίνεται σιγά σιγά
ήχος ξερών κλαδιών που σπάνε
σε μια θεραπεία που έχει ήδη ξεκινήσει καθ’ οδόν.

Αν δεν σ’ αφουγκραστώ, κλαδευτή
του φυτού που αναρρώνει,
αν δεν σ’ ακολουθήσω, κλακ κλακ, ως το τέλος του δρόμου
πώς θα συναντήσω τον κόσμο ξανά.

*

Επιστροφή από την επαρχιακή οδό

Είναι αλήθεια·
δεν υπάρχει αρκετή ομορφιά στον κόσμο.
Ξεκινήσαμε αργά.
Το φως γλιστρά στις άκρες
των δαχτύλων με μια ακαριαία κίνηση
που την ονομάζεις γελώντας το πέταγμα της σερπαντίνας.
Η νύχτα στην εξοχή έχει την ποιότητα
των πρώτων λεπτών στο σκοτάδι
όταν τα μάτια ανοιγοκλείνουν
αναμένοντας μια οικειότητα που αναβάλλεται.
Όταν το φεγγάρι δεν ανατέλλει,
γινόμαστε τα φώτα του κινούμενου τοπίου
κι αντικρίζουμε τα καύκαλα, τα κελύφη και τα κόκαλα
τη στιγμή ακριβώς που θρυμματίζονται κάτω απ’ τη ρόδα.
Με τέτοιους ήχους αποκοιμιέσαι.
Η αναπνοή σου στο διπλανό κάθισμα
μ’ αγγίζει ανεπαίσθητα εκεί όπου
πριν λίγο υπήρχε μόνο υποψία.
Αναπνέω μαζί σου
κι αποφασίζω να οδηγήσω
χωρίς σταματημό
πέρα απ’ την επαρχιακή οδό
με τις σκοτωμένες αλεπούδες
και τους άπνοους σκαντζόχοιρους
αφημένους στον χρόνο
που θέλει το σώμα για να λιώσει.
Θα εξακολουθήσω να οδηγώ
ακόμα κι όταν ο δρόμος τελειώσει· στη θάλασσα—

*Από τη συλλογή “Εμείς και ο κόσμος”, Εκδόσεις Θράκα, 2024.

Γιώργος Μύαρης, Corcura et fortuna

Απωθούμαι από της αισθητικής τη χρεοκοπία
κι η ζωή εντός του λόγου κλυδωνίζεται
στου μαΐστρου τον αφρό
μαίανδροι σκέψεις σκιερές
ευωδίες θαλασσινές
περνούν και χάνονται
τόσο πρασινογάλαζα κι αληθινά
σκαρτσιμάς και πάτελα μούρμουρας
γαλάρι λαμπάρδα σπαθόψαρο
σαμπιέρος σμέρνα και παστανάκα

στο εσώτατο βάθος
η ανυπαρξία
συνορεύει με φίλια φυτά
ασπάλαθρας ασπέρδουκλας πολυτρίχι
αρνάς ελιά αμπέλι κυπαρίσσι
πρικαλίδα αρμπαλουΐζα παυλοσουκιά
κρούζα βαβομηλιά μοσκιά

ό λ α κ α θ ‘ ο δ ό ν
ανακαλύπτουν το βασίλειο της υποκρισίας
το παιχνίδι των πολλαπλών κειμένων
ωσάν λίπασμα
και το στοίχημα ανάγνωσης-γραφής

χαίρε, ω αυθόρμητη μνήμη αυτοφαλκίδευσης,
ψιθυρίζω
χαίρε, ω λόγε βραχυκυκλωμένε,
σπινθηρίζω
χαίρε, ω όριο αλήθειας και ψεύδους
διαρκώς μετατοπιζόμενο
αντάμα με πτηνά
τιτιβίζω παιδιόθεν ονομασίες
κατσουλοπετείναρος φλέρονας καράκαλος
σπούγγος πιτσούνι χουχουλιάτα γκιώνης κίχλα
κοκκινολαίμης καρακάξα ασπράγγα τρυγόνι
σιταρίδα μερμηγκοφάης γουζιάρης

κ α ι ο ί δ ι ο ς ο θ ά ν α τ ο ς έ ν α τ ί π ο τ α λ έ ν ε.

Ένα έτσι, το ισχνό ρίγος στη φωνή 

το ισχνό ρίγος στη φωνή
οι διογκωμένες κόρες
η πλάκα στα δόντια
το τρεμουλιαστό χαμόγελο
οι μαύροι κύκλοι
το δάχτυλο που πιέζει τον κρόταφο
τα φαγωμένα νύχια
η ακατάσχετη πολυλογία
το τίναγμα του ποδιού
οι γυρτοί ώμοι
το κοιλιακό λίπος
τα ψίχουλα στο ύψος του στήθους
το καμπανάκι στη λέξη παιδί
η άγκυρα της κοινοτυπίας
η παύση ως αιώρηση
ο τρόμος που αχνοφέγγει
το κούρδισμα του παραμικρού ερεθίσματος
η επιβολή της τρέλας
η άγνοια επί της σφαγής
η καταραμένη θάλασσα
αυτή η καταραμένη θάλασσα
καταμεσής Αυγούστου


*Αναδημοσίευση από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2024/08/17/8027/#like-8027