40 χρόνια από το θάνατο του Αμερικανού τροβαδούρου της folk protest Phil Ochs

Γνωστός για τη διαυγή κοινωνική και πολιτική του ματιά, τη βαθιά του ανθρωπιά, το κοφτερό και πνευματώδες χιούμορ του, τη συνεπή του στράτευση στον πολιτικό ακτιβισμό και την ξεχωριστή του φωνή, ο Phil Ochs, ο αγαπημένος Αμερικανός τροβαδούρος της folk protest και σύγχρονος του Bob Dylan (αλλά, για μένα, πολύ πιο ειλικρινής και, εν τέλει, ασυμβίβαστος), πεθαίνει σαν σήμερα πριν από 40 χρόνια, κρεμώντας τον εαυτό του στο σπίτι της αδελφής του Sonny.

Ο Phil Ochs γεννιέται στις 9 Δεκεμβρίου του 1940 στο El Paso του Texas από μια μεσοαστική εβραϊκή, αλλά όχι θρησκευόμενη, οικογένεια. Ο πατέρας του, άνθρωπος απόμακρος που υπέφερε από κατάθλιψη και διπολική διαταραχή, πεθαίνει στις 30 Απριλίου του 1963 από εγκεφαλική αιμορραγία.

Ως έφηβος, ο Ochs εξελίσσεται σε διακεκριμένο κλαρινετίστα, αναδεικνυόμενος σε βασικό σολίστα του πανεπιστημιακού ωδείου του Ohio, πριν καλά καλά συμπληρώσει τα 16 του χρόνια! Οι μουσικές του επιρροές σύντομα επεκτείνονται στους Buddy Holly, Elvis Presley, Hank Williams Sr, Johnny Cash και Merle Haggard. Αγαπά τους επαναστατικούς ήρωες του σινεμά, όπως τους ενσαρκώνουν οι Marlon Brando και James Dean.

Ενώ βρίσκεται στο Miami, φυλακίζεται για 2 βδομάδες, επειδή βρέθηκε να κοιμάται σε παγκάκι. Είναι η εποχή που αποφασίζει να γίνει συγγραφέας και δημοσιογράφος.

phil_ochs-805x450

Επιστρέφει, λοιπόν, στο Πανεπιστήμιο του Ohio, προκειμένου να σπουδάσει δημοσιογραφία. Εκεί, αναπτύσσει ενδιαφέρον για την πολιτική και γνωρίζεται με έναν συμφοιτητή του, τον Jim Glover, παθιασμένο λάτρη της folk, ο οποίος τον «μυεί» στη μουσική των Pete Seeger, Woody Guthrie και The Weavers. Του μαθαίνει κιθάρα, και συζητάνε για θέματα πολιτικής φύσης. Ο Ochs αρχίζει να γράφει άρθρα σε φοιτητική εφημερίδα, συχνά ριζοσπαστικής θεματολογίας. Όταν η φοιτητική εφημερίδα αρνείται να δημοσιεύσει ένα από αυτά, εκδίδει τη δική του underground εφημερίδα με τίτλο The Word. Η πολιτική και η συγγραφή συγκλίνουν, και αρχίζει να γράφει πολιτικοποιημένα τραγούδια. Αποκαλεί τον εαυτό του «δημοσιογράφο που τραγουδά». Μαζί με τον Glover σχηματίζουν ένα ντουέτο με τίτλο The Singing Socialists. Το ντουέτο διαλύεται, και ο Ochs μετακομίζει στη Νέα Υόρκη, για να γίνει τραγουδιστής της folk.

Μεταξύ του 1964 και του 1966, κυκλοφορεί 3 ιστορικούς δίσκους στην Elektra (All the news that’s fit to sing, I ain’t marching anymore, Phil Ochs in concert), συνοδευόμενος μόνο από μια ακουστική κιθάρα.

Θαυμαστής του JFK, παρά τις πολιτικές διαφωνίες σε επιμέρους ζητήματα, συντρίβεται από το νέο της δολοφονίας του. Είναι η μόνη φορά που έχει γίνει αντιληπτός να κλαίει.

Ανάμεσα στο 1967 και το 1970 εκδίδει 4 δίσκους σε καινούριο label, την Α&Μ, πειραματιζόμενος με μπαρόκ και κλασικότροπες ενορχηστρώσεις.

Εμπλέκεται στην ίδρυση των Yippies, μαζί με τους Jerry Rubin, Abbie Hoffman, Stew Albert και Paul Krassner.

Οι δολοφονίες των Martin Luther King και JFK, αλλά και η άνοδος του Nixon στην εξουσία, είναι από τα γεγονότα που τον οδηγούν σε κατάθλιψη.

Το 1970 κυκλοφορεί τον τελευταίο του δίσκο, το Gunfight at Carnegie Hall. Απογοητευμένος από την έλλειψη απήχησης της δουλειάς του και βιώνοντας συγγραφικό μπλοκάρισμα, «βυθίζεται» ολοένα και περισσότερο στον αλκοολισμό και την κατάθλιψη, ενώ, κατά διαστήματα, κάνει χρήση ναρκωτικών, προκειμένου να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των συναυλιών.

Το 1971 επισκέπτεται τη Χιλή του Allende, όπου γνωρίζεται και γίνεται φίλος με τον εμβληματικό τραγουδιστή Victor Jara, ο οποίος βασανίστηκε και δολοφονήθηκε δημόσια από τη Χούντα του Πινοσέτ.

Τον Ιανουάριο του 1976 μετακομίζει στο σπίτι της αδερφής του Sonny στο Far Rockaway στη Νέα Υόρκη. Στο μεταξύ, έχει διαγνωστεί με διπολική διαταραχή, όπως κι ο πατέρας του.

Στις 9 Απριλίου του 1976, σε ηλικία 36 ετών, αυτοκτονεί στο σπίτι της αδερφής του κρεμώντας τον εαυτό του. Μετά το θάνατό του Ochs, αποκαλύπτεται ότι το FBI διατηρούσε φάκελο σχεδόν 500 σελίδων γι’ αυτόν, και εξακολουθούσε να τον θεωρεί επικίνδυνο. Πολλοί εκτιμούν πως η αυτοκτονία του αποτελεί συνέπεια και της στενής παρακολούθησης που επί χρόνια υφίστατο.

Με την κόρη του Meegan

Με την κόρη του Meegan

Αν ζούσε σήμερα, φαντάζομαι ότι θα ήταν πολέμιος του χριστιανικού φονταμενταλισμού τύπου Trump. Ίσως να υποστήριζε τον Bernie Sanders. Ίσως, πάλι, να κινείτο προς πιο ριζοσπαστικές πολιτικές κατευθύνσεις. Άλλωστε, αν και ποτέ δε δήλωνε «μαρξιστής»- περισσότερο «αριστερός σοσιαλδημοκράτης»-, ήταν πάντοτε πολύ πιο μπροστά από τον μέσο Αμερικανό φιλελεύθερο. Ίσως, πάλι, όλα αυτά να μην έχουν και τόση σημασία. Σε κάθε περίπτωση, τα τραγούδια του είναι εδώ, για να θυμίζουν, να προβληματίζουν, να συγκινούν και να εμπνέουν.

*Το κείμενο, τα τραγούδια και οι φωτογραφίες είναι από εδώ: http://www.hitandrun.gr/40-chronia-apo-to-thanato-tou-agapimenou-amerikanou-trovadourou-tis-folk-protest-phil-ochs/

Τζούλιο Καΐμη – Ο οδοιπόρος, ο ζωγράφος, ο αφηγητής

url

ΤΟΥ ΜΙΣΕΛ ΦΑΪΣ

Τα έργα και οι ημέρες του Τζούλιο Καίμη (1897-1982) είναι γενικώς άγνωστα. Όχι μόνο στον απλό αναγνώστη ή στον καλλιεργημένο φιλότεχνο. Πόσοι, επί παραδείγματι, γνωρίζουν ότι υπήρξε ο πρώτος συστηματικός μελετητής του Θεάτρου σκιών; Επίμονος μελετητής της Βίβλου και της ελληνικής μυθολογίας; Συγγραφέας βιβλίων που διανοίγονται σ’’ ένα ευρύ γνωστικό πεδίο της ιστορίας της τέχνης; Ευαίσθητος μεταφραστής ανατολικών ή μεσαιωνικών κειμένων; Αξιόλογος ζωγράφος; Συνομιλητής κορυφαίων ονομάτων του Μεσοπολέμου (Χαλεπάς, Πικιώνης, Κόντογλου, Στέρης, Τσαρούχης);

Μάλλον ελάχιστοι. Βέβαια, όταν ήρθα σε επαφή (γύρω στο 1989: χάρη στη μεγαλόθυμη χειρονομία του Μιχάλη Κατσαρού να μου εμπιστευτεί τα απομεινάρια του Καίμη) με την εμβληματική αυτή προσωπικότητα του νεώτερου ελληνοεβραϊσμού, η περιρρέουσα ατμόσφαιρα ήταν από απαθής έως δύσπιστη.
Θα ήταν ωστόσο σοβαρή παράλειψη αν δεν υπογράμμιζα ότι, στα πρώτα μου ερευνητικά βήματα, με συνέδραμαν οι Εκδόσεις Γαβριηλίδης. Μετά από αρκετούς κύκλους δοκιμιακών, εικαστικών αλλά και μυθοπλαστικών βιβλίων επιστρέφω λοιπόν στον φιλόξενο χώρο της Μαυρομιχάλη μ’ ένα ανέκδοτο έργο του Καίμη – μια εκκρεμότητα που αιωρείται ανάμεσα σε μένα και στον Σάμη από το 1993.
Δώδεκα χρόνια είναι πολλά, είναι και λίγα. Γιατί στο μεταξύ ο Καίμη άρχισε να αναπνέει τον αέρα που του αναλογεί – χωρίς ωστόσο ακόμη να αποφεύγει τις κρίσεις πνευματικής ασφυξίας.

Η παρούσα μελέτη Γύρω στο αίσθημα του ωραίου εκτιμώ ότι γράφτηκε ανάμεσα στα 1944-‘46 και προωθήκε στον συλλέκτη παλαιών βιβλίων Πέτρο Βέργο από τον πρώην εκδότη Σπύρο Νικολόπουλο.

Πρόκειται για εκατό υποκίτρινα φύλλα (17Χ24 εκ.) γραμμένα μόνο από τη μια όψη με μολύβι (αναγνωρίζεται η τρικιμιώδης γραφή του Καίμη), όπου οι σποραδικές προσθαφαιρέσεις γίνονται με μελάνι πρασίνου χρώματος.

Αποσπάσματα αυτού του αφανέρωτου κειμένου προδημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Η λέξη (τ. 128, Ιούλιος-Αύγουστος ’95).

Η παρούσα μελέτη ωστόσο είναι και μια καλή αφορμή για να ανακεφαλαιώσω τα δεδουλευμένα μου πάνω στο πρόσωπο και στο έργο. Αν και το ζήτημα προβάλλει επιτακτικά γυμνό: σε ποίο βαθμό μιλάει αυτός ο σοφός παρίας της πνευματικής ιστορίας μας στον άνθρωπο της μεταμοντέρνας εποχής μας. Είναι δυνατόν ένας άνθρωπος που έζησε τόσο προκλητικά ανεπίκαιρα (με άλλα λόγια: που αναζήτησε το μέλλον της τέχνης στο παρελθόν της – αυτό δε σημαίνει η πρωτο–τυπία;) να απευθύνεται σ’ ένα κοινό που αποθεώνει οτιδήποτε το καινούργιο;

Μήπως ελλοχεύει ο κίνδυνος – διαδεδομένος αλήθεια τα τελευταία χρόνια – να εμπλακούμε σε μια γοητευτική ιστορία αναδιφησιολογίας; Όπου η ίδια η έρευνα να εκφυλίζεται σε αυτοσκοπό;
Όλα αυτά τα ερωτήματα, όλος αυτός ο σκεπτικισμός είναι και νόμιμος και απαραίτητος. Ας κρίνουμε λοιπόν για να κριθούμε.
Από το 1989 (που άρχισα να αποδελτιώνω το βιός του Καίμη) μέχρι το 2002 (χρονιά που κυκλοφόρησε η μυθοπλαστική εκδοχή του λαογράφου, αισθητικού και ζωγράφου Το μέλι και η στάχτη του Θεού) πείστηκα πως για να φέρω σε πέρας το εγχείρημά μου έπρεπε να συνδυάσω το μόχθο του ερευνητή με το δόλο του ντετέκτιβ (συν το μαράζι του πεζογράφου).

Κι αυτό διότι, εκτός από το ότι έλιωσα παντελόνια στην Εθνική Βιβλιοθήκη, στο Ελληνικό Λαογραφικό και Ιστορικό Αρχείο και στο Εβραϊκό Μουσείο Ελλάδος καθώς και σε συλλέκτες παλαιών βιβλίων, αναλώθηκα σε μια προσπάθεια ανεύρεσης των προσώπων που τον είχαν γνωρίσει. Περιττό να υπογραμμίσω ότι συχνά έψαχνα στα τυφλά ή αντιμετώπιζα την καχυποψία.

Και το πρόβλημα βέβαια το έλυσα μιλώντας μέχρι με τα παπούτσια, τα ποντίκια και τα σαρακοφαγωμένα χειρόγραφα που βρήκα στο σπίτι του Ρωμανιώτη καμπαλιστή (πιστό αντίγραφο του μπερντέ του Καραγκιόζη).

Εξυπακούεται ότι ο βασικός καμβάς αυτής της έρευνας υπήρξε το έργο του Καίμη, δηλαδή τα εκδομένα βιβλία του, το διασωθέν αρχείο του, το θησαυρισμένο εικαστικό έργο του. Ωστόσο προκαταβολικά θα ήθελα να πληροφορήσω το σχολαστικό αναγνώστη ότι σε μεγάλο ποσοστό οι πληροφορίες γύρω από τον Καίμη είναι προφορικές. Βέβαια, εκ των υστέρων διασταυρώνονται, στο μέτρο του δυνατού, κάποιες από αυτές. Πρωταρχική πηγή όμως παραμένει η προφορική μαρτυρία. ‘Αρα η ακρίβεια πολλών στοιχείων ελέγχεται. Ταυτόχρονα δίνει το δικαίωμα στο γράφοντα να τις τροποποιήσει ή και να τις αναιρέσει ακόμη, μέσα από νεότερη και επαρκέστερη τεκμηρίωση.

Εργοβιογραφικά στοιχεία

Ο Καίμη είδε το πρώτο φως το 1897 σ’ ένα αρχοντικό δίπλα στην Κερκυραϊκή συναγωγή «Γκρέκα» από Ρωμανιώτες γονείς και είναι ο πρωτότοκος (είχε έναν αδελφό, τον Αιμίλιο, και μια αδελφή, τη Ραχήλ).

Ο πατέρας, Μωϋσής Καίμης (1864-1929), δάσκαλος και επιφανής εβραϊολόγος εξέδιδε τον Ισραηλίτην Χρονογράφον (1899–1901) και όταν μετεγκαταστάθηκε οικογενειακώς στην Αθήνα την Ισραηλιτικήν Επιθεώρησιν (1912 – 1916). Το ενδιαφέρον αυτών των εντύπων είναι ότι η θεματολογία τους δεν ήταν αποκλειστικώς εβραϊκή ή σιωνιστική.

Ως ένθερμος δημοτικιστής, ο Μωϋσής Καίμης αρθρογραφούσε μαχητικά στον Νουμά ενώ συναναστρεφόταν τους Κωνσταντίνο Θεοτόκη, Λορέντζο Μαβίλη και Αλέξανδρο Πάλλη. Με το που φτάνει στην πρωτεύουσα αναπτύσσει φιλικές σχέσεις με τον Ανδρέα Καρκαβίτσα και συνδέεται με τον εκδότη της Ακρόπολης, Βλάση Γαβριηλίδη καθώς και με τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη (που ο μικρός Τζούλιο θυμάται να μπαινοβγαίνει στο σπίτι τους στο Θησείο).

Αντίθετα με τον πολιτικό προσανατολισμό των περισσότερων αστών ομοθρήσκων του, o M. Καίμη συντάσσεται με τον Βενιζέλο με τον οποίο συνδέεται στενά πολιτικά. Αφού υπηρετεί ως διευθυντής του Αθηναϊκού Πρακτορείου, στέλνεται με εντολή του Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη με την ιδιότητα του πρώτου αντιπροσώπου του ελληνικού κράτους. Οι προθέσεις του Κρητικού πολιτικού είναι προφανείς: να επηρεάσει υπέρ του, στα ρευστά χρόνια της συμμαχικής παρουσίας, τη βασιλόφρονα ισχυρή εβραϊκή κοινότητα της Θεσσαλονίκης.

Κοσμοπολίτης και πολύγλωσσος, ο πατέρας του Τζούλιο συνεργάζεται με πολλές ξένες εφημερίδες και περιοδικά, μεταξύ άλλων: La Tribuna και Epoca της Ρώμης, Il Secolo του Μιλάνου, L’ Ora του Παλέρμο, Il Piccolo και Il Piccolo della Sera της Τεργέστης, L’ Archives Israélites και L’ Universe Israelite του Παρισιού, L’ Aurore της Κωνσταντινούπολης, The Jewish Chronicle του Λονδίνου και La Bouche Egyptienne του Καίρου.

Η μητέρα του Φανή Γιεσουλά (;-1950) προέρχεται από παλιά οικογένεια εμπόρων των Ιωαννίνων και είναι πρώτη ξαδέρφη του Γάλλου συγγραφέα Αλμπέρ Κοέν.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον ο νεαρός Καίμη δεν αργεί να δείξει την κλίση του για τα αθέατα τούτου του κόσμου. Σπουδάζει στο Σχολείο Καλών Τεχνών του Πολυτεχνείου με παρότρυνση του Σπύρου Βικάτου και καθηγητές τον Γερανιώτη και τον Παρθένη (τον οποίον συναντά και μετά τον αυτοπεριορισμό του στη σιωπή). Ως σπουδαστής συνδέεται με έναν άλλο αποσιωπημένο του χρωστήρα, τον Γεράσιμο Στέρη (μνημονεύεται αλληλογραφία τους μέχρι και την αυτοεξορία του δεύτερου στις ΗΠΑ).

Στα μέσα της δεκαετίας του 1920 ταξιδεύει στη Ρώμη και διαδέχεται τον πατέρα του στην εφημερίδα La Tribuna. Εκείνη την εποχή συγχρωτίζεται με τις πρώτες Δελφικές Γιορτές και μάλλον μέσω του ‘Αγγελου Σικελιανού γνωρίζει τον Νίκο Καζαντζάκη (διασώζεται επιστολή όπου ο δημιουργός της Ασκητικής τον προσκαλεί στην Αίγινα για να συζητήσουν κάποιο θρησκειολογικό θέμα).
Συχνάζει στο ‘Ασυλο Τέχνης του Νίκου Βέλμου (από τότε οριοθετείται η γνωριμία του με τον Γιάννη Τσαρούχη) όπου μάλιστα στο μαχητικό περιοδικό που εξέδιδε ο ηθοποιός, ζωγράφος και σατιρικός ποιητής Ν. Βέλμος πρωτοδημοσιεύει αποσπάσματα από το μετάφρασμά του Έξη κανόνες της ζωγραφικής του Αμπανίτρα Ναθ Ταγκόρ (Φραγκέλιο, 12.1.28)

Περίπου την ίδια εποχή ανιχνεύεται και η απαρχή της μακρόχρονης και δυνατής φιλίας του με τον Φώτη Κόντογλου. Μάλιστα είναι αυτός που μ’ ένα συγκινητικό χαιρετισμό ουσιαστικά τον συστήνει στο χώρο των γραμμάτων (Ελληνικά Γράμματα, 15.3.29) αλλά και τον μυεί και στην κοινωνία του ‘Αθω.

Από νεότατος παρουσιάζει προβλήματα ακοής που μεταπολεμικώς εξελίσσονται σε βαριά κώφωση (σε μια ιατρική διάγνωση του 1936 διαβάζουμε ότι υπέφερε από «χρόνια καταρροϊκή ξηρά ωτίτιδα και ωτικό ίλιγγο»). Εξαιτίας της πάθησής του απολύεται από την La Tribuna ενώ απομονώνεται από τον κόσμο. Τότε αρχίζει να μετρά φίλους στα δάχτυλα του μονόχειρα.

Το 1931 συνυπογράφει με την καλλιτεχνική αφρόκρεμα (μεταξύ των οποίων τους: Φώτη Κόντογλου, Δημήτρη Πικιώνη, Τάκη Παπατσώνη, Στρατή Δούκα, κ.ά) μια επιστολή–απάντηση στον τότε διευθυντή της Εθνικής Πινακοθήκης Ζαχαρία Παπαντωνίου, σχετικά με την υποδοχή της πρωτοποριακής τέχνης στον τόπο.

