“γράψον ουν α είδες” * (Το κατ’ όναρ απόκοσμο σύμπαν και οι αλχημείες της Ζυράννας Ζατέλη)

ΤΟ ΕΚΔΟΤΙΚΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

ΔΡΑ ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΟΣ*

Η Ζυράννα Ζατέλη – η σημαντικότερη ίσως Ελληνίδα πεζογράφος, και απ’ τις καλύτερες στην Ευρώπη – αποτελεί ζώσα ενσάρκωση ποικίλων παραδοξοτήτων. Πρόκειται για έναν πραγματικό «γρίφο» που καλούμαστε να αποκρυπτογραφήσουμε. Είτε πρόκειται για το ιδιότυπο ονοματεπώνυμό της (που είναι φιλολογικό ψευδώνυμο) και τους κρυπτικούς τίτλους των βιβλίων της, είτε για την αντισυμβατική ζωή και τις ιδιορρυθμίες της (την εμφάνισή της σε φωτογραφίες, στην τηλεόραση, σε συνεντεύξεις, στο αλλόκοσμο περιβάλλον του σπιτιού της, κτλ). Όλα σ’ αυτή την εκκεντρική γυναίκα συντείνουν σ’ ένα αίνιγμα προς αποκωδικοποίηση, εξαίρεση του οποίου δεν θα μπορούσε να αποτελέσει και το τελευταίο της πόνημα «Τετράδια ονείρων» (εκδ. Καστανιώτης, Αθήνα 2017) οι συνθήκες έκδοσης και η πρωτοτυπία του οποίου το καθιστούν – δικαίως – εκδοτικό γεγονός της χρονιάς. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Ενώ το αναγνωστικό κοινό αδημονούσε να κυκλοφορήσει το τρίτο μέρος της πολύκροτης μυθιστορηματικής τριλογίας της (που πρωτοεμφανίσθηκε το 2001 με τίτλο «Με το παράξενο όνομα Ραμάνθις Ερέβους: Ο θάνατος ήρθε πρώτος», για να ακολουθήσει μετά από επτά χρόνια το δεύτερο μέρος: «Ραμάνθις Ερέβους: Το πάθος χιλιάδες φορές»), τελικά αιφνιδίασε τους πάντες με ένα απροσδόκητο μη μυθοπλαστικό βιβλίο. Πώς προέκυψε αυτό; Στις 3 Μαρτίου 2017 η συγγραφέας κατέβηκε στον οδό Ακαδημίας για να φωτοτυπήσει ορισμένες σελίδες από τα τετράδια ονείρων της (το όγδοο και το ενδέκατο) που κρατούσε για να τις συμπεριλάβει στο μυθιστόρημα που ετοίμαζε. Περνώντας από τον εκδότη της, κι ενώ συζητούσαν με τον Θανάση Καστανιώτη, σε μια στιγμή ο τελευταίος παρατήρησε ένα περίεργο σημειωματάριο (τα εξώφυλλα του οποίου ήταν εικονογραφημένα με γάτες και πουλιά) να πέφτει από την τσάντα της. Ήταν τα «Τετράδια ονείρων». Εντυπωσιασμένος, της πρότεινε να επιλέξει κάποια όνειρα για να εκδοθούν ως αυτόνομο βιβλίο, πριν κυκλοφορήσει το μυθιστόρημα που ολοκλήρωνε. Κάτι που έγινε μετά τρεις μήνες, καθώς η ιδέα της συγγραφικής «ανάσας» από το μυθιστόρημα που δούλευε την δελέασε.

Continue reading

Οι ευθύνες και τα προνόμια…

Το κλασικό χαρακτικό του Bartolomeo Pinelli (1809) από το περίφημο βιβλίο -άλμπουμ “Storia Greca Antica”. Ο Κλεομένης συνοδεύει τη Κρατησίκλεια με τον γιο του μέχρι το πλοίο για την Αίγυπτο…

*Από τη σελίδα του Κώστα Μανδήλα στο Facebook.

Ένα από τα χαρακτηριστικά στοιχεία του Καβάφη είναι ο τρόπος που χρησιμοποιεί την ιστορία. Αρνείται τη μυθική της διάσταση και μένει σε αυτά καθ’ αυτά τα ιστορικά γεγονότα, στην καθαρή ιστορία. Ταυτίζει τον αναγνώστη με την ύπαρξη προγενέστερων ιστορικών γεγονότων και προσωπικοτήτων με μια σχέση ενσυναίσθησης με αυτά. Ο Τάκης Καγιαλής («Εγώ είμαι ποιητής ιστορικός: Ο Καβάφης και ο μοντερνισμός». περ. Ποίηση, τχ. 12, 1998, σσ. 77-119), χαρακτηρίζει αυτήν την τάση ως “ιστορικό υπαρξισμό”. Με αυτή την τεχνική ο Καβάφης δίνει μια παιδαγωγική διάσταση στην ποίηση του. Ως προς αυτό ένα από τα πιο χαρακτηριστικά του ποιήματά του είναι και το “Άγε Ω Βασιλεύ των Λακεδαιμονίων”. 


Η ηρωίδα του, η Κρατησίκλεια και μητέρα του Βασιλιά των Λακεδαιμονίων, γίνεται αξιακό πρότυπο για τον καθένα που κατέχει μια θέση ευθύνης, ένα κρατικό αξίωμα. Ο Καβάφης, αφήνει απ’ έξω τις ποιητικές μεγαλοστομίες και τα όμορφα λόγια, και προστρέχει κατ’ ευθείαν στον Πλούταρχο σε μία εποχή (1929), όπου κυριαρχεί μια συνεχώς διογκούμενη κρίση του κοινοβουλευτικού αντιπροσωπευτικού συστήματος, και με τη θυσία της Σπαρτιάτισσας Κρατησίκλειας, θυμίζει ότι: ο πολιτικός άρχοντας πρέπει να έχει περισσότερες ευθύνες και λιγότερα προνόμια.

σ.σ.1 Κρατησίκλεια (3ος αι. π.Χ.). ήταν Βασίλισσα της Σπάρτης, σύζυγος του Λεωνίδα Β΄ και μητέρα του Κλεομένη Γ’. Όταν ο Κλεομένης κήρυξε τον πόλεμο στον Αντίγονο της Μακεδονίας ζήτησε τη βοήθεια του Πτολεμαίου Γ’ της Αιγύπτου. Εκείνος δέχτηκε, υπό έναν όρο: να κρατήσει ομήρους την Κρατησίκλεια. και τον μικρό γιο του . Ο Κλεομένης δεν είπε τίποτα στη μητέρα του, Όταν όμως εκείνη πληροφορήθηκε τους όρους του Πτολεμαίου ζήτησε από το γιο της να τους δεχτεί προκειμένου να φανεί ακόμα μια φορά χρήσιμη στην πατρίδα της. Ο Κλεομένης συμφώνησε και συνόδευσε εκείνη και τον εγγονό της τιμητικά έως το Ταίναρο. Στα 222 .π.χ. ηττήθηκε στη μάχη της Σελλασίας και πήρε την απόφαση να πάει ο ίδιος στην Αίγυπτο. Εκεί θεωρήθηκε ύποπτος και φυλακίστηκε στο ίδιο κελί με τη μητέρα του. Η Κρατησίκλεια. τον βοήθησε να δραπετεύσει και γι’ αυτό καταδικάστηκε σε θάνατο μαζί με όλη την ακολουθία της. Ζήτησε μόνο να μην παραστεί στην εκτέλεση του εγγονού της. Η παράκλησή της δεν έγινε δεκτή και έτσι η Κρατησίκλεια. παρακολούθησε την εκτέλεση του εγγονού της και κατόπιν εκτελέστηκε και η ίδια.


σ.σ.2 Το 1928 πάνω στο ίδιο θέμα ο Καβάφης είχε γράψει το “Εν Σπάρτη”.


σ.σ.3 όταν ο πατριωτισμός δεν υπήρχε ως εθνικιστικό ιδεολόγημα αλλά ως αυτονόητο καθήκον. Άλλες εποχές άλλα ήθη.

Η πολιτική και υπαρξιακή ποίηση της Κατερίνας Γώγου

Γράφει ο Ειρηναίος Μαράκης*

Έχω την αίσθηση, αν όχι την βεβαιότητα, περιδιαβαίνοντας στους χώρους του διαδικτύου και της κανονικής ζωής πως η Κατερίνα Γώγου είναι περισσότερο γνωστή σ’ έναν νεότερης ηλικίας κόσμο με την ποιητική της ιδιότητα και λιγότερο ως ηθοποιός. Αυτό δεν το λέω ως κάτι το αρνητικό, το αντίθετο μάλιστα. Βλέπετε, λίγο η ανάγκη για ποιητική έκφραση κι επικοινωνία της νεότερης γενιάς διαφορετική από τα συνηθισμένα, λίγο μία όχι πάντα καλοπροαίρετη επαναφορά ανθρώπων όπως η Γώγου στην επιφάνεια από δημοσιογράφους και κάθε λογής «δημοσιολογούντες», ένα παραπάνω που οι πολιτικές και κοινωνικέ συνθήκες – της εξέγερσης που αργά σιγά καλλιεργείται μέσα στις συνειδήσεις των νεότερων, οι εργατικοί αγώνες κι αντιστάσεις, οι μικρές νίκες και οι πρόσκαιρες ήττες, η αλλοτρίωση, η μοναξιά μέσα σε μια πόλη που αναζητά την ελευθερία της – που παράγουν αυτή την ανάγκη για επαφή με κάτι το διαφορετικό, κατ’ επέκταση και με την ποίηση της Κατερίνας Γώγου.

