Δέκα χρόνια χωρίς τον Μίλτο Σαχτούρη – Τέσσερα ποιήματα

Αστεροσκοπείο

Διαρρήχτες του ήλιου
δεν είδαν ποτέ τους πράσινο κλωνάρι
δεν άγγιξαν φλογισμένο στόμα
δεν ξέρουν τί χρώμα έχει ο ουρανός
Σε σκοτεινά δωμάτια κλεισμένοι
δεν ξέρουν αν θα πεθάνουν
παραμονεύουν
με μαύρες μάσκες και βαριά τηλεσκόπια
με τ’ άστρα στην τσέπη τους βρωμισμένα με ψίχουλα
με τις πέτρες τών δειλών στα χέρια
παραμονεύουν σ’ άλλους πλανήτες το φως
Να πεθάνουν
Να κριθεί κάθε Άνοιξη από τη χαρά της
από το χρώμα του το κάθε λουλούδι
από το χάδι του το κάθε χέρι
απ’ τ’ ανατρίχιασμα του το κάθε φιλί

***

Τα δώρα

Σήμερα φόρεσα ένα
ζεστό κόκκινο αίμα
σήμερα οι άνθρωποι μ’ αγαπούν
μιά γυναίκα μού χαμογέλασε
ένα κορίτσι μού χάρισε ένα κοχύλι
ένα παιδί μού χάρισε ένα σφυρί
Σήμερα γονατίζω στο πεζοδρόμιο
καρφώνω πάνω στις πλάκες
τα γυμνά ποδάρια των περαστικών
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κανείς δεν τρομάζει
όλοι μείναν στις θέσεις που πρόφτασα
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κοιτάζουν τις ουράνιες ρεκλάμες
και μιά ζητιάνα που πουλάει τσουρέκια
στον ουρανό
Δυο άνθρωποι ψιθυρίζουν
τί κάνει την καρδιά μας καρφώνει;
ναι την καρδιά μας καρφώνει
ώστε λοιπόν είναι ποιητής

***

Ο βυθός

Ένας ναύτης ψηλά
στα κάτασπρα ντυμένος
τρέχει μέσ’ στο φεγγάρι
Κι η κοπέλα απ’ τη γης
με τα κόκκινα μάτια
λέει ένα τραγούδι
που δε φτάνει ως το ναύτη
Φτάνει ως το λιμάνι
φτάνει ως το καράβι
φτάνει ως τα κατάρτια
Μα δε φτάνει ψηλά στο φεγγάρι

***

Ορυχείο

Σου γράψω γεμάτη τρόμο μέσα από μιά στοά
νυχτερινή
φωτισμένη από μιαν ελάχιστη λάμπα σα δαχτυλίθρα
ένα βαγόνι περνάει από πάνω μου προσεχτικά
ψάχνει τις αποστάσεις του μη με χτυπήσει
εγώ πάλι άλλοτε κάνω πως κοιμάμαι άλλοτε
πως μαντάρω ένα ζευγάρι κάλτσες παλιές
γιατί έχουν όλα γύρω μου παράξενα παλιώσει
Στο σπίτι
χτες
καθώς άνοιξα τη ντουλάπα έσβησε γίνηκε
σκόνη μ’ όλα τα ρούχα της μαζί
τα πιάτα σπάζουν μόλις κανείς τ’ αγγίξει
φοβάμαι κι έχω κρύψει τα πηρούνια και τα
μαχαίρια
τα μαλλιά μου έχουν γίνει κάτι σα στουπί
το στόμα μου άσπρισε και με πονάει
τα χέρια μου είναι πέτρινα
τα πόδια μου είναι ξύλινα
με τριγυρίζουν κλαίγοντας τρία μικρά παιδιά
δεν ξέρω πώς γίνηκε και με φωνάζουν μάνα
Θέλησα να σου γράψω για τις παλιές μας τις χαρές
όμως έχω ξεχάσει να γράφω για πράγματα
χαρούμενα
Να με θυμάσαι