To 1932 γνωρίζει (μάλλον μέσω του Στρατή Δούκα) το Γερμανό χαράκτη Hap Grieshaber και το συμπατριώτη του ζωγράφο Klaus Vrieslander. Η σχέση Καίμη–Vrieslander αφήνει τρία χνάρια. Πρώτον την εξ αδιαιρέτου αρχιτεκτονική μελέτη Το σπίτι του Ροδάκη στην Αίγινα (1934) αλλά και στο αραβικό παραμύθι Ο άτυχος γάμος (1934) που μετέφρασε ο Καίμη (από τα γαλλικά) και εικονογράφησε ο έτερος της συντροφιάς Grieshaber. Βέβαια η κορυφαία στιγμή αυτής της πνευματικής τριάδας είναι η γαλλική έκδοση του Καραγκιόζη (Karaghiozi ou la comédie grecque dans l’ âme du théâtre d’ ombres, 1935) όπου ο Γερμανός ζωγράφος φιλοτέχνησε θαυμάσιες, εξπρεσιονιστικού χαρακτήρα, ξυλογραφίες.

Το 1934 ταξιδεύει στην Παλαιστίνη, στη Συρία και στην Υεμένη. Πεζός διασχίζει απίθανες αποστάσεις γράφοντας τις εντυπώσεις του και ζωγραφίζοντας ίσως τις καλύτερες ακουαρέλες του (κάποια από αυτά τα κείμενα δημοσιεύτηκαν τα επόμενα χρόνια στις εφημερίδες Εθνική και La Tribuna).

Τη μεσοπολεμική περίοδο συνεργάζεται με διάφορες εφημερίδες και διάφορα κείμενά του βρίσκονται διασκορπισμένα σε πολλά περιοδικά.

Πολύγλωσσος, είχε ως δεύτερη μητρική την ιταλική, κατείχε τη γαλλική ενώ διάβαζε ακόμη και σανσκριτικά. Μετέφρασε: Ησίοδο, Benedetto Groce, Tagor, Macciavelli, Michelangelo, Goldoni.

Φημολογείται πως είχε γυρίσει από τη βενετσιάνικη ντοπιολαλιά του Γκολντόνι τα έργα: Υπηρέτης δύο αφεντάδων, Λοκαντιέρα, Χωριάτες και Το καινούργιο σπίτι. Στα κατάλοιπά του πάντως βρέθηκαν μόνο σπαράγματα από τις μεταφραστικές επιδόσεις του.

Η κύρια όμως μέριμνά του, το ανεξάντλητο πάθος ως το τέλος της ζωής του, υπήρξε το Θέατρο σκιών. Θεωρείται αυτός που πρωτομίλησε – με συστηματικότητα και σοβαρότητα–για τον παραμελημένο Καραγκιόζη, καθώς πριν από τη μελέτη του μόνο ο Louis Roussel με το δίτομο έργο του Karageuz ou un théâtre d’ ombres a Athènes (1921) είχε ασχοληθεί με την καταγωγή και την εξέλιξη του χάρτινου ήρωα.

Σημαντική θέση στο έργο του επίσης κατέχει η ενασχόλησή του με την εβραϊκή παράδοση. Πολλοί στενοί του άνθρωποι θυμούνται μια φθαρμένη γαλλική έκδοση της Καββάλα στο προσκέφαλό του. Αν και ο Καίμης στα δικά μου μάτια μετεωριζόταν ανάμεσα στον εβραιοποιημένο και στον αποεβραιοποιημένο Εβραίο+ ένα διαρκές πήγαινε έλα ανάμεσα στον Μπαρούχ Σπινόζα καιι στον Ισαάκ Μπάσεβιτσς Σίνγκερ.

Ο home perdu (όπως περιπαικτικά τον φώναζαν οι φίλοι του από τον Πειραιά) ζωγράφιζε μέχρι το τέλος της ζωής του, χωρίς ποτέ ωστόσο να κατορθώσει να εκθέσει (η πρώτη αναδρομική του έκθεση πραγματοποιήθηκε στο Χώρο Τέχνης «24» στις 7.12.94). Συχνά μάλιστα ξεπλήρωνε (σαν άλλος Θεόφιλος) τα λιτά γεύματά του σε ταβερνάκια της Πλάκας ή του Πειραιά με σχέδιά του, όπου συνήθως ο πιστωτής του ήταν και το μοντέλο του.

Ο Καίμη πέθανε στις 31 Ιανουαρίου του 1982, με την έγκριση για συνταξιοδότηση του Υπουργείου Πολιτισμού στην τσέπη, σε μικρή απόσταση από το σπίτι στη Ριζούπολη. Στην «Αγία Όλγα» της Νέας Ιωνίας διαπιστώθηκε ο θάνατός του από καρδιακό επεισόδιο. Προθανάτιο χαρακτηριστικό: μήνες πριν φτερουγίσει κάποιοι «φιλότεχνοι» διέρρηξαν το σπίτι του παίρνοντας κυρίως πίνακες.
Στο μνημόσυνό του παραβρέθηκε και ο Γιάννης Τσαρούχης, ο οποίος σ’ ένα μεταθανάτιο σημείωμα στην Καθημερινή (8.3.82) σχεδίασε με καθαρότητα το ίχνος του εκλιπόντος: «Ήταν τόσο ανεξάρτητος. Είχε ξεπεράσει τόσο τις ανθρώπινες ανάγκες, που το να τον βοηθήσεις ήταν σαν να τον προσβάλλεις, παραβλέποντας τη δύναμή του. Του οφείλω πολλά. Αυτός μου γνώρισε τη Ρόζα Εσκενάζι και μου ‘μαθε πολλά για τον Καραγκιόζη. Μα ακόμα περισσότερα για την τέχνη και τη ζωή. Θα έπρεπε να συλλέξει κανείς ότι άφησε σε γραπτά τυπωμένα ή χειρόγραφα. Εφτάσαμε στην εποχή που θα κατανοηθούν ευκολότερα οι σκέψεις του. Ήταν στο είδος του ένας προφήτης».

Σκιτσάροντας ένα αποσιωπημένο έργο

Κάποιος που θα επιθυμούσε να αποκομίσει μια επαρκή εικόνα της σκέψης και της γραφής του Καίμη θα του σύστηνα να διαβάσει αντικριστά τα τυπωμένα βιβλία και τα άρθρα του. Και τούτο διότι τα περισσότερα διάσπαρτα άρθρα του αποτελούν δυνάμει βιβλία.

Έτσι, το σύνολο της βιβλιογραφίας του (συνολικά έντεκα τίτλοι: οκτώ πρωτότυπα βιβλία και τρεις μεταφράσεις) και τα θησαυρισμένα άρθρα του (εβδομήντα οκτώ σε περιοδικά και εφημερίδες, που καλύπτουν ένα χρονικό ανάπτυγμα μισού περίπου αιώνα: 1929-1978) αποτελούν ένα αδιάσπαστο σύνολο. Επίσης αρκετά συχνά σε κάποια άρθρα του παρατηρείται η προώθηση απόψεών του γύρω από θεματικές εμμονές του ή ακόμα και η τροποποίηση παλαιότερων συμπερασμάτων του σύμφωνα με νεότερες προσλαμβάνουσές του.

Αυτή η αντιστικτική ανάγνωση βιβλίων μας φέρνει αντιμέτωπους σε μια ισόβια μέριμνα του Κερκυροεβραίου: πώς θα συγκέντρωνε το αναγκαίο πόσο που θα τον οδηγούσε στο τυπογραφείο και όχι φυσικά οι συνθήκες της εσωτερικής ωρίμανσης ενός έργου.

Κάποιος λοιπόν που θα έχι την υπομονή να μελετήσει τα καταχωρισμένα άρθρα του συγκριτικά με το εκδομένο έργο του δε θα μείνει με άδεια χέρια.

Κείμενά του βρίσκονται διασκορπισμένα στα εξής περιοδικά: Ελληνικά Γράμματα (1918-1929), Νέα Εστία (1931-1956), Το 3ο Μάτι (1931), Τέχνη (1938), Η Νεολαία (1938 –1939), Ηώς (1938 –1939 και 1947), Ο Ήλιος (1941), Νεοελληνική Λογοτεχνία (1940), Μητέρα και Παιδί (1947 – 1948), Φιλολογική Πρωτοχρονιά (1954), Εποχές (1956), Ζυγός (1956), Δελφικά τετράδια (1967), Η Στοά (1971), Γράμματα (1976), Χρονικά (1978).

Και στις εφημερίδες: Η Καθημερινή, Η Εθνική και Ο Δημότης αλλά και στην ιταλική εφημερίδα La Tribuna και στα ιταλικά περιοδικά Cinzia και Olympio.

Από τη διάσπορά των άρθρων καταλήγουμε: πρώτον, ότι η προπολεμική περίοδος είναι πιο ανθηρή για το συγγραφέα και δεύτερον, μην έχοντας τη δυνατότητα επιλογής εντύπου, δημοσίευε αδιακρίτως κριτηρίων – από τη μεταξική Νεολαία ως το ριζοσπαστικό 3ο Μάτι και από την έγκυρη Νέα Εστία ως κάποια εξαιρετικά λαθρόβια περιοδικά.

Στη συνέχεια η ομαδοποίηση αυτών των κειμένων αποτυπώνει αφενός την ευρύτητα των ενδιαφερόντων του συγγραφέα και αφετέρου την υφολογική του διάπλαση στο πέρασμα του χρόνου.Τα άρθρα του θα μπορούσαν να κατηγοριοποιηθούν σε εννιά κατηγορίες, ιεραρχημένα σύμφωνα με τη συχνότητα των προς πραγμάτευση θεμάτων:

α) Κείμενα που διερευνούν τα αισθητικά ή ιστορικά συμφραζόμενα του Θεάτρου σκιών.
β) Κείμενα που πραγματεύονται ζητήματα της τέχνης σχετικά με την αρχαία Ελλάδα, το Βυζάντιο, το Μεσαίωνα και την Αναγέννηση.
γ) Αισθητικά κείμενα που αφορούν την ευσεβιστική τέχνη.
δ) Τα συγκριτικά του δοκίμια.
ε) Τα ταξιδιωτικά.
στ) Εκλαϊκευτικά περί ζωγραφικής κείμενα.
ζ) Τα παραμύθια.
η) Τα επικαιρικά τεχνοκριτικά του σημειώματα.
θ) Αρχιτεκτονικά άρθρα.

Αυτή η ομαδοποίηση θα μπορούσε κάλλιστα να προεκταθεί και στο πρωτότυπο έργο του. Καθώς το Σπίτι του Ροδάκη στην Αίγινα (1934) ανήκει στη θ’ ομάδα+ οι μελέτες του Karaghiozi ou la comedie dans l’ ame du theatre d’ ombres (1935) και Η ιστορία και η τέχνη του Καραγκιόζη (1937) στην α΄ ομάδα+ οι Βασικές θεωρίες γύρω από τις αρχές της τέχνης, εμπνευσμένες από δέκα σονέτα του Μιχαήλ Αγγέλου στη στ΄ομάδα+ οι Βιβλικές ιστορίες (1954) και οι Παραδόσεις (1975) στη γ΄ομάδα+ τα Ελληνικά τοπία (1973) στην ε’ ομάδα και οι Μύθοι (1979) στην ζ’ ομάδα.

Περιττό να προσθέσω ότι μια ψυχοστασία σαν του Καίμη, που συλλάμβανε ολιστικά τον κόσμο, δεν μπορούσε να μιλήσει αποσπασματικά ή από μια «ειδική» σκοπιά για κάποιο θέμα. Κατά συνέπεια αυτή η κατηγοροποίηση αφορά μόνο το θεματικό πυρήνα των επιμέρους άρθρων ή βιβλίων. Εξού και τα Ελληνικά τοπία, αν και σε γενικές γραμμές είναι βιβλίο ταξιδιωτικής λογοτεχνίας ταυτόχρονα εμπεριέχει στοιχεία αυτοβιογραφίας αλλά και αισθητικού στοχασμού.

Από το βιβλίο αυτό απομονώνω ένα απόσπασμα (από το κεφάλαιο «Το ωραίο από το χρήσιμο»): «Μπορούμε επομένως να συμπεράνουμε ότι η Τέχνη – σαν γέννημα που είναι της μυστικής θέλησης της Φύσης – εκδηλώνεται μέσα από την ψυχή του ανθρώπου, ώστε να συμπληρωθεί η φευγαλέα φαινομενική ομορφιά της με κάτι που είναι πιο μόνιμο».

Οι πλατωνικές καταβολές διαμέσου της εβραιοχριστιανικής παράδοσης ακούγονται πολύ καθαρά στη φωνή του. Πρέπει να αποσαφηνιστεί πάντως ότι ο Καίμη δεν υπήρξε ο συστηματικός αναγνώστης φιλοσοφικών κειμένων. Είχε βέβαια κάποιες προσβάσεις στην αρχαία ελληνική σκέψη, που εν πολλοίς αφορούσαν τις πλαστικές και εφαρμοσμένες τέχνες. Κυρίως όμως εντρύφησε στη Βίβλο, στο Ταλμούδ και στην Καββάλα. Διότι αντιμετώπιζε σύμμετρα τον ελληνισμό και τον ιουδαϊσμό. Αφού απώτερος στόχος του ήταν να δείξει –χωρίς ευκαιριακές δεσμεύσεις– τους κοινούς τόπους των δύο πανάρχαιων συμπληρωματικών εντέλει αυτών κόσμων.

Γράφει, για του λόγου το αληθές, στο ανέκδοτο έργο (βρέθηκε σε σπαραγματική μορφή) του Βασικές ιδέες της Παράδοσης: «Η ιουδαϊκή γραφή σώθηκε παραδόξως από τους Ελληνες και όχι από τους Εβραίους. Καθώς οι Έλληνες βρήκανε στη Πεντάτευχο αυτό που είχανε χάσει: τη γραφή – τον συμβολισμό δηλαδή της σκέψης και των μορφών. Ενώ οι Εβραίοι βλέποντας τους Ελληνες πανθεϊστές να λατρεύουν την Πεντάτευχο, άρχισαν να την ερμηνεύουν και αυτοί στην ελληνική γλώσσα, γι’ αυτό και η εβραϊκή γραφή λησμονήθηκε».

Απόψεις που ενδεχομένως να φάνταζαν αποσυνάγωγες στους κόλπους της εσωστρεφούς εβραϊκής κοινότητας, αλλά που ηχούσαν αλλόκοτα στα αυτιά της κλειστής ελληνικής κοινωνίας της δεκαετίας του 1950, η οποία συντηρούσε τα στεγανά. Και μια φράση του (που τον φέρνει τόσο προδρομικά κοντά στη σκοπιά του μεγάλου θρησκειολόγου-ανθρωπολόγου Ρενέ Ζιράρ) «Ο Χριστός ήταν ο αναμενόμενος απο το Ισραήλ Μεσσίας. Χάρη σε αυτόν διεσώθη το ιερό βιβλίο, που διαφορετικά θα είχε μείνει μια ανάμνηση, αλλά και το εβραϊκό έθνος, που αλλιώς θα είχε ακολουθήσει τη μοίρα των Βαβυλωνίων, Ασσυρίων ή Χετταίων» (κλεμμένη από το ημερολόγιο του προσφιλούς του μαθητή, του Χρήστου Δέδε, ο οποίος κατέγραφε αυτολεξεί όλες τις λεπτομέρειες των συναντήσεών τους).

Πρέπει να κάνουμε σημειωτόν για λίγο στον ιδιότυπο σιωνισμό του Καίμη. Στην ανυπόκριτη εμπιστοσύνη του στους ‘Αραβες αλλά και στο διασπορισμό των Εβραίων απ’ ό,τι στο νεότευκτο κράτος του Ισραήλ. Καθώς επίσης στον αυθόρμητο αναρχισμό του και στην αντισταλινική ιδεολογία του («Δευτέρα Παρουσία θα γίνει όταν δεν θα υπάρχει Εφορία», διαβάζουμε και πάλι στον πολύτιμο αντιγραφέα των λεγομένων του Χ. Δέδε).

Από την άλλη μεριά, αυτός ο λοξός μαθητής του Φίλωνα του Αλεξανδρέα γοητεύτηκε και από τους δασκάλους της Ανατολής. Αυτό μαρτυρεί η μετάφραση του αισθητικού δοκίμιου Σάνταγκα ή έξη κανόνες της ζωγραφικής. Καθώς οι δεκαέξι υποσέλιδες παρεμβάσεις του μεταφραστή στη θεωρία του Αμπανίτρα Ναθ Ταγκόρ επιχειρούν να συνδέσουν τον ινδουϊστικό κανόνα του βλέμματος με την αρχαιοελληνική (αλλά και τη νεοελληνική, μέσα από δυο ρητά του Γιάννη Τσαρούχη), την εβραική, την αραβοπερσική και τη βυζαντινή εικαστική παιδεία.

«Εδώ συμβολίζεται θαυμάσια πως κρίνει τη νέα Ευρώπη η παλαιά Ανατολή. Βλέπουμε πώς ο Ινδός ζωγράφος», υπογραμμίζει στον Φώτη Κόντογλου («Διατηρείται η βυζαντινή παράδοσις ζωντανή», συνέντευξή του που δημοσιεύτηκε στη Καθημερινή, 26.9.38), «που αισθάνεται βαθιά την παράδοση του, ξέρει και μιλάει τη γλώσσα μας, ψυχολογεί και ενθαρρύνει την ατομική προσπάθεια του Ευρωπαίου στην αναζήτηση της αλήθειας της τέχνης. Κατά βάθος η θεωρία του Ταγκόρ προϋποθέτει ότι δεν πρέπει η ατομική ελευθερία να φύγει από τον συμβατικό κανόνα. Το βιβλίο αυτό γαληνεύει την ταραγμένη σημερινή σκέψη, θέτοντας τα πράγματα σε τάξη δίχως το σύστημα της βίας».

Και ως άνθρωπος της ενότητας –τόσο στην έκφραση όσο και στη συναναστροφή– αναζητά εξαντλητικά το άρωμα της χαμένης συλλογικότητας σε ό,τι κι αν ακουμπάει.

Ακούστε τον πώς μιλάει (συντονισμένος με τον Κ. Vrieslander) στο Σπίτι του Ροδάκη στην Αίγινα: «Όλα διατυμπανίζονται σήμερα μέσα στη μόδα και μέσα της πνίγει ο καθένας την ατομικότητά του. Φοβάται μπας και κάνει τα αναπόφευκτα αυτά λάθη που υπάρχουν στη φύση και στη τέχνη+ όλοι γινήκαμε αριθμοί μέσα στους αριθμούς».
Βέβαια, το βαθύ εαυτό του τελικώς τον ανακαλύπτει πίσω από το φωτισμένο πανί. Εκεί στις υπεριπτάμενες φιγούρες, στις τραβεστί φωνές, στις οικείες ιστορίες και στις πρωτόγονες ζωγραφιές. Κάθώς μόνο εκεί μπορεί να υπάρχει (ρυπαρός, θεόκουφος, άφυλος) χωρίς να λογοδοτεί στον πολιτισμό του κέρδους, της ενηλικίωσης, του ανελέητου εδώ και τώρα.

Το γεγονός τώρα ότι στον Καραγκιόζη του έμαθε τη γαλλική μαρτυρεί την αγωνία του να κερδίσει, έστω μέσω της γλώσσας, την εμπιστοσύνη και την προσοχή των καλλιεργημένων του καιρού του, Καθώς ο Καραγκιόζης, στη μέση συνείδηση, ήταν ταυτόσημος με τον υπόκοσμο.

Κατά τα νεοελληνικά ειωθότα αυτή την ακροποδητί προσπάθεια αγχνόησαν ή λεηλάτησαν διάφοροι «φίλοι» ή επιτήδειοι μελετητές. Ένα παράδειγμα. Προκλητικά ο Νίκος Εγγονόπουλος, με τον οποίο γνωριζόντουσαν προσωπικά, στο άρθρο του Ο Καραγκιόζης, ένα ελληνικό θέατρο σκιών παρουσιάζει τη μελέτη του Καίμη ως μετάφρασμα από τη γαλλική (Λωτός, τ. 6/1969).

Στην ωριμότητά του (οκτώ χρόνια πριν σβήσει αγκαλιά με τη θρυλική του τσάντα) γράφει ένα κείμενο με τίτλο «Ο εθνικός χαρακτήρας της τέχνης»: «Με το έργο μου Καραγκιόζης κάνω αυτό που πολλοί το θεωρούνε υπερβολή: ανυψώνω ένα ξεπεσμένο θέατρο. Και όμως με το έργο αυτό δεν κάνω παρά να φανερώσω την ιδιοσυγκρασία μου, δίνοντας αξία σε κάτι ξεπεσμένο, μα βαθύ και ουσιαστικό και επιπλέον σε κάτι που εκφράζει την ψυχή της ελληνικής ψυχής. Αν έμενα στο επίπεδο του θαυμαστού ενός πρωτόγονου θεάτρου, θα έκανα έργο απλά επιστημονικό, δίχως ποιητική σύλληψη, όπως αυτοί που μεταφράζουν τα λαϊκά παραμύθια στην καθομιλουμένη.