Βέβαια, οι παλιότερες γενιές, και φυσικά της γενιάς της ποιήτριας, την γνώρισαν μέσα από τις ηθογραφικές, ανόητες και βαθιά συντηρητικές ταινίες του εμπορικού ελληνικού κινηματογράφου – εκείνες τις ταινίες που μέσα στην εποχή του μετεμφυλιακού κράτους, με τους διωγμούς και τις εξορίες των κομμουνιστών αλλά και με τις μάχες για την αποκατάσταση της δημοκρατίας, αναλώνονταν πολύ συνειδητά στην καλλιέργεια μιας επιφανειακά αθώας ηθογραφίας των πόλεων και της κοινωνικής ζωής και στην γελοία, κακή μίμηση των αντίστοιχων αμερικάνικων φιλμ τύπου ρομαντικού κομεντί και μιούζικαλ: οι κινηματογραφικές εξαιρέσεις της περιόδου απλώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Εντός αυτού του περιβάλλοντος, η Κατερίνα είχε πάντα τον στερεότυπο ρόλο της ξεπεταγμένης, αθώας, σχεδόν ηλίθιας, μοντέρνας – σύμφωνα με τα αμερικάνικα, καταναλωτικά πρότυπα και «επαναστάτριας» κόρης. Δεν ήταν η Φίρμα του συστήματος της εποχής, ούτε έπαιζε με τους πολύφερνους γαμπρούς της τότε «σόου μπιζ» αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι στην πορεία των χρόνων δεν έκανε αξιόλογη πορεία σε σοβαρότερες και πραγματικά «κινηματογραφικές», αν μπορούμε να το πούμε έτσι, ταινίες, σε αυτό συνέλαβε και η αλλαγή των εποχών και της κοινωνικής συνειδητοποίησης που δεν αρκούνταν πλέον στην αναπαραγωγή των ηλίθιων αστικών προτύπων συμπεριφοράς αλλά που προχώρησαν, μαζί με την κοινωνία, στην αμφισβήτησή τους και στην κριτική της επικρατούσας ηθικής: ο ρόλος της αδελφής του Θανάση Βέγγου στο φίλμ «Τί έκανες στον πόλεμο Θανάση» του Ντίνου Κατσουρίδη, είναι ενδεικτικός χωρίς να είναι ο μοναδικός ενώ, μεταξύ άλλων, βραβεύτηκε για την συμμετοχή της στην ταινία «Το βαρύ πεπόνι» με το βραβείο Α’ γυναικείου ρόλου (Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – 1977). Σε αυτή τη νέα πορεία η «Παραγγελιά» του συζύγου της Παύλου Τάσιου, αποτελεί το σημείο καμπής όπου συνδέθηκαν σ’ ένα ισχυρό κράμα, η ποιητική αμφισβήτηση της δημιουργού μαζί με την αναζήτηση, νέων, περισσότερων ώριμων, κινηματογραφικών εκφράσεων.

Η ποιήτρια Κατερίνα Γώγου

Η Κατερίνα Γώγου σημάδεψε με την παρουσία της μια ολόκληρη εποχή (παρέα με τους Νικόλα Άσιμο, Παύλο Σιδηρόπουλο καθώς και με άλλους) εκφράζοντας τόσο την ηττημένη δεκαετία μετά την αυταπάτη της επαναφοράς της (αστικής, φυσικά) δημοκρατίας και τα αποτελέσματα της ιστορικής ήττας της επαναστατικής διαδικασίας που εκτυλίχθηκε στην χώρα μας κατά τη διάρκεια της Κατοχής Αλλά έκφρασε και μια άλλη εποχή: αυτή που ακολούθησε με την πτώση της Χούντας και την Μεταπολίτευση, που τα κοινωνικά προβλήματα δεν είχαν επιλυθεί, με τον βαθύτατα συντηρητικό και ακροδεξιό μηχανισμό στο απυρόβλητο, με τις νέες οικονομικές δυνάμεις να επιχειρούν να διαβρώσουν την κοινωνική συνοχή καθώς και το μεγάλο ταξικό κριτήριο που ήταν υπεραναπτυγμένο μέσα στον κόσμο του αγώνα και στην εργατική τάξη – έκφρασε ακόμα την ατομική και συλλογική αλλοτρίωση, την επιβολή χιλιάδων πνευματικών και υλικών εξαρτήσεων, την ανάδειξη της υποκρισίας ως συστατικό στοιχείο του δημόσιου λόγου.

Η συγκεκριμένη εποχή μάλιστα, είναι η εποχή όπου άλλοι ποιητές, θύματα κι αυτοί μιας, ας το πούμε, «ταξικής μελαγχολίας», είτε προτίμησαν τη σιωπή καθώς θεωρούσαν ότι είχαν πει ότι ήταν για να πουν, είτε έγραφαν – ιδιαίτερα η νέα γενιά ποιητών – με ένα τρόπο που τους αποξένωνε από τις ανάγκες της κοινωνίας και του τόπου. Η Γώγου είναι εκείνη η δημιουργός που με τα σκληρά της βιώματα, με την δυνατή πολιτική της σκέψη αλλά και με την αξιοποίηση τόσο του εκφραστικού ταλέντου της, όσο και της πλούσιας ποιητικής/καλλιτεχνικής αντίληψης που την διακατείχε, έφτιαξε με πόνο σώματος και ψυχής γνήσια υπαρξιακή ποίηση με έντονα εξεργεσιακά κι επαναστατικά στοιχεία. Η ποίηση της είναι η ποίηση της κοινωνικής και προσωπικής απόγνωσης αλλά και της γνώσης ότι οι βάρβαροι είναι ήδη εδώ και πρέπει να αγωνιστούμε ενάντια στην απαλλοτρίωση ψυχής και κοινωνίας που πρεσβεύουν και εφαρμόζουν. Αμφισβητεί η Κατερίνα Γώγου: το Κόμμα, τα πρόσωπα που στο όνομα του αγώνα ξεπουλούν ιδέες και συνειδήσεις, υπερασπίζεται την αναρχία, τα ματαιωμένα όνειρα, τους θεσμούς, την Οικογένεια, την Πατρίδα και τα στρατιωτικά εμβατήρια, περιγράφοντας τις εικόνες της πόλης, στα βρώμικα στενά, στα γήπεδα, στην Πατησίων. Και συμπαραστέκεται: στην Γυναίκα, στην Κόρη της, στους μετανάστες και στους πολιτικούς κρατούμενους ενώ την ίδια ώρα στοχοποιείται από το Κράτος και τις δυνάμεις καταστολής.

Η ποίηση της Κατερίνας Γώγου, αναδεικνύεται και στις μέρες μας, τόσο επίκαιρη , όσο και στην όχι πολύ πρόσφατη εποχή όπου έζησε η ποιήτρια, όπου ο καθένας και η καθεμιά μας, αναγνωρίζει σε αυτήν τον δικό του προβληματισμό, την δική του αγωνία που βρίσκεται και σε άμεση συνάρτηση με το κοινωνικό περιβάλλον και τις ανάγκες της εποχής μας. Ένας σκληρός, ανελέητος κι αδυσώπητος ύμνος, βαθύτατα τραγικός (με την… αρχαιοελληνική έννοια του όρου), να τι είναι και πως ορίζεται η ποίηση της. Αποτελεί ένα ύμνο στον μοναχικό άνθρωπο της πόλης αλλά και στους ανθρώπους που παίρνουν το μέλλον στα χέρια τους, ένα ύμνο σε μορφή ποιητικής προκήρυξης στον ιδιότυπο και ιδιόμορφο αγώνα εκάστου και όλων ενάντια σ’ ένα σύστημα που καταρρέει και που απειλεί να μας πάρει μαζί του στο τέλος ή κι ελπίζοντας πως με την ανοχή μας θα καταφέρει να τη βγάλει καθαρή για λίγο ακόμα, ένας ύμνος είναι, ένα τραγούδι για όλους εμάς που όσο και να το θέλουν δεν χάνουμε την ιστορική και προπαντός, την ταξική μας μνήμη.

Είναι όμως και μια ποίηση που πολλές φορές – αν όχι τις περισσότερες, δεν αντιλαμβάνεται πως εκφράζει όχι ένα ή δύο προσωπικά παραδείγματα αλλά μια ολόκληρη κοινωνική συνείδηση και αναγκαιότητα. Είναι μια ποίηση επίσης, που ο εκφραστής της, η Γώγου δηλαδή, από τη μία καταγγέλλει και διαμαρτύρεται ενώ από την άλλη λυγίζει κάτω από το βάρος των προσωπικών προβλημάτων της (κατάθλιψη, πρέζα κτλ) – που βέβαια είναι και κοινωνικά προβλήματα, όπου οδηγείται προς το τέλος της ζωής της ποιήτριας και της ποιητικής της δραστηριότητας να εσωτερικεύει τον πόνο της, να απομονωθεί, να επαναλαμβάνει «απλώς» παλιές αναμνήσεις, να επιχειρεί ένα κριτικό σχολιασμό της μέχρι τότε ζωής της, ελαχιστοποιώντας την αδρότητα των ποιητικών της εικόνων αλλά και αξιοποιώντας μια νέα ποιητική γραφή: περισσότερο κοφτή, λιγότερο καταγγελτική, δείχνοντας (πόσο ενδιαφέρουσα αντίφαση είναι αυτή) και κούραση και διάθεση για ανανέωση – που όμως θα έρθει πάρα πολύ αργά.

Όχι, δεν είναι τυχαίο που ανακαλύπτουμε ξανά την Γώγου, αυτή τη φορά κάτω από το καινούργιο πρίσμα της ελπίδας και των αγώνων ως μια σοφή φωνή που μας προειδοποιεί να μην ξεχάσουμε την ιστορική μας ευκαιρία για αληθινή ελευθερία αλλά και πως όταν έρθουν εκείνες οι πολυπόθητες μέρες, να μην ξεχάσουμε , τα χρόνια της εξαθλίωσης, της καταπίεσης και του ψεύδους.

*Ο Ειρηναίος Μαράκης γεννήθηκε στα Χανιά το 1986, απόφοιτος της τεχνικής εκπαίδευσης. Συμμετέχει με ποιήματα του στα συλλογικά έργα (e-books) ενώ ποιήματα του έχουν δημοσιευτεί σε διάφορες λογοτεχνικές σελίδες. Αρθρογραφεί στην εφημερίδα ‘Αγώνας της Κρήτης’ καθώς και στο διαδικτυακό πολιτικό και πολιτιστικό περιοδικό ‘Ατέχνως’. Διατηρεί το ιστολόγιο Λογοτεχνία και Σκέψη.

**Αναδημοσίευση από εδώ: https://atexnos.gr/%CE%B7-%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%85%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%BE%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AE-%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%BA%CE%B1/?utm_campaign=shareaholic&utm_medium=facebook&utm_source=socialnetwork

Στην Αντιγόνη Κεφαλά το Judith Wright Calanthe Award – Για την ποιητική συλλογή «Fragments»

Η Αντιγόνη Κεφαλά (Antigone Kefala) επιβεβαιώνει, για μια ακόμα φορά, την αποκλειστική οικονομία της αφήγησης της ποιητικής της. Η συλλογή αυτή -όπως άλλωστε ολόκληρη η ποίηση της Κεφαλά- συνιστά μια ασκητική συγκέντρωση θραυσμάτων σε όλη τη διάρκεια της ζωής της, που ξεπερνά το συνηθισμένο, προσδίδοντας στην όλη διαδικασία κάτι το τελετουργικό. Το ελεγειακό ύφος της συλλογής είναι απόρροια ενός ευρύτερου οράματος για την ανθρώπινη ζωή: διαχωριζόμενοι από κάθε τι το «σίγουρο», οι άνθρωποι είναι ευάλωτοι αν και ακόμη ζουν το χρόνο τους συνεχίζοντας να είναι μέρη ενός μεγαλύτερου σύμπαντος. Η Κεφαλά είναι μια ώριμη ποιήτρια στην καλύτερη φάση της δημιουργίας της.

