Όταν μαλώνουν τα βουβάλια… Για έναν πρόσφατο διάλογο της Ένωσης Ελληνικού Βιβλίου με τη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων

buffalo-fight-3

Στο τελευταίο ενημερωτικό δελτίο (δείτε το εδώ) που κυκλοφόρησε η Ένωση Ελληνικού Βιβλίου (ΕΝΕΛΒΙ), η πιο πρόσφατη και μεγαλύτερη από τις ενώσεις εκδοτών βιβλίου, με την οποία είναι γνωστές και δημοσιοποιημένες οι όχι ακριβώς αγαστές σχέσεις μας κατά το παρελθόν, πληροφορηθήκαμε ότι η Ένωση είχε το τελευταίο διάστημα μια πολύ επιμορφωτική επικοινωνία με τη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων (ΓΓΔΕ), από την οποία ζήτησε α) εφαρμογή μειωμένου συντελεστή ΦΠΑ 6% σε όλα τα στάδια παραγωγής του βιβλίου και β) εξαίρεση των μεταφραστών, επιμελητών και εικονογράφων από τις διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, που σημαίνει απαλλαγή των υπηρεσιών τους από ΦΠΑ. Θα δούμε στη συνέχεια, εκτός από την απάντηση της ΓΓΔΕ, κυρίως με ποιους όρους διεξάχθηκε αυτός ο διάλογος και τι σημαίνει για όλους εμάς, τους εργαζόμενους μεταφραστές, επιμελητές και διορθωτές στην Ελλάδα σήμερα.

Κατ’ αρχάς, η ΓΓΔΕ απάντησε αρνητικά και στα δύο αιτήματα της ΕΝΕΛΒΙ, με μία εξαίρεση: η εφαρμογή μειωμένου συντελεστή ΦΠΑ αναγνωρίζεται μόνο στις εκτυπωτικές εργασίες καθετοποιημένων μονάδων (δηλαδή μεγάλων τυπογραφείων), με την αιτιολογία ότι «εκτελούνται από επιχείρηση με δικά της υλικά κατ’ εντολή του πελάτη» και έτσι «δεν συνιστούν υπηρεσίες φασόν, αλλά στην περίπτωση αυτή θεωρείται ότι συντελείται παράδοση βιβλίων, εφημερίδων ή περιοδικών και εφαρμόζεται ο συντελεστής ΦΠΑ στον οποίο υπάγεται το αγαθό βάσει της δασμολογικής κλάσης στην οποία κατατάσσεται» (σ. 7 του ενημερωτικού δελτίου της ΕΝΕΛΒΙ). Ήδη βλέπει κανείς εδώ πώς για το κράτος αρκεί να «θεωρείται» το κρέας ψάρι για να γίνεται κιόλας: το τύπωμα βιβλίων από μεγάλες καθετοποιημένες μονάδες αναβαπτίζεται και μετατρέπεται σε «παράδοση βιβλίων κλπ.», πράγμα που οδηγεί στην απαλλαγή των επιχειρήσεων αυτών από τον κανονικό συντελεστή ΦΠΑ και στην υπαγωγή τους στον ευνοϊκό μειωμένο συντελεστή ΦΠΑ του βιβλίου (6%). Έτσι άλλωστε και το προϊόν βιβλίο καταλήγει να έχει ασήμαντο υλικοτεχνικό κόστος για τους μεγαλοεκδότες (οι οποίοι κατά τα λοιπά μάς καλούν να γίνουμε συμμέτοχοι στις «απώλειές» τους «λόγω κρίσης»). Ας κρατήσουμε αυτή τη… μεθοδολογία του κρατικού μηχανισμού και αυτά τα οφέλη για τους εκδότες, και ας περάσουμε στο σημαντικότερο για εμάς θέμα της διαμάχης ΕΝΕΛΒΙ-ΓΓΔΕ, αναφορικά με την εξαίρεση των συναδέλφων από τον ΦΠΑ.

Η απάντηση της ΓΓΔΕ περιέχει εξαρχής ένα αποκαλυπτικό στοιχείο: δηλώνει ότι η ΕΝΕΛΒΙ ζήτησε την εξαίρεση των μεταφραστών, επιμελητών και εικονογράφων βιβλίων από τις διατάξεις του ΚΦΔ «κυρίως λόγω του ότι πρόκειται για παράλληλη και περιστασιακή απασχόληση, η οποία ασκείται και από συνταξιούχους» (σ. 6)! Δηλαδή η ΕΝΕΛΒΙ, η ένωση των μεγαλύτερων εγχώριων εργοδοτών στον κλάδο του βιβλίου, της οποίας τα μέλη εμπορεύονται χιλιάδες τίτλους ετησίως, υποστήριξε επισήμως στο ελληνικό κράτος ότι ουσιαστικά όλα τα βιβλία στη χώρα μεταφράζονται, διορθώνονται, εικονογραφούνται (κοινώς: παράγονται) από «παράλληλα και περιστασιακά απασχολούμενους, καθώς και από συνταξιούχους». Τα θαυμαστικά δεν φτάνουν για να σχολιάσουν το επιχείρημα αυτό… Στην πραγματικότητα, η ΕΝΕΛΒΙ ήθελε να πει ότι οι συνάδελφοι μεταφραστές, επιμελητές, διορθωτές, εικονογράφοι είναι, ή ακριβέστερα πρέπει να θεωρούνται, από τυχάρπαστοι έως ανύπαρκτοι, χομπίστες, κομήτες, βαριεστημένοι ανεπάγγελτοι, εισοδηματίες – με δυο λόγια, κοινωνικές κατηγορίες που περί άλλα τυρβάζουν (και υπό τις άλλες τους ιδιότητες φορολογούνται, αναγνωρίζονται κοινωνικά, ζουν, σε τελευταία ανάλυση), συνεπώς α) δεν παρουσιάζουν ενδιαφέρον από δημοσιονομική άποψη και β) καλώς πληρώνονται ψίχουλα, στη χάση και στη φέξη. Αυτοί οι αόρατοι εξωγήινοι, κατά την ΕΝΕΛΒΙ, λογικό είναι να απαλλάσσονται από βάρη όπως ο ΦΠΑ, ώστε να είναι και με τη βούλα τόσο φτηνοί όσο επιτάσσει η αλλοπρόσαλλη κατάστασή τους.

Μπροστά σε αυτά τα τραγελαφικά, η απάντηση της ΓΓΔΕ φαντάζει μνημείο ορθολογισμού όσο και κυνισμού: λέει, με λίγα λόγια, στην ΕΝΕΛΒΙ ότι από τον ΦΠΑ εξαιρούνται μόνο οι μισθωτοί, ενώ όλοι οι άλλοι, μεταφραστές, επιμελητές, εικονογράφοι, όσο παρδαλούς κι αν θέλει να τους παρουσιάζει η ΕΝΕΛΒΙ, θα θεωρούνται επιχειρηματίες και θα υπάγονται στο κανονικό καθεστώς του ΦΠΑ. Αν δε η ΕΝΕΛΒΙ επιθυμεί να εξαιρεθούν οι συνάδελφοι από μια τέτοια φορολογική επιβάρυνση, δεν έχει παρά να τους προσλάβει, υπό την έννοια με την οποία ορίζει το κράτος τη σχέση εξαρτημένη εργασίας (σ. 8):

Ειδικότερα, ως προς την ύπαρξη σχέσης εξάρτησης, έχει γίνει δεκτό από την Υπηρεσία μας ότι από τον έλεγχο των πραγματικών περιστατικών θα πρέπει να διαπιστώνεται ότι πληρούνται αθροιστικά τουλάχιστον οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

– Η υπηρεσία να παρέχεται για ορισμένο ή αόριστο χρόνο,
– να εκτελείται σύμφωνα με τις οδηγίες, τις εντολές και την εποπτεία του εργοδότη,
– την ευθύνη για το αποτέλεσμα της υπηρεσίας να την έχει ο εργοδότης,
– να υπάρχει διαρκής απασχόληση και φυσική παρουσία του παρέχοντος στους χώρους εργασίας του εργοδότη ή στους χώρους που υποδεικνύονται από αυτόν,
– η αμοιβή να καταβάλλεται περιοδικά (π.χ. μηνιαία).

Ιδού λοιπόν τι λένε μεταξύ τους τα βουβάλια, εργοδότες και κράτος: οι μεν ισχυρίζονται ότι οι «εξωτερικοί συνεργάτες» τους που παράγουν το προϊόν βιβλίο είναι περαστικοί απ’ τον χώρο, άρα θα όφειλαν να είναι φτηνοί κι αφορολόγητοι, οι δε ανταπαντούν ότι είναι επιχειρηματίες, εκτός αν γίνουν μισθωτοί κατά το πρότυπο των βιομηχανικών εργατών και των δημοσίων υπαλλήλων, διότι άλλη εξαρτημένη σχέση εργασίας δεν υπάρχει (την ώρα που χιλιάδες εργαζόμενοι στην Ελλάδα και εκατομμύρια διεθνώς δουλεύουν ακριβώς υπό «άλλες» εξαρτημένες σχέσεις εργασίας, από το σπίτι, με ασφυκτικές προθεσμίες, αμοιβές πείνας, πληρωμές μία στο τόσο, χωρίς κανένα εργασιακό ή/και ασφαλιστικό δικαίωμα). Για τα βουβάλια, ανάμεσα στους επιχειρηματίες και τους αόρατους υπάρχει το κενό μηδέν, που διακόπτεται μόνο από την πρόκληση-κλείσιμο του ματιού του κράτους προς την εργοδοσία να αρχίσει να γεμίζει το κενό αυτό με προσλήψεις. Για τις οποίες προσλήψεις, βέβαια, αμφότερα τα μέρη γνωρίζουν ότι δεν πρόκειται να γίνουν ποτέ, αφού οι μεν εργοδότες απλώς θέλουν να κάνουν ακόμα πιο φτηνούς τους αόρατους «εξωτερικούς» τους, το δε κράτος έχει ήδη βρει τον τρόπο να χαρατσώνει αλύπητα όσους βαφτίζει «επιχειρηματίες», άρα κανένα μέρος δεν έχει συμφέρον από την ενίσχυση της μισθωτής εργασίας με την παραδοσιακή έννοια του όρου.

Ας πάρουμε όμως για λίγο τον λόγο κι εμείς, τα βατράχια. Αυτοί που μας θέλουν αφενός να δουλεύουμε σαν ακραία υποτιμημένοι παρίες και αφετέρου να πληρώνουμε χαράτσια σαν φτασμένοι μπίζνεσμεν –και αμετανόητοι «φοροφυγάδες»– θα έπρεπε να έχουν υπόψη τους ότι αντλούν δημοσιονομικές «υπεραποδόσεις» και συντηρούν την κερδοφορία τους με δανεικά δικά μας: τα χρήματά μας, τον κόπο μας, τον χρόνο μας, τις γνώσεις μας, την εργασία μας. Βαφτίζοντάς μας οι μεν ανεπάγγελτους, οι δε «επιχειρηματίες», μας υποχρεώνουν να τους θυμίσουμε ότι τα βατράχια (σε αντίθεση με τα βουβάλια) έχουν την ακατανίκητη συνήθεια να μεταμορφώνονται: γι’ αυτό, όσο δεν μας σέβονται, καλά θα κάνουν να μας φοβούνται.

Σε όλους τους υπόλοιπους… καλές γιορτές!

*Αναδημοσίευση από το μπλογκ του Συλλόγου Μεταφραστών Επιμελητών Διορθωτών στο http://www.smed.gr/2016/12/blog-post.html#more

Beau Smith, Copper frog

Beau Smith, Copper frog

Η σχέση του Νικόλα Κάλας με τον ελληνικό υπερρεαλισμό του ’30

kalas_2

Αλεξάνδρα Δεληγιώργη*

[…] Η ανάγκη για μάγευση, συγκίνηση, ανάταση κρίθηκε ρομαντική στο βαθμό που καλεί τη φαντασία να ανοίξει τον δρόμο σε κατακτήσεις «πέρα από το κακό και τη συνήθεια», ικανές να διεγείρουν την απορία, το δέος, τη σωτήρια έκπληξη, το άνοιγμα στον προβληματισμό. Ο υπερρεαλισμός, με όλη την καλλιτεχνική και φιλοσοφική σκευή του, ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα για ικανοποίηση αυτής της ανάγκης , καθώς ήταν γέννημα μιας κουλτούρας που σημαδεύτηκε από την κόλαση των χαρακωμάτων του Α Παγκοσμίου πολέμου και ετοιμαζόταν να υποστεί την κόλαση ενός ακόμη μεγάλου πολέμου, συνέχεια του πρώτου.

Στο μεσοδιάστημα, η ανάγκη των ανθρώπων να υπάρξουν σαν άνθρωποι εκφράστηκε με μια πνευματική έκρηξη που κράτησε ενεργό τον μοντερνισμό, στην κύρια έκφανσή του, τον υπερρεαλισμό. Όπως τόνιζε ο Ν.Κ./Σπιέρος, στο άρθρο του «Για τις δίχως τέλος κατακτήσεις του ρομαντισμού»1 το 1937, ο υπερρεαλισμός ήταν για τα μέτρα του μεσοπολέμου, η μόνη δυνατή έκφραση όσου και όποιου ρομαντισμού απαιτούσε ο φωτισμός όψεων του πραγματικού που τρομάζουν.

Στην απαρχή του, στα τέλη του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα, ο ρομαντισμός, στις διάφορες εθνικές εκδοχές του, συνδέθηκε με την σθεναρή εναντίωση ποιητών και διανοουμένων στην μετεξέλιξη του καρτεσιανού ορθολογισμού σε εργαλείο οργάνωσης της καπιταλιστικής κοινωνίας. Με την εναντίωσή του στον άκαμπτο εργαλειακό ορθολογισμό που προώθησε ο Διαφωτισμός, ο ρομαντισμός, προβάλλοντας τη δύναμη του συναισθήματος, είχε ένα διαχρονικό εκτόπισμα που δεν έπρεπε να χαθεί.

Τίποτα δεν απέκλειε, επομένως, ένας ρομαντισμός με άλλο πρόσωπο να ασκήσει πάλι κριτική, στους χαλεπούς καιρούς μετά την σοβιετική επανάσταση του ’17, ανάλογη με εκείνη που άσκησε, μετά την γαλλική επανάσταση. Αντίθετα, όλα συνηγορούσαν γι’ αυτήν.

Ο Ν.Κ. ενώ παρακολουθεί τις δράσεις των υπερρεαλιστών, ιδίως μετά το 1933, προσχωρεί εντέλει στον κύκλο τους, μόνον όταν φεύγει οριστικά από την Αθήνα, το 1937, αλλά και πάλι, όχι ως οπαδός ούτε ως απολογητής, αλλά ως ενεργός συμμέτοχος που φιλοδοξεί να εμπλουτίσει τον Υπερρεαλισμό με επιστημολογικούς, αισθητικούς και ηθικούς προβληματισμούς ικανούς να διευρύνουν το φάσμα και την προοπτική του. Η πρόθεση αυτή γίνεται εμφανής στις Εστίες πυρκαϊάς που εκδίδει στο Παρίσι, το 1938 και στο υπό μορφή συνέντευξης “Meaning of Surrealism” ή στο “Surrealist pocket Dictionary” που δημοσιεύονται, το 1940, στο New Directions in Prose & Poetry, αλλά και σε δοκίμια που γράφει και δημοσιεύει πολύ αργότερα, στις δεκαετίες του 1960-’70, όπως το Challenge of Surrealism κ.ά.

Στο μεταξύ, ενώ η κριτική θέση που παίρνει στα άρθρα του της δεκαετίας 1929-1938, σχετικά με τα τεκταινόμενα των ελληνικών γραμμάτων, εντείνει την αναφορά του Ν.Κ./Σπιέρου στον υπερρεαλισμό, το άνοιγμα αυτό δεν επηρεάζει άμεσα την ποίησή του. Στην πρώιμη φάση της, παρακολουθεί και δοκιμάζει τις δυνατότητες των νέων αισθητικών ρευμάτων στην Ευρώπη, της λεγόμενης πρωτοπορίας. Αρχικά, με την πρόθεση να αποδώσει τον σφυγμό και τον ρυθμό της σύγχρονης ζωής και όσα πρωτοφανή και ασύλληπτα επιφυλάσσει, που προκαλούν κατάπληξη και τρόμο όσον αφορά το μέλλον της, ανοίγεται στον φουτουρισμό, αλλά και στην ποίηση των συγχρόνων του Ευρωπαίων κλασικών και μοντερνιστών.

Με την μετατόπιση των αισθητικών ενδιαφερόντων του από τον φουτουρισμό και το νταντά στον υπερρεαλισμό, αλλάζει και το σημείο της ποιητικής του αναφοράς. Καθώς το βάρος μετατοπίζεται από τον μόχθο της βιομηχανικής παραγωγής και από την αλλοτρίωση της μισθωτής εργασίας στην οδύνη του σύγχρονου ανθρώπου που καλείται να καταβάλει ένα τόσο ακριβό αντίτιμο για την εξασφάλιση του μέλλοντός του, αποκτά συναίσθηση του τραγικού χαρακτήρα της ύπαρξης. Ο αυθορμητισμός που οδηγεί στην τραγική πράξη, καθώς εντοπίζεται στην απόγνωση ή στην οργή των τραγικών ηρώων, συνορεύει με τον αποκαλούμενο, λανθασμένα, «αυτοματισμό» της γραφής που εισηγούνται οι υπερρεαλιστές. Η συνειδησιακή ροή που αποδίδει ο ελεύθερος συνειρμός μιας αυθόρμητης γραφής και βοηθά το ασυνείδητο να αρθρώσει τον άλογο λόγο του, είναι το όριο όπου εξυφαίνεται το τραγικό της εν σχέσει ύπαρξης. Με αυτή την τροπή της ενασχόλησής του με τα ευρωπαϊκά γράμματα και της κριτικής και ποιητικής δράσης του, στην Αθήνα του ’30, ο Ν.Κ. ωριμάζει για να μπορέσει να επεξεργαστεί, σαν έτοιμος από καιρό, την δική του αισθητική, στην ουσία και την προοπτική της.

Το ότι η ποίησή του, ακόμη και στην φάση της ενθουσιώδους ανακάλυψης του υπερρεαλισμού, δεν είναι υπερρεαλιστική, δεν είναι δική μου εικασία. Σε γράμμα του στον εκδότη του περιοδικού Νέα Φύλλα, σταλμένο τον Μάρτιο του 1937, γράφει: «Δεν επιθυμώ να περάσω για ειδικός στο θέμα της ιστορίας του υπερεαλισμού ούτε να θεωρηθεί πως οι ιδέες μου γι’ αυτόν αποτελούν πιστή έκφραση των απόψεων του θεωρητικού αρχηγού του Αντρέ Μπρετόν. Επειδή, όμως, στη διαμόρφωση της σκέψης μου και των αισθημάτων μου, οφείλω πολλά στον υπερρεαλισμό , θέλω να αποφύγω να γίνονται παρεξηγήσεις, ιδίως όταν νομίζω πως βλάπτουν την υπόθεση του υπερρεαλισμού. Και την βλάπτουν, κατά τη γνώμη μου, όταν παρουσιάζονται στους αναγνώστες για παράδειγμα υπερρεαλιστικής γραφής κείμενα που δεν είναι υπερρεαλιστικά»2. Αμέσως παρακάτω ο Ν.Κ. σπεύδει να διευκρινίσει ότι τα Ποιήματα που εξέδωσε με το ψευδώνυμο Νικήτας Ράντος, με κανένα τρόπο δεν είναι υπερρεαλιστικά.

Βέβαια, δεν μας λέει τι είναι, γιατί δεν είναι αυτό το θέμα της επιστολής που γράφει, αλλά είναι πρόδηλο ότι ο Ν.Κ./ Ν.Ράντος εμπνεύστηκε τα Ποιήματα, αρχικά, από τον φουτουρισμό που ενέπνευσε και τον Μαγιακόφσκυ για να τον εγκαταλείψει, όταν αντιλαμβάνεται ότι στην Ιταλία, ο φασισμός χρησιμοποίησε τον φουτουρισμό ως ιδεολογικό του προκάλυμμα.

Ούτε, όμως, και το ποίημά του «Συμβόλαιο με τους δαίμονες» που απόσπασμά του δημοσιεύει, όταν η φιλία του με τον υπερρεαλιστή ποιητή της Υψικαμίνου Ανδρέα Εμπειρίκο, φαίνεται να έχει διαγράψει τον κύκλο της, είναι υπερρεαλιστικό ποίημα. Πρόκειται, αντίθετα, για ένα δραματικό ποίημα στο οποίο ο δημιουργός του έρχεται αντιμέτωπος με την τραγικότητα της ζωής, της Ιστορίας, της ανθρώπινης (συν)ύπαρξης, την οποία θεωρεί ως την αληθινή πρόκληση για κάθε μεγάλο ποιητή.

Παρακολουθώντας τις εξελίξεις που σημειώνει, σε όλη την παραπέρα πορεία της, η παράδοση των Γερμανών ιδεαλιστών και ρομαντικών των αρχών του 19ου αιώνα, ο Ν.Κ. επιμένει ότι η τραγικότητα ζωής, (συν)ύπαρξης, Ιστορίας είναι έκφραση της πραγματικότητας στον απόλυτο βαθμό. Συστήνει, επομένως, τον πυρήνα της ποίησης. Ως τέτοια, είναι ένας επικίνδυνος τόπος τον οποίο, όπως παρατηρεί, αποφεύγουν οι μικροί ποιητές λόγω των κινδύνων που ενέχει, για να στραφούν στους δικούς τους, μικρούς, εσωτερικούς λαβυρίνθους3.