Εγώ ανακάλυψα το σκελετό της κάθε κωμωδίας. Ας μην ξεχνούμε ότι ο Αισχύλος παίρνει το ταπεινό λαϊκό θέατρο, το ανυψώνει με τη μεγάλη του φαντασία και έτσι, χωρίς να το απογυμνώνει από τις μεγάλες ιδέες του, το επιστρέφει ως παραδειγματική τέχνη στο λαό. Οι Έλληνες που στάθηκαν μεγάλοι ερασιτέχνες, θαύμαζαν τη λαϊκή δημιουργία και την ανύψωναν. Ετσι, ο σημιτικός όρος χομχάμ, που σημαίνει σοφία της ζωής στην ελληνική ιδιοσυγκρασία σημαίνει ερασιτεχνία».

Τι μας ψιθυρίζει αυτό το απόσπασμα; Πρώτον, σε επίπεδο πνευματικής σκόπευσης παραμερίζει τα δίπολα λαϊκό – λόγιο, παραδοσιακό – μοντέρνο, τοπικό – διεθνές. Και δεύτερον, σε επίπεδο αφηγηματικής ηθικής, υπογραμμίζει αφενός την ποιητική διάσταση μιας σκέψης και αφετέρου τη «δομική» πρόθεση μιας ερμηνείας.

Κουβεντιάζοντας τα κείμενα

Αν με το σκαρί της σκέψης του Καίμη βρήκαμε την άκρη με το γλωσσικό του φρόνημα τα πράγματα περιπλέκονται.

Είναι γεγονός ότι τα κείμενα του ενίοτε αποπνέουν κάτι παλιομοδίτικο. Σ’ αυτό συνηγορεί, πρώτον, το γεγονός ότι ως ιταλοθρεμμένος μάθαινε την ελληνική επι μακρόν (συχνά μάλιστα η πρώτη γραφή γινόταν στα ιταλικά και κατόπιν ο ίδιος μετέφραζε τα κείμενά του). Δεύτερον, η βαθιά επιρροή που άσκησε πάνω του η λαϊκότροπη τάση της λογοτεχνίας μας με εκφραστές τους Στρατή Δούκα, Φώτη Κόντογλου και Νίκο Βέλμο, οι οποίοι με διαφορετικης ποιότητας αποτελέσματα, προσπάθησαν να απαλλάξουν την πεζογραφία από λόγιες προσμείξεις και περίτεχνες κατασκευές. Μια κουβεντιαστή λογοτεχνία που προσέβλεπε στη λιτότητα και στην οικονομία της ομιλίας. Και, τρίτον, το ότι οι μοναδικοί αφηγηματικοί κώδικες, που ανέκαθεν τον μαγνήτιζαν περιλαμβάνονταν στο αστερισμό του παραμυθιού, του αινίγματος ή της παροιμίας (βλέπε τα βιβλία του: Bιβλικές ιστορίες, Παραδόσεις, Mύθοι), κάτι που ανιχνεύεται, ως θερμοκρασία φωνής, στα περισσότερα βιβλία του.

Έχουμε δηλαδή έναν απευθείας απόγονο της σωκρατικής σχολής, έναν αποκλίνοντα ραββίνο ο οποίος προτιμούσε τη γλυκιά τύρβη της αγοράς από την αυτοσυγκέντρωση της μελέτης: με δυό λόγια: τους φίλους από τους αναγνώστες. Ή, όπως σημειώνει στο παρόν έργο: «Οι Ιουδαίοι διδάσκαλοι είναι ζωντανά παραδείγματα της διδασκαλείας τους. Μεταδίδουν το αίσθημα του ωραίου με τον τρόπο της ομιλίας τους, με τον τρόπο που ντύνονται – η ψυχική τους ηρεμία είναι ζήτημα αισθητικής».

Για όλους αυτούς τους λόγους εικάζω ότι ο Kαίμη δε διεκδίκησε ποτέ την κυριότητα των έργων του, όταν διάφοροι επιτήδειοι τα οικειοποιήθηκαν σκανδαλωδώς. Μπορεί κατά βάθος να μην τα θεωρούσε καν δικά του, αλλά αυτονόητη δωρεά της πνευματικής του σπατάλης στη συντροφιά.

Στο βαθμό που σε αρκετά γραπτά του έχουμε την αίσθηση ότι ο συγγραφέας πιάνει τη γραφίδα με το στανιό. Ότι αυτός θα ήθελε απλώς να συσπειρωθούμε γύρω από την ιδιότυπη φωνή του (λόγω της βαρηκοϊας και του ξενικού ηχοχρώματος η φωνή του είχε κάτι το μυθικό – σκεφτείτε πώς μιλούσε ο Εβραίος στον Καραγκιόζη…) και να μας τα πει όπως τα θυμάται. Να τα χρωματίσει σύμφωνα με τη διάθεση της στιγμής. Να μας ξετυλίξει το παραμύθι της μέσα ζωής+ το θρυμματισμένο παραμύθι του παραγκωνισμένου που υπερασπίζεται με νύχια και με δόντια τον κόσμο του sum από τον κόσμο του cogito.

Tεχνοτροπικά γνωρίσματα ή βιοθεωρητικές εμμονές;

H πλειονότητα των έργων, των σωσμένων έργων του, είναι τα σχέδια. Tα περισσότερα από αυτά τα έκανε σε καφενεία και ταβέρνες –σε ευτελή υλικά και με οποιοδήποτε μέσο– και σκιαγραφούν τη φθίνουσα ζωγραφική του περίοδο. Προπολεμικά φιλοτέχνησε, όπως συμπέρανα από διασταυρούμενες μαρτυρίες, σωρηδόν ακουαρέλες καταγράφοντας, συνήθως εκ του φυσικού, τις ταξιδιωτικές του εντυπώσεις από τοπία της Eλλάδας, της Mέσης Aνατολής και της Iταλίας.

Tα λάδια του τα δούλευε για χρόνια και γι’ αυτό μάλλον υπάρχουν λίγα κομμάτια. Σύμφωνα πάντως με ελεγμένη μαρτυρία, κάποιος που του φύλαξε έργα του τα αβέβαια χρόνια της Κατοχής μετά αρνήθηκε να του τα επιστρέψει.

Ο Kαίμη πωλούσε σπανίως (αντί πινακίου φακής), ενώ συνήθως χάριζε έργα του σε φίλους που εκτιμούσε. Δεν είναι τυχαίο ότι οι περισσότεροι συλλέκτες του υπήρξαν πάνω απ’ όλα φίλοι του ή μαθητές του.

Γενικά προτιμούσε την ελαφρά ύλη (χρωματιστά μολύβια, τέμπερες, σινική ή
μπικ) και κατά κανόνα απέφευγε τους προοπτικούς κανόνες και το κιαροσκούρο που διδάχτηκε ως φοιτητής.

H προσωπική του επαφή αφενός με τη βυζαντινή αγιογραφία, τη λαϊκή τέχνη και αφετέρου με την αρχαία αγγειογραφία, τον έστρεψαν στη σχεδιαστική ακρίβεια και στη λατρεία του στιγμιότυπου.

Kαι αυτό δεν αποτελεί μόνο ζωγραφική εμμονή αλλα και στάση ζωής. Διότι ο Καίμης ενδιαφέρεται προπάντων να μνημειώσει το λεπτό, το εφήμερο της συναναστροφής, το φευγαλέο του βλέμματος, ενώ περιεργάζεται ένα τοπίο ή ένα πρόσωπο. Καθώς για τον Καίμη η ζωγραφική (ειδικότερα τα σχέδια και οι υδατογραφίες) λειτουργούσαν δίκην ημερολογίου.

Xαρτιά ξεθωριασμένα, κιτρινισμένα από το χρόνο, με λεκέδες ή τρύπες που μαρτυρούν το άναρχο του βίου, αποτελούν την εικαστική του κληρονομιά.

Kαι εκεί πάνω με χρώματα αβαρή, σχεδόν ανεπαίσθητα: μαβιά, ανοιχτά πορτοκαλένια, τριανταφυλλένιες αποχρώσεις και πράσινα χλωρά ή σέπιες και όμπρες, κατά τόπους σταχτιά και καστανοκόκκινα, πάνω σε ένα βάθος που δεν έχει καμιά οπτική φυγή.

Oι πινελιές στα τοπία του (συχνά ένα δυναμικό ιμπρεσιονιστικό χρωματικό παιχνίδισμα) υπαγορεύονταν από την ανάγκη του να ανακαλύψει λησμονημένους ρυθμούς και κρυμμένες αρμονίες μέσα στη ρεαλιστική θεματογραφία του. Γι’ αυτό περισκοπεί ή φαντασιώνεται τοπία (αρχαία ερείπια, βυζαντινά κτίσματα, πολύσημη ύπαιθρο) όπου η ιστορία διολισθαίνει στο μύθο. Στα πορτρέτα (φίλοι, συνομιλητές, γνώριμοι των περιπλανήσεών του) τον κεντρίζει η εσωτερική βιογραφία του μοντέλου, εξ ου και η από μνήμης ολοκλήρωση των προσώπων αλλά και η αισθαντικότητα του βλέμματος (το οποίο υποδηλώνεται με γοργές εξπρεσιονιστικές χειρονομίες).

Θα ήθελα επίσης να αναφερθώ σε δύο αντικρουόμενες απόψεις για ορισμένα ανυπόγραφα έργα που βρέθηκαν στα κατάλοιπά του. Mια μερίδα συλλεκτών του μου είπε ότι ο ζωγράφος υπέγραφε όσα έργα θεωρούσε αξιοσύστατα. Mιά άλλη μερίδα υποστήριζε πώς γενικά απέφευγε να υπογράφει (ή υπέγραφε μετά από προτροπές των αγοραστών ή των δωρητών των έργων του) με το αιτιολογικό ότι τα έργα του έχουν τόσο έντονα την καλλιτεχνική του σφραγίδα, ώστε θεωρεί περιττή την υπογραφή του ως τεκμήριο γνησιότητας.

Βέβαια μετά τη δεκαετία του 1950 ζωγράφιζε όλο και σπανιότερα, καθώς ένιωθε περισσότερο τεχνοκριτικός ή ιστορικός της τέχνης παρά ζωγράφος.

Παραθέτω ένα ενδεικτικό απόσπασμα που φωτίζει την ακρίβεια αλλά και τη λεπτότητα των κριτηρίων του:

«Aυτό είναι το μεγάλο μυστικό του Γκρέκο: Nα μένει στο πνεύμα της εποχής του και να είναι ταυτόχρονα «πρωτόγονος». H ψυχή του δεν αγαπάει τα μνημειώδη όπως ο Mιχαήλ ‘Αγγελος. O φωτισμός του, που δειλά εγγίζει τις μορφές, είναι σαν τα μαργαριταρένια δάκρυα που γλυκαίνουν την τρικυμία του προσώπου.
Δεν προτιμάει τη μεγαλοπρέπεια του μαρμάρου, μα την ταπεινή λάσπη που δουλεύεται με τα δάχτυλα, το πιό απλό μέσο που μπορεί να βρει κανείς για να αποδώσει μιαν υπέρτατη έξαρση. Kάνει προπλάσματα από πηλό, τα φωτίζει και τα αντιγράφει στον μουσαμά.

Nα, γιατί η ζωγραφική του Γκρέκο είναι τέχνη και τέχνασμα μαζί» (συνομιλία με τον Φώτη Κόντογλου, H Kαθημερινή, 26.10.1938).

Και επειδή για τον Καίμη η τέχνη είναι ενιαία και αδιαίρετη, ακούστε πώς κρίνει τη ζωγραφική του Καραγκιόζη («Η ζωγραφική του Καραγκιόζη», Νέα Εστία, 15.6.49): «Μερικοί αναρωτιούνται αν αυτή η ζωγραφική είναι ερασιτεχνική ή όχι. Η αλήθεια στέκεται πέρα από αυτές τις διακρίσεις. Ο Σπαθάρης μοιάζει με τον Θεόφιλο στη σύλληψη, διαφέρει όμως στην εκτέλεση. Οι φιγούρες του Σπαθάρη είναι άμεσα πρωτόγονες, δηλαδή πλάγιες (επί το πλείστον) ενώ του Θεόφιλου είναι ανάφλυφες. Εξάλλου ο Θεόφιλος χαρακτηρίζεται από μυστικισμό ενώ ο Σπαθάρης, το αντίθετο, από δυναμισμό».

Και βέβαια, αν σκεφτούμε ότι αναφερόμαστε σε εποχές χαρακωμάτων και μανιχαϊστικών διαφορών, οι αδέσμευτες απόψεις του αποκτούν προδρομικό χαρακτήρα: «Τον ακαδημαϊσμό η σημερινή κριτική τον καταδικάζει αμείλικτα, ενώ από την άλλη μεριά εκτιμά σε απίστευτο σημείο τον πριμιτιβισμό, κάτι που επιβεβαιώνει ότι δεν κατορθώνει να μπει σε βάθος του δημιουργικού φαινομένου.
Η τέχνη δεν χωρίζεται σε κατηγορίες, που στην ουσία πρόκειται για κατηγορίες αλλά για διάφορες ψυχικές εκδηλώσεις του ρυθμού που τείνουν στο να αποκαλύψουν τη διάρκεια και τη στιγμή ενός λαού». («Τοιχογραφίες της Δημαρχείας του Φ. Κόντογλου», Νεοελληνική Λογοτεχνία, 15.6.40)

Ολοσχερής αποκλεισμός

Aναμφίβολα ο ορίζοντας του –όπως αυτός διαγράφεται τόσο από τις μελέτες του όσο και από τη ζωγραφική του– προσβλέπει κυρίως στα πρότυπα των μεγάλων πολιτισμών της Aνατολής, καθώς τη Δύση, από την Aναγέννηση και μετά, τη δέχεται με προοδευτικό σκεπτικισμό.

Έτσι, αν και συναναστράφηκε κάποιους από τους κορυφαίους ανανεωτές του Μεσοπολέμου (Στέρης, Παπαλουκάς, Πικιώνης, Xατζηκυριάκος-Γκίκας, Διαμαντόπουλος, Tσαρούχης, Eγγονόπουλος), ο ίδιος αναζητά με θαυμαστή επιμονή, ως το τέλος της ζωής του, τη συνέχεια της ελληνικής τέχνης μετά το Bυζάντιο.

Kαι το «σπασμένο νήμα της παραδόσεως» (όπως γράφει στο κατάλοιπο κείμενο της ωριμότητάς του «O εθνικός χαρακτήρας της τέχνης») το βρίσκει – ακολουθώντας το παράδειγμα αρκετών ανθρώπων – της γενιάς του στην ανώνυμη αρχιτεκτονική, στο στιγματισμένο Θέατρο σκιών και στην ταπεινή λαϊκή τέχνη.

Kαι αυτό είναι εύλογο. Στο βαθμό που οι κραδασμοί της νεοτερικότητας κλονίζουν όχι μόνο την πίστη του στη συνοχή που υποσχόταν κάποτε η τέχνη, αλλά και υποσκάπτουν τον κοινωνικό ιδανισμό του.

Παρ’ όλα αυτά, η εικόνα του ανθρώπου του προσκολλημένου στο παρελθόν σε μεγάλο βαθμό αίρεται από ένα παράδοξο που παρατηρείται στο ίδιο το έργο του.
Eνώ δηλαδή σε ορισμένα κείμενά του δείχνει να προσλαμβάνει τον κόσμο με έναν προφανή τρόπο, σε κάποια άλλα, κυρίως αυτά που αφορούν την ευσεβιστική τέχνη ή τον λαϊκό πολιτισμό φανερώνει μια ιδιότυπη οντολογική ματιά.

Kαι όταν λέω οντολογική ματιά, υπαινίσσομαι κυρίως τη δεσπόζουσα εμμονή του λαογράφου, αισθητικού και ζωγράφου να ερμηνεύει την τέχνη (και επαγωγικά την ανθρώπινη κατάσταση) ως μεταμορφώσεις – ανοδικές ή καθοδικές – του ιερού αισθήματος.
Στο σημείο αυτό καλόν θα ήταν, για να εξορύξουμε το βαθύτερο κοίτασμα της περιθωριοποίησης της παπαδιαμαντικής αυτής φιγούρας, να σκάψουμε λίγο βαθύτερα. Να μην αρκεστούμε δηλαδή στις επιστρώσεις της απομόνωσής του (στη βαρηκοία του, στην οικογενειακή παρακμή, στη ροπή του σε μια ρομαντική πρόσληψη του λάθε βιώσας).

Xωρίς περιστροφές: ο Kαίμης αποσιωπήθηκε διότι ο στοχασμός του δεν εξυπηρετούσε καμμία πολιτισμική σκοπιμότητα – ζούσε, να το πούμε αλλιώς, εναντίον του κοινωνικού προσώπου του.

H δυσφορία του μπροστά στην ξέφρενη νεωτερικότητα μεταφράζεται, στα μάτια των αβασάνιστων εκμοντερνιστών, ως παρωχημένος τοπικισμός. O οικουμενικά λαϊκός τρόπος του να προσλαμβάνει την παράδοση (που κάποιες φορές τον φέρνει τόσο κοντά στη σκέψη του Mιχαήλ Mπαχτίν) τον καθιστούν ανενεργό στις ιδεοληπτικές βλέψεις των ελληνοκεντρικών του μεσοπολέμου. Tέλος, ο καββαλιστικός μυστικισμός και ο αυθόρμητος αναρχισμός του τον περιθωριοποιούν τόσο από τις επιδιώξεις μιας δογματικής αριστεράς όσο και από την εσωστρεφή και ισχνή μεταπολεμικά εβραϊκή κοινότητα.
Mε δυο λόγια: έχουμε έναν ολοσχερή και, δε θα δίσταζα να πω, τραχύ αποκλεισμό. Kι όμως αυτός ο «υπεράνω του ψόγου και του επαίνου» (σύμφωνα με την ευθύβολη διατύπωση του Tσαρούχη) απευθυνόταν εξακολουθητικά σ’ έναν άνθρωπο με ανοιχτή καρδιά. Eπειδή ο Kαΐμης, πάνω απ’ όλα, υπήρξε ένας προσηνής αφηγητής+ ένας παραμυθάς, ο οποίος το μόνο που προσδοκούσε ήταν να γεμίσει το χώρο μιας συνάθροισης με την ανταλλαγή μιας κοινής εμπειρίας (αλήθεια, αυτό τον τύπο αφηγητή δε μας υποδεικνύει ο Bάλτερ Mπένγιαμιν όταν αναφέρεται στις χασιδικές κοινότητες;)
Aυτός ο άνθρωπος λοιπόν με το διδακτικό χιούμορ, που αγαπούσε τους ατέλειωτους περιπάτους και τις δαιδαλώδεις συζητήσεις περί τέχνης, στον απορφανισμό του σύγχρονου ανθρώπου από τα μεγάλα ερείσματα της ζωής, προτείνει, δίκην παραμυθίας, την οικουμενική δύναμη της λαϊκής τέχνης και την ηθική δομή του ωραίου.

Αυτή η βραχεία μελέτη πρωτοδημοσιεύτηκε στο Αντί (τ. 627, 31.1.1997), στην Ίνδικτο (τ. 8, χειμώνας 1997) ενώ αποτέλεσε το εισαγωγικό κείμενο της αναδρομικής έκθεσης Giulio Caimi (Εβραϊκό Μουσείο Ελλάδος, Μάιος 2003). Η παρούσα μορφή, εμπλουτισμένη και αναπλασμένη, αποτελεί την οριστική μορφή του κειμένου.

+ άνω στιγμή

url-1

Βιβλία Τζούλιο Καΐμη

Ελληνικά τοπεία (Γαβριηλίδης, 1993), Τζούλιο Καίμη, ένας αποσιωπημένος (Γαβριηλίδης, 1994), Σάνταγκα ή οι έξη κανόνες της ζωγραφικής, Το σπίτι του Ροδάκη στην Αίγινα, Ο άτυχος γάμος (Ακρίτας, 1997), Giulio Caimi (Εβραϊκό Μουσείο Ελλάδος, 2003), Γύρω στο αίσθημα του ωραίου (Γαβριηλίδης, 2005).

*Αυτή η βραχεία μελέτη πρωτοδημοσιεύτηκε στο Αντί (τ. 627, 31.1.1997), στην Ίνδικτο (τ. 8, χειμώνας 1997) ενώ αποτέλεσε το εισαγωγικό κείμενο της αναδρομικής έκθεσης Giulio Caimi (Εβραϊκό Μουσείο Ελλάδος, Μάιος 2003). Η παρούσα μορφή, εμπλουτισμένη και αναπλασμένη, αποτελεί την οριστική μορφή του κειμένου.