Lucifugo, a diavolo in corpo, Προσμονές

60033_217692198568053_8576635340481334093_n

Κάθε πράγμα στον καιρό του
Κι ο θάνατος στην ώρα του

Μας βάζει το πιάτο στο τραπέζι
Το χέρι του προσκέφαλο
Μας κοιτάζει όταν κοιμόμαστε
Και τα μάτια μάς ανοίγει το πρωί
Να κινήσουμε για το σχολειό, τη δουλειά
Τη βόλτα τη βραδινή

Κάθε πράγμα στον καιρό του
Κι ο θάνατος ακούνητος στο θρόνο του
Ξεπηδάει από τις εσοχές του χρόνου
Κι όλα τα ξεκινάει από την αρχή

Σαν βασιλιάς που εκμαιεύει την αφοσίωση
Και το σεβασμό των υποτελών του
Ο θάνατος πλέκει το εγκώμιο της ζωής
Και μάς υφαρπάζει κάθε στιγμή

Αναπνέει τον αέρα του σπιτιού που κατοικούμε
Οι ανάσες του το χειμώνα θολώνουν στα παράθυρα το γυαλί
Το καλοκαίρι ξαπλώνει γυμνός στο κρεβάτι μας
Και γρήγορα ξαναστρώνει το σεντόνι
Να μην αντιληφθούμε το αποτύπωμά του
Πως πέρασε κι από ‘κει

Μπροστά στις παλιές φωτογραφίες
Κλαίμε σαν το μικρό παιδί
Που έμεινε ξαφνικά ορφανό από γονείς

Ακόμα πεθαίνουμε με την ελπίδα
Πως θα ‘ρθει η στιγμή και θα ξαναγεννηθούμε
Κι όλο λησμονούμε τις στιγμές που χάθηκαν
Τα ίχνη που έσβησαν και μας έφεραν ως εδώ

Στο φως της ελπίδας
Πως είμαστε κάποιοι άλλοι
Ξεροσταλιάζουμε και ξεσπαθώνουμε σαν το κερί Που ανάβει και λιώνει στο σκοτάδι
Ώσπου να το πλακώσουν οι μαύροι καπνοί
Έτσι ξεχνούμε στο πρόσκαιρο φως
Πως γίναμε το θλιβερό απολειφάδι
Που είμαστε ετούτη τη στιγμή

Ο εαυτός μας καθημερινά
Ξεγλιστρά μέσα από τα χέρια μας
Μας βγάζει τη γλώσσα του στον καθρέπτη Και το γέλιο του θανάτου κοντεύει
Να τρυπήσει τα τύμπανά μας

Ψυχορραγούμε χωρίς να χυθεί ρανίδα αίμα
Σαν γλώσσα που οι άνθρωποι την έκαμαν πέρα
Και δεν την ομιλούνε πια
Εφευρίσκοντας συνεχώς μιαν άλλη πιο νέα
Που κανένα νόημα δεν αντηχεί
Στον πνευμόνων μας το θαμμένο αέρα
Ανήμπορη ν’ αναστήσει τη σκοτωμένη μνήμη των ζωντανών
Η παντοτινά νέα γλώσσα
Είναι κιόλας η ξεχασμένη παμπάλαια νεκρή γλώσσα ολονών

Αν προσέξουμε το καθρέφτισμά μας
Στα ιριδίζοντα νερά της λήθης που ακουμπούμε τα χείλη μας
Για να φυλαχτούμε απ’ το ζόφο
Της καθημερινής μας συναναστροφής
Θα δούμε το αγγελικό κεφάλι του θανάτου
Ίσα-ίσα να προεξέχει πάνω απ’ το δικό μας
Και να μας ψιθυρίζει στο αυτί τα μυστικά της αιώνιας ζωής