Αυτά ήταν τα κριτήρια βάσει των οποίων η Αντιγόνη Κεφαλά απέσπασε πρόσφατα το Βραβείο Judith Wright Calanthe για την τελευταία ποιητική της συλλογή «Fragments» («Θραύσματα»). Πρόκειται για έναν μακρόχρονο ετήσιο θεσμό υπό την αιγίδα της Κρατικής Βιβλιοθήκης Κουίνσλαντ (State Library of Queensland) στη μνήμη μιας από τις πλέον εμβληματικές Αυστραλές ποιήτριες, της Judith Wright.

Γνωστή για την ένταση του οράματος και τον μινιμαλισμό της, η Αντιγόνη Κεφαλά έχει έως τώρα δημοσιεύσει μόνο ένα μικρό αριθμό ποιημάτων της, εργαζόμενη προσεκτικά στο καθένα από αυτά, δίνοντας όμως ένα μαγικό όσο και ένα «απειλητικό» μήνυμα. Μια από τις καλύτερες ποιήτριες στην Αυστραλία, η συλλογή της «Fragments» είναι η πρώτη της σχεδόν μετά από είκοσι χρόνια. Η ικανότητα της Κεφαλά να κατακτά το στιγμιαίο είναι εμφανής σε αυτή τη συλλογή, με γλωσσική ακρίβεια, αυξημένη αντίληψη και δραματική αίσθηση – αν και το έδαφος στο οποίο πατά είναι συχνά πιο σκοτεινό, καθώς η ποιήτρια περιηγείται στους χώρους μεταξύ ζωής και θανάτου, καθώς και κάθε ενέργεια που καραδοκεί εκεί.

Η Αντιγόνη Κεφαλά έχει γράψει τέσσερα έργα μυθοπλασίας, συμπεριλαμβανομένων των «The First Journey», «The Island» and «Summer Visit», τέσσερις ποιητικές συλλογές («The Alien», «Thirsty Weather», «European Notebook» and «Absence: New and Selected Poems» καθώς και το non-fiction «Sydney Journals». Γεννήθηκε στη Ρουμανία από Έλληνες γονείς και έζησε στην Ελλάδα και τη Νέα Ζηλανδία πριν εγκατασταθεί οριστικά στο Σίδνεϊ.

Με φόβο και πάθος (Ανοιχτή επιστολή στους εκδότες ποίησης)

ΚΩΣΤΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ

Η ποίηση είναι το ύστατο ανάχωμα της τέχνης και ως τέτοιο συνήθως βρίσκει και βρίσκεται στην πέννα των ταλαίπωρων, πονεμένων, κατατρεγμένων, αποτυχημένων ευαίσθητων ανθρώπων. Συνεπώς οι ποιητές, τις περισσότερες φορές, δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα για να χρηματοδοτήσουν την έκδοση του βιβλίου τους, από το οποίο κάποιοι συνάνθρωποί τους εναποθέτουν τις ελπίδες τους για παρηγοριά, συντροφιά, έκφραση, ελπίδα, έμπνευση, αφύπνιση, αναψυχή, καλλιέργεια και καθοδήγηση, αναζήτηση και άντληση αξιών εντέλει.


Δεν μπορεί ο εκδότης που γνωρίζει τα παραπάνω και μάλιστα πολύ καλά και ο οποίος έχει επίγνωση ότι η δραστηριότητά του είναι εμπορική, με όλα όσα συνεπάγεται αυτό, όπως χρηματική επένδυση, εκμετάλλευση αγαθού (δηλαδή αγοροπωλησία), ρίσκο με σκοπό την κερδοφορία, αλλά και ότι είναι ο μεσάζων και δίαυλος αυτής της μέθεξης, να έχει την απαίτηση από τον ποιητή να χρηματοδοτήσει την έκδοση και πολλές φορές να προσπαθεί να τον σπεκουλάρει κιόλας εκμεταλευόμενος την θέση του αναγκάζοντας τον δεύτερο έως και να πουλήσει υπάρχοντά του ή να δώσει το μηνιάτικό του (μάλλον τρία μηνιάτικα συνήθως), ή να δανειστεί για να εκδώσει και, από την άλλη, να μην έχει δικαίωμα στα κέρδη ή να λαμβάνει ένα μικρό ποσοστό, από την πώληση της δικής του τέχνης ή να παίρνει απλώς ένα μικρό ή ελάχιστο ποσό αντιτύπων και όπου πουλήσει. Δεν είναι δυνατόν λοιπόν κύριε εκδότη να επικαλείσαι την ανωνυμία μου για επιχείρημα, αλλά ούτε και την δικαιολογία ότι έτσι κάνουν όλοι. Ή ακόμα ακόμα το θρασύτατο, πως και εσύ πλήρωσες σαν νέος ποιητής άρα να πληρώσω και ‘γω. Όλα αυτά καθιστούν τους εκδότες επιεικώς ανήθικους ασυνείδητους εκμεταλευτές της ανάγκης για επικοινωνία των ποιητών, ακόμα και αναγνώρισης δεν είναι κακό. Ενώ είναι αποκλειστικό παγκόσμιο φαινόμενο της ελληνικής λογοτεχνίας, αν δεν απατούμαι.


Ακόμα θέλω με πικρία να πω ότι η ποίηση δεν είναι καλοντυμένα καθώς πρέπει κοριτσάκια, ούτε ζουμπουρλούδικα παληκαράκια που δεν έχουν ζήσει, δεν έχουν βιώματα και παραστάσεις, δεν έχουν τα κότσια να δουν στον καθρέφτη, που όμως διάβαζαν ποιήματα από παιδιά και μπορούν να σου γράψουν μια εύγλωτη σονάτα ή μπαλάντα μηρυκάζοντας ωστόσο χιλιοειπωμένα λόγια και νοήματα χωρίς να έχουν έρθει σε επαφή με τη φωνή τους, όμως όλως τυχαίως έχουν γονείς με φουσκωμένα πορτοφόλια. Και για να μην παρεξηγούμαι δεν εννοώ ότι δεν πρέπει να έχεις διαβάσει αρκετή ποίηση, αλλά ούτε αρνούμαι την ύπαρξη εύπορων ποιητών. 


Ο ποιητής λοιπόν θα κάνει επίπονη βαθιά, στα ενδόψυχα του, βουτιά τις πιο πολλές φορές, για να εξορύξει, ή θα αναδυθεί ως εσώτερη φωνή, πολύτιμη πληροφορία και αλήθεια η οποία με τη σειρά της μπορεί να λειτουργήσει λυτρωτικά για τον αναγνώστη διεγείροντας τον νου και το συναίσθημα έτσι όπως μόνο μία τέχνη μπορεί. Πόσο κοστολογείται αυτή η αξία; Και ποιες οι συνέπειες των κατεστημένων συνθηκών που διατηρεί αυτό το καρτέλ των εκδοτικών οίκων;


Αν σου αρέσει λοιπόν η συλλογή και την πιστεύεις, φίλε εκδότη, με όχι μόνο εμπορικά κριτήρια, αλλιώς πήγαινε πούλα πορτοκάλια, γιατί υποτίθεται ότι νοιάζεσαι για την ανάδειξη της τέχνης, επένδυσε σε αυτήν και προώθησέ την. Και φυσικά, μοιράσου τα κέρδη με τον δημιουργό της, όπως οφείλεις. Και αν δεν βγαίνεις, πάλι άλλαξε δουλειά, αφού όπως είναι γνωστό η τιμή τιμή δεν έχει…

Από την Ελλάδα στην Αυστραλία: το αβέβαιο πέρασμα

Φωτογραφία: Κ. Βήτα

Για το μυθιστόρημα του Τάκη Κατσαμπάνη «Walkabout – Προσδοκία ενός ξεκινήματος» (εκδ. Εξάρχεια).

Του Γιώργου Ν. Περαντωνάκη*

altWalkabout
Προσδοκία ενός ξεκινήματος
Τάκης Κατσαμπάνης
Εκδ. Εξάρχεια 2017
Σελ. 144, τιμή εκδότη €11,00

Ο εγκλιματισμός σε νέο περιβάλλον είναι ένα από τα θέματα που απασχολούν τη σύγχρονη σκέψη και λογοτεχνία, καθώς η αλλαγή πατρίδας, η αναζήτηση νέας ταυτότητας, ο υβριδισμός της κουλτούρας, οι δυσκολίες κοινωνικοποίησης, η σύγκρουση του παλιού με το νέο κ.ά. δημιουργούν τις ιδανικές συνθήκες ενός γόνιμου μεταίχμιου. Και κάθε μεταίχμιο δελεάζει και δοκιμάζει τη λογοτεχνία, αφού εκεί διασταυρώνονται το έξω με το μέσα, το πριν και το μετά, το άσπρο και το μαύρο σε μια διαρκή διαλεκτική σχέση.

Η Αυστραλία είναι μια πρέσα που ισοπεδώνει το παρελθόν, τόσο των Αβορίγινων όσο και των εγκληματιών, που αποτέλεσαν τους πρώτους κατοίκους της· με τον ίδιο τρόπο ισοπεδώνει και την ιστορία των μεταναστών, ζητώντας τους να διαγράψουν το πριν και να εγκλιματιστούν πλήρως στο τώρα.

Όλο το βιβλίο του πρωτοεμφανιζόμενου Τάκη Κατσαμπάνη, μικρό κατά βάση μυθιστόρημα, αναφέρεται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο στη μετάβαση από την Ελλάδα στην Αυστραλία. Και λέγοντας μετάβαση εννοώ όχι το ταξίδι αλλά τη διαδικασία, κυρίως κοινωνική και ψυχολογική, προσαρμογής στη νέα χώρα και στον καθημερινό πολιτισμό της. Η επιτυχία ή η αποτυχία εξαρτάται από τους δεσμούς με την πατρίδα, αλλά και με το νέο ξεκίνημα που ο καθένας οραματίζεται.