«Μέτρα λιτότητας»: Η νέα ελληνική ποίηση

cover-rendition-460

Της Ελένης Κεχαγιόγλου*

Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Penguin μια ανθολογία της νέας ελληνικής ποίησης, σε επιμέλεια και μετάφραση της Karen Van Dyck. Η επιμελήτρια της έκδοσης —καθηγήτρια των ελληνικών σπουδών στην έδρα Κίμων Α. Δούκας στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια— έχει ήδη επιμεληθεί, σε συνεργασία με τους Peter Bien, Peter Constantine and Edmund Keeley έναν τόμο για την ελληνική ποίηση από το 1900 έως το 2000 (A Century of Greek Poetry: 1900-2000, Cosmos, 2004), ενώ έχει επίσης μεταφράσει από τα ελληνικά το μυθιστόρημα της Μαργαρίτας Λυμπεράκη Τα ψάθινα καπέλα (Three Summers) για λογαριασμό των εκδόσεων Κέδρος το 1995 και, τέλος, ανθολόγησε και μετάφρασε ποιήματα της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ (The Scattered Papers of Penelope: New and Selected Poems by Katerina Anghelaki- Rook, Graywolf 2009).

Η νεοελληνίστρια Karen Van Dyck —με σχετικές σπουδές στην Οξφόρδη και με τα επιστημονικά της ενδιαφέροντα να περιλαμβάνουν την ελληνική λογοτεχνία και την ελληνική λογοτεχνία της διασποράς, τα ζητήματα φύλου και τη μετάφραση— υπογράφει τώρα μια ανθολογία με την ποίηση της νέας χιλιετίας, όπως θα δείτε στο κείμενό της που ακολουθεί (Guardian, 23/3/2016) και το οποίο παρατίθεται ολόκληρο στη συνέχεια.

Το οποίο κείμενο έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, δεδομένου ότι δίνει μια εικόνα της σημερινής Ελλάδας όπως την προσλαμβάνει ένας άνθρωπος ξένος (παρ’ ότι η K. V. Dyck έχει πραγματοποιήσει μεταπτυχιακές σπουδές στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης τη δεκαετία του 1980) και δημοσιεύεται σε μια μεγάλη εφημερίδα του Λονδίνου. Ο σχολιασμός υπερβαίνει τη σύγχρονη ποιητική παραγωγή και περιγράφει το πλαίσιο εντός του οποίου αυτή παράγεται, κατά τη γνώμη της επιμελήτριας της συλλογής.

Το ενδιαφέρον, εν προκειμένω, κατά τη γνώμη μου είναι ότι επιχειρείται μια αντίστροφη ανάγνωση. Η «ζοφερή πραγματικότητα στην Αθήνα» όπως την περιγράφει η Κ. V. Dyck (ελλείψεις σε ρεύμα και νερό σε επίπεδα εμπόλεμης κατάστασης, τραγικές δολοφονίες και ληστείες καταλαμβάνουν στα μέσα τον ίδιο χρόνο με τις διαφημίσεις συστημάτων υψηλής ασφαλείας και άλλα παρόμοια, ενώ οι ποιητές διαβάζουν ποιήματα στις αλάνες) δίνουν μεν μια γραφική εικόνα για την πρωτεύουσα μιας χώρας σε κρίση, πλην όμως δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.

Έχω την εντύπωση ότι, εν προκειμένω, η ανθολόγος-επιμελήτρια της συλλογής ερμηνεύει την πραγματικότητα μέσω της ποίησης και όχι την ποίηση αναφορικά με το πλαίσιο εντός του οποίου έχει παραχθεί. Και με τον τρόπο αυτό, οδηγείται σε μια παρανάγνωση (εσκεμμένη ή όχι) της πραγματικότητας. Για να αποφύγω ωστόσο τα βιαστικά συμπεράσματα, θα επανέλθω, αφότου διαβάσω την Εισαγωγή της ανθολογίας, στην οποία και θα δίνονται, φαντάζομαι, τα κλειδιά της επιλογής των ποιημάτων και του ερμηνευτικού σχήματος της K. V. Dyck, το έργο της οποίας, σε κάθε περίπτωση, είναι σημαντικό. Και τότε, θα είμαι σε θέση, ίσως, να πω εάν, και κατά πόσον, στο εξώφυλλο μιας ποιητικής ανθολογίας έχει θέση μια φράση του οικονομολόγου Γιάνη Βαρουφάκη. Η θεωρία της λογοτεχνίας βέβαια, έχει —εδώ και χρόνια, και επί μακρόν— συζητήσει τέτοια θέματα…

Κατά τα άλλα, ανυπομονώ να πάρω στα χέρια μου το βιβλίο για να διαπιστώσω ποιοι νέοι ποιητές μας περιλαμβάνονται στις 496 σελίδες του και την αντιπροσωπευτικότητα της επιλογής αυτής ως προς την «επαναστητημένη μορφή τέχνης», σύμφωνα με τον Guardian. Σε κάθε περίπτωση, αυτό έχει σημασία: αέρα στα πανιά τους να έχουν οι ποιητές και οι πεζογράφοι μας και οι λέξεις της μικρής μας γλώσσας να βρίσκουν τρόπο να συναντούν κοινό εκτός συνόρων. Η ιδεολογική χρήση είναι μια άλλη, μεγάλη (και ίσως σε έναν βαθμό, αναπόφευκτη) ιστορία.

* * *

vandyke-330

—της Karen Van Dyck για τον Guardian | Μετάφραση για το dim/art: Γιώργος Θεοχάρης—

Στην πληττόμενη από τη φτώχεια Ελλάδα, η ποίηση γίνεται πλουσιότερη. Η Karen Van Dyck, επιμελήτρια μιας ανθολογίας για τη σύγχρονη ελληνική ποίηση, με τον τίτλο Austerity Measures: The New Greek Poetry (Μέτρα Λιτότητας: Η Νέα Ελληνική Ποίηση), εξετάζει μια επαναστατημένη μορφή τέχνης.

Όταν τα αγαθά μειώνονται και δεν επαρκούν, οι άνθρωποι παλεύουν, γίνονται αρπακτικοί, σκληραίνουν. Τον τελευταίο καιρό, η Ελλάδα και τα Βαλκάνια ζουν με περισσότερες στερήσεις από το μερίδιο που τους αναλογεί. Η πείνα, η ανεργία, οι περικοπές των συντάξεων και οι κατεστραμμένες επιχειρήσεις χαρακτηρίζουν τη ζοφερή πραγματικότητα στην Αθήνα. Οι ελλείψεις σε ηλεκτρικό ρεύμα και νερό φτάνουν σε επίπεδα που συναντά κανείς σε χώρες που βρίσκονται σε εμπόλεμη κατάσταση. Περισσότεροι από το 27% των Ελλήνων είναι άνεργοι. Το 55% των νέων, ιδιαίτερα εκείνων που (θα έπρεπε να) απασχολούνται στους τομείς της τεχνολογίας και της εκπαίδευσης, έχουν φύγει από την Ελλάδα για να βρουν δουλειά αλλού. Το 40% των παιδιών ζούσαν σε συνθήκες φτώχειας το 2014, και το ποσοστό τώρα πλησιάζει το 50%. Το δημόσιο χρέος είναι το υψηλότερο στην Ευρώπη, πάνω από το 180% του ΑΕΠ, ενώ τα μέτρα λιτότητας κάνουν τη παραμονή στην ευρωζώνη τόσο δύσκολη όσο και το Grexit. Η ανάγκη για γρήγορες απαντήσεις ωθεί τους ψηφοφόρους στα πολιτικά άκρα. Οι ανεκπλήρωτες υποσχέσεις και η διαφθορά σε όλο το πολιτικό φάσμα επιφέρουν αβάσιμες καταγγελίες και μοιρολατρία. Σχεδόν κανείς δεν βάζει τα χρήματά του στις τράπεζες πια. Οι ειδήσεις για δολοφονίες και ληστείες μοιράζονται τον ίδιο χρόνο στα μέσα με τις διαφημίσεις για συστήματα ασφαλείας υψηλής τεχνολογίας. Εντωμεταξύ, οι πρόσφυγες που εγκαταλείπουν τη Συρία, το Αφγανιστάν και το Ιράκ φτάνουν σε νησιά όπως η Λέσβος κατά εκατοντάδες, και ενίοτε κατά χιλιάδες· δεν θέλουν να παραμείνουν στην Ελλάδα, αλλά ούτε και μπορούν να φτάσουν σε χώρες με καλύτερες υπηρεσίες πρόνοιας. Και όπου προσαράζουν οι βάρκες με τους πρόσφυγες, σπεύδουν οι ντόπιοι ψαράδες, παρατάσσονται στην ακτή και τσακώνονται ποιος θα πρωτοπάρει τις εξωλέμβιες μηχανές για να τις πουλήσει αποκομίζοντας ένα κάποιο κέρδος. Περισσότεροι άνθρωποι, λιγότερα τα αγαθά κατά κεφαλή.

Η ποίηση, όμως, αφθονεί. Υπεραφθονεί. Ποιητές γράφουν γκράφιτι στους τοίχους, διαβάζουν δημοσίως σε πλατείες, θέατρα και αλάνες, απαγγέλουν σε φτωχογειτονιές, φωνάζουν συνθήματα και τραγουδούν σε συλλαλητήρια, μπλογκάρουν και ποστάρουν στο Διαδίκτυο, συνεργάζονται με καλλιτέχνες και μουσικούς, διδάσκουν παιδιά και μετανάστες σε εργαστήρια. Μέσα στην όλη δυστυχία και την αταξία, η νέα ποίηση βρίσκεται παντού. Όσα γράφονται είναι τόσο πολλά και ποικίλα που δεν χωρούν βολικά σε μία και μόνη πλευρά οποιουδήποτε ιδεολογικού ρεύματος. Μολονότι βιβλιοπωλεία συνεχώς κλείνουν και οι εκδότες δεν ξέρουν για πόσο ακόμα θα μπορούν να προμηθεύονται χαρτί, οι ποιητές καταφέρνουν και περνάνε τα ποιήματά τους στον κόσμο. Τα καθιερωμένα λογοτεχνικά περιοδικά ακμάζουν· οι μικροί εκδοτικοί οίκοι και τα νέα περιοδικά αφθονούν. Η παραγωγή ποίησης όχι μόνο αψηφά την οικονομική ύφεση, αλλά επίσης ξεπερνά και τις εθνικές, ταξικές και φυλετικές διακρίσεις. Τέτοια αφθονία νέας ποίησης έχει να σημειωθεί από την εποχή της στρατιωτικής χούντας, γνωστής ως η Δικτατορία των Συνταγματαρχών, στις αρχές της δεκαετίας του 1970, όταν εμφανίστηκαν για πρώτη φορά ποιήτριες όπως η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, η Τζένη Μαστοράκη και η Παυλίνα Παμπούδη. Πράγματι, η ιστορική συγγένεια δεν σταματά εκεί: είναι και πάλι οι ποιητές που έχουν τη μερίδα του λέοντος στην καθοδήγηση της νέας γενιάς.

Η ανθολογία Austerity Measures (Μέτρα Λιτότητας) παρουσιάζει δείγματα αυτής της ζώσας παράδοσης και, πέρα από το ότι αντανακλά τις δυσκολίες της ζωής στην Ελλάδα και τα Βαλκάνια σήμερα, κάνει αυτό που μόνο η ποίηση ξέρει να κάνει καλά: προσφέρει νέους τρόπους για να φανταστούμε ριζικά διαφορετικές πραγματικότητες. Από τα λυρικά ονειρικά αποσπάσματα της Άννας Γρίβα στον αποκαλυπτικό νεορεαλισμό του Στάθη Αντωνίου, κι από κει στα καυστικά μεταμοντέρνα πεζά ποιήματα του Θωμά Τσαλαπάτη, τίποτα εδώ δεν είναι όπως θα το περίμενε κανείς έχοντας κατά νου ακόμα και την ελληνική ποίηση του πρόσφατου παρελθόντος. Δεν υπάρχουν πολλά αγάλματα· ούτε και μύθοι, τουλάχιστον με την κλασική έννοια του όρου· ούτε πατριωτισμός· ούτε καν εκείνο το γνωστό έντονο φως ή οι αναφορές στη θάλασσα, όπως τις ξέρουμε από τους νομπελίστες ποιητές Γιώργο Σεφέρη και Οδυσσέα Ελύτη.

Αυτό που κυρίως διακρίνει την ποίηση της νέας χιλιετίας απ’ ό,τι έχει προηγηθεί είναι, από τη μία πλευρά, η ποικιλομορφία της –δεν υπάρχουν σαφείς σχολές ή ομάδες– και, από την άλλη, οι πολιτισμικές συνθήκες που παίρνει ως δεδομένες. Χαλαρά συνδεδεμένοι, ζώντας στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη και σε μικρότερες πόλεις όπως η Πάτρα, η Ξάνθη και η Σύρος, καθώς και έξω από την Ελλάδα, πολλοί από τους νέους ποιητές είχαν άμεση πρόσβαση σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές και το Διαδίκτυο από την παιδική τους ηλικία. Η πραγματικότητα που επιδιώκουν να αναπαραστήσουν είναι εμποτισμένη από την εικονική πραγματικότητα, την οποία και έχει ενσωματώσει. Έχουν μεγαλώσει με την αντίληψη ότι τεράστια αποθέματα πληροφοριών και ένα ευρύ φάσμα διαφορετικών γλωσσών δεν βρίσκονται παρά ένα κλικ μακριά τους. Ο αριθμός των γυναικών που γράφουν ποίηση σήμερα δεν έχει τον όμοιό του παρά μονάχα στην εποχή της δικτατορίας, ως εάν οι δύσκολοι καιροί να έχουν εξαλείψει την κατά τα άλλα ανισότητα.

Εντέλει, οι ποιητές αυτοί διερευνούν το τι μπορεί να σημαίνει για την ποίηση να είναι πολιτική, ή να είναι απολιτική, σε περιόδους κοινωνικής και οικονομικής κρίσης. Ζουν εντός των ορίων των κάπιταλ κοντρόλ και των μη αντιπροσωπευτικών δημοψηφισμάτων· αν ζουν στο εξωτερικό, βασίζονται στα νέα που τους μεταφέρουν η οικογένεια και οι φίλοι τους που ζουν εντός του παραπάνω πλαισίου· αλλά, σε κάθε περίπτωση, αυτό είναι το πλαίσιο εντός του οποίου γράφουν. Ακόμη και στο έργο των ποιητών που άρχισαν να δημοσιεύουν πριν από δέκα και πλέον χρόνια, η λιτότητα και το αβέβαιο μέλλον είναι, αναπόφευκτα, παρόντα.

Αλλά ποια είναι η σχέση της ποίησης με τον κόσμο εντός του οποίου δημιουργείται; Αν στην ποίηση, όπως λέει ο William Carlos Williams στους στίχους που έχω βάλει ως μότο στην ανθολογία, «οι άνθρωποι πεθαίνουν άθλια κάθε μέρα / από έλλειψη / αυτού που υπάρχει», τότε τι υπάρχει σε αυτή τη γραφή που θα μπορούσε να κάνει εκείνες τις υπάρξεις λιγότερο άθλιες, ή ακόμα και να τις σώσει; Αν είναι «δύσκολο να μάθεις τις ειδήσεις από ποιήματα», δεν σημαίνει αυτό ότι είναι, παρ’ όλα αυτά, κατά κάποιον τρόπο δυνατόν – ειδικά όταν έχουμε να κάνουμε με ποιήματα «με μικρή απόκλιση από το σύμπαν», όπως περιέγραψε ο E. M. Forster τα ποιήματα του Έλληνα της διασποράς Κ. Π. Καβάφη;

Τα μέτρα λιτότητας απαιτούν ταυτόχρονα και περικοπές και τη μεταστροφή των περιορισμένων πόρων σε νέους και δημιουργικούς σκοπούς. Από ποιητικής άποψης, κάτι τέτοιο συνήθως συνεπάγεται ομοιοκαταληξία και μέτρο. Η Α. Ε. Stallings δραματοποιεί αυτή την επινοητικότητα ανανοηματοδώντας έναν τίτλο είδησης, «Η Ελλάδα υποβαθμίστηκε ακόμα βαθύτερα μες στα σκουπίδια», και χρησιμοποιώντας την τελευταία λέξη ως μία από τις δύο επαναλαμβανόμενες ρίμες μιας βιλανέλας ενσωματωμένης σε ένα πεζό ποίημα. Παρομοίως, ο παραδοσιακός δεκαπεντασύλλαβος του δημοτικού τραγουδιού, ο οποίος διόλου τυχαία ονομάζεται «πολιτικός στίχος», ανιχνεύεται σε πολλά από τα ελληνικά στο πρωτότυπο ποιήματα αυτής της συλλογής, βγαίνοντας στην επιφάνεια στις πιο απρόσμενες στιγμές. Ο στοχασμός του Γιάννη Ευθυμιάδη για τις τελευταίες στιγμές ενός ανθρώπου που πέφτει από το Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου, στο «9/11 ή Ο άνθρωπος που πέφτει», παίρνει μία ακόμα πιο επινοητική μορφή, στο πνεύμα των 27σύλλαβων στίχων του, επεκτείνοντας τη σύντομη κάθοδο των 10 δευτερολέπτων σε μια σειρά από 27 ποιήματα.

Το ζήτημα αυτό της επινοητικότητας μπορεί επίσης να υποδηλώνει ένα γενικότερο ήθος ανακύκλωσης, που θυμίζει το άδειο καροτσάκι για τα ψώνια σε μια ευφάνταστη σειρά χρήσεων, όπως εμφανίζεται με αυξανόμενη συχνότητα σε σύγχρονες ελληνικές ταινίες, στην τέχνη, ακόμη και σε μια διαφήμιση της Τράπεζας Πειραιώς. Πολύ συχνά, σε αυτή την ποίηση, οι εικόνες ακριβώς της καθημερινότητας καθιστούν την κρίση απολύτως σαφή: για παράδειγμα, χαρτοκιβώτια του ΙΚΕΑ χρησιμεύουν ως στέγη στις «Λέξεις» του Jazra Khaleed, και μια κάμπια τρώγεται ζωντανή στο κέντρο της Αθήνας στο «Μαύρο χαϊκού» της Γιάννας Μπούκοβα. Εντωμεταξύ, στο «Η μαμά είναι ποιήτρια» η Γλυκερία Μπασδέκη μετατρέπει τις δουλειές του σπιτιού σε μάθημα γραμματικής («όλη τη μέρα μαγειρεύει κόμματα, σκουπίζει χρόνους») και, με τον τρόπο αυτό, καθιστά την ποίηση για την καθημερινότητα πολιτική: «κόμμα», στα ελληνικά, σημαίνει το σημείο στίξης αλλά και το πολιτικό κόμμα. Οι σχέσεις των ποιητών αυτών με την ιστορία και τα τρέχοντα γεγονότα είναι ένα παράδοξα ετερόκλητο συνονθύλευμα, κάποτε προκλητικό, άλλοτε υπαινικτικό, αλλά πάντοτε τραβηγμένο στα όρια της γλώσσας, το οποίο ζητά από τον αναγνώστη να διευρύνει το επίπεδο κατανόησής του, να γίνει πιο δεκτικός. Η εποχή προσφέρεται για να μιλήσει κανείς ενάντια στα δόγματα, στη διαίρεση και στη μονογλωσσία – και, επίσης, συνήθως για κάτι εξίσου σημαντικό: απλώς για να καταγραφεί η βιωμένη εμπειρία των Ελλήνων σήμερα, τα νέα που θα παραμείνουν νέα όταν τα πρωτοσέλιδα προχωρήσουν παρακάτω για να καλύψουν άλλα μέρη του κόσμου.

Η ανθολογία Austerity Measures: The New Greek Poetry, σε επιμέλεια της Karen Van Dyck, κυκλοφόρησε στις 28 Μαρτίου, από τις εκδόσεις Penguin.

*Από το http://dimartblog.com/2016/03/29/austerity-measures/

Μια συνέντευξη με τον Αλέξη Αντωνόπουλο!

12472396_10208613223830542_4763298002106519218_n-550x550

Της Δήμητρας Πραντάλου
21 Μαρτίου 2016

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, μιλήσαμε με τον Αλέξη Αντωνόπουλο, ένα νέο ποιητή,  και μας είπε πολύ ενδιαφέροντα πράγματα για την ζωή του και την μεγάλη του αγάπη: Την ποίηση! Γεννημένος το 1989 στην Αθήνα, φοίτησε στο Αμερικανικό Κολέγιο Ελλάδος (Ιστορία και Διεθνείς Σχέσεις) και στο Ινστιτούτο Θεάτρου και Κινηματογράφου Lee Strasberg στη Νέα Υόρκη (Υποκριτική). Αυτή την περίοδο σπουδάζει Δημιουργική Γραφή στο Πανεπιστήμιο του Cambridge.
Bιβλία του είναι τα εξής: Σκοτάδι (Ars Poetica, 2013), Καπνίζοντες και Μη Καπνίζοντες (συλλογικό, Vakxikon, 2014), Εδώ (εκτός εμπορίου, Πασιφάη, 2015).