Θεόδωρος Ντόρρος, Δύο χάδια

march2606b

Το χάδι σου κοπέλλα μου ξεσκέπαζε χαρές
μ’ ευγένειες
που ξέχναγαν εμένα.
Το νόμιζα, ως που βρέθηκα, πρωί
σ’ αξύπνητο της πόλης πεζοδρόμιο.
Μονάχος με το χιόνι.
Ζωντάνευα στο ρίγος του χαδιού του.
Είμουνα ’γώ το δέντρο, η παγωνιά, το χιόνι.
Κάθε χιονάκι μιά ζωή.
Ορμή, και νάζι
σα νά ’τανε παντοτεινός ο πηγαιμός τους.
Και ξαφνικά χτυπιώνται,
τόσο αδύνατες ζωούλες.
Θα μείνουνε. Τι βλέπω, λιώνουνε.
Και πάντα έρχουνται. Ώς τη γη.
Χιονάκια κι άνθρωποι
Το μυστικό που στέλνει όλα, φωτισμένο.
Τέτοια τα χάδια και τα δυό,
τό ’να κοιμίζει την ψυχή,
τ’ άλλο μας την χτυπάει, πιο κλεισμένα,
όταν τους λείπει ο πόνος της αγάπης ή της στέρησης.

*Από τη συλλογή «Στου γλιτωμού το χάζι» (1930, Παρίσι). Δεύτερη έκδοση, Παρίσι, 1931. Τρίτη έκδοση, εκδ. Αμοργός, 1981- Πρόλογος: Αλέξης Αργυρίου-τυπογραφική επιμέλεια: Μάνος Ταξίδης, Τέταρτη έκδοση, εκδ. Γαβριηλίδης, επιμ. Μαρία Αθανασοπούλου, 2005. Εδώ το πήραμε από το Ποιείν στο http://www.poein.gr

`

Αλέξανδρος Μηλιορίδης, πύλες

aveburymistystones

τρέχει
φοβισμένος,
στοές τραγικές,
περνά από πύλες
και ξαναπερνά,
διαδρομές
στολισμένες, με ληγμένες
ερωτικές προσευχές
και το φως κορεσμένο,
το χρόνο
λαμπυρίζει
και οι σκιές, μπλεγμένες
με κισσούς ματωμένους:
μαύροι μονομάχοι,
να τρυπήσουν
να θέλουν,
το σκουριασμένο
οβελίσκο της ζωής του·
και οι ψίθυροι,
από παντού να τον κυνηγούν,
τις αναμνήσεις κουβαλούν:
με ηλιοκαμένα
ηδονικά βογγητά
να θέλουν να τον τορπιλίσουν·

*Από τη διαδικτυακή συλλογή “Ποιητικές τρύπες στο σκοτάδι”, 2013.

Νεκταρία Μαραγιάννη, Ανέκφραστα χαμόγελα

εκπα

(Με αφορμή την υπουργική απόφαση περί διαθεσιμότητας των διοικητικών υπαλλήλων των Πανεπιστημίων και τις ολέθριες συνέπειες της εφαρμογής αυτού του μέτρου, «ακρωτηριάζοντας» το σύμβολο της Δημόσιας Δωρεάν Ανώτατης Παιδείας της χώρας)

το μαύρο πανί καλύπτει τη λάμψη της παιδείας
που αιμορραγεί κατά το διάβα της στο χωροχρόνο της εξόντωσης

οι πληγές επουλώνονται από μικρά χεράκια,
μα τα χεράκια μεγαλώνουν και φεύγουν
και φορούν τα γυαλιά της αιωνιότητας
βρίσκοντας καταφύγιο στις σελίδες τους..

οι πληγές ανοίγουν κι αυτή ματώνει ξανά
χύνεται στους δρόμους
για να την πατήσει το τανκ που προπορεύεται

…τη διαλύει,
όπως διέλυσε όσα χτίστηκαν κάτω από τα σεντόνια όλων μας
όλα αυτά τα χρόνια
που η λάμψη ήταν ακόμη άφατη

τώρα πια, φημολογείται πως το τανκ δεν υποχωρεί,
εν αντιθέσει, προχωρά πιο γρήγορα ένεκα του καυσίμου
μιας -δήθεν- αναπόφευκτης αναγκαιότητας

