Μια ποιητική του βλέμματος – Συνέντευξη του Σωτήρη Παστάκα στον Μασιμιλιάνο Νταμάτζιο

Ο Σωτήρης Παστάκας

-Πριν ένα περίπου χρόνο, σ’ ένα βιβλιοπωλείο της Αθήνας, γιόρτασες την επέτειο του Poiein.gr, της ιστοσελίδας της οποίας είσαι ο ιδρυτής. Γιατί δημιουργήθηκε; Τι αντίκτυπο νομίζεις ότι είχε στο πανόραμα της ελληνικής ποίησης; Σε τι διαφοροποιείται από τ’ άλλα;

-Η αναμφίβολη επιτυχία του «Ποιείν», οφείλεται εν μέρει στο γεγονός ότι κατάφερε ν’ ανακατέψει την τράπουλα και να δυσκολέψει, σε μεγάλο βαθμό, τα στημένα παιχνίδια -ακαδημαϊκά κι εκδοτικά-, που πολλές φορές συμβαδίζουν και πάνε αλά μπρατσέτο. Ακριβώς αυτός ήταν κι ο λόγος της δημιουργίας του: έχοντας δουλέψει από το 1980 σε κάποια απ’ τα μεγαλύτερα, έντυπα, λογοτεχνικά περιοδικά όπως το «Δέντρο», το «Πλανόδιον» κ.α., διαπίστωσα στις αρχές του 2000, ότι είχαν εξαντλήσει τη δυναμική τους: πρότειναν, απλώς, ένα άρτιο κι άψογο τυπογραφημένο «τίποτα» κι έτσι άρχισα να διερευνώ τον ανορθόγραφο λόγο των πρώτων ιστολογίων που γεννιόταν εκείνη την εποχή. Η δέσμευσή μου, τότε και τώρα, είναι ότι θα «κλείσω» το σάιτ, αν τυχόν γίνουμε κι εμείς «Ακαδημία»… Η σημαντική διαφοροποίησή μας, είναι τα ανοιχτά σχόλια και το διαρκές «παιχνίδι» με τις αναρτήσεις, νομίζω.

-Σε μια συνέντευξη, προσδιόρισες τι είναι, κατά τη γνώμη σου, και τι δεν είναι ένας ποιητής: για παράδειγμα, δεν είναι ένας φιλόσοφος, δεν είναι ψυχολόγος…

-… κι ούτε ένας θεωρητικός της λογοτεχνίας, θα πρόσθετα. Για τον απλό λόγο πως, ό,τι μπορεί να γραφτεί σε πρόζα χωρίς να χάνει την αξία του, δεν είναι ποίημα, καθώς έλεγε κι ο αγαπημένος μου Ουμπέρτο Σάμπα. Φυσικά, ο ποιητής μπορεί να είναι ό,τι θέλει, από σύμβαση κι από βιοποριστική ανάγκη, αλλά αυτό δεν πρέπει να περνάει στα ποιήματά του.

-Είπες, σχετικά με τον Hirschman: «Μου άλλαξε τη ζωή». Εννοείς ακόμη κι από άποψη δημιουργίας; Εάν ναι, με ποιο τρόπο; Το λέω αυτό γιατί, η δική σου, είναι μια γραφή πολύ γραμμική και συναφής στην πορεία των χρόνων από το πρώτο σου κιόλας βιβλίο· δεν βλέπω «τραύματα», αλλά μια σταθερή εξέλιξη ενός σώματος που από παιδί γίνεται ενήλικας.

– Ο Τζακόνε, ο μεγάλος Τζακ, όταν τον γνώρισα στο Σαν Φρανσίσκο το 2003, ήταν πάμφτωχος μεν -έμενε σ’ ένα χώρο 20 τετραγωνικών μέτρων, που χρησίμευε για γραφείο, κρεβατοκάμαρα, τραπεζαρία και βιβλιοθήκη, για τις προσωπικές του ανάγκες έπρεπε ν’ ανεβοκατεβαίνει δυο ορόφους με τα πόδια, από τον τέταρτο στον δεύτερο, όπου του είχαν παραχωρήσει δωρεάν ένα w.c.- αλλά πανευτυχής και δημιουργικότατος δε. Εγώ ήμουν πλούσιος, μεγαλογιατρός, μπλοκαρισμένος σ’ έναν αποτυχημένο γάμο, όπως και στη γραφή μου (οι «Προσευχές για φίλους» που είχα ξεκινήσει να γράφω το 1995, είχαν βαλτώσει). Χάρη σ’ αυτή τη συνάντηση, που λειτούργησε ως ένα είδος Sartori για μένα, ξεμπλόκαρα σιγά-σιγά στην προσωπική μου ζωή κι απελευθερώθηκα και στο γράψιμο: μέχρι τότε είχα βγάλει τέσσερεις ποιητικές συλλογές όλες κι όλες, και τα επόμενα χρόνια, από το 2003 μέχρι σήμερα, τουλάχιστον άλλες δέκα.

-Κάθε φορά που συναντιόμασταν, ένιωθα μεταξύ φίλων, όχι μεταξύ ποιητών. Θέλω να πω ότι η ατμόσφαιρα, που εσύ και οι άλλοι δημιουργείτε, είναι πολύ διαφορετική από εκείνη που είθισται στην Ιταλία, πιο φιλική και χαλαρή.

-Ίσως επειδή η Ελλάδα είναι μικρή (γέλια). Η αλήθεια είναι πως γνωρίζουμε καλά την αξία ο ένας του άλλου και δεν υπάρχει χώρος για κομπασμούς και ψευτο-περηφάνιες. Αυτό δεν σημαίνει πως οι λογοτεχνικές έριδες και οι τσακωμοί δεν είναι καθημερινό φαινόμενο και σε μας. Απλώς, για να χαριτολογήσουμε, η δική μας παρέα απεχθάνεται τους σοβαροφανείς …

-Η πρώτη εντύπωση που είχα για σένα, είναι ότι είσαι ένα « συντροφικό ον», δηλαδή ότι, για σένα, το να μοιράζεσαι τη ζωή σου με τους άλλους είναι βασικό. Κι ότι αυτός ο χαρακτήρας-ανάγκη αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της ποίησής σου. Έτσι όπως μου φαίνεται ότι έχεις έναν χαρακτήρα διαθέσιμο κι ανοιχτό, όπως η ποίησή σου. Είναι σωστό ή κάνω λάθος;

-Βρίσκω εξαιρετικά αναζωογονητικό, για μένα, το να βρίσκομαι ανάμεσα σε κόσμο, να γνωρίζω ανθρώπους ξένους μεταξύ τους και να τους αφήνω να μιλάνε, έτσι ώστε να παίρνω τροφή απ’ τις κουβέντες τους. Τους παρατηρώ και τους ακούω, ακόμη κι όταν δείχνω αφηρημένος ή σκεπτικός. Έχεις απόλυτο δίκιο και συμφωνώ με την παρατήρηση σου, Μαξ.

-Κάποιες μέρες πριν, ένας ιταλός φίλος διάβασε κάποια από τα ποιήματά σου και μου έγραψε: «Ένας ποιητής, με καθαρή γραφή, ικανός να συμφιλιώσει το κοινό με την ανάγνωση, την καθημερινή ζωή, τα απλά πράγματα: τι θαυμάσιο ν’ αναγνωρίζεις επιτέλους τον εαυτό σου μες στους στίχους ενός ποιήματος, να μην χρειάζεται ν’ αναρωτιέσαι για τα κρυφά νοήματα!» Αυτό επιθυμείς ν’ ακούς να λέγεται; Ή θα επιθυμούσες κάτι άλλο;

-Το θεωρώ μεγάλο κομπλιμέντο. Ναι, αν πράγματι το πέτυχα, θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό. Θεωρητικώς, θα έλεγα πως είμαι υπέρ μιας «ποίησης που συμβαίνει», παρά οπαδός μιας «ποίησης που προκύπτει».

-Όμως η ποίησή σου είναι πράγματι τόσο απλή;

-Το πιο δύσκολο πράγμα είναι να μιλήσει κανείς απλά, γιατί κάποιος μπορεί εύκολα να γλιστρήσει στο απλοϊκό, το φλύαρο και το ανούσιο. Συνηθίζω να βάζω διάφορους βαθμούς δυσκολίας: παρηχήσεις, αριθμούς στίχων και ποιημάτων… μια ολόκληρη προσωπική Καμπάλα, επινοημένη από μένα τον ίδιο, μόνο και μόνο, για να μου δυσκολεύω τη γραφή. Πρέπει να ομολογήσω πως η γραφή για μένα είναι ο ύψιστος ψυχαναγκασμός.

