Ζε σουί Μήτσορα

5.3.2017
Συντάκτης: Χρήστος Αγγελάκος*

Τη γνώρισα το 1982, σ’ ένα διαμέρισμα της Σπευσίππου, στραμμένο στον εαυτό του. Ηταν τότε μαζί με τον Χρήστο Βακαλόπουλο. Είχαμε πάει με τον Ικαρο Μπαμπασάκη να πάρουμε συνέντευξη και στους δυο τους για ένα χάι τεκ περιοδικό, ονόματι «Phenomenon».

Η Μαρία ξεμπέρδεψε μ’ ένα χειρόγραφο σημείωμα. Θυμάμαι την αρχή του: «Μη με ρωτάτε απαντήσεις, όλοι αυτό κάνουν».

Και πιο κάτω: «Δεν κρύβω τα γραφτά μου στα συρτάρια, δεν είμαι ο Εξηνταβελόνης που ράβει τις χρυσές λίρες στο στρώμα του».

Από τότε την έβλεπα περιστασιακά, στο Κολωνάκι κυρίως, χωρίς να της μιλήσω ποτέ.

Ημουνα η φωτογραφική μηχανή που κατέγραφε τα περάσματά της.

Θυμάμαι όλες τις φορές, μία μία. Την τελευταία που τη φωτογράφισα με το βλέμμα, την είδα να στέκεται γωνία Πλουτάρχου και Σπευσίππου.

Κυριακή μεσημέρι, κατακαλόκαιρο, με στενό λεοπάρ. Εμεινα ακίνητος στη Χάριτος.

Την είδα να κάνει στροφή και να φεύγει. Σκέφτηκα ότι δεν ιδρώνει ποτέ και θα πηγαίνει στον Καλυβιώτη για κουμπιά.

Δεν την έχω ζήσει καθόλου. Την έχω φανταστεί πολύ.

Η φωτογράφιση ήταν τουλάχιστον περιπετειώδης. Τρεις ώρες ψάχναμε να βρούμε τα καμένα τρόλεϊ στον Βοτανικό.

Κόβαμε βόλτες γύρω από ένα ροζ μπονμπόν εκκλησάκι. Ανεβοκατεβαίναμε την Αγίας Αννης.

Ρωτούσε ο Βασίλης παντού για τα τρόλεϊ. Τα είχαν μαζέψει εκείνο το πρωί.

Μαρία Μήτσορα © Βασίλης Μαθιουδάκης
Καταλήξαμε σε μια κατεστραμμένη μονοκατοικία. Φωτογραφηθήκαμε μαζί.

Της είπα ότι θα γυρίσω την εισαγωγή και αντί για τα καμένα τρόλεϊ θα τη ρωτήσω για την ερειπωμένη έπαυλη.

Σιγά μην το κάνω. Σιγά μη μας κάνει η πραγματικότητα ό,τι θέλει αυτή.

Αρα, εσείς θα μας βλέπετε στον σκουπιδότοπο, ενώ εγώ τη ρωτάω:

● Τα καμένα τρόλεϊ που σε πάνε;

– Ετσι όπως είναι στη σειρά και σκουριασμένα, θέλησα να τα ζωντανέψουμε και να τα κάνουμε σαν την κιβωτό του Νώε, με ζώα και τέτοια.

Θυμάμαι και μια φράση, νομίζω του Αλά ή του Λεφέβρ ή όποιου άλλου χωράει στη βιβλιογραφία της αμνησίας μου.

Περιέγραφαν τα ψεύτικα ζώα και λέγανε ότι έχουν «ουράνια δεκανίκια». Αυτό μου άρεσε πολύ.

Αυτά έχουν χάσει τα ουράνια δεκανίκια τους και κατά κάποιο τρόπο θα τους δώσουμε κάτι πιο επίγειο και θα τα ζωντανέψουμε με τρόπο λούτρινο.

● Ο τίτλος της κουβέντας μας πώς σου φαίνεται;

Αχ, μια αναπνοή με χωρίζει πάντα από αυτή τη γυναίκα. Ζε νε σουί πα Μαρία Μήτσορα.

● Εχω την εντύπωση πως οι λέξεις για σένα είναι ένα φετίχ όπως και τα κοσμήματα και τα αντικείμενα που μαζεύεις στο σπίτι σου. Μόνο που εσύ το φετίχ των λέξεων το σπας και μένεις με τη λέξη ωμή, καθαρή. Τι μένει στη σελίδα σπάζοντάς το;

Μακάρι να το έκανα αυτό και να έμενε. Εγώ όμως πάλι θα πω για το βιβλίο σου. Είναι λίγα τα βιβλία που πιστεύω ότι ο άλλος τα έχει προσέξει λέξη προς λέξη. Το «Δάσος» το έχω διαβάσει και με θαμπώνει πάντοτε.

● Σ’ αρέσει να σπας το καρυδότσουφλο της λέξης;

Μ’ αρέσει να ταξιδεύω στο καρυδότσουφλο της λέξης. Και κατεβαίνω το μεγάλο ποτάμι των μεταμορφώσεων μέσα σ’ ένα καρυδότσουφλο από λέξεις.

● Εχω την εντύπωση ότι ζεις αποκλειστικά στην πραγματικότητα της γραφής και δραπετεύεις από αυτή με τα ταξίδια σου στον πλανήτη.

Κοίταξε, πάντα ήθελα να είμαι escape artist, όπως ο Χουντίνι που τον έδεναν και δραπέτευε την τελευταία στιγμή.

Οπότε από αυτή την άποψη πάντα με ενδιέφερε η διαφυγή από την πραγματικότητα.

Οχι ότι έχω τόσο κακή σχέση με την πραγματικότητα, αλλά γιατί από μικρή μπορούσα να κοιτάζω για ώρες ένα τοίχο, μια θέα.

Μαρία Μήτσορα © Βασίλης Μαθιουδάκης
● Επιβεβαίωσέ μου κάτι: μου έχει μεταφερθεί μια εικόνα σου από τη δεκαετία του ’70, όπου πήγαινες στο Μarché Aux Puces στο Παρίσι, καθόσουνα κάτω στο πεζοδρόμιο με τη φίλη σου τη Βίκυ Ποταμιάνου. Φοράγατε φορέματα του Μεσοπολέμου, είχατε βάψει τα μάτια σας με μαύρους κύκλους, και παριστάνατε τις Τσιγγάνες ρίχνοντας τα ταρό στους Αμερικανούς τουρίστες χωρίς να έχετε ιδέα. Ισχύει;

Ισχύει, αλλά σε άλλη παραλλαγή. Η Βίκυ φορούσε και μαδημένες γούνες και τα ωραιότερα παπούτσια του κόσμου, κάτι τουλίπες που αγκαλιάζανε τους αστραγάλους της.

Σε Γιαπωνέζους τα λέγαμε τα ταρό και είχαμε δημιουργήσει και μια μικρή μόδα: τους κάναμε να θέλουν ν’ ακούνε τη μοίρα τους σε γλώσσα ακατάληπτη, όπως είναι άλλωστε και το σωστό.

● Βλέπεις τον εαυτό σου σαν φαρσέρ;

Πάρα πολύ. Η αλήθεια είναι ότι μόνο το παιχνίδι μ’ ενδιαφέρει. Δεν μπορώ να πάρω τα πράγματα στα σοβαρά.

● Τι σε εξιτάρει σε αυτό;

Οι ανατροπές.

● Των λέξεων; Των ρόλων;

Βεβαίως. Να σου πω και για τον νεαρό μεταφραστή, τον Jacob Moe, με τα όμορφα μάτια, που μετέφρασε τα τελευταία μου διηγήματα για το Πανεπιστήμιο του Γέιλ;

Παιχνίδι ήτανε κι αυτό. Και πρόκληση να φέρω τον εαυτό μου να καταλάβει πως το πέρασμα από τη γραφή στη μετάφραση είναι διασταυρούμενα πυρά.

Και οι δυο μας την αντιμετωπίσαμε έτσι. Εκείνος είναι πολύ νέος, μόλις 26 χρόνων και πιο ψύχραιμος από μένα που τον πυροβολούσα με αλλεπάλληλες εκδοχές όταν έπρεπε ν’ αλλάξει κάτι δραστικά.

Ηταν τόσες οι πιθανότητες που του υπαγόρευα συνέχεια αλλαγές, όλες τους ανατρεπτικές, τη μια μετά την άλλη.

Τα τελευταία χρόνια διαβάζω σχεδόν μόνο βιβλία στα Αγγλικά κι έχω γίνει συλλέκτρια λέξεων.

Ο Τζέικομπ με κοίταζε σοβαρά κι έβαζε τάξη στο χάος. Διαφορετικά δεν θα τελειώναμε ποτέ.

Μέσα από τη μετάφραση κατάλαβα πολλά λάθη μου, τα είδα κυριολεκτικά με ξένο μάτι.

● Πες μου για την εποχή του Πάλι. Και για τον Γιώργο Μακρή.

Ημασταν μια παρέα, δεν ξέρω τι είχε συμβεί με τον Μακρή, αλλά ήταν μια εποχή που δεν έβλεπε τους φίλους του.

Εβλεπε κάτι αλητήριους όπως ήμασταν τότε εγώ κι ο Πουλικάκος.

Παραδίπλα ο Κουτρουμπούσης και ο Δενέγρης, άνθρωποι που περπατούσαμε γρήγορα.

Τον θυμάμαι που κούτσαινε. Εγώ πάλι να περπατάω πιο γρήγορα απ’ όλους.

Ο Μακρής ήταν τότε 45, εγώ 19, κι ενώ του μιλούσα τρεις μήνες στον πληθυντικό, δεν νομίζω πως ήμουνα σε θέση να τον εκτιμήσω.

Εβλεπα το πηγάδι των γνώσεών του και φοβόμουν μην πέσω μέσα.

Αλλά εκείνος ήταν άνετος κι έλεγε «δεν ντρέπεστε; Να περπατάτε πιο αργά».

Και αυτοκτόνησε στο σπίτι μιας φίλης μου και ξέρω ότι έκανε και πρόβες πριν πέσει από το φωταγωγό.

● Στην «Περίληψη του Κόσμου» αφιερώνεις το βιβλίο σε εφτά φίλους σου, που έφυγαν με την έλλειψη.

Σ’ αυτούς που έζησαν με την έλλειψη.

● Οι οποίοι ήταν όλοι τους πεθαμένοι. Οπως η Λίλη Παπαδάκη, ας πούμε, που πήγε από όβερ ντόουζ στο Αμστερνταμ, αρχές του 1970.

Πολλοί άνθρωποι ζούνε με την έλλειψη. Εγώ έχω πάντοτε αυτή την αίσθηση.

● Η έλλειψη αφορά κυρίως τα ναρκωτικά;

Οχι. Πρώτα απ’ όλα να σου πω κάτι: ποτέ δεν έχω αισθανθεί ότι έχω βρει το σπίτι μου.

Ας αρχίσουμε από κει. Ούτε εδώ. Είναι το δεύτερο που έχω βάλει όνομα στο κουδούνι.

Θυμάμαι ότι το είχα πει στον Χρήστο μια φορά και μου είχε πει «αχ, τι ωραίο είναι αυτό που λες», αλλά εγώ το είχα πει με έναν φοβερό πόνο εκείνη την ώρα.

«Ωχ, θέλω να γυρίσω στο σπίτι μου, αλλά δεν ξέρω πού είναι.»

Κάτι άλλο είναι που το υπόσχονται λίγο οι λέξεις.

● Και το ζεις με την έλλειψη;

Φυσικά και ζω με την έλλειψη. Οπότε δεν είναι μόνο αυτοί που έχουν πεθάνει, δεν αναφέρομαι μόνο σ’ αυτούς.

Είναι αφιερωμένο σε όσους αισθάνονται ότι ζουν λείποντάς τους κάτι.

Αλλά οι περισσότεροι άνθρωποι δεν αισθάνονται έτσι; Κι εκεί είναι που ή θα κάνεις το κέντημα ή δεν θα το κάνεις.

● Πάνω στη μαύρη τρύπα;

Δεν είναι απαραίτητα μαύρη. Σου δίνει την ευκαιρία να φτιάξεις πράγματα.

Μπορεί και να σε καταπιεί, όπως λες. Αλλά πάντως σου δίνει κι ευκαιρίες.

Γι’ αυτό είναι και ο χαρακτήρας μας, γι’ αυτό είναι και η μοίρα μας και γι’ αυτό έχει και σημασία το παιχνίδι.

Μπορείς να παίξεις ακόμα και μ’ αυτό. Μπορείς να παίξεις και με ακόμα πιο οδυνηρά πράγματα.

● Το πέρασμα του Βακαλόπουλου από τη ζωή σου; Ηταν φαρσέρ κι αυτός;

Σ’ αυτό μοιάζαμε πάρα πολύ.

● Η Μαριτίνα μού έλεγε πως όταν διάβασε το «Αννα να ένα άλλο», είπε «Α, είναι ωραίο, θα γράψω ένα κι εγώ».

Το είχε αυτό. Για μένα ήταν εξαιρετικός δημοσιογράφος, κριτικός τρομερός.

● Και συγγραφέας «Της Γραμμής του ορίζοντος».

Υπέροχο βιβλίο, με είχε συγκινήσει. Είχαμε χωρίσει και ιδωθήκαμε, αλλά ήταν λίγο πριν από το τέλος του.

«Η γραμμή του ορίζοντος» με είχε ξαφνιάσει με το βάρος της. Οταν του το είπα, τον είδα για πρώτη φορά να δακρύζει, ενώ πίστευα ότι το χάρισμα των δακρύων το είχε χάσει από νωρίς.

Γι’ αυτά τα πράγματα μου μιλούσε τότε. Για την Κυψέλη και το ζαχαροπλαστείο «Συστηματικό».

