Δημήτρης Τσαλουμάς (1921-2016) Καταξιωμένος (στην Αυστραλία), πλην άγνωστος (στην Ελλάδα)

ΔΡ ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΟΣ*

Φέτος το Φλεβάρη έκλεισαν δύο χρόνια από τον θάνατο του πολυβραβευμένου Ελληνοαυστραλού ποιητή Δημήτρη Τσαλουμά, ο οποίος απεβίωσε στις 4-2-2016 σε ηλικία 94 ετών. Ο Τσαλουμάς υπήρξε αναμφίβολα ένας καταξιωμένος (στην Αυστραλία), πλην άγνωστος (στην Ελλάδα) ποιητής. Το παρακάτω κείμενο καταχωρείται ως ελάχιστος φόρος τιμής στη μνήμη του, ευελπιστώντας, παράλληλα, να φωτίσει κάποιες πτυχές του ανωτέρω οξύμωρου φαινομένου.

Η στάση της ελλαδικής κριτικής απέναντι στον Τσαλουμά: Το πιο παράδοξο στην περίπτωση Τσαλουμά είναι το γεγονός ότι μολονότι έγραψε και εξέδωσε το πρώτο μισό περίπου της ποιητικής του παραγωγής στα ελληνικά, η ελλαδική κριτική (με εξαίρεση ελάχιστων κριτικών όπως π.χ. τους Μ. Γ. Μερακλή, Τηλέμαχο Αλαβέρα, Π. Παρασό και κάποιους άλλους) ουσιαστικά τον αγνόησε παντελώς – από την αρχή έως το τέλος της ποιητικής του σταδιοδρομίας. Αποτέλεσμα αυτού ήταν ο Τσαλουμάς να παραμείνει σχεδόν άγνωστος στο ελλαδικό αναγνωστικό κοινό. Στο εύλογο ερώτημα γιατί το ελλαδικό λογοτεχνικό κατεστημένο αδιαφόρησε τόσο επίμονα και ανεξήγητα απέναντί του – ακόμη κι όταν αυτός έδρεψε δάφνες στον αυστραλιανό λογοτεχνικό χώρο – δεν υπάρχουν σίγουρες απαντήσεις· μόνο εικασίες. Διατυπώνω εδώ τις ευλογοφανέστερες:

Δύο κρίσιμοι παράγοντες, αυτός της γεωγραφικής απόστασης αλλά και της ιδιοσυγκρασίας του Τσαλουμά, θεωρώ ότι στάθηκαν τροχοπέδη στην προβολή και διάδοση του έργου του στην Ελλάδα. Το γεγονός ότι ο ποιητής καταγόταν από ένα ακριτικό νησάκι των Δωδεκανήσων (τη Λέρο) και δεν είχε καθόλου σχέσεις με την ελληνική πρωτεύουσα (υπενθυμίζω ότι η πρώτη του ποιητική συλλογή Επιστολή στον ταξιδεμένο φίλο τυπώθηκε, ως αυτοέκδοση, στη Ρόδο το 1949) υπήρξε αναμφίβολα ανασχετικός παράγοντας. Η κατάσταση αυτή όμως (της γεωγραφικής απόστασης) επιδεινώνεται όταν ο ποιητής αναγκάζεται, για πολιτικούς και βιοποριστικούς λόγους, να μεταναστεύσει στη μακρινή Αυστραλία το 1952. Αυτό σημαίνει ότι την κρίσιμη περίοδο κατά την οποία παράγει το corpus του ποιητικού του έργου στα ελληνικά (1974-1982) ο ποιητής, πρώτον, δεν έχει καμία ευχέρεια πρόσβασης στο ελληνικό κέντρο – καθώς τα ταξίδια την εποχή αυτή είναι σχεδόν απαγορευτικά. Δεύτερον, οι τηλεπικοινωνίες, ήταν από σχεδόν ανύπαρκτες έως προβληματικές. Αποτέλεσμα αυτού είναι να παραμένει ο ίδιος αποκομμένος από τους λογοτεχνικούς κύκλους της Ελλάδας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την τύχη του ποιητικού του έργου. Αν τώρα σε όλα αυτά προσθέσουμε και τις ιδιορρυθμίες του ποιητή (την εσωστρέφεια, τον μονήρη χαρακτήρα του, την απέχθειά του για γνωριμίες, κοινωνικές και δημόσιες σχέσεις, κτλ) τότε η όλη κατάσταση καθίσταται ακόμη πιο προβληματική αναφορικά με την προβολή και διάδοση του έργου του.

Ένας άλλος σοβαρός παράγοντας (γιατί το έργο του Τσαλουμά παραμένει σχεδόν άγνωστο στην Ελλάδα) σχετίζεται άμεσα με την καθαυτή λογοτεχνική του αξία. Μολονότι όμως πρόκειται, ίσως, για την πιο καθοριστική παράμετρο αυτής της υπόθεσης, είναι ένα ζήτημα το οποίο διόλου δεν έχει θιγεί δημόσια, αλλά, απ’ όσο γνωρίζω, μόνο ιδιωτικά σε στενούς λογοτεχνικούς κύκλους. Θέλω να πω ότι ορισμένοι ελλαδίτες ποιητές και κριτικοί που γνωρίζουν καλά την ποίηση του Τσαλουμά, θεωρούν ότι το ποιητικό έργο του τελευταίου είναι, σε γενικές γραμμές, μέτριο. Αυτός είναι και ο λόγος – υποστηρίζουν – που ούτε έγινε ιδιαίτερα γνωστό ούτε και αναγνωρίστηκε ποτέ στην Ελλάδα. Αυτό όσον αφορά το λογοτεχνικό συνάφι των Αθηνών. Στη Θεσσαλονίκη οι ειδήμονες είναι πιο συγκρατημένοι και λιγότερο εκδηλωτικοί – αν και αυτοί διατηρούν επιφυλάξεις. Απλώς δεν εκφράζονται τόσο ανοιχτά όσο στην Αθήνα. Αυτή η στάση, προφανώς, εξηγείται από το γεγονός ότι ο Τσαλουμάς είχε μεγαλύτερη διασυνδέσεις με λογοτεχνικούς κύκλους της συμπρωτεύουσας (όπως λ.χ. με αυτόν του Τηλέμαχου Αλαβέρα), ενώ με την πρωτεύουσα οι σχέσεις του ήταν σχεδόν ανύπαρκτες. Αυτές τις εντυπώσεις έχω αποκομίσει, συζητώντας κατά καιρούς με διάφορους λογοτεχνικούς κύκλους της Ελλάδας. Ωστόσο, αυτή η αρνητική στάση των τελευταίων οφείλει να προβληματίσει κάποτε σοβαρά τους μελετητές του εν λόγω ποιητή. Για το αν δηλαδή υπάρχει κάποια αλήθεια στην προβαλλόμενη επιχειρηματολογία τους (περί «μετριότητας») ή πρόκειται για καθαρά μεροληπτική στάση.

Το θαύμα της αναγνώρισης: Στις αρχές της δεκαετίας του ’80, ο Τσαλουμάς διανύει την έκτη δεκαετία της ζωής του. Και συνειδητοποιεί πλέον ότι οι προοπτικές να προσεχθεί – πολύ δε περισσότερο να αναγνωρισθεί το ποιητικό του έργο στην Ελλάδα – είναι σχεδόν ανύπαρκτες. Όσο για τα ιδιωτικά του εγχειρήματα να εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές του στη Μελβούρνη ιδίοις αναλώμασιν, αυτά μπορούν να ερμηνευθούν και ως πράξεις απόγνωσης, καθώς δεν περιμένει τίποτα πλέον από την γενέτειρα. Αλλά και από την, κατά τα άλλα, «μεγάλη και δυναμική ομογένεια της Αυστραλίας» (και ιδιαίτερα της Μελβούρνης όπου ζει κι εργάζεται) ελάχιστα μπορεί να περιμένει. Διότι το πνευματικό επίπεδο των Ελλήνων μεταναστών είναι απελπιστικά χαμηλό και, συνεπώς, ελάχιστοι ενδιαφέρονται για ποίηση. Έτσι, τα εν Μελβούρνη εκδιδόμενα βιβλία του τυπώνονται σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων. Ορισμένα μάλιστα με την χαρακτηριστική ένδειξη «εκτός εμπορίου», και διακινούνται κυρίως χέρι με χέρι ανάμεσα σε κάποιους κύκλους διανοουμένων της παροικίας. Περιττό να τονίσω εδώ πως το γεγονός ότι ο Τσαλουμάς παραμένει πάντα αποκομμένος από κάθε ενεργό συμμετοχή στη ζωή της παροικίας, δεν βοηθά ιδιαίτερα την προβληματική διακίνηση των βιβλίων του. Έπειτα, την εποχή εκείνη (δεκαετία του ’70) ο Τσαλουμάς, εκτός από ένα μικρό κύκλο διανοουμένων, είναι ελάχιστα γνωστός στον ευρύτερο παροικιακό χώρο. Όσο για τον αυστραλιανό λογοτεχνικό χώρο, τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα, αφού ο ποιητής γράφει και δημοσιεύει μόνο στην ελληνική γλώσσα. Που σημαίνει ότι κι εκεί παραμένει παντελώς άγνωστος.

Ενώ όμως η κατάσταση για τον γηραιό πλέον Ελληνοαυστραλό ποιητή φαίνεται από κάθε άποψη ζοφερή (καθώς είναι πια 62 ετών, έχει ήδη συνταξιοδοτηθεί ως εκπαιδευτικός, και όλες οι πόρτες του είναι ερμητικά κλειστές) ξαφνικά γίνεται εν έτει 1983 ένα μεγάλο θαύμα που κανείς (πολύ περισσότερο ο ίδιος) δεν περιμένει: Η μεταφρασμένη στα αγγλικά από τον Philip Grundy ποιητική συλλογή του The Observatory (Το Παρατηρητήριο – που κυκλοφορεί από τον έγκυρο πανεπιστημιακό εκδοτικό οίκο Queensland University Press) κερδίζει το μεγάλο κι επίζηλο αυστραλιανό λογοτεχνικό βραβείο Australia Book Council Award, ως το καλύτερο βιβλίο της χρονιάς. Η ανακοίνωση αυτής της βράβευσης, που έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία, αποτέλεσε ένα αληθινά ιστορικό γεγονός για τον αυστραλιανό λογοτεχνικό χώρο, για τους εξής λόγους: Πρώτον, διότι το μεγάλο αυτό βραβείο απέσπασε, για πρώτη φορά στην ιστορία του θεσμού, ένας άγνωστος, μη αγγλόφων μετανάστης ποιητής, ο οποίος δεν έγραφε στα αγγλικά αλλά στη μητρική του γλώσσα. Δεύτερον, διότι το βραβευμένο βιβλίο κυκλοφόρησε σε δίγλωσση έκδοση (ελληνικά και αγγλικά) από έναν έγκυρο πανεπιστημιακό εκδοτικό οίκο – κάτι πρωτοφανές στα αυστραλιανά εκδοτικά και λογοτεχνικά ειωθότα, αφού έσπαγε πολιτισμικές πρακτικές και ρατσιστικά ταμπού δεκαετιών. Τρίτον, διότι το βιβλίο δεν ήταν αγγλόγλωσσο, αλλά μετάφραση από τα ελληνικά. Τέταρτον, διότι το βιβλίο, από άποψη περιεχομένου, δεν ήταν πρωτότυπο (καινούργιο) αλλά παλαιό. Δηλαδή μια επιλογή παλαιότερων ποιημάτων που είχαν δημοσιευθεί σε διάφορες ελληνικές συλλογές του ποιητή (συγκεκριμένα από τις συλλογές Παρατηρήσεις υποχονδριακού, Το βιβλίο των επιγραμμάτων και από τη σύνθεση Μια ραψωδία γερόντων). Που σημαίνει ότι στην πραγματικότητα βραβευόταν, ως το καλύτερο βιβλίο της χρονιάς, ένα καθ’ όλα πρωτότυπο ποιητικό, μεταφραστικό κι εκδοτικό εγχείρημα, ως γενικότερη καινοτομία, με πρωταγωνιστή έναν άγνωστο μεν, πλην ταλαντούχο κι «εξωτικό», μετανάστη ποιητή.