-Σε ένα άλλο άρθρο του «Versante Ripido» παρουσιάζουμε ολόκληρη τη συλλογή «Συσσίτιο». Τα πάντα περιστρέφονται γύρω από την τροφή με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Γιατί; Μου κάνεις μια σύντομη εισαγωγή στο «Συσσίτιο»;

-Με την οικονομική κρίση, αναμοχλεύθηκαν και αναδύθηκαν από το συλλογικό ασυνείδητο οι κυρίαρχοι φόβοι του ανθρώπου, όπως είναι η πείνα. Η τροφή δεν έπαψε ν’ αποτελεί ένα από τα πιο βασικά ένστικτα του ανθρώπου. Ένα άλλο είναι το σεξ και η αναπαραγωγή. Από την άλλη, με την οικονομική κρίση, ανακαλύψαμε ξανά τη συντροφικότητα και την αλληλεγγύη. Ας μην ξεχνάμε, πως η μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου είναι πολιτική, προϊόν κι επιταγή του καπιταλισμού. Είναι, δηλαδή, το καπιταλιστικό σύστημα που πριμοδοτεί την ατομικότητα και τη μοναξιά του καθενός. Το «Συσσίτιο» γράφτηκε, εν αγνοία μου, πάνω σε αυτούς τους δύο άξονες: απ’ τη μια, το οικονομικό αδιέξοδο κι απ’ την άλλη, ως λύση στο φόβο τής πείνας, τη συλλογικότητα. Άκουσα από πολλούς, γιατί δεν έγραψα κι αυτό κι εκείνο! Γιατί η πείνα είναι αστείρευτη πηγή, απ’ την τραγωδία έως τις κωμωδίες του Τσάρλι Τσάπλιν και του Τοτό. Δεν ήθελα να κάνω διατριβή πάνω στο θέμα. 22 ποιήματα μου βγήκαν, συγγνώμη αν σας φαίνονται λίγα.

-Από αυτόν το κύκλο ποιημάτων, βγαίνει επίσης μια εικόνα του εαυτού σου λίγο “flaneur”. Ποιά και «πόσο» είναι η σχέση ανάμεσα σ’ εσένα και το περιβάλλον γύρω σου; Κι ως περιβάλλον εννοώ και τους ανθρώπους και τις απρόβλεπτες συνθήκες.

-Είναι αλήθεια πως, επειδή έφυγα πολύ μικρός από την «εστία», μου έχει γίνει έμφυτο το βλέμμα του πλάνητα και του νομάδα. Έχω αναπτύξει μια προσωπική φιλοσοφία αναχωρητισμού και, ως εκ τούτου, την ικανότητα να βλέπω την «ανθρώπινη κατάσταση», κατ’ επέκταση, με τα μάτια του μελλοθάνατου. Ένας μελλοθάνατος που αρπάζει βουλιμικά την κάθε στιγμή και το καλύτερο που μπορεί από τα άτομα που τον περιβάλλουν.

-Προφανώς, οι αναγνώστες περιμένουν να διαβάσουν τα σχόλια του ποιητή για την ελληνική κατάσταση. Μου φαίνεται ότι τα μεγάλα γεγονότα εισέρχονται στα γραπτά σου στη «μύτη των ποδιών». Αλλά γνωρίζω ότι έχεις μια σαφή πολιτική θεώρηση των πραγμάτων.

-Έχουν περάσει αρκετές δεκαετίες από τη «στρατευμένη ποίηση», ένας ολόκληρος αιώνας. Το ποίημα-μανιφέστο δεν είναι το αγαπημένο μου είδος ποίησης. Επειδή και η πολιτική έχει γίνει πολύ πιο πολύπλοκη από πριν και τα πλοκάμια της απλώνονται παντού, έτσι πιστεύω πως, κι εμείς, έχουμε το χρέος να της απαντήσουμε με πολύ πιο ύπουλα μέσα: όχι μ’ ένα ποίημα που ζητά τη μετωπική σύγκρουση μαζί της, αλλά να την ξεγελάσουμε με κυκλωτικές κινήσεις, μέσα από πάρα πολλά ποιήματα και πάρα πολλούς ερωτικούς συντρόφους (γέλια).

-Το ποίημά σου που περισσότερο μ’ αρέσει είναι το «Ελλάδα Παπάκι», γιατί εκεί βρίσκω την Ελλάδα που υπήρχε, της οποίας αποτέλεσα μέρος της, που ακόμα υπάρχει κι αντέχει, και που είναι δύσκολο, αδύνατον θα έλεγα, να κοινωνήσεις σ’ όποιον δεν την έχει ζήσει. Είναι η αναστολή του χρόνου, όπου ο άνθρωπος μπορεί να έχει επίγνωση του εαυτού του; Και τι θα πρόσθετες, ή θ’ αφαιρούσες, σήμερα, σ’ αυτή τη δήλωση αγάπης;

Ελλάδα Παπάκι

Η Ελλάδα ταξιδεύει με σαράντα
Σαν το παπάκι στην παραλιακή.
Η μεγίστη δυνατή ταχύτητα
Συμπίπτει με τη δυνατότητα
Του ερωτευμένου βλέμματος:
Να καταγράφει, να χορταίνει,
Να θυμάται. Το φως στις ελάχιστες
Αποκλίσεις του, τον κυματισμό
Της θάλασσας και τη φορά του ανέμου.
Η Ελλάδα κι ο συνεπιβάτης της
Που την αγκαλιάζει, κλείνουν
Τα μάτια τους ταυτοχρόνως:
Δεν θα μάθει ποτέ τι ήταν
Αυτός για κείνη, ούτε κείνη
Πόσα πολλά της χρωστάει.
Χάρη στις χαμηλές ταχύτητες
Η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα
Όπου το σούρουπο
Προς το Σούνιο, ή στην επιστροφή,
Μπορεί να διαρκέσει ολόκληρη ζωή.

-Τις ερωτικές εξομολογήσεις, απ’ τη στιγμή που θα ειπωθούν, δεν μπορείς να τις πάρεις πίσω… κι ούτε θέλω ν’ αλλάξω τίποτα. Απλώς, για να παραμείνει ζωντανή η αγάπη, μερικές φορές κάνουμε και υπερβάσεις: προσωπικά, αυτή την αναστολή του χρόνου, την αναζητώ πλέον στην επαρχιακή Ελλάδα, στη Λάρισα, όπου επέστρεψα για να ζήσω εδώ και λίγους μήνες.

-Στους στίχους σου ανατρέχεις συχνά στο σπίτι και στις βεράντες. Πολλές φορές γράφεις για τη βεράντα σου και τις γλάστρες με τα φυτά σου, αλλά το βλέμμα πάει σπάνια, ή σχεδόν ποτέ, πέρα απ’ το κιγκλίδωμα.

-Ο Σωκράτης δεν έφυγε ποτέ από την Αθήνα, ούτε μέχρι τη Σαλαμίνα δεν πήγε. Ο Πικάσο έλεγε πως δεν αγαπούσε τα ταξίδια, γιατί αντί να πηγαίνει εκείνος σ’ ένα μέρος, προτιμούσε να τον επισκέπτονται εκείνα στο ατελιέ του. Ο Φελίνι γύριζε μόνο μέσα στα στούντιο της Τσινετσιτά. Ο Λεοπάρντι, αν δεν περιοριζόταν να περιγράψει το φράχτη, δεν θα μας μετέφερε ποτέ στο άπειρο. (Γέλια). Θέλω να πω, ναι, πως έχεις δίκιο, με την έννοια πως, στα ποιήματά μου, υπάρχει μια καταγραφή όσων βλέπουν τα μάτια μου. Μια ποιητική του βλέμματος.

-Είσαι επίσης μεταφραστής από τα ιταλικά: Πένα, Σερένι, Σάμπα, για παράδειγμα. Μου φαίνεται ότι υπάρχει μια ισχυρή, ποιητική ομοιότητα ανάμεσα σ’ εσένα κι αυτούς. Ποιά ποίηση, κι από ποιό μέρος του κόσμου, θα άξιζε μεγαλύτερης προσοχής στην Ευρώπη;

-Σου θυμίζω πως ήρθα στην Ιταλία σε ηλικία 18 χρονών κι έζησα για δέκα συνεχόμενα χρόνια. Θα μπορούσαν να με επηρεάσουν κι άλλοι ποιητές που αγαπάω επίσης πάρα πολύ, αλλά μίλησε η προσωπική ιδιοσυγκρασία, όπως και για κάθε τι που κουβαλάμε στη ζωή μας: το χρώμα των ματιών μας, η κληρονομικότητα στις αρρώστιες. Η ποίηση στην περιφέρεια αργεί να φθαρεί, ή αν θέλεις, παρακμάζει με καθυστέρηση. Αν λοιπόν, θεωρήσουμε ως «κέντρο» τις κυρίαρχες γλώσσες (αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά), που έχουν πέσει σε λήθαργο από πλευράς ποιητικής παραγωγής, οι υπόλοιπες έχουν ακόμη πολλά να δώσουν, γιατί δεν έχουν φθαρεί τα εκφραστικά τους μέσα. Η Ευρώπη δεν έχει παρά να κοιτάξει στη γειτονική της περιφέρεια με την προσοχή που δεν έχει επιδείξει ακόμα: στην Τουρκία, τη Ρουμανία, τη Βουλγαρία, την Ουγγαρία κλπ. Ίσως και λίγο πιο πέρα, στην άλλη πλευρά της Μεσογείου, για παράδειγμα, στην Αφρική.

*Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου
(http://penultimoorizzonte.wordpress.com)
**Δημοσιεύτηκε την Τρίτη, Αυγούστου 27, 2013, εδώ: http://www.thraca.gr/2013/08/blog-post_27.html

Advertisements

Γιώργος Κορδομενίδης, Η υποψιασμένη απελπισία της Κατερίνας Γώγου

H φωτογραφία της στο εξώφυλλο, μετωπική, με βλέμμα ευθύ και διεισδυτικό, με τη μορφή της σχεδόν αυστηρή ―αν εξαιρέσεις μια υποψία πικρού χαμόγελου στα χείλη―, δεν αφήνει καμιά αμφιβολία στους ανειδίκευτους αναγνώστες για την ταυτότητα του προσώπου και του ονοματεπωνύμου της εικονιζόμενης: Kατερίνα Γώγου, ηθοποιός (από την Όμορφη πόλη του Kακογιάννη στις ταινίες της Φίνος Φιλμ της δεκαετίας του ’60 κι από κει στη Φιλουμένα Mαρτουράνο πλάι στην Eλλη Λαμπέτη) και ποιήτρια.

Kατερίνα Γώγου. Mε λένε Oδύσσεια. Aθήνα, Eκδόσεις Kαστανιώτη 2002, 133 σελ.

Στο σανίδι από τα πέντε της χρόνια (γεννήθηκε στην Aθήνα το 1940), στα δώδεκά της μαθήτρια στη σχολή Mουζενίδη, κάνει νωρίς την πρώτη της επαγγελματική εμφάνιση κι αμέσως μετά συμμετέχει ―στη “χρυσή” εποχή του εμπορικού ελληνικού κινηματογράφου― σε περισσότερες από 50 ταινίες, που την έκαναν γνωστή στο κοινό σαν το δροσερό κοριτσόπουλο με τα κοντά μαλλιά και τη μίνι φούστα, που χοροπηδούσε φωνάζοντας γιούπι!

Aλλά τόση προκάτ ευδαιμονία δεν την αντέχει ένας υποψιασμένος και ποικιλοτρόπως ταλαιπωρημένος άνθρωπος όπως η Kατερίνα Γώγου.

Tο 1979 εκδίδει την πρώτη της ποιητική συλλογή: Tρία κλικ αριστερά. Tα ποιή ματά της διαβάστηκαν όσο λίγα, και το βιβλίο έχει κάνει μέχρι σήμερα περισσό τερες από 20 εκδόσεις, ενώ μεταφράστηκε στα αγγλικά και κυκλοφορεί στην Aμερική. Aπό ένα σημείο και πέρα ήθελα να σπάσω την απομόνωση ―όχι την προσ ωπική, αλλά όλων σαν εμένα―, χωρίς όμως μ’ αυτό να θέλω να πω ότι την ψώνισα να κάνω την αγία ή την αρχηγίνα, θα πει σε μια συνέντευξή της στον Δημήτρη Γκιώνη (Eλευθεροτυπία, 13.10.1980). Tα μάζεψα λοι πόν [: τα ποιήματα] και πήγα σε δύο ανθρώπους που πίστευα ότι δεν είναι και τόσο πουλημένοι, και τους τα έδωσα να τα διαβάσουν. Φαίνεται ότι τους άρεσαν. Λέω πως θα με είδαν κάπως έτσι: «Για κοίτα ρε που σκέφτεται, για κοίτα που γράφει ― και γράφει και καλά». Προχώρα και βγάλτα, μου είπαν. Kαι τα ‘βγαλα.

Tο γράψιμο αποτέλεσε σταθερή διέξοδο στα τελευταία 15 χρόνια ζωής της Kατερίνας Γώγου. Tο δεύτερο βιβλίο της, Tο ιδιώνυμο (1982) έχει κάνει κι αυτό πάνω από 15 εκδόσεις. Tο ξύλινο παλτό (1982) βρίσκεται στη 10η έκδοσή του, ενώ οι Aπόντες (1986) στην 4η έκδοση. Oλα τα προαναφερθέντα βιβλία της, καθώς και O μήνας των παγωμένων σταφυλιών (1988) κυκλοφορούν από τον Kαστανιώτη. Tο τελευταίο της βιβλίο, Nόστος, το έβγαλε το 1990 από τα Nέα Σύνορα.

O Nίκος Φωκάς, ένας από τους πιο σημαντικούς σημερινούς ποιητές μας (κι ο μόνος, όπως προκύπτει από το αυτοσχέδιο αρχείο μου, μη δημοσιογράφος που ασχολήθηκε με την ποίηση της Γώγου), έγραφε στη Φιλολογική Kαθημερινή (31.5.1979): Tο Tρία κλικ αριστερά είναι ποίηση πολιτική, αλλά με μια σημαντική διαφορά. Διαφορά ποιοτική. H γλώσσα είναι ενεργητική στο βαθμό που την ενεργοποιεί και την αναγκάζει το πάθος. Συγχρόνως όμως επώδυνα ουσιαστική, κόβεται ακριβώς μια στιγμή πριν γίνει συναισθηματολογία ή ρητορικός στόμφος. Eίναι ένας λόγος με κύρος και θυμό, που, μένοντας πολιτικός, είναι υποχρεωμένος να είναι εξαιρετικά σαφής, εφόσον υποθέτω υπολογίζει σε κάποια αποτελέσματα, δίχως να χάνει χρόνο και δύναμη σε ωραιολογικούς ακκισμούς ή ευκαιριακές επιδείξεις.

Σ’ αυτό το μεταθανάτιο βιβλίο της Kατερίνας Γώγου περιέχονται τα τελευταία ποιήματά της, που κινούνται στους ίδιους άξονες μ’ αυτά που γνωρίζουμε από τις προηγούμενες συλλογές της αλλά και με στίχους σπαρακτικότερους από κάθε άλλη φορά:

[…]
Πώς θα γυρίσω
που βρίσκομαι χωρίς σκαρί
συντρόφους, από τ’ άγγιγμα της Kίρκης, γουρούνια
χωρίς αέρα και πανιά
όμοιο εγώ διαζευτικό καταμεσής της θάλασσας;

Xωρίς εισπνοή πώς εκπνοή της άνοιξης να γίνω
κι έτσι ξυπνητή νεκρή ζωντανή
τους κοιμισμένους θεούς μέσα μου
να μην τους ξυπνήσω;

Mε λένε Oδύσσεια.
Aνθρωπος διωγμένος κι εγώ από τον ουρανό
το σώμα μου φθαρτό, έχει από πέσιμο
σχεδόν οριστικά τσακίσει
[…]

Στις επόμενες σελίδες, πεζά ποιήματα με βιωματικά στοιχεία, αλλά και μικρά πεζά, με περισσότερο αυτοβιογραφικό χαρακτήρα, που αναφέρονται σε πρόσωπα και περιστατικά από τη ζωή της και την καριέρα της (όπως στον σύζυγό της και πατέρα της κόρης της, Mυρτώς, σκηνοθέτη Παύλο Tάσιο, ή στην Eλλη Λαμπέτη, συνόψεις σεναρίων.

Kι ακόμη, κείμενα με ημερολογιακό χαρακτήρα, καταγραφές σχεδίων («Nα βρω και να δω και να μάθω πώς έβγαλε την τελική σκηνή η Kαπρίσκι στη Δημόσια γυναίκα του Zουλάφσκι» ― «Kάποιος να μου δανείσει ένα καλό μικρό κασετόφωνο να θυμηθώ τη φωνή μου»), γράμματα στον εαυτό της αλλά και στον πατέρα της: Tι καλός που είσαι που μ’ έμαθες από πέντε χρόνων να διαβάζω εφημερίδα! Eσύ που ξέρεις τόσα, μα τόσα πολλά, πήρα το κώνειον, έφαγα όλο μου το φαΐ, όλα μου τα χάπια. Eρχόμουνα, όπως με είχες εκπαιδεύσει στη Bία, να σε βρω στο καφενείο, στου Mακρυγιάννη, που έπαιζες πρέφα, να σου θυμίσω να με δείρεις αλλά δεν είχε τελειώσει η παρτίδα και μου ‘λεγες: «Ξανάλα σε μια ώρα», κι εγώ ξαναρχόμουν ξανά και ξανά, μέχρι να αισθανθώ τη βία σαν λύτρωση, μαθαίνοντας να προσεύχομαι σ’ αυτό που δεν ήξερα, στο Θεό, να με δείρεις με την πέτσινη λούρα σου, να με χτυπάς στα γόνατα και στα καλάμια με τα μυτερά σου καφετιά παπούτσια […]

Aλλά και γράμματα στην κόρη της, και πάλι στη μάνα της, και πάλι στον εαυτό της, γράμματα γεμάτα αποσιωπητικά πριν από την οριστική σιωπή, στην οποία κατοίκησε ανεπιστρεπτί την Kυριακή 3 Oκτωβρίου 1993.

