Από το διαδίκτυο στα Άπαντα του Γκαγκάν Μυτεράν – Διαβάζοντας Θεόδωρο Μπασιάκο

*Σημείωμα του Κόσκινου: Σαν σήμερα γεννήθηκε ο Θόδωρος Μπασιάκος. Εν είδει γενέθλιας ευχής αλλά και ως μνημόσυνο αναδημοσιεύουμε το παρόν που γράφτηκε από τον Σπύρο Παύλου.

Γνώρισα το ποιητικό έργο του Θεόδωρου Μπασιάκου, του Γκαγκάν Μυτεράν, τυχαία στο διαδίκτυο. Από τη στιγμή που τον συνάντησα περίμενα ανυπόμονα κάθε νέα του ανάρτηση.

Δυστυχώς στις 19 Ιουλίου 2020 ο Θεόδωρος Μπασιάκος φεύγει από τη ζωή. Η λύπη αβάσταχτη, αισθανόμουν την απώλειά του σαν να είχα χάσει ένα δικό μου άνθρωπο που με είχε συντροφεύσει στις αναγνωστικές περιπλανήσεις μου. Αυτό το συναίσθημα ήταν αποκαλυπτικό της επιρροής της ποίησής του πάνω μου, το ακατάλυτο τεκμήριο της επίδρασής του ως αναγνωστική επένδυση, αλλά και ως στάση ζωής, που δεν εφάρμοσα ποτέ, λόγω της κομφορμιστικής προδιάθεσης μου όσο και της ηλικιακής παρακμής μου.

Η εκδοτική παρουσία του όσο ζούσε ήταν ισχνή, διαβάζουμε στο εκδοτικό σημείωμα του βιβλίου. Δύο νεανικές αυτοεκδόσεις (σιωπηρά «αποκηρυγμένες» από τον ίδιο, τα 22 Ποιήματα (1982) και το Πολύ ευγενής (1985), μία «επίσημη» ποιητική συλλογή «Μαύρα Μάτια» (Πλανόδιον, 2006) και μια ηλεκτρονική έκδοση «Κούκου-Νιάου» (Ενδυμίων, 2017). Πέραν αυτών, μια σειρά από φωτοτυπημένες αυτοεκδόσεις σε εξαιρετικά περιορισμένο αριθμό αντιτύπων.

Ο Θεόδωρος Μπασιάκος, κατά δήλωσή του, είναι ένας «σουλατσαδόρος της ποίησης». Απελευθερωμένος υφολογικά, θεματικά και γλωσσικά από τις συμβάσεις της ποιητικής ομολογίας, δίχως όρια και περιορισμούς, αποκαθαρμένος από ποιητικούς λυρισμούς, λεκτικές ακροβασίες και συναισθηματισμούς, εικονοπλασίες και παραδοξότητες, εγκεφαλικούς «ποιητικούς» αιφνιδιασμούς, πεζοπορεί ποιητικά, ανιχνεύοντας τη ζωή. Δημιουργεί τον ποιητικό του κόσμο υπηρετώντας τη ζωή και όχι αντιστρόφως, όπως συμβαίνει κατά πλειοφηφία στον ποιητικό λόγο.

Αντισυμβατικός, αντιφατικός, «με γοητεύουν οι αντιφάσεις» γράφει, δίχως φιλοδοξίες και έπαρση. «Πόσο αγαπώ τους ανθρώπους όλους / όλη την ανθρωπότητα» αναγγέλλει τον ουμανισμό του στο ποίημά του “αγάπη”. Λιτός στις ανάγκες διαβίωσής του, «έχω τουτ’το δωμάτιο, ντιβάνι, το κρικρί, το ντιβάνι, το γραφειάκι μου για να γράφω και καλά είμαι έτσι· δεν χρειάζομαι πιότερα», ομολογεί στο ποίημα “μπασιάκ εναντίον μπασιάκ”, ένας «γεροφρήκ» που γράφει στίχους. Φανατικός πολέμιος της ιδιοκτησίας και της εργασίας, στρατευμένος ενάντια σε κάθε μορφής εξουσίας και των κατασταλτικών μηχανισμών της, των φασιστών, του παραλογισμού της λογικής, λάτρης της τζαζ, του Bob Dylan, των τσιγγάνικων βιολιών, του Καζαντζίδη και του Αγγελόπουλου, αλλά και του Πουλικάκου, του Ρεμπώ, του Χλέμπνικωφ, του Πρεβέρ, του Μπορίς Βιαν, του Σαρλώ, του Μακρή, των οδοκαθαριστών, της ρετσίνας, των γλεντζέδων και των σουρλουλούδων, εραστής των ηλιοβασιλεμάτων και του φεγγαριού, των γατιών και των λουλουδιών, της Κομμούνας και της Οκτωβριανής Επανάστασης.