Πολύ πιο πριν, όταν έκανε τις χημειοθεραπείες του στο Παρίσι μού έστειλε ένα γράμμα όπου μου έγραφε «Η Ρέα μού είπε πως σ’ έχω ερωτευτεί.»

● Η Ρέα Φραντζή, η γυναίκα της Γραμμής του Ορίζοντος;

Ακριβώς. Καταλαβαίνεις πως υπήρχε στο μυαλό του από νωρίς.

Ενδιαμέσως είχαμε πάει διακοπές στη Σκόπελο κι εκεί έγραφε το δεύτερο βιβλίο του. Είχα βρει ένα δώμα.

Οι ξενοδόχοι κρέμαγαν τα ασπρόρουχα και μου θύμιζαν το «Στάχτες και Διαμάντια» του Βάιντα, όπου έπαιζε ο Σιμπούλσκι, που τον πυροβολούν μέσα σε σεντόνια, τρώει τις σφαίρες στο στομάχι, πιάνει το αίμα του και το μυρίζει.

Κι εγώ αισθανόμουν ότι παίζω σ’ εκείνη την ταινία. Ο Χρήστος έπαιζε σε άλλη.

Αλλά εμένα όλο αυτό με κούραζε. Μπορεί, αποφεύγοντας το γεγονός της αρρώστιας του, να μην ήθελε να εμβαθύνει στα πράγματα.

Κάτι που το ανέτρεψε στο τέλος.

● Ο Φασουλής έλεγε ότι το φεγγάρι που ήσασταν μαζί, μοιάζατε σαν δίδυμοι.

Το ξέρεις ότι έχω εκπαιδεύσει το Χρήστο να γίνει δανδής και γόης με τις γυναίκες; Τον περνούσα και δέκα χρόνια.

Είχε βέβαια ερωτευτεί αρκετές φορές στη σύντομη ζωή του.

Του έλεγα «παίξε το χαρτί της ανεκπλήρωτης υπόσχεσης, αφού αυτό είσαι».

Ενας από τους έρωτές του ήμουν κι εγώ, και πιστεύω ότι με διάλεξε όταν έμαθε πως είχε 50/50 πιθανότητες να ζήσει.

Ισως να διαισθάνθηκε μια οικειότητα που είχα με τον Αδη και τα μονοπάτια του. Εγώ τον ερωτεύτηκα πιστεύοντας ότι θα τον βοηθούσα να ξεφύγει.

Και κάποια στιγμή θυμάμαι να του λέω πράγματα όπως «το να ερωτευτείς έναν άσχετο είναι σαν να σκοτώνεις έναν αθώο».

Πάντως, ακόμα και όταν χωρίσαμε είχαμε μια μυστική σχέση, ερχόταν πάντα και τον κούρευα.

● Η σχέση σας πώς ήτανε;

Μου έδινε την αίσθηση του ανάλαφρου. Αλλά από ένα σημείο και μετά, αυτό το ανάλαφρο άρχισε να μου προσθέτει βάρος.

Ο Χρήστος ήταν και εξαιρετικά ετοιμόλογος και θυμάμαι πως ένιωθα να κινδυνεύω να γίνω βραδύγλωσση, σαν τον αδερφό μου.

● Αρα δεν έγινες η μαμά του;

Ποτέ δεν ήμουνα μητέρα κανενός. Μόνο μερικών γάτων. Κι αυτού του αρκούδου που βλέπεις. Είναι ο Μάιμος και δεν είναι.

Τον πρώτο Μάιμο τον ξέχασα σ’ ένα λεωφορείο που χάθηκε στο βάθος της Συγγρού, όταν ήμουν μικρή, τεσσάρων ή πέντε χρόνων.

Στα δεκάξι μου, ένας κύριος πολύ μεγάλος, σχεδόν αρχαίος μου είχε φανεί, μου πρότεινε να με πληρώσει για να του ποζάρω γυμνή, σε μια γκαρσονιέρα της Καλλιδρομίου.

Στον τοίχο είχε έναν πίνακα του Γουναρόπουλου. Ο ίδιος δεν ήταν ζωγράφος, αλλά αρχιτέκτονας και φίλος του Σεφέρη.

Με τα χρήματα που μου έδωσε πήρα τον δεύτερο Μάιμο.

Τη στιγμή που είδα τον πρώτο να χάνεται από τη ζωή μου, ένιωσα να φυτρώνει στη θέση του κάτι που αργότερα θα το ονόμαζα έλλειψη.

Υποθέτω ότι χρειάστηκε και η σχετικά σκληρή διαπραγμάτευση (ήμουν ακόμα πολύ ντροπαλή) με τα όρια της αθωότητας, για να ανακτήσω την αφοσίωσή μου στο αρκουδάκι μου.

Κι αυτά επειδή με ρώτησες πιο πριν για την έλλειψη.

● Είχες γάτες από πάντα. Μου είχες πει τότε που σε γνώρισα ότι οι γάτες σέρνονται στα πατώματα σαν τον Τζέιμς Ντιν.

– Ελα, δεν το θυμάμαι. Τρελαίνομαι γι’ αυτές. Αλλά αυτός που βλέπεις είναι νεραϊδόγατος, δεν είναι Τζέιμς Ντιν.

Μετά περνάνε σε άλλη διάσταση οι γάτες, το ξέρεις;

Τις ψάχνεις παντού, δεν υπάρχουν πουθενά, μέχρι και τα συρτάρια ανοίγεις, δεν υπάρχουν πουθενά και ξαφνικά εκεί που λες ότι θα τρελαθείς εμφανίζονται με την ουρά ψηλά μπροστά στα μάτια σου.

● Οπως ο Τζέιμς Ντιν.

Ο Τζέιμς Ντιν είχε έναν τρόπο να τρίβεται στις πόρτες.

Αυτός και ο Ζεράρ Φιλίπ. Γι’ αυτό όταν σου είπα ότι τα διαστήματα που δεν είχα γάτες υπήρχαν άντρες που έκαναν τις γάτες.

● Αυτό θέλω να μου το εξηγήσεις.

Το είχα πει και στην Ελεωνόρα και είχε μείνει άφωνη και το διηγιόταν.

Ετρεμα τη Φυσική στο σχολείο, είχαμε κι ένα θηρίο που έμπαινε στην τάξη κι έλεγε «εσύ, εσύ κι εσύ».

Και σε μια εκδρομή, την τελευταία χρονιά, στην επιστροφή, προσπεράσαμε με το σχολικό πούλμαν, τρία τροχαία, πτώματα σπαρμένα, είχαν αρχίσει να γίνονται οι μαθήτριες κουρέλι.

Τις έβαλα λοιπόν ν’ αρχίσουν να τραγουδάνε «Η ψυχή μας παίρνει δύναμη κι αέρα ν’ ανεβούμε πιο ψηλά πάνω στα ελληνικά τα βουνά».

Γιατί διασχίζαμε κάτι βουνά γυρίζοντας από την Κέρκυρα.

Οταν συνήλθαν αυτές, κι αυτός, ο φυσικός, το θηρίο, για να μ’ ευχαριστήσει, επειδή κατάλαβε ότι ελέγχθηκε ο πανικός, έρχεται και μου λέει «θεοπάλαβη, τι θέλεις να κάνω για σένα;».

Και γυρίζω και του λέω, τον τρέμανε όλοι, του λέω λοιπόν «κάντε μου τη γάτα».

Βουβάθηκε και γύρισε στη θέση του. Αλλά τη γάτα δεν την έκανε.

● Λοιπόν, Ελεωνόρα Σταθοπούλου, φίλη μας κοινή και συγγραφέας. Πες μου κάτι για τα βιβλία της. Πώς σε βάζουν στον κόσμο της;

Πρώτα απ’ όλα η Ελεωνόρα έχει πάρα πολύ δυνατά θέματα. Τη συλλογή με τα διηγήματά της «Καλό Αίμα, Κακό Αίμα» τη θαυμάζω πολύ.

Εκείνη με στριμώχνει συνέχεια με τη σκληρότητα της κρίσης της, κι αυτό το δέχομαι μόνο από κάποιον τόσο ενθουσιώδη και δοτικό όσο εκείνη.

Πολλές φορές, όταν της διαβάζω τις πρώτες μου σελίδες μου λέει «ναι, αλλά το θέμα ποιο είναι;».

Ευτυχώς που υπήρξε και ο Μπαρτ που μας έσωσε λέγοντας ότι οι παρεκκλίσεις από το θέμα είναι το κυρίως θέμα.

Αλλά αυτή «βρε, ποιο είναι το θέμα και άσ’ τα αυτά».

Της οφείλω πάντα ότι μου ξαναέδειξε τον δρόμο προς τη θάλασσα.

Μ’ έκανε να ερωτευτώ τη φύση, αρχίζοντας από τα μικρά φυτά που ξεμυτίζουν ξαφνικά μέσα από τις χαραμάδες.

Ισως τώρα να σου λέω και την εικόνα που έχω φτιάξει και για τα άλλα 2-3 βιβλία της Ελεωνόρας, «Εκείνος» και το «Εις Ελευθερίαν».

● Υπάρχει ένα θέμα πίστης πολύ ζωντανό στην Ελεωνόρα…

Ναι, υπάρχει. Καμία σχέση με εκκλησίες…

● Αλλά πηγαίνει μαγικές αγιογραφίες στα μοναστήρια.

Σε κάτι έρημα, στην Παλαιοχώρα στην Αίγινα.

● Και στη Λέρο, τις έχω δει. Ξαναπάμε όμως σε σένα. Ζω με τα διηγήματά σου και τις νουβέλες σου. Θα σου δώσω σκόρπιες φράσεις σου, οι οποίες είναι όλες κοφτερές, δεν γράφεις με το στιλό, γράφεις με το σπασμένο ξυραφάκι καρφωμένο στο μύγδαλο του κουφέτου. Είναι ο τρόπος σου αυτός;

Που λένε οι Αγγλοι «αν το ’χεις μέσα σου, άσ’ το να βγει».

Φυσικά, αυτός είναι ο τρόπος μου, δεν μπορώ αλλιώς, αλλά να σου πω τη γνώμη μου, πάντα το λέω, εγώ δεν έχω γράψει ένα ολόκληρο βιβλίο που να είναι εξαιρετικό.

Νομίζω ότι έχω γράψει εξαιρετικές παραγράφους. Να πούμε και την αλήθεια.

Μαρία Μήτσορα © Βασίλης Μαθιουδάκης
● Εχεις πει πως για μια λέξη πέφτεις στα γόνατα. Τι γίνεται τη στιγμή που τη βρίσκεις;

Κι έτσι αρχίζει και το τελευταίο μου βιβλίο. «Για μια τέλεια φράση θα έπεφτα στα γόνατα;»

Με ερωτηματικό. Αναρωτιέμαι.

● Αλλά έχεις γράψει και το «Με λένε λέξη». Αρα υπάρχει μια ολόκληρη διαδικασία αναζήτησης της σωστής λέξης. Την έψαχνε μανιωδώς ο Φλομπέρ.

Με κουράζει ο Φλομπέρ, τρομερά. Αν και θα άλλαζα το όνομά μου, που δεν μου αρέσει, και θα το έκανα Εμμα.

Μου αρέσουν τρομερά τα διηγήματά του.

● Πες μου τι γίνεται τη στιγμή που βρίσκεις τη λέξη που ζητάς.

Είναι σαν να έχεις αγοράσει το πακετάκι των life savers. Τις θυμάσαι τις παλιές καραμέλες;

Από το περίπτερο, σαν να το ήξερες, και ξαφνικά βάζεις το χέρι σου στην τσέπη και είναι εκεί.

Και έχεις σωθεί, για λίγο όμως. Γιατί αν δεν συνεχίσεις να ακροβατείς, τι γίνεται;

Δεν γίνεται να σώζεται και μόνιμα.

● Από την «Αννα, να ένα άλλο» ζω με φράσεις σου. Στο «Σε πήρε κάποιος Αντώνης» γράφεις: «Ησουν καλύτερη από αυτό που προσπάθησες να γίνεις».

Με σκότωσες τώρα. Αυτό μου το είχε πει ο πρώτος μου μεγάλος έρωτας και είχε απόλυτο δίκιο.

● Βάλε τόπο και χρόνο σ’ αυτή την ατάκα, έστω και ψεύτικους…

Αυτός μου το είπε στην πραγματικότητα. Είναι μερικοί άνθρωποι μου είχαν πει μερικές φράσεις που με είχαν σημαδέψει πολύ.

Αυτή ήταν φράση του Καλιφατίδη. Ηταν ο πρώτος μου έρωτας και είχε απόλυτο δίκιο.

Και ο Θεοφιλόπουλος έλεγε «μην ξεχνάς ότι εννέα στους δέκα πεθαίνουν από αμνησία».

● Στο φινάλε της «Σκόρπιας Δύναμης» οι οθόνες των τηλεοράσεων βάφονται με αίμα. Τα συνεργεία κινηματογραφούν την κοπέλα που κόβει τις φλέβες της από μια πολυκατοικία με γραφεία στο Σύνταγμα. Μοιάζει με προφητεία αυτού που συμβαίνει σήμερα.

– Είναι και το τέλος ενός κεφαλαίου που λέγεται «10 μέρες μέσα σε ένα κόκκινο φουστάνι».

Ετσι περνάει τις τελευταίες 10 μέρες στη ζωή της.

● Λες και προέβλεψες ένα μέλλον…

Σ’ ένα άλλο βιβλίο φαντάζομαι λίγο το μέλλον. «Στο καλός καιρός/μετακίνηση».

Στην ερωτική ευτυχία που βρίσκουν οι ήρωες στο τέλος. Ξεσπάνε στην πόλη φοβερές εκρήξεις.