*Δημοσιεύτηκε στον “Αγγελιοφόρο της Κυριακής”, στις 21.4.2002. Εμείς το πήραμε από το Εντευκτήριο εδώ: http://entefktirio.blogspot.com.au/2017/10/blog-post.html

Γιάννης Λειβαδάς, Ποίηση δίχως ποιητές, ποιητές δίχως ποίηση

«Χαμένος μέσα σ’ αυτό που απουσιάζει,
αυτή είναι η άπταιστη κουβέντα.
Όχι δα· απών μέσα στης άγνοιας την τάξη.
Μεσολάβηση τελεολογίας που σαφρακιάζει
την παραμέληση των θεωριών».

Το υστερόγραφο ενός ανολοκλήρωτου προλόγου έξι δοκιμίων –τα οποία δημοσιεύθηκαν σε σειρά από τον Μάρτιο του 2016– σχετικά με την πεφυσιωμένη θλίψη, τη νοθεία, και την αισθητικοποίηση των κοπετών∙ με την προϋπόθεση μίας απροσάρμοστης δυσκολίας: αυτή η κριτική τοποθέτηση δεν επιζητεί κάποιο πόρισμα, δεν προσαρμόζει εντέχνως ή αλλιώτικα την επιχειρηματολογία της, –στον βαθμό πάντοτε που μπορεί μία επιχειρηματολογία να επεκταθεί στα όρια ενός τυπικού δημοσιεύματος– εφόσον αψηφά κάθε προοριστική και τελεολογική ισχύ της γραφής, όταν αυτή σχετίζεται με την ποίηση.

Η επινόηση είναι συμφυής με την ποιητική τέχνη όχι μόνο όπως η δημιουργία είναι σύμφυτη με τον άνθρωπο αλλά και όπως ο μαρασμός είναι σύμφυτος με τον άνθρωπο, επίσης.

Πολύ συχνά, ο άνθρωπος που «γράφει», μετατρέπει τη συνεκτικότητα της ζωής σε δημόσιο βωμό της «ποιητικής του πτώσης». Σε αναλογία με την απουσία επινοητικότητας και το πλεόνασμα μεμψιμοιρίας, τοποθετεί συστηματικά την ποιητική του «πτώση» στον δημόσιο βωμό, αφού αυτή η «πτώση» δεν έχει τέλος και προσφέρεται για αμέτρητες θεαματικές θυσίες. Ατέρμονο μπιζάρισμα. Η «πτώση» δεν απολαμβάνει τυχαία τα πρωτεία της πιο διαδεδομένης παλιλλογίας, με τις υπόλοιπες, δίχως να υπολείπονται σε τεθλιμμένη χαριτολογία, να ακολουθούν.

Σε αυτό που ονομάζεται ποίηση –στη διάσταση των αισθητικο/ιδεολογικών αναβατήρων–, η ηθική της παθητικής φωνής έχει αναγορευθεί σε χρυσόμαλλο δέρας. Το οποίο συχνά επιδεικνύεται μαζί με το σεσηπός γδαρμένο ζώο. Αμέτρητα περίλυπα πλάσματα εμπνέονται από οτιδήποτε, αρκεί αυτό να επανεμπνέει την απλοϊκότητα των πεποιθήσεων και των ευαισθησιών τους.

Πόσες από τις σύγχρονες, τις σημερινές, ποιητικές γραφές, μπορούν να σταθούν στα πόδια τους, εάν αφαιρέσει κανείς από μέσα τους την ποίηση (την προγενέστερη μα και την ομόχρονη), η οποία όντας με σαφή ωμότητα συρμένη στο αβαθές εσωτερικό τους, είναι εκείνη που τις βαστά «όρθιες» στα πόδια τους;

Κι επειδή ετούτη η μέθοδος δεν αργεί να φανερώσει εκ των έσω πως πρόκειται για κάτι έωλο και ευκαιριακό, έρχεται η αντιγραφική, η οξεία μιμητική επαναπροσέγγιση, των «πιστεύω» και «αμφιβάλλω», τα οποία αντικαθιστούν κατά βούληση το ένα το άλλο, με την αρπαγή των γλωσσών και των αιτημάτων νεκρών ή εν ζωή ποιητών.

Όταν η ποίηση η οποία μέχρι πρότινος μπορούσε να χαρακτηριστεί «αυθεντική», ««καλή», ή ακόμη και «υποστηρίξιμη», ξαναδίνει σημεία εμφάνισης, αναπλασμένη ή αναπαριστώμενη από δεύτερο χέρι, ακόμη και όταν έχει σκοπό την απόλυτη εξαπάτηση, δηλαδή τη μέγιστη προσέγγιση του προτύπου της∙ αποτελεί μία προσωπική επιτυχία η οποία προσφέρει βαθιά συγκίνηση από την καταχώρισή της, από τη διόγκωση της σκιάς της, λουφαγμένη στο κίνητρο του υποδείγματος στο οποίο συγκαταβατικά νεύει – δηλαδή μία «ποίηση» κοσμητικής επέμβασης, κατά τον τρόπο των πλαστικών εγχειρήσεων.

Η επιτυχία αυτή, λοιπόν, διαβεβαιώνουν οι επιτυχόντες, οφείλει να αναδειχθεί, μήπως και μέσω της ανάδειξης αρχίσει αίφνης να σημαίνει κάτι, ώστε να μην πάει εντελώς στράφι ο στεναχτικός κοινωνισμός της επιτυχίας αυτής∙ η κοσμητική της τρανότητα: εκείνο το «βάθος» που συγκλονίζει, καθώς αναδεικνύει την υπόθεση βάθους όσων διαλογίζονται στα ρηχά.

Για του λόγου το αληθές∙ πόσες από τις σύγχρονες, τις σημερινές, ποιητικές γραφές, μπορούν να σταθούν στα πόδια τους, εάν αφαιρέσει κανείς από μέσα τους την ποίηση (την προγενέστερη μα και την ομόχρονη), η οποία όντας με σαφή ωμότητα συρμένη στο αβαθές εσωτερικό τους, είναι εκείνη που τις βαστά «όρθιες» στα πόδια τους; Εντοπίζεται τελικώς κάποια νεότητα, με όρους νεότητας; Γιατί νεότητα με όρους αναπροσαρμογής του ποιητικού γήρατος, σαφώς και υφίσταται. Ανθεί.

Η ξαναγραμμένη ποίηση λοιπόν, ως υποβίβαση, στο μέτρο της ανάγκης προσωπικής επιτυχίας, μα και αμιγώς ως προσωπική επιτυχία, δεν αποτελεί επιτυχία της ποίησης – κατά την υπόθεση πάντοτε μίας τέτοιας επιτυχίας, αφού η ποίηση γίνεται ενόσω αποτυγχάνει πάνω στην απόπειρα λύσης του απολύτου [1].

Είναι η οδυνηρή, ευλογοφανής μικρότητα της πραγματικότητας, η οποία περνά για συντροφικότητα στην ερημιά, για ένταξη σε κοινότητα όντας στο πουθενά∙ καθώς και η πικρή προσαρμοστικότητα του αντιγραφέα που λιμνάζει στην καταδεκτικότητα της πραγματικότητας, η οποία μέσω της αντιγραφής, της επανάληψης, συμβιβάζει κάπως το συμβαίνον με την εγκαρτέρηση ως την εμφάνιση ενός φωτός αλλιώτικης έμπνευσης.

Με το να αντικαθιστά κανείς τη βελόνα στ’ άχυρα με την τρίχα στ’ άχυρα, ή το άχυρο στις βελόνες, δεν βγαίνει τίποτα. Αυτός είναι πάντως ο απώτερος στόχος, να μετατραπεί η ποίηση σε ποιητικό διατύπωμα το οποίο θα εκπληρώσει το όραμα μιας κοινωνικής οικειότητας. Η ποίηση που θέλουν να φτιάξουν δεν είναι παρά το καθρέφτισμα του κόσμου, της κοινωνίας, που προσπαθούν να δημιουργήσουν. Και αυτός ο ποθητός κόσμος, η τελειωτική πάταξη του ανθρώπου ως ζωτική μεταφυσική μονάδα, δεν θα υλοποιηθεί εάν οι τέχνες στο σύνολό τους, η αισθητική, δεν καταστούν διαχειρίσιμες.