Για τον Ν.Κ., που εντοπίζει στην ποίηση του Καβάφη την τραγικότητα του ελληνισμού ως απόρροια της αποτυχίας του και της παρακμής του, οι εσωτερικοί λαβύρινθοι, που γίνονται αντικείμενο ποιητικής εξερεύνησης, εδράζουν σε μιαν υποκειμενικότητα κλεισμένη στον εαυτό της, που τον αφήνει παγερά αδιάφορο, γιατί αποκτούν ποιητική μορφή, αγνοώντας την σχέση τους με τον κόσμο και την Ιστορία. Αποτέλεσμα είναι να μην αναμετρώνται με τα εμπόδια που η αντικειμενική πραγματικότητα ορθώνει σε όσους τολμούν να συγκρουστούν μαζί της.

Εκτός από το απόσπασμα από το Συμβόλαιο για τους δαίμονες, ο Ν.Κ./Ράντος δημοσιεύει, την ίδια χρονιά, στα Νέα φύλλα, άρθρο για τον ελληνικό υπερρεαλισμό όπου με σκοπό να ενημερώσει τους αναγνώστες, τους παραπέμπει στη σχετική μελέτη του Μέντζελου, δημοσιευμένη, το 1931, στο περιοδικό Λόγος. Στον Υπερρεαλισμό προσχωρεί το 1938, στο Παρίσι, όταν σε μια σπάνια στιγμή σύμπνοιας, οι υπερρεαλιστές προσχωρούν στο ΓΚΚ.

Η φιλία με τον Ανδρέα Εμπειρίκο

Αλλά αν για τα έργα των δημιουργών, για τα ρεύματα στα οποία ανοίγονται, τις τάσεις και στάσεις που καλλιεργούν, ουσιώδη ρόλο παίζει όχι μόνον η σχέση τους με την αντικειμενική πραγματικότητα, με την οποία αναπόδραστα είναι αντιμέτωποι, αλλά και με αντιπάλους τους οποίους πολεμούν ή με ομοϊδεάτες που τους εμπνέουν ή τους στηρίζουν, τότε χρειάζεται να σταθούμε στη φιλία του Ν.Κ. με τον κατά έξι χρόνια, μεγαλύτερό του, Ανδρέα Εμπειρίκο, αφού η σχέση αυτή που καλλιεργήθηκε με την επιστροφή του Εμπειρίκου, το 1931, στην Αθήνα, έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη ζωή του Ν.Κ. Ισως καθοριστικότερο από αυτόν που έπαιξε για τον Α. Εμπειρίκο.

Η σχέση αυτή εξιχνιάστηκε4, από την πλευρά του δημιουργού της Υψικαμίνου. Κοιταγμένη υπ’ αυτή την οπτική γωνία, η σχέση των δυο φίλων, διασαφηνίζεται όσον αφορά τους λόγους που την έκαναν να προκύψει και να αναπτυχθεί. Παραμένει, όμως, σκοτεινή και αδιασαφήνιστη όσον αφορά τους λόγους που οδήγησαν στον τερματισμό της. Κι εδώ, η απόφαση του Ν.Κ. να αποστασιοποιηθεί από τον Εμπειρίκο και την πατερναλιστική διάθεσή του, χρειάζεται κι αυτή εξιχνίαση, πράγμα που μπορεί να φωτίσει τα όρια της αμοιβαίας αναγνώρισης πάνω στην οποία βασίσθηκε η φιλία τους.

Σχετικά με την απαρχή αυτής της φιλίας, όλα δείχνουν πως ο επαναστατημένος Ν.Κ., γόνος μεγαλο-κτηματία, αρνητής της αστικής παρακμής, ενεργό μέλος της Φοιτητικής Συντροφιάς και του Εκπαιδευτικού Ομίλου, μαθητής του Δ. Γληνού, αναγνώστης των Μαρξ-Ενγκελς-Λένιν που οραματίζεται τον κομμουνισμό και σφόδρα αντισταλινικός, μετά το 1934, βρήκε το alter ego του στον ομοϊδεάτη του, ποιητή και ψυχαναλυτή Ανδρέα Εμπειρίκο, γόνο επίσης μεγαλοαστικής οικογένειας, αρνητή επίσης της αστικής παρακμής, υποστηρικτή της ΕΣΣΔ, του ιστορικού υλισμού και της Γ Διεθνούς, μέχρι το 1934 και υποστηρικτή της Δ Διεθνούς μέχρι το 1942, όταν διαπιστώνει ότι πίσω από τα αιματηρά γεγονότα της Κρονστάνδης ήταν ο Τρότσκι.

Στην πραγματικότητα, οι κραυγαλέες ομοιότητες, που τους φέρνουν κοντά, θα αποδειχθούν λιγότερο ισχυρές από τις άδηλες διαφορές στην ιδιοσυγκρασία, στον χαρακτήρα, στις ψυχικές και πνευματικές κλίσεις, στις πολιτικές τοποθετήσεις που θα τους χωρίσουν εντέλει. Ο Εμπειρίκος, μετά το πέρας της ψυχανάλυσής του, στο Παρίσι, και ύστερα από ένα σύντομο διάλειμμα στο Λονδίνο όπου, με την προτροπή του ψυχαναλυτή του Ρενέ Λαφόργκ για προσαρμογή στην οικογενειακή πραγματικότητα, εργάζεται ως διευθυντής μιας εταιρείας του αδελφού του πατέρα του, επιστρέφει, το 1931, στην Αθήνα για να ασκήσει και να διδάξει την ψυχανάλυση, κόβοντας τους δεσμούς του με τις επιχειρήσεις της οικογένειας, ύστερα από την ατυχή προσπάθειά του να συνεννοηθεί με τον Λεωνίδα Εμπειρίκο όσον αφορά τους όρους προσαρμογής που απαιτούσε η συνεργασία πατέρα και γιου. Η γνωριμία του με τον Μπρετόν, μέσω του Λαφόργκ, και η προσωρινή ένταξη των υπερρεαλιστών στο γαλλικό κομμουνιστικό κόμμα διαλύουν κάθε επιφύλαξή του Εμπειρίκου να συνδέσει τον υπερρεαλισμό με τον ιστορικό υλισμό, (στον οποίο είχε μαθητεύσει από τα φοιτητικά του χρόνια ο Ν.Κ.) ώστε να μιλήσει ενθουσιωδώς για την ΕΣΣΔ την ίδια στιγμή που αποδεχόταν τον λεγόμενο φροϋδο-μαρξισμό που κατηύθυνε και την σκέψη του Ν.Κ.

Το αναγκαίο πάντρεμα του Μαρξ με τον Φρόυντ στη θεωρία όσο και στην πράξη κλόνιζε τις αυστηρές νομοτέλειες τις οποίες αντιπαρέθετε ο δογματικός μαρξισμός στις αντιστάσεις του άλογου ασυνείδητου και της φαντασιακής δύναμής του να δημιουργεί εικόνες-σύμβολα που διαταράσσουν τις γενικές ή τις περιοχικές νομοτελειακές συνέχειες και ισορροπίες.

Είναι πιθανό ο φροϋδο-μαρξιστής Ν.Κ. να βρίσκει στον πρόσωπο του ψυχαναλυτή Εμπειρίκου ένα στήριγμα στις ψυχικές αναστατώσεις που προκαλούν οι παγκόσμιες πολιτικές εξελίξεις, η άνοδος του φασισμού, η εδραίωση του σταλινισμού, η συνεχώς εντεινόμενη οικονομική και ηθική κρίση που διέρχεται ο δυτικός φιλελευθερισμός, όπως και οι επιπτώσεις αυτών των εξελίξεων στην ελληνική πολιτική σκηνή με τον τρόπο που επηρεάζουν τις στάσεις και αντιδράσεις των Αθηναίων διανοουμένων.

Ο φόβος μήπως κλονισθεί το έδαφος της πολιτισμικής πρωτοκαθεδρίας τους που διακατέχει όχι μόνον τον Μελά ή τον Καραντώνη, αλλά και τον Θεοτοκά και τον Δημαρά –φόβος τον οποίο συμμερίζεται και ο Σεφέρης– δημιουργεί, με την συμβολή του καθενός χωριστά και όλων μαζί, ένα κλίμα πολεμικό που σύρει τον αθηναϊκό συντηρητικό μικρόκοσμο σε λυσσαλέους ανταγωνισμούς με στόχο την περιθωριοποίηση όσων κριτικών και δημιουργών δεν συμμερίζονται τις απόψεις και τις φιλοδοξίες τους.

Αν εξαιρέσουμε τον Γ. Σαραντάρη, τον οποίο, έξαλλος με τις ιδέες του, χαστουκίζει ο Καραντώνης5 και φυσικά τον υπερρεαλιστή Ν. Εγγονόπουλο, ο οποίος, ενώ δεν μετέχει ενεργά στα κριτικά δρώμενα, χλευάζεται για την ποίησή του, πρώτος και για κάποια χρόνια, μοναδικός στόχος τους, όπως θα αποδειχθεί, στη συνέχεια, είναι ο Ν.Κ., επειδή αφιερώνει αρνητικές κριτικές στην ποίηση του ύστερου Παλαμά6, κυρίως, όμως, επειδή προσλαμβάνει σκανδαλωδώς θετικά την ποίηση του «παρακμιακού» Καβάφη. Φυσικά, τα ανοίγματα του Ν.Κ. σε έναν ριζοσπαστικό μοντερνισμό, με όψιμο εκφραστή του τον υπερρεαλισμό, συνεργούν στην περιθωριοποίησή του.

Στις ψυχικές πιέσεις που προκαλεί ο πόλεμος του Καραντώνη, όπως και η ψυχρότητα του Δημαρά, ο Ν.Κ. βρίσκει συμπαραστάτη τον Εμπειρίκο7, ο οποίος τον ενθαρρύνει να πυκνώσει τις επισκέψεις του στο Παρίσι και τις επαφές του με την ομάδα των εκεί υπερρεαλιστών. Πράγμα που κάνει ο Ν.Κ., εξασφαλίζοντας, έτσι, τις καλύτερες δυνατές συνθήκες για την έρευνα και συγγραφή των Εστιών πυρκαϊάς.

Όταν, δυο χρόνια μετά την εγκαθίδρυση της δικτατορίας του Μεταξά, αποφασίζει να εγκαταλείψει οριστικά την Αθήνα, χωρίς να αποχαιρετίσει τον Εμπειρίκο, τότε, με την απόλυτη διάθεση ρομαντικού, ο Ν.Κ. ταυτίζει την φυγή/χωρισμό με θάνατο. Και όσο ακατανόητο κι αν φαίνεται, δεν θα ξαναδεί τον Εμπειρίκο, αφού με τον ξενητεμό του από την Αθήνα, φαίνεται να έχει, όντως, πεθάνει γι’ αυτόν.

Πράγματι, στην οριστική απομάκρυνσή τους, συμβάλλει ο Εμπειρίκος, καθώς αρνείται να απαντήσει στα δυο γράμματα που του στέλνει ο Ν.Κ. από το Παρίσι, πικραμένος ίσως από το γεγονός ότι ο φίλος του δεν έγραψε κριτική για την Υψικάμινο και αποφασισμένος ίσως να διευκολύνει, με την ιδιότητα του ψυχαναλυτή, τόσο την απόφαση του Ν.Κ. να απομακρυνθεί από το αθηναϊκό περιβάλλον όσο και τη δική του απόφαση να εστιάσει το ενδιαφέρον του στην απελευθέρωση του ασυνειδήτου, αφήνοντας σε άλλους, το μέλημα της συνειδησιακής και κοινωνικής χειραφέτησης.

Ενόσω παραμένουν αδιασαφήνιστοι οι λόγοι για το τέλος της σχέσης τους, παραμένει μετέωρη και η άποψη ορισμένων ερευνητών ότι εκπρόσωποι του ελληνικού υπερρεαλισμού, από τα πρώτα χρόνια ακόμη του 1930, είναι οι Εμπειρίκος, Καλαμάρης και Εγγονόπουλος. Οι υποστηρικτές αυτής της άποψης αποσιωπούν τους Ντόρρο, Σκαρίμπα, και Δρίβα, τους οποίους ο Μέντζελος και ο Ν.Κ., στη συνέχεια, θεωρούν προδρόμους του ελληνικού υπερρεαλισμού, ενώ παραβλέπουν τη σαφή δήλωση του Ν.Κ., σε άρθρο του για τον ελληνικό υπερρεαλισμό, ότι από τη στιγμή που πίστεψε ότι ο υπερρεαλισμός είναι η μόνη λύση έως την ημέρα που έγινε υπερρεαλιστής, πέρασε καιρός8. Στο ίδιο άρθρο, ο Ν.Κ., κρατώντας αποστάσεις από τις δράσεις των υπερρεαλιστών στην Αθήνα, αναφέρει την Υψικάμινο ως το πρώτο δείγμα ελληνικού υπερρεαλισμού και αναγνωρίζει ως υπερρεαλιστικά ορισμένα ποιήματα του Ελύτη, ενώ αναφέρει και την διάλεξη του Εμπειρίκου, το 1935, για τον υπερρεαλισμό και την επαναστατική δύναμή του. Το ίδιο διάστημα, πάντως, σε συνεργασία με τον Α.Εμπειρίκο, τον Ν.Εγγονόπουλο, τον Οδ. Ελύτη, και τον Ο. Κανέλλη, ο Ν.Κ. μεταφράζει τους Γάλλους, κυρίως, ποιητές Breton, Crevel, Dali, Eluard, Peret, Tzara ως εκπροσώπους της πρωτοπορίας, για τον τόμο που αφιερώνει το περιοδικό Κύκλος στον Υπερρεαλισμό, τον Φεβρουάριο του 19389.

Ο μόνος τρόπος να εξιχνιάσουμε τί σχέση μπορεί να έχει το τέλος αυτής της φιλίας με τον ελληνικό υπερρεαλισμό της δεκαετίας του 1930, είναι να κατανοήσουμε τους λόγους για τους οποίους ο Ν.Κ. αποφασίζει να απομακρυνθεί από τον Εμπειρίκο. Θα έχουμε έτσι, μια καθαρότερη εικόνα του ήθους και ύφους που σημάδεψε τη ζωή του και τη γραφή του, αλλά και μια σαφέστερη αντίληψη του τι αντιπροσώπευε γι’ αυτόν ο ελληνικός υπερρεαλισμός, στη δεκαετία του ’30.

Αντίθετα με τις ομοιότητες, που γίνονται αμέσως αντιληπτές και εξηγούν το ξεκίνημα μιας σχέσης, οι διαφορές, που χρεώνονται, συνήθως, το τέλος της, διαφαίνονται, κατά την διάρκεια της σχέσης και, ανάλογα με τη μορφή και το περιεχόμενο τους, σημαδεύουν την μετ’ εμποδίων συνέχισή της ή την αιφνίδια παύση της. Στην περίπτωση της φιλίας του Ν.Κ. με τον Α. Εμπειρίκο, μια διαφορά, που θα τους χωρίσει εντέλει, αφορά τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν την ψυχανάλυση στην σχέση της με τον υπερρεαλισμό.

Ενώ ο Εμπειρίκος αντιμετωπίζει την φροϋδική ψυχανάλυση ως μεταψυχολογική θεμελίωση του υπερρεαλισμού και ως την κύρια διαμεσολάβηση για την καλλιτεχνική ιδιοποίηση του μυθικού που ριζώνει στο ασυνείδητο, ο Ν.Κ. μοιράζεται το ενδιαφέρον του για μιαν εκ των έσω κατανόηση του υπερρεαλισμού, με τον Μαρξ και τον Φρόυντ, ισόποσα, αφού για τον φροϋδο-μαρξισμό, η δυνατότητα απελευθέρωσης του ασυνειδήτου διασυνδέεται με τις συλλογικές διεργασίες μετασχηματισμού της κοινωνίας. Οι διεργασίες αυτές προϋποθέτουν και συνεπάγονται την χειραφέτηση της ατομικής και κοινωνικής συνείδησης, πράγμα που καθιστά δυνατή την κατάλυση, μεταξύ άλλων κατασταλτικών μηχανισμών, και του μηχανισμού απώθησης της επιθυμίας.

Υπ’ αυτή την έννοια, για τον φροϋδο-μαρξιστή Ν.Κ., η επιθυμία που φωλιάζει στην σεξουαλική ενόρμηση του ασυνειδήτου οδηγεί στην ευχαρίστηση, μόνο μέσω του αγώνα που απαιτεί η εκπλήρωσή της. Ο αγώνας για την κατανίκηση των εμποδίων στην εκπλήρωση της επιθυμίας τον κάνει να μιλήσει, στις Εστίες πυρκαϊάς, για μιαν ηθική της επιθυμίας. Τέτοια εμπόδια είναι οι ψυχικές παραστάσεις και τα τραύματα που αφήνουν ή προκαλούν στον ασυνείδητο ψυχισμό.

Αντίθετα με τον Ν.Κ. που προβάλλει τον αγώνα ως τον μοναδικό τρόπο υπερνίκησης των εμποδίων, ο Εμπειρίκος, αγνοώντας τους περιορισμούς που θέτουν και ο Bataille και ο Λακάν στην πλήρη ικανοποίηση της επιθυμίας ως μέσον εκμηδένισης του Αλλου,10 καταργεί τα εμπόδια εν ριπή οφθαλμού, στο πλαίσιο μιας α-τοπίας που, από την σύστασή της, με βάση την αρχή της ευχαρίστησης, παραβιάζει τον νόμο της απαγόρευσης της αιμομιξίας που επιβάλλει το οιδιπόδειο σύμπλεγμα. Η παραβίαση της απαγόρευσης της αιμομιξίας στην τέχνη, είναι κάτι σαν παιγνίδι αντίστοιχο με την ονειροπόληση, η οποία μαγικά καθιστά μη αναγκαία και περιττή την πατροκτονία ως κατάληξη του οιδιπόδειου συμπλέγματος, εξαφανίζοντας, έτσι, και τις ενοχές που βασανίζουν τον πατροκτόνο11.

Στην πραγματικότητα, ο Εμπειρίκος συνδέει την ψυχανάλυση με την απελευθέρωση του ασυνειδήτου από κάθε κοινωνικό καταναγκασμό που επιβάλλει το Υπερεγώ με την ιδιότητα του σχεδιαστή και ρυθμιστή της κοινωνίας που του αναγνώρισε ο Φρόυντ, στα 1923. Για τον Φρόυντ, το Υπερεγώ, μέσω της ενοχής και της ανάγκης για τιμωρία-λύτρωση που επιβάλλει, πετυχαίνει τη συμμόρφωση του ψυχισμού στην εξουσία και το δίκαιο που υπαγορεύει η αρχή της πραγματικότητας, την οποία το ίδιο εγκαθιδρύει ως σχεδιαστής και ρυθμιστής της κοινωνίας. Αποτέλεσμα είναι η σεξουαλική ενόρμηση να διαλέγεται συνεχώς με την ενόρμηση του θανάτου, πράγμα που εντείνει το άχθος που γεννά η αρχή της πραγματικότητας.

Επειδή ο καταναγκασμός που επιβάλλει το Υπερεγώ, με τη βία που ασκεί πάνω στη λίμπιντο, οδηγεί στην ίδρυση του αυταρχικού κράτους, ο Εμπειρίκος, λοξοδρομώντας από την θεωρία του Φρόυντ, μηδενίζει τον ρόλο του και την βία του κρατικού αυταρχισμού που επιφέρει, με έναν ελιγμό που απελευθερώνει την σεξουαλική ενόρμηση από τη συνεχή διένεξή της με την ενόρμηση του θανάτου. Με τον τρόπο αυτό, δείχνει να μη κατανοεί για ποιο λόγο ο Μπρετόν αναφέρεται στον ντε Σαντ, ο οποίος, στα κείμενά που γράφει στη φυλακή, εξωτερικεύει όλη τη βία του αυταρχισμού που διαπερνά ακόμη και τη λιμπιντική ορμή, στιγματίζοντάς την με έναν ακραίο σαδισμό. Ο ντε Σαντ δεν ονειροπολεί, δείχνει τι συνέβαινε εκτός ενυπνίων. Ο Εμπειρίκος, αντίθετα, μηδενίζει τη βία που υφίσταται η λιμπιντική ορμή, σε καθεστώτα που ενσαρκώνουν την τυραννία, με την ονειροπόληση ενός αβίαστου ηδονισμού που δεν έχει, όμως, πού να σταθεί. Η λίμπιντο, στην ατοπία όπου κινείται, απελευθερώνεται από την κατασταλτική πραγματικότητα, στην οποία την καταδικάζει το Υπερεγώ ως Υποκείμενο νευρωτικής καταπίεσης. Το Εγώ, φορέας της λίμπιντο, μπορεί έτσι και ονειρεύεται ότι υπηρετεί το γίγνεσθαι της ζωής που υπακούει αποκλειστικά στην αρχή της σεξουαλικής ευχαρίστησης ή απόλαυσης. Ετσι, όμως, καταλύεται κάθε σχέση της λίμπιντο με το συμβολικό φαντασιακό και τη βλέψη της για τάξη ή για ανατροπή της τάξης.