Κι ενώ θα περίμενε κανείς ότι η παράδοξη, για την εποχή της, αυτή βράβευση θα ξεσήκωνε θύελλα διαμαρτυριών, τελικά δεν προκλήθηκε η παραμικρή αντίδραση. Απεναντίας, μετά το αρχικό «μούδιασμα», οι περισσότεροι άρχισαν να μιλούν ενθουσιωδώς για τον άγνωστο Ελληνοαυστραλό ποιητή και το έργο του. Αλλά και για την έναρξη μιας νέας εποχής στην αυστραλιανή ποίηση, που σηματοδοτούσε η βράβευση αυτής της «αλλόκοτης» μεταφρασμένης συλλογής του. Καιρός όμως, μετά από 35 ολόκληρα χρόνια, να εξετάσουμε, όσο πιο νηφάλια γίνεται, πώς και γιατί συνέβησαν όλα αυτά τα παράδοξα, αλλά και ποιες ερμηνείες επιδέχονται εκ των υστέρων.

Προσωπικά ανέκαθεν θεωρούσα πως η ποίηση του Τσαλουμά είχε μια ιδιαιτερότητα, καθότι προσωπική, αξιόλογη και, ενδεχομένως, σημαντική – τουλάχιστον για τα αυστραλιανά λογοτεχνικά δεδομένα. Κυρίως αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η Αυστραλία δεν χαρακτηρίζεται από μεγάλη ποιητική παράδοση, όπως άλλες χώρες. (Ήμουνα δε από τους πρώτους μελετητές που ασχολήθηκε εκτεταμένα με τη συλλογή του Το βιβλίο των επιγραμμάτων (βλ. περ. Παροικία και Η νεοελληνική λογοτεχνία της διασποράς: Αυστραλία, Gutenberg, Αθήνα 1997). Ωστόσο, είμαι απόλυτα πεπεισμένος ότι, πέραν από την όποια αξία του καθαυτού ποιητικού έργου του Τσαλουμά καθοριστικό ρόλο έπαιξε, αναμφίβολα, και η συγκυρία εμφάνισης και βράβευσής του. Διότι η τελευταία συνέπεσε – τύχη αγαθή – στην καταλληλότερη στιγμή: Στις απαρχές της περίφημης δεκαετίας του ’80 όπου είχε αρχίσει να γονιμοποιείται η όλη ιδέα και φιλοσοφία της πολυπολιτισμικότητας. Το δε έργο του Τσαλουμά έμελλε να εγκαινιάσει και σφραγίσει αυτή τη νέα εποχή στα πολιτιστικά δρώμενα της Πέμπτης Ηπείρου. Εξού και φρονώ ακράδαντα ότι αν το ποιητικό έργο του Τσαλουμά δεν μεταφραζόταν και δεν κυκλοφορούσε στα αγγλικά εκείνη τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, η τύχη του θα ήταν εντελώς διαφορετική. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το καθαυτό έργο δεν είχε να πει κάτι ουσιαστικότερο και βαθύτερο στον αγγλόφωνο αναγνώστη από τον όποιο «εξωτισμό» του. Ωστόσο, αναμφίβολα, η αναγνώριση και καθιέρωση του μεταφρασμένου έργου του Τσαλουμά υπήρξε κατ’εξοχήν αναπόσπαστο προϊόν μιας εποχής που το χρειαζόταν για να την αντιπροσωπεύσει. Απόδειξη είναι και το γεγονός ότι Το Παρατηρητήριο έκανε δύο εκδόσεις μέσα στη δεκαετία του ’80 (1983 και 1984) και μια τρίτη το 1991. Κανένα άλλο βιβλίο του Τσαλουμά στην αγγλική δεν κατάφερε να κάνει τρεις εκδόσεις.

Η δεύτερη (αγγλόφωνη) περίοδος του Τσαλουμά: Παραδόξως, η καταλυτική δεκαετία του ’80 αποτέλεσε ένα επαμφοτερίζον ορόσημο: Το τέλος μιας εποχής και το ξεκίνημα μιας άλλης στη δημιουργία του ποιητή. Συγκεκριμένα, το έτος 1981 σηματοδοτεί το τέλος της ελληνόγλωσσης δημιουργίας του, καθώς Το βιβλίο των επιγραμμάτων είναι η τελευταία ποιητική του συλλογή στα ελληνικά. Δυο χρόνια αργότερα (1983) σηματοδοτεί την έναρξη της αγγλόγλωσσης ποιητικής περιόδου του (με τη μετάφραση και βράβευση του Παρατηρητηρίου). Για την ακρίβεια όμως αυτό συμβαίνει πέντε χρόνια αργότερα, όταν κυκλοφορεί η πρώτη ποιητική συλλογή του γραμμένη απευθείας στα αγγλικά (UQP, 1988). Συμβολικά αυτό μπορεί να θεωρηθεί ότι ξεκινά το 1983, με το μεγάλο θόρυβο που προκαλεί η δίγλωσση έκδοση του Παρατηρητηρίου.

Κατά την επόμενη δεκαετία του ’90, ο Τσαλουμάς γράφει στα αγγλικά κι εκδίδει 8 ποιητικές συλλογές. Όταν εκδίδει την πρώτη ποιητική συλλογή του, γραμμένη απευθείας στα αγγλικά το 1988, ο ποιητής πλησιάζει την έβδομη δεκαετία της ζωής του (για την ακρίβεια είναι 67 ετών). Αλλά πώς και γιατί αποφάσισε σ’ αυτή την προχωρημένη ηλικία να εγκαταλείψει τη μητρική του γλώσσα και να υιοθετήσει την αγγλική; Τι ακριβώς ήταν αυτό που τον ώθησε σε μια, προφανώς, καθόλου ανώδυνη απόφαση; Ο ίδιος, βέβαια, έχει δώσει διάφορες εξηγήσεις – απόλυτα κατανοητές και σεβαστές – σχετικά μ’ αυτό το ζήτημα. Ωστόσο, η ταπεινή μου άποψη είναι η εξής: Ο Τσαλουμάς είχε διαπιστώσει προ πολλού – δικαίως άλλωστε – ότι είχε οριστικά και αμετάκλητα αγνοηθεί και αποκλεισθεί από τη μητέρα Ελλάδα – ακόμη και μετά την επίσημη αναγνώρισή του από την υιοθετημένη πατρίδα του την Αυστραλία. Κι αυτή η στάση δεν υπήρχε πιθανότητα να αλλάξει. Συνεπώς, το να επιμένει να γράφει ελληνικά (ιδιαίτερα μετά τη βράβευση και αναγνώρισή του) σε μια αγγλόφωνη χώρα, όχι μόνο δεν είχε κανένα νόημα αλλά ίσως να ήταν κι επιζήμιο γι’ αυτόν. Αλλά ούτε και η μετάφραση αποτελούσε μια πραγματικά ικανοποιητική λύση, παρόλο που μέσω αυτής είχε αναδειχθεί. Ίσως και να φοβόταν ότι η συνέχεια δεν θα ήταν το ίδιο επιτυχής όσο την πρώτη φορά.

Υποψιάζομαι βάσιμα ότι η απόφαση του Τσαλουμά να υιοθετήσει την αγγλική ως εργαλείο της δουλειάς του, ήταν πρωτίστως μια διπλά συμβολική πράξη: Σηματοδοτούσε μια ενσυνείδητη αποσκίρτηση («διαζύγιο») από τη μητρική του γλώσσα, ως ένδειξη διαμαρτυρίας για τη συμπεριφορά της πατρίδας απέναντί του. Ταυτόχρονα, επισημοποιούσε τη νέα σχέση που είχε συνάψει με τη γλώσσα της δεύτερης πατρίδας του – ως ένδειξη ευγνωμοσύνης για όλα όσα γενναιόδωρα του είχε προσφέρει: ευκαιρίες μόρφωσης, καριέρας, οικογένειας, κυρίως όμως λογοτεχνικής αναγνώρισης. Επρόκειτο λοιπόν για μια συναισθηματική αντίδραση η οποία, ωστόσο, δεν ήταν απαλλαγμένη και από κάποιες εμφανείς σκοπιμότητες: Ότι από τη βράβευσή του κι εντεύθεν, μόνο ως αγγλόφων-Αυστραλός ποιητής είχε νόημα και όφειλε να συνεχίσει. Προφανώς αυτό δύσκολα θα συνέβαινε αν δεν είχε μεσολαβήσει η επίσημη αναγνώρισή του. Αμφιβάλλω σοβαρά ότι ο Τσαλουμάς ερωτεύτηκε τόσο ξαφνικά και… παράφορα την αγγλική γλώσσα, και μάλιστα σε ηλικία 70 ετών! Άλλωστε, έως τη βράβευσή του δεν είχε εκδηλώσει τέτοια τάση, ούτε είχε γράψει ή μεταφράσει τίποτα στα αγγλικά. Το σημαντικότερο: Εάν ένιωθε τόσο μεγάλη αυτοπεποίθηση με την αγγλική, τότε γιατί δεν ασχολήθηκε νωρίτερα μ’ αυτήν όταν ήταν νεότερος; Κι ακόμη: Γιατί δεν μετέφρασε ο ίδιος τις δύο πρώτες ποιητικές συλλογές του (Το Παρατηρητήριο και Το βιβλίο των επιγραμμάτων) αλλά ανάθεσε σε άλλον αυτό το δύσκολο εγχείρημα; Προβληματισμό, επίσης, δημιουργεί και η μετάφραση της ανθολογίας των Αυστραλών ποιητών στα ελληνικά (Contemporary Australian Verse, η οποία κυκλοφόρησε και στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Νέα Πορερία το 1986). Το γεγονός δηλαδή ότι οι όποιες «αγάπες» του Τσαλουμά για την αγγλική γλώσσα και την αυστραλιανή ποίηση δεν εκδηλώνονται πριν, αλλά μετά το 1983 (ημερομηνία βράβευσης και αναγνώρισής του από την Αυστραλία). Έτσι, και αυτό το εγχείρημα μπορεί εύλογα να ερμηνευθεί ως μια ακόμη απτή ένδειξη ευγνωμοσύνης προς τη δεύτερη πατρίδα του.