Με γλώσσα καθημερινή και ανεπιτήδευτη στήνει το ποιητικό του σκηνικό, υπηρετώντας με ευλάβεια το αισθητικό και κοινωνικό του όραμα. Παράλληλα, βαθιά ερωτικός “supergirl”, σαρκαστικός και επικριτικός απέναντι στην ποιητική, πολιτική και ιδεολογική ευπείθεια, τους λογοτεχνικούς και φιλολογικούς κύκλους, συντονίζει το βήμα του με κοινωνικό όραμα της επανάστασης, δίνοντας στην ποίησή του κοινωνικό περιεχόμενο, όχι με μεγαλόστομες κραυγές, αλλά στοχεύοντας με απόλυτη ακρίβεια στις κοινωνικές ανισότητες – “εξι ποιήματα διαμαρτυρίας”.

Η ποίησή του είναι βαθύτατα ανθρωπιστική, άρα επαναστατική, δίχως τις επικαιροποιήσεις της στρατευμένης ποίησης, ανένταχτη και ανατρεπτική.

Στα πεζά του κείμενα, στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, που συμπληρώνουν την πολιτική, ιδεολογική, κοινωνική, αισθητική και ποιητική συγκρότηση γίνεται αρκετές φορές φλύαρος, επαναλαμβανόμενος, ώστε να κρίνεται περιττή η παρουσία κάποιων κειμένων που δεν προσφέρουν στην ολοκλήρωση της προσωπογραφίας του. Αλλά αυτό βεβαίως δεν βαρύνει το ποιητή, ο οποίος δεν γνωρίζουμε αν θα έδινε τη συγκατάθεσή του στη δημοσίευσή τους. Ο ποιητής δεν πρόλαβε να τακτοποιήσει το μεγάλο και χαώδες ποιητικό του έργο, εκτός από κάποιες αόριστες οδηγίες που είχε δώσει, πληροφορούμαστε στην εισαγωγή του βιβλίου, ώστε η κειμενική επιβάρυνση να οφείλεται στους επιμελητές της έκδοσης, αποδίδοντας στο αναγνωστικό κοινό ένα άνισο εκδοτικό αποτέλεσμα, σκοπεύοντας να παρουσιάσουν ακέραιο το έργο ποιητή.

«ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΜΠΑΣΙΑΚΟΣ γαγκάν μυτεράν Vivere Freakolosamente | ΑΠΑ(Ν)ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΕΖΑ» | εκδ. «ΠΑΝΟΠΤΙΚΟΝ», 2021

*Ο Σπύρος Παύλου γεννήθηκε πριν 61 χρόνια στην Αθήνα. Τώρα ζει και εργάζεται στην Ρόδο. Διατηρεί το blog «Άνθρωπος χωρίς ιδιότητες» από το 2007. Έχει δημοσιεύσει κείμενά μου στο περιοδικό «Δένδρο» πριν πολλά χρόνια, το 1981, στο εξαμηνιαίο περιοδικό «Ροδιακά Γράμματα», σε εφημερίδες της Ρόδου, πριν το 2000, και τα χρόνια του διαδικτύου στα περιοδικά «Φρέαρ», «Fractal», «Στάχτες», «Θράκα» (με ψευδώνυμο), και στο περιοδικό «Πλανόδιον», ανάμεσα στους νικητές του διαγωνισμού με θέμα «Δον Κιχώτης».