Οι επαναλήψεις κουράζουν, απωθούν, γιατί λοιπόν, θα αναρωτηθεί κανείς, η επανάληψη της άνωθεν τοποθέτησης; Διότι αυτή η, τελικώς, μακάβρια επανάληψη της ποιητικής γραφής, είναι βολικά τακτοποιημένη στη συνείδηση αναγνωστών και γραφόντων. Διότι αυτό το φαινόμενο που περιέγραψα είναι αδιάλειπτο, και με τις διαστάσεις που έλαβε μέσα στην τελευταία δεκαπενταετία, πέρασε στο επίπεδο του θεσφάτου.

Εκείνα τα στοιχεία τα οποία η, αυθαίρετη, κριτική, εκτιμά ως νέο προσωπικό ύφος, ως παρέμβαση και ανακαίνιση, δεν είναι παρά τα στοιχεία «προέλευσης» τα οποία καταδεικνύουν τη νοθεία του πράγματος. Έκβαση αναμενόμενη, απ’ εκείνους που, ενώ διατείνονται πως εξετάζουν με κριτικό πνεύμα το όποιο δημοσιοποιημένο υλικό, πως ερευνούν ενδελεχώς τη σύγχρονη ποίηση, αρκούνται στην εξέταση των όποιων ποιητικών συλλογών λαμβάνουν, στοχευμένα, από εκείνους που τις υπογράφουν, αντί να ξετινάζουν βιβλιοθήκες.

alt

Ωστόσο, ακόμη και μία ενδελεχής έρευνα δεν θα φέρει σίγουρα ένα αποτέλεσμα διαφορετικό προς τα έξω∙ γιατί η αισθητική παραδοχή είναι κατά βάθος μία παραδοχή πολιτισμική, δηλαδή μία παραδοχή της βιούμενης κατάστασης, και όντας τέτοια η δυσκολία της δημοσιοποίησής της είναι αν όχι απίθανη, τουλάχιστον δυσχερής. Ωσαύτως, πώς να θιγούν, να μελετηθούν, τα στοιχεία της νοθείας και της προέλευσης, όταν δεν γνωρίζει κανείς τη μορφή και το περιεχόμενο και των δυο; Κάνω εδώ ετούτη την τοποθέτηση ορίζοντας το φαινόμενο της νοθείας ξεκάθαρα σε επίπεδο εκφραστικής και περιεχομενικής αναδίπλωσης/συγκάλυψης του προϋπάρχοντος έργου, μέσα στο χρονολογικά πιο πρόσφατο κείμενο, και όχι σε επίπεδο ερμηνευτικής αναφορικότητας ή παραπομπής. Τοποθέτηση η οποία, είμαι βέβαιος, θα θεωρηθεί από πολλούς λανθασμένη ή άνευ σημασίας, εφόσον εκείνο που έχει σημασία είναι να ξεγελούν ισοβίως τον αβάσταχτο λιμό που δημιουργούν τα ερείσματά τους: αισθητηριακή αποχαύνωση, ιδεολογική και θρησκευτική σωτηριολαγνεία, αναπαραγωγή κάθε κοινωνικής δοξασίας, όλη η διαστρωμάτωση της «θετικότητας».

Κατ’ αντοιστιχία με τον συρμό αυτών των ερεισμάτων, οι καταγγελίες, ακόμη και οι εξονειδισμοί, αντί να θέσουν τους φυσικούς τους αποδέκτες σε περισυλλογή, περνούν και αυτοί σε χρήση, σε «δημιουργική διαχείριση υλικού» από τους αποδέκτες, οι οποίοι κατ’ αυτόν τον τρόπο περιστοιχίζουν τη διανοητική τους κόπρο με συμπιλήματα, δημιουργώντας μία σύγχρονη αντίκα, η οποία είναι αυτό που είναι∙ εκείνο που ουδέποτε προήχθη από τον λόγο των αντιγραφόμενων, εκείνο που ουδέποτε προάγεται από τον λόγο εκείνων που την αμφισβητούν, που την ακυρώνουν.

Εκείνος που συλλαμβάνει τα τεκμαρτά και τα τεκμαιρόμενα της ποίησης, εκείνος δηλαδή που είναι σε θέση να αμφισβητεί, δεν είναι, όπως και αν το δει κανείς, ίδιος ή παρόμοιος με εκείνον που τα απορρίπτει, ή που κάνει πως δεν τα βλέπει.

Ασφαλώς οι τρύπες που γίνονται στο νερό είναι νερότρυπες, δεν είναι τυφώνες, ασχέτως εάν τα δημοσιεύματα εκλαμβάνουν την ύλη τους ως δελτία καιρού που προειδοποιούν για φαινόμενα. Μα απ’ το να είναι κανείς οτιδήποτε, είναι προτιμότερο να είναι εκείνος που περιγράφει τις θαλασσοταραχές που λαμβάνουν χώρα στην προσωπική του μπανιέρα.

Όχι σε μεγάλη απόσταση από τα παραπάνω, οριοθετείται ένα ακόμη άκρο, από τα τόσα: να αποδέχεται και να συμμερίζεται περισσότερο και πολύ πιο εύκολα κανείς, έναν επιπόλαιο αμφισβητία, απ’ όσο έναν μη αμφισβητία ο οποίος μολαταύτα βρίσκεται πιο κοντά στην ποίηση σε σύγκριση με τον πρώτο.

Εκείνος που συλλαμβάνει τα τεκμαρτά και τα τεκμαιρόμενα της ποίησης, εκείνος δηλαδή που είναι σε θέση να αμφισβητεί, δεν είναι, όπως και αν το δει κανείς, ίδιος ή παρόμοιος με εκείνον που τα απορρίπτει, ή που κάνει πως δεν τα βλέπει. Πόσο μάλλον εάν πράγματι δεν είναι ικανός να τα δει, και πόσο ακόμη εάν εντούτοις ξεφουρνίζει τις δικές του ηλιθιώδεις αμφισβητήσεις.

Το ρεύμα, που εμπερικλείει τις τάσεις οι οποίες συνδιαμορφώνουν την τρέχουσα «fata morgana», δεν αποδεικνύει μόνο πως είναι προδιατεθειμένο να αναγάγει τον μικρόκοσμό του σε απόλυτο διαχειριστή των πάντων, μα έχει την ευστροφία να προδιαψεύδει με εκθαμβωτική χάρη τον εαυτό του, ώστε να αποποιείται εκ των προτέρων κάθε ευθύνη και υποχρέωση – από εκείνες που καθορίζουν οργανικά την ψυχική και τη διανοητική κατάσταση ενός ποιητή, δηλαδή τα πεδίο διαφοράς της ίδιας της ποίησης.

Η περίκλειστη ρυμοτομία των εκδιδομένων υποδείξεων βρίθει συγκλονισμών, ικανότατων επηρμένων και ταπεινοφρόνων, οι οποίοι κάθε φορά που εκφράζονται κατ’ ιδίαν ή δημοσίως, δεν λησμονούν να φορέσουν τον στέφανο των βασάνων τους, από αγκαθωτό μαϊντανό.

Αρκεί. Όταν φωτίζονται τα κίνητρα φωτίζεται το θέμα. Στης ποίησης την παλάντζα ο κανόνας με το κινητό αντίβαρο προεκτείνεται εσαεί στο αδιάσειστο.

*Στη φωτογραφία πίνακα του Dan Miller.

**Αναδημοσίευση από εδώ: https://bookpress.gr/stiles/eponimos/poiisi-dixos-poiites-poiites-dixos-poiisi?utm_source=Newsletter&utm_medium=email

Οι χτυπημένοι

Ένα υπέροχο κείμενο του νερού Δημήτρη Πουλικάκου, που συστήνει στην ελληνική νεολαία τους ποιητές της beat generation

Έχω μπροστά μου το πρώτο τεύχος του “City Lights Journal”. Στο εξώφυλλο απεικονίζεται ο Allen Ginsberg στα Κεντρικά Ιμαλάια. Κάθεται σ’ ένα ραγισμένο πλίθινο τοίχο, ξεμαλλιασμένος, τυλιγμένος με μια μεγάλη κροσσωτή κουβέρτα, χαμογελάει στον φίλο του Gary Snyder που τον φωτογραφίζει.

Γυρνάω στα περιεχόμενα:

ΕΝΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ …… Αnselm Hollo.