Η τύχη των αγγλόγλωσσων έργων του: Ο Τσαλουμάς, όπως προαναφέρθηκε, δημοσίευσε συνολικά 8 αγγλόγλωσσες ποιητικές συλλογές. Απ’ αυτές, διαπιστώνουμε ότι μόνο μία γνώρισε δεύτερη έκδοση (The Stoneland and Harvest: New & Selected Poems, 1999, 2004) η οποία κυκλοφόρησε στο Λονδίνο από τον εκδοτικό οίκο Shoestring Press. Ωστόσο, όπως σημειώνει ο ποιητής Matt Simpson, στην Αγγλία, ο Τσαλουμάς αντιμετώπισε μεγάλα προβήματα στο να βρει εκδότη, αλλά και όταν βρήκε [σημ.: μετά από μεγάλη προσπάθεια του Matt Simpson], οι πωλήσεις των βιβλίων του δεν ήταν ικανοποιητικές. Επιπλέον, οι κριτικοί δεν ήταν ιδιαίτερα ενθουσιασμένοι με το έργο του (βλ. “The Poetry of Dimitris Tsaloumas: a British Perspective” στο Dimitris Tsaloumas: a voluntary exile – selected writings on his life and work, 1999, σ. 224-225). Οι υπόλοιπες αγγλόγλωσσες συλλογές του από αυστραλιανούς εκδοτικούς οίκους δεν ευτύχησαν να κάνουν δεύτερη έκδοση. Ούτε καν γνωρίζουμε αν εξάντλησαν την πρώτη τους έκδοση. (Ίσως όχι, γιατί, λογικά, θα ακολουθούσε δεύτερη έκδοση). Επίσης, δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ενώ προαναγγέλλεται (βιαστικά, και κάπως ανεύθυνα – αφού ουδέποτε ανακοινώθηκε αυτό επίσημα από τον Αυστραλό εκδότη του) η συγκεντρωτική έκδοση των έργων του Τσαλουμά από τον εκδοτικό οίκο UQP (βλ. Dimitris Tsaloumas: a voluntary exile – selected writings on his life and work, 1999, σ. 291) αυτή τελικά δεν πραγματοποιείται. Μια ακόμη ένδειξη ότι η αντίστροφη μέτρηση στην ποιητική τροχιά του Τσαλουμά είχε ήδη αρχίσει. Προφανώς η λανθασμένη επιλογή του να στραφεί στην αγγλόγλωσση ποιητική δημιουργία, τελικά αποδείχτηκε μπούμερανγκ. Πρώτον, διότι γενικά (εκτός κάποιων εξαιρέσεων) δεν κατάφερε να πείσει πως ως αγγλόγλωσσος ποιητής ήταν εξίσου αυθεντικός και πρωτότυπος όσο με τα ελληνόγλωσσα ποιήματά του. Δεύτερον, διότι, μοιραία, είχε αρχίσει να αυτοεπαναλαμβάνεται, όσον αφορά τις πηγές, τη θεματολογία, τα μοτίβα, την τεχνοτροπία, κτλ, έτσι που στην ουσία επρόκειτο για μετεγγραφή – ένα μπόλιασμα του ελληνικού DNA των ποιημάτων του στην αγγλική γλώσσα.

Μια ακόμη απόδειξη ότι ο Τσαλουμάς είχε αρχίσει να χάνει πλέον την αρχική λάμψη του ως ποιητής, είναι και το εξής γεγονός: Από τις 65 αγγλόγλωσσες κριτικές που επισκόπησα κάπως πρόχειρα, οι 45 δημοσιεύτηκαν στη δεκαετία του ’80 (όπου αναδύθηκε κι έλαμψε το άστρο του κατά την περίοδο ακμής του πολυπολιτισμού) και οι υπόλοιπες 20 (λιγότερες και από τις μισές) τη δεκαετία του ’90. Για τη δεκαετία του 2000 δεν μπόρεσα να εντοπίσω κριτικές, παρόλο που κυκλοφόρησαν δύο αγγλόγλωσσα βιβλία του. (Αυτό όμως δεν σημαίνει κατηγορηματικά ότι δεν υπάρχουν, αφού η δική μου βιβλιογραφική επισκόπηση δεν ήταν συστηματική ή εξαντλητική).

Η (ποιητική) κληρονομιά του Τσαλουμά: Δύο χρόνια μετά το θάνατό του, τα καίρια ερωτήματα που προκύπτουν είναι: Ποιες ακριβώς ποιητικές παρακαταθήκες (ελληνικές; αγγλικές;) μας κληροδοτεί, και πόσο σημαντικές και ανθεκτικές είναι αυτές; Οι απαντήσεις, προφανώς, δεν είναι εύκολες, καθώς η αυστραλιανή κριτική παραμένει αναποφάσιστη και διχασμένη. Ή, σωστότερα, μάλλον αδιάφορη. Η πλειοψηφία των Ελληνοαυστραλών μελετητών, για ευνόητους λόγους, διάκειται άκρως εγκωμιαστικά προς το έργο του (βλ. π.χ., το άρθρο του Βρασίδα Καραλή «Dimitris Tsaloumas and the Music of the Unseen”, Sydney Review of Books, 12.02.2016), ενώ ορισμένοι μελετητές μη ελληνικής καταγωγής παραμένουν επιφυλακτικοί, αμφίρροποι, ακόμη και επικριτικοί (βλ. π.χ. τη βιβλιοκριτική “Ali Alizadeh Reviews Dimitris Tsaloumas” στο περ. Cordite Poetry Review, 13.02.2008).

Ακόμη πιο παράδοξο είναι το γεγονός ότι παρ’ όλα τα λογοτεχνικά βραβεία/διακρίσεις που του απενεμήθησαν στην Αυστραλία, ο Τσαλουμάς ποτέ δεν κατάφερε να μπει επίσημα στον ‘κανόνα’ της αυστραλιανής ποίησης ως «μεγάλος» ποιητής. Έγκυροι ιστορικοί της αυστραλιανής λογοτεχνίας, όπως ο Laurie Hergenhan, τον αντιμετωπίζουν ως Έλληνα ποιητή, του οποίου η ποίηση «έχει παραμείνει σταθερά ριζωμένη στην ελληνική γλώσσα, την ιστορία και τα έθιμα, παρόλο που έφυγε από τη γενέθλια Λέρο του για να έρθει στην Μελβούρνη το 1952. Στην πρώτη δίγλωσση ελληνο-αγγλική επιλογή των ποιημάτων του Το παρατηρητήριο (1983) – μετά απ’ το οποίο ακολούθησαν επτά τόμοι ελληνικών εκδόσεων, δημοσιευμένων κυρίως στην Αθήνα – ο μεταφραστής του Τσαλουμά Philip Grundy, ισχυρίζεται ότι η ποίησή του ενσαρκώνει μια πεισματάρικη εμμονή του Ελληνισμού όσον αφορά τη συναισθηματική του ένταση, την αίσθηση του απόμακρου από το παρόν περιβάλλον και την υποδόρια νοσταλγία για τη ‘μακρινή πατρίδα που θυμάται.’ Λίγα ποιήματα ασχολούνται άμεσα με την Αυστραλία» (βλ. Penguin New Literary History of Australia, 1988, μετάφραση δική μου).

Εν κατακλείδι: Δεν γνωρίζουμε τι πραγματικά επιφυλάσσει το μέλλον για το ποιητικό έργο του Τσαλουμά. Οι ενδείξεις πάντως δεν είναι ενθαρρυντικές. Ο θάνατός του, για παράδειγμα, πέρασε σχεδόν απαρατήρητος από τα αυστραλιανά ΜΜΕ. Αν δημοσιεύτηκε κάτι (ουσιαστικά ψιλοπράγματα), αυτό έγινε με πρωτοβουλία Ελληνοαυστραλών – ελάχιστα από ξένους. (Στην Αθήνα όπου πέθανε κι έζησε αναγκαστικά, λόγω γήρατος και προβλημάτων υγείας τα τελευταία χρόνια, κοντά στην κόρη του που τον φρόντιζε, δεν ανακοινώθηκε το παραμικρό, ούτε και γράφτηκε μισή λέξη! Προφανώς επειδή, στην ελληνική πρωτεύουσα, ήταν παντελώς άγνωστος). Επιπλέον: Οι Αυστραλοί ή Βρετανοί εκδότες δεν έχουν επανεκδώσει καθόλου έργα του, ενώ ούτε στα αυστραλιανά βιβλιοπωλεία και τις δημόσιες βιβλιοθήκες βρίσκεις πλέον βιβλία του – εκτός σπανίων περιπτώσεων. Γεγονός ωστόσο παραμένει πως, με μία και μόνο ποιητική συλλογή, αυτός ο ιδιότυπος και αρχικά περιθωριακός Ελληνοαυστραλός ποιητής, κατάφερε να βάλει στο χάρτη όχι μόνο την Ελληνοαυστραλιανή αλλά και γενικότερα τη μεταναστευτική/πολυπολιτισμική ποίηση, ανοίγοντας ένα νέο κεφάλαιο στην αυστραλιανή λογοτεχνία, η οποία έως τότε ήταν κατ’ εξοχήν αγγλο-κελτική. Και μόνο το γεγονός ότι το έργο του αναγνωρίστηκε επίσημα από το λογοτεχνικό κατεστημένο και, παράλληλα, αγκαλιάστηκε από τους Αυστραλούς αναγνώστες (τουλάχιστον στο αρχικό του στάδιο), κάθε άλλο παρά μικρό επίτευγμα είναι.

*Ο Δρ Γιάννης Βασιλακάκος είναι πανεπιστημιακός (νεοελληνιστής) και συγγραφέας. Το τελευταίο του βιβλίο, που πρόσφατα κυκλοφόρησε, τιτλοφορείται: «Η περιπέτεια της γραφής: καταθέσεις/μαρτυρίες 27 Ελλήνων πρωταγωνιστών», εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 2018.

Advertisements

Χαρτογραφώντας το άγνωστο – Τρεις περιπτώσεις

ΠΕΤΡΟΣ ΓΚΟΛΙΤΣΗΣ*

Αντώνης Ψάλτης
Βασίλειο για ένα μολύβι
Κέδρος, 2018
Σελ. 40

Κώστας Δεσποινιάδης
Ζέλμπα
Πανοπτικόν, 2018
Σελ. 56

Ζήσης Αϊναλής
Τα παραμύθια της έρημος
Κέδρος, 2017
Σελ. 64

Τα ποιήματα των τριών υπό παρουσίαση ποιητών συμβαίνουν επαναληπτικά στον χώρο. Είτε δυναμιτίζοντας και ξεπουπουλιάζοντάς τον, ως κάτι το ξένο που πλησιάζει απειλητικά (Δεσποινιάδης) είτε υποσκάπτοντας, διασχίζοντας και αυτo-ανατρέποντάς τον (Ψάλτης) είτε επανα-σχηματίζοντάς τον σε ένα σημειωτόν στο ερημικό κενό του, σε μια περιττή αντανάκλαση (Αϊναλής).

Πρόκειται για μια μετάβαση, κοινή και στους τρεις, από τη μάταιη απόπειρα αναζήτησης, όχι πια του Θεού, αλλά του εαυτού –ως στάσης–, στη δυνατότητα ή, έστω, στην πιθανότητα να ζήσει με αξιοπρέπεια ένας άνθρωπος «σε έναν κόσμο που έχει μετατραπεί σε κόλαση». Εκεί όπου ο ποιητής-ήρωας-πρωταγωνιστής δεν επιθυμεί να κρυφτεί ή να διαφύγει από κάτι, αλλά πλησιάζοντας εκτίθεται και επιθυμεί διακαώς να ξεκαθαρίσει τα πράγματα.