Ο αφηγητής σκιαγραφεί με σχόλια πάνω στα βιώματά του τον καιρό που έζησε στο Σίδνεϊ της Αυστραλίας και τις προσπάθειες που έκανε να ενσωματωθεί στον ρυθμό της νέας ζωής. Τα ζητήματα που προέκυψαν δεν ήταν καταρχήν οικονομικά, αλλά πολιτισμικά. Μαθαίνει τη γλώσσα και δεν έχει προβλήματα συνεννόησης και κατανόησης, αλλά πάντα νιώθει ότι οι νέες λέξεις είναι άψυχες και δεν μπορούν να αποδώσουν τον ψυχισμό του. Βρίσκει δουλειά, στην αρχή σε ένα πρόγραμμα κοινωνιολογικής έρευνας στα νοσοκομεία της πόλης κι έπειτα σε ένα γλωσσολογικό πρότζεκτ, στα οποία ανακαλύπτει ότι οι Έλληνες ομογενείς, όσο κι αν απολαμβάνουν το σύστημα υγειονομικής περίθαλψης και κοινωνικής ασφάλειας, νιώθουν πάντα ξένοι. Η Αυστραλία είναι μια πρέσα που ισοπεδώνει το παρελθόν, τόσο των Αβορίγινων όσο και των εγκληματιών, που αποτέλεσαν τους πρώτους κατοίκους της· με τον ίδιο τρόπο ισοπεδώνει και την ιστορία των μεταναστών, ζητώντας τους να διαγράψουν το πριν και να εγκλιματιστούν πλήρως στο τώρα.

Σ’ αυτην τη διελκυστίνδα συναντά τον Βρας, Έλληνα καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Σίδνεϊ, ο οποίος τον βοηθάει παρά την ιδιόρρυθμη συμπεριφορά του. Κι αυτός είναι ο κατεξοχήν εκπρόσωπος της ιδέας ότι πρέπει να απογαλακτιστούν από την Ελλάδα και να ακολουθήσουν μια απόλυτα καινούργια ζωή. Η μεταστροφή του μάλιστα στον αγγλικανισμό ικανοποιεί αυτήν ακριβώς την ανάγκη. Μια τέτοια στάση απέναντι στην Ελλάδα θεωρεί ότι η χώρα είναι κολλημένη στην Ιστορία της, αρχαία και βυζαντινή, δεν μπορεί να προχωρήσει γενναία στη νεωτερικότητα και βαυκαλίζεται με το ένδοξο παρελθόν της αντί να δει το τελματωμένο παρόν της κ.λπ. Ο επαρκώς κοινωνικοποιημένος ξένος διαγράφει τη «μητρίδα», όπως λέγεται σε κάποια φάση η πατρίδα, και ακολουθεί τον νέο δρόμο της αυστραλιανής προόδου.

Το walkabout είναι πάντα μια ρευστή πραγματικότητα, μια ανοιγοκλεινόμενη πόρτα η οποία δεν αφήνει οριστικά απ’ έξω το παρελθόν.

Ωστόσο, ο αφηγητής συναντά ένα σωρό ανθρώπους που δεν θέλουν ή δεν μπορούν να δουν την τομή ανάμεσα στην παλιά και τη νέα χώρα ως τελεσίδικο πέρασμα. Το walkabout είναι πάντα μια ρευστή πραγματικότητα, μια ανοιγοκλεινόμενη πόρτα η οποία δεν αφήνει οριστικά απ’ έξω το παρελθόν. Άλλοι μένουν πεισματικά στις μνήμες τους, άλλοι συμβιβάζουν τα δυο πεδία κι άλλοι, όπως τελικά ο ήρωάς μας, αρνούνται το άψυχο σκηνικό κι επιστρέφουν στην Ελλάδα.

Κλείνω με μια παρατήρηση επί της γραφής. Ξέραμε ότι πολλά σύγχρονα κείμενα δεν είναι κλειστά· τώρα συνειδητοποιούμε όλο και πιο πολύ ότι μπορεί να μην είναι καν μονότροπα αφηγηματικά, να μην είναι καν συνεκτικά, να μην αποτελούν ένα αρραγές σύνολο αλληλοσυμπλεκόμενων σκηνών. Πλέον πολλοί –και ο Τ. Κατσαμπάνης ανάμεσά τους– γράφουν συνδέοντας την υπόθεση με το σχόλιο, το βίωμα με την εξομολόγηση, την ιστορία με το δοκίμιο, σε μια υβριδικότητα που καταστρατηγεί την αφήγηση ως showing και υιοθετεί το telling ως αναγκαίο συνοδό στην απόδοση του νοήματος και στην μετάγγιση των αισθημάτων.

Ένα πολύ αξιόλογο βιβλίο ενός φερέλπιδος συγγραφέα.

*Ο ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΠΕΡΑΝΤΩΝΑΚΗΣ είναι διδάκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας και κριτικός βιβλίου.

**Από εδώ: https://www.bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/katsampanis-takis-exarcheia-walkabout?utm_source=Newsletter&utm_medium=email

Μια ποιητική του βλέμματος – Συνέντευξη του Σωτήρη Παστάκα στον Μασιμιλιάνο Νταμάτζιο

Ο Σωτήρης Παστάκας

-Πριν ένα περίπου χρόνο, σ’ ένα βιβλιοπωλείο της Αθήνας, γιόρτασες την επέτειο του Poiein.gr, της ιστοσελίδας της οποίας είσαι ο ιδρυτής. Γιατί δημιουργήθηκε; Τι αντίκτυπο νομίζεις ότι είχε στο πανόραμα της ελληνικής ποίησης; Σε τι διαφοροποιείται από τ’ άλλα;

-Η αναμφίβολη επιτυχία του «Ποιείν», οφείλεται εν μέρει στο γεγονός ότι κατάφερε ν’ ανακατέψει την τράπουλα και να δυσκολέψει, σε μεγάλο βαθμό, τα στημένα παιχνίδια -ακαδημαϊκά κι εκδοτικά-, που πολλές φορές συμβαδίζουν και πάνε αλά μπρατσέτο. Ακριβώς αυτός ήταν κι ο λόγος της δημιουργίας του: έχοντας δουλέψει από το 1980 σε κάποια απ’ τα μεγαλύτερα, έντυπα, λογοτεχνικά περιοδικά όπως το «Δέντρο», το «Πλανόδιον» κ.α., διαπίστωσα στις αρχές του 2000, ότι είχαν εξαντλήσει τη δυναμική τους: πρότειναν, απλώς, ένα άρτιο κι άψογο τυπογραφημένο «τίποτα» κι έτσι άρχισα να διερευνώ τον ανορθόγραφο λόγο των πρώτων ιστολογίων που γεννιόταν εκείνη την εποχή. Η δέσμευσή μου, τότε και τώρα, είναι ότι θα «κλείσω» το σάιτ, αν τυχόν γίνουμε κι εμείς «Ακαδημία»… Η σημαντική διαφοροποίησή μας, είναι τα ανοιχτά σχόλια και το διαρκές «παιχνίδι» με τις αναρτήσεις, νομίζω.

-Σε μια συνέντευξη, προσδιόρισες τι είναι, κατά τη γνώμη σου, και τι δεν είναι ένας ποιητής: για παράδειγμα, δεν είναι ένας φιλόσοφος, δεν είναι ψυχολόγος…

-… κι ούτε ένας θεωρητικός της λογοτεχνίας, θα πρόσθετα. Για τον απλό λόγο πως, ό,τι μπορεί να γραφτεί σε πρόζα χωρίς να χάνει την αξία του, δεν είναι ποίημα, καθώς έλεγε κι ο αγαπημένος μου Ουμπέρτο Σάμπα. Φυσικά, ο ποιητής μπορεί να είναι ό,τι θέλει, από σύμβαση κι από βιοποριστική ανάγκη, αλλά αυτό δεν πρέπει να περνάει στα ποιήματά του.

-Είπες, σχετικά με τον Hirschman: «Μου άλλαξε τη ζωή». Εννοείς ακόμη κι από άποψη δημιουργίας; Εάν ναι, με ποιο τρόπο; Το λέω αυτό γιατί, η δική σου, είναι μια γραφή πολύ γραμμική και συναφής στην πορεία των χρόνων από το πρώτο σου κιόλας βιβλίο· δεν βλέπω «τραύματα», αλλά μια σταθερή εξέλιξη ενός σώματος που από παιδί γίνεται ενήλικας.

– Ο Τζακόνε, ο μεγάλος Τζακ, όταν τον γνώρισα στο Σαν Φρανσίσκο το 2003, ήταν πάμφτωχος μεν -έμενε σ’ ένα χώρο 20 τετραγωνικών μέτρων, που χρησίμευε για γραφείο, κρεβατοκάμαρα, τραπεζαρία και βιβλιοθήκη, για τις προσωπικές του ανάγκες έπρεπε ν’ ανεβοκατεβαίνει δυο ορόφους με τα πόδια, από τον τέταρτο στον δεύτερο, όπου του είχαν παραχωρήσει δωρεάν ένα w.c.- αλλά πανευτυχής και δημιουργικότατος δε. Εγώ ήμουν πλούσιος, μεγαλογιατρός, μπλοκαρισμένος σ’ έναν αποτυχημένο γάμο, όπως και στη γραφή μου (οι «Προσευχές για φίλους» που είχα ξεκινήσει να γράφω το 1995, είχαν βαλτώσει). Χάρη σ’ αυτή τη συνάντηση, που λειτούργησε ως ένα είδος Sartori για μένα, ξεμπλόκαρα σιγά-σιγά στην προσωπική μου ζωή κι απελευθερώθηκα και στο γράψιμο: μέχρι τότε είχα βγάλει τέσσερεις ποιητικές συλλογές όλες κι όλες, και τα επόμενα χρόνια, από το 2003 μέχρι σήμερα, τουλάχιστον άλλες δέκα.

-Κάθε φορά που συναντιόμασταν, ένιωθα μεταξύ φίλων, όχι μεταξύ ποιητών. Θέλω να πω ότι η ατμόσφαιρα, που εσύ και οι άλλοι δημιουργείτε, είναι πολύ διαφορετική από εκείνη που είθισται στην Ιταλία, πιο φιλική και χαλαρή.

-Ίσως επειδή η Ελλάδα είναι μικρή (γέλια). Η αλήθεια είναι πως γνωρίζουμε καλά την αξία ο ένας του άλλου και δεν υπάρχει χώρος για κομπασμούς και ψευτο-περηφάνιες. Αυτό δεν σημαίνει πως οι λογοτεχνικές έριδες και οι τσακωμοί δεν είναι καθημερινό φαινόμενο και σε μας. Απλώς, για να χαριτολογήσουμε, η δική μας παρέα απεχθάνεται τους σοβαροφανείς …

-Η πρώτη εντύπωση που είχα για σένα, είναι ότι είσαι ένα « συντροφικό ον», δηλαδή ότι, για σένα, το να μοιράζεσαι τη ζωή σου με τους άλλους είναι βασικό. Κι ότι αυτός ο χαρακτήρας-ανάγκη αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της ποίησής σου. Έτσι όπως μου φαίνεται ότι έχεις έναν χαρακτήρα διαθέσιμο κι ανοιχτό, όπως η ποίησή σου. Είναι σωστό ή κάνω λάθος;

-Βρίσκω εξαιρετικά αναζωογονητικό, για μένα, το να βρίσκομαι ανάμεσα σε κόσμο, να γνωρίζω ανθρώπους ξένους μεταξύ τους και να τους αφήνω να μιλάνε, έτσι ώστε να παίρνω τροφή απ’ τις κουβέντες τους. Τους παρατηρώ και τους ακούω, ακόμη κι όταν δείχνω αφηρημένος ή σκεπτικός. Έχεις απόλυτο δίκιο και συμφωνώ με την παρατήρηση σου, Μαξ.