Πότε ξεκίνησες να γράφεις;
Γράφω από μικρό παιδί. Ίσως ν’ ακουστεί λίγο περίεργο, αλλά νομίζω πως τα κεφάλαια στη ζωή ενός ανθρώπου που γράφει οριοθετούνται περισσότερο από τους αναγνώστες του παρά από τον ίδιο. Όταν ήμουν εφτά χρονών, έγραφα για τους γονείς μου. Όταν ήμουν 17, για μένα. Στα 19 ήταν που ξεκίνησα, δειλά-δειλά, να μοιράζομαι τις λέξεις μου με τον κόσμο. Και μάλλον αυτό είναι το σημείο από το οποίο δεν υπάρχει επιστροφή: Η αρχή της επικοινωνίας με ανθρώπους που δεν θα συναντήσεις, και στους οποίους μιλάς με τη γνήσια φωνή σου. Η επιλογή να χαρτογραφείς την ψυχή σου, με συμβολικά τοπία ή πραγματικά (όμως πάντοτε αληθινά) για να πεις όσα πιστεύεις πως πρέπει ν’ ακουστούν.

Με ποιο είδος ποίησης ασχολείσαι;
Προσπαθώ να γράφω ποίηση που επιμένει να βλέπει ανθρώπους.
Ζούμε σ’ έναν κόσμο όπου άπειροι αυτοαποκαλούμενοι εκπρόσωποι πεποιθήσεων (πολιτικών, θρησκευτικών, κοινωνικών, κτλ.) πασχίζουν να μας δείχνουν σύμβολα αντί για πρόσωπα. Η τελευταία σου ψήφος, η οικονομική σου κατάσταση, ο θεός στον οποίον προσεύχεσαι ή η επιλογή σου να μην προσεύχεσαι, η εκπαίδευση σου, ακόμα και το πώς ντύνεσαι ή πού πηγαίνεις για ποτό είναι ορισμένα από τα άπειρα χαρακτηριστικά που αρκούν για να μετατραπείς σε σύμβολο. Αφού μετατραπείς σε σύμβολο, τα υπόλοιπα στοιχεία του χαρακτήρα σου δεν έχουν πλέον σημασία.
Μόλις μας πείσουν ότι ο γείτονάς μας είναι πρώτα εκπρόσωπος μιας πτυχής της κοινωνίας και μετά άνθρωπος, ο τρόπος με τον οποίον βλέπουμε τον συνάνθρωπο μας –ο τρόπος με τον οποίον βλέπουμε την ίδια τη λέξη ‘συνάνθρωπος’- τούς ανήκει. Μας έχουν πείσει να βλέπουμε αλάνθαστους σωτήρες εκεί που θέλουν να βλέπουμε αλάνθαστους σωτήρες, και αντίχριστους εκεί που θέλουν να βλέπουμε αντίχριστους.
Η ποίηση που με αφορά έρχεται και σου μιλάει για τον άνθρωπο, όχι για το σύμβολο. Σου θυμίζει πού κοιτάζει ο γείτονας σου ενώ σκέφτεται, πώς βαδίζει νωρίς το πρωί και πώς βαδίζει αργά το βράδυ, τι χρώμα έχουν τα μάτια του. Είναι εύκολο να γίνει κάποιος σύμβολο αν δεν θυμάσαι το χρώμα των ματιών του.

Από πού πηγάζει η έμπνευσή σου;
Παρατηρώ, όσο μπορώ. Και μέσα μου, και εκεί έξω. Προσπαθώ να διακρίνω τις παρενθέσεις που δίνουν στη ζωή το αληθινό της χρώμα: Εκείνα που συχνά αγνοούμε ως ‘‘λεπτομέρειες’’.
Πολλές φορές, η έμπνευση με βρίσκει και στα όνειρα· ιστορίες με αρχή, μέση, και τέλος. Ανεξαρτήτως πού βρίσκομαι, δεν υπάρχει περίπτωση να μην έχω το σημειωματάριο δίπλα μου ενώ κοιμάμαι.
Απ’ όπου και να έρχεται κάθε φορά η έμπνευση, όπου και να με βρίσκει, επιχειρώ να γράψω για όσα οι λέξεις δεν μπορούν να περιγράψουν. Το οποίο φαντάζει μαζοχιστικός στόχος, όμως η ποίηση που με αφορά λέει περισσότερα με το λευκό της σελίδας παρά με το μελάνι. Ένα ποίημα με αγγίζει μέσα από τις λέξεις που του λείπουν· λέξεις που δεν έχουν κατασκευαστεί ακόμα και πιθανόν να μην κατασκευαστούν ποτέ.
Ξέρεις, συχνά ακούω την ατάκα «δεν έχω έμπνευση». Δεν το χάβω. Ίσως να μην έχεις έμπνευση για να κάνεις κάτι συγκεκριμένο – εκεί πάω πάσο. Αλλά δεν γίνεται να μην έχεις έμπνευση γενικά, για τίποτα. Συνέχεια σκέφτεσαι, συνέχεια αισθάνεσαι. Όταν δεν αισθάνεσαι τίποτα, κι αυτό συναίσθημα είναι, και μάλιστα ένα συναίσθημα που έχει γεννήσει μερικά από τα μεγαλύτερα αριστουργήματα στην ιστορία της Τέχνης. Έμπνευση έχουμε. Το πρόβλημα είναι ότι δεν πιστεύουμε πως εκείνο που προσέξαμε σήμερα αξίζει να ειπωθεί. Δεν αγωνιζόμαστε να μεταφράσουμε την ψυχή μας σε κάτι.

Ποιος ποιητής σε «επηρέασε» στο να γράψεις ποίηση;
Είναι πάρα πολλοί εκείνοι που με έχουν επηρεάσει και με επηρεάζουν. Ολοένα και πληθαίνουν.
Από ποιητές που γνωρίζω μόνο μέσω των λέξεων τους, θ’ αναφέρω τον Charles Bukowski, τον Τάσο Λειβαδίτη, και τον Edgar Lee Masters. Με ενέπνευσαν να γράφω λέξεις που έχουν την ελπίδα και ν’ απευθυνθούν σε εραστές της ποίησης, και ν’ αλλάξουν γνώμη σε όσους είναι βέβαιοι ότι η ποίηση δεν έχει κάτι να τους πει.
Από ποιητές που έχω την τιμή να γνωρίζω προσωπικά, θ’ αναφέρω τρεις:
Ο Pat Ingoldsby είναι ζωντανό παράδειγμα της δυνατότητας που έχεις να πρεσβεύεις την ποίηση σου με κάθε σπιθαμή του χαρακτήρα σου. Να ζεις και να γράφεις όπως σε εκφράζει. Και με την παραμικρή αφορμή, να δημιουργείς Τέχνη. Δεν είναι απλώς μια ιδιοφυία, αλλά και ο πιο cool τύπος που έχω γνωρίσει μέχρι σήμερα.
Ο Χάρης Βλαβιανός ήταν καθηγητής μου, κι ένας από τους πρώτους ανθρώπους που πίστεψαν στη φωνή μου. Πέρα από εξαιρετικός ποιητής, είναι ένας δάσκαλος που σέβεται τους φοιτητές του, και νοιάζεται. Νοιάζεται όσο ελάχιστοι. Μου έμαθε ότι ο ακαδημαϊσμός πρέπει να λειτουργεί ως καταφύγιο για όσους επιθυμούν να σκέφτονται.
Τον Kevin Crossley-Holland τον γνώρισα πολύ πρόσφατα, αλλά η φιλία μας αναζωπύρωσε μέσα μου την πεποίθηση ότι λέξεις όπως ‘‘θείο’’, ‘‘θνητός’’, ‘‘ήρωας’’, και ‘‘μύθος’’ έχουν σημασία. Λιγοστεύουμε όσοι αγαπάμε τούτες τις λέξεις, και είναι τόσο όμορφο να έχεις συνοδοιπόρους ενώ γράφεις γι’ αυτές.
Προφανώς, η ολοκληρωμένη λίστα των επιρροών μου είναι αρκετά μεγαλύτερη, αλλά τα παραπάνω ονόματα είναι σχετικά πιο εύκολο να τα δεις να καθρεφτίζονται στο πώς προσεγγίζω την ποίηση.

Τι ετοιμάζεις αυτό το διάστημα;
Αυτό το διάστημα επικεντρώνομαι σε δύο έργα:
Το πρώτο είναι μια καινούργια συλλογή ποιημάτων και πεζών που σχολιάζει τις αποστάσεις που βιώνουμε· την απόσταση ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο, σε δύο ζωντανούς ανθρώπους, σ’ εμάς και σ’ εκείνο που κάποτε ήμασταν, σ’ εμάς και σ’ εκείνο που θα θέλαμε να είμαστε.
Το δεύτερο είναι μια ταινία μικρού μήκους με τον τίτλο ‘God’s Step’, και θέμα της είναι η τραγική ευκολία με την οποία ένας καλός αλλά βασανισμένος άνθρωπος μπορεί να μετατραπεί σε τέρας. Έγραψα το σενάριο για τις ανάγκες του μεταπτυχιακού μου, και θέλω να το μοιραστώ με τον κόσμο.

Για να γνωρίσετε τις λέξεις του και να επικοινωνήσετε μαζί του, μπορείτε να επισκεφτείτε το http://www.alexantonopoulos.com

*Από το http://www.thatslife.gr/thats-hot/pagkosmia-imera-piisis-thats-life-milise-ton-alexi-antonopoulo/

«Στα χρόνια τα δικά μας τα σακάτικα / είθισται να δολοφονούν τους ποιητάς…»

αανι

«Η τέχνη και η ποίηση δεν μας βοηθούν να ζήσουμε:

η τέχνη και η ποίησις μας βοηθούνε

να πεθάνουμε»


Ν. Εγγονόπουλος

ΤΟΥ ΔΡΑ ΓΙΑΝΝΗ ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΟΥ*

Τι είναι ποίηση και γιατί γράφουμε ποίηση; Σύμφωνα με τον Γάλλο ποιητή Πωλ Βαλερύ, «Αν ένα πουλί μπορούσε να πει με ακρίβεια τι τραγουδάει, γιατί τραγουδάει, και τι είναι αυτό που το κάνει να τραγουδάει, τότε δεν θα τραγούδαγε». Το ίδιο μπορεί να λεχθεί ότι ισχύει με τον ποιητή και την ποίηση. Δηλαδή, αν ένας ποιητής μπορούσε να πει με ακρίβεια τι γράφει, γιατί γράφει και τι είναι αυτό που τον κάνει να γράφει, τότε απλούστατα δεν θα έγραφε.

βαλερλι

Ο αείμνηστος, λαμπρός ποιητής μας, Γιώργης Παυλόπουλος, είχε πει σχετικά μ’ αυτό το θέμα σε μια δημόσια ομιλία του:
«Κι εγώ τώρα δεν ξέρω να σας πω τι είναι Ποίηση και γιατί γράφω ποιήματα. Πολύ περισσότερο δεν ξέρω να σας πω σε τι μας βοηθάει η Ποίηση και ποιος είναι ο σκοπός της. Το μόνο που ξέρω είναι πως ο Ποιητής ήταν πάντα ένας αφοσιωμένος της Ζωής. Είτε τον γεμίζει χαρά, είτε τον θλίβει η Ζωή, είτε τον πάει στον Ουρανό, είτε τον κατεβάζει στην Κόλαση, αυτός μένει πάντα ο αφοσιωμένος της. Τη μυστήρια αγάπη του για τη Ζωή δεν έχει άλλο τρόπο να την εκφράσει: γράφει ποιήματα. Νομίζω ότι προσπαθεί να εκφράσει κυρίως αυτό που κρύβει η ζωή. Όπως ο έρωτας κρύβει αυτό που μας κάνει ερωτευμένους. Η Ποίηση λοιπόν είναι πράξη ερωτική; Ή μήπως πράξη απόγνωσης; Ή μήπως και τα δυο; Πράξη ερωτική και συνάμα πράξη απόγνωσης. Για την ποιητική πράξη έχουν γραφτεί πολλά και διάφορα. Και από τους ίδιους τους τεχνίτες και από τους θεωρητικούς. Πολές φορές οι Ποιητές προσπάθησαν να διατυπώσουν τον ανύπαρκτο ορισμό της Ποίησης, σαν να κοίταζαν σ’ έναν καθρέφτη όπου δεν έβλεπαν το πρόσωπό τους, αλλά το απόλυτο κενό. Ο κατάλογος είναι ανεξάντλητος όπως ανεξάντλητες είναι οι άπειρες αισθήσεις που μας υποβάλλει η Ποίηση. Θα σταματήσω εδώ. Και θα τον κλείσω με μία φράση του Πεσόα: “Ο άνεμος φυσάει / έτσι όπως τον άκουσε ο Όμηρος / ακόμα κι αν δεν υπήρξε ποτέ”».

ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ 1

Γιατί όμως ο περισσότερος κόσμος δεν διαβάζει ποίηση; Πολλοί άνθρωποι προβάλλουν ως αιτιολογία τη δυσκολία κατανόησής της. Αυτό βέβαια αληθεύει ως ένα μεγάλο βαθμό, αλλά όχι απόλυτα. Αυτή η αιτιολογία ισχύει, κατ’ αρχήν, διότι η ποίηση είναι το δυσκολότερο απ’ τα λογοτεχνικά είδη. Μπορεί να δίνει την ψευδαίσθηση – λόγω της σύντομης φόρμας της – ότι είναι εύκολο είδος, αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για το πολυπλοκότερο και απαιτητικότερο. Η ποίηση, ωστόσο, δεν είναι κάτι το κυρίως εγκεφαλικό, ούτε και γράφεται για να γίνει κατανοητή, αλλά περισσότερο για να ερεθίσει, να ευαισθητοποιήσει και συγκινήσει. Για να γίνει αυτό όμως χρειάζεται ο αναγνώστης να έχει προηγουμένως μυηθεί στην τέχνη και κυρίως στη γλώσσα της ποίησης, μαθαίνοντας τους κωδικούς της. Δυστυχώς οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν τη λανθασμένη εντύπωση ότι η ποιητική γλώσσα είναι αντίστοιχη της επικοινωνιακής – αυτής δηλαδή που χρησιμοποιούμε στην καθημερινή μας ζωή για πρακτικούς λόγους. Αυτό βέβαια δεν ισχύει καθόλου. Ο ποιητικός λόγος είναι εντελώς διαφορετικός από τον επικοινωνιακό (προφορικό και γραπτό) και λειτουργεί σε εντελώς διαφορετικό επίπεδο και με διαφορετικό τρόπο – ασχέτως αν χρησιμοποιείται η ίδια γλώσσα. Θέλω να πω ότι η γλώσσα της ποίησης – σε επικοινωνιακό επίπεδο – λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο όπως και η εκμάθηση μιας άγνωστης, ξένης γλώσσας. Για να μάθουμε τη γλώσσα της ποίησης και να εξοικειωθούμε μαζί της χρειάζεται – όπως και για την εκμάθηση οποιασδήποτε άλλης γλώσσας – ιδιαίτερη αγάπη, ζήλος, υπομονή και προπαιδεία. Κάτι που ισχύει για όλες τις τέχνες: τη μουσική, τη ζωγραφική, το θέατρο, τον κινηματογράφο κτλ. Απ’ αυτή την άποψη η ποίηση – η έντεχνη εννοώ, γιατί υπάρχει και η απλούστερη, η λαϊκή, π.χ. τα δημοτικά τραγούδια – πάντα ήταν για τους μυημένους, τους λίγους, που ξέρουν και μπορούν να την αισθανθούν, εκτιμήσουν και απολαύσουν. Το ευτύχημα είναι ότι στην Ελλάδα, από τη δεκαετία του ’60 κι εντεύθεν, οι μεγάλοι και δύσκολοι έντεχνοι ποιητές μας κατάφεραν να γίνουν ευκολότερα προσιτοί και να έρθουν πλησιέστερα στο λαό, χάριν κάποιων σημαντικών μουσικοσυνθετών (όπως τους Μίκη Θεοδωράκη, Μάνο Χατζιδάκι, Γιάννη Μαρκόπουλο και άλλους) οι οποίοι μελοποίησαν επιτυχώς κάποια αριστουργήματα της ελληνικής ποίησης (όπως το «Άξιον Εστί» του Οδυσσέα Ελύτη, τον «Επιτάφιο» του Γιάννη Ρίτσου και άλλα) κάνοντάς τα κτήμα των μαζών που τ’ αγκάλιασαν και τ’ αγάπησαν.

Η πατρίδα μας ανέκαθεν πρωτοπορούσε στον ποιητικό χώρο, εξαιτίας της μεγάλης παράδοσής της – από την αρχαιότητα έως σήμερα – γι’ αυτό όλο και περισσότεροι άνθρωποι γράφουν και διαβάζουν ποίηση, κι αυτό είναι παρήγορο για μια μικρή χώρα όπως η Ελλάδα. Δεν ήταν δε καθόλου τυχαίο που τα δύο Νόμπελ που αξιώθηκε να πάρει η χώρα μας ήταν στην κατηγορία της ποίησης και όχι στην πεζογραφία, αφού η Ελλάδα ποτέ δεν είχε παράδοση στο μυθιστόρημα. Πέραν όμως και απ’ τα Νόμπελ, έχουμε έναν ποιητή-ογκόλιθο – και μάλιστα της διασποράς – ο οποίος θεωρείται απ’ τους κορυφαίους παγκοσμίως, καθώς διαβάζεται και μελετάται σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της υφηλίου. Αναφέρομαι φυσικά στον αλεξανδρινό Κ.Π. Καβάφη.

καωαφισ

Πρέπει να προσθέσω ότι η ποίηση ανέκαθεν αποτελούσε πηγή έμπνευσης και επιρροής για τους περισσότερους πεζογράφους, Έλληνες και ξένους, είτε ασχολήθηκαν μαζί της είτε όχι. Αυτό καταδεικνύει πόσο ουσιώδες είναι αυτό το συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος στη διαμόρφωση της λογοτεχνίας γενικότερα. Γι’ αυτό και φρονώ ότι όσο υπάρχει άνθρωπος θα συνεχίσει να υπάρχει και ποίηση, για να επιβεβαιώνει την πεμπτουσία της ανθρώπινης ύπαρξης – το γεγονός, δηλαδή, ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί και δεν πρέπει να γίνει ποτέ ρομπότ.

Τέλος, θεωρώ σκόπιμο να ολοκληρώσω όπως περίπου άρχισα: Δηλαδή, μ’ ένα εμβληματικό ποίημα του Γιώργη Παυλόπουλου, με τίτλο «Τα Αντικλείδια», με το οποίο – μέσω πάντα της ποιητικής τέχνης – επιχειρεί να εξιχνιάσει το αιώνιο μυστήριο της Ποίησης, μ’ ένα εντελώς προσωπικό και γοητευτικό τρόπο: «Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή. / Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν / τίποτα και προσπερνούνε. Όμως μερικοί / κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι / και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν. / Η πόρτα τότε κλείνει. Χτυπάνε μα κανείς / δεν τους ανοίγει. Ψάχνουνε για το κλειδί. / Κανείς δεν ξέρει ποιος το έχει. Ακόμη / και τη ζωή τους κάποτε χαλάνε μάταια / γυρεύοντας το μυστικό να την ανοίξουν. / Φτιάχνουν αντικλείδια. Προσπαθούν. / Η πόρτα δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξε ποτέ / για όσους μπόρεσαν να ιδούν στο βάθος. / Ίσως τα ποιήματα που γράφτηκαν / από τότε που υπάρχει ο κόσμος / είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια / για ν’ ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης».

pessoa

Υ.Γ 1.: Είναι κρίμα που η Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης αμαυρώθηκε, δυστυχώς, από δύο πρόσφατα βάρβαρα περιστατικά: Πρώτον, τη δολοφονία του επιφανούς Σύρου ποιητή Μπασίρ Αλ Αανί, από το ισλαμικό κράτος. (Ο 55χρονος Σύρος ποιητής και ο γιος του Εγιάς είχαν συλληφθεί πριν από επτά μήνες μαζί με 100 ακόμα συμπολίτες τους, στην προσπάθειά τους να διαφύγουν από την πόλη Ντέιρ Αλ Ζουρ στην ανατολική Συρία, σύμφωνα με το συριακό πρακτορείο ειδήσεων SANA, η οποία παραμένει ακόμα υπό τον έλεγχο του συριακού καθεστώτος και πολιορκείται από τους τζιχαντιστές. Ο Αανί και ο γιος του δολοφονήθηκαν, κατηγορούμενοι για «αποστασία», όπως δήλωσαν συγγενείς τους σε διεθνή δίκτυα, είχαν μάλιστα επιστρέψει στην Ντέιρ Αλ Ζουρ προκειμένου να θάψουν τη σύζυγο του ποιητή, η οποία πέθανε σε νοσομείο της Δαμασκού μετά από ασθένεια. Ο Αανί ήταν γνωστός για την εναντίωσή του στη διακυβέρνηση των Άσαντ, τόσο πριν όσο και μετά το ξέσπασμα του πολέμου στη Συρία). Δεύτερον, την καταδίκη σε θάνατο, από το σαουδαραβικό καθεστώς, του Παλαιστίνιου ποιητή Άσραφ Φαγιάντ. (Ο ποιητής καταδικάστηκε για αποκήρυξη του Ισλάμ, τόσο εξαιτίας στίχων του όσο και γιατί προσπάθησε να ανακοινώσει μέσω Διαδικτύου σχετικά με τις συνθήκες που αφορούν στα ανθρώπινα δικαιώματα).