Να υπογραμμιστεί εξαρχής πως κανείς τους δεν αυθιστορείται ή αυτοβιογραφείται. Ούτε καν, π.χ., όταν μας λέει ο Δεσποινιάδης: «όταν χώνω τα μούτρα μου / στα σκέλια σου / δεν σκέφτομαι καθόλου», ο Ψάλτης: «ονειροπόλος φουμάριζε τις πιο αλλόκοτες ιδέες που του περάσανε ποτέ από τον νεφελοδαρμένο του νου», ή ο Αϊναλής: «ένας στρατός εγώ οφθαλμαπάτες ξυπόλητοι και να καίει το πέλμα από χίλιες πλευρές μια ζώσα σιωπή να κυκλοφέρνουν τ’ αρπακτικά το κουφάρι μου».

Και οι τρεις χαρτογραφούν το άγνωστο. Ο Δεσποινιάδης «ήρεμα» και με υπομονή, ο Ψάλτης αυτο-υπονομευόμενος με την ειρωνεία και τον αυτοσαρκαστικό του εξοπλισμό, και ο Αϊναλής περιδινούμενος μες στο μυθοποιητικό και παραμυθιακό του σύμπαν.

Χτυπώντας το ανερμήνευτο του επίγειου βίου, την κενότητα και σαφώς τη ματαιοδοξία των μετεχόντων. Με ποικιλόθεμα ποιήματα δείχνουν προς την ανάδυση μιας «διαφορετικής», μιας άλλης στάσης, χειρονομώντας εναντίον του ομοιόμορφου και του συντονισμένου. Προτάσσοντας τη σημασία της διαφοροποίησης ή και της αποκόλλησης, ως μιας αναγκαίας προϋπόθεσης για οποιαδήποτε αλλαγή ή ως μια μορφή αντίστασης. Η ποίηση και ως ένα μάθημα ηθικής.

Ο Κώστας Δεσποινιάδης (1978), ιδρυτής από το 2001 του περιοδικού και των εκδόσεων Πανοπτικόν, ποιητής και δοκιμιογράφος, ένας από τους νεότερούς μας στοχαστές, δυναμιτίζει τα πράγματα από κάτω, παραμένοντας ανθρώπινος και ζεστός στην επαφή του.

Στο λογοτεχνικό –και όχι μόνο– έργο του βρίσκεται στον τόπο μετά την καταστροφή. Θεωρώντας την απραξία ταυτόσημη με την ενοχή και άρα με τη συν-ενοχή, και αποκλείοντας τη δυνατότητα της όποιας λύτρωσης, επιλέγει, είτε πάνω σε έναν μαντρότοιχο είτε αποσυρόμενος στην οικεία των παιδικών ή των συζυγικών χρόνων, να κινηθεί στα σύνορα της αλλοτρίωσης, χωρίς να δογματίζει.

Άνθρωπος πνευματικά και ηθικά έντιμος αρνείται την «υποταγή» στις επιταγές και στους προσδιορισμούς και τους προκαθορισμούς των «άλλων» και επιλέγει να συμπορευτεί με τους διακειμενικά και δι-ιστορικά «οικείους» του.

Χωρίς να σχολιάζει ή να μεταπλάθει την εμπειρία, με αυτήν ως πρώτη ύλη πλάθει τις δικές του μορφές και τα δικά του συμβάντα, ανοίγοντας σε ένα σκηνογραφικό και σκηνοθετικό όραμα τα ποιήματά του.
Ο Αντώνης Ψάλτης (1977), με σπουδές νομικής στο ΑΠΘ και στη Χαϊδελβέργη, πόλη του ποιητή Χέλντερλιν, τον οποίο και μεταφράζει, μας δίνει την τρίτη του ποιητική κατάθεση, μετά το Ο ήρωας μέσα μου (2005) και Το καντήλι και άλλα ποιήματα (2013).

Με το νέο λυρικό του ένδυμα διαρκώς παρόν, μας παρασέρνει με την παιγνιδίζουσα σπιρτάδα του και το ειρωνικό του βάθος. Αξιοποιώντας προσφυή σχήματα και ευρηματικά λεξιπαίγνια, ισορροπεί περίτεχνα πάνω στην αμφισημία και την πολυσημία των λέξεων.

Αντιμάχεται με τα χάρτινα όπλα του (γράφει μάλιστα: «με τα όπλα του λοιπόν καθείς / ιππότης της ελεεινής γραφής») και ως άλλος Δον Κιχώτης τραβάει το χαλί κάτω από τα πόδια του. Μετακινούμενος από στίχο σε στίχο ή από στροφή σε (απο-)στροφή και με το δονκιχωτικό του κοντάρι, δηλ. το μολύβι του, μας παραδίδει προσχέδια του αδύνατου –οποιουδήποτε– οριστικού σχεδίου. Αρα, όχι μόνον αδυνατεί να ολοκληρώσει μια αυτο-προσωπογραφία ή ένα θέμα ή μια τοπιογραφία, αλλά αυτο-παγιδεύεται στην οντολογική του σάτιρα και προσπαθεί να κρατηθεί από τα περικείμενα.

Βάζοντας εμπόδια και τρικλοποδιές στον εαυτό του και στους άλλους, με μια ποίηση καρυωτακικο-φιλυρικής προβολής, δανείζεται στοιχεία από τον καρναβαλικό Βάρναλη, τα οποία και αναμιγνύει με τα ερωτικά ποιήματα της Παλατινής Ανθολογίας –τα οποία επίσης μεταφράζει– για να τονίσει το αδύνατο της σύμπλευσης με την εποχή.

Ο Ζήσης Αϊναλής (1982), φιλόλογος και διδάκτωρ Βυζαντινής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Paris 1, μακριά από ψευδο-λυρισμούς και λανθασμένα ή εύκολα αποδιδόμενες φυσιολατρίες, αποφασίζει να κινηθεί στο νέο του βιβλίο κειμενολατρικά, στοχεύοντας στην αλλαγή των σκιάσεων και των τόνων των πραγμάτων.
Στα «Παραμύθια της έρημος» λοιπόν, ο Αϊναλής όχι μόνο στέλνει κατεπείγοντα τηλεγραφήματα σε άγνωστο παραλήπτη, αλλά εξερευνά τα όρη και τα όρια της δικής του ενδοχώρας, με ένα επαναληπτικό σημειωτόν στην έρημο.

Ενώ προσπαθεί να μας παρασύρει με τον ψιθυρικό μονόλογό του, χωρίς να αυτοαναφέρεται, προβάλλει ένα φανταστικό τοπίο. Με την ορμή προς το ακατάληπτο παρούσα, μας παραδίδει μια ποίηση με χρησμώδη και σκοτεινά σημεία, φορτίζοντας επιτυχώς το αδιέξοδο του σύγχρονου ποιητή και οδοιπόρου στην όποια διαδρομή του.

Γνωρίζοντας πως είναι αδύνατον να αποφανθεί τελεσίδικα, όχι μόνο κάνει σημειωτόν στην έρημο, στο άκεντρο-κέντρο μιας εαυτότητας, αλλά αξιώνει τη συστηματοποίηση του παραλόγου. Με την οραματική αναζήτηση του αγνώστου και με την αναστοχαστική του διάθεση παρούσα, δείχνει προς το ασαφές και αχανές πέρας του. Το οποίο και αποπειράται να «κεντροποιήσει».

Ακολουθώντας τη γαλλική ποιητική παράδοση και ιδίως αυτή των «καταραμένων», όχι μόνο δεν κρύβει την μποντλερική του καταγωγή, αλλά ποντάρει στην ανάγκη για μια μελαγχολική, νεορομαντικού-μεσοπολεμικού τύπου, μνημείωση, την οποία όμως ενδυναμώνει με την αμεσότητα της απεύθυνσής του.

Με το διακείμενο των ποιητικών συνθέσεων ανιχνεύσιμο (Σολωμός, Κόλεριτζ, Μαστοράκη, Αρτό, Μισό, Σινόπουλος, Δάλλας) και οργανικά αφομοιωμένο, επιτρέπει και καθοδηγεί την ανάδυση της ιδιοπροσωπίας του. Κινούμενος εντός μιας περιδίνησης και ενός παραμιλητού στο συμπαντικό –και κατά έναν τρόπο– στο ιστορικό κενό, εκεί όπου η γήινη έρημος αντιστοιχεί στο κόκκινο χώμα του πλανήτη Άρη, προδιαγράφει ίσως και ένα κοσμολογικό σχέδιο.

*Από την «Εφημερίδα των Συντακτών» στο http://www.efsyn.gr/arthro/hartografontas-agnosto

Τι είναι ο Ντανταϊσμός και τι θέλει στη Γερμανία

(Δεκέμβριος 1919)

Ι. Ο ντανταϊσμός απαιτεί:

1. Τη διεθνή επαναστατική ένωση όλων των δημιουργικών και πνευματικών αντρών και γυναικών στη βάση του ριζοσπαστικού κομμουνισμού.

2. Τη σταδιακή εισαγωγή της ανεργίας δια του συστηματικού εκμηχανισμού κάθε δραστηριότητας. Μόνο δια της ανεργίας το άτομο θα κατακτήσει τη δυνατότητα να αυτοπραγματωθεί και να κατακτήσει την αλήθεια της ζωής. Μόνο δια της ανεργίας θα καταφέρει να εξοικειωθεί με το βίωμα.

3. Την άμεση απαλλοτρίωση της ιδιοκτησίας (κοινωνικοποίηση) και τη δημόσια σίτιση όλων• ακόμη, την ανέγερση πόλεων του φωτός και κηπουπόλεων που θα ανήκουν σε όλους, και θα προάγουν την ανθρώπινη ελευθερία.

ΙΙ. Τo κεντρικό συμβούλιο προτάσσει τα ακόλουθα:
α) Καθημερινά γεύματα που θα γίνονται δημοσία δαπάνη για όλους τους δημιουργικούς και πνευματικούς άντρες και γυναίκες στο Ποτσνταμερ Πλατς (Βερολίνο).

β) Κατήχηση των κληρικών και των εκπαιδευτικών στα άρθρα πίστεως του ντανταϊσμού.

γ) Αμείλικτο αγώνα ενάντια σε όλες τις τάσεις των λεγόμενων “εργατών του πνεύματος” (Χίλερ, Άντλερ), ενάντια στο συγκαλυμμένο τους αστισμό, ενάντια στον εξπρεσσιονισμό και την μετακλασική παιδεία όπως αυτή προτάσσεται από την ομάδα “Στουρμ”.

δ) την άμεση ανέγερση ενός κρατικού κέντρου τέχνης, την εξάλειψη της έννοιας της ιδιοκτησίας από τη νέα τέχνη (εξπρεσσιονισμός)• η έννοια της ιδιοκτησίας αποκλείεται παντελώς από το υπερ-ατομικό κίνημα του ντανταϊσμού που απελευθερώνει το σύνολο της ανθρωπότητας.

ε) Εισαγωγή του αυτοματικού ποιήματος ως κομμουνιστικής κρατικής προσευχής.

στ) Επίταξη των ναών για την παρουσίαση μπρουϊτιστικών, αυτοματικών και ντανταϊστικών ποιημάτων.

ζ) Εγκαθίδρυση ενός ντανταϊστικού συμβουλίου σε κάθε πόλη της οποίας ο πληθυσμός υπερβαίνει τους 50.000 κατοίκους, με σκοπό την αναδιαμόρφωση της ζωής.

η) Άμεση διοργάνωση μιας μεγάλης κλίμακας ντανταϊστικής καμπάνιας προπαγάνδισης από 150 πλανόδια τσίρκα, με σκοπό τη διαφώτιση του προλεταριάτου.