-Κάποιες μέρες πριν, ένας ιταλός φίλος διάβασε κάποια από τα ποιήματά σου και μου έγραψε: «Ένας ποιητής, με καθαρή γραφή, ικανός να συμφιλιώσει το κοινό με την ανάγνωση, την καθημερινή ζωή, τα απλά πράγματα: τι θαυμάσιο ν’ αναγνωρίζεις επιτέλους τον εαυτό σου μες στους στίχους ενός ποιήματος, να μην χρειάζεται ν’ αναρωτιέσαι για τα κρυφά νοήματα!» Αυτό επιθυμείς ν’ ακούς να λέγεται; Ή θα επιθυμούσες κάτι άλλο;

-Το θεωρώ μεγάλο κομπλιμέντο. Ναι, αν πράγματι το πέτυχα, θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό. Θεωρητικώς, θα έλεγα πως είμαι υπέρ μιας «ποίησης που συμβαίνει», παρά οπαδός μιας «ποίησης που προκύπτει».

-Όμως η ποίησή σου είναι πράγματι τόσο απλή;

-Το πιο δύσκολο πράγμα είναι να μιλήσει κανείς απλά, γιατί κάποιος μπορεί εύκολα να γλιστρήσει στο απλοϊκό, το φλύαρο και το ανούσιο. Συνηθίζω να βάζω διάφορους βαθμούς δυσκολίας: παρηχήσεις, αριθμούς στίχων και ποιημάτων… μια ολόκληρη προσωπική Καμπάλα, επινοημένη από μένα τον ίδιο, μόνο και μόνο, για να μου δυσκολεύω τη γραφή. Πρέπει να ομολογήσω πως η γραφή για μένα είναι ο ύψιστος ψυχαναγκασμός.

-Σε ένα άλλο άρθρο του «Versante Ripido» παρουσιάζουμε ολόκληρη τη συλλογή «Συσσίτιο». Τα πάντα περιστρέφονται γύρω από την τροφή με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Γιατί; Μου κάνεις μια σύντομη εισαγωγή στο «Συσσίτιο»;

-Με την οικονομική κρίση, αναμοχλεύθηκαν και αναδύθηκαν από το συλλογικό ασυνείδητο οι κυρίαρχοι φόβοι του ανθρώπου, όπως είναι η πείνα. Η τροφή δεν έπαψε ν’ αποτελεί ένα από τα πιο βασικά ένστικτα του ανθρώπου. Ένα άλλο είναι το σεξ και η αναπαραγωγή. Από την άλλη, με την οικονομική κρίση, ανακαλύψαμε ξανά τη συντροφικότητα και την αλληλεγγύη. Ας μην ξεχνάμε, πως η μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου είναι πολιτική, προϊόν κι επιταγή του καπιταλισμού. Είναι, δηλαδή, το καπιταλιστικό σύστημα που πριμοδοτεί την ατομικότητα και τη μοναξιά του καθενός. Το «Συσσίτιο» γράφτηκε, εν αγνοία μου, πάνω σε αυτούς τους δύο άξονες: απ’ τη μια, το οικονομικό αδιέξοδο κι απ’ την άλλη, ως λύση στο φόβο τής πείνας, τη συλλογικότητα. Άκουσα από πολλούς, γιατί δεν έγραψα κι αυτό κι εκείνο! Γιατί η πείνα είναι αστείρευτη πηγή, απ’ την τραγωδία έως τις κωμωδίες του Τσάρλι Τσάπλιν και του Τοτό. Δεν ήθελα να κάνω διατριβή πάνω στο θέμα. 22 ποιήματα μου βγήκαν, συγγνώμη αν σας φαίνονται λίγα.

-Από αυτόν το κύκλο ποιημάτων, βγαίνει επίσης μια εικόνα του εαυτού σου λίγο “flaneur”. Ποιά και «πόσο» είναι η σχέση ανάμεσα σ’ εσένα και το περιβάλλον γύρω σου; Κι ως περιβάλλον εννοώ και τους ανθρώπους και τις απρόβλεπτες συνθήκες.

-Είναι αλήθεια πως, επειδή έφυγα πολύ μικρός από την «εστία», μου έχει γίνει έμφυτο το βλέμμα του πλάνητα και του νομάδα. Έχω αναπτύξει μια προσωπική φιλοσοφία αναχωρητισμού και, ως εκ τούτου, την ικανότητα να βλέπω την «ανθρώπινη κατάσταση», κατ’ επέκταση, με τα μάτια του μελλοθάνατου. Ένας μελλοθάνατος που αρπάζει βουλιμικά την κάθε στιγμή και το καλύτερο που μπορεί από τα άτομα που τον περιβάλλουν.

-Προφανώς, οι αναγνώστες περιμένουν να διαβάσουν τα σχόλια του ποιητή για την ελληνική κατάσταση. Μου φαίνεται ότι τα μεγάλα γεγονότα εισέρχονται στα γραπτά σου στη «μύτη των ποδιών». Αλλά γνωρίζω ότι έχεις μια σαφή πολιτική θεώρηση των πραγμάτων.

-Έχουν περάσει αρκετές δεκαετίες από τη «στρατευμένη ποίηση», ένας ολόκληρος αιώνας. Το ποίημα-μανιφέστο δεν είναι το αγαπημένο μου είδος ποίησης. Επειδή και η πολιτική έχει γίνει πολύ πιο πολύπλοκη από πριν και τα πλοκάμια της απλώνονται παντού, έτσι πιστεύω πως, κι εμείς, έχουμε το χρέος να της απαντήσουμε με πολύ πιο ύπουλα μέσα: όχι μ’ ένα ποίημα που ζητά τη μετωπική σύγκρουση μαζί της, αλλά να την ξεγελάσουμε με κυκλωτικές κινήσεις, μέσα από πάρα πολλά ποιήματα και πάρα πολλούς ερωτικούς συντρόφους (γέλια).

-Το ποίημά σου που περισσότερο μ’ αρέσει είναι το «Ελλάδα Παπάκι», γιατί εκεί βρίσκω την Ελλάδα που υπήρχε, της οποίας αποτέλεσα μέρος της, που ακόμα υπάρχει κι αντέχει, και που είναι δύσκολο, αδύνατον θα έλεγα, να κοινωνήσεις σ’ όποιον δεν την έχει ζήσει. Είναι η αναστολή του χρόνου, όπου ο άνθρωπος μπορεί να έχει επίγνωση του εαυτού του; Και τι θα πρόσθετες, ή θ’ αφαιρούσες, σήμερα, σ’ αυτή τη δήλωση αγάπης;

Ελλάδα Παπάκι

Η Ελλάδα ταξιδεύει με σαράντα
Σαν το παπάκι στην παραλιακή.
Η μεγίστη δυνατή ταχύτητα
Συμπίπτει με τη δυνατότητα
Του ερωτευμένου βλέμματος:
Να καταγράφει, να χορταίνει,
Να θυμάται. Το φως στις ελάχιστες
Αποκλίσεις του, τον κυματισμό
Της θάλασσας και τη φορά του ανέμου.
Η Ελλάδα κι ο συνεπιβάτης της
Που την αγκαλιάζει, κλείνουν
Τα μάτια τους ταυτοχρόνως:
Δεν θα μάθει ποτέ τι ήταν
Αυτός για κείνη, ούτε κείνη
Πόσα πολλά της χρωστάει.
Χάρη στις χαμηλές ταχύτητες
Η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα
Όπου το σούρουπο
Προς το Σούνιο, ή στην επιστροφή,
Μπορεί να διαρκέσει ολόκληρη ζωή.

-Τις ερωτικές εξομολογήσεις, απ’ τη στιγμή που θα ειπωθούν, δεν μπορείς να τις πάρεις πίσω… κι ούτε θέλω ν’ αλλάξω τίποτα. Απλώς, για να παραμείνει ζωντανή η αγάπη, μερικές φορές κάνουμε και υπερβάσεις: προσωπικά, αυτή την αναστολή του χρόνου, την αναζητώ πλέον στην επαρχιακή Ελλάδα, στη Λάρισα, όπου επέστρεψα για να ζήσω εδώ και λίγους μήνες.

-Στους στίχους σου ανατρέχεις συχνά στο σπίτι και στις βεράντες. Πολλές φορές γράφεις για τη βεράντα σου και τις γλάστρες με τα φυτά σου, αλλά το βλέμμα πάει σπάνια, ή σχεδόν ποτέ, πέρα απ’ το κιγκλίδωμα.

-Ο Σωκράτης δεν έφυγε ποτέ από την Αθήνα, ούτε μέχρι τη Σαλαμίνα δεν πήγε. Ο Πικάσο έλεγε πως δεν αγαπούσε τα ταξίδια, γιατί αντί να πηγαίνει εκείνος σ’ ένα μέρος, προτιμούσε να τον επισκέπτονται εκείνα στο ατελιέ του. Ο Φελίνι γύριζε μόνο μέσα στα στούντιο της Τσινετσιτά. Ο Λεοπάρντι, αν δεν περιοριζόταν να περιγράψει το φράχτη, δεν θα μας μετέφερε ποτέ στο άπειρο. (Γέλια). Θέλω να πω, ναι, πως έχεις δίκιο, με την έννοια πως, στα ποιήματά μου, υπάρχει μια καταγραφή όσων βλέπουν τα μάτια μου. Μια ποιητική του βλέμματος.