Η Εταιρεία Συγγραφέων της Ελλάδας, αναφερόμενη στα παραπάνω περιστατικά, σε επίσημη ανακοίνωσή της επισημαίνει: «Η Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, “πνευματικό τέκνο” της ελληνικής Εταιρείας Συγγραφέων, βρίσκει την ποίηση τραυματισμένη και τον κόσμο σκοτεινιασμένο από κρίσεις, πολέμους και θρησκευτικούς φανατισμούς. […] Όταν, το 1998, η Εταιρεία Συγγραφέων πρότεινε τη δημιουργία μιας παγκόσμιας ημέρας ποίησης, πρόταση την οποία αποδέχτηκε αργότερα η UNESCO καθιερώνοντας αυτόν τον ετήσιο εορτασμό, οι Έλληνες συγγραφείς οραματίζονταν ένα μέλλον πιο φωτεινό και πιο ποιητικό». Και η ανακοίνωση καταλήγει: «“Οι νέοι ναζί του ISIS σκότωσαν τον Μπασίρ Αλ Αανί, αλλά δεν μπορούν να σκοτώσουν την ποίηση”» έγραψε ο δημοσιογράφος Γουαέλ Σαγουάχ αποχαιρετώντας τον φίλο του Μπασίρ Αλ Αανί […]». Και η Εταιρεία Συγγραφέων, αφού χρησιμοποιεί ως προμετωπίδα στην ανακοίνωσή της το πεντάστιχο του Νίκου Εγγονόπουλου («μα επί τέλους! πια ο καθένας γνωρίζει πως / από καιρό τώρα / – και προ παντός στα χρόνια τα δικά μας τα σακάτικα – / είθισται / να δολοφονούν τους ποιητάς»), ολοκληρώνει το μήνυμά της τονίζοντας: «Είμαστε εδώ για να υπερασπιστούμε την ποίηση: την ποίηση όσο ακόμα μπορεί να αποτελεί έναν επιπλέον ορισμό της ελευθερίας».

Υ.Γ.: Πάντως είναι παρήγορο που, εις πείσμα των πολλαπλών, μεγάλων αδιεξόδων και της ζοφερής ατμόσφαιρας στην Ελλάδα, η Ημέρα Ποίησης γιορτάστηκε φέτος με μεγάλη λαμπρότητα, ενθουσιασμό και πυκνή συμμετοχή λαού που απόλαυσε τη διαχρονική μαγεία της ποιητικής τέχνης, έξω από το εμβληματικό κτίριο της Λυρικής Σκηνής στην οδό Αγίου Κωνσταντίνου στην Αθήνα.

(Σημ.: Το μεγαλύτερο μέρος του παραπάνω άρθρου παρουσιάστηκε υπό μορφήν συνέντευξης που παραχωρήθηκε στον Δημήτρη Καμετόπουλο του ελληνόφωνου προγράμματος της κρατικής Ραδιοφωνίας SBS, στις 21.3.2016, επ’ ευκαιρία της Παγκόσμιας Ημέρας Ποίησης).
*Ο Γιάννης Βασιλακάκος είναι πανεπιστημιακός (νεοελληνιστής), θεωρητικός και κριτικός Λογοτεχνίας, και συγγραφέας. Ζει και αεργάζεται στη Μελβούρνη. Αρθρογραφεί σε αθηναϊκές εφημερίδες και είναι βιβλιοκριτικός σε λογοτεχνικά περιοδικά. Πρόσφατο βιβλίο του είναι η βιογραφία: «Βασίλης Βασιλικός: Τα Αμαρτύρητα» (εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 2016).

Χωρίς Κίγκο – Λίγα λόγια για το κοινωνικό χαϊκού

haiku

Τον τελευταίο καιρό, όλο και περισσότεροι Έλληνες ποιητές εκδίδουν ποιητικές συλλογές, που αποτελούνται εξολοκλήρου από χαϊκού[1] και έχουν γίνει αρκετές συζητήσεις για το κατά πόσο τα έργα τους είναι αυθεντικά χαϊκού ή απλά τρίστιχα.

Το χαϊκού είναι παραδοσιακό ποιητικό είδος, που προέρχεται από την Ιαπωνία. «Παραδοσιακά αποτελείται από τρεις ομάδες των 5, 7, 5 συλλαβών, οι οποίες τοποθετούνται σε τρεις στίχους για έμφαση ή σε έναν, χωρισμένο με κενά. Το χαϊκού είναι με συνολικά 17 συλλαβές η πιο σύντομη μορφή ποίησης στον κόσμο. Περιγράφει μια εικόνα της φύσης και δίνει στοιχεία για την εποχή του χρόνου μέσα από εποχιακές λέξεις (Κίγκο)»[2].

Ο παραπάνω αρκετά αυστηρός ορισμός ισχύει για το κλασικό χαϊκού και έρχεται σε αντιπαράθεση με το κοινωνικό χαϊκού, που θα αναλύσουμε παρακάτω. Όμως, ας δούμε πρώτα γιατί το κλασικό χαϊκού κινείται στα όρια των εποχιακών λέξεων και των φυσιολατρικών περιγραφών: «Αυτό που σήμερα ονομάζεται κλασικό χαϊκού δημιουργήθηκε τον 16ο αιώνα. Οι ιδιαιτερότητες της περιόδου αυτής δημιούργησαν την αίσθηση ενός κλειστού, αμετάβλητου κόσμου, καθώς η κοινωνία καθοριζόταν από ένα φεουδαρχικό ταξικό σύστημα και η Ιαπωνία έκοψε σχεδόν ολοκληρωτικά την επαφή με τον έξω κόσμο. Αυτό το ακριβώς ορισμένο σύστημα αξιών και συμβόλων έδωσε σε ποιητές και ακροατές ένα κοινό και σαφώς οριοθετημένο πλαίσιο κατανόησης»[3]. Δηλαδή, υπήρχε μια κάστα ευγενών γύρω από τον αυτοκράτορα και το μόνο, που τους απασχολούσε ήταν η περιγραφή της φύσης. Σε αυτή την φυσιολατρική προσκόλληση συνηγορούσε και η θρησκεία του βουδισμού Ζεν.

Όμως, η ποίηση εξελίσσεται. Οι φόρμες διαφοροποιούνται. Έτσι και το χαικού περνώντας τα σύνορα της Ιαπωνίας και φτάνοντας στην Ευρώπη απόκτησε έναν πιο κοινωνικό χαρακτήρα. Οι εποχιακές λέξεις (Κίγκο) δεν είναι πλέον απαραίτητες, ενώ τη θέση των εικόνων της φύσης πήρε ένας έντονος κοινωνικός προβληματισμός. Ο πρώτος Έλληνας ποιητής, που έγραψε κοινωνικό χαϊκού στην Ελλάδα ήταν ο Γιώργος Σεφέρης. Ποιος δεν συγκινείται διαβάζοντας το περίφημο:

«Που να μαζεύεις
τα χίλια κομματάκια
του κάθε ανθρώπου»
[4].

Όπως παρατηρούμε το παραπάνω χαϊκού του Σεφέρη δεν έχει Κίγκο, ούτε εικόνες της φύσης. Αν μάλιστα του ρίξουμε μια πιο σχολαστική ματιά, θα προσέξουμε πως δεν είναι αυστηρά μετρημένο, καθώς ο τελευταίος στίχος αποτελείται από έξι συλλαβές!

Από τότε, έχουν κυκλοφορήσει πάρα πολλές ποιητικές συλλογές με κοινωνικά χαϊκού. Εδώ, θα πρέπει να σημειώσουμε, ότι έχουν γραφτεί και αρκετά σύγχρονα χαϊκού, που στερούνται νοήματος και το τι θέλει να πει ο ποιητής, το γνωρίζει μόνο ο ίδιος, αλλά σε τέτοιες περιπτώσεις δεν μιλάμε για κοινωνικά χαϊκού. Όσον αφορά το μέτρημα των στίχων, υπάρχουν οι ποιητές, που προσπαθούν να το τηρήσουν, αλλά τους ξεφεύγουν συλλαβές και αυτό φαίνεται και ποιητές, που πειραματίζονται με λιγότερες ή περισσότερες συλλαβές. Όμως, θα πρέπει να είμαστε λιγότερο σχολαστικοί, αν λάβουμε υπόψη μας την τεράστια διαφορά, που υπάρχει ανάμεσα στις ιαπωνικές και τις ελληνικές συλλαβές και τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής γλώσσας, που περιλαμβάνει πλήθος πολυσύλλαβων λέξεων. Αν τηρηθεί το μέτρημα του στίχου στο ελληνικό χαϊκού, λέξεις, που αποτελούνται από έξι συλλαβές και πάνω αποκλείονται από τον πρώτο και τον τρίτο στίχο.

Συμπερασματικά, λοιπόν, θα λέγαμε ότι το χαϊκού έχει εξελιχθεί τόσο στο νόημά του, όσο και στην ποιητική φόρμα και έχει λάβει δίκαια μια περίοπτη θέση στο χώρο της νεοελληνικής λογοτεχνίας.

Θεοχάρης Παπαδόπουλος

Ακολουθούν μερικά δείγματα κοινωνικού χαϊκού:

Κόκκινη κλωστή
Ράβω στο νου μου
μια φορεσιά του κόσμου.
Να τον αλλάξω.

Ζητούνται υπάλληλοι
Ρακοσυλλέκτες
πλήρους απασχόλησης.
Σίγουρο μέλλον.

Ενθύμημα
Το νόημα του
βίου του καθενός, στις
λεπτομέρειες.

Τραγικώς υπάρχειν
Τραγικοί όσοι
άλλον κόσμο μέσα τους
ζουν στη ζωή τους.
[5]

1) Χαϊκού ή χάικου. Το συναντάμε και με τη γραφή χάι-κου. Παλιότερα το συναντούσαμε ως χάι κάι. Επέλεξα τον πρώτο τρόπο γραφής, που χρησιμοποιεί και η Wikipedia.
2) Wikipedia λήμμα χαϊκού.
3) Wikipedia λήμμα χαϊκού.
4) Γιώργος Σεφέρης: «Ποιήματα», εκδόσεις «Ίκαρος».
5) Τα χαϊκού «Κόκκινη κλωστή» και «Ζητούνται υπάλληλοι» είναι του Χάρη Μελιτά από την ποιητική συλλογή «Μαύρη Σοκολάτα», εκδόσεις Μανδραγόρας, σελ. 28, 57. Τα χαϊκού «Ενθύμημα» και «Τραγικώς υπάρχειν» είναι του Σπύρου Α. Γεωργίου από την ποιητική συλλογή «Στην άκρη της γλώσσας», εκδόσεις Μανδραγόρας, σελ. 28, 31.

*Αναδημοσίευση από το Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.com.au/2016/03/blog-post.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed:+blogspot/JkQng+(%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CE%9B%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%85)

Αφιέρωμα: 21 Μάρτη, Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης — Σημειώσεις της ακαδημαϊκού και ποιήτριας, Έρμας Βασιλείου

Artwork: Pablo Picasso

Artwork: Pablo Picasso

Χαιρετίζω με ένα ρητό του Ευγένιου Ντε λα Κρουά του μεγάλου Γάλλου ζωγράφου του 19ου αιώνα (Η Σφαγή της Χίου): “Il n’y a pas d’art sans poésie”, «Δεν υπάρχει τέχνη χωρίς ποίηση», εννοώντας και τη δημιουργία, γενικά, με τη λέξη ποίηση.

Η Παγκόσμια Ημέρα ποίησης γιορτάζεται κάθε χρόνο, σ’ ολόκληρη την υφήλιο, στις 21 του Μάρτη. Ίσως και να μην είναι τυχαίο το γεγονός πως τη μέρα αυτή στο βόρειο ημισφαίριο, γιορτάζεται και ο ερχομός της άνοιξης.

Η λέξη από μόνη μας θυμίζει δημιουργία, ποίημα, τον ιερό χώρο όπου ο ποιητής δημιουργεί, για να μείνει στο χρόνο και στη μνήμη του αναγνώστη αλλά και στην ασυλία του ποιητικού του έργου κυριότερα. Ένα χώρο όπου γιορτάζεται η προηγούμενη προσφορά των ποιητών, από την ιστορική παρουσία του Gilgamesh, την 3η χιλιετία π.Χ. Μεσοποταμία) των Vedas, το Rāmāyaṇa, και άλλων έργων, που ιστορικά μεταφέρεται η παρουσία τους στην Ινδία. Μα και των έργων της Αρχαίας Αιγύπτου, της Βίβλου των Εβραίων, των αθάνατων δικών μας έργων, του Ομήρου την Οδύσσεια και την Ιλιάδα, και τα έργα της Σαπφούς αλλά και της Αινειάδας των Λατίνων, για να αναφερθούν μόνο όσα έρχονται ιστορικά στο νου.

Στην Ελληνική Αρχαιότητα, κάθε λογοτεχνική έκφραση καθορίζεται και σαν ποιητική.

Από τη μια άκρη της γης στην άλλη… και όπου η ίδια η ποίηση παρουσιάζεται μέσα από τη δύναμη πρωτοπόρων και αναγεννητών ποιητών της δημιουργίας, (ταυτόσημες οι δυο αυτές λέξεις, ποιητής και δημιουργία) θα δώσει νέους ορισμούς στο στοίχημα στο ότι οι στίχοι ξεπέρασαν ακόμα και τον εαυτό τους. Ο χώρος όπου θα βρει ο αναλυτής ή κριτικός ή ο πάντα αγαπημένος αναγνώστης, την πρόκληση να παλέψει με τις ερμηνείες των όρων με αμφιβολίες, αν οι ερμηνείες που έδωσε δεν του φαίνονται απόλυτα σωστές. Ο χώρος όπου ο δημιουργός θα δρασκελίσει το κατώφλι του παράλογου συχνά, και να εκτιμήσει κάθε αντικείμενο-σύμβολο, σύμφωνα με τη γραφίδα που διαθέτει και που μπορεί να μην είναι απόλυτα η ίδια με κείνη ενός άλλου… και όπου θα προσπαθήσει να λύσει το γόρδιο που αποτελεί το κάθε δημιούργημα-ποίημα, να το λυτρώσει από τις υπερβάσεις, να λυτρωθεί και ο ίδιος…με την ανάλυση. Να ταυτιστεί με τα γραφόμενα, να… γίνει χίλια «να», χίλια κομματιασμένα ψηφία. Να ‘ξεδέσει’, αν το μπορεί, τα λόγια.

Η ελληνική λέξη ποίημα παρέμεινε σαν λέξη δάνειο και σε άλλες πολλές γλώσσες, στα Αγγλικά poem, στα Γαλλικά poème… Είναι σ’ αυτά τα μικρά κλειστά, ωστόσο ορθάνοιχτα στον καθένα πακέτα, που ο ποιητής θα κλείσει το υποκειμενικό και αντικειμενικό του μήνυμα, το φανερό με την ουτοπία, το τώρα με το πάντα. Θα ξεγυμνώσει την αισθητική του σε βαθμό που και οι καλύτεροι κριτικοί θα φοβηθούν ν’ αγγίξουν. Είναι εκεί, κυριότερα, που θα εκπαιδεύσει τον αναγνώστη, θα τον μυήσει στα γραφόμενά του, σε σημείο που τη γνώση του αυτή, το μήνυμά του, θα επιθυμήσει να το κάνει τραγούδι ο αναγνώστης, θα το κάνει σήμα και πιστεύω του, θα θελήσει να το παραδώσει και να παραδοθεί μ’ αυτό, στη φωτεινή σκυτάλη της τέχνης, στο παρόν ή στο επόμενο κύμα της.

Η ελπίδα, η τελετουργία, η ζωντανή εικόνα, το έπος, η ιστορική αναφορά, η πολιτισμική πορεία, το συναίσθημα, ακόμα και το πόρισμα, το ηθικό πόρισμα, έννοιες που αναμένει να βρει ο κάθε αναγνώστης στη σκυταλοδρομία του μικρού δοσίματος, του κάθε μικρού πακέτου, όλ’ αυτά δεμένα, κομμένα, συχνά έξω κι από αυτό το ποίημα ακόμα, ταξιδεύουν από τον ποιητή ή το ποίημα αλλιώτικα στο δέκτη που θα γίνει με τη σειρά του ερμηνευτής, ανοικτός στα μηνύματα, στα ίδια απαράλλακτα οξύμωρα.

Ενώ η φιλοσοφία καθορίζει τις έννοιες, η ποίηση θρυμματίζει, κατά τους Γάλλους κριτικούς του αιώνα μας τις έννοιες, σε σημείο μάλιστα που η ίδια να μην μπορεί να οριστεί απόλυτα. Οι κεραυνώσεις μέσα από τα λόγια του ποιητή για την παλαιότερη στασιμότητα που παρουσίασε η ποίηση και η κριτική του ποιητή για «ποίηση χωρίς ποίηση» μας παίρνουν σήμερα σε μια άλλη νέα, πιο επαναστατική εποχή. Οι σύγχρονοι ποιητές έχουν αφαιρέσει από την ποίηση, όλοι αυτοί που προσπαθούν να φέρουν την ποίηση αντιμέτωπη με τον εαυτό της και να θέσουν ριζοσπαστικές ερωτήσεις, να ξεντύσουν από κάποια περιττά, και αποφασίζουν έτσι ν’ αφήσουν την ποίηση να μεγαλώσει στο διάβα της, χωρίς να χαλάσουν τ’ όνειρό της.

Το φως της ποίησης έρχεται ακόμα από το παρελθόν, ένα παρελθόν που σμίγει με το τώρα μας και αναδημιουργείται κάθε μέρα με τα ίδια προβλήματα, σε μια γλώσσα που πολλοί από μας ξεπερνάμε. Δίνουμε σ’ αυτή την πορεία ένα νέο τρόπο σκέψης. Γυρίζουμε πίσω για να ενωθούμε μ’ όσα έστησαν άλλοι, αλλά στρεφόμαστε ταυτόχρονα μπροστά για να γίνουν όσα θ’ ακολουθήσουν άλλοι μετά από μας, οι νέοι οπαδοί μιας αδέσμευτης αφετηρίας, ανάμεσα από το χθες και το σήμερα, το κομμένο και το ενωμένο, το ιδεώδες και το πραγματικό, το γνωστό και το άγνωστο… βρίσκοντας τον εαυτό μας στον εξίσου άγνωστο κόσμο μας, θα βρεθεί ένας τρόπος να γίνει η όποια οπισθοχώρηση προέλαση…

Η ποίηση! Μέσα από λέξεις που αφήνονται στο νόημα που δίνουμε… Μέσα από φώτα που βλέπει ο αναγνώστης να στήνονται στο πάλκο της αφαίρεσης… Μέσα από μια ωραιότητα που δεν είναι πάντα το ζητούμενο…Κι εκεί που γίνονται όλα τα πειράματα της υπέρβασης και του ωραίου… κι ακόμα, βρίσκοντας δύναμη και μέσα από αντιφάσεις και διαψεύσεις, όλα έρχονται, όλα γίνονται το ένα, το ποιητικό, δεμένο στο αδέσμευτό του είναι.

Ημέρα ποίησης για την ποίηση! Ημέρα για τον δημιουργό αλλά και για τον καθένα που παλεύει στο ποίημα της ζωής, να βρει τον εαυτό του. Και τον βλέπει μέσα από το έργο του να γίνεται ποίηση, η ικανότητα να κατακτηθούν τα πιο απίθανα όνειρά του.

Δυο λόγια του Ρίτσου εδώ και σας αφήνω με τις ευχές μου!

Κάθε λουλούδι έχει τη θέση του στον ήλιο,

κάθε άνθρωπος έχει ένα όνειρο. Κάθε άνθρωπος

έχει έναν ουρανό πάνου από την πληγή του,

κι ένα μικρό παράνομο σημείωμα της άνοιξης μέσα στην τσέπη του.

 
Δοκιμασία, VII, 3-7. 1943. Επιτομή. Κέδρος, 1977. 129.

***

Παγκόσμια ημέρα ποίησης: Ποίηση…αυτή η τάφρος

(Ένα κείμενο από το 2009)

megali-imera-poiisis-sto-megaro

Η Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης που γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 21 Μαρτίου είναι για τους περισσότερους μέρα μ’ ένα διαφορετικό εορταστικό τίτλο. Η ποίηση, για πολλούς από μας, γιορτάζεται καθημερινά, μέσα από την ποιητική δημιουργία που παρουσιάζουμε και αποτελεί μέρος μεγάλο της ζωής μας ή, όπως θα το έθετε ένας τρίτος, τον τρόπο ζωής μας. Η ποίηση, η μεταγλώσσα για την ερμηνεία της ζωής… και της ανθρώπινης ύπαρξης.