«- Πρώτη ερώτηση είναι: απολαμβάνετε την ερωτική πράξη – και δεν σας ρωτάμε με ποιον ή με τί, απλώς ναι ή όχι κι’ είμαστε εν τάξει.
– Δεύτερο: αν ναι, θέλετε να συνεχίσετε αυτή την απόλαυση κάθε τόσο, δεν σας ρωτάμε πόσο συχνά – απλώς ναι ή όχι, κι’ είμαστε εν τάξει.
– Αν όχι, τότε τι απολαμβάνετε;»

Ο Ginsberg είναι Αμερικανός, ο Hollo Φινλανδός. Κι’ άλλα ονόματα: Τζακ Κέρουακ, Γουίλιαμ Μπάροους, Γκρέγκορυ Κόρσο, Χάρολντ Νορς, Μίκαελ Μακ Κλιούρ, Φερλινγκέττι, Λερόυ Τζόουνς, κι άλλοι πολλοί, οι πιο πολλοί άγνωστοι, άλλαξαν σε τρία-τέσσερα χρόνια ολόκληρη τη μορφή της διεθνούς λογοτεχνίας. Για να μιλήσουμε σωστότερα τον τρόπο του “σκέπτεσθαι” της Αμερικής, κατά κύριο λόγο και της Ευρώπης δευτερευόντως. (Πιο συγκεκριμένα, η επιρροή τους αγγίζει περισσότερο την Γαλλία και την Αγγλία, σαν διεθνή καλλιτεχνικά κέντρα).

Μια αλλαγή που δημιούργησε θόρυβο, που αντιπροσωπεύει μια νοοτροπία που δημιουργεί μια ολόκληρη γενιά: the Beat generation.

Τεντυμπόϋδες, αλήτες, επιστήμονες, καθηγητές, μαθητές, κατάδικοι, τεμπέληδες, γόνοι καλών οικογενειών, πάμπλουτοι, πάμφτωχοι, ένα συνονθύλευμα όλων σχεδόν των κοινωνικών τάξεων, οργώνουν εδώ και δέκα χρόνια (και περισσότερα) όλο τον κόσμο σπέρνοντας γύρω τους το χιούμορ, την ελεύθερη σκέψη, την καλοσύνη, το βίτσιο, την καταστροφή (όχι συχνά), ένα ρομαντισμό, μια αηδία για τη γενική κατάντια των ανθρώπων.

Ο Gregory Corso μεγάλωσε μέσα στη μιζέρια και στ’ αναμορφωτήρια. Το 1950 αφού είχε βγει, πριν από λίγες εβδομάδες απ’ αυτό, γνωρίζει τον Allen Ginsberg. Αυτός, γυιος καθηγητή και ποιητή, τον μυεί στην μοντέρνα ποίηση. Μιλάνε για την κοινωνική κατάσταση, για τον κινηματογράφο, για τις Τέχνες, τον έρωτα.

Αποκαλύπτεται πως ένα ηλεκτρικό ρεύμα διαπερνάει την Αμερική με πόλους την Νέα Υόρκη και τον Άγιο Φραγκίσκο. Τα πρώτα μικρά περιοδικά αρχίζουν να τυπώνονται και να κυκλοφορούν. Πρώτο-πρώτο το “Yugen” με εκδότη τον LeRoi Jones.

Νέοι και νέες, ρομαντικοί, χτυπημένοι (Beats), ρακένδυτοι πολλές φορές, ξυπόλυτοι, με αχτένιστα μαλλιά, επηρεασμένοι από τις παραδόσεις, κυρίως του υπερρεαλισμού και του υπαρξισμού, οργώνουν την χώρα. Με auto-stop, με καράβια φορτηγά, με τραίνα. Μετακινούνται κάθε τόσο από πόλη σε πόλη, από Πολιτεία σε Πολιτεία, από χώρα σε χώρα χτίζοντας τον κόσμο τους. Κόσμος, που είναι σε απόλυτη γνώση της πραγματικότητας κι όμως ζει εντελώς έξω απ’ αυτήν.

Κυκλοφορούν παντού. Στο Greenwich Village, στην 5η Λεωφόρο, στο Los Angeles, στα Παρισινά καφέ. Κοιμούνται με τους clochards, στις όχθες του Σηκουάνα, συναντιούνται στη Ρώμη, στο Saint-Germain, στο Piccadilly, στου Παπασπύρου.

Κάνουν ό,τι θέλουν στο μέτρο που τους επιτρέπουν τα οικονομικά τους. Δουλεύουν όσο το δυνατό λιγώτερο μπορούν. Κυττάνε να βρίσκονται σε ζεστά κλίματα με εύκολο τρόπο ζωής. Μεταναστεύουν, σχεδόν οριστικά, σε ξένες χώρες. Στην Γαλλία, στην Ταγγέρη, στο Μαρόκο, στην Ελλάδα (Ύδρα, Κρήτη), στο Λονδίνο.

Σχηματίζουν ένα τέλειο δίκτυο επικοινωνιών – χωρίς τηλέφωνο, χωρίς ταχυδρομείο, χωρίς ασύρματο, χωρίς τηλεόραση.

Δημήτρης Πουλικάκος

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ………. γύρω στα 1963-1965. Ευχαριστίες στον Θόδωρο Μπασιάκο που το ανέσυρε.

Το κιβώτιο

Τι είδους κόμμα είναι αυτό που μας κυβερνά, ξέρει κανείς; Τι έχει μείνει από εκείνο το κόμμα και από εκείνους τους συντρόφους τού πρώτου καιρού της επέλασης προς τη νίκη; Ενα απομεινάρι γκροτέσκο αριστερής ρητορικής, μια τσακισμένη ιδεολογική ραχοκοκαλιά, ένα κόμμα χωρίς παρελθόν

Ανδρέας Πετρουλάκης

Στο «Κιβώτιο» του Αρη Αλεξάνδρου, μία ομάδα 40 ανταρτών αναλαμβάνει την αποστολή να μεταφέρει ένα κιβώτιο με περιεχόμενο πολύτιμο για την έκβαση του Εμφυλίου υπέρ του Δημοκρατικού Στρατού. Επρόκειτο για αποστολή αυτοκτονίας καθώς η πορεία που θα ακολουθούσαν περνούσε υποχρεωτικά μέσα από τις γραμμές του εχθρού. Τελικά στην φονική διαδρομή αποδεκατίστηκαν με διαφορετικούς τρόπους όλοι πλην ενός, ο οποίος και παρέδωσε το κιβώτιο. Το κιβώτιο ήταν άδειο. Δεν θα επεκταθώ περισσότερο για το συγκλονιστικό αυτό βιβλίο, αλλά καιρό τώρα μου έχει δημιουργηθεί η σκέψη ότι τα τελευταία χρόνια ζούμε μια φάρσα του μύθου του «Κιβώτιου».

Ο ΣΥΡΙΖΑ ανέλαβε την ιστορική αποστολή να καταλάβει την εξουσία για πρώτη φορά για λογαριασμό της Aριστεράς. Κουβαλούσε μαζί του όλη τη σκευή της ιστορίας της, τις παρακαταθήκες των παλιών αγωνιστών της, την εξωραϊσμένη αυτοεικόνα του σύγχρονου συντρόφου, το αίσθημα ηθικής υπεροχής που εμπότιζε τα κύτταρα κάθε αριστερού. Στον Αλέξη Τσίπρα και τους συντρόφους του παραδόθηκε ένα μυθικής αξίας κιβώτιο.

Στα χρόνια της αντιπολίτευσης το κουβάλησαν στις μάχες του άοπλου εμφύλιου. Στο άλλο στρατόπεδο υπήρχαν οι προδότες των Μνημονίων που φτωχοποιούσαν τον λαό, οι υποτελείς της τρόικας που έβαζαν φόρους, οι ασπόνδυλοι εντολοδόχοι της Μέρκελ που έκοβαν μισθούς και συντάξεις, οι διαπλεκόμενοι των συμφερόντων που ξεπουλούσαν τον εθνικό πλούτο. Ο ΣΥΡΙΖΑ θα ερχόταν να διώξει τους δεξιούς και ακροδεξιούς της εξουσίας, να σκοτώσει τη διαπλοκή, να διαγράψει το χρέος, να σκίσει το Μνημόνιο, να διεκδικήσει τις γερμανικές αποζημιώσεις, να απαγορεύσει την είσοδο στη χώρα στους τροϊκανούς, να αποτρέψει το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας, να εθνικοποιήσει τις τράπεζες, να αποκαταστήσει τις απώλειες των εισοδημάτων, να πατάξει την ανεργία, να κλείσει το κάτεργο της Αμυγδαλέζας, να δώσει νέα πνοή στον τόπο.

Η μια μετά την άλλη οι διαψεύσεις άρχισαν να σκάνε με κρότο. Η πρώτη δουλειά του αριστερού νικητή των εκλογών ήταν να συμμαχήσει με τους πιο δεξιούς των δεξιών. Στη συνέχεια υπέγραψε ένα κατάδικό του Μνημόνιο, άρχισε να καλοδέχεται τους τροϊκανούς με άλλο όνομα στο Χίλτον, ξέχασε τα περί γερμανικών οφειλών, έγινε ο καλύτερος φίλος της Μέρκελ, διόγκωσε τη φορολογία σε εξοντωτικά επίπεδα, μείωσε κι άλλο το εισόδημα, αύξησε την πραγματική ανεργία, έστησε τη δική του διαπλοκή, συνέχισε απαράλλαχτο το πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων των προδοτών, ξεπούλησε τις τράπεζες στα ξένα funds, εκλιπάρησε για μια μικρή ελάφρυνση του χρέους. Εκανε τα ίδια πράγματα, πολύ ακριβότερα. Για κερασάκι έκανε και αυτό που δεν τόλμησαν ποτέ οι δεξιοί, να υποθηκεύσει τον δημόσιο πλούτο για 99 χρόνια.