θ) Έλεγχο κάθε νόμου και κάθε διατάγματος από το κεντρικό ντανταϊστικό συμβούλιο.

ι) Άμεση ρύθμιση όλων των σεξουαλικών σχέσεων –με τη διεθνή ντανταϊστική έννοια–, δια της ίδρυσης ενός Ντανταϊστικού Κέντρου Σεξουαλικότητας.

Το Nτανταϊστικό Eπαναστατικό Kεντρικό Συμβούλιο Γερμανίας

Hausmann, Huelsebech, Golyscheff

*Πηγή: Manifeste und Proklamationen der europäischen Avantgarde (1909 – 1938). Από το https://coghnorti.wordpress.com/txts/dadaismus-1919/

Ο επαναστατικός πεσιμισμός στη τέχνη (Η αναγκαιότητα επαναπροσδιορισμού της εξαγγελίας θανάτου της τέχνης!)

Θ.Δ.ΤΥΠΑΛΔΟΣ

Έχει ήδη ειπωθεί, αλλά χρήζει επανάληψης: ΣΗΜΑΔΕΥΕΙ ΜΙΑΝ ΕΠΟΧΗ. Τα ωραία πράγματα που θα μπορέσουμε να πραγματοποιήσουμε ΤΩΡΑ!
Jacques Vaché*

Έχοντας μπει αισίως, στην τελική ευθεία της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα, ευδιακρίτως βλέπουμε, ότι η τέχνη, (στην κάθε της μορφή), που παράγεται από τους μεγάλους εκδοτικούς οίκους, που εκτίθεται στις μεγάλες galleries των ορθίων κοστουμαρισμένων, (με απαραίτητα αξεσουάρ τους, τα ποτήρια με τη σαμπάνια και τις μεγαλοστομίες σε ανιαρές συζητήσεις, εμπλουτισμένες, με φιλοσοφικές κορώνες και αναλύσεις επί αναλύσεων, περί των εκθεμάτων στους βρεσκοβαμμένους τοίχους), ή η τέχνη που ξεπετιέται απ’ τα εμπλουτισμένα με πανάκριβα σκηνικά studios, η πολυδιαφημισμένη εν τέλει τέχνη, βρίσκεται (όπως ακριβώς, το σύστημα που την παράγει), σε τέλμα ιδεών και σε πλήρη ατολμία, για ένα βήμα παραπέρα. Η δήθεν επαναστατικότητα, την οποία μπορεί να εμπεριέχει η τέχνη του σήμερα, δεν είναι παρά απλές καταγραφές της μίζερης καθημερινότητας, εμπλουτισμένες με διάφορα τσιτάτα, τα οποία στο τέλος αφήνουν μια γεύση στο μυαλό του αποδέκτη του έργου, τού “πόσο φρικτή είναι η πραγματικότητα που ζούμε, μα δεν έχουμε κι άλλη, κι άσε μη και γίνουν χειρότερα τα πράγματα. Ας μείνουμε στα δεδομένα της στιγμής κι έχει ο Θεός”.

Πίσω από την επιφανειακή επαναστατικότητα, δεν κρύβεται τίποτα περισσότερο από μια προσπάθεια του καλλιτέχνη-δημιουργού (καλό είναι να συμπληρώνουμε τη λέξη “δημιουργός” δίπλα στον καλλιτέχνη γιατί, όλοι είμαστε εν δυνάμει καλλιτέχνες που απλώς δεν κάνουμε το τόλμημα να δημιουργήσουμε, που φοβόμαστε μια μικρή ανύψωση του εαυτού μας, προς το θείο που εντός της κλείνει η δημιουργία) ν’ αυτοπροβληθεί ως ο απόλυτος, πρωτοποριακός καλλιτέχνης, ο γεμάτος με ναρκισσισμό δημιουργός, που στα μάτια του, το κοινό φαντάζει ως ο δικός του καθρέπτης. Λησμονεί επιδεικτικά αυτός ο δημιουργός, πως ο καλλιτέχνης, οφείλει να είναι ο καθρέπτης του κοινού, ή για να το θέσω πιο σωστά, οφείλει να είναι ο καθρέπτης της ενδόμυχης αναγκαιότητας του κοινού, να ξεπεράσει το ίδιο τα δικά του όρια, να πάει το ίδιο δια μέσου του καλλιτέχνη, στο ανώτατο επίπεδο νόησης της δικής του υπέρβασης. Η αναγκαιότητα του κοινού, οφείλει να είναι ο εναγκαλισμός του με το ανέφικτο, και η υποχρέωση του καλλιτέχνη, οφείλει να είναι η μετάλλαξή του σε λυχνία, η οποία, θα δοθεί στα χέρια του κοινού για τον ανηφορικό δρόμο προς το ανέφικτο. Όσο ο καλλιτέχνης, επιζητά την ύπαρξη των διαχωριστικών γραμμών μεταξύ αυτού και του κοινού του, προς χάρη της δικής του θεοποίησης, και όσο το κοινό θα αποδέχεται ως αδιαπραγμάτευτες αυτές τις γραμμές και δεν εξερευνά τις δικές του δημιουργικές δυνατότητες, τις δικές του καλλιτεχνικές παρεμβάσεις και υπερβάσεις, τόσο θα στέκει παθητικός δέκτης των κακών κειμένων, τόσο στην τέχνη όσο και στην ίδια του τη ζωή, μια κι όπως είναι ευρέως γνωστό, η τέχνη δεν είναι παρά αντανάκλαση της ζωής, αν και θα έπρεπε να γίνεται το αντίθετο κι όσο τα δεδομένα είναι αυτά, τόσο ο μιζεραμπιλισμός, θα ορθώνεται, θα θεριεύει, θα διογκώνεται και στο τέλος, θα καταπιεί αμάσητο το απαίδευτο και ανενεργό ως προς την δική του παρέμβαση στα τεκταινόμενα, κοινό.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα των λεγομένων μου, (υπάρχουν ουκ ολίγα που θα μπορούσα να παραθέσω), είναι ένας συγγραφέας που το έργο του (ένα εγκώμιο αλλοιωμένων στοιχείων) είναι επιτομή της διαχωριστικής γραμμής μεταξύ του καλλιτέχνη και του αναγνώστη, και του οποίου το έργο βρίσκεται στα χέρια πολλών απαίδευτων μα και γνωριζόντων περί τα της λογοτεχνίας δεδομένων, είναι ο Ρaolo Coehlio, του οποίου η αμιμήτου χαρακτήρα, η αβυσσαλέας ανοησίας φράση του, “όταν θες κάτι πάρα πολύ, ολόκληρο το σύμπαν συνωμοτεί, έτσι ώστε να τ’ αποκτήσεις”, μια φράση που περικλείει όλες τις φασματικές δυνάμεις που μεταβάλλουν τον αναγνώστη (ο επί “καναπέους” βουτηγμένος, ο έκθαμβος από τη μεγαλειώδες “σοφία” της δεδομένης φράσης που μόλις διάβασε, και της ευφράδειας του καλλιτέχνη), στον απόλυτο παθητικό δέκτη. Τον μεταβάλλει στον αδρανοποιημένο, τον αφημένο στη μοίρα που για ‘κείνον προδιαγράφει μια μη ορατή, μια μη διασταυρωμένη ως προς την ύπαρξή της συνωμοσία, ενός εξώτερου σύμπαντος, ένα εν αντιθέσει από το εσώτερο, το εν τού εαυτού του, σύμπαντος. Η παθητικότητα αρχίζει και τελειώνει πάνω στην εναποθέτηση των δικών σου απώτερων επιθυμιών, στις διαθέσεις και τις συνωμοσίες του όποιου εν κατακλείδι, σύμπαντος πλην του δικού σου. Η αδράνεια για την αλλαγή, για την κατάργηση της τάξης των πραγμάτων κι εν συνεπεία, ο τερματισμός της εξερεύνησης της χαμένης μυχιότητας όπως με τον πιο εύστροφο τρόπο την ονομάτισε ο Georges Bataille, έχει μόλις συντελεστεί, εντός του υπερεγώ του αναγνώστη του δεδομένου αποφθέγματος και σε συνδυασμό με τον άμετρο θαυμασμό που ο συγγραφέας του εμπνέει, ταυτόχρονα έχει αμετακλήτως, εγκαθιδρυθεί η ερεβώδες κυριαρχία του μιζεραμπιλισμού… (περαστικά μας!)

Εντός των πάντων, κουρνιάζει η ποιητική προδιάθεση, η ποίηση σε “λανθάνουσα μορφή”, (βλπ: Tristan Tzara, ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΟΣ, μτφρ. Στ. Ν. Κουμανούδης, σελ. 30, εκδ. Ύψιλον).

Το ζην ποιητικώς, υπάρχει, ζει κι αναπνέει, ακόμα κι όταν δεν γίνεται αντιληπτό μες στις αιτιολογικές συσκοτίσεις και την πνευματική χαύνωση που διανέμεται ως επί των πλείστων, ως μεγάλα καλλιτεχνικά επιτεύγματα. Σίγουρα η ποίηση εκκολάπτεται στα πάντα: ένα φιλί που σου τινάζει τα μυαλά, είναι ποίηση ένα ηλιοβασίλεμα που φαντάζει στα μάτια σου ως μοναδικό, είναι ποίηση, ακόμα κι αν αύριο πρόκειται να πάρεις ένα όπλο και να επαναστατήσεις για ένα καλύτερο μέλλον, ακόμα πιο πολύ αν στην προσπάθειά σου επάνω πεθάνεις, αυτό αν δεν είναι η ανώτερη μορφή ποίησης, τότε τι είναι; Το να πεθάνεις για να ζήσουν οι άλλοι ένα καλύτερο μέλλον, προσωπικά μου φαντάζει ο καλύτερος επίλογος ενός επικού ποιήματος που μπροστά του τα έπη του Ομήρου ωχριούν. Φυσικά, η ποίηση από μόνη της, ποτέ δεν ξεκίνησε καμιά επανάσταση, (την τραγούδησε μα δεν την ξεκίνησε).
Η ποίηση όμως αφύπνισε συνειδήσεις.
Ποίηση σε λανθάνουσα κι αρχέγονη κατάσταση, είναι το φιλί, το ηλιοβασίλεμα και τ’ όπλο, που τα σμιλεύουν και τους δίνουν την τελική μορφή του ολοκληρωμένου ποιήματος, τα χείλη, τα μάτια, τα χέρια μα πάνω απ’ όλα η καρδιά και το πνεύμα του ανθρώπου που τ’ αποκωδικοποιεί, ο λόγος ειλικρινά, έπεται πολύ όλων αυτών. Κι εν τέλει, τι είναι ο ποιητής και τι η ποίηση;
Η ποίηση, είναι ένα μικρό κερί αναμμένο μέσα στο απόλυτο σκοτάδι, κι ο ποιητής, είναι ένα μπιτόνι με βενζίνη γεμάτο που οφείλει δίπλα στο κερί να σταθεί έτσι ώστε ν’ αρπάξει φωτιά και με το φλεγόμενο κορμί του, το σκοτάδι να σκοτώσει… τα είπε όμως καλύτερα από μένα ο Σινόπουλος και το απέδειξαν εμπράκτως ο Baudelaire, ο Rimbaud, ο Lautreamont (η ποίηση πρέπει να γράφεται απ’ όλους), ο Λαπαθιώτης και τόσοι άλλοι που έζησαν ποιητικώς, αλλά κι αυτομόλησαν μες στους στίχους τους κι έδειξαν δρόμους που φώτισαν με τη φαιά ουσία τους. Ζην ποιητικώς…
Ας έρθω όμως στα καθ’ ημάς πεπραγμένα. Στην Ελλάδα των μνημονίων, η τέχνη, ομοιάζει από ανύπαρκτη ως πεθαμένη. Δε λησμονώ την ύπαρξη των αυτονομημένων, των πολλών έξω από τα καθιερωμένα περί τέχνης των “μέσων”. Υπάρχουν κι ας είναι η φωνή τους κατά πολύ περιορισμένη, υπάρχουν με όλα τα καλά κι όλα τα κακά τους κι ελπίζω κάποια μέρα, από τη δική τους θέση να υπάρξει αυτή η μορφή τέχνης που θα διακηρύξει τον θάνατο της τέχνης και την γένεση της έμβιας τέχνης. Μόνο στο περιθώριο της πλαισιωμένης με συμβατικά, στεγανοποιημένα βαρίδια τέχνης θα μπορέσει να ξεσπάσει η πυρκαγιά του επαναστατικού πεσιμισμού.