Είναι όλοι με κάτι γκαζάκια. Εκρήξεις και ελλείψεις, δεν ανάβει κανείς καλοριφέρ.

Και ξαφνικά γίνεται μια γιορτή που τα περιλαμβάνει όλα, και την κρίση και την κατάντια, ελπίζω και κάτι από γιορτή.

Κάτι που λέει ότι «χάνεται και ένα ολόκληρο πάρκο κάποια στιγμή στο νταβαντούρι».

● Πες μου για την κίτρινη σκόνη από την Αφρική που έρχεται στην Αθήνα και την καλύπτει.

Δεν είναι παράξενο;

● Τι σου κάνει;

Μου φαίνεται ότι ήδη έχει αρχίσει και μετακομίζει και η ίδια η Αφρική εδώ.

Μ’ αρέσει η σκόνη της Αφρικής. Δεν λένε ότι οι επόμενοι πόλεμοι θα γίνονται για το νερό;

Σε πενήντα χρόνια θα είναι έρημος και η Ελλάδα. Καλά, έχω μία ιδιαίτερη σχέση με τη σκόνη, όπως και οι πρόγονοί μας. Μ’ αρέσει πολύ.

Το μόνο πράγμα στο οποίο έχω πραγματικά υποκλιθεί είναι σε σκόνες πραγμάτων, όσο και να σου φαίνεται περίεργο.

● Η Γλυκερία Μπασδέκη, στη δική μας συνάντηση, σου είχε απευθύνει την ερώτηση «Μαρία, θα με πάρεις μαζί σου μια νύχτα στο ξενοδοχείο των δυτών;»

Τι κάνει τώρα αυτή η κοπέλα; Αν την πάρω στο ξενοδοχείο των δυτών;

Αυτό είναι δύσκολο, γιατί το ξενοδοχείο λειτουργεί μέρα παρά μέρα.

Τις άλλες μέρες είναι η ψυχιατρική κλινική Λυμπέρη, η παλιά.

Οπότε εξαρτάται από το αν πέσουμε τις μέρες που είναι ξενοδοχείο των δυτών ή αν θα είναι η μέρα που ξαναγίνεται ψυχιατρική κλινική.

Αν είναι έτοιμη να το ρισκάρει, να το δοκιμάσουμε.

● Είναι νόμισμα η γραφή;

Πιθανότατα ναι. Νομίζω ότι αυτά που γράφει κανείς πρέπει να τα δημοσιεύει.

Είναι τρέλα να μένουν στα συρτάρια, πρέπει να φεύγουν.

● Να φεύγουν για να απελευθερώνονται;

Ακριβώς, και να μπαίνουν ή να μην μπαίνουν στις «Ζωές των Αλλων».

Τον είχα σκεφτεί αυτό τον τίτλο και τον ήθελα, αλλά τον πρόλαβε ο Γερμανός σκηνοθέτης και σεναριογράφος, ο Florian Henckel von Donnersmarck.

Εμεινα όταν τον είδα.

● Κάθε πρωί ξυπνάω με τη φράση σου «ο ουρανός είχε ένα μεξικανικό μπλε». Δεν θέλησα ποτέ να ψάξω τι είδους μπλε ήταν αυτό. Δώσε μου σ’ αυτή τη φράση τόπο και χρόνο και πρόσωπο, αλλά τα θέλω σαν αίνιγμα.

Δεν είναι αίνιγμα. Είναι η μέρα της κηδείας του πατέρα μου, του Κυριάκου, όπως λένε και τον δίδυμό σου.

● Ξυπνάς με χρώματα το πρωί;

Οχι καλέ, χάλια ξυπνάω. Μέχρι να συνέλθω περνάει ώρα.

● Εγώ λέω ότι επιστρέφω από άλλο πλανήτη στη Γη.

Κάτι τέτοιο, αλλά υπάρχει και κάποιος που έχει πει ότι «η Γη είναι η κόλαση ενός άλλου πλανήτη», οπότε δεν ξέρουμε πού επιστρέφουμε, κατάλαβες;

Μαρία Μητσορα © Βασίλης Μαθιουδάκης
● Λοιπόν, πάμε να μιλήσουμε για τις ουσίες, γιατί λατρεύω τον τρόπο σου που είναι απόλυτα αντι-ηθικολογικός σε σχέση με τη χρήση των ναρκωτικών στη γραφή. Αντίστοιχος με τον τρόπο του Λόουρι, όπου το αλκοόλ υπαγόρευσε το «Κάτω από το ηφαίστειο». Εμένα μ’ έφτασες στο αναγνωστικό μου όριο με το «Ο Ηλιος Δύω». Με έκλεισε για πάντα στο γυάλινο τέλος του. Το υπαγόρευσε η σκόνη;

Βεβαίως. Εντελώς. Είναι πολύ ισχυρό αντικαταθλιπτικό.

Αυτή η περίοδος της ζωής μου θα μπορούσε να έχει τίτλο «Οι Αγνωστοι στις Πλατείες».

Δυστυχώς, για κάποιο λόγο ακατανόητο και σε μένα, έχω υποκλιθεί μονάχα μπροστά σε μια σκόνη.

Ακόμα κι όταν τέλειωσε η σχέση μου μαζί της. Τέλειωσε και μου έμεινε για αρκετό καιρό η βασανιστική επιθυμία να γίνω κι εγώ και να παραμείνω σκόνη.

Πολύ σιγά, άρχισε πάλι η ζωή να πονάει, αλλά και να με κάνει να ξεκαρδίζομαι και στα γέλια.

Πολύ αργά σηκώθηκα από τα γόνατα και βγήκα έξω και ανακάλυψα πάλι το Παιχνίδι, τη Φύση, ακόμα και την Πλήξη που μου ενέπνευσε μια τρυφερότητα.

● Και σηματοδοτείς τη στροφή με το «Καλός καιρός/μετακίνηση».

Εντελώς, γιατί είναι πάρα πολύ βαρύς «Ο Ηλιος Δύω».

Βέβαια είναι αυτό που του έχω αδυναμία κι εγώ. Ξέρεις πώς το έγραψα;

Είχα αποφασίσει ότι βαριόμουνα να ξαναγράψω, το είχα αφήσει στην άκρη και κάποια στιγμή ανακάλυψα ότι τα 2/3 του βιβλίου ήταν έτοιμα από σημειώσεις που έπαιρνα μέσα στη νύχτα χωρίς να το καταλάβω.

Χρειάστηκε απλά να πάρω 5 διαφορετικά τετράδια και να βάλω τα κομμάτια του κάθε ήρωα σε μια σειρά.

● Αυτό το γυάλινο τέλος τι είναι; Στο οποίο κλείνεται και ο αναγνώστης και αισθάνεται αιώνια εκτεθειμένος στα βλέμματα των άλλων. Εγώ αυτό έγινα.

Σημαίνει πως η ηρωίδα πεθαίνει και παρασέρνει τον ήρωα και σένα και μένα και όποιον μπει στον πύργο να μείνει στο φως του «Ηλιου Δύω».

Στον «Καλό καιρό/μετακίνηση» θα μπορούσα να είχα σταματήσει και να γράφω.

● Το πρώτο σου διήγημα, στο οποίο εγώ υποκλίθηκα, είναι το «Σε πήρε κάποιος Αντώνης».

Αυτός ήταν ο Καλιφατίδης, αυτόν είχα κλειδώσει στο υπόγειο του πατρικού μου στη Νέα Σμύρνη, γι’ αυτόν το έγραψα.

● Εχω ζήσει με το «Με λένε λέξη» και με τον τίτλο και με το περιεχόμενο. Ο συγγραφέας ανοίγει δωμάτια για να ζήσει ο αναγνώστης; Δημιουργεί αυτόνομους κόσμους;

Ναι, και για τους αναγνώστες και για τον εαυτό μου το κάνω.

Είναι μια πρόσκληση για να παίζω ρόλους στο γράψιμο.

Με ένα βιβλίο στήνω ένα ολόκληρο ντεκόρ για να μπει κι ο άλλος να παίξει ρόλους όπως κι εσύ, όπως κι εγώ.

● Εχεις πρεσβυωπία;

– Ε, καλά. Γιατί το λες αυτό;

Εκανα την επέμβαση και υποτίθεται ότι βλέπω, αλλά τώρα τελευταία κατάλαβα ότι δεν βλέπω και πολύ καλά από το δεξί μάτι.

● Εμένα τα πρεσβυωπικά γυαλιά με κάνουν να βλέπω καλύτερα προς τα πίσω.

Εγώ είχα υπερμετρωπία που είναι το ίδιο με την πρεσβυωπία, απλώς την αποκτάς νέος.

Είχα βάλει γυαλιά από 20 χρόνων, άρα από τότε κοίταζα το παρελθόν.

● Εφτιαξα τον μύθο μου για σένα από τη φωτογραφία στο οπισθόφυλλο του «Αννα να ένα άλλο». Αυτή η φωτογραφία μού άνοιξε την πόρτα που μ’ έβαλε στον κόσμο σου. Ο Τζούμας σε λέει θηλυκό Μικ Τζάγκερ. Η σχέση σου με τις φωτογραφίες ποια είναι;

– Μικρή ήμουν πολύ φωτογενής. Η αλήθεια είναι ότι του έμοιαζα απερίγραπτα.

Μου τον είχε δείξει μια φίλη μου σ’ ένα live, βαμμένο, και έχω πάθει σοκ από την ομοιότητα.

● Τον έχεις γνωρίσει;

Οχι, τον έχω πατήσει. Σε μια μποέμικη μπουτίκ στο Λονδίνο, κατά λάθος.

Ηταν εκεί με τη Marianne Faithfull, κι εγώ με μια Αμερικανίδα φίλη μου, τη Λέσλι, που μου είχε δανείσει ένα μεγάλο πράσινο βελούδινο καπέλο.

Την ακούω να με φωνάζει από το δοκιμαστήριο.

Πηγαίνοντας πατάω έναν άνθρωπο. Γυρίζω και βλέπω ότι έχω πατήσει τον Μικ Τζάγκερ.

Εγώ όμως δεν ήμουν ποτέ γκρούπι λόγω χαρακτήρα. Η Λέσλι ήταν.

Ηθελε να της δώσω το καπέλο και να τη δει ο Τζάγκερ. Εμένα με είχε ήδη δει.

● Είναι ένας στίχος του Σάκη Σερέφα που λέει «Σας βλέπω ή με φαντάζεστε, κυρία;». Τους φαντάζεσαι τους φίλους σου;

Εχω πάντα φανταστικούς διαλόγους με ανθρώπους, κυρίως το πρωί μέχρι να συνέλθω.

● Με τους πεθαμένους;

Με τους πεθαμένους, με τους ζωντανούς, με τα πάντα.

Και παραλλαγές πραγματικών διαλόγων.

● Ισχύει η φαντασίωσή μου; Πηγαίνεις στον Καλυβιώτη για κουμπιά;

Υπάρχει ολόκληρος δρόμος για κουμπιά. Η Περικλέους, που αλλάζει τρία ονόματα, ήταν πάντα για μένα ο δρόμος για τα κουμπιά, τα υφάσματα, τις τρέσες και τέτοια.

Θα μου άρεσε να σχεδιάζω ρούχα, μεταμφιέσεις, γιατί μπορεί να είναι πιο ξεκούραστος ο τρόπος, πιο άμεσος με τα χρώματα.

Ηθελα να πω και μια άλλη φράση που με έχει σημαδέψει βέβαια, αλλά είχε δίκιο ο άνθρωπος.

Ο πατέρας μου, όταν ήμουν μικρή, δεν είχε καλή γνώμη για μένα.

Πίστευε ότι η κομψότητα είναι να μην φαίνεται πως κάποιος αλλάζει ρούχα.

Τα αλλόκοτα που φορούσα τα θεωρούσε μεγάλη κακογουστιά κι έλεγε: «Η Μαρία είναι για το θεαθήναι».

Αλήθεια είναι αυτό, αλλά ο πατέρας μου δεν είχε χιούμορ. Ισως να το πήρε ο δίδυμος αδερφός του, δεν θυμάμαι.

Εμένα μου άρεσε να στήνω τον εαυτό μου σαν θέαμα. Να τον σκηνοθετώ.

● Μαρία, θα βλεπόμαστε σ’ ένα παρελθόν με ανοιχτό τέλος εμείς οι δύο;

– Θα βλεπόμαστε σίγουρα.

*συγγραφέας

**Αναδημοσίευση από την Εφημερίδα των Συντακτών http://www.efsyn.gr/arthro/ze-soyi-mitsora

Αλέξης Αντωνόπουλος, Τρομεροί αμαρτωλοί

Ευγένιος Ντελακρουά, Η αγωνία στην κήπο

Ευγένιος Ντελακρουά, Η αγωνία στην κήπο

Ίσως ο πιο τρομερός Κύκλος της Κόλασης -ο Κύκλος για τους πιο τρομερούς Αμαρτωλούς- να μην έχει ανάγκη από κοφτερά σίδερα ή νερά που βράζουν.
   

Μια στιγμή της ζωής σου – αν είσαι ένας από τους τρομερούς αυτούς Αμαρτωλούς. Η πιο όμορφη στιγμή της ζωής σου. Η πιο ευτυχισμένη. Και τη ζεις ξανά. Και αναρωτιέσαι πώς γίνεται να είσαι τόσο τυχερός, πώς γίνεται να Του ξέφυγες, πώς γίνεται να συγχωρέθηκες δίχως να έχεις ζητήσει καν συγνώμη. Και τη ζεις ξανά. Ξανά και ξανά. Και είσαι πεπεισμένος πως είσαι στον Παράδεισο· και γελάς με όλους εκείνους που, ενώ ήσουν ζωντανός, σε τραβούσαν -φοβισμένοι- προς το Φως. Και τη ζεις. Ξανά και ξανά. Και αρχίζεις να προσέχεις λεπτομέρειες.