Εχανε φέτα-φέτα τον ιδεολογικό του κορμό, αλλά πάλι λες, υποχρεώθηκε από τον οικονομικό εκβιασμό. Βλέπεις όμως και από την άλλη να στέλνουν τα ΜΑΤ που θα καταργούσαν εναντίον συνταξιούχων, να έχουν οχυρωθεί σιδερόφραχτοι μέσα στο Μαξίμου, να κάνουν πολυέξοδα ταξίδια με το πρωθυπουργικό αεροπλάνο που θα πουλούσαν, να έχουν ανοίξει νέες χειρότερες Αμυγδαλέζες, να σκηνοθετούν εθνικολαϊκιστικές φιέστες που δεν είχαμε δει ποτέ επί Δεξιάς, να έχουν στενότερες σχέσεις με την Εκκλησία από τον Σαμαρά, να υπάρχει ένας υπουργός μόνιμα ντυμένος αξιωματικός, να στήνουν φάμπρικες με χρυσαυγίτες σαν νέοι Μπαλτάκοι και αναρωτιέσαι, η τρόικα τους υποχρεώνει να τα κάνουν κι αυτά;

Τι έχει μείνει από εκείνο το κόμμα και από εκείνους τους συντρόφους του πρώτου καιρού της επέλασης προς τη νίκη; Ενα απομεινάρι γκροτέσκο αριστερής ρητορικής, μια τσακισμένη ιδεολογική ραχοκοκαλιά, ένα κόμμα χωρίς παρελθόν, ένα άδειο πουκάμισο. Λίγοι απογοητευμένοι οπαδοί, κάτι κουρασμένα στελέχη, σύντροφοι που καθημερινά λιγοστεύουν, αραιώνουν, αποδεκατίζονται. Τι είδους κόμμα είναι αυτό που μας κυβερνά, ξέρει κανείς;

Φαντάζομαι μια εικόνα σε έναν αόριστο μέλλοντα, τον αρχηγό αποκομμένο από την πολιτική μήτρα που τον γέννησε, χωρίς ιδεολογική πατρίδα, τελευταίο εναπομείναντα της περιπέτειας, να σέρνει μόνος τα κουρασμένα του βήματα και εκείνο το κιβώτιο που έπρεπε να παραδώσει. Ο άγνωστός του αριστερός ανακριτής να τον ρωτά, τελικά τι διαφορά είχες από τους αντιπάλους σου; Και το ανοιγμένο κιβώτιο να χάσκει απειλητικό και να έχει μέσα μια γραβάτα.

*Από εδώ: http://www.protagon.gr/apopseis/editorial/to-kivwtio-44341301020

Ο Σπύρος Αραβανής γράφει για τον ποιητή Γιώργο Δάγλα

O Γιώργος Δάγλας ζει σήμερα ξανά στην Αθήνα –κανείς δεν ρισκάρει να μαντέψει μέχρι πότε- έχει επανακυκλοφορήσει τις δυο πρώτες ποιητικές του συλλογές και κυκλοφορήσει την τρίτη από τις εκδόσεις Φίλντισι, έχει ακούσει τα ποιήματά του να τραγουδιούνται χάρις στον συνθέτη Βασίλη Λαγό, συμμετέχει σε νέες ομάδες συλλογικότητας ως εκδότης του «Κύματος» και διαχειρίζεται τα social media ως άνθρωπος της εποχής του. Η ποίησή του είναι η έντεχνη απόληξη μιας ζωής πολλών επεισοδίων, πολλών ανθρώπων, πολλών ιστοριών. Είναι γέννημα μιας έντονης πρώτης μεταπολιτευτικής εποχής που δεν είναι εύκολο να διαχωρίσει κανείς το ζην από το γράφειν. Για εμάς λοιπόν μιας άλλης γενιάς και εποχής, δεν έχει νόημα να κοιτάξουμε το έργο του ως εγχειρίδιο πρακτικής ποιητικής ενός μη βιωμένου δικού μας χρόνου, εξιδανικεύοντας, ωραιοποιώντας και μεγεθύνοντας, στην ουσία δηλαδή παραμορφώνοντας κάτι που μόνο όσοι ήταν μάρτυρες μπορούν να συναισθανθούν. Όλες αυτές οι ζώσες μνήμες είναι ωραίο να λέγονται γύρω από μια φωτιά. Δημιουργώντας ακροατές και την κατάρα που λέγεται θαυμαστές. Είναι ένας γρήγορος τρόπος να ρίχνεις νεαρά κορίτσια και αγόρια στο κρεβάτι σου και να κατέχεις την πρώτη τιμητική θέση σε πάσης λογής αναμνησιακές νεκροπομπές περασμένων μεγαλείων.

Όταν όμως πρόκειται για ποίηση, εκεί κάθε λογής ιστορίες, ονόματα, μυθολογίες, δαρμοί και έρωτες χάνουν τους χυμούς τους όταν δεν μπορούν να κρυπτογραφηθούν και να αποκρυπτογραφηθούν. Για αυτό και έχει νόημα είναι να δούμε την ποίησή του Δάγλα ως μια αιώνια κραυγή. Όπως οφείλει να είναι κάθε ποιητικό έργο. Είναι πράγματι αξιοθαύμαστο το γεγονός όχι ότι αριθμεί τρεις μόνο ποιητικές συλλογές σε βάθος τριανταπέντε χρόνων. Το πιο πιθανό οι μέσα του σελίδες να γεμίζουν δέκα τόμους. Είναι αξιοθαύμαστο το γεγονός πως το ένστικτο ενός 25αρη, το 1983 παραμένει οξυδερκές στο πνεύμα ενός 60αρη το 2017 παρ’ όλες τις εξωγενείς διαψεύσεις οραμάτων, τις παραιτήσεις συντρόφων, την αποσύνθεση των ιδεολογιών, την κατάρρευση του συλλογικού οράματος.

Στις πρώτες αράδες «Στη μέρα των φωταγωγών» γράφει: «Το δωμάτιο γεμισ’ αίματα, τα κρανία των συντρόφων με μάτια να τρέχουν εκδίκηση έρχονται και ζητάνε τ΄αδύνατο». Στο «Μαύρο χιόνι» διαφαίνεται ο αποχωρισμός: «Χωρίς των πατρικίων και των πληβείων το ένδυμα, χωρίς πλοία να διασχίζουν νύχτες τα κανάλι/ έτσι θα μιλήσω: / ρακένδυτος μέσα στην πανοπλία μου. Χωρίς λόγο». Και στις «Καντάδες» κάνει τον απολογισμό: «Ποιοι σύντροφοι θα με αποκηρύξουν; Ποιοι κομισάριοι θα ταριχεύσουν τα οράματά μου; / Προδομένος και μόνος στη μέση στο ποτάμι και σας μιλώ». Αυτή όμως είναι και εν τέλει η νίκη του, η νίκη όλης της θυσιασμένης ή λοβοτομημένης γενιάς του: ότι επίγνωση που ακολούθησε της γνώσης, δεν επέφερε σιωπή και ματαιότητα αλλά την επιστροφή: «Καλό χειμώνα σας λέω, σας μιλώ, θα γυρίσω» ή «Επιστρέφω να ράψω ερμητικά τα μάτια των προδομένων». Και ως γνωστόν η προδοσία δεν είναι μια επικαιρική εφεύρεση για αυτό και αφήνοντας στην άκρη όλη την ιστορικότητα των λεγομένων του Δάγλα μπορεί κανείς να διακρίνει την αγωνία του για τους αιώνια προδομένους. Όπως και για κάθε αξία που πεζοδρομείται ενώ είναι ανοικτή θάλασσα. Για κάθε ηττημένο, απελπισμένο, σκυφτό, αλλά και για κάθε πληκτικό ήρωα, άνυδρο εξουσιομανή και επαγγελματία αναρχικό. Οι ήρωές του είναι με θνητά πνευμόνια. Δεν τον ενδιαφέρουν οι αιώνιοι χορευτές, αλλά ο χορός που τρίζει τη γη. Δεν τον θαμπώνουν οι καλογυαλισμένοι νικητές. Είναι τσαλακωμένος ως το μεδούλι του για αυτό και τα γραπτά του έχουν ανθρώπινη μυρωδιά. Τσαλακωμένος όμως ως συνειδητή επιλογή, από το χέρι μιας αδιόρατης ανάγκης και όχι υποδυόμενος έναν ρόλο. Γιατί «Το άσπρο χαρτί» ως γνωστόν «είναι σκληρός καθρέπτης. Επιστρέφει μόνο εκείνο που ήσουν». Και όλη η ποίηση του Δάγλα ως στάση ζωής και η ζωή του ως ποιητική στάση εκτιμώ ότι έλκουν την καταγωγή τους από τον στίχο του « Σχεδόν όρθιοι και περήφανοι». Τι πιο ωραίο επίγραμμα σε έναν τάφο: «Έζησε σχεδόν όρθιος και περήφανος». Η απόλυτα ρεαλιστική περιγραφή της ανθρώπινης ύπαρξης και συνάμα η αποκάλυψη της γοητείας του ανθρώπινου μυστηρίου: Σχεδόν όρθιος και περήφανος.