Αντίθετα με τον Φρόυντ, που θεώρησε την επιθυμία παραβίασης του εξουσιασμού του κράτους και το αίσθημα ενοχής που υποθάλπει ως αντίδραση στον καταναγκασμό του Υπερεγώ, ο Εμπειρίκος θέτει την λίμπιντο υπεράνω της απαγόρευσης της αιμομιξίας12, την οποία επιβάλλει το οιδιπόδειο σύμπλεγμα με τη μορφή νόμου. Έτσι, ενώ για τον Φρόυντ, η ψυχανάλυση είναι διαδικασία κυριάρχησης του συνειδητού πάνω στο ασυνείδητο, με τη μεσολάβηση του Υπερεγώ, για τον Εμπειρίκο, η ψυχανάλυση είναι διαδικασία απελευθέρωσης της λίμπιντο που πετυχαίνει το ανθρώπινο Εγώ, αφ’ ης στιγμής καταργήσει ένα Υπερεγώ που αποενοχοποιημένο για την τυρρανικότητά του, ως οργανωτής και ρυθμιστής των πραγμάτων, είχε αναχθεί σε ιδεώδες. Αυτή η απελευθέρωση εξηγεί την σχέση του υπερρεαλισμού με την ψυχανάλυση.

Με την ερμηνεία αυτή διαφωνεί ο Ν.Κ. που αρνείται να ταυτίσει την τέχνη με ενύπνιο ή με παιγνίδι παιγμένο σε βάρος των παικτών, θεατών ή αναγνωστών. Ο Ν.Κ. ρητά διαχωρίζει το ενύπνιο ή τις ονειροπολήσεις από την τέχνη που είναι δημιουργία εν εγρηγόρσει. Το ίδιο, σε τελική ανάλυση, κάνει ακόμη και όταν, στα χρόνια του 1960-70, ενώ συμφωνεί με την άποψη του Βιττγκενστάιν περί γλωσσικών ενεργημάτων ως παιγνιδιών, εξαιρεί από αυτά την ύπαρξη και την Ιστορία, απ’ όπου η τέχνη αντλεί έμπνευση, υλικό, θέματα.

Αυτοί οι συνειδητοί αυτοπεριορισμοί του Ν.Κ. εξηγούν την κρίση του όσον αφορά την αξία της ψυχανάλυσης που τον βασάνιζε, από το 1935, όπως εξομολογείται, στο πρώτο γράμμα που στέλνει στον Εμπειρίκο, από το Παρίσι, το 1938. Όπως εξηγούν και την απόφασή του, που εξυπονοεί αυτή η εκμυστήρευση, να φύγει από την Αθήνα, παίρνοντας, έτσι αποστάσεις από έναν στενό φίλο, με τον οποίο ήταν αδύνατο να γίνουν συνοδοιπόροι.

Μήπως, άραγε, γι’ αυτό δεν του απάντησε ο Εμπειρίκος, βέβαιος πια ότι το χάσμα που τους χώριζε ήταν αδύνατο να γεφυρωθεί; Γιατί ο ίδιος ήθελε να πιστεύει ότι το καθαρό Εγώ, χωρίς την κοινωνική διαπαιδαγώγηση που το αναγκάζει να συμμορφώνεται στις επιταγές μιας ανώτερης δύναμης, είναι σε θέση να καταστρέψει το αυταρχικό κράτος που θεσμίζει το Υπερεγώ. Το Υπερεγώ, με τον καταναγκαστικό σαδισμό του, προοιωνίζεται το ένστικτο του θανάτου που κυριαρχεί όχι μόνον στον φασισμό, αλλά και στη δικτατορία του προλεταριάτου που μετέτρεπε σε καθεστώς η Γ Διεθνής. Για τον Εμπειρίκο, λοιπόν, ο υπερρεαλισμός αντλούσε την επαναστατικότητά του από τη θεμελίωσή του στην ψυχαναλυτική θεωρία στο βαθμό που αυτή προέτασσε την απελευθέρωση της λίμπιντο από το ένστικτο του θανάτου. Γι’ αυτό και η ηδονή ως η μόνη δυνατή διέξοδος από τον μηδενισμό που εμφιλοχωρεί στην επιβολή και κατίσχυση, υψωνόταν σε υπέρτατο σκοπό του Εγώ.

Η πίστη, ωστόσο, στην κατάργηση του αυταρχικού κράτους μέσω ενός καθαρού και αδιαμόρφωτου με τους όρους της κοινωνίας, Εγώ, είναι άτοπη , αν όχι αφελής, με την έννοια ότι επικαλείται τον ρουσσωϊκό πρωτόγονο άνθρωπο, ο οποίος χρωστά την αθωότητά του στην ανυπαρξία δομών κοινωνικής και κρατικής οργάνωσης που επιβάλλουν, δια νόμου, την απαγόρευση της αιμομιξίας.

Λίγα χρόνια αργότερα, ο Levi-Strauss, καταρρίπτει την ατοπία του πρωτόγονου παραδείσου όπου κυριαρχεί η σεξουαλική απόλαυση, με τη μελέτη των δομών συγγένειας13, όπου εξηγεί την συμβολική λειτουργία τους που ανάγει την απαγόρευση της αιμομιξίας σε γενική αρχή κάθε κοινωνίας, πρωτόγονης και μη, με την ανταλλαγή γυναικών. Στη συνέχεια, ο Λακάν, αναγνώρισε την οφειλή του στον Levi-Strauss και ανήγαγε, με τη σειρά του, την τάξη πραγμάτων στην τάξη του λόγου και την τάξη του λόγου στην ανταλλαγή προϊόντων λεκτικής επικοινωνίας.

Δεν θα ήταν λάθος να υποθέσουμε ότι ο Ν.Κ. συμφωνεί με τη ερμηνεία του Λακάν που ανάγει την συμβολική τάξη του λόγου σε απαραβίαστο όριο της λίμπιντο, όχι γιατί αρνείται τον πανηδονισμό ως αντίδοτο στη βία της τυραννίας, αλλά γιατί δεν ενδιαφέρεται για τον πανηδονισμό που προκύπτει από την παραβίαση του οιδιπόδειου συμπλέγματος, στα ενύπνια, τις ονειροπολήσεις ή στους παραληρηματικούς συνειρμούς μιας γραφής που αντλεί την ποιητικότητά της από μια παιγνιώδη ανάμειξη της λόγιας και δημώδους ελληνικής, τέτοια που κάνει τον Β.Λεοντάρη να μιλήσει πολύ αργότερα, για την πόπ καθαρεύουσα των υπερρεαλιστών14. Γι’ αυτό και στο δοκίμιό του «Υπερρεαλιστικές προθέσεις» που δημοσιεύει το 195015, ο Ν.Κ. διατηρεί τις επιφυλάξεις του για την αυτόματη γραφή, στην οποία ο Εμπειρίκος ανάγει τον υπερρεαλισμό, και μετά την δεκαετία του ’30. Τις ίδιες επιφυλάξεις διατηρεί και για τον τρόπο με τον οποίο οι μεταδομιστές περιόρισαν τον λόγο σε θεματοφύλακα της συμβολικής απαγόρευσης, ενώ αποσιώπησαν την δυνατότητά του να εκφράσει το συμβολικό φαντασιακό που εικονοποιεί το ασυνείδητο, ασκώντας, έτσι, τη δύναμή του πάνω στο λόγο και πάνω στα πράγματα.

Ο Ν.Κ. εξακολουθεί να θέτει ως ζήτημα τον τρόπο με τον οποίο ο καπιταλισμός οργανώνει και ρυθμίζει όχι μόνο την επικοινωνία, αλλά και την παραγωγή, με όρους εκμετάλλευσης που γεννούν το αίσθημα της αδικίας, με αποτέλεσμα η αρχή της ευχαρίστησης και για τον μισθωτό και για τον συγγραφέα να προσκρούει στην κατάσταση του ιστορικο-κοινωνικού κόσμου την οποία ο δημιουργός αντιστρατεύεται, κινητοποιώντας το συμβολικό φαντασιακό.

Για τον Ν.Κ., λοιπόν, που επιμένει να διασυνδέει το πρίσμα της ψυχανάλυσης με το πρίσμα της μαρξικής ανάλυσης, μπορεί τα ενύπνια, οι ονειροπολήσεις ή ψυχοπαθολογικές αντιδράσεις να απελευθερώνουν, προς στιγμήν, το ασυνείδητο, αλλά η τέχνη είναι υπόθεση της εν εγρηγόρσει κατάστασης όπου το φαντασιακό, στην καρδιά του ασυνειδήτου, συγκρούεται και τελικά συνεργεί με το συνειδητό ώστε εικόνες, μεταφορές σύμβολα να συνδυάζονται σε μια σύνθεση που ενώ εμπνέει, συγκινεί ή προσφέρει απόλαυση, την ίδια στιγμή, προβληματίζει τον θεατή ή τον αναγνώστη.

Αυτό που διαφοροποιεί την άποψη του Ν.Κ. από την άποψη του Α. Εμπειρίκου για την ψυχανάλυση, είναι η αναδρομή του στην αρχαιο-ελληνική σκέψη που του επιτρέπει να αντιμετωπίσει την ψυχανάλυση ως διαδικασία, κατά την οποία το συνειδητό, αντί να κυριαρχεί πάνω στο ασυνείδητο, όπως υποστήριξαν ο Φρόυντ και ο Λακάν, αντιπαλεύει και εντέλει, συμπληρώνει το άλλο: η μεν έλλογη δύναμη, μέσω της αυτοσυνειδησίας, η δε άλογη, μέσω της διάνοιξης του φαντασιακού που δημιουργεί μεταφορές-εικόνες, σύμβολα.

Την διαλεκτική ερμηνεία της φροϋδικής ψυχανάλυσης αξιοποιεί, πολύ αργότερα, και ο Καστοριάδης, στη Φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας (1974) για να αποδώσει μέσω του διαλόγου του έλλογου και άλογου, στο ιστορικο-κοινωνικό φαντασιακό την δημιουργία ή την καταστροφή των θεσμών.

Αντίθετα με τον Εμπειρίκο, ούτε ο Ν.Κ. ούτε ο Καστοριάδης μεταφέρουν την σεξουαλική ενόρμηση σε ένα α-πραγματικό τόπο, καθαρό από την ενόρμηση του θανάτου. Αυτό τους προφυλάσσει από το σφάλμα να θεωρήσουν τη θέσμιση αυταρχικών και βίαιων πολιτικών καθεστώτων ως δημιουργίες ενός Υπερεγώ που δρα αποκομμένο από τον τόπο του ριζικού φαντασιακού, το ασυνείδητο. Τόσο η δημιουργία όσο και η καταστροφή, που έχουν την έρεισή τους στον ασυνείδητο ψυχισμό, διαμεσολαβούνται από διαδικασίες παίδευσης μέσω των οποίων το ριζικό φαντασιακό μετατρέπεται σε ιστορικο-κοινωνικό φαντασιακό που δεσμεύεται ηθικά, με αγώνα για την πραγμάτωση της επιθυμίας του. Το ίδιο ισχύει για την συγκρότηση θεωριών και τη δημιουργία αφηγηματικών και ευρύτερα μυθιστορηματικών δομών· είναι κι αυτές καρπός αντιμαχίας και εντέλει, συντονισμού έλλογου και άλογου, με τη μορφή σύνθεσης.

Με όλα τα παραπάνω, δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς τις αντιρρήσεις εκείνων των μελετητών που αρνούνται να καταχωρήσουν τον Ν.Κ. στους Ελληνες υπερρεαλιστές του ’30, επικαλούμενοι τις πολιτικές μάλλον παρά τις θεωρητικές θέσεις του16. Η άρνηση αυτή, ωστόσο, δικαιολογείται μόνον για μαρξιστές αρνητικά διακείμενους προς την ψυχανάλυση. Ο Ν.Κ., όμως, όπως και ο Καστοριάδης, πολλά χρόνια αργότερα, δεν αρνούνται τον Μαρξ εν ονόματι του Φρόυντ ή το αντίστροφο, διορθώνουν τον Φρόυντ μέσω του Μαρξ και τον Μαρξ μέσω του Φρόυντ.

Έτσι για τον φροϋδικό μαρξιστή Ν.Κ., από την δεκαετία ακόμη του ’30, το όραμα μιας δίκαιης κοινωνίας δεν ήταν ασυμβίβαστο με τον υπερρεαλισμό, όπως και η θεωρία του Μαρξ δεν ήταν ασυμβίβαστη με την ψυχανάλυση. Διότι είχαν και οι δυο για αντικείμενό τους τον άνθρωπο ως ατομική και συλλογική υποκειμενικότητα, έτσι που ο ατομικισμός ως καταστατική αρχή του φιλελευθερισμού και η κοινωνιοκρατία ως καταστατική αρχή του σοσιαλισμού, να είναι αδιαχώριστα, στο πλαίσιο μιας αυτοπροσδιοριζόμενης δημοκρατίας αντίθετης προς την ολιγαρχία και τον ολοκληρωτισμό.

Ο Εμπειρίκος, ενώ αντέδρασε στην εκμετάλλευση των εργατών, κατανοώντας την ανάγκη της επανάσταση και μολονότι, για ένα διάστημα θεωρεί τον εαυτό του, υπερρεαλιστή και ιστορικοϋλιστή, ωστόσο, στο ημιτελές σχέδιο της επιστολής που στέλνει στον Μπρετόν, παρουσιάζει τον υπερρεαλισμό ως διαμετρικά αντίθετο με τους αντικειμενικούς στόχους της μαρξιστικής επανάστασης. Ο λόγος, που επικαλείται, αφορά τις θεμελιώδες αρχές με βάση τις οποίες ο υπερρεαλισμός αρνείται την χρησιμοθηρική βάση στην οποία στηρίζεται ο μαρξισμός17. Βέβαια, στη διάλεξή του, το 1935, επιχειρεί να συμβιβάσει τον «σουρεαλισμό» με τον ιστορικό υλισμό προκειμένου να λύσει το πρόβλημα που δημιούργησε η Γ Διεθνής με την απαίτησή της για υποταγή και συμμόρφωση των επαναστατικών δυνάμεων στις όποιες επιταγές του κόμματος. Για τον Εμπειρίκο, ένα Εγώ, απαλλαγμένο από την καταδυνάστευση του Υπερεγώ, ήταν χρήσιμο σε κάθε επανάσταση εναντίον του αυταρχικού κράτους, αλλά επικίνδυνο έως και βλαβερό κατά την φάση της πραγματοποίησης της επανάστασης, αφού, όπως εξηγεί, «δεν δέχεται θεωρητικά καμιά εποικοδομητική ουτιλιταριστική δημιουργία»18.

Αδυνατώντας, όμως, να συλλάβει την αλληλεξάρτηση κοινωνίας και ατόμου, ο Εμπειρίκος πέφτει σε αντιφάσεις. Είναι, ήδη σαφής η διάθεσή του να απεμπλακεί από τη μαρξική λογική. Του αρκεί μια ψυχαναλυτική ερμηνεία που να συνδέει τον υπερρεαλισμό με την κατάργηση του Υπερεγώ. Από τη θέση αυτή, προσδίδει στον ατομικισμό επαναστατικό χαρακτήρα, μέσω της αναρχίας ως στάσης ζωής.

Στην κλίση του Εμπειρίκου στον αναρχικό ατομικισμό, ο Ν.Κ., από τα χρόνια, ακόμη, της Φοιτητικής συντροφιάς, αντιτάσσει ως κέντρο της ζωής την κοινωνία στην οργανική ολότητά της. Σε συμφωνία με τον Μαρξ που αρνείται την αναφορά των ουτοπιστών σε επίγειους παραδείσους και των αναρχικών σε θαύματα που υπόσχεται η ολοκληρωτική καταστροφή δομών και θεσμών, ο Ν.Κ. κάνει λόγο για πειθαρχία19, αντιδρώντας, εξαρχής στην αναρχία την οποία εκθειάζει ο Εμπειρίκος, πολύ αργότερα στις αρχές της δεκαετίας του ’40, όταν απομακρύνεται από τον ιστορικό υλισμό της Γ και της Δ Διεθνούς. Αλλά ακόμη και στο άρθρο του Ν.Κ. «Υπερρεαλιστικές προθέσεις» που δημοσιεύεται το 1950, διαβάζουμε: «Αν ο σκοπός του καλλιτέχνη ήταν η άρνηση της πραγματικότητας, θα μπορούσε να προσεγγίσει καλύτερα τον στόχο του, υποκαθιστώντας το γράψιμο ή τη ζωγραφική … με το να γίνει αναρχικός.»20

Για τον Ν.Κ., η τέχνη συντελείται μέσα στην Ιστορία. Χάρη στο αντικειμενικό τυχαίο21, αναστατώνει με τις επικούρειες παρεγκλίσεις της, γιατί μετατρέπει μη αισθητά και άρρητα ψυχικά δεδομένα σε αντικείμενα που μας κάνουν να αφυπνισθούμε, αμφισβητώντας τις κυρίαρχες αξίες και να αναζητήσουμε άλλες που αξίζει να πάρουν τη θέση τους.

Ο ιστορικός ρόλος της τέχνης είναι να φτιάξει μια νέα οπτική μέσα από εικόνες-κλειδιά που ανασύρει το ασυνείδητο βοηθώντας τον θεατή/αναγνώστη να συνενώσει αυτό που βλέπει (ή ακούει) με αυτό που νοεί, συνδυάζοντας τις αισθήσεις με την διανοητική οξυδέρκεια, σαν να ναι και ο ίδιος καλλιτέχνης. Γιατί το φαντασιακό της δημιουργίας ή της καταστροφής, πού βρίσκεται στη ρίζα τού ψυχισμού, αλλά και της Ιστορίας, εικονίζει ή συμβολοποιεί πράγματα που δεν υπάρχουν, για να τα κάνει, μέσω της θέσμισης, να υπάρξουν. Για να βρούμε σε τι αντιστοιχούν σύμβολα και σημαίνοντα, χρειάζεται να διεισδύσουμε στους δαιδάλους του ά-λογου που είναι το ασυνείδητο. Η ψυχανάλυση, επομένως, δεν αφορά τον συγγραφέα/δημιουργό, αλλά το έργο που φτιάχνει. Το έργο «ψυχαναλύει» (ερμηνεύει) ο κριτικός για να κάνει να αναδυθεί, μέσα από όσα μας φανερώνει, το μυστικό που μας κρύβει.

Πρόκεται γιά επίπονο ερμηνευτικό εγχείρημα γιατί υπάρχουν σημαίνοντα που δεν παραπέμπουν σε κάτι ήδη πραγματωμένο ή σε κάποιο ορθολογικό στοιχείο που θα μπορούσε να κατονομασθεί. Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι δομιστές και μεταδομιστές, υποστηρίζουν ότι τα σημαίνοντα σημαίνουν τον εαυτό τους. Όμως, έτσι, τους δίνουν μιαν αυθυπαρξία που δεν έχουν, παραβλέποντας το συμβολικό φαντασιακό που τα δημιουργεί. Έφτασε έτσι η φιλοσοφία, στους μεταμοντέρνους καιρούς, να ισχυρισθεί ότι ο άνθρωπος δεν υπάρχει και παραπέρα ότι ζούμε σε μιαν εποχή ομοιωμάτων, με αποτέλεσμα τίποτα να μη μπορεί να αποκτήσει νόημα. Όταν ο Καστοριάδης λέει ότι η ουτοπία τού 20ού αιώνα (αλλά και του 21ου) είναι να εξαλείψει το νόημα και τον άνθρωπο, δείχνει καταφανώς να εμπνέεται από τον φροϋδο-μαρξιστή Ν.Κ., στη γραμμή σκέψης του οποίου στοιχίζεται.

Ας ξαναγυρίσουμε, όμως, στην μεσοπολεμική Αθήνα. Ακόμη και το 1937, τίποτα δεν δείχνει ότι ο Ν.Κ. προσχώρησε στον υπερρεαλισμό. Αυτό που τον απασχολεί είναι η δυνατότητα διεύρυνσης του υπερρεαλισμού, με την ανάδειξη του οικουμενικού χαρακτήρα της ατομικής και συλλογικής υποκειμενικότητας. Σημείο αναφοράς παύει, επομένως, να είναι είτε ο αφηρημένος συμβολισμός είτε ο περιγραφικός ρεαλισμός ώστε να αποφευχθεί η μονομέρεια. Γνώμονας, τώρα, των προσεγγίσεών είναι οι πολυσχιδείς –συμπληρωματικές και συγκρουσιακές– σχέσεις υποκειμενικότητας και αντικειμενικότητας – που επιφέρουν ένα είδος διαλεκτικής ισορροπίας.

Γι’ αυτό και λάτρης των Ιώνων φιλοσόφων και της ελληνικής παιδείας, ευρύτερα, γνώστης του Μαρξ, του Φρόυντ, υπερασπιστής του Κάλβου και του Καβάφη, θιασώτης της νέας ακόμη τότε τέχνης του κινηματογράφου, αντέταξε στον ισχύοντα κανόνα που διαχώριζε τον υποκειμενισμό από τον αντικειμενισμό στη φιλοσοφία, στην επιστήμη και στην τέχνη, τον μοντερνισμό που εναντιωνόταν στους διαχωρισμούς και τις κάθετες και οριζόντιες ιεραρχήσεις στοιχείων διαρκώς αντικρουόμενων και συμπληρωματικών.