Είναι συνήθως μέσα στην ανωνυμία, σ’ αυτό που ο Οβίδιος θα ονομάσει ευτυχία τού να μη γίνεται κανείς αξιοπρόσεκτος, που ο ποιητής θ’ εξαντλήσει τη μέθοδο ανάπτυξής του σε κάτι ιδιαίτερο. Kαι είναι λίγες οι φορές που μπροστά στο καλό κριτικό μάτι, αυτό που έχει σαν κριτήριο το αντικείμενο, που ο ποιητής θ’ ακολουθήσει το δρόμο του. Ένα δρόμο οξύμωρο όσο οξύμωρο στην κριτική του είναι και το προϊόν που θα παράξει.

Για μας τους λίγους ή πολλούς ποιητές που οι κριτικοί βρήκαν τρόπο να ταξινομήσουν, η μέρα αυτή είναι μέρα περισυλλογής για καλύτερη εκτίμηση της έννοιας της προσφοράς, για καλύτερη εκτίμηση της έννοιας της δωρεάς, αυτής που δόθηκε για χάρη του συνόλου. Και πρέπει να είναι λίγες οι φορές που ο ποιητής θα περιμένει ν’ ακουστεί, λιγότερες ωστόσο εκείνες που θα περιμένει ν’ ακουστεί πρόχειρα. Η αναμονή γίνεται με τα χρόνια σχολαστικά περιοριστική. Η ανωνυμία γίνεται φυτώριο για τάφρους που περιμένουν να δεχτούν νερό για να το δώσουν ολόκληρο πίσω. Και οι τάφροι σκάβονται με νύχια, με νυστέρια που δοκιμάσαμε πάνω μας, με εργαλεία αιχμηρά που συχνά γυαλίζουν στον ήλιο και τυφλώνουν. Και η μέρα γίνεται ένα με τη νύχτα, στο σκάψιμο. Κι αυτό που φαίνεται λίγο στον έναν φαίνεται περισσότερο στον άλλον. Είναι, έτσι, θέμα εκτίμησης της ίδιας της εκτίμησης, η σχολαστική αναμονή της διεύρυνσης της χωρητικότητας. Το φυτώριο αποκτά κριτήρια και αντοχή σχετικά με τον τρόπο και χρόνο που θέλει κανείς να δει να μεγαλώνει η πιθανότητα ν’ αντλήσει από τη χωρητικότητά του, αυτή που θ’ αποδείξει πως έχει ευχέρεια να δώσει τα ιδιαίτερα δικά του.

Γιατί με ποίηση; Γιατί οι ποιητές; Και ποιοι είναι οι ποιητές. Η ερώτηση γίνεται διεισδυτική σε τόπους που βρίσκονται χρόνια σε πειραματικά στάδια. Δεν αναρωτιέται κανείς γιατί! Αν αποφασίσει να ερευνήσει την πορεία της ποίησης, σε σύγχρονες εστίες στην Ευρώπη, θ’ αποκαλύψει τις απαντήσεις. Μελέτη και ερμηνεία πορισμάτων. Μελέτη του κάθε ποιητή ξεχωριστά. Καθημερινή επαφή μέσα από την κριτική μελέτη μεγάλων κριτικών. Στενή επαφή με έργα άσχετα από την ανάδειξη των μεγάλων, των πιο αποδεκτών. Καθημερινή επαφή με έργα που έχουν παραμείνει στάσιμα στην πορεία τους κι αντίθετα, σύγκριση των έργων αυτών με άλλα, με ποιητών που έχουν αναλωθεί στη νηστεία της δημιουργίας για χάρη της δημιουργίας.
Το να βρεις τον τρόπο με τον οποίο ένας ποιητής θα βγάλει από τη γη της σοφίας του λόγου μέσα από την εμπειρία του στίχου το διαφορετικό νερό, κυρίως τις μέρες μας, είναι μεγάλη εξάσκηση και θ’ αναγνωριστεί και σαν ασκητική νηστείας. Νηστείας από το λίπος της αυτοπροβολής που τοποθετείται σαν τίτλος σε στίχους.

Η τάφρος…η ευρύτερη μεσόγειος θάλασσα σκέψεων, μια τάφρος που περιμένει να γεμίσει, είναι έτοιμη πάντα, πριν αποφασίσει να δώσει ή να δοθεί…

Είναι η στιγμή όπου θα πει ο ποιητής, «βγήκε η νέα συλλογή, ζήτω η πιο νέα». Είναι η στιγμή όπου φαίνεται η επόμενη, η αυριανή ευχή, το καρτέρι για έναν άλλον ήλιο.

Τι φέρνει η ποίηση στη ζωή μας; Ποιο είναι το αποτέλεσμα της προσφοράς του ποιητή; Στέκεται, μπροστά σε μια πηγή σε μια έρημο, μ’ ένα συνοδοιπόρο που ακράτητα διψά. Αρχίζει τη μεγάλη ανασκαφή να βρει την πιο μεγάλη δίψα…. Υπάρχει στις μακρινές οάσεις, μα θέλει να προσθέσει στην έννοια της όασης κι άλλες δικές του.
Στέκεται ο ποιητής μπροστά σε μια πηγή που ανοίγεται για να χωρέσει. Να μη γίνει η ηχώ ενός άλλου θέλει… να μη γίνει ο αντιγραφέας της σκιάς ενός άλλου θέλει, να μη γίνει ο μεταφορέας ενός άλλου θέλει. Μα να μοιάσει στο έργο του με το μεγάλο άλλο, θέλει.

Η ποίηση, αυτή η τάφρος…αυτή, δίνει ό,τι της έχει δώσει ο καθένας. Αν έχει δώσει το μύθο του, μύθος θα είναι η τάφρος του νερού του, αν έχει δώσει απαίτηση πλήρωσης, η τάφρος θ’ απαιτεί να γεμίζει.

9228913137373770204

Αφιέρωμα: 21 Μάρτη, Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης – Πρόσκρουση στον κάματο της ποιητικής αργίας

art-20

Του Γιάννη Λειβαδά*

Η ποίηση εντοπίζεται σε κάτι που υφίσταται οριακά ανάμεσα στο υπάρχον και το μη υπάρχον, στο περιεχόμενο. Το οποίο, όπως έχω προ καιρού σημειώσει, είναι τρόπος1.

Πραγμάτωση της ποίησης σημαίνει περιεχομενική εποπτεία. Ποίηση δημιουργημένη, όχι απλώς γραμμένη. Αυτό το επιβεβαιώνουν, με κάθε θεμιτό ή αθέμιτο τρόπο, οι πολέμιοι αυτής της αλήθειας –από είκοσι έως ογδόντα ετών– οι οποίοι εξακολουθούν να είναι πιο βέβαιοι από κάθε άλλον για το τι ακριβώς είναι οι ίδιοι και το τι ακριβώς πράττουν.

Η ποίηση, όντας αυτή που γίνεται, και ταυτοχρόνως μη όντας αυτή που είναι, αποτελεί πλήρες αστόχημα με μηδενικές απολαβές: τεκμαίρεται από ένα σύμπαν αγνώστων διαστάσεων και προοπτικών το οποίο, εντούτοις, εκφράζεται από λέξεις που αδυνατούν να την εκπροσωπήσουν.

*

Μπορεί κανείς να υποστηρίξει πως η ζωή είναι λιγότερο αρνητική προς την ανθρώπινη μονάδα απ’ όσο η ανθρώπινη μονάδα προς τη ζωή. Η μονάδα επιζητά μια συνέχεια, την οποία η ζωή δεν προσφέρει. Μόνο και μόνο γιατί αυτή η άοκνη απαίτηση δεν έχει δημιουργηθεί. Πρόκειται για ένα προκλητό σύμβολο, το οποίο όμως δεν ανήκει στον κόσμο των συμβόλων, αλλά στις ενδείξεις κάποιων ελαχίστων ειλικρινειών.

Δεν είναι τόσο κακό, όσο πιστεύουν ορισμένοι, να γνωρίζει κανείς το κατεστραμμένο κομμάτι της ποίησης, το περισσευούμενο – είναι σημάδι αρμοδιότητας, κάποιος είναι, τότε, λειτουργός της δημιουργίας της, και όχι συντηρητής της επιβίωσής της.

Αυτό που ευρύτερα χαρακτηρίζεται ως ποιητικός λόγος, είναι ένας εκφραστικός προγραμματισμός, ο οποίος κάνει το φαινομενικό να μοιάζει πραγματικό και το ανούσιο ουσιώδες.

Δεν κάνω λόγο για μια λατρεία προς το εμφανώς κατεστραμμένο, γιατί σε μία τέτοια περίπτωση, θα εννοούσα την αδυνατότητα προσέγγισης της καταστροφής, του κατεστραμμένου, ως έχει, στη φυσική του ομορφιά, στη φυσική του κενότητα. Μα δεν συμβαίνει κάτι γραμμικό, όπως τα ποιητικά επεισόδια – εκείνα που προξενούν σε κάποιους μία πολιορκητική ψευδαίσθηση ανάληψης και εκτέλεσης έργου. Σε αντίθετη περίπτωση, τα έργα είναι οι ίδιοι οι ποιητές.

Αυτό που ευρύτερα χαρακτηρίζεται ως ποιητικός λόγος, είναι ένας εκφραστικός προγραμματισμός, ο οποίος κάνει το φαινομενικό να μοιάζει πραγματικό και το ανούσιο ουσιώδες. Οι άνθρωποι ιδρύουν μεταξύ τους ορισμένες συμφωνίες οι οποίες διαθέτουν όλα τα χαρακτηριστικά μιας αντεστραμμένης καραντίνας. Μοιράζονται, συν-λειτουργούν μια θεραπεύσιμη, ήτοι φαύλη, ασθένεια, την ανα-μετάδοσή της, την από κοινού εμπειρία της, νιώθοντας απερίγραπτη αποστροφή προς οποιαδήποτε άλλη, ανίατη ασθένεια, και κυρίως, προς κάθε, ανερμήνευτο, αποπερατωμένο θάνατο.

*

Ατελείωτες οι περιγραφές του τρόπου με τον οποίο δυσανασχετεί κανείς μέσα στον χρόνο του. Μαινόμενη η πικρία, ως επί το πλείστον, λόγω εκείνης της απιθανότητας σκοτωμού σε κάθε εικονική αυτοκτονία. Στο τέλος, οι εντεύθεν και εκείθεν επιλεγμένοι παραλήπτες ή ακροατές που συμμετέχουν στο ίδιο όνειρο, συντηρούν διακαώς εκείνο το ποθητό διακαές. Αυτό είναι το κοινωνικό σημείο, το οποίο παρότι δεν αφορά την ποίηση, δέχεται τόση προσοχή όση δεν μπορεί να αντέξει: ακαταμέτρητα κουτάλια λυγίζονται μέσω «ποιητικής» ψυχοκίνησης μα, μέσω αυτής, δεν δημιουργείται κανένα.

Αυτός που έχει καταπείσει τον εαυτό του, υστερεί, όμοια με εκείνον που δεν τον έχει καταπείσει. Μα, για ποιους ακριβώς λόγους; Αυτή η (αυτο)κριτική επανάπαυση –κατ’ άλλους γελοιοποίηση– κάνει να μετατρέψει έναν απλό περίπατο σε έξοδο προς το ποιητικό άγνωστο, πλαισιώνοντας τα βήματα μ’ ένα ηρωικό εμβατήριο. Κάθε προσπάθεια να διασωθεί κάποιο από τα λατρεμένα συντρίμμια, μεταβάλλεται σε επίδειξη ύβρεως της ποιητικής τέχνης: εμβάθυνση στην ελαφρότητα, ήτοι στην εκτελεστική επιρροή των πεποιθήσεων, στο κήρυγμα του τέλους που δεν είναι άλλο από ένα ενοχικό πρόστιμο.

Δικαίωμα στο ποιείν δίχως την υποχρέωση, δηλαδή δίχως ποίηση. Εφόσον η ποίηση, είτε αυτό αρέσει σε κάποιους είτε όχι, εκκινεί από μια βαθιά υποχρέωση, δεδομένη, η οποία προδιαγράφει το εσωτερικό, ήτοι το περιεχόμενο του δικαιώματος, το οποίο δεν έχει απολύτως καμία αξία, δίχως την προϋπόθεση αυτής της υποχρέωσης. Κάπως έτσι λειτουργεί. Ή πάλι, κατά τον ίδιο τρόπο, δεν είναι μια ποίηση που ενδιαφέρει και τόσο.

Το δικαίωμα, δεν αποτελεί τίποτε άλλο από πρισματικές διαστάσεις κάποιας προσωπολατρίας η οποία προσαρτά στο δυναμικό της οτιδήποτε «δημιουργικό» ώστε να μην φαλιρίσει μέσα στον διογκούμενο εκφαυλισμό της. Γνωσιακή και αισθητική παρειδωλία.

Το κοινό αναζητά, τόσο να γράψει όσο και να διαβάσει, τον αντίλαλο της δικής του φωνής. Να αποκτήσει εκ νέου την ίδια φωνή. Μια στο τόσο, επίσης, ενδύει τον οίστρο της απολογίας του ―που είναι πιο ακόρεστος από την ίδια― με όλες τις διαφορετικές, ενδεχόμενες φωνές, με στόχο την αλλοίωση των υπολοίπων φωνών, την ανάμειξή τους σε τέτοιο βαθμό ώστε να ενιαιοποιηθούν. Αποσκοπώντας, προφανώς, στην παύση κάθε απόπειρας σύνθεσης – ένεκα που η σύνθεση επιτυγχάνεται με στοιχεία διαφορετικά και όχι με στοιχεία απαράλλακτα, ενιαιοποιημένα.

Η ποίηση, λοιπόν, δεν είναι ηχώ, δεν είναι ένας αντίλαλος της φωνής ενός κοινού. Η ποίηση εξαλείφει κάθε αντίλαλο, εκμηδενίζει εκ φύσεως τον εαυτό της. Υφίσταται, ευρύτερα, μία νοσηρή εξύμνηση της «φωνής», η οποία είναι βαθιά υποταγμένη στον εαυτό της, και υπόσχεται διάρκεια στις τέρψεις του δογματισμού της. Αυτό αποβαίνει μοιραία σε ευφημισμό. Η φωνή όμως δεν είναι ποίηση καθώς και η ποίηση δεν είναι δικαίωμα, μήτε απαίτηση, υπό την έννοια κάποιου, στοιχειώδους ή όχι, δικαίου. Η ποίηση είναι χάωση. Κενό2.

Η ποίηση, λοιπόν, δεν είναι ηχώ, δεν είναι ένας αντίλαλος της φωνής ενός κοινού. Η ποίηση εξαλείφει κάθε αντίλαλο, εκμηδενίζει εκ φύσεως τον εαυτό της.

Προς τι λοιπόν, να απελευθερώνεται το ελεύθερο και να αποσαφηνίζεται το σαφές; Αποκαλύπτεται η σχέση της γραφής με τη λογική των social media: δεν πρόκειται για νέον, διευρυμένο ορίζοντα, αλλά για ένα σύστημα μέσα στο οποίο εντοπίζει ο καθένας την ηχώ της δικής του φωνής. Διαφέρει παρασάγγας από την ποιητική τέχνη, η οποία φροντίζει για την εκπαρθένευση κάθε δεδομένης τεκμηρίωσης, η οποία αντίκειται σε κάθε σύστημα. Ο εικοστός αιώνας και οι απαρχές του εικοστού πρώτου, αποκάλυψαν πόσο καταδικασμένη μπορεί είναι η ποίηση και η κριτική, οι οποίες εξαναγκάζονται μία συγκεκριμένη επανάληψη παραδόξου, στη βάση της επανάληψης κάθε προηγούμενης μη-επαναληπτικότητας. Οι κατακόμβες ενός προοδευτισμού3.

Οι εκατοντάδες ποιητικοί «επαναπροσδιορισμοί» δεν είναι αναγκαίοι· εφόσον η ποίηση ευδοκιμεί στην αδιάκοπη κλιμάκωση της απροσδιοριστίας της. Η ποίηση γεννιέται από μια ηγηθείσα επανιεράρχιση· η αντικειμενική κλίμακα είναι ατομική ακριβώς όπως η υποκειμενική ερμηνεία είναι δημόσια: οι πνευματικοί αριθμοί, η ετερότητα εντός του απολύτου τίποτα. Εκείνη η ήττα που τελευταία βαραίνει τόσο τις ποιητικές διαφημίσεις, δεν είναι εκείνο που διαφημίζεται πως εισπράττει, βιώνει, ο διαφημιζόμενος ποιητής, αντιθέτως, πρόκειται για το γίγνεσθαι της ίδιας της ποίησης4.

*

Η ποίηση ασφαλώς δεν παύει, μα χρόνο με τον χρόνο μετατρέπεται σε απόλαυση όλο και λιγότερων ανθρώπων. Σε κάμποσες δεκαετίες από σήμερα, θα γίνεται λόγος για τον ελιτισμό όσων μέσω της ποίησης θα οδηγούνται στην αθέτηση, στη θαυμάσια παρασπονδία των αποκλίσεων που αποκαλύπτουν την εμετική ευφράδεια των επιφυλάξεων.

Κάθε φορά που γίνονται εκτιμήσεις, όπως η παρούσα, αποτυπώνεται και μία, κάπως δεδομένη, χρονική περίοδος, κατά την οποία οι ποιητές εξελίσσουν το στίγμα τους, τη γραφή τους. Εκ των πραγμάτων όμως, η όποια περίοδος δεν μπορεί να παράσχει εγγυήσεις. Όσο η εμπειρία είναι φειδωλή, άλλο τόσο η τριβή της όποιας, εσωτερικής ή εξωτερικής, επιρροής, δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.

Κρίνει κανείς με βάση το υπάρχον και όχι με βάση το δυνητικό. Το μελάνι δεν στέγνωσε ακόμη, όπως συνηθίζουμε να λέμε σε αυτές τις περιπτώσεις. Ωστόσο, μία καταγραφή του ποιητικού σκηνικού δεν μπορεί με βεβαιότητα να υπάρξει, εφόσον οι ειδικές συνθήκες (η εκδοτική υπερπαραγωγή ποιητικών συλλογών και η κριτική μεροληψία) επιδρούν με τέτοιο τρόπο ώστε ένα σημαντικό κομμάτι της σύγχρονης ποιητικής παραγωγής να παραμένει άγνωστο ή αναξιοποίητο. Και επ’ αυτού δεν είναι διόλου σίγουρο πως θα μεριμνήσει αξιολογικά το πέρασμα κάποιου επιβοηθητικού χρόνου.

*

Contemporary_artwork_19

Διαθέτουν περιστασιακή αισθητική, δηλαδή, μίαν αισθητική η οποία κατά κύριο λόγο εξάγεται από εκδηλώσεις οι οποίες επανέρχονται από το κοντινό ή το μακρινό παρελθόν, με μορφή ποιητικών σχημάτων, ανεξαρτήτως ύφους.

Παρά τη δεδηλωμένη επιρρέπεια προς το διερευνητικό πνεύμα που χαρακτηρίζει τις νέες ποιητικές συλλογικότητες, τα νεοσύστατα φεστιβάλ και τα περιοδικά μικρότερης κυκλοφορίας, ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της σύγχρονης ποίησης, διέπεται από μία, συμφυή θα έλεγε κανείς, ιδεολογικοποίηση, συμπεριλαμβανόμενης και της ηθικής ιδεολογικοποίησης. Μια ιδεολογικοποίηση υπό την έννοια της ταυτολογίας με την μοντέρνα κοινή λογική, η οποία προσπαθεί να αντικαταστήσει την ποιητική διαφορά με ένα, διαρκές, εννοιολογικού ή πολιτισμικού τύπου, σύμφωνο.

Τα επιστεγάσματα της ποίησης των τριών δεκαετιών 1960-1990, σε επίπεδο ερμηνευτικής· η οποία λειτουργεί σχεδόν αποκλειστικά ως συναισθηματική υποβολή, καθιστούν πολλούς από τους νέους παλαιότερους. Και αυτό διότι διαθέτουν περιστασιακή αισθητική, δηλαδή, μίαν αισθητική η οποία κατά κύριο λόγο εξάγεται από εκδηλώσεις οι οποίες επανέρχονται από το κοντινό ή το μακρινό παρελθόν, με μορφή ποιητικών σχημάτων, ανεξαρτήτως ύφους. Ακριβώς γι’ αυτό η ηθική διάσταση, το «ανθρώπινο» του ποιήματος είτε τίθεται επιτακτικά ως τεράστιο πλακάτ μπροστά στα μάτια του αναγνώστη, είτε τοποθετείται με επιμελώς ατημέλητο τρόπο σε κάποιο σημείο του ποιήματος.

Στα έργα των νεότερων ποιητών, αποκορυφώθηκε η απουσία της σύνθεσης, η οποία, ως θεμελιώδες στοιχείο της ποιητικής, της ίδιας της ποίησης, έχει αποκλειστεί, εν ονόματι της επικοινωνιακής επιτυχίας που προσφέρει η αφήγηση μυθοποιημένων ή μυθοποιητικών περιστάσεων. Αυτό εξάλλου είναι το πιο ιδιαίτερο, το πιο τυπικό γνώρισμα της νεότερης ποίησης ανά την υφήλιο5.