-Είσαι επίσης μεταφραστής από τα ιταλικά: Πένα, Σερένι, Σάμπα, για παράδειγμα. Μου φαίνεται ότι υπάρχει μια ισχυρή, ποιητική ομοιότητα ανάμεσα σ’ εσένα κι αυτούς. Ποιά ποίηση, κι από ποιό μέρος του κόσμου, θα άξιζε μεγαλύτερης προσοχής στην Ευρώπη;

-Σου θυμίζω πως ήρθα στην Ιταλία σε ηλικία 18 χρονών κι έζησα για δέκα συνεχόμενα χρόνια. Θα μπορούσαν να με επηρεάσουν κι άλλοι ποιητές που αγαπάω επίσης πάρα πολύ, αλλά μίλησε η προσωπική ιδιοσυγκρασία, όπως και για κάθε τι που κουβαλάμε στη ζωή μας: το χρώμα των ματιών μας, η κληρονομικότητα στις αρρώστιες. Η ποίηση στην περιφέρεια αργεί να φθαρεί, ή αν θέλεις, παρακμάζει με καθυστέρηση. Αν λοιπόν, θεωρήσουμε ως «κέντρο» τις κυρίαρχες γλώσσες (αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά), που έχουν πέσει σε λήθαργο από πλευράς ποιητικής παραγωγής, οι υπόλοιπες έχουν ακόμη πολλά να δώσουν, γιατί δεν έχουν φθαρεί τα εκφραστικά τους μέσα. Η Ευρώπη δεν έχει παρά να κοιτάξει στη γειτονική της περιφέρεια με την προσοχή που δεν έχει επιδείξει ακόμα: στην Τουρκία, τη Ρουμανία, τη Βουλγαρία, την Ουγγαρία κλπ. Ίσως και λίγο πιο πέρα, στην άλλη πλευρά της Μεσογείου, για παράδειγμα, στην Αφρική.

*Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου
(http://penultimoorizzonte.wordpress.com)
**Δημοσιεύτηκε την Τρίτη, Αυγούστου 27, 2013, εδώ: http://www.thraca.gr/2013/08/blog-post_27.html

Γιώργος Κορδομενίδης, Η υποψιασμένη απελπισία της Κατερίνας Γώγου

H φωτογραφία της στο εξώφυλλο, μετωπική, με βλέμμα ευθύ και διεισδυτικό, με τη μορφή της σχεδόν αυστηρή ―αν εξαιρέσεις μια υποψία πικρού χαμόγελου στα χείλη―, δεν αφήνει καμιά αμφιβολία στους ανειδίκευτους αναγνώστες για την ταυτότητα του προσώπου και του ονοματεπωνύμου της εικονιζόμενης: Kατερίνα Γώγου, ηθοποιός (από την Όμορφη πόλη του Kακογιάννη στις ταινίες της Φίνος Φιλμ της δεκαετίας του ’60 κι από κει στη Φιλουμένα Mαρτουράνο πλάι στην Eλλη Λαμπέτη) και ποιήτρια.

Kατερίνα Γώγου. Mε λένε Oδύσσεια. Aθήνα, Eκδόσεις Kαστανιώτη 2002, 133 σελ.

Στο σανίδι από τα πέντε της χρόνια (γεννήθηκε στην Aθήνα το 1940), στα δώδεκά της μαθήτρια στη σχολή Mουζενίδη, κάνει νωρίς την πρώτη της επαγγελματική εμφάνιση κι αμέσως μετά συμμετέχει ―στη “χρυσή” εποχή του εμπορικού ελληνικού κινηματογράφου― σε περισσότερες από 50 ταινίες, που την έκαναν γνωστή στο κοινό σαν το δροσερό κοριτσόπουλο με τα κοντά μαλλιά και τη μίνι φούστα, που χοροπηδούσε φωνάζοντας γιούπι!

Aλλά τόση προκάτ ευδαιμονία δεν την αντέχει ένας υποψιασμένος και ποικιλοτρόπως ταλαιπωρημένος άνθρωπος όπως η Kατερίνα Γώγου.

Tο 1979 εκδίδει την πρώτη της ποιητική συλλογή: Tρία κλικ αριστερά. Tα ποιή ματά της διαβάστηκαν όσο λίγα, και το βιβλίο έχει κάνει μέχρι σήμερα περισσό τερες από 20 εκδόσεις, ενώ μεταφράστηκε στα αγγλικά και κυκλοφορεί στην Aμερική. Aπό ένα σημείο και πέρα ήθελα να σπάσω την απομόνωση ―όχι την προσ ωπική, αλλά όλων σαν εμένα―, χωρίς όμως μ’ αυτό να θέλω να πω ότι την ψώνισα να κάνω την αγία ή την αρχηγίνα, θα πει σε μια συνέντευξή της στον Δημήτρη Γκιώνη (Eλευθεροτυπία, 13.10.1980). Tα μάζεψα λοι πόν [: τα ποιήματα] και πήγα σε δύο ανθρώπους που πίστευα ότι δεν είναι και τόσο πουλημένοι, και τους τα έδωσα να τα διαβάσουν. Φαίνεται ότι τους άρεσαν. Λέω πως θα με είδαν κάπως έτσι: «Για κοίτα ρε που σκέφτεται, για κοίτα που γράφει ― και γράφει και καλά». Προχώρα και βγάλτα, μου είπαν. Kαι τα ‘βγαλα.

Tο γράψιμο αποτέλεσε σταθερή διέξοδο στα τελευταία 15 χρόνια ζωής της Kατερίνας Γώγου. Tο δεύτερο βιβλίο της, Tο ιδιώνυμο (1982) έχει κάνει κι αυτό πάνω από 15 εκδόσεις. Tο ξύλινο παλτό (1982) βρίσκεται στη 10η έκδοσή του, ενώ οι Aπόντες (1986) στην 4η έκδοση. Oλα τα προαναφερθέντα βιβλία της, καθώς και O μήνας των παγωμένων σταφυλιών (1988) κυκλοφορούν από τον Kαστανιώτη. Tο τελευταίο της βιβλίο, Nόστος, το έβγαλε το 1990 από τα Nέα Σύνορα.

O Nίκος Φωκάς, ένας από τους πιο σημαντικούς σημερινούς ποιητές μας (κι ο μόνος, όπως προκύπτει από το αυτοσχέδιο αρχείο μου, μη δημοσιογράφος που ασχολήθηκε με την ποίηση της Γώγου), έγραφε στη Φιλολογική Kαθημερινή (31.5.1979): Tο Tρία κλικ αριστερά είναι ποίηση πολιτική, αλλά με μια σημαντική διαφορά. Διαφορά ποιοτική. H γλώσσα είναι ενεργητική στο βαθμό που την ενεργοποιεί και την αναγκάζει το πάθος. Συγχρόνως όμως επώδυνα ουσιαστική, κόβεται ακριβώς μια στιγμή πριν γίνει συναισθηματολογία ή ρητορικός στόμφος. Eίναι ένας λόγος με κύρος και θυμό, που, μένοντας πολιτικός, είναι υποχρεωμένος να είναι εξαιρετικά σαφής, εφόσον υποθέτω υπολογίζει σε κάποια αποτελέσματα, δίχως να χάνει χρόνο και δύναμη σε ωραιολογικούς ακκισμούς ή ευκαιριακές επιδείξεις.

Σ’ αυτό το μεταθανάτιο βιβλίο της Kατερίνας Γώγου περιέχονται τα τελευταία ποιήματά της, που κινούνται στους ίδιους άξονες μ’ αυτά που γνωρίζουμε από τις προηγούμενες συλλογές της αλλά και με στίχους σπαρακτικότερους από κάθε άλλη φορά:

[…]
Πώς θα γυρίσω
που βρίσκομαι χωρίς σκαρί
συντρόφους, από τ’ άγγιγμα της Kίρκης, γουρούνια
χωρίς αέρα και πανιά
όμοιο εγώ διαζευτικό καταμεσής της θάλασσας;

Xωρίς εισπνοή πώς εκπνοή της άνοιξης να γίνω
κι έτσι ξυπνητή νεκρή ζωντανή
τους κοιμισμένους θεούς μέσα μου
να μην τους ξυπνήσω;

Mε λένε Oδύσσεια.
Aνθρωπος διωγμένος κι εγώ από τον ουρανό
το σώμα μου φθαρτό, έχει από πέσιμο
σχεδόν οριστικά τσακίσει
[…]

Στις επόμενες σελίδες, πεζά ποιήματα με βιωματικά στοιχεία, αλλά και μικρά πεζά, με περισσότερο αυτοβιογραφικό χαρακτήρα, που αναφέρονται σε πρόσωπα και περιστατικά από τη ζωή της και την καριέρα της (όπως στον σύζυγό της και πατέρα της κόρης της, Mυρτώς, σκηνοθέτη Παύλο Tάσιο, ή στην Eλλη Λαμπέτη, συνόψεις σεναρίων.

Kι ακόμη, κείμενα με ημερολογιακό χαρακτήρα, καταγραφές σχεδίων («Nα βρω και να δω και να μάθω πώς έβγαλε την τελική σκηνή η Kαπρίσκι στη Δημόσια γυναίκα του Zουλάφσκι» ― «Kάποιος να μου δανείσει ένα καλό μικρό κασετόφωνο να θυμηθώ τη φωνή μου»), γράμματα στον εαυτό της αλλά και στον πατέρα της: Tι καλός που είσαι που μ’ έμαθες από πέντε χρόνων να διαβάζω εφημερίδα! Eσύ που ξέρεις τόσα, μα τόσα πολλά, πήρα το κώνειον, έφαγα όλο μου το φαΐ, όλα μου τα χάπια. Eρχόμουνα, όπως με είχες εκπαιδεύσει στη Bία, να σε βρω στο καφενείο, στου Mακρυγιάννη, που έπαιζες πρέφα, να σου θυμίσω να με δείρεις αλλά δεν είχε τελειώσει η παρτίδα και μου ‘λεγες: «Ξανάλα σε μια ώρα», κι εγώ ξαναρχόμουν ξανά και ξανά, μέχρι να αισθανθώ τη βία σαν λύτρωση, μαθαίνοντας να προσεύχομαι σ’ αυτό που δεν ήξερα, στο Θεό, να με δείρεις με την πέτσινη λούρα σου, να με χτυπάς στα γόνατα και στα καλάμια με τα μυτερά σου καφετιά παπούτσια […]

Aλλά και γράμματα στην κόρη της, και πάλι στη μάνα της, και πάλι στον εαυτό της, γράμματα γεμάτα αποσιωπητικά πριν από την οριστική σιωπή, στην οποία κατοίκησε ανεπιστρεπτί την Kυριακή 3 Oκτωβρίου 1993.

*Δημοσιεύτηκε στον “Αγγελιοφόρο της Κυριακής”, στις 21.4.2002. Εμείς το πήραμε από το Εντευκτήριο εδώ: http://entefktirio.blogspot.com.au/2017/10/blog-post.html

Γιάννης Λειβαδάς, Ποίηση δίχως ποιητές, ποιητές δίχως ποίηση

«Χαμένος μέσα σ’ αυτό που απουσιάζει,
αυτή είναι η άπταιστη κουβέντα.
Όχι δα· απών μέσα στης άγνοιας την τάξη.
Μεσολάβηση τελεολογίας που σαφρακιάζει
την παραμέληση των θεωριών».