Θιασώτης της «γοητευτικά παραπλανητικής πρωτοπορίας»22, ο μοντερνιστής Ν.Κ. θεώρησε τη διαλεκτική μέθοδο ως μοχλό μετασχηματιστικών υπερβάσεων και καινοτομικών παρεγκλίσεων. Στη βάση αυτή, νωρίτερα και διαυγέστερα από πολλούς άλλους καλλιτέχνες και θεωρητικούς που αγκάλιασαν τον υπερρεαλισμό, μπόρεσε να του προσδώσει έναν σαφώς ρηξικέλευθο, για τα μέτρα εκείνης της εποχής, χαρακτήρα. Πράγμα που απαιτούσε ενθουσιώδεις συνεργασίες και οδυνηρές ρήξεις με αγαπημένα πρόσωπα που θα ανταποκρίνονταν ή θα αντιδρούσαν. Γιατί ως καλλιτεχνικό ρεύμα που εναντιώθηκε στην αστική νοοτροπία, ο υπερρεαλισμός, μετά την αποτυχημένη απόπειρά του να ευθυγραμμισθεί με τις θέσεις των μαρξιστών, χρειαζόταν, για να μη σβήσει, μια διασαφηνισμένη πολιτικο-ηθική διάσταση, και ένα διαφορετικό επιστημολογικό και φιλοσοφικό υπόβαθρο που να του επιτρέπει να ανταποκριθεί θετικά στην ανάγκη της τότε επερχόμενης εποχής να σκεφτεί και να εκφραστεί αλλιώς. Σ’ αυτή την ανάγκη ανταποκρίθηκε ο ίδιος με τις Εστίες πυρκαϊάς.

Σημειώσεις

Στο περιοδ. Κύκλος, βλ. Κείμενα ποιητικής και αισθητικής, (επιμ. Αλ.Αργυρίου), εκδ. Πλέθρον Αθήνα 1982, σ. 167.
Βλ. «Για τον ελληνικό υπερεαλισμό», Νέα Φυλλα, τεύχος 3, σ. 58 στο ΚΠΑ,σ. 301.
Στο άρθρο του «Παρατηρήσεις επάνω στο Καβαφικό έργο» γίνονται αλλεπάλληλες αναφορές στο θέμα της αποτυχίας ως λύσης του δράματος (Βλ. ΚΑΠ, σς. 50-51, 56-60). Βλ. Μ.Χρυσανθόπουλου «Εκατό χρόνια κι ένα καράβι», ο ελληνικός υπερρεαλισμός και η κατασκευή της παράδοσης», εκδ. Αγρα, Αθήνα 2012, σς. 196-242.
Ν.Σιγάλας, Ο Ανδρέας Εμπειρίκος και η Ιστορία του ελληνικού υπερρεαλισμού, εκδ. Αγρα, Αθήνα 2012.
Ο Καραντώνης σε συνέντευξή του στην ποιήτρια Ολυμπία Καράγιωργα, χωρίς να αναφέρεται στο περιστατικό, εκφράζει τη μεταμέλειά του βλ. Ολ. Καράγιωργα, Σαραντάρης ο μελλούμενος, εκδ.Δίαυλος, Αθήνα 1995, σ. 207.
Ο Ν.Κ. δημοσιεύει τα κριτικά σημειώματα «Ο Παλαμάς και οι νέοι» και «Παλαμάς» το Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο του 1930, στο περιοδικό Πειθαρχία και το δοκίμιο «Δειλοί και Σκληροί στίχοι», το 1933 , στο περιοδικό Νέοι Πρωτοπόροι, βλ. ΚΠΑ, σς. 29-35 και σσ. 121-130. Στον Καβάφη αφιερώνει, το 1932, το δοκίμιο του Παρατηρήσεις επάνω στο καβαφικό έργο και το άρθρο του περί Καβάφη (ΚΑΠ., σς. 48-98, σς. 111-115).
Τη στήριξη του φίλου του Ανδρέα Εμπειρίκου αναγνωρίζει ο Κάλας, σε συνέντευξη του, πολλές δεκαετίες αργότερα· βλ. Μ.Χρυσανθόπουλος, Ο ελληνικός υπερρεαλισμός και η κατασκευή της παράδοσης, ό.π.
Στα Νέα Φύλλα, τον Μάρτιο του 1937, βλ. ΚΑΠ, ό.π. σσ. 303-304.
Για τις δραστηριότητες του Ν.Κ. πριν εγκαταλείψει την Ελλάδα, βλ. Αλεξ. Αργυρίου, Ο πρωτοποριακός και τρισυπόστατος Ν. Ράντος, Μ. Σπιέρος, Ν. Καλαμάρης, Εταιρεία Συγγραφέων, Αθήνα 1990, σ. 18.
Ν.Calas, «The Challenge of Surrealism», βλ. Transfigurations, Um. Research Press, York 1985, σ. 90.
Κοινός στόχος του ιστορικού υλισμού και του υπερρεαλισμού ήταν η απελευθέρωση της ανθρωπότητας, την οποία ο Εμπειρίκος ερμηνεύει ως λειτουργική αναρχία, ερμηνεία που την καθιστά ασυμβίβαστη με την Γ Διεθνή· βλ. Ν.Σιγάλα, ό.π., σς. 150 κε.
Ο Εμπειρίκος αναπτύσσει το σχήμα αυτό, υπό την εποπτεία του ψυχαναλυτή του Laforgue, πριν εργαστεί ως ψυχαναλυτής. Ξεπερνώντας την ουδετερότητα του Φρόυντ, ασκεί κριτική στον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία μετουσιώνει το Υπερεγώ σε ιδεώδες του Εγώ, επειδή ο καταναγκασμός που επιβάλλει απορρέει από το δίκαιο.
Βλ. Les structures élémentaires de la parenté, Παρίσι 1947.
Β. Λεοντάρης, Κείμενα για την ποίηση, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 2001, σ. 23.
Στο περιοδικό Transformation. Bλ. Η Τέχνη την εποχή της διακύβευσης, ό.π., σς. 34-35: «Σκοπός της αυτόματης γραφής ήταν να δώσει στον καλλιτέχνη τη δυνατότητα να τροφοδοτήσει το έργο του με τους συνειρμούς της ασυνείδητης ροής. Οσο κι αν η φάση αυτή υπήρξε σημαντική για την αυτό-εκπαίδευση των υπερρεαλιστών ζωγράφων και συγγραφέων, η συμβολή της στις καλές τέχνες και στη λογοτεχνία παρέμεινε συμπληρωματική μόνο· κανένας υπερρεαλιστής δεν θα ήταν απόλυτα ειλικρινής, αν ισχυριζόταν ότι τα σημαντικότερα έργα του γράφτηκαν με καθαρό αυτοματισμό.»
Βλ. Το άρθρο του Τάκη Καγιαλή «Μοντερνισμός και πρωτοπορία: η πολιτική ταυτότητα του ελληνικού υπερρεαλισμού», περιοδ. Εντευκτήριο, τεύχος 39, 1997, σς. 62-78.
Ν. Σιγάλα, ό.π. Παράρτημα 2, σ. 322.
Ν. Σιγάλα, ό.π. Παράρτημα 2.2 σ. 324.
Ν.Κάλας, «Εκταφή κριτικού» βλ. ΚΑΠ, ό.π., σς. 43 και 44.
Transfigurations, ό.π.
Το αντικειμενικά τυχαίο είναι το αναγκαίο, το οποίο, αφού καθορίσει τα ιστορικο-κοινωνικά πράγματα, καταδύεται ως το ασυνείδητο που το εκφράζει με τρόπο απροσδιόριστο και απρόβλεπτο.
Ν. Κάλας, Η τέχνη την εποχή της διακύβευσης, ό.π., σ. 4.

* Απόσπασμα από την ανέκδοτη μελέτη ιστορικού ενδιαφέροντος : Ο κριτικός Ν. Κάλας και οι δίχως τέλος κατακτήσεις του μοντερνισμού.

**Από Τα Ποιητικά στο https://tapoiitika.wordpress.com/πρωτοσέλιδα-άρθρα/η-σχέση-του-νικόλα-κάλας-με-τον-ελληνικ/

Ένας ποιητής καταθέτει – Συνέντευξη με τον ποιητή Θεοχάρη Παπαδόπουλο

theoh_3_0

Του Αντρέα Πολυκάρπου
         
Ο ποιητής έχει πάντα μέσα του το ένστικτο, που τον σπρώχνει να γράψει. Ξεκινάει από το ορμέμφυτο

Ο ποιητικός λόγος του Θεοχάρη Παπαδόπουλου είναι οξύς, κόβει σαν λεπίδα τον αναγνώστη με την αμεσότητα του συναισθήματος και την ίδια τη δυναμική της εκφραστικότητας του ποιητή.
Λόγος που εμφορείται από μια υποβόσκουσα κριτική ματιά για τη γύρω πραγματικότητα την οποία καυτηριάζει με μια υποδόρια ειρωνική διάθεση που πολλές φορές ανοίγει πολλαπλούς δρόμους στην ποίησή του.

Το νόημα δεν δίνεται εύκολα σ’ αυτόν που θα διαβάσει την ποίηση του Θεοχάρη Παπαδόπουλου. Ο αναγνώστης πρέπει να μπει στον τρόπο σκέψης του ίδιου του ποιητή για να διανοίξει τον ποιητικό κόσμο του Θεοχάρη Παπαδόπουλου.

Ο κόσμος της ποίησης του Θεοχάρη Παπαδόπουλου καθρεφτίζει την κοινωνική καταχνιά που μαστίζει το σήμερα. Τοπία έρημα, σπίτια γεμάτα αναμνήσεις που τριβελίζουν, άδειες καρέκλες που κουβαλούν ιστορίες, μάτια θλιμμένα και παράθυρα με «κρυσταλλιασμένο» χιόνι.

Και ανάμεσα στο ποιητικό τοπίο που φτιάχνει ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος ο ανολοκλήρωτος έρωτας που δεν του έχει απομείνει κάτι να κρύψει τη γύμνια του.

Μόνο που ο ποιητής μέσα από τη δική του οπτική γωνία μας δείχνει όλην τη γύμνια που κυριαρχεί μέσα και γύρω μας…
 
Πως αντιμετωπίζετε την ποίηση: ως μια ταυτότητα ή ως μια ετερότητα μέσα στη σύγχρονη ζωή;
Η ποίηση ξεκινάει σαν ταυτότητα, δηλαδή, προέρχεται από την έμφυτη τάση, που έχουν μέσα τους οι άνθρωποι για δημιουργία, όμως, πολλές φορές η ποίηση καταλήγει ως ετερότητα, δηλαδή, επηρεάζεται από τον κοινωνικό περίγυρο. 

Ένας ποιητής μπορεί να εμπνευστεί από τις εικόνες της οικονομικής κρίσης και να τις μετουσιώσει σε ποίημα. Αυτό δεν σημαίνει ότι ξεκίνησε να γράφει με αυτή την προοπτική. Όμως, για να είναι κάποιος ποιητής, πρέπει να το έχει μέσα του. Όπως έχει γράψει και ο Ρίλκε να μην μπορεί να ζήσει χωρίς να γράφει.

Ο ποιητής είναι μια περσόνα γύρω από τις λέξεις ή λειτουργεί με έναν ενστικτώδη ορμεμφυτισμό; 
Ο ποιητής έχει πάντα μέσα του το ένστικτο, που τον σπρώχνει να γράψει. Ξεκινάει από το ορμέμφυτο. Δεν μένει, όμως, εκεί. Η έμπνευση είναι μεθύσι. Μπορεί να οδηγήσει ακόμα και σε λογικά λάθη ή λάθη, που δεν μπορούν να δικαιολογηθούν από την περίφημη ποιητική αδεία.
Ο Paul Valery έχει γράψει: «Τον πρώτο στίχο μας τον δίνουν οι θεοί». Και με τους υπόλοιπους, τι γίνεται;
Ο Διονύσιος Σολωμός έρχεται να συμπληρώσει: «και μετά με καιρό και κόπο θα γραφτεί το ποίημα». Η ποίηση χρειάζεται διορθώσεις.
Προσεχτικό ξαναδιάβασμα του ποιήματος, λίγες μέρες αφού έχει γραφτεί και σβήσιμο, γράψιμο, ξανασβήσιμο και ξαναγράψιμο. Ακόμα και σκίσιμο αν χρειαστεί. Πολλοί σπουδαίοι ποιητές ήταν πολλοί σκληροί με τον εαυτό τους και γι’ αυτό μας άφησαν έργο, που δεν φημίζεται για την ποσότητα, αλλά για την ποιότητά του.
Ο Καβάφης έφτασε να αποκηρύξει τα πρώτα του ποιήματα, ενώ τα ποιήματα των Καββαδία, Πορφύρα και άλλων γνωστών ποιητών είναι λίγα και καλά. Σήμερα, πολλοί ποιητές γράφουν τα ποιήματά τους και χωρίς να τα ξανακοιτάξουν τα σκορπάνε στο facebook και στα διάφορα λογοτεχνικά blogs. Δεν θεωρώ ως κακό το ότι γράφουν, αλλά το ότι δεν διορθώνουν όσα γράφουν.

Μπορεί η τέχνη να κλείσει τις πληγές των ανθρώπων μέσα σε μια ενδότερη υπαρξιακή διαλεκτική;
Σίγουρα η τέχνη μπορεί να βοηθήσει τον άνθρωπο να ξεπεράσει ορισμένες δυσάρεστες καταστάσεις. Διάφορες τέχνες έχουν ήδη χρησιμοποιηθεί για θεραπευτικούς σκοπούς και ιδιαίτερα η μουσική είναι μια τέχνη, που μπορεί να βοηθήσει, ενδεχομένως και η ποίηση.
Όμως, άλλο το προσωρινό βάλσαμο και άλλο το κλείσιμο των πληγών. Οι κοινωνικές αδικίες δεν διορθώνονται με την τέχνη. Έχει ειπωθεί πως «ουκ επ’ άρτω μόνο ζήσεται άνθρωπος» και ότι ο άνθρωπος χρειάζεται άρτον και θεάματα, όμως, τι γίνεται, όταν εκλείπει ο άρτος και μένουν μόνο τα θεάματα;
Υπάρχει μια πολλή όμορφη λαϊκή παροιμία, που λέει πως: «Νηστικό αρκούδι δεν χορεύει». Όμως, μέσα από την τέχνη, μπορεί να εμπνευστούμε για το πώς κλείνουν οι πληγές, συμπεριλαμβάνοντας και τις κοινωνικές αδικίες.

Πιστεύετε ότι ακολουθείτε το δρόμο άλλων ποιητών ή ακολουθείτε μια μοναχική πορεία μέσα στη γραφή σας;
Θα ήταν πολύ μεγάλη ασέβεια να πω ότι έχω καταφέρει να ακολουθώ τον δρόμο άλλων ποιητών. Εννοείται πως εμπνέομαι από τους άλλους ποιητές. Στην ποίηση δεν υπάρχουν παρθενογενέσεις. Όσο πιο καλός είναι ένας ποιητής, τόσο περισσότερο έχει διαβάσει.
Είχαν ρωτήσει κάποτε έναν νεαρό ποιητή, ποια είναι τα πρότυπά του στην ποίηση και είχε απαντήσει ότι διαβάζει ελάχιστα για να μην επηρεαστεί η έμπνευσή του! Το διάβασμα είναι απαραίτητο. Όλοι οι ποιητές ξεκινούν με μιμήσεις και μετά διαμορφώνουν το δικό τους προσωπικό στυλ. Το δικό μου στυλ είναι μια προσπάθεια απογείωσης στο τέλος του ποιήματος.
Ένας τελευταίος στίχος, που να ανατρέπει, να ξαφνιάζει, να απογειώνει το ποίημα. Δεν πιστεύω ότι το πετυχαίνω πάντα, αλλά, τουλάχιστον, το προσπαθώ.

Ποιές εικόνες κρατάτε μέσα σας από τη ζωή σας; Ποιές εικόνες με άλλα λόγια εφορμούν στη γραφή σας;
Είναι οι εικόνες της καθημερινότητας, που ζω. Από απλές εικόνες, που θα μπορούσαν να θεωρηθούν πεζές , μέχρι και εικόνες, πολύ ποιητικές. Μπορεί να με εμπνεύσει ένα ωραίο ηλιοβασίλεμα, μπορεί, όμως, να με εμπνεύσει και κάποιος, που ψάχνει στα σκουπίδια ή η είδηση ότι πνίγηκαν πρόσφυγες στο Αιγαίο. Μπορώ να εμπνευστώ ακόμα και από απλά, καθημερινά αντικείμενα. Όπως έχει γράψει και ο Τσέχωφ: «Φέρτε μου ένα ποτήρι κι εγώ θα σας γράψω ένα διήγημα για το ποτήρι».

Ποια ερωτήματα καλείται να απαντήσει ο ποιητής διαχρονικά αλλά και στο παρόν που ζούμε;
Τα διαχρονικά ερωτήματα, που καλείται να απαντήσει ο ποιητής έχουν να κάνουν με θέματα, που έχουν ασχοληθεί οι περισσότεροι ποιητές. Ο έρωτας και τα μεγάλα υπαρξιακά ερωτήματα του ανθρώπου, νομίζω ότι έχουν απασχολήσει λίγο-πολύ τους περισσότερους ποιητές, ενώ αρκετοί έχουν ασχοληθεί και με τον κοινωνικό προβληματισμό της εποχής τους.
Στην εποχή μας, όλο και περισσότεροι ποιητές ασχολούνται με την κρίση και αυτό συμβαίνει, ιδιαίτερα στην Ελλάδα, όχι από κάποια μόδα, αλλά από αναγκαιότητα έκφρασης και αναζήτησης διεξόδων.

Ποιο το νόημα της λέξης στην ποίηση; Μια απλή μορφή έκφρασης ή ένα ψυχικό αποτύπωμα;
Εξαρτάται από το πώς θα χειριστεί τη λέξη ο ποιητής. Μια λέξη μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να δώσει πολλά και διαφορετικά νοήματα. Από μόνη της μια λέξη δεν σημαίνει τίποτα αν δεν προσδιοριστεί. Σήμερα συναντάμε πολλούς ποιητές, που έχουν επηρεαστεί από το κίνημα του γλωσσοκεντρισμού. Δηλαδή, παιχνίδι με λέξεις, έτσι ώστε να δημιουργούνται όσο γίνεται περισσότερες παρηχήσεις, χωρίς να έχει σημασία το νόημα του ποιήματος.
Κάπως έτσι είχε εξελιχθεί και η λετριστική ποίηση. Σήμερα, κατά τη γνώμη μου, αυτά τα είδη είναι ξεπερασμένα. Ο ποιητής, για να θυμηθούμε λίγο και τον Coleridge, πρέπει να βάλει τις κατάλληλες λέξεις στη σωστή σειρά. 

Είναι η ποίηση το καταφύγιο του ανθρώπου;
Ναι, η ποίηση μπορεί να γίνει καταφύγιο του ανθρώπου, γιατί τόσο ο άνθρωπος που διαβάζει ποίηση, όσο και ο άνθρωπος που γράφει ποίηση την έχουν ανάγκη. Ο άνθρωπος, που διαβάζει ποίηση, καταφεύγει σε εκείνη για να ζήσει ορισμένες όμορφες στιγμές.
Για να συγκλονιστεί και να εξυψωθεί πνευματικά. Ο άνθρωπος, που γράφει ποίηση, πολλές φορές γράφει για να ξεσπάσει, για να πνίξει τον πόνο του, για να νιώσει καλύτερα. Πολλοί ποιητές, γράφοντας σε στιγμές μεγάλου πόνου μας έδωσαν τα καλύτερά τους ποιήματα.

Μπορεί ο κόσμος να ζήσει ποιητικά;
Στη σύγχρονη κοινωνία κρίσης και παρακμής, όχι. Όταν, οι περισσότεροι άνθρωποι, έχουν μια εξοντωτική ρουτίνα σπίτι – δουλειά – δουλειά – σπίτι, όταν ο ελεύθερος χρόνος συρρικνώνεται όλο και περισσότερο, τότε δεν μπορούμε να μιλάμε για ποιητική ζωή.
Σε μια καλύτερη μελλοντική κοινωνία, αν έχει εκλείψει η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, τότε, ίσως, ο κόσμος να μπορεί να ζήσει ποιητικά. Ίσως ο άνθρωπος να μπορεί να βάλει περισσότερη ποιητικότητα στη ζωή του.

*Ο Αντρέας Πολυκάρπου  είναι υποψήφιος διδάκτορας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο στο τμήμα Επικοινωνίας Μέσων και Πολιτισμού. Επιστημονικά άρθρα του δημοσιεύτηκαν σε Ελλάδα και Κύπρο. Εξέδωσε δύο ποιητικές συλλογές στην Κύπρο και το 2013 εξέδωσε την τρίτη του ποιητική συλλογή «Απρόσωπα Φαγιούμ», στις εκδόσεις Άπαρσις στην Αθήνα. Το 2014 εκδόθηκε το θεατρικό του έργο «Κατά Ιωάννη Αποκαθήλωση» από τις εκδόσεις Vakxikon.gr στην Αθήνα. Ποιήματα του δημοσιεύτηκαν σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά και μεταφράστηκαν στα αγγλικά. Το 2008 και το 2010 βραβεύτηκε από τη European Commission για δημοσιογραφικές του έρευνες και εκπροσώπησε τη χώρα του σε Σλοβενία και Κωνσταντινούπολη αντίστοιχα. 