Ατέλειες στο σώμα της ερωμένης σου ή μια υποψία αμφιβολίας στο χαμόγελο του γιού σου. Και τη ζεις. Ξανά και ξανά. Ήταν απλά άλλο ένα δάσος σαν όλα τ’ άλλα που είχες διανύσει· απλά ένιωθες ότι τα πάντα ήταν πιθανά εκείνη την ημέρα. Και τη ζεις. Ξανά και ξανά. Δεν σε κοιτούσε καν στα μάτια όταν σου έλεγε ότι σ’ αγαπάει. Και τη ζεις. Ξανά και ξανά. Όποια κι αν ήταν η πιο ευτυχισμένη στιγμή της ζωής σου, πόσα δευτερόλεπτα κράτησε; Άξιζε; Για εκείνα τα δευτερόλεπτα; Και τη ζεις. Ξανά και ξανά. Όχι πάλι· ναι, πάλι· για ακόμη μια αιωνιότητα θα βυθίζεσαι στην αγκαλιά του πατέρα σου. Και τη ζεις. Ξανά και ξανά. Ανάθεμα. Ανάθεμα εκείνη τη στιγμή που είδες πρώτη φορά το πρώτο σου σκυλί· τώρα θα ήθελες μονάχα να το πνίξεις.
  
 
Εκείνοι που γδέρνονται από τα κοφτερά σίδερα, εκείνοι που βράζουν μέσα στα νερά, κρύβονται –με όση ψυχή, με όση μνήμη τούς έχει απομείνει- στο σώμα της, ή στο χαμόγελο του, ή στο δάσος, ή στις λέξεις της, ή στην αγκαλιά του, ή στην πρώτη φορά που έπαιξαν με το σκυλί τους. Ελπίζουν να επιστρέψουν ξανά, ίσως μετά από τόσες αιωνιότητες που δεν θα μπορούσαν να μετρήσουν, στα μέρη στα οποία τώρα κρύβονται. Και εσύ επιστρέφεις. Ξανά και ξανά. Και για πάντα.

*Ο Αλέξης Αντωνόπουλος διαχειρίζεται την ιστοδελίδα http://www.alexantonopoulos.com 
όπου μπορεί κανείς να βρει τα γραπτά του.

Αργύρης Χιόνης, η πεζογραφία ενός ξεχωριστού ποιητή

xionis

Του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου*
 
Πολύ λόγος έχει γίνει από το περασμένο καλοκαίρι (με δημοσιεύσεις, με εκδηλώσεις, με κατ’ ιδίαν συζητήσεις) για τα μεταθανάτια πεζά του Αργύρη Χιόνη Έχων σώας τας φρένας και άλλες τρελές ιστορίες, που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Κίχλη. Δικαίως. Ο Χιόνης εκπροσωπεί μιαν από τις ισχυρότερες φωνές όχι μόνο της γενιάς του 1970, αλλά και ευρύτερα της νεώτερης ελληνικής ποίησης, και το γεγονός αυτό δεν τον απέτρεψε από το να επιδοθεί κατ’ επανάληψη και στην πρόζα, όπου χωρίς να πέσει στον οιονδήποτε ποιητικισμό, κατόρθωσε πάντοτε να διατηρήσει κάτι από την αιφνιδιαστική λάμψη των στίχων του.

Πρόζα θα αρχίσει να δημοσιεύει ο Χιόνης μια δεκαπενταετία μετά την πρώτη του εμφάνιση στην ποίηση, που θα γίνει το 1966: Ιστορίες μιας παλιάς εποχής που δεν ήρθε ακόμα (1981), Όντα και μη όντα (2006), Περί αγγέλων και δαιμόνων (2007), Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες (2008) και, βεβαίως, το προειρηθέν Έχων σώας τας φρένας και άλλες τρελές ιστορίες (2016). Βαθιά υπαρξιακός, ο Χιόνης καγχάζει όποτε βρεθεί στα ποιήματά του αντιμέτωπος με τη φθορά του χρόνου και τον πανικό του θανάτου, γελάει στραβά με τα όνειρα και τις αναμνήσεις του, ποτίζει με δηλητήριο την ανασφάλεια της μοναξιάς και της τέχνης του ενώ την ίδια ώρα νοιάζεται για το πώς θα καλλιεργήσει ένα κομμάτι γης, παρακολουθεί εταστικά έναν ανθισμένο καρπό ή ατενίζει ρεμβαστικά έναν μακρινό ορίζοντα.

Τα δεδομένα αυτά, μαζί με ένα στοιχείο παραλόγου που συναντάμε από την αρχή στην ποίησή του, θα μεταφερθούν σχεδόν ακέραια και στην πεζογραφία του. Το παράλογο, πάντως, επέχει στις ιστορίες του Χιόνη θέση μάλλον παράπλευρης απώλειας αφού αντιπροσωπεύει καταστάσεις των οποίων οι πηγές βρίσκονται μακριά από τη διατάραξη της λογικής τάξης. Εκείνο που επικρατεί στα πεζά του Χιόνη, όπως έγραψα προ ολίγου καιρού και στο Βήμα της Κυριακής, δεν είναι τόσο η άρνηση της λογικής όσο τα κενά που την παράγουν: οι χαμένοι με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο έρωτες, η προϊούσα ηλικία, η έντονη διάθεση φυγής από τα εγκόσμια και, πρωτίστως, για άλλη μια φορά, ο ανομολόγητος φόβος του θανάτου.

Παρά τη γεωμετρική του λιτότητα και την υψηλή εκφραστική του αφαίρεση, ο Χιόνης θα καταφύγει συχνά στο χιούμορ, τη θυμοσοφία και τον αυτοσαρκασμό και θα χρησιμοποιήσει μια γλώσσα με περίπλοκη αρχιτεκτονική: συνηχήσεις, παρηχήσεις, αντηχήσεις, ομόηχα, αναγραμματισμούς και λογοπαίγνια. Χαρακτηριστική επίσης είναι στα κείμενά του η υπόδυση της φιλολογικής τους υποδομής (μια διαρκής σκηνοθεσία) με πλήθος παραπομπές, σημειώσεις και επιμύθια. Παράλληλα ο Χιόνης θα συνομιλήσει με την παρωδία, το παραμύθι, την παραβολή, την αλληγορία και τον διδακτικό μύθο, αλλά και με τη ζωολογία και τη ζωοφιλία, την αυτοβιογραφία και το δοκίμιο. Δεν θα πρέπει εν προκειμένω να μας διαφύγει και μια διάσταση ίντριγκας και μεταφυσικού υπαινιγμού, που σηματοδοτεί το τυχαίο και το αναπάντεχο της καθημερινότητας όχι για να αποδείξει τον παραλογισμό της, αλλά για να αποκαλύψει υποβλητικά τα απλήρωτα πάθη της.

Δεν διαπιστώνουμε συχνά το ευτύχημα με το οποίο είναι προικισμένη η λογοτεχνία του Χιόνη: ένας ποιητής που προσέρχεται στην πρόζα, διατηρώντας στο ακέραιο όχι μόνο τη γλωσσική του ένταση, αλλά και την επίνοια της φαντασίας του.

*Από το http://www.oanagnostis.gr/αργύρης-χιόνης-η-πεζογραφία-ενός-ξεχω/

Τάσος Κάρτας, Ποίηση είναι πίκρα, ουράνιο μέλι που αναβρύζει από μια αόρατη κυψέλη που φτιάχνουν οι ψυχές

Το ποίημα του Νίκου Καββαδία “Federico Garcia Lorca” και αποσπάσματα έρευνας για τη διακειμενική ανάγνωσή του

Η Ελένη Τσιντώνη στην εργασία της «Νίκος Καβαδίας – Frederico Garcia Lorca Δυο εθνικές ταυτότητες συναντώνται» θέλησε να δείξει ότι το εν λόγω ποίηµα του Καββαδία δεν αποτελεί απλώς µια ελεγεία για το θάνατο του Ισπανού ποιητή, αλλά και ένα διάλογο µε συνοµιλητές αφενός την ελληνική ιστορική πραγµατικότητα αφετέρου σηµαίνουσες πτυχές της λορκιανής ποίησης. Η επικοινωνία υπήρξε επιτυχής, αφού, φαίνεται ότι ο Καββαδίας αφουγκράστηκε τις πιο λεπτές αποχρώσεις της ποίησης αυτής και τις µετουσίωσε δηµιουργικά στο ποίηµά του σε συγκερασµό µε ελληνικά στοιχεία…

Όταν πληροφόρησαν τον στρατηγό Francisco Franco, αρχηγό της φασιστικής παράταξης στον Ισπανικό εµφύλιο, ότι οι δυνάµεις του δολοφόνησαν τον ποιητή Federico García Lorca, εκείνος ρώτησε µε απορία: «Μα τι σηµασία έχει ένας ποιητής, […] όταν διακυβεύεται ένας πόλεµος;» Σε αντιδιαστολή µε τα λόγια αυτά, η εκτέλεση του ποιητή προκάλεσε µεγάλη συγκίνηση… Μολονότι είχε ήδη διακριθεί για το έργο του πριν από το θάνατό του, δεν υπάρχει αµφιβολία ότι ήταν η βίαιη και άδικη δολοφονία του, δείγµα της στάσης του ολοκληρωτισµού απέναντι στη λογοτεχνία και γενικότερα την ελεύθερη έκφραση, που κινητοποίησε την αντίδραση των λογοτεχνών διεθνώς.

Στην άλλη πλευρά της Μεσογείου ο Νίκος Καββαδίας είχε ήδη καθιερωθεί από το 1933 µε την ποιητική συλλογή Μαραµπού… Ήδη πριν τη δολοφονία του, ο Lorca είχε γίνει γνωστός στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό από δηµοσιεύσεις µεταφράσεων ποιηµάτων του, µε πρώτες εκείνες του Νίκου Καζαντζάκη στα 1932…Μια ακόµα πηγή προέλευσης των γνώσεων του Καββαδία σχετικά µε τον Lorca πρέπει να αποτέλεσαν τα ταξίδια του προπολεµικά ως ναυτικού στα ισπανικά λιµάνια, κυρίως στη Βαρκελώνη… Ο Lorca ανήκε στη γενιά των Ισπανών λογοτεχνών που επιχείρησαν την ανανέωση της εθνικής λογοτεχνίας τους µπολιάζοντάς την µε τα νέα διεθνή ρεύµατα, χωρίς όµως ποτέ να έρθουν σε ρήξη µε την παράδοση. Η παράδοση είναι μάλλον ένα άλλο σημείο γειτνίασης του ποιητικού σύµπαντος του Καββαδία µε αυτό του Lorca. Με ΚΛΙΚ στην Γκοέρνικα του Πικάσο το ποίημα του Νίκου Καββαδία και πληροφορίες για τη Διακειμενική ανάγνωσή του

Το ποίηµα του Νίκου Καββαδία «Federico García Lorca» και η Διακειμενική ανάγνωσή του

Ανέμισες για μια στιγμή το μπολερό
και το βαθύ πορτοκαλί σου μεσοφόρι
Αύγουστος ήτανε δεν ήτανε θαρρώ
τότε που φεύγανε μπουλούκια οι σταυροφόροι
Παντιέρες πάγαιναν του ανέμου συνοδειά
και ξεκινούσαν οι γαλέρες του θανάτου
στο ρογοβύζι ανατριχιάζαν τα παιδιά
κι ο γέρος έλιαζε, ακαμάτης, τ’αχαμνά του
Του ταύρου ο Πικάσο ρουθούνιζε βαριά
και στα κουβέλια τότε σάπιζε το μέλι
τραβέρσο ανάποδο, πορεία προς το βοριά
τράβα μπροστά, ξοπίσω εμείς και μη σε μέλει
Κάτω απ’ τον ήλιο αναγαλιάζαν οι ελιές
και φύτρωναν μικροί σταυροί στα περιβόλια
τις νύχτες στέρφες απομέναν οι αγκαλιές
τότες που σ’ έφεραν, κατσίβελε, στη μπόλια
Ατσίγγανε κι αφέντη μου ( με τι να σε στολίσω;
φέρτε το μαυριτάνικο σκουτί το πορφυρό
στον τοίχο της Καισαριανής μας φέραν από πίσω
κι ίσα ένα αντρίκειο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό.
Κοπέλες απ’ το Δίστομο, φέρτε νερό και ξύδι
κι απάνω στη φοράδα σου δεμένος σταυρωτά
σύρε για κείνο το στερνό στην Κόρδοβα ταξίδι
μέσα απ’ τα διψασμένα της χωράφια τα ανοιχτά
Βάρκα του βάλτου ανάστροφη
φτενή δίχως καρένα
σύνεργα που σκουριάζουνε σε γύφτικη σπηλιά
σμάρι κοράκια να πετάν στην έρημην αρένα
και στο χωριό να ουρλιάζουνε τη νύχτα εφτά σκυλιά

(Λόρκα «Ρο τραγούδι του Καβαλάρη»

Μακρινή μου Κόρδοβα
μοναχική μου Κόρδοβα.
Άλογο μαύρο μεγάλο φεγγάρι
ελιές μες στο ταγάρι μου.
Ξέρω τους δρόμους σαν την παλάμη μου
κι όμως ποτέ δε θα φτάσω
στη μακρινή μου Κόρδοβα.
Μεσ’ απ’ τον κάμπο μέσ’ απ τον άνεμο
άλογο μαύρο κόκκινο φεγγάρι.
Είναι ο θάνατος εκεί και με παραμονεύει
ψηλά απ’ τους πύργους πάνω
της μακρινής μου Κόρδοβας.
Αχ, τι μακρύς που είναι ο δρόμος
αχ, το μαύρο το άξιο τ’ άλογό μου.
Αχ κι ο θάνατος εκεί να με προσμένει
ώσπου να φτάσω κάποτε
στη μακρινή μου Κόρδοβα.)

ΔΙΑΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ (αποσπάσματα από την εργασία της Ελένης Τσιντώνη: Νίκος Καββαδίας – Frederico Garcia Lorca: Δυο εθνικές ταυτότητες συναντώνται)

picasso-gou

Το ποίηµα πρωτοδηµοσιεύτηκε στις 19 Μαΐου του 1945 στο περιοδικό Ελεύθερα Γράµµατα. Αποτελείται από εφτά τετράστιχες στροφές με ομοιοκαταληξία πλεχτή. Το περιεχόµενο δοµείται πάνω στη διαδοχή εικόνων και όχι σε κάποια ευθύγραµµη αφήγηση, αν και ακολουθείται µια υποτυπώδης σειρά γεγονότων –πρώτα περιγραφή του τόπου, των εξωτερικών γεγονότων, έπειτα πέρασµα στον θάνατο του κεντρικού προσώπου, µετά ξανά περιγραφή του χώρου. Επιτυγχάνεται δραµατικότητα και διαλογικότητα µε το πρόσωπο του Lorca χάρη στη χρήση β΄ ενικού προσώπου σε πολλά ρήµατα και τη χρήση κλητικής προσφώνησης. Αυτός ο διάλογος λειτουργεί ως µια εσωκειµενική παρότρυνση προς τον αναγνώστη να συνδιαλεχθεί κι εκείνος µε τον Ισπανό ποιητή…

Οι δύο εναρκτήριοι στίχοι του ποιήµατος παρουσιάζουν το κεντρικό πρόσωπο ν’ ανεµίζει ρούχα που αποτελούν µέρος της παραδοσιακής ισπανικής ενδυµασίας των ταυροµάχων (µπολερό – πορτοκαλί µεσοφόρι). Αµέσως λοιπόν µε την πρώτη εικόνα του ποιήµατος ταξιδεύουµε στο σύµπαν του Lorca, όχι µόνο γιατί γίνεται παραποµπή σ’ ένα λαϊκό έθιµο της χώρας του, αλλά και γιατί τα επιµέρους στοιχεία αυτής της περιγραφής συναντώνται και στα ποιήµατα του Lorca:

«Πέρασαν τρεις ταυροµάχοι
µε δαχτυλιδένια µέση,
στα πορτοκαλί ντυµένοι
και σπαθί από παλιό ασήµι

Στον τρίτο στίχο µας δίνεται ο χρόνος του ποιήµατος, µήνας Αύγουστος, του οποίου η επιλογή δεν είναι καθόλου τυχαία, καθώς ο Lorca δολοφονήθηκε στις 19 Αυγούστου του 1936… Οι στίχοι 4-6 παρουσιάζουν τη µεσαιωνική εικόνα των Σταυροφόρων που µε παντιέρες και γαλέρες ξεκινούν για την εκστρατεία τους. Πέρα απ’ το ότι δηµιουργεί ένα κλίµα πολέµου, η εικόνα συνδέεται και µε το γεγονός ότι οι Έλληνες εθελοντές στο πλευρό των δηµοκρατικών κατά τον ισπανικό εµφύλιο αποκαλούνταν Σταυροφόροι.

Στον ένατο στίχο συναντούµε ένα οξύµωρο· αντί για τη λογικά αναµενόµενη σύνταξη «ο ταύρος του Πικάσσο», συναντούµε τη φράση «του ταύρου ο Πίκασσο». Σε κάθε περίπτωση η εικόνα παραπέµπει στον πίνακα Guernica του Picasso, όπου µεταξύ άλλων δεσπόζει η µορφή του ταύρου. Το συγκεκριµένο έργο, ζωγραφισµένο ως καταγγελία για το βοµβαρδισµό της βασκικής οµώνυµης πόλης από τη γερµανική αεροπορία έχει γίνει σύµβολο του αντιφασιστικού αγώνα. Ο ταύρος, µοτίβο λογοτεχνικό – καλλιτεχνικό, προερχόµενο από το λαϊκό έθιµο των ταυροµαχιών, συµβολίζει τις αντίξοες δυνάµεις που µάχονται τον άνθρωπο. Η εικόνα που σχηµατίζεται είναι βγαλµένη από την αρένα, τη στιγµή που ο ταύρος ρουθουνίζει απειλητικά, πριν επιτεθεί, οπότε υφέρπει η αίσθηση της απειλής και του κινδύνου. Όπως κι αν ερµηνευτεί, ο στίχος δηµιουργεί κλίµα ανησυχίας. Και στον Lorca συναντάται συχνά το ίδιο µοτίβο: «Ο ταύρος µούγκριζε κιόλας µπροστά στο µέτωπό του…»

Στο δέκατο στίχο αναπτύσσεται η εικόνα του µελιού που σαπίζει, πιθανώς γιατί λόγω πολέµου κανείς δεν έχει τον χρόνο ή την πολυτέλεια ν’ ασχοληθεί µε ειρηνικά έργα. Σε δεύτερη ανάγνωση, το µέλι θα µπορούσε να ληφθεί µε τη λορκιανή σηµασία του. Σε διάφορα ποιήµατα του Lorca συναντάµε τη χρήση του µελιού ως συµβόλου της ποίησης: «Και το µέλι του ανθρώπου είναι η ποίηση που πηγάζει από την πληγωµένη του καρδιά, εκεί που η κυρήθρα της ανάµνησης είναι από την πιο ενδόμυχη μέλισσα φτιαγμένη. Η Ποίηση είναι πίκρα που αναβρύζει από μια αόρατη κυψέλη που φτιάχνουν οι ψυχές…

Στον δέκατο έκτο στίχο εισέρχεται για πρώτη φορά στο ποίηµα η εικόνα του θανάτου του Lorca. Ο νεκρός µεταφέρεται στη µπόλια, δηλαδή σ’ ένα γυναικείο κεφαλόδεσµο. Η προσφώνηση «κατσίβελε» και «Ατσίγγανε κι Αφέντη µου» αποτελεί µετωνυµία του ονόµατος του Ισπανού ποιητή, εµπνευσµένη από την ποιητική συλλογή του Romancero Gitano. Ο δέκατος έβδοµος στίχος ξεκινά µε προσφώνηση προς τον νεκρό. Το έθιµο του στολισµού των πεθαµένων («µε τι να σε στολίσω;») είναι πανανθρώπινο. Η επιλογή του µαυριτάνικου υφάσµατος είναι η πιο ενδεδειγµένη για έναν ανδαλουσιανό. Η Ανδαλουσία, η νοτιότερη περιοχή της Ισπανίας και πατρίδα του Lorca, γνώρισε την πιο µακροχρόνια κατάκτηση από τους Άραβες (711-1493, σχεδόν οκτακόσια χρόνια)… Στους στίχους 19-21 η οπτική µετακινείται πλέον στην ελληνική πραγµατικότητα. Η εκτέλεση από τους Ναζί των διακοσίων αριστερών αντιστασιακών έλαβε χώρα την Πρωτοµαγιά του 1944 στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, ενώ στις 10 Ιουνίου του ίδιου έτους σφαγιάστηκαν διακόσιοι δεκαοχτώ άµαχοι κάτοικοι του Διστόµου. Τόσο η δολοφονία Lorca όσο και οι κατοχικές φρικαλεότητες οφείλονταν στον ίδιο εχθρό, τον φασισµό, τον ολοκληρωτισµό, εποµένως ο συσχετισµός είναι εύλογος.

Οι στίχοι 22-23 παρουσιάζουν την άκρως υποβλητική εικόνα του νεκρού, που, δεµένος πάνω στ’ άλογό του, παροτρύνεται από τον ποιητή να κάνει το στερνό του ταξίδι. Η µορφή του καβαλάρη προέρχεται από τον ισπανικό θρύλο του El Cid, ήρωα των Ισπανών… Ένας από τους θρύλους γι’ αυτόν που κυκλοφόρησαν µε τη µορφή παραδοσιακού τραγουδιού (romancero), ήταν ότι τον έδεσαν νεκρό πάνω στ’ άλογό του και το άφησαν να καλπάσει εναντίον των εχθρών, οι οποίοι διασκορπίστηκαν τροµοκρατηµένοι από το θέαµα του νεκρού πολεµιστή. Όπως λοιπόν συνέβη ο Cid να νικήσει και µετά τον θάνατό του, έτσι προτρέπει ο ποιητής να πράξει και ο Lorca. Το στερνό ταξίδι στην Κόρδοβα είναι διακειµενική αναφορά στο ποίηµα του Lorca “La canción de jinete”, «Το τραγούδι του καβαλάρη»: «Κόρδοβα. Μακρινή και µόνη. Άλογο µαύρο, µεγάλο φεγγάρι κι ελιές µες στο δισάκι µου. Μ’ όλο που ξέρω τους δρόµους ποτέ δε θα φτάσω στην Κόρδοβα. Μες στον κάµπο, µες στον άνεµο, άλογο µαύρο, κόκκινο φεγγάρι. Ο θάνατος µε κοιτάζει πάνω απ’ τους πύργους της Κόρδοβα. Αχ, τι µακρύς που είν’ ο δρόµος! Αχ, το καλό µου αλογάκι! Κι ο θάνατος, αχ, που προσµένει προτού να φτάσω στην Κόρδοβα!..» Η µορφή του El Cid (αραβικό όνοµα, που σηµαίνει «ο κύριος») έχει πολλές οµοιότητες µε τον Βασίλειο Διγενή Ακρίτα. Και οι δύο έζησαν την ίδια περίπου εποχή (ύστερος µεσαίωνας), διακρίθηκαν για τον αγώνα τους εναντίον των µωαµεθανών, ανήκουν κατά κάποιο τρόπο και στους δύο λαούς –µουσουλµανικό και χριστιανικό –και υπό µία έννοια νίκησαν τον θάνατο. Επιπλέον και για τους δύο συνετέθησαν έπη (το Έπος του Διγενή Ακρίτα και το Cantar de Mío Cid), που παρουσιάζουν κοινά τυπικά χαρακτηριστικά του είδους…

Στην ποίηση του Lorca βρίθουν οι αναφορές στον επικείµενο πρόωρο θάνατό του, σα θλιβερή προφητεία ή κακό προαίσθηµα. Το παραπάνω ποίηµα ανήκει σ’ αυτή την κατηγορία. Η µορφή πάντως του µελαγχολικού καβαλάρη είναι αρχετυπική στην ισπανική λογοτεχνία, καθώς υπάρχει, όπως είδαµε, στο µεσαιωνικό έπος του El Cid, αλλά συναντάται και στον Cervantes, στο πρόσωπο του ιδανικού µα πάντα διαψευσµένου Don Quijote. Ο Lorca κάνει εκτεταµένη χρήση αυτού του µοτίβου…

Έχει διατυπωθεί από πολλούς µελετητές η άποψη ότι ο καβαλάρης στο ποίηµα του Καββαδία είναι στην πραγµατικότητα ο Άρης Βελουχιώτης. Η αλήθεια είναι ότι υπάρχουν πολλές ενδείξεις που µπορούν να οδηγήσουν σ’ αυτή την αντίληψη, όπως η αναφορά στο Δίστοµο, χωριό συνδεδεµένο µε τη δράση του ΕΛΑΣ και κοντινό στην ιδιαίτερη πατρίδα του Βελουχιώτη, τη Λαµία, το γεγονός ότι σε πάρα πολλές φωτογραφίες της εποχής ο Άρης απεικονίζεται έφιππος, οι πολιτικές πεποιθήσεις του Καββαδία αλλά και η ταραγµένη εποχή του Εµφυλίου, που δεν επέτρεπε την ελεύθερη έκφραση αριστερών φρονηµάτων, οπότε ίσως είναι λογικό να επικαλύπτονται τα απαγορευµένα θέµατα…

Αν δεχθούµε ότι ένα λογοτεχνικό έργο εξ ορισµού αποτελεί µια παραµορφωτική αναπαράσταση της πραγµατικότητας, τότε ο αναγνώστης –δέκτης νοµιµοποιείται να νοηµατοδοτήσει τα δυσνόητα σηµεία του σύµφωνα µε την κρίση του… Ο Έλληνας αναγνώστης καλείται να αναγνωρίσει τα στοιχεία εθνικής ταυτότητας του Ισπανού ποιητή, αλλά ταυτόχρονα προτρέπεται απ’ τις ενδοκειµενικές ενδείξεις να τον οικειοποιηθεί, να τον φέρει στον δικό του ορίζοντα προσδοκίας, εντέλει να τον θεωρήσει εξίσου Έλληνα µε κάθε συµπατριώτη του αγωνιστή –θύµα του ολοκληρωτισµού.