Πολλοί είναι αυτοί που ακούγοντας τον όρο επαναστατικός πεσιμισμός, τρομάζουν και κοιτούν όλο απορία γύρω τους να bρουν την απάντηση στο ερώτημα, “πως μπορεί ο πεσιμισμός να είναι επαναστατικός;”.
Για όσο τα δεδομένα γύρω μας θα είναι μαύρα, η ποια λαθεμένη εκδούλευση ενός επαναστάτη προς τους εν δυνάμει συντρόφους του καθώς και της επανάστασης καθεαυτής, είναι τα παρουσιάζει ως άσπρα. Η ωραιοποίηση της ασχήμιας, είναι το άλλοθι του κίβδηλου συστηματοποιημένου όμως, στοχασμού, του ωχαδερφισμού η ταυτότητα, το “έτσι έχουν τα πράγματα”. Οφείλω εδώ μια διευκρίνηση προς αποφυγή παρεξηγήσεων: η διαφορά του μαύρου στον μιζεραμπιλισμό, με το μαύρο στον επαναστατικό πεσιμισμό, έγκειται στο ότι το πρώτο, είναι μια στυγνή καταγραφή του, μια εξιστόρηση του, χωρίς καμιά προσωπική παρέμβαση του καλλιτέχνη έτσι ώστε, να μετατραπεί, το μαύρο σε άσπρο.

Το δεύτερο, είναι η επισήμανση της ύπαρξής του και συνάμα, είναι η κραυγή, η βούληση, η προσταγή του καλλιτέχνη, με τα όποια όπλα (μέσα), εκείνος διαθέτει, ώστε να το μετατρέψει σε άσπρο. (Χαρακτηριστικό παράδειγμα επαναστατικού πεσιμισμού, η Guernica του Ρicasso: οι τσακισμένες – νεκρές μορφές, στρέφουν τα βλέμματά τους στην αιωρούμενη λυχνία, που δεν είναι τίποτα άλλο από την εξύψωση των αδικοσκοτωμένων, προς την αιώνια μνημόνευση τους). Άλλο πράγμα η αλήθεια, κι άλλο η αποδοχή για την αποδοχή της.O επαναστατικός πεσιμισμός εν τω ρου της ιστορίας, είναι παρεμβατικός και υπερβατικός την ίδια στιγμή, ή δεν είναι τίποτα.

Η Ελλάδα -λοιπόν- του σήμερα. Η Ελλάδα των μνημονίων. Η Ελλάδα του αρχαίου πολιτισμού και του αρχαίου Ελληνικού πνεύματος. Η Ελλάδα του σύγχρονου πεθαμένου πολιτισμού. Η Ελλάδα της πεθαμένης ελπίδας. Η Ελλάδα που μοιάζει να μην έχει τίποτα να περιμένει από πουθενά, ούτε από τους πολιτικούς της μα ούτε κι από τους ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών (είναι γνωστή η διακήρυξη των 16 κατά την υπογραφή του α’ μνημονίου που λίγο πολύ, μας είπαν πως και λίγο θα είναι ό,τι πάθουμε και είναι και πάλι ευρέως γνωστό, πως ο μοναδικός εν ζωή μεγάλος λογοτέχνης που στάθηκε και στέκεται στο πλευρό του καταρρακωμένου ελληνικού λαού, είναι ο Νάνος Βαλαωρίτης), εν αντιθέσει αλλοτινών δυσχερών εποχών. Η τέχνη στα μάτια των πολλών, φαντάζει ως είδος πολυτελείας κι αυτό καλούνται να αλλάξουν οι συνειδητοποιημένοι ως προς την ανάγκη αλλαγής των δεδομένων και στο κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι μα και στο καλλιτεχνικό, καλλιτέχνες. Η ιστοριογραφική εικοτολογία, θα μπορέσει να επαναπροσδιοριστεί προς όφελός μας μόνο όταν εμείς το θελήσουμε.

Η εξαγγελία θανάτου της τέχνης, θα γίνει τη στιγμή του διαγγέλματος για το τι ζητά-τι απαιτεί, ο επαναστατικός πεσιμισμός. Ο θάνατος της τέχνης, θα συνοδευτεί με τη μετατροπή της ζωής σε έμβια τέχνη, με την υπερίσχυση του Απόλλωνα έναντι του Μολώχ. Τότε ο μιζεραμπιλισμός, δεν θα είναι τίποτα περισσότερο από μια μουσειακής αξίας, χαμένη στην ομίχλη του δικού της απροσδιόριστου, λέξη. Είθε τα χρώματα του εν τοις ουρανοίς καμβά, να οριζοντιοποιήσουν την κάθετη γραμμή. Είθε η διαύγεια του μη ορατού, να ξεπεράσει το ορατό.

Η τέχνη πέθανε!

Τελευταία μας στάση, το ανέφικτο!

Πάτρα, Νοέμβριος 2016

*Jacques Vaché, Γράμματα Από Το Μέτωπο, μτφρ. Νίκος Σταμπάκης, σελ. 54, εκδ. Φαρφουλάς.

Ζυράννα Ζατέλη: «Τα βιβλία μου τα υπογράφουν με τις ουρές τους οι γάτες μου»

H συγγραφέας-φαινόμενο των ελληνικών γραμμάτων μιλάει για τη βάσανο του δημιουργού, τα τετράδια που καταγράφει τα όνειρά της, το επόμενο βιβλίο της τριλογίας της και φυσικά, τις γάτες της.

Συνέντευξη στη Λίνα Ρόκου – Φωτογραφίες: Γεράσιμος Δομένικος / FOSPHOTOS

Χρειάστηκαν δύο συναντήσεις για να ολοκληρωθεί η συνέντευξη που ακολουθεί. Η πρώτη πραγματοποιήθηκε στον Φωταγωγό, αγαπημένο στέκι της Ζυράννας Ζατέλη και η δεύτερη στο σπίτι της. Ήταν αυτή, η δεύτερη που μου επέτρεψε να εισέλθω στο προσωπικό της σύμπαν, σε έναν πλανήτη μυστηριώδη αλλά ταυτοχρόνως φιλόξενο, που με βοήθησε να αποκωδικοποιήσω κάπως περισσότερο την προσωπικότητα μιας γυναίκας-ξωτικού.

Το σπίτι της δεν τολμώ καν να το περιγράψω, νομίζω ότι ο Τιμ Μπάρτον μπαίνοντας μέσα σε αυτό θα ένιωθε ένας βαρετός, συνηθισμένος άνθρωπος. Αμέτρητα μικροαντικείμενα, πλάσματα φτιαγμένα από κάθε είδους υλικό και τρεις ολοζώντανες και πανέμορφες γάτες φτιάχνουν μια μυσταγωγική ζούγκλα που συμπληρώνει επάξια την προσωπικότητα του κατοίκου της. Και φυσικά τα αμέτρητα γραπτά της.

Κάποια στιγμή μου δείχνει λίγα μόνο από τα άπειρα τετράδια της, εκεί που σημειώνει με στυλό σκέψεις, ιδέες δικές της, φράσεις που διάβασε ή άκουσε, όνειρα. Από τα τετράδια που εδώ και πολλά χρόνια καταγράφει τα όνειρά της προέκυψε και το τελευταίο της βιβλίο με τον τίτλο Τετράδια Ονείρων.
Continue reading

Συνέντευξη με τον Τουρκοκύπριο ποιητή Γκιουργκέντς Κορκμάζελ (Gürgenç Korkmazel)

Gürgenç Korkmazel, © Stratos Prousalis

Μετά από διάφορους Ελληνοκύπριους ποιητές που έχουμε παρουσιάσει και τις συνεντεύξεις με τους Κύπριους εκδότες Βάσο Πτωχόπουλο και Κατερίνα Βοσκαρίδου, θελήσαμε να ρίξουμε μια ματιά και στην τουρκοκυπριακή πλευρά και γι΄αυτό πήραμε συνέντευξη από τον Μεχμέτ Γιασίν. Αυτή τη φορά είναι ένας άλλος Τουρκοκύπριος ποιητής, ο Γκιουργκέντς Κορκμάζελ, που μας έδωσε μια πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη στα αγγλικά με ελληνοκυπριακή προφορά (!). Ο Κορκμάζελ, ο οποίος θεωρείται ένας από τους καλύτερους ποιητές του νησιού, έχει μεταφραστεί στα ελληνικά στο παρελθόν, όμως ήρθε στην Αθήνα εξαιτίας μιας νέας μετάφρασης των ποιημάτων του, από την Αγγελική Δημουλή αυτή τη φορά, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Βακχικόν. Η παρουσίασή της αναμένεται μέσα στους επόμενους μήνες.
Επί τη ευκαιρία, σας υπενθυμίζουμε την ανθολογία τουρκικής ποίησης που είχαμε δημοσιεύσει στο πλαίσιο του μεγάλου αφιερώματός μας “Η ποίηση των γειτόνων”.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Θεωρείτε τον εαυτό σας Τουρκοκύπριο ποιητή; Ποια πιστεύετε πως είναι η λογοτεχνική σας ταυτότητα; Είναι ίδια με την πολιτική;

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Στην πραγματικότητα, παρουσιάζω τον εαυτό μου σαν Κύπριο ποιητή που γράφει στα τουρκικά και μερικές φορές στα αγγλικά. Η γλώσσα είναι που καθορίζει την ταυτότητα, ιδίως στην Κύπρο. Ωστόσο, στην καθημερινή μου ζωή έχω τρεις γλώσσες: τουρκικά, ελληνικά και αγγλικά. Τα ελληνικά μου είναι λιγοστά, όμως εξακολουθούν να υπάρχουν στην καθημερινότητά μου και είναι μία από τις γλώσσες μου παρότι δεν τη μιλάω καλά.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Ώστε, όταν σας ρωτήσει κάποιος, λέτε ότι είστε Κύπριος και δεν προσδιορίζετε περαιτέρω.

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Ναι. Ξέρετε, έχουμε το κυπριακό πρόβλημα και ο μόνος τρόπος να το ξεπεράσουμε είναι να προτάσσουμε την “Κυπριοσύνη” μας. Γιατί όταν κάποιος λέει είμαι Τούρκος ή είμαι Έλληνας, διαιρεί, δεν θέλει να είμαστε ενωμένοι και να φτάσουμε την ειρήνη που όλοι επιθυμούμε.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Ξέρετε, πολλοί άνθρωποι της γενιάς μου ή νεότεροι δεν γνωρίζουν ότι πριν από την εισβολή ζούσαν στο νησί Τούρκοι που συνυπήρχαν ειρηνικά με τους Έλληνες. Και ότι με την εισβολή αναγκαστήκατε κι εσείς να εγκαταλείψετε τα σπίτια σας.