**Αναδημοσίευση από εδώ: http://www.onlycy.com/articles/perissotera/vivliogonia/125510-enas-poiitis-katathetei-synenteyxi-me-ton-poiiti-theohari

Η Λίνα Φου απαντά σε 15 ερωτήσεις

Η Λίνα Φου, αγαπημένη ποιήτρια, ηθοποιός, δημοσιογράφος, και διανοούμενη του «δημιουργι-κού μηδενός», απαντά σε 15 ερωτήσεις, του Μανώλη Νταλούκα. 
Πριν λίγους μήνες, θαυμάσαμε την ερμηνεία της, στο βιντεοκλίπ του Παύλου Παυλίδη, Έλα Κοντά μου.

1.Πες μου ένα βιβλίο, που θα σου μείνει αξέχαστο
“Les Misérables”, Victor Hugo.

2.Ένα μικρό κορίτσι, κάθεται στα σκαλιά, του σπιτιού του και κλαίει. Γιατί; Τι έχει συμβεί πριν, και τι θα γίνει μετά; Συμπλήρωσε την εικόνα.
Τσάντες, γύρω της, αζήτητα πράγματα γεμάτες. Το λούτρινο γατί δεν ήταν στο στομάχι καμιανής. Κλαίει. Δυνατά. Πιο δυνατά. Μα το κλάμα των παιδιών μοιάζει με νιάου των γατών. Ένα ορφανό γατί ακούει στο κλάμα τη μαμά του. Ένα γατί με καρδιά μέσα, να χτυπά. Ξαπλώνει δίπλα της. Εκείνη χαμογελά. Γελά. Ουρλιάζει από χαρά. Αχώριστες έως σήμερα.

3.«Θα’ ρθει μια μέρα που η γη θα ενωθεί με τον ήλιο». Το πιστεύεις αυτό;
Είναι ένα από τα επικρατέστερα επιστημονικά σενάρια για το μακρινό μέλλον του ηλιακού μας συστήματος. Η νομοτέλεια του σύμπαντος προβλέπει πάντοτε την καταστροφή και την αναδημιουργία. Τα καύσιμα του ήλιου θα τελειώσουν. Θα γίνει ένα πελώριος ερυθρός γίγαντας. Πιθανότατα να καταπιεί τη γη. Τότε θα είναι σαν να μην υπήρξαμε ποτέ. Σε κάποιον άλλον πλανήτη θα υπάρχουν ίσως οι κατάλληλες συνθήκες για ύπαρξη ζωής. Στο δικό μου μυαλό όμως, κάποιοι άνθρωποι, φλογεροί άνθρωποι, θα επιβιώσουν και τότε. Είναι αυτοί που σήμερα φωνάζουν παθιασμένα στους δρόμους για λευτεριά. Αυτοί δεν καταλαβαίνουνε απο φωτιά, την έχουνε να καίει μέσα τους. Εξού και το ποίημα που έγραψα.

4.Ποιο θεωρείς το μεγαλύτερο εμπόδιο, στην κίνηση προς την ελευθερία;
Την εκπαίδευση. Είναι προς λάθος κατεύθυνση. Εκπαιδευόμαστε να γίνουμε παραγωγικοί δούλοι. Η δουλικότητα του ανθρώπου λοιπόν πίσω από την οποία βρίσκεται και η εκπαίδευση πίσω από την οποία βρίσκεται και η εξουσία.

5.Τι ήταν αυτό, που κάποτε έκανες, και τώρα θεωρείς ως μεγαλύτερή σου βλακεία;
Όλα τα έκανα με πάθος. Τίποτα δε θυμάμαι ως βλακεία, ούτε καν τη μεγαλύτερη.

6.Για ποιο λόγο, θα έλεγες σε κάποιον ή κάποια «άντε γαμήσου ρε μαλάκα!»
Βία σε ζώο ή παιδί. Προσβολή για φυσικά χαρακτηριστικά όπως το χρώμα. Για αδικία. Αλλά σιγά μην του έλεγα μόνο αυτό, αυτό το λέω για πλάκα σε φίλους.


7.Έχεις μισήσει άνθρωπο; και αν ναι, για ποιον λόγο;

Δε θυμάμαι να έχω μισήσει ή να μισώ. Έχω πάρει τόση αγάπη από την οικογένειά μου που δεν μου έχει αφήσει αυτό το περιθώριο. Συνήθως δικαιολογώ πράγματα. Ωστόσο θα μπορούσα να πω πως μισώ την αδικία συνεπώς και όποιον τη διαπράττει. Αλλα δεν είναι κάτι παθητικό για εμένα, σίγουρα θα το δείξω στην πράξη.

8.Πιστεύεις στον Θεό;
Όχι. Ωστόσο.

9.Πώς νομίζεις ότι θα είσαι, μετά από δέκα χρόνια;
Δηλαδή στα 37; Μπερμπάντισα.

10.Ο μεγαλύτερος φόβος σου, είναι…
Το μυαλό μου. Μπορεί να πυροδοτήσει πυρηνικό πόλεμο στο σώμα μου αλλά και σ’ όλον τον κόσμο..

11.Αγαπημένο τραγούδι σου, είναι…
Κάτι από The Cure. Ισως το Homesick. Ή απο Lebanon Hanover. Ή απο Sisters of Mercy.

12.Αγαπημένο σου ποίημα, είναι…
Το πρώτο και άτιτλο απο τη συλλογή της Γώγου «Απόντες». Ωστόσο αγαπώ και το «Dreams» από τη συλλογή «The Death Baby» της Sexton.

13.Έχεις κλέψει ποτέ; Και τι;
Αν έχω απαλλοτριώσει εννοείς; Θα ήθελα να είμαι ο Ρομπέν των Δασών…

14.Νομίζεις ότι το περιβάλλον, επηρεάζει τον άνθρωπο; Και αν ναι, ποιο είναι το ιδανικό περιβάλλον;
Βέβαια επηρεάζει. Ενα παιδί είναι tabula rasa. Διαμορφώνεται βάση του πού πότε με ποιούς γιατί. Το ιδανικό περιβάλλον είναι αυτό πού έχει δικαιοσύνη και αγάπη, αγάπη, αγάπη. Ό,τι έχει ζωή θέλει αγάπη για να προχωρήσει. Οξυγόνο. Νερό.

15.Λες πάντα ψέματα ή πάντα αλήθεια;
Δεν έχω το θάρρος ακόμα να λέω πάντα αλήθεια. Το δουλεύω όμως.

Άλλες πληροφορίες για την Λίνα Φου (Φούντογλου)
Τώρα, μπορείτε να την δείτε, στον ρόλο της Ρόουζ, στην θεατρική παράσταση:
Χορεύοντας στη Λούνασα [Brian Friel]
ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης – ΔΗΠΕΘΕ Ιωαννίνων

Μετάφραση-Σκηνοθεσία: Nικαίτη Κοντούρη
Σκηνικά-Κοστούμια: Γιώργος Πάτσας
Μουσική επιμελεια: Δημήτρης Ιατρόπουλος
Επιμέλεια κίνησης: Aγνή Παπαδέλη-Ρωσσέτου
Βοηθός σκηνοθέτη: Ελένη Μολέσκη
Φωτισμοί: Ζωή Μολυβδά Φαμέλη
Παίζουν επίσης: Σοφία Αντωνίου, Σοφία Μαρία Βούλγαρη, Θάλεια Γρίβα, Γιολάντα Καπέρδα, κ.α

Πληροφορίες – Κρατήσεις
Στα γραφεία του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κοζάνης, στον ημιώροφο της Αίθουσας Τέχνης – Καθημερινά 10.00π.μ.-2.00μ.μ.
Τηλ: 24610 24062, 6987991949
Τιμές εισιτηρίων: 10€ Κανονικό, 7€ Μειωμένο (Φοιτητικό/Ανέργων)

*Αναδημοσίευση από το http://freedomgreece.blogspot.com.au/2016/12/15.html

Η Λίνα Φου (Φωτο Xenia Lok, 2016)

Η Λίνα Φου (Φωτο Xenia Lok, 2016)

Φιλοσοφία και ποίηση

poetry

Του Θεοχάρη Παπαδόπουλου*

Πολλοί μελετητές της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας, έχουν φτάσει στο σημείο να θεωρούν την ποίηση ως κάτι το ευτελές, ή το ανάξιο λόγου και αυτή η παρεξήγηση έχει ξεκινήσει από τον Πλάτωνα, που εξορίζει τους ποιητές από την Πολιτεία του. Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, ο ποιητής λειτουργεί ως μιμητής και αντιγράφει τα αισθητά πράγματα, δηλαδή τα είδωλα των ιδεών. Άρα δημιουργεί παραπλανητικές αποτυπώσεις του κόσμου. Επιπλέον, η ποίηση εξάπτει τα πάθη των ανθρώπων με το συγκινησιακό της περιεχόμενο. Ο Πλάτωνας χαρακτηρίζει τους ποιητές ως «τρίτους από της Αληθείας». Δηλαδή, με απλά λόγια, ο Πλάτωνας χαρακτηρίζει την ποίηση ως μια απάτη και θεωρεί τους ποιητές, ανθρώπους πονηρούς, που μπορούν να εξαπατήσουν και να παρασύρουν. Στην πραγματικότητα, ο Πλάτωνας γνώριζε την τεράστια δύναμη της ποίησης, που μπορούσε να ξεσηκώσει και να οδηγήσει τα πλήθη σε ανεξέλεγκτες καταστάσεις και ανατροπές. Χαρακτηριστικό είναι ένα παράδειγμα από την αρχαία Ελλάδα: Κάποτε οι Σπαρτιάτες είχαν να πολεμήσουν με έναν πολυάριθμο και δύσκολο εχθρό, γύρεψαν βοήθεια από τους Αθηναίους. Οι Αθηναίοι τους έστειλαν έναν χωλό ποιητή. Τον Τυρταίο. Κι όμως! Ο Τυρταίος έγραψε ποιήματα, που ξεσήκωσαν τους Σπαρτιάτες και τελικά, κατάφεραν να νικήσουν.

Είναι, όμως, η φιλοσοφία εχθρός της ποίησης;

Ας δούμε πρώτα, πως αντιμετωπίζει η ποίηση τη φιλοσοφία: Δεν χρειάζεται να ανατρέξουμε πολύ μακριά. Οι περισσότεροι ποιητές χρησιμοποιούν τη φιλοσοφία στους στίχους τους. Ένας από τους πιο φιλοσοφημένους ποιητές είναι ο Καβάφης. Πόση φιλοσοφία υπάρχει στο στίχο: «Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξίδι» ή στους στίχους: «Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι· / τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα»;

Πολλοί ποιητές, έγραψαν ποιήματα, που αναφέρονται στα μεγάλα υπαρξιακά ερωτήματα του ανθρώπου. Ένα από αυτά τα ερωτήματα έχει να κάνει με το θάνατο. Τι είναι ο θάνατος και πώς τον αντιμετωπίζουμε; Μια από τις πιο καταλυτικές απαντήσεις, για την αντιμετώπιση του θανάτου έδωσε ο ποιητής Λάμπρος Πορφύρας, όπου στο ποίημα «Πιε στου γιαλού τη σκοτεινή ταβέρνα το κρασί σου», γράφει: «Πιέτο, η ψυχή σου αξένοιαστη τόσο πολύ να γίνει / που αν έρθ’ η μοίρα σου η κακιά, να της χαμογελάσεις, / καημοί καινούργιοι αν έρθουνε, μαζί σου ας πιουν κι εκείνοι, / κι αν έρθει ο Χάρος, ήσυχα κι αυτόν να τον κεράσεις».

Φυσικά, υπάρχει και η κοινωνική διάσταση της φιλοσοφίας, που αντανακλάται στην ποίηση. Η κοινωνική ποίηση αντέδρασε εναντίον της φιλοσοφικής θεωρίας ενός θεολογικού ντετερμινισμού. Με απλά λόγια, η κοινωνική ποίηση, ήρθε σε αντίθεση με τη θεωρία, ότι, οτιδήποτε συμβαίνει είναι αιτία ενός μεγάλου θεϊκού σχεδίου και άρα όλες οι κοινωνικές αδικίες γίνονται για το γενικό καλό. Η κοινωνική ποίηση, που κακώς χαρακτηρίστηκε «στρατευμένη», γιατί ήταν πάντα πέρα από κόμματα και πολιτικές σκοπιμότητες, κατορθώνει να διαλύσει τις όποιες θεολογικές ντετερμινιστικές αυταπάτες. Η καυστική σάτιρα του Βάρναλη, η κρυστάλλινη διαύγεια των στίχων του Αναγνωστάκη, η χειμαρρώδης πλημμυρίδα των στίχων της Γώγου είναι μόνο μερικά από τα παραδείγματα ποίησης, που υποστήριξε την δημιουργία μιας κοινωνίας, που δεν θα υπάρχει η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Μια φιλοσοφία χειροπιαστή, που ξέφυγε από το αφηρημένο επέκεινα και στάθηκε στο συγκεκριμένο τώρα.

Ας δούμε, τώρα πως η φιλοσοφία αντιμετώπισε την ποίηση πέρα από τον Πλάτωνα, που παραθέσαμε πιο πάνω. Ο γάλλος φιλόσοφος Joseph Joubert (Τζόζεφ Ζουμπέρ), γράφει: «Δεν θα βρεις την ποίηση πουθενά, αν δεν κουβαλάς λίγη μαζί σου». Ο άγγλος ποιητής και φιλόσοφος Samuel Taylor Coleridge είναι ακόμα πιο κατηγορηματικός: «Ποτέ κανένας δεν υπήρξε μεγάλος ποιητής χωρίς συγχρόνως να είναι ένας βαθυστόχαστος φιλόσοφος», ενώ για την ποίηση γράφει ότι είναι: «Οι καλύτερες λέξεις τοποθετημένες στην καλύτερη σειρά.» Ο Βολταίρος έχει γράψει ότι η ποίηση είναι η μουσική της ψυχής. Ο Ζαν Πολ Σαρτρ έχει γράψει πως: «Ποιητής είναι αυτός που τον εξόρισαν από την παιδική ηλικία». Άρα, ο ποιητής ψάχνει τη χαμένη του παιδική αθωότητα και άρα η ποίηση δεν εξαπατά, ούτε παρασέρνει. Ίσα-ίσα, η ποίηση μπορεί να ξεσκεπάσει αλήθειες, που είναι έντεχνα κρυμμένες.

Αλλά αξίζει να δούμε πως και οι ίδιοι οι αρχαίοι φιλόσοφοι εκφράστηκαν για την ποίηση. «Η ποίηση είναι ευγενέστερη και πιο φιλοσοφημένη από την ιστορία», γράφει ο Αριστοτέλης, ενώ ο ίδιος ο Πλάτωνας χαρακτηρίζει την ποίηση: «πράγμα ανάλαφρο, ιερό και φτερωτό». Αυτόν τον τελευταίο χαρακτηρισμό της ποίησης από τον Πλάτωνα δεν τον γνωρίζουν πολλοί και ίσως να είναι σκόπιμο το ότι δεν έχει διαδοθεί, όπως η ιδεαλιστική προσέγγιση της Πολιτείας, που αναφέραμε στην αρχή αυτού του κειμένου.

Όμως, ενώ η φιλοσοφία και η ποίηση, μπορούν να συναντηθούν με πολύ απλούς, αλλά βαθυστόχαστους στίχους, στην σύγχρονη ποίηση έχει επικρατήσει μια τάση, που για να κατανοήσει ο αναγνώστης τους σύγχρονους ποιητές, θα πρέπει να έχει εντρυφήσει στη φιλοσοφία του Kierkegaard (Κίρκεγκορ), του Heidegger (Χάιντεγκερ), του Derrida και των κακέκτυπών τους στην Ελλάδα. Την παραπάνω τάση ενθαρρύνει, διαφημίζοντάς την το κρατικοδίαιτο εκδοτομιντιακό κατεστημένο.

Συμπερασματικά, η ποίηση και η φιλοσοφία δεν είναι αντίθετες και εχθρικές η μια με την άλλη, αλλά μπορεί να ενυπάρχει η μια στην άλλη, όπως αποδείξαμε και πιο πάνω. Πόσο μάλλον, που πολλοί σπουδαίοι ποιητές ήταν και φιλόσοφοι, που είτε εκφράστηκαν φιλοσοφικά στους στίχους τους, είτε μας άφησαν και φιλοσοφικά συγγράμματα εκτός από τις ποιητικές τους συλλογές.

*Κείμενο ομιλίας, που διαβάστηκε σε εκδήλωση του Διεθνούς Πολιτιστικού Κέντρου «Ανάδρασις» για την παγκόσμια ημέρα της φιλοσοφίας, στις 20/11/2016.
Αναδημοσίευση από το Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.com.au/2016/12/blog-post.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed:+blogspot/JkQng+(στίγμαΛόγου)

Antonia Rigaud, John Cage’s Poetry of Anarchy

90f040453d8eeed0536c2971c05ebf38

Politics of the text

Reading a poem by John Cage, one cannot but wonder about the economy of his poetic language. Indeed, with John Cage, poetry is not the product of the ‘artist’s voice’, but rather the product of chance procedures. His poetry focuses mainly on structure and on its creative processes. The latter are based on previous texts (mainly from Thoreau and Joyce) that Cage cuts into nominal, verbal or phonetic items (sometimes even only keeping a letter from a sentence). He then arranges these texts into a new one where meaning is not visible on a first linear reading. Indeed, Cage modifies the genre of the ‘acrostic’ inasmuch as what the text says is not situated on a vertical line on the left-hand side of the poem but rather in its middle. Cage calls this new genre the ‘mesostic’. In Cage’s poetry, the meaning of the poem is situated in its middle, it is usually a word or a sentence that writes vertically. We see, therefore, that this poetry is double in the sense that if we read it horizontally as any classical poetry, meaning is not obvious, but if we concentrate on the capitals in each line of the poem we realize that each capital letter on each line creates a vertical word or sentence that makes the obvious meaning of the poem.

Poetry is therefore divided between an obvious meaning and a text that does not seem on a first reading to hold a particular meaning. However, the first text (or the horizontal reading of the poem) holds a meaning in its processes of creation. Indeed, the practice of language as a constantly changing object is what makes the body of Cage’s poetry. Cage finds the elements of his poetry in previous texts arranged according to the mechanisms of the I Ching (a Chinese book of oracles), he states «The mechanisms of the I Ching is utility. Applied to letters and aggregates of letters, it brings about a language that can be enjoyed without being understood». An article in the selection of his writings entitled Silence (Wesleyan University Press, 1961), is entitled «Composition as Process», the title itself shows how the continuous elaboration of poetry is a necessary elements of his art. The horizontal text indeed stands for this continuous process of elaboration which is at the basis of the poem but also what makes of it a constantly changing text. One can indeed choose to read it in a variety of ways (either horizontally or vertically, concentrating on the words or on the processes that brought the poem about).

This makes for a language that does not evolve in a linear fashion, but rather a language which has lost the sense of linear evolution. One could therefore speak of a ahistorical language. Poetry escapes the notion of time through the disappearance of any evolving development. The presence of the text is not linked to any historical or linear evolution but rather keeps disappearing. The relation that Cage installs between language and history is indeed one of the main features of his poetry. For if his language is deeply historical in the sense that it is grounded in history (in using previous texts Cage enters the realm of history) the use he makes of language leaves the domain of history to enter a new kind of time-frame that is grounded in the present moment or in instantaneity. Indeed, the poem itself lies at the conjunction of both lines of reading (the horizontal and the vertical text) and it is only at the precise moment of reunion between both instances that the poem comes to existence. In other words, the poem only exists at the instant of reunion of both these lines of reading.

Chance is nevertheless a structure in the text, and it shows that however Cage wants to free his text from his ego, to make it truly anarchic (he states that his aim is to «examine the language for the location of power» and to «free the ego»), he does not totally refuse order. With Cage, anarchist poetry is therefore not a matter of bringing forth a chaotic poetry but rather a poetry of chaos, where the lack of obvious meaning is a political statement. Indeed, Cage wants to bring about a truly anarchist poetry that would be free of any type ‘governement’ or governing element. This explains the use of chance operations in the creation of language (referring to Norman O. Brown, Cage states that syntax is a military notion that should be avoided), but there is order in Cage’s texts because he uses the I Ching in a very conscientious way, he does not therefore let anything happen in the text for the sake of disorder but rather creates a text that is free from order in a particularly definite and precise method of disorder. As Cage states it, «What the rule is, in other words, matters much less than the fact that one uses it.» Structure is what enables him to create an anrchist text in the sense that anarchy is not for him a naive notion of freedom but freedom within reasoned order.

The place for anarchy

Anarchy, therefore, comes about in Cage’s poetry as the link between a desire for disorder and the reality of a necessary structure in the creation of a poetic language. It seems thus possible to admit that anarchy is a profoundly utopian notion for John Cage. Indeed, it is striking to note that he never participated in any particular political and anarchist action. It seems therefore that the poem itself is where Cage locates political action. His poetry is not about anarchy, but it installs anarhcy within the text. The poet indeed explains his artistic and political project in the following words: «To explore a way of writing which though coming from ideas is not about them, or is not about ideas but produces them». We could therefore argue that Cage creates and defines the idea of anarchy and gives it life within his text. But it is necessary to note that Cage’s aim is to give life to his poetry through his performance (reading or hearing it). It is therefore a disappearing form of art as it can only be inscribed in reality at the moment of its performance. Poetry is for Cage the performance of chance and of the lack of governement, it is the place where order and disorder come about not in a linear fashion but through the mixing of various texts and lines of reading. The reader is free to read one element of the text or another and the poet has freed his ego by using previous texts.