Επιστρέφοντας στο ποίηµα, παρατηρούµε πως οι τέσσερις στίχοι της τελευταίας στροφής αντιστοιχούν σε τέσσερις εικόνες. Η πρώτη παρουσιάζει µια βάρκα που δεν µπορεί να επιτελέσει κανένα ταξίδι ή δροµολόγιο, αφού είναι µικρή, χωρίς καρένα και κυρίως παγιδευµένη σε βάλτο. Η δεύτερη δείχνει σύνεργα που σκουριάζουν αχρησιµοποίητα σε σπηλιά τσιγγάνων, η τρίτη κοράκια να πετούν σε αρένα, όπου δε γίνονται πια ταυροµαχίες, και τέλος η τέταρτη εφτά σκυλιά που ουρλιάζουν τη νύχτα µέσα σε χωριό. Αυτές οι εικόνες µοιάζουν µε λήψεις από από κινηµατογραφική κάµερα, που όµως δεν έχουν λογικούς αρµούς µεταξύ τους, σα να µην έχει γίνει το µοντάζ. Είναι περισσότερο µια τεχνική κολάζ, που έχει ως σκοπό την πρόκληση συναισθηµάτων παρά τη λογική συνοχή. Και πράγµατι προκύπτει ένα κλίµα εγκατάλειψης, αποτελµάτωσης, ερήµωσης και θανάτου. Για δύο απ’ αυτές τις εικόνες µπορούµε να βρούµε παράλληλα χωρία και σε ποιήµατα του Lorca, χωρίς αυτό να σηµαίνει απαραίτητα επίδραση, αλλά ούτε και να την αποκλείει…

Ο τελευταίος στίχος του ποιήµατος, όπου τα εφτά σκυλιά ουρλιάζουν, ανέκαθεν δηµιουργούσε σύγχυση στους αναγνώστες, κυρίως λόγω του αριθµού εφτά… Κάποτε, μάλιστα, στο βιβλιοπωλείο του Θανάση Καραβία ο Κώστας Βάρναλης ρώτησε πειρακτικά τον Καββαδία: «Τι θέλεις να πεις, µωρέ, πως τη νύχτα θα ουρλιάζουν εφτά σκυλιά; Γιατί εφτά;» Ο Καββαδίας αποκρίθηκε µάλλον ενοχληµένος: «Την κολοκυθιά θα παίξουµε, δάσκαλε;» Σε κάθε περίπτωση, είναι γεγονός πως και στον Lorca συναντάται τόσο ο αριθµός εφτά όσο και τα σκυλιά… Τα σύµβολα, ωστόσο, είναι συγκεχυµένα. Ο αριθµός εφτά σε πολλά ποιήµατα του Lorca αντιστοιχεί στα χρώµατα της Ίριδας, που αγγίζουν τον ψυχισµό του ποιητή. Η εικόνα των σκυλιών προκαλεί σχεδόν πάντα την αίσθηση του φόβου ή της απειλής…

(ΛΟΡΚΑ: «Τραγουδούν οι εφτά κοπέλες…
Ψυχή μ εφτά φωνές οι εφτά κοπέλες… Σ
τον άσπρο ουρανό εφτά τρανά πουλιά…
Εφτά κραυγές, εφτά αίματα, εφτά διπλά φυτά νάρκης…
Εφτά καρδιές έχω…
Φίλε σήκω για ν ’ ακούσεις ουρλιάζει ο ασυριανός σκύλος…
Το ουρλιαχτό είναι μια μακριά γλώσσα μελιτζανιά που αφήνει μυρμήγκια τρόμου κι ένα ποτό από κρίνους …|

Το αν ο Καββαδίας είχε µελετήσει και εµπλακεί ποιητικά σ’ αυτούς τους συσχετισµούς µε τον συγκεκριµένο στίχο είναι δύσκολο να διαπιστωθεί, αλλά οπωσδήποτε πρόκειται για σηµαντική σύµπτωση.

mauve-kavadias

Το δικαίωμα στο ψωμί και το τραγούδι

artwork_by_el_lissitzky_1919_thumb3

Γράφει ο Ειρηναίος Μαράκης

Το ελατήριο της εποχής μας είναι πολύ πιο δυνατό από το ελατήριο του καθενός μας. Το σπείρωμα της ιστορίας θα ξετυλιχθεί ως την άκρη. Ας μην αντιταχτούμε σ’ αυτό, ας το βοηθήσουμε με τις συνειδητές προσπάθειες της σκέψης και της θέλησης. Ας προετοιμάσουμε το μέλλον. Ας καταχτήσουμε για τον καθένα και για την καθεμιά, το δικαίωμα στο ψωμί και το δικαίωμα στο τραγούδι.
Λέον Τρότσκι – Στη μνήμη του Σεργκέι Γιεσένιν

Βρισκόμαστε στην εποχή ενός σκληρού και αδυσώπητου ταξικού πολέμου. Η αστική τάξη στο όνομα του πρωτογενούς πλεονάσματος και της ανάκαμψης προσπαθεί, χωρίς επιτυχία, να εφαρμόσει τα νέα αντεργατικά μέτρα που αν περάσουν στο σύνολό τους, θα ισοπεδώσουν την παραγωγική δύναμη της χώρας και του κόσμου ολόκληρου, καθώς η κρίση είναι διεθνής και καπιταλιστική αλλά και τις κοινωνικές δομές σε υγεία, παιδεία και πολιτισμό. Όμως η εργατική τάξη δηλώνει παρών και απαντά στις αντεργατικές προκλήσεις με συντονισμό των αντιστάσεων σε σχολεία, σχολές, νοσοκομεία, δημόσιες υπηρεσίες και στον ιδιωτικό τομέα. Ας μην το ξεχάσουμε ποτέ, οι εργάτες δεν έχουν τίποτα να κερδίσουν από μια ταχτική που προσφέρει εξυπηρετήσεις για την ΕΕ του πολέμου και του ρατσισμού με αντάλλαγμα κάποιες οικονομικές διευκολύνσεις. Απέναντι σε όλα αυτά χρειάζεται να διεκδικήσουμε μια συνολική πολιτική, κοινωνική και πολιτιστική αλλαγή, αντικαπιταλιστική και όχι απλά αντινεοφιλελεύθερη, τη δημιουργία ενός διαφορετικού μέλλοντος για τους εργαζόμενους, τους συνταξιούχους και τη νεολαία.

   Ο πολιτισμός, η τέχνη και ο αθλητισμός που αποτελούν βασικά στοιχεία της ανθρώπινης έκφρασης και συστατικά στοιχεία των ανθρώπινων κοινωνιών δεν μπορούν να μείνουν εκτός αυτών των αλλαγών. Η συζήτηση πρέπει να ξεκινήσει από τώρα και να διεκδικήσουμε άμεσες αλλαγές μέσα από τη στήριξη κινηματικών και καλλιτεχνικών προσπαθειών από εργαζόμενους που δεν έχουν την υποστήριξη κάποιου χορηγού ή που δεν επιθυμούν ο πολιτισμός να γίνει εργαλείο στα χέρια της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Το μεγάλο δίλημμα είναι εάν θα αρκεστούμε στο να αποδεχτούμε τον ρόλο των απλών ανθρώπων ως καταναλωτών των διάφορων πολιτιστικών δρώμενων ή αν θα επιδιώξουμε να προσελκύσουμε τους εργαζόμενους (κυρίως νεολαία και παιδιά) σε μια δημιουργική ενασχόληση με τον πολιτισμό και τις τέχνες. Όσοι λογαριάζουμε τον εαυτό μας ή τις ομάδες μας σαν καλλιτέχνες κι όσοι θέλουμε την συνολική απελευθέρωση, πρέπει να στρατευτούμε σε αυτή την προσπάθεια. Καμία αναμονή, καμία προσαρμογή, καμία υποταγή. Όλοι στους δρόμους, στις σχολές, στις γειτονιές, στα εργοστάσια να ενισχύσουμε το δυνατό εργατικό κίνημα του τόπου μας που δεν σκύβει το κεφάλι και να χτίσουμε ένα δυνατό καλλιτεχνικό και βαθειά πολιτικό ρεύμα. Σε αυτή τη μάχη η ποίηση και η τέχνη, σαν άλλοτε, έχουν να προσφέρουν τα μέγιστα.

15873195_1558412060842139_8023996869602355806_n

Στα συγκεκριμένα τώρα, θα ήθελα να σημειώσω πως όλα και τα πάντα μπορούν να γίνουν τέχνη και ποίηση: ο χώρος, τα θέματα και τα ερεθίσματα είναι άφθoνα και πολυποίκιλα. Δεν πρέπει να έχουμε αυταπάτες, ποίηση παράγουμε όλοι οι άνθρωποι, ο καθένας με τον δικό του τρόπο. Ακόμα και χωρίς να έχουμε συναίσθηση αυτής της διαδικασίας. Όταν ερωτευόμαστε, όταν πονάμε, όταν φοβόμαστε κι όταν διεκδικούμε να ζούμε αληθινά – άμεσα επηρεασμένοι βέβαια από το κοινωνικό/πολιτικό περιβάλλον, τις οικονομικές εξελίξεις και την κυρίαρχη ιδεολογία. Κάθε μικρή, ασήμαντη κατά τα φαινόμενα, καθημερινή πράξη μας είναι ποίηση. Ποίηση παράγει και το ίδιο το φυσικό περιβάλλον, ας μην το ξεχνάμε αυτό. Εμείς είμαστε ένα ποιητικό παράγωγο της φύσης. Στην πραγματικότητα ποίηση είναι η ίδια η ζωή. Άρα και κάτω από αυτό το πρίσμα, ναι, γιατί να αμφιβάλλει κανείς, τα πάντα είναι και μπορούν να γίνουν ποίηση∙ άρα κατά συνέπεια ο χώρος για να γίνει ποίηση είναι απεριόριστος. Απλώς, υπάρχουν και κάποιοι άνθρωποι που τολμούν να δώσουν μια πιο συγκεκριμένη μορφή σε αυτή τη διαδικασία (οι καλλιτέχνες, οι ποιητές, οι κινηματογραφιστές κ.ο.κ.) και να κάνουν τις επιλογές τους σχετικά με αυτή. Όμως, οι ποιητές δεν μπορούν, ακόμα κι αν το επιθυμούν, ούτε πρέπει να είναι ξεκομμένοι από αυτά που πραγματικά συμβαίνουν μέσα στην κοινωνία, είτε αφορά κοινωνικά, είτε ψυχολογικά, είτε αισθητικά ζητήματα. Οι ποιητές, οι καλλιτέχνες γενικότερα, σήμερα και από πάντα, ήταν ο καλός αγωγός της κοινωνικής και αισθητικής εμπειρίας. Δεν ήταν μάγοι, δεν ήταν ιερείς. Γι’ αυτό και πρέπει να είναι ανοιχτοί και στην κριτική. Φυσικά, πρέπει να διεκδικήσουν και να  διεκδικήσουμε τον χώρο που ανήκει στην ποίηση, που ανήκει στη ζωή. Περιορίζοντας το ένα, περιορίζεται και το άλλο. Αυτό δεν πρέπει να το επιτρέψουμε.

  Κατά συνέπεια, και σχετικά με το τι είναι ποίηση, μπορούμε τολμηρά και γενναία να πούμε ότι η ποίηση και τέχνη πρώτα απ’ όλα είναι δημιουργία, είναι έρωτας, είναι κατάθεση ψυχής. Είναι η πηγή της μνημοσύνης. Γράφουμε, διαβάζουμε και τραγουδάμε την ποίηση γιατί είναι μέσα στη φύση μας. Μέσα από την ποιητική διαδικασία, που ίσως είναι και η ανώτερη μορφή ανθρώπινης επικοινωνίας και διαλόγου, μπορούμε να χτίσουμε τις βάσεις για ένα νέο, διαφορετικό και όμορφο κόσμο! Γιατί περισσότερο απ’ όλα η ποίηση είναι η ίδια η ζωή, είναι βίωμα, είναι αντίσταση. Λένε διάφοροι δημιουργοί, τεχνοκριτικοί, ακόμα και ποιητές πως δεν υπάρχει ορισμός για την ποίηση. Θα απαντήσω πως όλα αυτές οι θεωρίες είναι απλώς γελοίες, σχεδόν μεταφυσικές. Φυσικά, ο σκοπός τους δεν είναι άλλος από το να δώσουν την εντύπωση πως η ποίηση είναι κάτι το ιερό, κάτι το απόκρυφο που μόνο οι μύστες μπορούν να ερμηνεύσουν τα σημάδια της. Αυτό μας οδηγεί με σίγουρο τρόπο να αναγνωρίσουμε ότι κάποιοι γνωρίζουν και φοβούνται τον απελευθερωτικό ρόλο που έχει η ποίηση και η τέχνη γενικότερα και γι’ αυτό σαμποτάρουν τη συγκεκριμένη διαδικασία. Ας είμαστε ξεκάθαροι όμως, όταν λέμε για ποίηση εννοούμε (ή πρέπει να εννοούμε) την ποίηση που οι απλοί άνθρωποι μπορούν ή πρέπει να δημιουργούν. Αυτού του είδους η ποίηση βρίσκεται στο στόχαστρο. Κι όχι η ποίηση και η λογοτεχνία των σαλονιών, με τα ηχηρά ονόματα, τις υπόγειες διασυνδέσεις, την σχέση με την εξουσία, με την διανόηση που συντάσσεται με τα μεγάλα, επιχειρηματικά συμφέροντα, που υπερασπίζεται και προάγει τον ρατσισμό και τις κοινωνικές ανισότητες.