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Ω, μπορούμε να μιλάμε γι’ αυτό όλη μέρα. Τι μας συνέβη μετά… αλλά με την εισβολή και την κατοχή άλλαξε κάτι. Καταλάβαμε ότι είμαστε Κύπριοι και ότι η ταυτότητά μας, όταν γράφουμε, είναι κυπριακή. Πριν λέγαμε ότι είμαστε διαφορετικοί, αλλά μετά την εισβολή ανακαλύψαμε πως είμαστε Κύπριοι: αυτή είναι η ταυτότητά μας. Νωρίτερα, ήταν κάτι διαφορετικό.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Είναι συγκινητικό που το λέτε… Διάβασα ότι περιγράφετε τον εαυτό σας ως αναρχικό ποιητή. Γιατί;

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Για μένα, η ίδια η φύση της ποίησης είναι αναρχική. Είναι σαν να επαναστατείς ενάντια σε κάποιον, όταν είσαι ποιητής. Αλλά είχα μεγάλη ανάμειξη στην πολιτική και όταν διαβάζει κάποιος τα βιβλία και γνωρίζει τις ιδέες προσπαθεί να τοποθετήσει τον εαυτό του στον συγκεκριμένο τόπο και χρόνο. Έτσι κι εγώ κατάλαβα ότι η φιλοσοφία της αναρχίας μου είναι πιο κοντινή. Γι’ αυτό και σκόπιμα λέω πως είμαι αναρχικός. Είμαι άθεος, αλλά δεν πιστεύω στη βία. Και πρέπει να είναι άθεος κάποιος, για να είναι αναρχικός. Αλλά πριν από αυτό ακόμα, η ίδια η ποίηση είναι αναρχική ή έχει αναρχικές τάσεις ή πρέπει να τις έχει. Τουλάχιστον η ποίηση που αρέσει σε μένα.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Μα νόμιζα ότι είστε συστημικός ποιητής της Κύπρου, ένας από τους καλύτερους του νησιού. Πώς μπορείτε να είστε αναρχικός όταν είστε μέρος του συστήματος;

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Έτσι λένε, ναι. Κοιτάξτε, δεν συνεργάζομαι με τις κυβερνήσεις. Δεν κάνω τίποτα με τις κυβερνήσεις. Είμαι εναντίον τους, τους ασκώ κριτική. Αλλά άλλοι άνθρωποι με αποκαλούν κάτι άλλο. Δεν έχει σημασία εντέλει τι αποκαλείς τον εαυτό σου: άλλοι, ομάδες ή μεμονωμένα άτομα, σου κολλάνε ταμπέλες, ιδίως εάν είσαι ποιητής. Για παράδειγμα, ο πρόεδρος της τουρκικής πλευράς, ο Ντενκτάς, με αποκαλούσε ερωτικό ποιητή, επειδή έγραψα κάποια ερωτικά ποιήματα. Γι’ αυτόν δεν είμαι αναρχικός, είμαι ερωτικός ποιητής. Καθένας μπορεί να σε αποκαλέσει αλλιώς.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Εάν ο Ντενκτάς δεν σας αποκαλούσε ερωτικό ποιητή, δεν θα μπορούσε να σας αποδεχθεί. Γιατί είναι ακροδεξιός, σωστά; Δεν μπορούσε να σας αποκαλέσει αναρχικό, γιατί μετά θα έπρεπε να σας πολεμήσει. Έπρεπε να βρει μια ταμπέλα που θα παρείχε κάποιο κοινό έδαφος.

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Πιθανώς…

Χριστίνα Λιναρδάκη: Είστε ιδιαίτερα ευθύς στην ποίησή σας. Γράφετε αυτό που σκέφτεστε, δεν έχετε αναστολές και είστε πολύ ειλικρινής.

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Πιστεύω πως όχι μόνο στην ποίηση, στη λογοτεχνία γενικότερα, πρέπει κάποιος να είναι ειλικρινής. Μερικές φορές με ρωτούν: “Λες ψέματα όταν γράφεις;”. Και τους απαντώ: “Δεν λέω ποτέ ψέματα, πλάθω λογοτεχνία”. Αλλά ακόμη κι όταν πλάθεις λογοτεχνία, πρέπει να είσαι ειλικρινής. Έτσι είμαι. Όχι μόνο στη λογοτεχνία, αλλά και στην καθημερινότητά μου. Μου αρέσει να προκαλώ έκπληξη ή να ταράζω τους ανθρώπους. Γιατί η τέχνη πρέπει μάλλον να ασκεί κριτική, παρά να επαινεί, τη σύγχρονη κοινωνία. Αυτό κάνω. Ακόμη κι όταν γράφω για σεξ, γράφω την αλήθεια για μένα. Νομίζουμε πως έχουμε μυστικά που κανείς άλλος δεν μοιράζεται μαζί μας. Όταν όμως αποκαλύπτουμε τα μυστικά μας, κι άλλοι λένε “κάτι παρόμοιο συνέβη και σε μένα”. Για παράδειγμα, όταν ήμουν 5 ετών, κακοποιήθηκα σεξουαλικά από έναν στρατιώτη στην Κύπρο. Το κράτησα μέσα μου, δεν είπα τίποτα σε κανέναν, ούτε στη μητέρα ή τον πατέρα μου. Κι όταν έγινα 20, έγραψα ένα διήγημα γι’ αυτό και το δημοσίευσα σε μια εφημερίδα. Πολλοί άνθρωποι τότε επικοινώνησαν μαζί μου και μου είπαν ότι το ίδιο είχε συμβεί και σε αυτούς, όταν ήταν παιδιά. Μέχρι τότε πίστευα πως ήμουν ο μοναδικός στον κόσμο που του είχε συμβεί κάτι τέτοιο, αλλά όχι. Είχε συμβεί και σε άλλους. Όταν λοιπόν αποκαλύπτεις το μυστικό σου, συναντάς άλλους ανθρώπους. Αυτό είναι ειλικρινής επικοινωνία.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Διάβασα ότι ανήκετε σε μια λογοτεχνική γενιά που δεν πιστεύει στην πολιτική, που πιστεύει ότι η πολιτική δεν αξίζει και πολλά…

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Στην πραγματικότητα, η πολιτική είναι παρούσα στην καθημερινή μας ζωή, είτε μας αρέσει είτε όχι. Αυτούς που δεν πιστεύω είναι οι πολιτικοί. Φυσικά, σε μια χώρα σαν την Κύπρο, όταν δίνεις πολιτικά μηνύματα μέσα από την ποίησή σου, έχεις απήχηση σε μεγαλύτερο κοινό. Ενώ όταν γράφεις ερωτικά ποιήματα, δεν σε διαβάζουν πολλοί. Δεν τους ενδιαφέρει να μάθουν τι κάνεις ή έκανες με την προηγούμενη ή την τωρινή σου κοπέλα. Όμως τους αρέσει η πολιτική.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Ας ελπίσουμε ότι θα βρεθεί μια πολιτική λύση για την Κύπρο, κάποτε…

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Δεν έχω καμία αμφιβολία γι΄ αυτό. Το προσπαθούμε, αλλά θα πάρει αρκετό καιρό. Μπορώ να σας πω με βεβαιότητα ότι θα συμβεί, δεν μπορώ όμως να σας πω πότε. Αυτό είναι το όνειρό μου: να έχουμε μία, ενωμένη, Κύπρο. Και δεν με νοιάζει αν θα συμβεί μετά τον θάνατό μου, αρκεί να συμβεί. Θα το δουν τα παιδιά μου. Εργάζομαι και γι’ αυτά, για την επόμενη γενιά. Γνωρίζω και τις δύο πλευρές της Κύπρου, γνωρίζω τις κοινωνίες εκεί και ξέρω ότι τα πράγματα συμβαίνουν αργά. Μπορεί λοιπόν να πάρει λίγο χρόνο, αλλά θα το καταφέρουμε.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Γνωρίζετε από ελληνική ποίηση;

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Της Ελλάδας;

Χριστίνα Λιναρδάκη: Ναι, της Ελλάδας. Γνωρίζετε Έλληνες ποιητές;

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Γνωρίζω παγκόσμια ποίηση. Γνωρίζω έναν ποιητή από κάθε χώρα: από την Ισλανδία ως την Ελλάδα, από τον Λίβανο ως την Κόστα Ρίκα. Και βέβαια ξέρω μερικούς Έλληνες ποιητές.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Σύγχρονους;

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Ναι, εννοώ από τον Καβάφη και μετά. Σεφέρη, Ελύτη, Ρίτσο… Αν και δεν ξέρω πολλούς μετά την Ελένη Βακαλό. Αλλά όσους ξέρω τους διαβάζω ξανά και ξανά στα αγγλικά ή τα τουρκικά, γιατί είναι μέρος της κουλτούρας μου. Η ευχαρίστησή μου είναι μεγάλη, όταν διαβάζω ελληνική ποίηση και μου αρέσουν πολλοί Ελληνοκύπριοι ποιητές. Αριστεροί και δεξιοί. Δεξιοί ποιητές όπως ο Κώστας Μόντης, για παράδειγμα, παρότι πολιτικά απέχουμε πολύ.Δεν με ενδιαφέρει ο πολιτικός τους προσανατολισμός, αρκεί να γράφουν καλή ποίηση. Κρίνω το άτομο όχι με βάση την ιδεολογία του αλλά με βάση την ποίησή του.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Χαίρεστε που έχετε μεταφραστεί στα ελληνικά;

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Ασφαλώς. Γιατί τα ελληνικά είναι μία από τις γλώσσες μου. Τρέχει κι άλλο ένα πρότζεκτ, η μετάφραση των ποιημάτων μου στα αγγλικά, όμως χαίρομαι που βγήκε πρώτη η ελληνική μετάφραση γιατί, για μένα, μετά τα τουρκικά είναι τα ελληνικά.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Γι΄αυτό και μια από τις συλλογές σας έχει τίτλο “Ψε…” με ελληνικά γράμματα;

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Ναι.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Εκπληκτικό! Πιστεύετε ότι η ποίηση ή η λογοτεχνία γενικότερα μπορεί να αλλάξει τον κόσμο;

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Όχι. Όμως πιστεύω ότι μπορεί να αλλάξει το μυαλό μερικών ανθρώπων, τη ζωή κάποιου ή ορισμένων κοινωνιών. Στην εποχή μας, ξέρετε, οι νεότερες γενιές θέλουν αυτό που είναι γρήγορο και εύκολο και η ποίηση δεν το δίνει αυτό. Η ζωή είναι τόσο γρήγορη. Χρειάζομαι την ποίηση κάθε μέρα, όχι να γράφω, να διαβάζω. Επειδή επιβραδύνει τους ρυθμούς της ζωής. Στην πραγματικότητα, όλοι χρειαζόμαστε ποίηση την ποίηση, γιατί όλοι έχουμε ανάγκη να επιβραδύνουμε, πηγαίνουμε πολύ γρήγορα. Ιδιαίτερα οι πόλεις, η ζωή στις πόλεις.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Ακόμη και στην ποίηση υπάρχουν γρήγοροι τρόποι στις μέρες μας. Γνωρίζετε τον όρο “Instapoet”; Περιγράφει ανθρώπους με πολλούς followers στο Instagram που γράφουν διάφορα, τα εκδίδουν σε βιβλίο και μετά το βιβλίο πουλάει σαν τρελό. Ένα καλό παράδειγμα είναι η Rupi Kaur. Το “Milk and honey” της πούλησε 1,5 εκατ. αντίτυπα.