Anarchy thus becomes a process and never a fixed notion, it is defined by Cage in his poetry as a continual process and resides at the intersection between order and disorder. Cage’s anarchist revolution lies within his texts. He states indeed: «Revolution remains our proper concern. But instead of planning it, or stopping what we’re doing in order to do it, it may be that we are at all times in it». If we analyze this sentence in the context of Cage’s poetry, we realize that since the text (its meaning as well as its physical reality) keeps fading away, it must always be reenacted. Anarchy lies within the text, but the text does not allow itself to stand on a particular place. Anarchy is not given a place, it is utopian in this respect, but it is through the practice of poetry that it becomes the poem is given a place in itself, the place for anarchy.

08-549dccagejohn_m_int01

Λογοτεχνικά ιστολόγια: η αφανής ποίηση του διαδικτύου

Της Σταματίνας Τσιμοπούλου*

Ποίηση του διαδικτύου

Ποίηση του διαδικτύου

Κατόπιν πρόσφατης διαδικτυακής ανασκαφής, νέα  λογοτεχνικά ιστολόγια- κοινώς blogs- ήρθαν να προστεθούν στους σελιδοδείκτες μου, ανοίγοντας ένα νέο παράθυρο σε εκείνη την αφανή- αλλά όχι άφατη λογοτεχνία- που στριμώχνεται στις παρυφές του ιστοχώρου και όλο λανθάνει της ευρείας αποδοχής και αναγνώρισης, δίχως συχνά να υστερεί σε περιεχόμενο και πρωτοτυπία.
#1 “caricature of intimacy”
Το ιστολόγιο “caricature of intimacy” κατέχει τα σκήπτρα της διαδικτυακής αυτής εξόρυξης, συγκροτώντας ένα σκληρό λογοτεχνικό πυρήνα με μια γραφή τραχιά μα συνάμα και νεόκοπη.  Το εν λόγω blog μετράει σχεδόν τέσσερα χρόνια διαδικτυακής παρουσίας και διατίθεται ελεύθερα προς σφυγμομέτρηση του ποιητικού παλμού της δημιουργού του. Ολίγον τι αιρετική και ταυτόχρονα παιδιάστικα αθώα, η Τσεβή Τζιτζίκου εξορμεί στις ουτοπίες του λόγου, για να αποκρυσταλλώσει στο χρόνο τις δικές της καθημερινές συναισθηματικές ευτοπίες και δυστοπίες. Τα ποιήματά της αναδίδουν μια αφοπλιστική αυθεντικότητα και η ανάγνωση κυλά εν είδει λαχταριστού χρονογραφήματος. Η προκλητικότητα του ύφους της, και η ευθύβολη ματιά της στα πράγματα μετατρέπουν εκείνο το άλλοτε κρυφό νόημα στην πιο άμεση δήλωση ενώ απογυμνώνουν το περιεχόμενο των ανθρώπινων σχέσεων στα πιο καθαρά και σχιζοειδή θραύσματα του είναι.

Caricature of intimacy: «Γέμισαν τα δειλινά τον αέρα με τ’ άρωμα του ήλιου που πήγε να πνιγεί πίσω απ’ των αιώνων το λαμπρό νεκροταφείο»

Caricature of intimacy: «Γέμισαν τα δειλινά τον αέρα με τ’ άρωμα του ήλιου που πήγε να πνιγεί πίσω απ’ των αιώνων το λαμπρό νεκροταφείο»

Καιρός

Το παραμύθι δεν τελειώνει
αν δε το πω εγώ.
Πότε θα γκρεμίζω
πότε θα χτίζω
τα υποθετικά μας κάστρα
τα φανταστικά μου άλογα.
Πότε θα καίω εσένα
πότε ολάκερο το βασίλειο.
Πύκνωσε η βλάστηση,
μέσα στην ομορφιά της
σκίστηκα γυμνή,
ανάμεσα στ’ αγκάθια.
Η νίκη μου θα είναι
να περάσω το πλακόστρωτο
κάνοντας μια σκέψη
για εκείνο το μπαλκόνι,
που να μην έχει στίγμα
πραγματικότητας.
Το παραμύθι δεν τελειώνει
αν δε χορέψεις στο σκοπό.
Αυτόν που σου ψιθυρίζω
μέσα από τις λέξεις
που άτακτα εγκαταλείπω.
Εδώ.
 
Πάλι εσύ

Ποια είναι τα όρια σου, κι αν τα ξεπεράσεις τι θα συμβεί;
Ακούω μελωδίες και τ’ αυτιά μου πλημμυρίζουν από σένα.
Στο μυαλό μου σ’ αγγίζω με φτερά αγγέλων
τόσο απαλά ώστε να νομίζεις πως κοιμάσαι.
Θαυμάζω το δέρμα σου και κλαίω που τα κύτταρά μου
δε θα μπορέσουν ποτέ να το διαπεράσουν.
Δύο όντα, ένας έρωτας, ο δικός μου.
Κάθε φορά που αναπνέω καθαρό αέρα
μπαίνεις μέσα μου σαν σκόνη
κάθεσαι πάνω στα πνευμόνια μου
και στέκομαι στο λιμάνι
σκέφτομαι να πηδήξω
για να σε πνίξω
να πάψεις.
Ζητάω να δω στα μάτια σου
όλα τα μυστήρια του μάταιου κόσμου
το μειδίαμα σου μου εξομολογείται
το φόβο σου να ‘ρθεις κοντά μου
και το λατρεύω, όπως λατρεύω κάθε τι
που ήρθε δίπλα μου σπασμένο
κι άφησε να το σπάσω δυο φορές.
Πρώτη, δεύτερη, 5 μέρες
5 χρόνια.
Πόσες φορές ζητάς να μ’ αρνηθείς;

#2 “Cenicero”

Ακόμα, από το λογοτεχνικό ψηφιδωτό του αχανούς διαδικτύου, το blog της Μέλπως Μέντε, “Cenicero”, που στα ισπανικά σημαίνει τασάκι, υπερέχει στις λογοτεχνικές μου προτιμήσεις, ίσως διότι η εν λόγω ποιητική μάζα κάθε άλλο παρά με στάχτη μοιάζει, κι όμως οι στίχοι της επιμένουν να αιωρούνται στην μνήμη, καιρό μετά την πρώτη ανάγνωση. Έρωτες και καθημερινά πάθη, ιδέες και λύσεις που δεν βρίσκονται παρελαύνουν σε σκοτεινό φόντο, και καπνίζονται με εξίσου συμβατή μουσική υπόκρουση. Τα αποτελέσματα αυτών των αναζητήσεων κατατίθενται και προσπαθούν να σβήσουν στο φιλόξενο τασάκι της δημιουργού τους. Το εν λόγω ποιητικό αποθετήριο [“Cenicero”] αριθμεί έξι χρόνια ηλεκτρονικής ζωής και φέρει πάνω του θετικά τα αγγίγματα του χρόνου. Η γραφή νοσταλγική και φορτισμένη, προδίδει σκληρές αναμετρήσεις με τα φαινόμενα, τα τυχόν αδιέξοδα και τις υπαρξιακές απορίες , ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που η γλαφυρότητα της απόδοσης μας ξεναγεί στα παρασκήνια, μιας ζωής, αν μη τι άλλο, συγγενικής με τη δική μας.

Cenicero:«Και θα σου λέω παραμύθια τις νύχτες, για να κοιμάσαι πιο εύκολα αλλά μόνη σου…Και ‘γω θα σβήνω, όταν θα σβήνει και η οθόνη σου».

Cenicero:«Και θα σου λέω παραμύθια τις νύχτες, για να κοιμάσαι πιο εύκολα αλλά μόνη σου…Και ‘γω θα σβήνω, όταν θα σβήνει και η οθόνη σου».

But I still have to face the hours, don’t I?

Τώρα που τίποτα δεν σκέφτομαι
και παραιτήθηκα από την προσπάθεια να καταλάβω
κρύβομαι απ΄όλους αυτούς που μου ζητάν το λόγο
και γυρνάω στην βέβαιη ανασφάλεια μου
Τώρα που εκείνος ξεθωριάζει αντί να εκρήγνυται
και με κάνει να αμφιβάλλω για την ύπαρξή του
έρχεται στον νου μου η σκιά του δέντρου πίσω του
και όχι η δική του αυστηρή όψη
Τώρα που εκείνη έφυγε και εκείνη θρηνεί
θρηνώ μαζί τους την χαμένη συνήθεια
μαζεύω τα χυμένα τους δάκρυα
και τα κρατώ πετρωμένα κάτω απ το μαξιλάρι
Τώρα που ανακαλύπτω αυτόν
που τον φοβάμαι και τον ποθώ
και τρέμω στην ιδέα της απουσίας του
γίνομαι πάλι εκείνη που έλειπε για χρόνια
Τώρα που γνωρίστηκα με την απουσία της
κρατιέμαι με κόπο στην κατάλληλη απόσταση
τόσο που ο πόνος της να μην ξεπερνάει τον δικό μου
τόσο που τίποτα να μην ισχύει
Τώρα που δήλωσα την σειρά των πραγμάτων
νιώθω τα λόγια στιβαρά και άκαμπτα
ανίκανα να ανταποκριθούν σε όλα εκείνα
που έγιναν και όχι, μέσα η έξω από το μυαλό μου
Νιώθω εκείνες τις ώρες ανάμεσα
να βαραίνουν στο σώμα μου
να μαζεύονται και να μου ζητάν το λόγο
ψάχνω λοιπόν μια βολική γωνιά στην άκρη του εαυτού μου
Ψάχνω την μουσική που θα με φιλοξενήσει
θα γεμίσει το τρομακτικό κενό
θα φροντίσει τις πληγές- όχι τις δικές μου
μα όλων εκείνων που με βασανίζουν και μου δίνουν νόημα

Ο ελάχιστος ή επί 2

Κρύφτηκε πίσω από το βιβλίο της
-μπορούσα ακόμη να την δω
Έμοιαζε απορροφημένη
-πώς θα μπορούσε να ξεγελάσει εμένα
Γύρισε την σελίδα αδιάφορα
-όπως και την κόρη του ματιού της
Διέκρινα πλέον την ακτίνα του βλέμματός της
να περιεργάζεται την μορφή του
να σκαλίζει την περίμετρο του σώματός του
να μετράει τις ρυτίδες που όριζαν τη προσοχή του
Αυτό ήταν όλο.
Όταν με αντιλήφθηκε
της θύμισα
και μ ευχαρίστησε.
Κάθισα εκεί που καθόταν,
συνέχισα το βιβλίο της
ενώ έψαχνα αφορμή
να γυρίσω ακόμη μια φορά την σελίδα…

#3“Rhythm And Poetry»

Ολοκληρώνοντας αυτήν την ιστολογική ποιητική περιήγηση, το ποντίκι μου κοντοστέκεται στο “Rhythm And Poetry», και σε στίχους άλλης αισθητικής. Το blog – ενεργό από το 2014-  φέρει την υπογραφή του Παράταιρου και εξιστορεί τον μίτο της δικής του υπαρξιακής κατάστασης. Μια υποκειμενικότητα που δίχως άλλο απλώνει γέφυρες με το συλλογικό υποσυνείδητο, προσφέροντας αμοντάριστα πλάνα μιας απαιτητικής πραγματικότητας. Αναγνωρίζοντας ο ίδιος ότι το να παραμείνεις ζωντανός ικανοποιείται με υπερπροσπάθεια, εξημερώνει το χάος και τα αδιέξοδα σε στίχους. Το ύφος του λιτό και γκροτέσκο, φωτίζει τα πιο σκληροτράχηλα ερεθίσματα που συνθέτουν την δική του αλήθεια. Στις λέξεις του, εξίσου έντονα, φιλοξενείται το κρητικό ιδίωμα, προδίδοντας λίγη πατρίδα στον λόγο. Η γραφή του κοφτή κι ελεύθερη, εκκινεί από αυτοβιογραφικές μεταδόσεις ενώ παράλληλα απλώνει δίχτυα σε κοινούς τόπους του εκάστοτε τώρα.

Rhythm And Poetry: «Η έντονη στεναχώρια ίσως και να ‘ ναι πιο ανάλαφρη απ’ την απάθεια Ασύγκριτα όλα με το πλησίασμά σου  και μόνο Να με βλέπεις να μετανιώνω για κάθε λέξη που δεν πρόλαβα ή για παραπανίσιες λέξεις που έλεγα χωρίς  να σ ‘ αγγίζω»

Rhythm And Poetry:
«Η έντονη στεναχώρια
ίσως και να ‘ ναι
πιο ανάλαφρη απ’ την απάθεια
Ασύγκριτα όλα
με το πλησίασμά σου
και μόνο
Να με βλέπεις να μετανιώνω
για κάθε λέξη που δεν πρόλαβα
ή για παραπανίσιες λέξεις
που έλεγα χωρίς
να σ ‘ αγγίζω»



Έξω απ’ το παράθυρό μου

Έξω απ’ το παράθυρο
μου βλέπω μια ιατρική καρέκλα
Πιο δίπλα ένα άλλο παράθυρο
και πίσω απ ‘ αυτό ένα σύνθετο γεμάτο βιβλία
Μέσα απ’ το παράθυρο μου είναι μια στοίβα βιβλία
που δεν κατάφερα να διαβάσω ποτέ
Γιατί σκεφτόμουνα εσένα.
Πιο ψηλά όμως έξω απ’ το παράθυρο μου
υπάρχει ένα άλλο παράθυρο
και εσύ ευτυχώς δεν είσαι πια εκεί
Ούτε μέσα απ ‘το παράθυρο μου βέβαια.
Έξω απ ‘το παράθυρο μου είναι ένας κόσμος
γεμάτος με σημεία που συναντηθήκαμε
όταν αποφασίσαμε να δούμε τι κρύβεται έξω απ ‘τα παράθυρα μας
ακόμα και να αποφύγω αυτόν τον κόσμο δεν έχει νόημα
Γιατί πάντα έξω από αυτό εδώ το παράθυρο που γράφω τώρα
θα υπάρχει πάντα το παράθυρο σου

ΣΙΝΕΜΑΣ Ο ΠΑΡΑΔΕΙΣOΣ

«Ένα αποχαιρετιστήριο πράγμα καθώς ανάσαινε,
κατέβαινε στο χολ»
Τσαρλς Μπουκόφσκι
Εγώ από την άλλη
Πέρασα την μέρα μου
κλεισμένος στον φωταγωγό
M’ ένα σκοτάδι πηχτό τόσο
που ένιωσα το χρώμα που ‘χουνε οι κόρες μου
Ύστερα βγήκα περιχαρείς στους δρόμους
και το αγέρωχο βήμα μου
προέδιδε την βασιλική μου καταγωγή
Στο ξεπεσμένο μου βασίλειο
κατοικούνε μυριάδες καρέ φιλμ
πάντα της ίδιας γωνίας λήψης
Το υλικό τους εύφλεκτο
και για να κρατήσω ζωντανή την μνήμη
χίλιους αιώνες τώρα γυρνάω με τα χέρια μου την μηχανή
σε δημόσιες υπαίθριες προβολές
Μετά τους τίτλους τέλους
απλώνω την τραγιάσκα μου στους περαστικούς
Μα όταν ξεχνιέμαι πότε πότε
πάντα στο ίδιο καρέ
Τα βλέπω όλα αυτά που με κόπο γέννησαν οι θύμησες
να λαμπαδιάζονται
Κι αφού δεν υπάρχει τίποτα άλλο
να καεί σε μια άδεια πλατεία από πέτρα
το πυρομάνι εικόνων  κυνηγάει να κάψει εμένα τον ίδιο
Κάθε καλοκαίρι όμως όταν ο ήλιος πέφτει
στην ψάθινη τρύπια καρέκλα μου
Συνειδητοποιώ ότι οι μόνες επιλογές μου
κινούνται ανάμεσα σε στάχτες και ένα μυαλό Σίσυφο
20 τσιγάρα μετά
Δεν έχει καμία σημασία
Αφού ξέρω
«Η Αγάπη είναι ένας σκύλος απ ΄την κόλαση»

*Το κείμενο και οι εικόνες της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://artic.gr/nea-logotexnika-istologia/43620/

Two Anarchist Poets: Kenneth Rexroth – Philip Levine

Perhaps surprisingly, the United States has been the home of a number of poets who have expressed anarchist ideas in their works. But then again, there are strong traditions of immigrant anarchism among Jews, Italians, Spaniards and Russians. There is the radical workers organisation, the Industrial Workers of the World.
There is the libertarian tradition among intellectuals, dating back to Thoreau. And there is a ?bohemian? tradition, often interconnected with these other movements which above all had its home in San Francisco and Greenwich Village in New York.

Kenneth Rexroth

Labor power on the market,
Firepower on the battlefield,
It is all one merely two
Aspects of the same monster.
The Dragon and the Unicorn

Kenneth Rexroth was born in 1905 in Indiana, into a family that had a long line of freethinkers, feminists, abolitionists, socialists and anarchists. His father used to drink whisky with Eugene Debs, the socialist leader. He had an enlightened upbringing but then had the misfortune of being orphaned at the age of 12. Most of his adolescence was spent in Chicago, where he worked as a newspaper reporter and was involved in running a jazz tea shop. Here he came in contact with the bohemian world of musicians, poets, writers, artists, hobos, revolutionaries and outsiders.

He was almost completely self-educated, with only five years of formal schooling. He read avidly, began to write poetry, paint abstract paintings, worked in avant-garde theatre and taught himself several languages. Like the European writer Malaquais, he took to the road in his late teens, He ranged, he roamed, he rambled. He worked at all sorts of jobs, sometimes as a cowboy cook, sometimes as a wrangler, and in farm and forestry jobs. He worked as a toothbrush maker and as a peddler of pamphlets on diet. He even managed to make it to Paris and back as a stowaway. There he met many important radical artists, including many surrealists.

The anarchist Alexander Berkman told him whilst he was in France not to become another expatriate and he returned. Becoming an anarchist at an early range, he saw through the Bolshevik myth as soon as 1921 when the Kronstadt sailors uprising was crushed by Lenin and co.

In 1927 he joined the Industrial Workers of the World working for a while on its newspaper. In Chicago he set up a Dadaist group. He carried on independent activity in the thirties. Settling in San Francisco he was involved in the newssheet the Waterfront Worker which exhorted dockers to organise. (In later life he entertained his friends with renditions of IWW and Spanish anarchist songs and sometimes used the IWW address “Dear Fellow Worker” in letters). With the collapse of the revolutionary wave he began to dig in, maintaining and seeking out contact with those who had preserved their radicalism, looking for reassessment and reappraisal. Where possible he spoke out against the established order. We have to remember that in this most grievous period, it was an extraordinary achievement to maintain revolutionary optimism. The perversions of Bolshevism had meant that as Kenneth said

There was no one left who was not completely centred on the Kremlin, either as a mindless Stalinist hatchet man or a psychopathic anti-Bolshevik?. He was also able to make the acute observation that: the socialist and trade union movements in the West have functioned in reality- not just as governors to insure that steam is let off when the pressure gets too high, not just as what are now called ? fail safe? devices, though they certainly are that- but as essential parts of the motive organisation of capitalism, more, in other words, like carburettors that insure there will be just the right mixture of fuel and air for each new demand on the engine.

In World War II he refused to take part in the clash of opposing capitalist states and was a conscientious objector. He did alternative service working in a psychiatric ward. During the war he formed the antimilitarist Randolph Bourne Council (named after the libertarian writer who had coined the phrase ?War is the Health of the State?). He helped Japanese-Americans who were being interned by the thousands in concentration camps, devising ways by which many were able to avoid internment.

Down in Berkeley from 1944 to 1948 the magazine Circle which united local ?Berkeley Renaissance? writers and exiled European Surrealist poets expressed anarchist and anti-authoritarian views (Rexroth contributed to it). In their last issue an ad for a New Writers Group stated that ? We believe in the possibility of a culture which fights for its freedom, which protects the economic interests of its workers in all fields including the arts, and which can create for itself new forms and new voices, against reaction and the threat of war.

After the war Rexroth was involved in the setting up of the San Francisco Anarchist Circle. (later the Libertarian Circle). Anarchists like David Koven, surviving old Italian and Spanish anarchists, and conscientious objectors returning from the Waldorf detention camp took part. Lively weekly meetings discussed all sorts of subjects from the Spanish revolution, Kronstadt and Makhno, to the ideas of anarchists like Goldman, Berkman , Voltairine de Cleyre , Kropotkin, the Anarchist Womens Movement, Sex and Anarchy.

The sessions at Rexroth’s house were enriched by his food (he was a superb cook) and his huge and encyclopaedic knowledge. Rexroth?s actions were designed to trigger what he felt was needed for a successful transition to an anarchist society- the development of a new consciousness. The little magazine Ark that was set up (printed on a small hand press from 1947) was more militant than its forebear to the south, Circle. It proclaimed: Today, at this catastrophic point in time, the validity if not the future of the anarchist position is more than ever established. It has become a polished mirror in which the falsehoods of political modes stand naked.