Το υστερόγραφο ενός ανολοκλήρωτου προλόγου έξι δοκιμίων –τα οποία δημοσιεύθηκαν σε σειρά από τον Μάρτιο του 2016– σχετικά με την πεφυσιωμένη θλίψη, τη νοθεία, και την αισθητικοποίηση των κοπετών∙ με την προϋπόθεση μίας απροσάρμοστης δυσκολίας: αυτή η κριτική τοποθέτηση δεν επιζητεί κάποιο πόρισμα, δεν προσαρμόζει εντέχνως ή αλλιώτικα την επιχειρηματολογία της, –στον βαθμό πάντοτε που μπορεί μία επιχειρηματολογία να επεκταθεί στα όρια ενός τυπικού δημοσιεύματος– εφόσον αψηφά κάθε προοριστική και τελεολογική ισχύ της γραφής, όταν αυτή σχετίζεται με την ποίηση.

Η επινόηση είναι συμφυής με την ποιητική τέχνη όχι μόνο όπως η δημιουργία είναι σύμφυτη με τον άνθρωπο αλλά και όπως ο μαρασμός είναι σύμφυτος με τον άνθρωπο, επίσης.

Πολύ συχνά, ο άνθρωπος που «γράφει», μετατρέπει τη συνεκτικότητα της ζωής σε δημόσιο βωμό της «ποιητικής του πτώσης». Σε αναλογία με την απουσία επινοητικότητας και το πλεόνασμα μεμψιμοιρίας, τοποθετεί συστηματικά την ποιητική του «πτώση» στον δημόσιο βωμό, αφού αυτή η «πτώση» δεν έχει τέλος και προσφέρεται για αμέτρητες θεαματικές θυσίες. Ατέρμονο μπιζάρισμα. Η «πτώση» δεν απολαμβάνει τυχαία τα πρωτεία της πιο διαδεδομένης παλιλλογίας, με τις υπόλοιπες, δίχως να υπολείπονται σε τεθλιμμένη χαριτολογία, να ακολουθούν.

Σε αυτό που ονομάζεται ποίηση –στη διάσταση των αισθητικο/ιδεολογικών αναβατήρων–, η ηθική της παθητικής φωνής έχει αναγορευθεί σε χρυσόμαλλο δέρας. Το οποίο συχνά επιδεικνύεται μαζί με το σεσηπός γδαρμένο ζώο. Αμέτρητα περίλυπα πλάσματα εμπνέονται από οτιδήποτε, αρκεί αυτό να επανεμπνέει την απλοϊκότητα των πεποιθήσεων και των ευαισθησιών τους.

Πόσες από τις σύγχρονες, τις σημερινές, ποιητικές γραφές, μπορούν να σταθούν στα πόδια τους, εάν αφαιρέσει κανείς από μέσα τους την ποίηση (την προγενέστερη μα και την ομόχρονη), η οποία όντας με σαφή ωμότητα συρμένη στο αβαθές εσωτερικό τους, είναι εκείνη που τις βαστά «όρθιες» στα πόδια τους;

Κι επειδή ετούτη η μέθοδος δεν αργεί να φανερώσει εκ των έσω πως πρόκειται για κάτι έωλο και ευκαιριακό, έρχεται η αντιγραφική, η οξεία μιμητική επαναπροσέγγιση, των «πιστεύω» και «αμφιβάλλω», τα οποία αντικαθιστούν κατά βούληση το ένα το άλλο, με την αρπαγή των γλωσσών και των αιτημάτων νεκρών ή εν ζωή ποιητών.

Όταν η ποίηση η οποία μέχρι πρότινος μπορούσε να χαρακτηριστεί «αυθεντική», ««καλή», ή ακόμη και «υποστηρίξιμη», ξαναδίνει σημεία εμφάνισης, αναπλασμένη ή αναπαριστώμενη από δεύτερο χέρι, ακόμη και όταν έχει σκοπό την απόλυτη εξαπάτηση, δηλαδή τη μέγιστη προσέγγιση του προτύπου της∙ αποτελεί μία προσωπική επιτυχία η οποία προσφέρει βαθιά συγκίνηση από την καταχώρισή της, από τη διόγκωση της σκιάς της, λουφαγμένη στο κίνητρο του υποδείγματος στο οποίο συγκαταβατικά νεύει – δηλαδή μία «ποίηση» κοσμητικής επέμβασης, κατά τον τρόπο των πλαστικών εγχειρήσεων.

Η επιτυχία αυτή, λοιπόν, διαβεβαιώνουν οι επιτυχόντες, οφείλει να αναδειχθεί, μήπως και μέσω της ανάδειξης αρχίσει αίφνης να σημαίνει κάτι, ώστε να μην πάει εντελώς στράφι ο στεναχτικός κοινωνισμός της επιτυχίας αυτής∙ η κοσμητική της τρανότητα: εκείνο το «βάθος» που συγκλονίζει, καθώς αναδεικνύει την υπόθεση βάθους όσων διαλογίζονται στα ρηχά.

Για του λόγου το αληθές∙ πόσες από τις σύγχρονες, τις σημερινές, ποιητικές γραφές, μπορούν να σταθούν στα πόδια τους, εάν αφαιρέσει κανείς από μέσα τους την ποίηση (την προγενέστερη μα και την ομόχρονη), η οποία όντας με σαφή ωμότητα συρμένη στο αβαθές εσωτερικό τους, είναι εκείνη που τις βαστά «όρθιες» στα πόδια τους; Εντοπίζεται τελικώς κάποια νεότητα, με όρους νεότητας; Γιατί νεότητα με όρους αναπροσαρμογής του ποιητικού γήρατος, σαφώς και υφίσταται. Ανθεί.

Η ξαναγραμμένη ποίηση λοιπόν, ως υποβίβαση, στο μέτρο της ανάγκης προσωπικής επιτυχίας, μα και αμιγώς ως προσωπική επιτυχία, δεν αποτελεί επιτυχία της ποίησης – κατά την υπόθεση πάντοτε μίας τέτοιας επιτυχίας, αφού η ποίηση γίνεται ενόσω αποτυγχάνει πάνω στην απόπειρα λύσης του απολύτου [1].

Είναι η οδυνηρή, ευλογοφανής μικρότητα της πραγματικότητας, η οποία περνά για συντροφικότητα στην ερημιά, για ένταξη σε κοινότητα όντας στο πουθενά∙ καθώς και η πικρή προσαρμοστικότητα του αντιγραφέα που λιμνάζει στην καταδεκτικότητα της πραγματικότητας, η οποία μέσω της αντιγραφής, της επανάληψης, συμβιβάζει κάπως το συμβαίνον με την εγκαρτέρηση ως την εμφάνιση ενός φωτός αλλιώτικης έμπνευσης.

Με το να αντικαθιστά κανείς τη βελόνα στ’ άχυρα με την τρίχα στ’ άχυρα, ή το άχυρο στις βελόνες, δεν βγαίνει τίποτα. Αυτός είναι πάντως ο απώτερος στόχος, να μετατραπεί η ποίηση σε ποιητικό διατύπωμα το οποίο θα εκπληρώσει το όραμα μιας κοινωνικής οικειότητας. Η ποίηση που θέλουν να φτιάξουν δεν είναι παρά το καθρέφτισμα του κόσμου, της κοινωνίας, που προσπαθούν να δημιουργήσουν. Και αυτός ο ποθητός κόσμος, η τελειωτική πάταξη του ανθρώπου ως ζωτική μεταφυσική μονάδα, δεν θα υλοποιηθεί εάν οι τέχνες στο σύνολό τους, η αισθητική, δεν καταστούν διαχειρίσιμες.

Οι επαναλήψεις κουράζουν, απωθούν, γιατί λοιπόν, θα αναρωτηθεί κανείς, η επανάληψη της άνωθεν τοποθέτησης; Διότι αυτή η, τελικώς, μακάβρια επανάληψη της ποιητικής γραφής, είναι βολικά τακτοποιημένη στη συνείδηση αναγνωστών και γραφόντων. Διότι αυτό το φαινόμενο που περιέγραψα είναι αδιάλειπτο, και με τις διαστάσεις που έλαβε μέσα στην τελευταία δεκαπενταετία, πέρασε στο επίπεδο του θεσφάτου.

Εκείνα τα στοιχεία τα οποία η, αυθαίρετη, κριτική, εκτιμά ως νέο προσωπικό ύφος, ως παρέμβαση και ανακαίνιση, δεν είναι παρά τα στοιχεία «προέλευσης» τα οποία καταδεικνύουν τη νοθεία του πράγματος. Έκβαση αναμενόμενη, απ’ εκείνους που, ενώ διατείνονται πως εξετάζουν με κριτικό πνεύμα το όποιο δημοσιοποιημένο υλικό, πως ερευνούν ενδελεχώς τη σύγχρονη ποίηση, αρκούνται στην εξέταση των όποιων ποιητικών συλλογών λαμβάνουν, στοχευμένα, από εκείνους που τις υπογράφουν, αντί να ξετινάζουν βιβλιοθήκες.

alt

Ωστόσο, ακόμη και μία ενδελεχής έρευνα δεν θα φέρει σίγουρα ένα αποτέλεσμα διαφορετικό προς τα έξω∙ γιατί η αισθητική παραδοχή είναι κατά βάθος μία παραδοχή πολιτισμική, δηλαδή μία παραδοχή της βιούμενης κατάστασης, και όντας τέτοια η δυσκολία της δημοσιοποίησής της είναι αν όχι απίθανη, τουλάχιστον δυσχερής. Ωσαύτως, πώς να θιγούν, να μελετηθούν, τα στοιχεία της νοθείας και της προέλευσης, όταν δεν γνωρίζει κανείς τη μορφή και το περιεχόμενο και των δυο; Κάνω εδώ ετούτη την τοποθέτηση ορίζοντας το φαινόμενο της νοθείας ξεκάθαρα σε επίπεδο εκφραστικής και περιεχομενικής αναδίπλωσης/συγκάλυψης του προϋπάρχοντος έργου, μέσα στο χρονολογικά πιο πρόσφατο κείμενο, και όχι σε επίπεδο ερμηνευτικής αναφορικότητας ή παραπομπής. Τοποθέτηση η οποία, είμαι βέβαιος, θα θεωρηθεί από πολλούς λανθασμένη ή άνευ σημασίας, εφόσον εκείνο που έχει σημασία είναι να ξεγελούν ισοβίως τον αβάσταχτο λιμό που δημιουργούν τα ερείσματά τους: αισθητηριακή αποχαύνωση, ιδεολογική και θρησκευτική σωτηριολαγνεία, αναπαραγωγή κάθε κοινωνικής δοξασίας, όλη η διαστρωμάτωση της «θετικότητας».