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Διάφορα με τη μορφή ποίησης;

Χριστίνα Λιναρδάκη: Ακριβώς. Με τη μορφή ποίησης. Όχι ποίηση.

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Πάντοτε έλεγα πως, αν θέλει κάποιος να βρει απήχηση σε μεγαλύτερο κοινό, πρέπει να γράφει κλισέ. Αν δεν γράφει κλισέ, θα περιοριστεί σε λίγους αναγνώστες. Όταν γράφω ποιήματα, προσπαθώ να ενοχλήσω τους ανθρώπους, να τους κρατήσω σε αφύπνιση. Απευθύνομαι στους ανοιχτόμυαλους. Αν κάποιος δεν είναι ανοιχτόμυαλος, καλύτερα να μη με διαβάσει γιατί θα θυμώσει και θα απογοητευτεί.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Μου θυμίζετε έναν Έλληνα ποιητή, τον Αργύρη Χιόνη, που έγραψε ότι η ποίηση είναι σαν ζαχαρωμένο βότσαλο. Πάνω που γλυκαίνεσαι, σπας τα δόντια σου.

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Πρέπει να μου γράψετε το όνομά του, να τον ψάξω. Όπως σας είπα, δεν γνωρίζω πολλούς ποιητές μετά τη Βακαλό. Αλλά από ό,τι διαπιστώνω σε παγκόσμιο επίπεδο, οι γυναικείες φωνές αρχίζουν να γίνονται πιο δυνατές όσον αφορά την ποίηση. Οι γυναίκες θα γράψουν την ποίηση του μέλλοντος, γιατί στο παρελθόν η πλειονότητα των ποιητών ήταν άνδρες. Συμβαίνει και στην Κύπρο: σήμερα τα πιο δυνατά ποιήματα τα γράφουν γυναίκες. Το ίδιο συμβαίνει και στην Αγγλία. Και στην Ισλανδία. Επειδή, όταν οι γυναίκες είναι ελεύθερες, γράφουν καλύτερα από τους άνδρες.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Ώστε πιστεύετε στην ελευθερία των γυναικών; Σωστά, μου είπατε ότι είστε άθεος… Επομένως δεν είστε μουσουλμάνος. Ώστε, δεν θέλετε τις γυναίκες περιορισμένες;

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Τι;! Ελάτε τώρα… Πιστεύω στην ισότητα και την ελευθερία. Στην κοινωνία που ζω στην Κύπρο, έχω δει πώς ήταν καταπιεσμένες οι γυναίκες όλα αυτά τα χρόνια, χωρίς να μπορούν να εκφραστούν. Όταν μια ποιήτρια γράφει, κομίζει κάτι νέο στην ποίηση. Εμείς, οι άνδρες, πρέπει να μάθουμε από αυτήν. Οι γυναίκες έχουν διαφορετική οπτική. Κομίζουν τη νέα ποίηση και ειλικρινά το παρακολουθώ αυτό και το υποστηρίζω.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Έχετε ζήσει στην Κύπρο, την Τουρκία και την Αγγλία. Και τώρα είστε πίσω στην Κύπρο. Νιώθετε ποτέ άπατρις ή εκτοπισμένος;

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Ένιωθα έτσι πολύ καιρό πριν, γιατί δεν μπορούσα να επισκεφθώ το σπίτι ή το χωριό που γεννήθηκα, δεν μπορούσα να περάσω τα σύνορα. Και όλοι γύρω μου μιλούσαν γι’ αυτό: ο πατέρας μου, η μητέρα μου, ο παππούς μου, όλοι. Μετά, έφυγα από την Κύπρο και έζησα σε πολλά σπίτια, πολλά μέρη. Οι Κύπριοι είναι φανατικοί με το σπίτι τους: το σπίτι που ζούσαν και αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν. Όμως εγώ δεν είμαι φανατικός γιατί έχω πολλά σπίτια, πολλά σπιτικά. Και το σπίτι που γεννήθηκα είναι απλώς ένα από αυτά. Νομίζω ότι στην Κύπρο πρέπει να αλλάξουμε τη στάση μας για το τι σημαίνει σπίτι. Η Κύπρος είναι η πατρίδα μου. Δεν έχω άλλη πατρίδα, όμως έχω πολλά σπίτια. Μου λείπουν μερικές φορές, σίγουρα, αλλά είναι εντάξει.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Ο θάνατος είναι ένα επαναλαμβανόμενο θέμα στην ποίησή σας. Σας φοβίζει;

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Πιστεύω ότι η ποίηση υπάρχει εξαιτίας του θανάτου. Η τέχνη υπάρχει εξαιτίας του θανάτου. Ο θάνατος για μένα δεν είναι το τέλος της ζωής, είναι ένα κομμάτι της.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Ωστόσο δεν πιστεύετε στη μετά θάνατον ζωή.

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Όχι, πιστεύω ότι ο θάνατος είναι το τέλος. Τελεία. Όμως δεν έχω πρόβλημα με αυτό. Ξέρω πώς λειτουργεί η φύση. Ο φόβος του θανάτου μας κατέλαβε μετά τον μοντερνισμό: φοβηθήκαμε επειδή νομίζουμε πως γίναμε αθάνατοι ή επειδή ζούμε σαν να είμαστε αθάνατοι. Αλλά δεν είμαστε. Όσο με αφορά, ο θάνατος με κάνει να εστιάζω περισσότερο στη ζωή. Ο θάνατος είναι ταμπού, όμως μου αρέσει να γράφω για τα ταμπού. Σας είπα ότι επιζητώ να εκπλήσσω τους ανθρώπους και να τους ταράζω: την περασμένη βδομάδα μιλούσα με έναν φίλο μου βιβλιοπώλη και του είπα: “Στην κηδεία σου, ξέρεις, θα γίνει κοσμοσυρροή”. Και έπαθε σοκ: “Γιατί μου το λες αυτό;”. Του απάντησα: “Επειδή είσαι πολύ κοινωνικός και μιλάς με τόσο πολλούς ανθρώπους”. Πάντοτε θέλω να υπενθυμίζω στους ανθρώπους ότι υπάρχει θάνατος, οπότε ό,τι είναι να κάνεις, κάν’το τώρα. Μην το αναβάλλεις. Οπότε, είναι πολύ σημαντικό για μένα να γράφω για τον θάνατο και τη σχέση μου μαζί του. Όταν κάποιος φθάνει σε μεγάλη ηλικία και πεθαίνει, είναι φυσιολογικό, ακόμη κι αν είναι η μητέρα μας ή ο πατέρας μας, οι οποίοι θα μας λείψουν. Είναι η συμφωνία μας με τη ζωή.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Μια τελευταία ερώτηση: Πιστεύετε ότι η ευτυχία είναι εφικτή;

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Μα, ξέρετε, έχουμε πολλά συναισθήματα. Η ευτυχία είναι μόνο ένα από αυτά. Δεν είναι σκοπός μου να είμαι ευτυχισμένος. Ο Φίλιπ Λάρκιν, ένας Άγγλος ποιητής, έχει πει ότι η καλή ποίηση προέρχεται από τη δυστυχία. Δεν τον πιστεύω, γιατί μερικές φορές είμαι ευτυχισμένος και γράφω ποιήματα και οι άλλοι τα βρίσκουν εξίσου καλά. Σ’ αυτή τη ζωή, είμαστε ευτυχισμένοι τη μία στιγμή, δυστυχισμένοι την επόμενη, επειδή ακούσαμε κάτι στο μεταξύ ή επειδή συνέβη κάτι. Αλλάζει συνεχώς, δεν μένει το ίδιο. Και δεν καταλαβαίνω τους ανθρώπους που κυνηγούν την ευτυχία όλη την ώρα. Γιατί όταν την κυνηγάς, τη διώχνεις.

Αυτό όμως που είναι σκοπός μου, είναι η ειρήνη. Ειρήνη στον νου και τριγύρω μου. Η ειρήνη είναι πιο σημαντική για μένα από την ευτυχία. Αυτή με κάνει ευτυχισμένο τις περισσότερες φορές, άλλωστε.

*Αναδημοσίευση από το Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.com.au/2017/12/gurgenc-korkmazel.html

Kent MacCarter, The 2018 Event Horizon of Micro Press Poetry Publishing in Australia

An abridged version of this report,‘They will oxidise before you even finish reading’, first appeared in Overland 227. It is reproduced here with kind permission from the editor. It is an ur-follow-up to ‘Australian Print Poetry and the Small Press: Who’s Doing the Books?’ published in this journal in 2012.

I begin with cosmic censorship conjecture, a formally observed tête-à-tête that coils between astrophysicists whenever they get worked up over space and matter. Einstein’s theory of general relativity predicts that matter can cataclysmically implode to a state where a given density and the space-time curvature split towards infinite values. This is referred to as a singularity, and is, for our purposes, a distillation of how a black hole forms. If our sun were compressed to have a radius of 3 km, instead of its roomier 695,700 km, yet sporting the same oomph, then here we’d be. Extending out from a black hole’s near-unfathomably dense centre and extraordinary gravity is a finite volume of space that ends in an event horizon: a demarcation – a line in the cosmic sands – from which nothing inside can escape: rock, metal, Judas Priest, photons, alliteration, and so on. The closer that matter gets to a singularity, the more the laws of physics (as humans have defined them) fail, no longer compute, or completely dissipate. It has been proposed that a grip of physical governance must be afoot, defining how much this volume is and why it’s there at all. Hence … the conjecture.

Now, to superimpose my rudimentary take on astrophysics onto the heavens of Australian poetry, there have been a number of singularities – literary black holes, far from vacuous, and dense with the churning storms of career prestige and literary recognition – of late: John Kinsella’s The turnrow Anthology of Contemporary Australian Poetry; the Langford, Beveridge, Johnson and Musgrave firm’s Contemporary Australian Poetry; John Leonard’s The Puncher and Wattmann Anthology of Australian Poetry; Tracy Ryan and John Kinsella’s The Fremantle Press Anthology of Western Australian Poetry; annual tractor beams of Best Australian Poetry; the perplexingly unsung Contemporary Australian Feminist Poetry, edited by Bonny Cassidy and Jessica Wilkinson; and Cordite Publishing Inc.’s own 20 Poets. These are the tomes that Australia’s trade market masses will assume as benchmarks. No set of publishing laws govern them. Their commonality is that they are zeitgeist end zones – even if some of these publications suffer from hyperopia or are plainly myopic, their recent creation still necessitated creators to reverse engineer who were the special young poets in 1993, what was best-of in 2007, who was Wheat Belt – worthy and, ostensibly, why – that attempt to plot the wending trajectory of our national poetic at qualified intervals. They are the literary apotheoses – tumbling batteries of black holes and resultant event horizons – proffered by small press publishers. These anthologies have one lever of (literary) physics that matter does not: editors. Yes, this is an important variable. Yet, blithely, I set aside this distinction henceforth. To keep things simpler, I aggregate these anthologies into one meta-singularity, a cluster of literary black holes, for a primary reference point. Make no mistake, the gravity of these anthologies is required and important. How does their power pull on creative intention and professional function? Where does that begin, and in what format?

Continue reading