Για τις νεότερες γενιές, η ποιητική τέχνη είναι μία σημαντική μορφή έκφρασης της υπάρχουσας κοινότητας· η αποτύπωση της φινέτσας των αντικειμενικών της δεδομένων, των συνομολογημένων αναμορφώσεων και δοκιμών, των οποίων η βιωσιμότητα κρίνεται διαρκώς από την αναμέτρησή τους με κάτι ισχυρότερο, το οποίο όμως θεωρείται εξωποιητικό. Αυτό το φαινόμενο διαιρεί ακατάπαυστα τον προβληματισμό της. Αυτό είναι, τουλάχιστον κατά τη δική μου εκτίμηση, εκείνο το οποίο μέσω των ποιημάτων τους αθροίζεται, ώσπου (θα ήταν ευχής έργο) να πάψει κάποια στιγμή ως παροξυμμένη επιθυμία και να μεταμορφωθεί από αίτιο σε λειτουργία.

Παγκοσμίως, οι νεότεροι ποιητές βρίσκονται μέσα σε έναν κληροδοτικό υπερπληθωρισμό, ο οποίος εντέλει λειτουργεί ως καταθλιπτικό διάκενο, όπου οι επιδράσεις τείνουν να αντικαταστήσουν ολοκληρωτικά την ποιητική βούληση. Πιθανό δε, σε ένα πολύ μεγάλο ποσοστό, να την έχουν ήδη αντικαταστήσει.

Όλοι θεωρούν πως η ποίηση του τόπου τους είναι πραγματικά ζωντανή και πλούσια, αυτό όμως αναφορικά με τι; Με την ιεραρχική συνάφεια της τοπικής γλώσσας ή με τις φιλολογικές/κριτικές συμβάσεις οι οποίες, αμφότερες, μορφοποιούν κατά το δοκούν τη σημειωτική και την υφολογία; Αυτό πρέπει κάποια ορισμένη στιγμή να εξεταστεί διεξοδικά και να ανατραπεί, ώστε να καταφέρει να εξαντληθεί δημιουργικά η ποιητική σχετικότητα που επιφέρει η ντόπια γλώσσα, συνάμα με την ηγεμονική κριτική, οι οποίες συνεπικουρούν στην απονεύρωση της ποίησης, υπό την έννοια πως την περιορίζουν σε ένα μόνιμο προκριματικό στάδιο, εκ του οποίου εμποδίζεται η προοπτική της, η σύνδεση με την ελευθερία της.

Εμφανίστηκαν για να διδάξουν ακριβώς αυτό που δεν διδάσκεται: τη διανοητική και σωματική εμπειρία που αποτελούν τον διττό γεννήτορα της ποίησης.

Ένας από τους καίριους πόλους άμβλυνσης της δημιουργικότητας, είναι επίσης τα, πολύ διαδεδομένα, σεμινάρια «δημιουργικής γραφής», τα οποία εμφανίστηκαν για να διδάξουν ακριβώς αυτό που δεν διδάσκεται: τη διανοητική και σωματική εμπειρία που αποτελούν τον διττό γεννήτορα της ποίησης. Πέραν τούτων, η συμπίεση που ασκεί η κοινωνία, αμβλύνει επίσης τα πνευματικά αντανακλαστικά και έναντι αυτών χορηγεί ερεθίσματα από δεύτερο χέρι. Η κοινωνία εμπλέκει τον εκκολαπτόμενο ποιητή στην προπαρασκευασμένη της θεώρηση, κυρίως δε, όταν τον παγιδεύει σε κάποια από τις «ανατρεπτικές» της αφέλειες.

Η ακαδημία παραμένει απασχολημένη με τον καλλωπισμό του λειψάνου της, ενώ η λεγόμενη ποίηση του «πεζοδρομίου» είναι κατειλημμένη από τους ακόλουθους της μόδας του πεζοδρομίου, οι οποίοι τροφοδοτούν φαινόμενα όπως το «slam poetry», δηλαδή την από μικροφώνου ανταλλαγή μιας αλαζονικής ανοησίας που απέχει από την ποίηση όσο το δέντρο από το μολύβι. Ακαδημαϊκοί και πεζοδρομιακοί, αποτελούν καλά λαδωμένα γρανάζια του πολιτικο-κοινωνικού συστήματος. Αμφότεροι, εξάλλου, προβαίνουν σε χαρακτηριστικές κειμενικές κακοποιήσεις, καθώς και στις πιο έντονες, δηλωτικές διαστροφές, των τεκμηρίων της λογοτεχνίας.

*

Εκείνο που μπορεί να εξετάσει κανείς είναι αυτή η διάχυτη αιμωδία, είναι να δει τι απομένει και σε ποιο βαθμό αυτό αφομοιώνεται ή αφομοιώνει. Αποφυγή του συναισθήματος, το οποίο έχει αντικατασταθεί από τον συναισθηματισμό, και αποφυγή διανοητικού διαφορισμού, ο οποίος έχει αντικατασταθεί από την παλιλλογία.

Οι καλές προθέσεις, ή έστω οι όχι κακές προθέσεις, κατέληξαν και αυτές να γίνουν για πολύν κόσμο, δυσεύρετες, ίσως και πολύτιμες. Αυτό είναι αληθές, κατανοητό και παραδεκτό. Η ποίηση όμως δεν δημιουργείται από προθέσεις, ούτε προσκομίζεται στην κοινωνική έδρα ως σκοπούμενο.

Όσοι τρέφουν ενδιαφέρον, προς αυτή την ακατανίκητη τέχνη, οφείλουν να παλέψουν με την επιβαλλόμενη νεκρή γλώσσα, η οποία προσποιείται πως κατευθύνει προς την αλήθεια μέσω της πραγματικότητας, αλλά, στην πραγματικότητα αποτελεί εμπόδιο για την αλήθεια. Οφείλουν να αντιπαρατεθούν στην υποτιθέμενη ποιητική πρωτοπορία, η οποία κερδίζει πλέον τόσο εύκολα την αποδοχή, νομιμοποιείται σε τέτοιο βαθμό και έκταση, που παύει να είναι πρωτοπορία. Τους περιμένει το κυλιόμενο πέρασμα από το υπερυψωμένο στο επιφανειακό και από το επιφανειακό ξανά στο υπερυψωμένο. Έως ότου εξαντληθούν οι ανταμοιβές και οι κυρώσεις.

Παρίσι, 2 Μαρτίου 2016

*Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΕΙΒΑΔΑΣ είναι ποιητής.

__________________________________

Σημειώσεις:
1, 2, 3, 4, 5 «Ανάπτυγμα» [Δοκίμια και σημειώματα ποίησης], Κουκούτσι 2015

*Το κείμενο του Γιάννη Λειβαδά και οι εικόνες της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το Book Press στη διεύθυνση http://www.bookpress.gr/stiles/eponimos/proskroussi-ston-kamato-tis-poiitikis-argias

street-art-hd-wallpapers-2

Michael Farrell reviews Grant Caldwell

thumbnail257picture

Reflections of A Temporary Self
by Grant Caldwell

Collective Effort Press, 2015


Publishing a selected poems is an act of confidence. While no one who writes poems would want to be judged on their worst effort, a selection suggests these are the poems that – if readers must judge – the poet be judged upon. The act is, however, doubly denied by Caldwell in the qualified title, Reflections of a Temporary Self, and by the front cover author photo: is he asleep or isn’t he? The I-don’t-necessarily-give-a-fuck attitude is part of the package. I qualify the attitude because Caldwell, in producing an eighth book (consisting of poems from six previous books and new poems), clearly does give one.

The large type will be welcomed by the poorer sighted and it has a poster effect that gives the pages authority, suggesting that this is public poetry: it’s what I saw, heard, thought; what do you reckon? The poet might have moved on, into a new self, but the gesture remains. In noting my impression of the unapologetic strain in Caldwell’s work I don’t mean that it is necessarily aggressive. It can be unapologetically sweet:
wallabies kissing in a twilight field
holding straws in their little hands
ears revolving
all this and the joey
and the young shoots of clover
they love so much (‘ontos farm’)
Like John Shaw Neilson with the death taken out. You could say with the lilt out, as well; by analogy the impression is of a rock’n’roll Zen, especially this aspect cited by Wikipedia: ‘the personal expression of … insight in daily life, especially for the benefit of others’. The latter part of the quote is pure ironic Caldwell. Reflections contains a sarcastic poem about the facile adoption of Buddhism as an identity (‘einstein, buddhism and my stiff neck’) and it is one of the poems that verges on the genre of the grumpy-old-man poem. Yet, typically, the judgment is on Caldwell, or at least his narrator: thinking about Buddhists, he falls in the creek and bangs his hip. (It seems quintessentially Australian to fall in a creek and hurt yourself, rather than get wet or drown.)

There’s rhythm, there are images, and sometimes they meet. Caldwell is interested in the melancholy affects of repetition, as in ‘across the sea’ (‘the sea comes … it never stops/it never stops’); and in mundane investigations of logic in these concluding lines from ‘thirteen ways of looking at a window’:

with the dark the window becomes a mirror
when you turn on the kitchen light and you
watch yourself reflecting reflected in the light
though you can’t see your face for the shadow

This circularity is given its major form in ‘two black chairs’; as the poem goes on it becomes replete with chairs and tables, and a purse and fairy lights, and ‘elvis before his dissipation’, losing its sense of line (or gaining fullness) as the page becomes full with the swirl of words. All poems are concerned with the logic of their structures, but logic is also a theme of these poems, as if they want to work out the possibilities of logic in poetry. ‘like a tennis ball’ resembles a song structure – what could easily be read as a hip-hop structure, though I think it’s too unromanticised for that – where the abjection of alcoholic (prosaic) unhappiness is redeemed (poetically) by the mundane-lyrical image of a tennis ball in the last line.

Caldwell’s untitled haiku are read to advantage in a column of four, where the effect is of reading a series, rather than one per page, which might well have seemed flat or inconsequential. His haiku momentarily slow down reading by offering change in tone, voice and space. The mode is not completely distinct, however. The following two haiku from a camping sequence point to Caldwell’s interest in logic, circularity and repetition:

red hot coals
in the late night camp fire
tomorrow’s ashes

in last night’s ashes
yesterday’s potatoes
never to be eaten

‘yarra yarra (ever flowing river)’ is a three part collage of Aboriginal place names, and includes many that have negative connotations (‘ONNUA white man with gun’; ‘BOGONG place infested with fleas’) but ultimately the momentum is towards a more positive affect: the final section including terms like ‘WOONINGCANNING where wild ducks flock and play together’, ‘MANGOPLAH people singing’ and ‘QUINDALUP a happy place’.
As a record of ‘more than thirty years’ of writing that tries different modes, the book’s diction is, inevitably, a mixture. At times the disparity’s too great: while irony can give a lot of weight to the vague ending (‘yair … sure …’) of ‘bar-b-q in blue’’s comic anecdote, it’s not so easy for irony to lighten the load of the following poem’s conclusion: ‘into new depths of ontology’ (‘mundane avenues of compensation’).
Caldwell’s version of the ‘I do this, I do that’ poem is one of white poverty: the drug and scam milieu. In ‘the colour of black light’ the narrator makes money from secondhand books then talks to the bookseller about Charles Bukowski, as if he defined the extreme version of white poverty as poetry and he probably does. It’s not as nice or as affectionate as O’Hara, but there is the same compositional thought and structure, where the elements of a day are brought together to make a poem. You can have no money, but if you have a TV you can still watch a documentary on Matisse. Class culture is complicated, and complications are normal.

Other poems (‘terra nullius’ and ‘baghdad etc.’) deal with the logic of hyperbole. Extreme comparisons are made to suggest the fabric of everyday power struggles that are implicated in greater ones everyday intolerance as a sliding scale to that of big business, government, the military. ‘baghdad etc’ begins, ‘it is better not to think’, and in this again, Caldwell is a kind of anti-O’Hara that is not quite paranoid.
When reading his poetry in performance, Caldwell characteristically makes enjambment explicit through a pronounced pause, and enjambment is something that figures in his poetry as much as the line as such. The poem ‘the fat bread’ employs spacing and line breaks to an extreme extent, in a way that is both highly contrived and wonderful; something about this poem – and the way it faces a photo of a child (presumably the author) as a scarecrow with arms wide – makes it seem an original contribution, both obvious and unique. It’s like a couple of haiku added together then stretched apart till breaking point:

in the park
the arrowfast tortoise
shell
cat
stalks
the fat bread
bloated
pigeons
pecking in the sun
dry
grass

Yet it is not completely obvious, because the syntactic inversions are not predictable; yet they do fit, and enliven and ironise the images. ‘the arrowfast tortoise’ evokes the fable of the tortoise and the hare, and makes it a character of the poem, along with the fat bread, neither of which are strictly visible. That ‘fat bread/bloated/pigeons’ are still pecking is itself ironic, but narrative irony is less emphasised than that of syntax, while spacing ironises both word and phrase as image. It is a wry little masterpiece.

The title of ‘the neverending poem’ suggests its relation to πO’s ‘Everything Poem’. It collects found moments of text, facts and observations. It is not that long, ending with a shudder-making quote from Margaret Thatcher. Its overall tone might be described as rueful. Another found poem, ‘amerika’ is like a dub version of Allen Ginsberg’s ‘America’, with the tone and apostrophe stripped from it. A collage drawn from a 1960s textbook, it is revealing of sexual and economic oppression:

sue is more attractive than ann
jean is more attractive than sue

[…]

i will have steak but sue will not
she will have lobster

[…]

if you left your jobs
you would look for other jobs

Caldwell brings the two aspects together in the couplet, ‘it is time you bought a new car/it is time sue got married’.

Apart from the typos, there’s a rough and ready feel to this selection, resulting in the inclusion of some poems that do no more than those before them (sequentially if not chronologically), and in some wonky enjambments (‘you have control now’), but these can also have a payoff. Caldwell’s line breaks replicate, at least some of the time, an idiosyncratic verbal style that speeds up and slows down, and can make lines seem strained or truncated on the page. But not all of them; and the style can turn up a great line like ‘there to back him mainly’: ‘him’ being the poem’s titular horse, ‘tobin bronze’. The story of the race is strung out a bit long (if you don’t define being an adult as the ability to defer gratification) before finally arriving at the end’s kicker: no spoilers from me.

Caldwell, as someone who has been teaching creative writing for some time, is under the radar in terms of his influence on thousands of young readers and writers of poetry. Teaching, however, can sideline a poet’s own work. Reflections of a Temporary Self might seem as necessary as a white pepper milkshake, but taste is produced by reading, not by not reading: and besides, conventional poetry readers are the last thing a various place like Australia needs.

*Michael Farrell‘s Cocky’s Joy was published by Giramondo in 2015. His scholarly book, Writing Australian Unsettlement: Modes of Poetic Invention 1796-1945, was published by Palgrave Macmillan.

***From Cordite Poetry Review at http://www.cordite.org.au

Amy Brown reviews Π.O.’s Fitzroy: the biography

unnamed

Fitzroy: the biography
by Π.O.
Collective Effort Press, 2015

For Π.O., ‘Fitzroy is what you, bump into/ when you leave home’ (599). It was outside his family’s first front door after they escaped the Bonegilla migrant reception centre in 1954. After sixty years and homes in other suburbs, it is still the place that his poems gravitate towards. If anyone were to attempt writing the biography of Melbourne’s first suburb, Π.O. is the poet.

It’d be reasonable to assume that Fitzroy: the biography is about a person rather than a place. On the cover is a photo of Π.O. as a grinning infant, about the age he would have been on first moving to the suburb. The vowels of the title (Fitzroy) are highlighted yellow signalling that the poet, Π.O. (or Pi.O.), is integral to this version of the suburb. The 740-page epic (the same length as his 1996 Fitzroy-based poem, 24 Hours) recounts the life of Π.O.’s Fitzroy. While acknowledging that the suburb has many different selves – is a palimpsest; a space of competing narratives – this study is as much autobiography as biography.

With a contents page arranged alphabetically like a scholarly index, the poem initially appears to be performing as a reference item. Really, it is a catalogue (like Ovid’s Metamorphoses) of the suburb’s changes. Roughly chronological, beginning with a series of portraits and imagined monologues from 19th century settlement and ending with the poet’s own memories, the poem’s scale is vast. In between is a series of ‘creation myths’. We hear how the streets got their names (Young, Webb, George) and the origin of Alcock’s Billiard Table store, on Gertrude Street since 1854 and miraculously still there. We see the Builder’s Arms Hotel, before it was painted white and turned into a restaurant called Moon Under Water. We learn about the Fitzroy childhoods of chocolate millionaire, Macpherson Robertson, and second prime minister of Australia, Alfred Deakin. The advent of footie in Fitzroy, the rise and fall of Squizzy Taylor, the extraordinary role of Pastor Doug Nicholls, and the erection of the council flats (‘Modernism destroyed my whole life’ [607]) are all described with Π.O.’s idiosyncratic specificity, rhythm, and unabashed bias. The same ghostly resonances that were achieved in 24 Hours are present here; the layers of stories convey how contested the space of the suburb is.

In ‘Geoffrey Eggleston (1944–2008)’, Π.O. writes, ‘i wanted to see/ everything, in Melbourne’ (673). As well as wanting to see everything, he appears to want to share with his readers everything he sees. While this is impossible, the mad, kaleidoscopic rush of details gives a sense of infinite completeness. In the fragments, psychic associations and rapid digressions, there is always something new to notice.

Although the structure and scale of Fitzroy: a biography are different to that of its predecessor, 24 Hours, the sensibility behind the poem is recognisable. Even in the imagined monologues of historical figures, and faux archival materials (letters, lists, advertisements, and crime records, which remind me of Charles Reznikoff’s Testimony), there is a latent autobiography. The collaging effect of abruptly juxtaposing miscellaneous facts, and the deliberate (Tarantino-like) anachronisms, stamp the work with Π.O.’s style. Often, the facts that are layered together to create an impression of an historical figure’s life also serve as a commentary on the poet’s writing process. For example, ‘The Latin verb “cogito” (for “to/ think”) etymologically, means “to shake together”./ To smash, to break, to kick down stairs’ (367).

In the later, explicitly autobiographical, poems, there is an openness that is less apparent in the imagined historical monologues, and it is this unmasked storytelling that I think is Π.O.’s forte. From leaving Bonegilla, to being forced to read racist Biggles as a schoolkid, to recalling Allen Ginsberg’s reading at the Town Hall, we see the poet and the suburb of Fitzroy aging in tandem. There are tall stories in which names are dropped (Ted Hughes at the Adelaide Writers’ Festival, whom Π.O. interrogates over Sylvia Plath’s death; Tom Waits, whom Π.O. interrupts while having sex), but also poignant vignettes. At the arrival of ‘students and artists’ in Fitzroy, Π.O.

wrote a poem: Get Out of Fitzroy, and (at night) put
copies of it under / their doors; past their Land Rovers
parked on the footpath, past their Afghan-dogs and
plush-orange carpets; dodging Night watchmen’s torches (in
the only suburb i knew)

(692).

Throughout the collection is the conviction that ‘the future is just “the past” with a bit of a twist’ (45). These changes that Π.O. witnesses in the suburb in his early twenties have always been happening in Fitzroy’s oldest suburb: ‘“Omne vivum ex ovo” (the complete/ description of the organism, is already/ written, in the egg’ (59). But, despite the inevitability of change, there is a sense of grief in these pages at the corrosive effects of gentrification on Fitzroy. Early in the poem, Π.O. writes, ‘The grit must of course, be in/ the oyster’ (133). In The Age this morning (Saturday 27th February, 2016), an article titled ‘Is this hipster heartland losing its cool?’ laments the addition of a Coles supermarket and Subway franchise to Smith Street. According to Fitzroy: a biography, the suburb started to lose its ‘cool’ decades ago, at the arrival of the first hipsters.

Π.O.’s love of his version of Fitzroy, evident on every page, is palpable in ‘Granite Terrace’, in which he wonders about the granite blocks that were removed from a vacant lot and replaced with ‘some shitty little brown-brick factory’ (78). He suggests that the Council should return the granite blocks and ‘scatter them at random (up and/ down) Gertrude and Nicholson Street, as part of/ some public art project’ (79). If this ever happens, Π.O.’s lines should be engraved in them. Meanwhile, perhaps copies of Fitzroy: a biography could be scattered instead, to remind the Coles- and Subway-goers of their suburb’s origins, to put a bit of grit back in the oyster.

*Amy Brown teaches creative writing at the University of Melbourne. Her first poetry collection, The Propaganda Poster Girl, was shortlisted for Best First Book at the 2009 New Zealand Book Awards. The Odour of Sanctity, a contemporary epic poem that formed the creative half of her doctoral thesis, will be released in July 2013.

**From Cordite Poetry Review at http://www.cordite.org.au