Κατ’ αντοιστιχία με τον συρμό αυτών των ερεισμάτων, οι καταγγελίες, ακόμη και οι εξονειδισμοί, αντί να θέσουν τους φυσικούς τους αποδέκτες σε περισυλλογή, περνούν και αυτοί σε χρήση, σε «δημιουργική διαχείριση υλικού» από τους αποδέκτες, οι οποίοι κατ’ αυτόν τον τρόπο περιστοιχίζουν τη διανοητική τους κόπρο με συμπιλήματα, δημιουργώντας μία σύγχρονη αντίκα, η οποία είναι αυτό που είναι∙ εκείνο που ουδέποτε προήχθη από τον λόγο των αντιγραφόμενων, εκείνο που ουδέποτε προάγεται από τον λόγο εκείνων που την αμφισβητούν, που την ακυρώνουν.

Εκείνος που συλλαμβάνει τα τεκμαρτά και τα τεκμαιρόμενα της ποίησης, εκείνος δηλαδή που είναι σε θέση να αμφισβητεί, δεν είναι, όπως και αν το δει κανείς, ίδιος ή παρόμοιος με εκείνον που τα απορρίπτει, ή που κάνει πως δεν τα βλέπει.

Ασφαλώς οι τρύπες που γίνονται στο νερό είναι νερότρυπες, δεν είναι τυφώνες, ασχέτως εάν τα δημοσιεύματα εκλαμβάνουν την ύλη τους ως δελτία καιρού που προειδοποιούν για φαινόμενα. Μα απ’ το να είναι κανείς οτιδήποτε, είναι προτιμότερο να είναι εκείνος που περιγράφει τις θαλασσοταραχές που λαμβάνουν χώρα στην προσωπική του μπανιέρα.

Όχι σε μεγάλη απόσταση από τα παραπάνω, οριοθετείται ένα ακόμη άκρο, από τα τόσα: να αποδέχεται και να συμμερίζεται περισσότερο και πολύ πιο εύκολα κανείς, έναν επιπόλαιο αμφισβητία, απ’ όσο έναν μη αμφισβητία ο οποίος μολαταύτα βρίσκεται πιο κοντά στην ποίηση σε σύγκριση με τον πρώτο.

Εκείνος που συλλαμβάνει τα τεκμαρτά και τα τεκμαιρόμενα της ποίησης, εκείνος δηλαδή που είναι σε θέση να αμφισβητεί, δεν είναι, όπως και αν το δει κανείς, ίδιος ή παρόμοιος με εκείνον που τα απορρίπτει, ή που κάνει πως δεν τα βλέπει. Πόσο μάλλον εάν πράγματι δεν είναι ικανός να τα δει, και πόσο ακόμη εάν εντούτοις ξεφουρνίζει τις δικές του ηλιθιώδεις αμφισβητήσεις.

Το ρεύμα, που εμπερικλείει τις τάσεις οι οποίες συνδιαμορφώνουν την τρέχουσα «fata morgana», δεν αποδεικνύει μόνο πως είναι προδιατεθειμένο να αναγάγει τον μικρόκοσμό του σε απόλυτο διαχειριστή των πάντων, μα έχει την ευστροφία να προδιαψεύδει με εκθαμβωτική χάρη τον εαυτό του, ώστε να αποποιείται εκ των προτέρων κάθε ευθύνη και υποχρέωση – από εκείνες που καθορίζουν οργανικά την ψυχική και τη διανοητική κατάσταση ενός ποιητή, δηλαδή τα πεδίο διαφοράς της ίδιας της ποίησης.

Η περίκλειστη ρυμοτομία των εκδιδομένων υποδείξεων βρίθει συγκλονισμών, ικανότατων επηρμένων και ταπεινοφρόνων, οι οποίοι κάθε φορά που εκφράζονται κατ’ ιδίαν ή δημοσίως, δεν λησμονούν να φορέσουν τον στέφανο των βασάνων τους, από αγκαθωτό μαϊντανό.

Αρκεί. Όταν φωτίζονται τα κίνητρα φωτίζεται το θέμα. Στης ποίησης την παλάντζα ο κανόνας με το κινητό αντίβαρο προεκτείνεται εσαεί στο αδιάσειστο.

*Στη φωτογραφία πίνακα του Dan Miller.

**Αναδημοσίευση από εδώ: https://bookpress.gr/stiles/eponimos/poiisi-dixos-poiites-poiites-dixos-poiisi?utm_source=Newsletter&utm_medium=email

Οι χτυπημένοι

Ένα υπέροχο κείμενο του νερού Δημήτρη Πουλικάκου, που συστήνει στην ελληνική νεολαία τους ποιητές της beat generation

Έχω μπροστά μου το πρώτο τεύχος του “City Lights Journal”. Στο εξώφυλλο απεικονίζεται ο Allen Ginsberg στα Κεντρικά Ιμαλάια. Κάθεται σ’ ένα ραγισμένο πλίθινο τοίχο, ξεμαλλιασμένος, τυλιγμένος με μια μεγάλη κροσσωτή κουβέρτα, χαμογελάει στον φίλο του Gary Snyder που τον φωτογραφίζει.

Γυρνάω στα περιεχόμενα:

ΕΝΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ …… Αnselm Hollo.

«- Πρώτη ερώτηση είναι: απολαμβάνετε την ερωτική πράξη – και δεν σας ρωτάμε με ποιον ή με τί, απλώς ναι ή όχι κι’ είμαστε εν τάξει.
– Δεύτερο: αν ναι, θέλετε να συνεχίσετε αυτή την απόλαυση κάθε τόσο, δεν σας ρωτάμε πόσο συχνά – απλώς ναι ή όχι, κι’ είμαστε εν τάξει.
– Αν όχι, τότε τι απολαμβάνετε;»

Ο Ginsberg είναι Αμερικανός, ο Hollo Φινλανδός. Κι’ άλλα ονόματα: Τζακ Κέρουακ, Γουίλιαμ Μπάροους, Γκρέγκορυ Κόρσο, Χάρολντ Νορς, Μίκαελ Μακ Κλιούρ, Φερλινγκέττι, Λερόυ Τζόουνς, κι άλλοι πολλοί, οι πιο πολλοί άγνωστοι, άλλαξαν σε τρία-τέσσερα χρόνια ολόκληρη τη μορφή της διεθνούς λογοτεχνίας. Για να μιλήσουμε σωστότερα τον τρόπο του “σκέπτεσθαι” της Αμερικής, κατά κύριο λόγο και της Ευρώπης δευτερευόντως. (Πιο συγκεκριμένα, η επιρροή τους αγγίζει περισσότερο την Γαλλία και την Αγγλία, σαν διεθνή καλλιτεχνικά κέντρα).

Μια αλλαγή που δημιούργησε θόρυβο, που αντιπροσωπεύει μια νοοτροπία που δημιουργεί μια ολόκληρη γενιά: the Beat generation.

Τεντυμπόϋδες, αλήτες, επιστήμονες, καθηγητές, μαθητές, κατάδικοι, τεμπέληδες, γόνοι καλών οικογενειών, πάμπλουτοι, πάμφτωχοι, ένα συνονθύλευμα όλων σχεδόν των κοινωνικών τάξεων, οργώνουν εδώ και δέκα χρόνια (και περισσότερα) όλο τον κόσμο σπέρνοντας γύρω τους το χιούμορ, την ελεύθερη σκέψη, την καλοσύνη, το βίτσιο, την καταστροφή (όχι συχνά), ένα ρομαντισμό, μια αηδία για τη γενική κατάντια των ανθρώπων.

Ο Gregory Corso μεγάλωσε μέσα στη μιζέρια και στ’ αναμορφωτήρια. Το 1950 αφού είχε βγει, πριν από λίγες εβδομάδες απ’ αυτό, γνωρίζει τον Allen Ginsberg. Αυτός, γυιος καθηγητή και ποιητή, τον μυεί στην μοντέρνα ποίηση. Μιλάνε για την κοινωνική κατάσταση, για τον κινηματογράφο, για τις Τέχνες, τον έρωτα.

Αποκαλύπτεται πως ένα ηλεκτρικό ρεύμα διαπερνάει την Αμερική με πόλους την Νέα Υόρκη και τον Άγιο Φραγκίσκο. Τα πρώτα μικρά περιοδικά αρχίζουν να τυπώνονται και να κυκλοφορούν. Πρώτο-πρώτο το “Yugen” με εκδότη τον LeRoi Jones.

Νέοι και νέες, ρομαντικοί, χτυπημένοι (Beats), ρακένδυτοι πολλές φορές, ξυπόλυτοι, με αχτένιστα μαλλιά, επηρεασμένοι από τις παραδόσεις, κυρίως του υπερρεαλισμού και του υπαρξισμού, οργώνουν την χώρα. Με auto-stop, με καράβια φορτηγά, με τραίνα. Μετακινούνται κάθε τόσο από πόλη σε πόλη, από Πολιτεία σε Πολιτεία, από χώρα σε χώρα χτίζοντας τον κόσμο τους. Κόσμος, που είναι σε απόλυτη γνώση της πραγματικότητας κι όμως ζει εντελώς έξω απ’ αυτήν.

Κυκλοφορούν παντού. Στο Greenwich Village, στην 5η Λεωφόρο, στο Los Angeles, στα Παρισινά καφέ. Κοιμούνται με τους clochards, στις όχθες του Σηκουάνα, συναντιούνται στη Ρώμη, στο Saint-Germain, στο Piccadilly, στου Παπασπύρου.

Κάνουν ό,τι θέλουν στο μέτρο που τους επιτρέπουν τα οικονομικά τους. Δουλεύουν όσο το δυνατό λιγώτερο μπορούν. Κυττάνε να βρίσκονται σε ζεστά κλίματα με εύκολο τρόπο ζωής. Μεταναστεύουν, σχεδόν οριστικά, σε ξένες χώρες. Στην Γαλλία, στην Ταγγέρη, στο Μαρόκο, στην Ελλάδα (Ύδρα, Κρήτη), στο Λονδίνο.

Σχηματίζουν ένα τέλειο δίκτυο επικοινωνιών – χωρίς τηλέφωνο, χωρίς ταχυδρομείο, χωρίς ασύρματο, χωρίς τηλεόραση.

Δημήτρης Πουλικάκος

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ………. γύρω στα 1963-1965. Ευχαριστίες στον Θόδωρο Μπασιάκο που το ανέσυρε.