 Η ποίηση και η τέχνη γενικότερα πρέπει να παίρνουν θέση, είτε αυτή η θέση είναι αφιερωμένη στην αντίληψη η τέχνη μόνο για την τέχνη και για τίποτα άλλο, είτε υπηρετεί αντιδραστικές θέσεις, είτε στρατεύεται στην υπεράσπιση μιας άδολης αισθητικής και φυσικά υπέρ της φτωχής και αδύναμης κοινωνικής πλειοψηφίας. Ναι, δεν είναι ντροπή, ούτε καν πρόβλημα να είσαι στρατευμένος, ακόμα και όταν δεν το συνειδητοποιείς – αν και η άγνοια πάντα κρύβει κινδύνους… Προσωπικά, δεν ξεχνώ  την χαρακτηριστική δήλωση του Πάμπλο Πικάσο ότι “η Τέχνη δεν είναι για διακόσμηση, η τέχνη πρέπει να είναι όπλο για μάχη”. Τα ποιήματα και οι καλλιτεχνικές δημιουργίες μας μπορούν και χρειάζεται να εκφράζουνις ανάγκες και τις ανησυχίες των συνανθρώπων μας, της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων. Είναι αναγκαίο να λαμβάνουν ξεκάθαρη θέση απέναντι στα κοινωνικά προβλήματα και σε αυτούς που τα δημιούργησαν και να διεκδικούν παράλληλα μια διαφορετική, ελεύθερη και αληθινά δημοκρατική κοινωνία, χωρίς ιδεολογικά και κυρίως οικονομικά δεσμά, χωρίς ανισότητες. Να βρίσκονται πρέπει απέναντι στην εμπορευματοποιημένη τέχνη και στους μηχανισμούς ιδεολογικής μας καταστολής. Επίσης, το βίωμα, οι εμπειρίες και οι γνώσεις έχουν και πρέπει να έχουν τεράστιο ρόλο σε αυτά που γράφουμε – δεν γίνεται αλλιώς, χωρίς τον εαυτό μας και το κοινωνικό περιβάλλον που μας περιβάλλει όλα θα μοιάζουν μάταια και ανούσια, ακόμα κι όταν κάποιοι από εμάς θα παρουσιάζουν αντιδραστικές θέσεις και ιδέες. Πώς θα μπορούσαμε λοιπόν, οι σύγχρονοι προοδευτικοί καλλιτέχνες, με τις χίλιες αντιφάσεις και προβληματισμούς, να μην είμαστε στρατευμένοι, όταν και όσοι προσπαθούν να ελέγξουν τη ζωή μας, είναι στρατευμένοι στην υπεράσπιση των δικών τους συμφερόντων; Απλά πράγματα, σε αυτή την δύσκολη περίοδο που αντιμετωπίζουμε κανείς δεν μπορεί να μένει αδιάφορος. Αξίζει να είμαστε λίγο τολμηροί στη ζωή μας. Να παίρνουμε θέση. Να ανατρέπουμε τα καθιερωμένα, ακόμα και στη γλώσσα – όσο δύσκολο κι αν είναι αυτό. Και να μην φοβόμαστε, έτσι; Ούτε καν τις λέξεις και τους ορισμούς, τους χαρακτηρισμένους με αρνητικό πρόσημο, όπως τον στρατευμένο καλλιτέχνη. Γιατί στρατευμένος καλλιτέχνης είναι ο μαχόμενος δημιουργός.

   Αλλά απαραίτητη συνθήκη για όλα τα παραπάνω είναι η ύπαρξη της συλλογικής, συνειδητοποιημένης δράσης – κανένας, ακόμα και εάν αποτελεί… μετενσάρκωση του Μαγιακόφσκι και του Βάρναλη, δεν μπορεί να πετύχει εκεί που η μαζικότητα, ο διάλογος και, γιατί όχι, η ιδεολογική σύγκρουση αναδεικνύουν τις υπέροχες δυνατότητες που κρύβει η ανθρώπινη κοινωνία και προσωπικότητα. Με λίγα λόγια, αυτό που θέλουμε να πούμε είναι ότι στην ποίηση και στην τέχνη χρειάζεται μια μαζική καλλιτεχνική ανασυγκρότηση μέσω της οποίας η νέα συνείδηση που αργά αλλά σταθερά οικοδομείται, να αποκτήσει εκείνα τα εργαλεία που θα είναι ικανά να οδηγήσουν σε ένα νέο τύπο Ανθρώπου. Σε αυτό το σημείο χρειάζεται να αξιοποιήσουμε όλες τις προσπάθειες που έχουν γίνει στο παρελθόν και προσπαθούν να προσφέρουν ή πρόσφεραν τουλάχιστον αξιόλογο καλλιτεχνικό προϊόν στους πολίτες όπως κάνουν οι διάφορες καλλιτεχνικές κολεκτίβες, θεατρικές ομάδες και πρωτοβουλίες, νέα μουσικά σχήματα κάθε είδους, λογοτέχνες, ποιητές και ιστορικοί. Παρόλα αυτά χωρίς σύνδεση με το ευρύτερο δημοκρατικό και εργατικό κίνημα που μπορεί να προστατεύσει αποτελεσματικά αυτές τις προσπάθειες από την διαρκώς αυξανόμενη κρατική καταστολή και παρέμβαση τότε κάθε προσπάθεια όσο ισχυρή και να είναι ή όσο και πρωτοποριακές δράσεις να παράγει τότε μοιραία θα οδηγείται στο κλείσιμο και στη λησμονιά. Μάλιστα, η σύνδεση με το ευρύτερο δημοκρατικό κίνημα, με τον αντιφασιστικό και αντιρατσιστικό αγώνα, με τις μάχες ενάντια στα κλεισίματα, τις απολύσεις και τις ιδιωτικοποιήσεις δεν είναι κάτι το αδύνατο ή κάτι που πρέπει να συζητάμε μόνο θεωρητικά∙ είναι ήδη πραγματικότητα σε κάθε μικρό ή μεγάλο αγώνα της περιόδου που φέρνει κοντά την καλλιτεχνική και ποιητική δημιουργία με την πολιτική αμφισβήτηση.

Αλλά η ποίηση, η τέχνη από μόνες τους δεν μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο. Η εξέγερση, η σοσιαλιστική επανάσταση όμως μπορεί – χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η τέχνη πρέπει να χάσει την αυτονομία της ή να γίνει απλό εργαλείο προπαγάνδας στα χέρια των σοσιαλιστών. Αντίθετα, πρέπει να είναι ελεύθερη, να κρίνει και να κρίνεται και να δημιουργεί έργα που θα βοηθήσουν τη νέα συνείδηση να φτάσει με όσο γίνεται  καλύτερο τρόπο στο να εκπληρώσει τα σχέδιά της. Φυσικά, η κοινωνική αυτή εξέγερση, πρέπει να επεκταθεί σε όλους τους τομείς χρειάζεται να αναπτύξει εκείνα τα αντικαπιταλιστικά, αντιφασιστικά και δημοκρατικά χαρακτηριστικά που θα αποτελέσουν βασικό παράγοντα αποσταθεροποίησης της κατεστημένης κοινωνικής πραγματικότητας. Το ζήτημα όμως που μπορούν να αντιμετωπίσουν τέτοιες προσπάθειες είναι ότι δεν υπάρχει προκαθορισμένη συνταγή και τρόπος για να αναπτυχθούν και να διαδοθούν στην κοινωνία με τον καλύτερο δυνατό τρόπο εφόσον η ιστορική εμπειρία, αν εξαιρέσει κανείς την εμπειρία και τα διδάγματα της μεγάλης Οκτωβριανής Επανάστασης, είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη. Ίσως το μεγαλύτερο παράδειγμα και μάθημα από εκείνη τη συγκλονιστική εποχή είναι ότι δεν πρέπει να υπάρχουν προκαθορισμένες συνταγές αλλά να αφεθεί ο κόσμος της δουλειάς να βρει μόνος του τους τρόπους και τις λύσεις που πιστεύει ότι μπορούν να βοηθήσουν στον αγώνα του. Αν και κάποιες βασικές αρχές επιβάλλεται να υπάρχουν από πριν όπως ο σεβασμός στην άποψη του άλλου που μπορεί μέσω μια δημοκρατικής αντιπαράθεσης να προσφέρει ουσιαστικά στον κοινό πολιτιστικό και κυρίως πολιτικό αγώνα. Βέβαια, όσο απαραίτητη και να είναι η εξέγερση στην κοινωνία, την τεχνολογία και τον πολιτισμό, αυτό είναι δύσκολο να γίνει με ειρηνικούς όρους την ίδια στιγμή που το επίσημο κράτος και το ναζιστικό δεκανίκι του χρησιμοποιούν ένοπλη βία και καταστολή με αποτέλεσμα αρκετούς θανάτους από την έναρξη της κρίσης μέχρι σήμερα. Άρα η απάντηση από την πλευρά μας δεν μπορεί να είναι άλλη από την βίαιη κατάληψη των μέσων παραγωγής αξιοποιώντας τα εργαλεία που έχουμε, την γενική πολιτική απεργία διαρκείας και τον εργατικό έλεγχο. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον οι άνθρωποι της τέχνης και του πολιτισμού θα μπορέσουν να κινητοποιηθούν έτσι ώστε να εγκαθιδρύσουν από κοινού με τον εργαζόμενο λαό όχι μόνο το βασίλειο της δικής μας αναγκαιότητας αλλά και το βασίλειο της αληθινής δημοκρατίας που θα οδηγήσει στην ανάπτυξη αυτού του νέου τύπου Ανθρώπου που θα είναι ικανός να αποφασίζει για το μέλλον των παιδιών του και της κοινωνίας.Όμως για να φτάσουμε σε αυτό πρέπει να ξεκινήσουμε από σήμερα, ισοπεδώνοντας το στρατόπεδο του αντιπάλου και οργανώνοντας τις μάχες μας με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Αλλιώς θα αντιμετωπίσουμε μια διαφορετικού τύπου εξέγερση όπου το «σκοτεινό πλήθος της Αβύσσου», όπως θα έγραφε κι ο Τζακ Λόντον, οι άνθρωποι χωρίς ελπίδα – θα καταστρέψουν κάθε προσπάθεια πολιτικής και πολιτιστικής ανασυγκρότησης ίσως και δίνοντας, ασυνείδητα πάντα, την ευκαιρία στην αστική τάξη να επιβάλλει τη θέληση της με καταστρεπτικά αποτελέσματα για την κοινωνία.

%ce%b2%ce%b5%cf%81%cf%84%ce%bf%cf%86

Μάριος Χάκκας, ένας Έλληνας beat

xakkas-696x643

Του Γιάννη Ν. Μπασκόζου*

Διαβάζει κάποιος το παρακάτω κείμενο. Πολύ σημαδιακό για την ιδεολογία του Μάριου Χάκκα, ενός αποσυνάγωγου, αναρχικού , αριστερού, μποέμ λογοτέχνη. Που θα τον τοποθετήσει;

Όμως δεν θα ’χουμε υπεύθυνο, αρχηγό ή αντιπρόσωπο. Τόσα χρόνια μπουχτίσαμε από θαλαμάρχες, παρεάρχες, ακτινάρχες, όλων των ειδών τους άρχες, όρχεις που μας επέβαλλαν να κατουράμε στη βούτα κατά ομοιόμορφο τρόπο (έπρεπε το κάτουρο να χτυπάει στον τενεκέ αριστερά και πάνω, έτσι και σου ξέφευγε γινόσουν ύποπτος). Ου να χαθούνε. Εμ κι εμείς τ’ ανθρωπάκια που δεχθήκαμε χρόνια να τρώμε στη μάπα τη «ράγια»; Και να σκέφτομαι πως υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που αποδέχονται τους κανόνες μιας τέτοιας ζωής. Τι τους συμβαίνει και χώνονται μέσα στη μάντρα; Πάντως εγώ, απ’ όσο ξέρω και οι φίλοι μου, σε μάντρα δεν ξαναμπαίνω, οποιαδήποτε μάντρα. Αν πρόκειται για λογοτεχνικό σωματείο, γραμματείς, πρόεδρο και ιερατείο, δεν κάνουμε τίποτε. Δεν έχουμε χρόνο πια για μια δοκιμή, κι άλλωστε γιατί να επιχειρήσουμε από δρόμους που ξέρουμε πως δεν οδηγούν πουθενά; Μήπως φταίγαν τα πρόσωπα και οι αρχές παραμένουν αλώβητες; Να τελειώνει αυτό το μπέρδεμα, αρχές και πρόσωπα, μορφή και περιεχόμενο, ιδέες και πράξη, όλα είναι ένα, όταν τα ξεχωρίζετε πάτε να περισώσετε κάτι. Φταίει λοιπόν στο σύνολο αυτή η ίδια η υπόθεση, οι αρχηγοί και τα μέλη, ιεράρχηση και επιτροπάτα, οικουμενικές και μη σύνοδοι με αποφάσεις «πιστεύω». Τίποτα πια δεν πιστεύω, όλα σαβούρα για πέταμα.

Τι είναι αυτό που κάνει τον Μάριο Χάκκα ξεχωριστό;

Όπως φαίνεται και από το παραπάνω απόσπασμα πρόκειται για μια πεζογραφία ενός ατόμου που ψάχνει την ταυτότητά του. Σε όλο του το έργο όπως έχει ήδη παρατηρήσει και ο Αλ. Ζήρας το κεντρικό πρόσωπο αντιπαρατίθεται στο σύνολο, η εσωτερική ζωή βρίσκεται αντιμέτωπη με τις συμβάσεις, το άτομο απέναντι στις κοινωνικές υποχρεώσεις, αντίθετο με το ιδεολογικό ή οποιοδήποτε συλλογικό όραμα. Υπάρχει πάντα μια διχοστασία μεταξύ υπαρκτής πραγματικότητας και υπαρξιακής μοναδικότητας.

Κι ερχόμαστε στο δεύτερο σημείο καθώς ο συγγραφέας αλλά και οι ήρωες του είναι τα άτομα που βιώνουν μια βαθιά υπαρξιακή κρίση και μια αφόρητη μοναξιά. Ο επικείμενος θάνατος δυναμώνει την αίσθηση του «χωρίς νόημα κόσμου». Όμως ο Χάκκας δεν πιστεύει όπως ο Κίρκεγκαρντ ότι ο θάνατος δίνει νόημα στη ζωή. Αντιθέτως θα ήθελε να ζήσει πολύ, μια άλλη ζωή, αλλά όμως με έναν διαφορετικό τρόπο: με τη σοφία που του προσέδωσε ο επικείμενος θάνατος του. Ξέρει βέβαια ότι δεν υπάρχει τέτοια διέξοδος. Νιώθει μόνος, είναι μόνος. Μια μονάδα ριγμένη στο άπειρο όπως θεωρούσε τον άνθρωπο ο Χάιντεγκερ.