When all the other social commentators were bluntly asserting that all revolt and dissidence had ended he was able to say The youngest generation is in a state of revolt so absolute that its elders cannot even recognise it??. Members of the Libertarian Circle were to be key players in the radical upsurge that became known as the San Francisco Renaissance, as poets and artists, in free radio, in experimental theatre and in the little magazine movement. Rexroth was to be the midwife of the Beat movement that emerged that succeeded in uniting the dissident poets and writers of both the East and West Coasts. Kenneth hated being called the Father of the Beats- a movement of which he had many criticisms- but he was able to see that he and they were united in their mutual antagonism to the ruling ? convergence of interest- the business community, military imperialism, political reaction, the hysterical, tear and mud drenched guilt of the ex-Stalinist, ex-Trotskyist American intellectuals?. Rexroth was to preside at the birth pains of the San Francisco Renaissance, which led directly on to the emergence of the Beat movement, at the Six Gallery event in San Francisco where Allen Ginsburg?s powerful anti-authoritarian poem Howl was read out to a eager and excited audience of several hundreds in an electric, drunken atmosphere, where Jack Kerouac was cheerleader and rhythm-maker.

William Everson says what I feel about Rexroth better than I could so let?s hear him speak: ?He is a powerful spokesman for any cause he espouses. A born journalist, he has a flair for vigorous public speech and the guts to speak out in unequivocal terms. He has fantastic intellectual and moral courage, taking on the establishment and throwing it on the defensive through the sheer force of his invective. His rhetoric is savage, sometimes shockingly so, but it is never ineffectual?His faults are the excesses of his virtues and he quarrels with his friends as readily as he clobbers his enemies?He tends to drop the movement he has fostered as soon as it shows signs of fragmenting. But his constitutional restlessness could not jeopardise the work he actually accomplished. He touched the nerve of the future and more than any other voice in the movement called it into being. Though others picked up his mantle and received the plaudits, it remains true that today we enjoy the freedom of expression and lifestyle we actually possess largely because he convinced us that it was not only desirable but possible, and inspired us to make it be.

Rexroth placed too much stress on the development of a radical lifestyle as a fortress against capitalism to the detriment of struggle. His increasingly religious turn in the last years of his life are jarring for many atheists and agnostics. Nevertheless, both his prose and his poems are deeply anarchist and deeply combative. In the long poem The Phoenix and the Tortoise he wrote: The State is the organization Of the evil instincts of mankind. In For Eli Jacobson, one of his most moving poems, Rexroth remembers a dead friend:

?.We were comrades
Together, we believed we
Would see with our own eyes the new
World where man was no longer
Wolf to man, but men and women
Were all brothers and lovers
Together. We will not see it.
We will not see it, none of us.
It is farther off than we thought

We will be remembered, all
Of us, always, by all men,
In the good days now so far away.
If the good days never come,
We will not know.
We will not care.
Our lives were the best.
We were the Happiest men alive in our day.

In one of his angriest poems Thou Shalt Not Kill Rexroth talks of the toll that the collapse of the revolutionary wave had on so many writers, artists and intellectuals.

How many stopped writing at thirty?
How many died of prefrontal
Lobotomies in the Communist Party?
How many are lost in the back wards Of provincial madhouses?
How many on the advice of
Their psychoanalysts, decided
A business career was best after all?
How many are hopeless alcoholics?

One critic snidely called Rexroth (and Gary Snyder and Philip Whalen) ?members of the bear-shit-on-the-trail school of poetry.?. Rexroth did indeed spend a lot of time in mountain and wilderness, thought that this time was a splendid antidote to the scourges of urban capitalist life, and wrote beautifully about these experiences. But often, in the middle of such a poem, we are pulled back to ideas of struggle, just as I myself, walking in the mountains, have turned to thoughts of revolution.

Here Rexroth thinks about the Italian-American anarchist Bartomeleo Vanzetti and his comrade Nicola Sacco, murdered by the State ( He had visited them both in prison).
I saw you both marching in an army

You with the red and black flag, Sacco with the rattlesnake banner.
I kicked steps up the last snow bank and came To the indescribably blue and fragrant Polemonium and the dead sky and the sterile Crystalline granite and final monolith of the summit. These are the things that will last a long time, Vanzetti, I am glad that once on your day I have stood among them.
Some day mountains will be named after you and Sacco.
They will be here and your name with them,
?When these days are but a dim remembering of the time When man was wolf to man?.
I think men will be remembering you a long time Standing on the mountains Many men, a long time, comrade.
>From Climbing Milestone Mountain August 22,1937.

***

Philip Levine

Philip Levine was born in the industrial city of Detroit to parents of Russian Jewish origin in 1928. Detroit was the home of Father Coughlin, a notorious anti-Semitic Catholic priest who broadcast on the radio every Sunday. He spent most of his childhood and adolescence fighting people who wanted to beat him up because he was Jewish. Identifying with anti-fascism, he progressed to a discovery of anarchism, and in particular Spanish anarchism. Spanish anarchism and anarchists are a recurring theme in Levine?s poems.

He was educated in the state schools and at an early age had to take jobs in the factories of Detroit. Many of these were badly paid, unhealthy and unsafe. The conditions of working life and the way people survive them, and are effected by them is another recurring theme in his poetry. Levine has been called the poet of the proletariat by one critic, and indeed there are few others who deal with factory life and can replicate the experience of it as Levine does. He began to write poetry while he was going to night school at Wayne State University and working days in the car plants. Levine has written 16 books of poetry. In the first two On the Edge (1963) and Not This Pig (1968) Levine deals with those caught up in situations not of their own making. In Animals Are Passing From Our Lives the pig about to be sent to the abattoir intends to keep its dignity, no matter what, as if that was some sort of victory. Wage labour turns everything human into a commodity, the poems illustrate, and they are often harrowing in their depiction of working misery.

This is further expanded upon in Levine?s third book They Feed, They Lion (not a spelling mistake). Levine picked this phrase up from a black workmate in Detroit and in the title poem- his most fiery-he deals with the seething anger and foul conditions and racism that led to the Detroit riots of 1967.

A subsequent book of poems The Names of the Lost is dedicated to the Spanish anarchist Durruti ?and the world he said is growing here in my heart this moment?. One of the poems Gift for a Believer is for the Anarchist artist Flavio Costantini and deals with the lives of many fallen anarchists which have been used by Costantini as subject material for his paintings. Another, For the Fallen talks about a visit to the Montjuich cemetery in Barcelona where Durruti, his comrade Ascaso and the libertarian educationalist Ferrer are buried.

Levine returns to this theme in his 7 Years from Somewhere. The book’s cover is illustrated with a photo of the graves of Durruti and Ferrer but the greatest poem in it

Francisco, I’ll Bring You Red
Carnations deals with Francisco Ascaso
For two there are floral
Displays, but Ascaso faces
Eternity with only a stone.
Maybe as it should be. He was
A stone, a stone and a blade,
The first grinding and sharpening
The other.
And below in the city Levine describes
Industrial filth and
the burning mists of gasoline
Levine ends with the hope
We have it here
Growing in our hearts, as
Your comrade said, and when
We give it up with our last
Breaths someone will gasp it home to their lives.

*Read The Relevance of Rexroth, a pamphlet written by the Situationist Ken Knabb for a passionate appreciation of what Rexroth was about. Published by the Bureau of Public Secrets PO Box 1044, Berkeley, California 94701 And In Search of a New World: The Anarchist Dream in the Poetry of Philip Levine, by Robert Hedin in American Poetry (1986).

**From the pages of Organise!, thrice yearly bulletin of the Anarchist Federation (Britain and Ireland).

Home


http://www.afireland.cjb.net

Μικρό αφιέρωμα – 94 χρόνια (24 Νοεμβρίου 1922-24 Νοεμβρίου 2016) από τη γέννηση του Άρη Αλεξάνδρου –

«Δεν ανήκω σε κανένα κόμμα και σε καμία πολιτική οργάνωση. Δεν είμαι μέλος καμιάς εκκλησίας. Δεν είμαι οπαδός καμιάς θρησκείας. Όπως το ‘χω ξαναπεί, δεσμώτης τήδε ίσταμε, τοις ένδον ρήμασι πειθόμενος. Έχοντας περάσει από τα ξερονήσια και τις φυλακές, νιώθω πως είμαι συγκρατούμενος όχι μόνο με όσους υποφέρουν στα φασιστικά στρατόπεδα μα και με όσους βασανίζονται στο Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ. Νιώθω αλληλέγγυος και συνυπεύθυνος με όσους αγωνίστηκαν, αγωνίζονται και θα αγωνίζονται εναντίον όλων των τυράννων. Ανήκω στο ανύπαρκτο κόμμα των ποιητών».
Αρης Αλεξανδρου (λογοτεχνικο ψευδωνυμο του Αριστοτελη Βασιλειαδη )
24-11-1922 Γενέθλιο στο Λενινγκραντ.

ceb1cebbceb5cebeceaccebdceb4cf81cebfcf85

Άρης Αλεξάνδρου, Έξω απ’ τα δόντια. δοκίμια 1937 – 1975

Δεν ανήκω σε κανένα κόμμα και σε καμιά πολιτική οργάνωση. δεν είμαι μέλος καμιάς εκκλησίας. Δεν είμαι οπαδός καμιάς θρησκείας. Όπως το ’χω ξαναπεί, Δεσμώτης τηδε ίσταμαι τοις ένδον ρήμασι πειθόμενος. Έχοντας περάσει από τα ξερονήσια και τις φυλακές, νιώθω πως είμαι συγκρατούμενος όχι μόνο με όσους υποφέρουν στα φασιστικά στρατόπεδα, μα και με όσους βασανίζονται στο Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ. Νιώθω αλληλέγγυος και συνυπεύθυνος με όσους αγωνίστηκαν, αγωνίζονται και θα αγωνιστούν εναντίον όλων των τυράννων, εστεμμένων και τραγιασκοφόρων, εναντίον όλων των δεσποτών, γαλονάδων και ρασοφόρων…

…έλεγε ο Άρης Αλεξάνδρου στον Δημήτρη Ραυτόπουλο, σε μια συνομιλία στο πρώτο τεύχος του Ηριδανού το 1975· κι εκείνο το σύντομο κείμενο αρκεί για να αποδώσει την ελεύθερη, αδέσμευτη και ανυπότακτη σκέψη και στάση ενός από τους πιο σημαντικούς λογοτέχνες μας. Στην ερώτηση περί της γνώμης του για την Ελλάδα ο Αλεξάνδρου απαντούσε: Ποια Ελλάδα; Ελλάδα δεν υπάρχει. Είμαστε μια αποικία της δήθεν ελεύθερες Αμερικής. (Να μου βγει το μάτι αν θέλω να γίνουμε αποικία της λεγόμενης σοβιετικής Ρωσίας, πράγμα που βέβαια θα συμβεί, αν επικρατήσει το κουκουέξ ή τα κουκουές.) [σ. 181 – 182]

Ένα από τα διαμάντια του βιβλίου είναι το κείμενο Ποιος αυτοκτόνησε τον Μαγιακόβσκη; που πρωτοδημοσιεύτηκε στις Εποχές (1964). Ο συγγραφέας παρουσιάζει εν θερμώ και εν ψυχρώ μαζί την ιστορία του ποιητή που έζησε σ’ όλη του τη ζωή διασπασμένος, μισός ενταγμένος στην ομάδα και μισός απ’ έξω, μισός αλτρουϊστής και μισός εγωιστής, μισός μπρούτζινος και μισός ατσαλένιος. Αν είχε κατορθώσει να ενταχθεί ολοκληρωτικά στην ομάδα, θα έφτανε ως τα γεράματα και θα συνόδευε τον Χρουστσόβ στα ταξίδια του, αντί του Σόλοχοβ. Αν κατόρθωνε να παραμείνει έξω απ’ την ομάδα, θα μποροιύσε α πεθάνει «δέκα χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά απ’ το Λένινγκραντ» σαν τον Οσίπ Μαντελστάμ.

Ο Μαγιακόφσκι ήξερε πως στο ταξίδι αυτό θα είναι πάντοτε μόνος, πως μόνο με την προσωπική του πυξίδα θα μπορέσει να βρει τον δρόμο του. Ωστόσο δεν το αποφάσισε ποτέ να ασχοληθεί αποκλειστικά με την εξερεύνηση του αγνώστου, γιατί είχε ενταχθεί σε μια επανάσταση που θα άλλαζε την όψη του κόσμου. Κι ενώ γνώριζε πως για μία και μόνη λέξη / χαλάς και καταργείς / χιλιάδες τόννους / λεκτικών μεταλλευμάτων, έφτασε να διαφημίζει τα προϊόντα των κρατικών εργοστασίων, για να βοηθήσει με κάθε τρόπο την σοβιετική εξουσία. Αλλά κατά βάθος ήταν ένας ανυπότακτος, ένας αναρχικός. Και το δράμα του ήταν ότι προσπάθησε (και φυσικά δεν το κατόρθωσε) να συμβιβάσει δυο ασυμβίβαστες ιδιότητες: του πολιτικού και του ποιητή. Ο Μαγιακόφσκι που από το 1913 είχε γράψει είμουν εγώ,/που με το δάχτυλό μου / τον ουρανό τρυπώντας/ απόδειξα πως είναι κλέφτης / αυτός που προσκυνάτε σαν θεό, δαχτυλοδεικτεί λίγες μέρες πριν πεθάνει, τους εχθρούς του: «Είναι οι κυβερνήσεις, οι μελλοντικές, οι άσπλαχνες κυβερνήσεις».

Ο ίδιος διχασμός αποτέλεσε και επίκεντρο της σκέψης του Ιλία Έρενμπουγκ, στο «προσωπικό μονοπάτι» του οποίου αφιερώνει ένα σύντομο κείμενο (Λαϊκός Λόγος, 1965). Ο Έρενμπουργκ είχε επισημάνει τις δυο νοοτροπίες, του πολιτικού και του ποιητή και τάχθηκε πάντα με το μέρος του δεύτερου· το μονοπάτι ταυτίστηκε τελικά με το δικαίωμα του καλλιτέχνη να αδιαφορεί για την πολιτική σκοπιμότητα, να ενδιαφέρεται για το άτομο και να ενεργεί σαν άτομο.

Στην παρούσα συλλογή μπορεί κανείς να δει τις πρώιμες και μεταγενέστερες φιλολογικές και πολιτικές ανησυχίες του Περί ορθογραφίας (δημοσιευμένο στα Νεοελληνικά Γράμματα το 1937), για το Όνειρο και τον Υπερρεαλισμό (Καλλιτεχνικά Νέα το 1943)·, για την σοβιετική σκέψη μπροστά στο αδιέξοδο του νέου σχολαστικισμού (Καινούρια Εποχή, Άνοιξη 1959), τους ποιητές και τα βραβεία (από μια συνέντευξη στον Ρένο Αποστολίδη σε τεύχος των Εικόνων το 1959) αλλά και περί μεταφράσεων (Επιθεώρηση Τέχνης, 1961). Είναι χαρακτηριστική η πυκνή απλότητα με την οποία καταθέτει τις σκέψεις του στο κείμενο για την Έκφραση και το Θέμα (Καλλιτεχνικά Νέα το 1943): Ο έντεχνος λόγος – πεζός ή ποιητικός – με το ν’ απευθύνεται και στις νοητικές και στις συναισθηματικές ικανότητες του αναγνώστη, γράφει ο συγγραφέας πάντα αμφιταλαντευόταν ανάμεσα στο θέμα και την έκφραση. Το θέμα είναι η απαίτηση του λογικού να νιώσει κάποιο συμπέρασμα, να μάθει κάτι, ν’ αποχτήσει μια καινούργια αντίληψη για κάτι γνωστό.

«Η έκφραση – τι ωραία που τα λέει – ανταποκρίνεται στην καθαρά αισθητική μας απαίτηση να νιώσουμε κάτι το ωραίο, να χαρούμε μια διατύπωση έστω και σε γνωστό θέμα, να φανταστούμε μια εικόνα κάπως διάφορη από εκείνη που είχαμε σχηματίσει ως τα τώρα για μια οποιαδήποτε πραγματικότητα». Η συνύπαρξη αυτών των δυο στοιχείων φαίνεται πως είναι εντελώς απαραίτητη και ακριβώς η αναλογία τους που άλλαζε κατά καιρούς ήταν η αιτία της δημιουργίας του πλήθους των σχολών και των διαφόρων – ισμών. Θα μπορούσε μάλιστα να υποστηρίξει κανείς, γράφει ο Αλεξάνδρου, πως όλη η ιστορία της λογοτεχνίας δεν είναι τίποτ’ άλλο από την αγωνιώδη προσπάθεια να βρεθεί η πιο κατάλληλη αναλογία. Ευτυχώς δεν πρόκειται ποτέ να βρεθεί κι έτσι δεν θα σταματήσει η ανανέωση.

Δυο θεατρικά κείμενα καταλαμβάνουν μεγάλο μέρος του βιβλίου, διευρύνοντας το τίτλο του ως συλλογή δοκιμίων. Η Αντιγόνη αποτελεί ένα από τα «ξεχασμένα» έργα της νεοελληνικής δραματουργίας, που γράφτηκε στον Άη – Στράτη το 1951 και πρωτοδημοσιεύτηκε στην Καινούρια Εποχή (Καλοκαίρι 1960). Πρόκειται για ένα σχεδόν άγνωστο έργο, που αποτελεί μάλιστα και μια πρώτη θεατρική επεξεργασία των θεμάτων που αργότερα θα δώσουν το συγκλονιστικό μυθιστόρημά του, το Κιβώτιο. Το δεύτερο θεατρικό έργο, Ο καθηγητής Βαρχαϊτ αποτελείται από 402 αριθμημένες σημειώσεις – ένας ενδιαφέρον μορφικός πειραματισμός πάνω στην θεατρική συγγραφή.

Ανήκω στο ανύπαρκτο κόμμα των ποιητών. Σαν ανύπαρκτο που είναι, δεν χορηγεί ούτε κομματικές, ούτε λογοτεχνικές ταυτότητες (όπως γίνεται στις λεγόμενες σοσιαλιστικές χώρες, όπου οι απόφοιτοι των λογοτεχνικών – διάβαζε κομματικών – ινστιτούτων, εφοδιάζονται με μια ταυτότητα, που φέρει την ένδειξη: Επάγγελμα: Λογοτέχνης και αποκτούνε έτσι το δικαίωμα […] να δημοσιεύουν τα έργα τους – όσο δεν παρεκκλίνουν βεβαίως από την εκάστοτε γραμμή του κόμματος. Θεωρώ περιττό να προσθέσω ότι και στον δήθεν ελεύθερο κόσμο, οι δήθεν δημοκρατικές κυβερνήσεις χορηγούν έμμεσα παρόμοιες «ταυτότητες» (τι άλλο είναι τα βραβεία, οι αγορές βιβλίων, οι άλλες ηθικές κα υλικές ενισχύσεις;). […] Αν έτυχε να γράψω κάτι, αυτό είναι μια προσωπική μου υπόθεση και κανείς δε μου χρωστάει απολύτως τίποτα. Τη λογοτεχνική μου ταυτότητα εμένα μου τη χορήγησε τον Αύγουστο του 1972 η Γενικής Ααφάλεια, απαγορεύοντας το βιβλίο μου «Ποιήματα 1941 – 1971». [σ. 182]

Εκδ. Ύψιλον/βιβλία, [Β΄ έκδ.] 1982, σελ. 186 [Α΄ έκδ: Βέργος, 1977].