πλέον οι “σελίδες” κατέβηκαν στη γη,
προσπαθούν με τα άγουρα μικρά χεράκια να σηκώσουν το πανί,
δε μπορούν, αδυνατούν∙
(το) σάβανο ασήκωτο
με χαμόγελα θανάτου

Νέττα, 9/10/2013

Αμαλία Ρούβαλη, Επειδή

αρχείο+λήψης

Επειδή
είμαι πάντα
συνοφρυωμένη
έγραψα παντού:
¡¡¡ Χαμογέλα !!!
Επειδή
είμαι πάντα
σοβαρή
έγραψα στους τοίχους:
¡¡¡ Γέλα !!!
Επειδή
δεν ξέρω
πού πηγαίνω
είπα παντού:
!!!ακολουθήστε με!!!
Επειδή εγώ
γεννάω μόνο
οξειδωμένες ώρες
έγραψα στα βιβλία σας:
!!! Χρυσός!!!
Επειδή εγώ
εγώ-εγώ
εγώ-εσύ
εσύ-εμείς
γινήκαμε σκόνη
πασπάλισα το σύμπαν
με αστραπές.
Επειδή
οι ώρες
φορτώθηκαν στα τραίνα των χρόνων

αποστρέφω το βλέμμα
από τους κεραυνούς.
Επειδή
γυμνώθηκαν όλες οι ώρες
το δέρμα του φιδιού
μένω εδώ-εντός-εκτός
ανασαίνω βαριά
τις ψιχάλες της θάλασσας
στο υπογάστριό μου.
Επειδή
δεν το παίρνω απόφαση
να μην μου λείπει
το μέλλον
εδώ σωπαίνω.
Ιούλιος 2011

Φαίδων Μουδόπουλος, Ακροβάτης

niagara1

Το σκοινί το τεντωμένο
το πλεγμένο σε πλεξούδα από τις συνδεόμενες των ανθρώπων τις ζωές
ξεφτίζει.

Η σκηνή της ζωής μας
τους ίδιους ηθοποιούς δέχεται για πρωταγωνιστές στο δράμα.
Μόνο που η κάθαρση δεν είναι ορατή
ούτε καν στις συζητήσεις των παρασκηνίων.

Παρόλα αυτά ένας ακροβάτης συνεχίζει να τραμπαλίζεται
και στα διαλείμματα να διασκεδάζει το κοινό,
με το μετέωρό του βήμα στο σκοινί το ξεφτισμένο
προσπαθώντας την ισορροπία του να βρει.

Καμιά φορά που το σκοινί λιγάει,
και έκβαση τραγωδίας το νούμερο του παίρνει,
ο θανών ο ακροβάτης,
παράπλευρη απώλεια χαρακτηρίζεται
από τους κριτικούς της τέχνης.
Ανάξιος καθώς ήταν να κινηθεί στο σκοινί το ξεφτισμένο,
δεν ήταν εκλεκτός για μέλος του θιάσου που την σκηνή μονοπωλεί
και που την κάθαρση δεν την προσφέρει.
Ριψοκίνδυνο ήταν το κομμάτι του και θα χαλούσε την συνοχή της παράστασης.
Είπανε.

Στην κηδεία του, μόνο στενοί συγγενείς.
Δεν φημιζόταν και για Χριστιανός Ορθόδοξος.
Τόση η ησυχία,
που το ραδιόφωνο μιας μοιρολογήτρας που καθόταν δίπλα σ’ ένα κοντινό μνήμα,
κάτω από ένα κυπαρίσσι,
πρόδιδε την ατέρμονη αναζήτησή της
για έναν σταθμό
που θα ευχαριστούσε τον δικό της μακαρίτη·
…Για όσους με πλήγωσαν με πισωμαχαιριές θέλω να ξέρουν ότι
σιγά μην κλάψω…
…Ολοκληρώθηκε το κρίσιμο ραντεβού της Τρόικας με τους κυβερνητικούς εκπροσώπους…
…Ποιος την ζωή μου ποιος την κυνηγά…

Ώσπου η βελόνα του να κατασταλάξει σε ένα βαρύ ζεμπέκικο
προς τέρψη του μακαρίτη.

14/11/2013