Για αυτό και ο ίδιος αυτοχαρακτηρίζεται «ελάσσων επτανήσιος ποιητής». Γιατί μέσα στη δίψα είναι όλο το νερό όπως έλεγε και ο συγκαιρινός του Καρούζος. Ο δε Τόμας Σ. Ελιοτ παραδεχόταν, δεν τον επηρέασαν οι μεγάλοι, όπως ο Σέξπιρ ή ο Μποντλέρ. Από αυτούς δεν μαθαίνεις, τους μιμείσαι – διαπίστωνε. Γι’ αυτό προτιμούσε να συνομιλεί με ελάσσονες όπως τον Λαφόργκ, τον Μάρλοου, τον Φορντ. Γιατί σε αυτούς τους ελάσσονες, όπως ο Δάγλας, οι λέξεις δεν κάνουν τερτίπια, δεν καθοδηγούν, δεν ελέγχονται. Αντίθετα απολύτως ελευθερωμένες μιλούν τις ιστορίες τους σαν τις «αλκοολικές πουτάνες», όπως γράφει και ο Δάγλας, «που τις αγαπάμε γιατί δεν έχουν άλλοθι, γιατί πέρασε πάνω τους η χιονοστιβάδα του κόσμου και υψώνονται γενναίες στους ουρανούς της πόλης».

©Σπύρος Αραβανής
http://staxtes.com/2003/?p=11821

Εξόριστες λέξεις

ΛΙΝΑ ΠΑΝΤΑΛΕΩΝ

ΤΑΚΗΣ ΚΑΤΣΑΜΠΑΝΗΣ
Walkabout. Προσδοκία ενός ξεκινήματος
εκδ. Εξάρχεια, σελ. 142

Τ​​ο βιβλίο του Τάκη Κατσαμπάνη κινείται στο μεταίχμιο λογοτεχνίας και ημερολογίου, μνήμης και μυθοπλασίας, φιλοσοφίας και υπαρξιακής περιπλάνησης. Ο συγγραφέας ανατρέχει στην τετραετία όπου έζησε στην Αυστραλία, ενθέτοντας στην αφήγηση σπαράγματα ημερολογιακών καταγραφών, λεπτουργήματα ενός ερμητικού λυρισμού. Στις σελίδες η σύγχυση του εξόριστου βλέμματος συνυφαίνεται με την εξουθενωτική προσπάθεια του αφηγητή να αναγνωρίσει τα ζωτικά στοιχεία της αποσυντεθειμένης ταυτότητάς του. Η άλλη χώρα απλώνεται μες στην εύτακτη απεραντοσύνη της σαν υπόσχεση ευτυχίας, αλλά εκείνον τον δελέαζε η τραγικότητα του χάους. Το πρόβλημα, φυσικά, δεν ήταν η γεωγραφία. Ωστόσο, προτιμούσε τις όχθες από τις περιδινήσεις των ωκεάνιων κυμάτων. Ηθελε όχθες να περιφράσσουν το «ξεχείλισμά» του.

Η παρατήρηση του ξένου τόπου μετεξελίσσεται δεξιοτεχνικά σε εταστική αυτοπαρατήρηση. Ο αφηγητής αισθάνεται το πρωτόφαντο μέρος, τελείως αποκαθαρμένο από δράματα και συγκρούσεις, σαν «δοκιμασία για την ψυχή». Η περιρρέουσα ευζωία αναρρίπιζε ενδότατες εκκρεμότητες. Η προσδοκία της αρχής, του μηδενός, κατίσχυε του νόστου. Το ταξίδι στην άλλη άκρη της γης ήταν για τον συγγραφέα μια περιπέτεια μεταμόρφωσης, μια μανιώδης αναμέτρηση με τις πολλαπλές, λανθάνουσες ταυτότητές του. Οπως ο ίδιος λέει: «Ντρεπόμουν που δεν ήμουν αυτό που υπήρχε διπλωμένο μέσα μου».

Ο Κατσαμπάνης αποτυπώνει με τρομερή ένταση το άγχος μιας συνείδησης εκτεθειμένης στον φόβο, την αμφισημία, την αλεξία. Οι στιγμές που ο συγγραφέας αναλογίζεται την αποτυχία της ξένης γλώσσας να μεταφράσει τους σπασμούς της μητρικής είναι εκπληκτικές. Κάθε ταυτότητα προϋποθέτει μια πραγματικότητα και η πραγματικότητα νοείται μόνον μέσω του λόγου. Ενας λόγος σπασμένος, διάτρητος, χασματικός, όπως είναι ένας δάνειος λόγος, αδυνατεί να μεταπλάσει ό,τι ονομάζει σε πραγματικό, σε βέβαιο. Η αποσύνδεση μεταξύ λέξης και πράγματος «στύβει τον κόσμο από κάθε σημασία, από κάθε απόχρωση, κάθε ρίγος ή υπαινιγμό». Μιλώντας την ξένη γλώσσα, ο αφηγητής ένιωθε να ψελλίζει «ένα αλφάβητο μοναξιάς». Ο,τι μύχιο τον συντάραζε παρέμενε άλεκτο. Ματαίως πάσχιζε να εγκεντρίσει στη δανεική γλώσσα τα άγνωστα και αδήριτα που μαίνονταν μέσα του. «Οσο περισσότερες λέξεις, τόσο περισσότερα θραύσματα».

Μολονότι η αφήγηση του Κατσαμπάνη είναι εντόνως ενδοστρεφής, οι λέξεις του αποζητούν την εξωστρέφεια, αδημονούν να απελευθερωθούν από την αυτοαναφορικότητα για να διερευνήσουν ανύποπτους δεσμούς με τον κόσμο. Η δραματικότητα του λόγου του έγκειται στην επιθυμία του να εποικίσει τον λόγο τού άλλου. «Η μητρική γλώσσα ήταν πια μια γλώσσα για μονόλογο». Η ξένη γλώσσα, πάλι, έσφυζε από σιωπές, ανείπωτο θυμό και άλαλα ξεσπάσματα. Μπορεί μιλώντας την ο αφηγητής να απαλλασσόταν από το βάρος του αυτοειδώλου, αρθρώνοντας μια αλλότρια φωνή, αλλά νοσταλγούσε το εγκαταλελειμμένο του ιδιόλεκτο, τη δυνατότητα της μητρικής γλώσσας «να πλημμυρίζει». «Η γλώσσα μου, αυτό το μητρικό σώμα, κούρνιαζε μέσα μου σαν κουβάρι. Εχανα σιγά σιγά κάθε βεβαιότητα».

Η απώλεια της μητρικής γλώσσας φέρνει στην επιφάνεια της συνείδησης μια άλλη, οδυνηρή, απώλεια, εκείνη του πατέρα. Η εσωτερική περιπέτεια του αφηγητή εκκινεί από την προσδοκία μιας νέας αρχής, όπου υποβόσκει η απαντοχή μιας πατρογονικής αρχής. Επιζητεί τον νόμο του πατέρα και αυτή η διακαής ανάγκη υπονοείται στην τεταμένη σχέση του με έναν πανεπιστημιακό. Εναν αλαζονικό, αδιάφορο, απαραίτητο, ωστόσο, πατέρα, που αποκαθιστούσε την, πλασματική έστω, αρτιμέλεια του οιονεί γιου. «Το άπειρο ως μεταμόρφωση του νεκρού πατέρα δεν αντεχόταν», συλλογίζεται ο συγγραφέας.

Ο Τάκης Κατσαμπάνης στο πρώτο του βιβλίο μάς υπενθυμίζει με τη στοχαστική γραφή του πως η γλώσσα δικαιώνεται όταν αποτολμά να καταβυθιστεί στην πρωτογενή πηγή της, το συναίσθημα. Οι λέξεις του διατρέχουν αλγεινές ιστορίες μετανάστευσης μέσα από τις οποίες επιχειρούν να αποτιμήσουν τη δική τους εξορία, τον μετεωρισμό τους ανάμεσα στο ρητό και το άφατο. Ο αναστοχασμός της θλίψης και της αγωνίας των λέξεων συνιστά αναμφίλεκτα μια αξιοπρόσεκτη λογοτεχνική επίτευξη.