Η φιλοσοφία του εδράζεται σε μια προσωπική εμπειρία. Ο Χάκκας είναι μόνος, αισθάνεται αβοήθητος, άλλοτε τρομαγμένος κι άλλοτε απογοητευμένος αντιμέτωπος με τον φόβο του θανάτου, τον φόβο του «δεν ταιριάζω με τους άλλους» και καταλήγει σε μια δική του φιλοσοφία, στάση ζωής. Καταλήγει σε έναν ωραίο αναρχισμό, αγανακτισμένο, πρωταρχικό.

Με κούρασαν επιστήμη και κοινωνιολογική ερμηνεία. Επιδιώκω μια κοινωνία που θα γίνουνε τα πάντα μπάχαλα: αστέρες πρώτου μεγέθους να παίζουνε ρόλο κομπάρσου, διαδηλωτές και τανκς μέσα στους δρόμους, ποιος πρώτος ποιος δεύτερος, όλοι να παριστάνουν τους έσχατους (εκτελούσα διαταγές αφεντικό, να σου λένε), ανθρωπάκια που ταξιδεύουν με το λεωφορείο, πρωθυπουργοί που περιμένουν στη στάση σειρά.

Δε με εκφράζει πια καμιά σκοπιμότητα και καμιά λογική, κυρίως το αναπόφευκτο του θανάτου κάποιων κυττάρων, μερικών οργανισμών που κλείνουν τον κύκλο τους και δε θα ξανάρθουν. Ακόμα και στον οργανισμό μου τον ίδιο θέλω να μαλώνουν τα κύτταρα, να επιμένουν τα παλιά, ν’ αντιστέκονται, πεθαμένα πια να μην αποβάλλονται, να παραμένουν εκεί προκαλώντας μια γενική αναστάτωση.

Καταλήγει σε αυτόν τον ατομικό αναρχισμό ξέροντας ότι δοκίμασε ότι υπήρχε στην εποχή του και απέτυχε: Από τη χούνη του Κουταλά φωνάζω κι η φωνή μου χτυπώντας στα βράχια γυρίζει σε μένα. Από ένα τυφλό δωμάτιο πολυκατοικίας φωνάζω κι η φωνή μου βουλιάζει σ΄αφρολέξ καναπέδων. Από τον ύπνο μου – βαθύ πηγάδι – φωνάζω κι η φωνή μου βρίσκει στα σφιγμένα δόντια μου, επιστρέφει και χρωματίζει μαύρα τα σπλάχνα μου.

Παρόλο που διαβάζοντάς τον ξέρουμε ότι τα περισσότερα στοιχεία είναι αυτοβιογραφικά εντούτοις κατανοούμε ότι όσα γράφει αφορούν πολλούς, πολύ περισσότερους από όσους πιστεύουμε. Γίνεται σηματωρός μια εποχής , ίσως και πολλών εποχών. Όταν γράφει Πόσο φυράναν οι ιδέες, πόσο λιγόστεψαν οι αφελείς σ΄αυτό τον κόσμο και οι ήρωες νομίζω ότι εκφράζει προδρομικά κάτι βαθύτερο του οποίου εμείς οι νεώτεροι αργήσαμε να γίνουμε κοινωνοί. Δε μου αρέσουνε οι τέλειες κοινωνίες, οι αισθητικές και οι αρμονίες. Όλα να πάσχουνε κάπου, σώματα, σύμπαν κι ομάδες κατά γκρεμού κι επιπλέον καμιά όρεξη για νέο στήσιμο. Αντίθετα, μανία για περισσότερα χαλάσματα γύρω. Έτσι κι αλλιώς κι αυτοί που λένε πως σιάχνουνε, κυβερνήσεις παπάδες, μυστήρια, περισσότερο όλεθρο σκορπίζουν τριγύρω τους.

Ας σκεφτούμε ότι αυτά τα λέει το ΄60, πριν γίνει ο Μάης ΄68 , πολύ πριν πέσει το τείχος του Βερολίνου και καταρρεύσει ο υπαρκτός και συμπαρασύρει οράματα γενεών στο διάβα του.

Προσωπικά βρίσκω αρκετά κοινά σημεία με τους έλληνες υπαρξιστές- ένα βραχύβιο κίνημα. Δεν ξέρω πόσο τους ήξερε κι αν τον γοήτευαν καθόλου αλλά διαβάζοντας το Κοινόβιο διαπιστώνεις , όχι τόσο φράσεις, όσο περισσότερο εικόνες και διάθεση που θυμίζουν το κίνημα της Ιπτάμενης Παράγκας του Σίμου του υπαρξιστή. Κι αυτοί είχαν χιούμορ , λέγανε τσιτάτα όπως Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΙΣ ΕΙΝΑΙ ΚΡΙΣΙΜΟΣ ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΑΠΕΛΠΙΣΤΙΚΗ!» ή το άλλο «ΑΝ ΑΠΕΛΠΙΣΤΕΙΣ, ΜΗΝ ΑΠΕΛΠΙΖΕΣΑΙ!», και είχαν αυτό το χιούμορ ,άλλοτε υποδόριο, άλλοτε δηκτικό, αντιθετικό ως προς την όποια καθεστηκυία τάξη, όταν πήγαιναν σε συγκεντρώσεις και τους πέρναγαν για παράταιρους ή χαφιέδες, είχαν κάτι κοινό με τον αποσυνάγωγο Χάκκα, και τη θέλησή του να απαρνηθεί τα πάντα. Απλώς οι υπαρξιστές εκείνοι ήταν πιο χαρούμενοι, οργάνωναν πάρτυ, χόρευαν μπούγκι, έκαναν τρέλες.

Τα παραληρηματικά κείμενο του Κοινόβιου και του «Τα τελευταία μου» θυμίζουν σε πολλά τους αμερικάνους μπητ. Όπως το «Ουρλιαχτό” του Γκίνσμπεργκ:

Είδα τα καλύτερα μυαλά της γενιάς μου διαλυμένα από την τρέλα,
υστερικά γυμνά και λιμασμένα,
να σέρνονται μέσα στους νέγρικους δρόμους την αυγή γυρεύοντας
μιαν αναγκαία δόση,
(…….)

που πρόταξαν τους εγκεφάλους τους γυμνούς στον ουρανό
κάτω απ’ τον Εναέριο σιδηρόδρομο και είδαν
αγγέλους Μωαμεθανούς να τρεκλίζουν φωτισμένοι σε ταράτσες πολυκατοικιών,
που πέρασαν απ’ τα πανεπιστήμια με ήρεμα ακτινοβόλα μάτια με παραισθήσεις
του Αρκάνσας και τραγωδία με το φως του Μπλαίηκ ανάμεσα στους μελετητές
του πολέμου,
που διώχτηκαν απ’ τις ακαδημίες λόγω τρέλας και έκδοσης
στίχων ανήθικων στου κρανίου τα παράθυρα,
που διπλώθηκαν από τον φόβο ξεντυμένοι σε αξύριστα δωμάτια, καίγοντας
τα λεφτά τους στα καλάθια των αχρήστων και ακούγοντας τον Τρόμο
μέσ’ απ’ τον τοίχο…

Βρίσκω ομοιότητες και με τον Τζακ Κέρουακ σε δύο θέματα: στη σχέση με τη φιλία και το αυθόρμητο της γραφής. Οι μπίτνικ ήταν μια παρέα με κοινό τρόπο σκέψης. Ο Κέρουακ ήταν τυχερός έζησε όλη του τη ζωή με μια παρέα ομοειδή και ομόγνωμη. Ο Χάκκας είχε μια άλλου είδους παρέα, περισσότερο φιλική και λιγότερο ομογνωμική. Γι αυτούς οραματίζεται ένα κοινόβιο: για τον ζωγράφο Δημήτρη, τον Φαίδωνα που είχε τέλος φρικτό- έγινε ανώτερος υπάλληλος, τον Τσαούση – ακόμα χειρότερα – ήταν παντρεμένος, τον Νότη- περιμένει παιδί, τον γιατρό με τα άγχη του και τον ποιητή Γκόρπα, τρελαμένος κι αυτός- αλλά ίσως πιο κοντά του. Όμως τους χάρηκε τους φίλους του μέσα σε ένα στενό σαλονάκι ενός φτωχικού ιατρείου, από εκεί ταξίδευαν και δεν είχαν ανάγκη να κάνουν ούτε βήμα προς την πιο κοντινή ταβέρνα.
Η περίφημη παρέα του Κέρουακ έβαλε σκοπό να αλλάξει τη λογοτεχνία, απλοποιώντας τις φόρμες και απαλείφοντας τα περίτεχνα σχήματα λόγου. Για τον Κέρουακ είπαν ότι «Στο Δρόμο» είχε μια ακατέργαστη, φαινομενικά ανύπαρκτη φόρμα με τις ασύντακτες παραγράφους και το φτωχό επαναλαμβανόμενο λεξιλόγιο, πράγμα βέβαια που δεν το εμπόδισε να γίνει το βιβλίο-αναφοράς του κινήματος της δεκαετίας του ’50. Γιατί Η «αυθόρμητη πρόζα», όπως το έλεγε ο Κέρουακ, η αδιαμεσολάβητη φόρμα δηλαδή μπορεί να μεταγγίσει απευθείας το περιεχόμενο στον αναγνώστη, προκαλώντας ένα «σοκ τηλεπάθειας», όπως στο Κοινόβιο ή στο «Τα τελευταία μου». Ειδικά σε αυτό το τελευταίο όπου σε κατάσταση παράκρουσης όσο ανεβαίνει ο πυρετός ο συγγραφέας ταξιδεύει προς το ουράνιο τόξο, συναντά απίθανους ανθρώπους, όπως μια παγκόσμια πρωταθλήτρια δρόμων, και μια υπέροχη σεξουαλική γυναίκα και μετά αρχίζει να κατεβαίνει καθώς πέφτει ο πυρετός. Μάλιστα συναντά έναν με μεγάλη άσπρη γενιάδα – τον Άγιο Πέτρο- και του ζητά ακόμα και να πεθάνει να μπορεί να συνεχίσει να γράφει, ή έστω να πάρει μια παράταση για να βγάλει ένα φτενό βιβλιαράκι. Ο άγιος του το αρνείται και ο Χάκκας του λέει ‘θα αναγκαστώ να το γράψω στα πρόχειρα – που καιρός για καλλιγραφίες…- και θαναι εναντίον σου!

Άλλο κοινό στοιχείο είναι ότι όπως ο Κέρουακ έτσι και ο Χάκκας πάλευε μέχρι τέλος με τους προσωπικούς του δαίμονες, τόσο τους λογοτεχνικούς, όσο και τους πραγματικούς. Ο Χάκκας στο τέλος γράφει απίθανα ωραία παραληρηματικά κείμενα, από όπου περνάει η οικογενειακή καταπίεση ( η σκηνή με το κορίτσι και το αρνάκι που διακόπτεται από την αυστηρή μητέρα), το γενετήσιο ανικανοποίητο ( η ανάγκη να τα έχει με μια πραγματικά ωραία γυναίκα με ψηλά καπούλια και γεμάτο στήθος), ο χρόνος που δεν του φτάνει γιατί άρχισε αργά να γράφει κι αργά να αποστασιοποιείται από τη βιωτή και το αριστερό όραμα.

Παρά την ειρωνεία και τον σαρκασμό ο Μάριος Χάκκας παραμένει πιστός σε ένα όραμα της νιότης. Με την «ωραία υπεροψία του ανυπεράσπιστου» – όπως θα έλεγε ο Γιάννης Ρίτσος στην «Φαίδρα», θα το ανακαλεί συχνά και θα θυμίζει ότι αυτή ήταν η ζωή του. Έχει ένα ωραίο όσο και ενδεικτικό κείμενο «Μπροστά σ΄ένα τάφο», όταν επισκέπτεται τον τάφο του Μαρξ στο Λονδίνο , που είχε παέι για τη θεραπεία του:

Όλα ξεκίνησαν απ’ αυτό το γρανιτένιο κεφάλι που στέκει μπροστά μου, κι εκείνοι κι οι άλλοι, κι ετούτοι κι οι μετέπειτα, κι οι καλοί κι οι κακοί, μόνο που οι καλοί βγήκαν γρήγορα από τη μέση, πλάκωσαν τα ντουγκασβίλια και τους ξεπάστρεψαν έτσι που μείναν πάνω μόνο οι αχώνευτοι. Θα μου πείτε “βρέστε μου μια κατσαρόλα που να βράζει το γάλα χωρίς να το χύνει”. Αυτό προσπαθώ τόσα χρόνια, κάθε πρωί λέω να προσέξω για να μη φουσκώσει και πάντα την παθαίνω. Έτσι την πάθαμε όλοι, κι ίσως κι ο ίδιος ο Μαρξ, γιατί δεν πιστεύω να ήθελε αυτούς τους αχώνευτους.

Θα μπορούσε κανείς να βρει ομοιότητες και με τον Αντρέα Φραγκιά στην παρουσίαση των χαμηλών κοινωνικών τάξεων, να τον θεωρήσει ποιητικό πρόδρομος του αναρχισμού του Λευτέρη Πούλιου κ.τ.λ. Αλλά μάλλον κάπου στο βάθος ο Μάριος Χάκκας παραμένει ακατάταχτος και αποσυνάγωγος.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Θράκα, Νο 7, αλλά εμείς το πήραμε από εδώ: http://www.oanagnostis.gr/μάριος-χάκκας-ένας-έλληνας-beat/