*Από το Πανδοχείο στο http://www.pandoxeio.com

15230567_10211186293439251_3877724129236487979_n

Η καλύβα ψηλά στο βουνό
Σε κοίταζα μ’ όλο το φώς και το σκοτάδι που έχω
Monday, December 18th, 2006
Η πολιτική στην καλύβα, Λογοτεχνική καλύβα
Προοίμιο
Ο Γιώργος Λιανόπουλος γεννήθηκε στα 1919. Προερχόταν από οικογένεια βενιζελική, ο πατέρας του Νικόλαος, με καταγωγή από τις Κονίστρες Ευβοίας, ήταν ανώτερος κρατικός λειτουργός, στέλεχος του Υπουργείου Εσωτερικών – αργότερα, στη δεκαετία του ‘50 χρημάτισε τρεις φορές (υπηρεσιακός) υπουργός. Στο Πολυτεχνείο, όπου φοιτούσε ο Γιώργος Λιανόπουλος, επί 4ης Αυγούστου, συγκρότησε τη Φοιτητική Κομμουνιστική Οργάνωση – ΦΚΟ. Σε αυτή, στα 1939, είχαν προσχωρήσει μερικοί μαθητές (ως μαθητικό τμήμα), οι οποίοι πρωταγωνιστούν στην ιστορία που θα σας αφηγηθώ στη συνέχεια – σημειώστε τα ονόματα: Άρης Αλεξάνδρου, Αντρέας Φραγκιάς, Χρήστος Θεοδωρόπουλος, Αλέξης Μητρόπουλος, Λεωνίδας Τζεφρώνης και άλλοι.
Ο Μανιαδάκης, υπουργός Εσωτερικών του Μεταξά, είχε καταφέρει να διαβρώσει τις οργανώσεις του ΚΚΕ, η συντριπτική πλειοψηφία των στελεχών του οποίου ήταν στη φυλακή – ή δηλωσίες, δηλαδή αποσυνάγωγοι από το Κόμμα. Είχε στήσει δική του Κεντρική Επιτροπή, δικό του Ριζοσπάστη – δεν ήξερες αν αυτός που σου μιλάει είναι καθαρόαιμος σταλίνας ή χαφιές.
Για το λόγο αυτό, να προστατεύσει δηλαδή την ΦΚΟ από τη διάβρωση, ο Λιανόπουλος κράτησε τη φοιτητική οργάνωση έξω από την ΟΚΝΕ και έκοψε κάθε σύνδεση με το Κόμμα. Ένας ΟΚΝίτης, στενός του φίλος, ο Στάθης Μεγαλοοικονόμου, του έκανε σκληρή κριτική γι’ αυτό – ήταν βλέπετε τυπικότατος στα ζητήματα κομματικής νομιμοφροσύνης. Συγκρατήστε κι αυτή τη λεπτομέρεια…

*
Ο Δημήτρης Ραυτόπουλος, του οποίου το βιβλίο Άρης Αλεξάνδρου, ο εξόριστος, είναι η βασικότερη πηγή για όσα θα διαβάσετε παρακάτω, αναφέρει ότι τον Ιανουάριο του 1941, ο Λιανόπουλος συναντήθηκε στη Γενική Ασφάλεια με τον κρατούμενο Νίκο Ζαχαριάδη. Είχε περάσει τον κύκλο των βασανιστηρίων χωρίς να καταδώσει κανέναν και χωρίς να υπογράψει δήλωση. Ο Ζαχαριάδης του εμπιστεύτηκε το τρίτο γράμμα προς τον ελληνικό λαό, με το οποίο ο ηγέτης του ΚΚΕ ουσιαστικά αναιρούσε το πρώτο, το γνωστό, όπου καλούσε σε συστράτευση, υπό την κυβέρνηση Μεταξά, κατά της Ιταλίας. Το κείμενο γράφτηκε σ’ ένα κομμάτι λευκό χασέ και ράφτηκε στη φόδρα του σακακιού του Λιανόπουλου. Ο Λιανόπουλος ελευθερώθηκε και αμέσως κλήθηκε να παρουσιαστεί στο στρατό, ενώ το γράμμα δημοσιεύτηκε στην Κομμουνιστική Επιθεώρηση, τον Ιούνιο του 1942.
Πολύ σύντομα (λόγω της επίθεσης του Χίτλερ στην ΕΣΣΔ) η γραμμή που έδινε ο Ζαχαριάδης στο τρίτο γράμμα βρέθηκε στραβή (ξεχωριστή συνθήκη ειρήνης της Ελλάδας με την Ιταλία, πρότεινε ο φωστήρας) – τώρα η Ελλάδα όφειλε να τα δώσει όλα, για να ανακουφίσει την ΕΣΣΔ. Άρα, ίσχυε το πρώτο γράμμα, τα άλλα δύο δεν υπήρχαν.
Επειδή όμως το τρίτο γράμμα όχι μόνο υπήρχε, αλλά είχε κιόλας δημοσιευθεί σε κομματικό έντυπο, ο Ζαχαριάδης αναγκάστηκε (όταν επέστρεψε από το Νταχάου, στα 1945) να παραδεχθεί την ύπαρξή του. Με τη χαρακτηριστική παχυδερμία των σταλινικών, εκμεταλλευόμενος την ευήθεια (δηλ. την κομματική πειθαρχία) του ακροατηρίου του, δε δίστασε να κάνει τη νύχτα μέρα και να βγάλει τον εαυτό του λάδι. Το Λιανόπουλο, όμως, δεν είχε τον παραμικρό δισταγμό να τον κατηγορήσει ότι καθυστέρησε να παραδώσει το περίφημο γράμμα στην καθοδήγηση – κάτι που δεν ισχύει, καθώς ο Λιανόπουλος το είχε παραδώσει στον Τρικαλινό, στέλεχος που είχε δραπετεύσει από την εξορία.
Ο σκληρός Μάης του 1942

Ο Άρης Αλεξάνδρου, φοιτητής της ΑΣΟΕΕ και μέλος του ΕΑΜ νέων, μετέφραζε τον ύμνο της σοβιετικής νεολαίας – το μουσικό θέμα του οποίου ήταν το μουσικό σήμα του ραδιοφωνικού σταθμού της Μόσχας:
Πλατειά πλατειά η χώρα απλώνει
όλο δάση κάμποι, ποταμοί
άλλη χώρα τέτοιανε δεν ξέρω
με μια τόσο λεύτερη ζωή.
Όλοι εδώ για μας είναι το ίδιο
και οι άσπροι κ’ οι χρωματιστοί
κ’ ένα γειά σου σύντροφε αν φωνάξεις
θα βρεις κιόλας ένα συγγενή.
Και παντού φυσά δροσάτο αγέρι
η ζωή χαρούμενη κυλά
και κανείς στον κόσμο δεν θα ξέρει
σαν και μας με γέλιο ν’ αγαπά.

Οι εδώ τοποτηρητές της πλατειάς χώρας με την τόσο λεύτερη ζωή, όπου φυσά παντού
δροσάτο αγέρι, ανακοίνωσαν ξαφνικά τη διαγραφή από το ΕΑΜ Νέων και το ΚΚΕ του Χρήστου Θεοδωρόπουλου (Μάξιμος), του Γιώργου Λιανόπουλου (Δήμος) και του Στάθη Μεγαλοοικονόμου (Φάνης), με την κατηγορία της προδοσίας. Ήταν, λέει, γκεσταπίτες και προδοτικό τρίο.
Η ανακοίνωση της διαγραφής έγινε μέσω μιας πολυγραφημένης εφημερίδας και μοιράστηκε σε όλα τα μέλη της οργάνωσης. Οι τρεις αναφερόντουσαν με το όνομα και το επαναστατικό τους ψευδώνυμο – δινόντουσαν δηλαδή στο πιάτο στην Γκεστάπο – χωρίς ωστόσο να αναφέρεται και το τι ακριβώς είχαν κάνει. Η απόλυτη απομόνωση από τα μέλη του ΕΑΜ ήταν αυτονόητη συνέπεια. Η σύλληψη από τη Γκεστάπο, μια εύλογη πιθανότητα. Και τότε, δεν αποκλειόταν η φυσική, είτε η ηθική εξόντωση των τριών – αν υποτεθεί ότι υπό την πίεση και τα βασανιστήρια κατέδιδαν ανθρώπους…
Όλες οι ηλιθιότητες /αθλιότητες του σταλινικού κονγκλαβίου του ΚΚΕ, ακόμα και οι μεγαλύτερες – όπως η καταγγελία του Πλουμπίδη ως προδότη, την ώρα που αυτός στεκόταν μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, είναι μεγάλο λάθος να αντιμετωπίζονται ως προϊόν απλής πολιτικής αφασίας: πάντοτε υπάρχει από πίσω ένα
συγκεκριμένο πολιτικό διακύβευμα. Ο Πλουμπίδης, για παράδειγμα, αν δεχτούμε τις
απόψεις κορυφαίων επαγγελματιών ιστορικών, είχε εκφράσει τότε την άποψη πως το
ΚΚΕ θα έπρεπε να εγκαταλείψει την αδιέξοδη σεχταριστική πολιτική του (την ίδια
ακριβώς που έχει και σήμερα, τηρουμένων των αναλογιών…) και να αναζητήσει
πολιτικές συγκλήσεις με τις άλλες αριστερές ή κεντρώες δυνάμεις. Αποτέλεσμα:
προδότης, γιατί αμφισβητούσε (στα πλαίσια της κομματικής νομιμότητας, αλλά αυτό
δεν αποτελούσε ελαφρυντικό) τη μοναδική αλήθεια της μοναδικής δυνατής πολιτικής
– αυτής που καθόριζε η ηγεσία. Το γεγονός ότι υπάρχει πάντοτε πολιτικό σκεπτικό
πίσω από τις εν λόγω ενέργειες, δε σημαίνει πως απαλλάσσονται από το
χαρακτηρισμό ηλιθιότητες / αθλιότητες – υπάρχουν και ηλίθιες /άθλιες πολιτικές,
με συγκροτημένο και συνεπές σκεπτικό…
Ας ξαναγυρίσουμε όμως στον Μάιο του 1942, για να δούμε την πολιτική παρουσία και δράση των τριών νεαρών εαμιτών, όπως τη σκιαγραφεί ο Δημήτρης Ραυτόπουλος, για να επιχειρήσουμε μια ερμηνεία στα ανεξήγητα γεγονότα – ανεξήγητα με την κοινή, όχι όμως και με τη σταλινική λογική.
Ο Στάθης Μεγαλοοικονόμου φλεγόταν από επαναστατικό πάθος, αλλά ήταν και απόλυτα νομιμόφρων στην κομματική γραμμή. Μοναδικό του ελάττωμα ότι δεν ήταν μισαλλόδοξος, συζητούσε τις απόψεις των άλλων: χαρακτηρίστηκε αποψίας.
Ο Χρήστος Θεοδωρόπουλος, είχε επιφυλάξεις για τη μετωπική γραμμή του Κόμματος, από θέσεις λενινιστικής ορθοδοξίας. Δεν είναι τυχαίο ότι αργότερα ήταν αυτός που έγινε …χριστιανός Ορθόδοξος – μάλλον είχε κάποια ροπή προς το θεολογικό λόγο, είτε υπό μαρξιστικό είτε από ιουδαιοχριστιανικό μανδύα… Αποψίας, κι αυτός.
Η περίπτωση του Γιώργου Λιανόπουλου είναι πιο σύνθετη. Πίστευε πως ήταν λάθος
του ΚΚΕ να συγκροτεί μέτωπο με ουσιαστικά ανύπαρκτες δυνάμεις – σφραγίδες, αντίθετα έπρεπε να επιδιωχθεί η συμμετοχή των Φιλελευθέρων και στελεχών του Λαϊκού κόμματος. Ένα το κρατούμενο – υπάρχει και συνέχεια: Ο Λιανόπουλος είχε
ήδη υποστεί ένα γερό ιδεολογικό σοκ όταν πληροφορήθηκε την τύχη που είχε το πολιτικό του ίνδαλμα, ο Νικολάι Μπουχάριν, μετά τη δική του δίκη της Μόσχας. Δύο
τα κρατούμενα. Στην επαρχιακή Αθήνα, είχε γίνει μαλλιά κουβάρια με τον γραμματέα της ΟΚΝΕ, τον περιβόητο Μήτσο Βλαντά – και είχε αποχωρήσει από το Κόμμα – τρία τα κρατούμενα. Είχε συνεργαστεί με τους Κορνήλιο Καστοριάδη (τι μικρός που είναι ο κόσμος της ελληνικής αριστεράς…) και Αχιλλέα Γρηγορογιάννη στην έκδοση του παράνομου μαρξιστικού εντύπου Νέα Εποχή (άλλη σημειολογικά ενδιαφέρουσα ειρωνεία της ιστορίας…), αλλά σύντομα ο Λιανόπουλος διαφώνησε και αποχώρησε κι από κει – τέταρτο κρατούμενο. Το πέμπτο κρατούμενο ήταν η απόφαση του Λιανόπουλου να δράσει μόνος του και να οργανώσει δολιοφθορές – διέθετε μια ποσότητα εκρηκτικών, προερχόμενη από τη λεηλασία μιας εγκαταλειμμένης εγγλέζικης αποθήκης. Το τελευταίο κρατούμενο ήταν μάλλον εκείνο που τον προήγαγε από αποψία σε προδότη /γκεσταπίτη, προφανώς από τη στιγμή που το Κόμμα απαίτησε την παράδοση των εκρηκτικών και εκείνος δεν υπάκουσε. Θεωρείται δεδομένο ότι το Κόμμα είχε μεσάνυχτα για το ποιοι ακριβώς ήταν ανακατεμένοι στη Νέα Εποχή – δεν παρέλειψε βέβαια να τους καταγγείλει ως προβοκάτορες πεμτοφαλαγγίτες, όργανα του ξένου κατακτητή και επικίνδυνους εχθρούς του ελληνικού λαού! Η απόφαση της καθοδήγησης για τους τρεις δεν έγινε δεκτή καταρχήν από τους ίδιους – οι Μεγαλοοικονόμου και Θεοδωρόπουλος (θύματα μάλλον της συγκυρίας οτι ήταν φίλοι με τον Λιανόπουλο) έκαναν το παν για να αποκατασταθούν κομματικά. Πράγματι, η απόφαση ήταν τόσο ηλίθια / άθλια, που το Κόμμα την αναίρεσε σύντομα – σιωπηρά βέβαια, για να μη θιγεί το κύρος της καθοδήγησης – και τοποθέτησε τους δύο σε άλλες οργανώσεις του ΕΑΜ, τουλάχιστον να μη συναντιούνται καθημερινά με τους παλιούς συντρόφους, που ήξεραν… Ο Γιώργος Λιανόπουλος είχε διαφορετική πορεία.
Αυτά όμως έγιναν λίγους μήνες αργότερα – και κανείς δε μπορούσε να τα προδικάσει. Τον Μάη του 1942 οι οργανώσεις του ΕΑΜ και του ΚΚΕ κατέβασαν γραμμή για πλήρη απομόνωση των τριών γκεσταπιτών – και οι σύντροφοι, φίλοι, συναγωνιστές τους υπάκουσαν και τους απομόνωσαν. Όλοι, εκτός από ένα νεαρό φοιτητή της ΑΣΟΕΕ – τον Άρη Αλεξάνδρου.
Ήταν παιδικός φίλος με τον Χρήστο Θεοδωρόπουλο – και δε μπορούσε να δεχτεί την αναιτιολόγητη προγραφή. Το Κόμμα επέμενε, αλλά κι ο ίδιος ήταν ανυποχώρητος. Αποτέλεσμα: εγκατέλειψε το Κόμμα (και την εαμική οργάνωση) για χάρη του φίλου του- και υπέστη κι αυτός την αναπόφευκτη απομόνωση, χωρίς ωστόσο να απουσιάσει από καμιά αντικατοχική εκδήλωση / δραστηριότητα! Φυσικά, έγινε κι αυτός ύποπτος και διαγράφτηκε – γιατί από τα φανατισμένα πολιτικά μορφώματα της θεολογικής σκέψης δεν έχεις ποτέ το δικαίωμα να παραιτηθείς, απλώς διαγράφεσαι ή καθαιρείσαι.
Τότε, όλοι οι μήνες ήταν σκληροί

Κάποτε οι δύο (Θεοδωρόπουλος και Μεγαλοοικονόμου) αποκαταστάθηκαν – ο δεύτερος μάλιστα έγινε αντάρτης του ΕΛΑΣ, στο σώμα της Πάρνηθας. Ο Λιανόπουλος βρέθηκε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την Εύβοια, όπου και συνελήφθη από τον ΕΛΑΣ, τον Οκτώβριο του 1943. Του ζητούσαν να παραδώσει τα περίφημα εγγλέζικα εκρηκτικά κι αυτός αρνιόταν ότι τα είχε. Τον μετέφεραν από χωριό σε χωριό για μήνες – αυτός ντυμένος καλοκαιρινά, με μια κουβέρτα στους ώμους. Του πρότειναν να μπει στον ΕΛΑΣ (να ντυθεί κιόλας…) αλλά αρνήθηκε.
Ο Μεγαλοκοικονόμου έμαθε τις περιπέτειες του Λιανόπουλου και είτε πήγε ο ίδιος ως την Εύβοια, είτε έστειλε μήνυμα υπέρ του Λιανόπουλου, το οποίο έφτασε στον εκεί επικεφαλής του ΕΛΑΣ, συνταγματάρχη Όρθυ (Γ. Δουατζής). Στις 29 Δεκεμβρίου
1943 ο Όρθυς ρώτησε τον Λιανόπουλο για τον συναγωνιστή που ενδιαφερόταν για το άτομό του, του αποκάλυψε ότι είχε διαταγή να τον εκτελέσει, του δήλωσε ότι δεν βρίσκει τίποτε το ενοχοποιητικό εις βάρος του και τον άφησε ελεύθερο. Τον συμβούλεψε μάλιστα να επιστρέψει εθελοντικά, για να αναλάβει τη διαφώτιση του ΕΛΑΣ Εύβοιας. Δυο μέρες μετά, οι δυο φίλοι γιόρτασαν μαζί την πρωτοχρονιά του 1944, στην Αθήνα.
Ο Μεγαλοοικονόμου επέστρεψε στη μονάδα του. Μια μέρα εμφανίστηκε στο αρχηγείο της Πάρνηθας ένας ελασίτης αγγελιοφόρος από τον ΕΛΑΣ Εύβοιας, με γραπτή διαταγή του αρχηγείου Στερεάς, να παραδώσουν τον Μεγαλοοικονόμου – όπως κι έγινε. Ο καπετάνιος Ορέστης (Μούντριχας) έστειλε ένα δικό του ανταρτόπουλο να παρακολουθεί κρυφά τη συνοδεία. Μόλις απομακρύνθηκαν καμπόσο, ο αγγελιοφόρος ελασίτης, ο οποίος ήταν στην πραγματικότητα εντεταλμένος εκτελεστής, δολοφόνησε τον Μεγαλοοικονόμου. (Αυτά τα αφηγήθηκε είκοσι χρόνια αργότερα ο Ορέστης στον ίδιο τον Λιανόπουλο). Κανείς δεν πληροφορήθηκε ποτέ το σκεπτικό της εκτέλεσης / δολοφονίας, ποτέ δεν αναζητήθηκαν και δεν αποδόθηκαν ευθύνες – η εποχή, βλέπετε…
Ο Λιανόπουλος βρέθηκε διπλά παράνομος στην Αθήνα – τον αναζητούσαν οι Γερμανοί και οι εκτελεστές του ΚΚΕ. Τελικά, συνελήφθη από τους Γερμανούς και έμεινε στη φυλακή ως την απελευθέρωση. Αργότερα κατάφερε να πάει για οικονομικές σπουδές στο Χάρβαρντ, όπου είχε δάσκαλο και τον …Ανδρέα Παπανδρέου, οικογενειακό γνωστό του από την Αθήνα. Επέστρεψε στην Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίας του ’60, στη διάρκεια της χούντας αυτοεξορίστηκε στη Γαλλία και με την μεταπολίτευση ανέλαβε υφυπουργός στην κυβέρνηση Καραμανλή – εξελέγη μάλιστα και βουλευτής Ευβοίας, έτσι μας λέει μια μικρή έρευνα στο διαδίκτυο.
*
Ο τρίτος γκεσταπίτης, ο Χρήστος Θεοδωρόπουλος (Μάξιμος) λέγεται (από τον Δημήτρη Ραυτόπουλο) πως ήταν ένας νέος προικισμένος, με ακτινοβολία μοναδική σ’ εκείνο τον κύκλο της νεολαίας. Αποκαταστάθηκε στην Εθνική Αλληλεγγύη, αλλά, πολλά χρόνια μετά, έγραψε στον Άρη Αλεξάνδρου:
Από το Μάη του ’42, δηλαδή πριν 32 χρόνια, που με συκοφάντησαν τόσο ωμά, εγκληματικά, χυδαία, εκείνη η σπείρα του Κ.Κ. εξαφάνισαν μέσα μου κάθε φιλοδοξία
«αναγνωρίσεως»
Ο Θεοδωρόπουλος είχε εξελιχθεί σε χριστιανό – και τον Μάιο του ’74 ήρθε σε επαφή
με τον Άρη Αλεξάνδρου (που ζούσε στο Παρίσι) επειδή ήταν εκδότης ενός …ελληνοχριστιανικού περιοδικού, που το έλεγε Ελληνικός Λόγος. Ετοίμαζε λοιπόν ένα αφιέρωμα στον παλιό του φίλο – τον ποιητή Άρη Αλεξάνδρου, τον οποίο
αναγόρευε ως κορυφαίο της μεταπολεμικής γενιάς και …σχεδόν χριστιανό, οπωσδήποτε όμως ουδέποτε κομμουνιστή. Ο Άρης έγινε έξαλλος, ανταλλάχτηκαν πύρινες επιστολές και το αφιέρωμα ματαιώθηκε. Αυτά όμως, αν είμαστε καλά, θα τα πούμε σε άλλη ευκαιρία… Επίλογος
Άλμα στο χρόνο: αρχές δεκαετίας του ’70, Παρίσι. Ο Άρης Αλεξάνδρου και η σύντροφός του Καίτη Δρόσου καλούν στο σπίτι τους τον παλιό φίλο και σύντροφο Γιώργο Λιανόπουλο. Όλη τη νύχτα συζητάνε για τη δραματική ιστορία που σημάδεψε τα νιάτα τους. Κάποια από τα ψηφία που αναφέρθηκαν και εδώ, έχουν ως πηγή εκείνη τη συνάντηση.
Μια ιστορία, πολιτική κατά βάση, στα χρόνια της Κατοχής… Είναι βέβαια συγκλονιστική, αλλά γιατί να μας ενδιαφέρει σήμερα; Μας ενδιαφέρει, για ένα λόγο: αποτελεί έναν από τους κύριους (βιωματικούς) πυλώνες στους οποίους στηρίχτηκε ο Αλεξάνδρου για να γράψει το Κιβώτιο, στο οποίο κατέχει, με κάποιες παραλλαγές, κομβική θέση στην αφήγηση. Και το Κιβώτιο είναι το σημαντικότερο πεζογράφημα στην ελληνική γλώσσα – αν όχι σε ολόκληρο τον εικοστό αιώνα, τουλάχιστον στο δεύτερο μισό του.

*Το κείμενο αυτό προέρχεται από τα «μυστικά του Κόλπου»: http://tamystikatoukolpou.blogspot.com/2006/08/blog-post_115598030464363419.html

dtbook050414