**Το παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε εδώ: https://1-2.gr/2022/02/01/apo-to-diadiktyo-sta-apanta-toy-gkagkan-myteran/?fbclid=IwAR3LrxC-Ndd4EMn9DEdqO7cOaOV4dsi8LIRugOj2-Yba7o4geD9gHt24mC4

Αντιγόνη Κεφαλά: μία κατ’ εξοχήν ποιήτρια της Διασποράς

ΕΛΕΝΗ ΝΙΚΑ*

Να βρούμε το μέτρο μας, ακριβώς,
όχι την ηχώ άλλων φωνών.

Αντιγόνη Κεφαλά, ‘Διψασμένος καιρός’, 1978
“Στη Ρουμανία μας λέγανε Έλληνες, στην Ελλάδα αλλοδαπούς και στην Αυστραλία πρόσφυγες”.

Με τα λόγια αυτά η Αντιγόνη Κεφαλά (σε συνέντευξη που έδωσε κατά τη διάρκεια επίσκεψής της στην Ελλάδα το 1990) εκφράζει την πικρία της για την κατάσταση του μετανάστη που ανήκει παντού και πουθενά. Η Αντιγόνη Κεφαλά είναι κατ’ εξοχήν κόρη της ευρείας ελληνικής Διασποράς. Γεννήθηκε στην Βράιλα της Ρουμανίας τη δεκαετία του 1930 από Έλληνες γονείς (καταγωγή του πατέρα από Μεσολόγγι και Μικρά Ασία, μητέρα από Ιθάκη). Στη Βράιλα έμεναν πολλοί Έλληνες, έμποροι και επιχειρηματίες, αλλά και πολλοί διανοούμενοι. Στην τελευταία κατηγορία ανήκε η οικογένεια της Αντιγόνης. Ο πατέρας της ήταν μουσικός, ο αδελφός της φοιτητής Μουσικής και η μητέρα της λάτρης της λογοτεχνίας. Η σοβιετική εισβολή μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο στην Ρουμανία ανάγκασε πολλά μέλη της σφριγηλής ελληνικής κοινότητας να ζητήσουν άσυλο στην Ελλάδα. Η οικογένεια Κεφαλά έφτασε εκεί το 1947, αφήνοντας όλα τα υπάρχοντά της στην Βράιλα. Στο Λαύριο καθώς και στον Πειραιά, όπου τους πρόσφερε άσυλο η Ελλάδα, παρέμεινε για τέσσερα χρόνια, περνώντας φοβερές δυσκολίες σε μια χώρα που μόλις έβγαινε από τα δεινά του πολέμου και ιδίως του εμφυλίου. Αρκετά από τα ποιήματα και πεζά της Κεφαλά αναφέρονται σ’ αυτά τα δύσκολα χρόνια στο Λαύριο. Τελικά, η οικογένεια αποφάσισε να μεταναστεύσει και η μόνη χώρα που τους δέχτηκε, λόγω ορισμένων προβλημάτων υγείας, ήταν η Νέα Ζηλανδία.

Η οικογένεια Κεφαλά βρέθηκε σε ένα τελείως διαφορετικό κόσμο από εκείνον της Ρουμανίας που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει απότομα. Οι γονείς και ο μεγαλύτερος αδελφός δούλεψαν σε εργοστάσια, εκτός από την Αντιγόνη που ως ανήλικη, έπρεπε να παρακολουθήσει Γυμνάσιο. Στη συνέχεια σπούδασε Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Wellington από όπου αποφοίτησε με πτυχίο Μάστερς. Όμως για μία ακόμη φορά αναγκάστηκε για προσωπικούς λόγους να φύγει και από τη Νέα Ζηλανδία και να εγκατασταθεί το1960 στο Σίδνεϊ όπου και διέμενε μέχρι τον θάνατό της. Διετέλεσε σύμβουλος στο Australian Council for the Arts (κρατικός οργανισμός για την προώθηση των Καλών Τεχνών). Το 1988, μετά από πολυετή υπηρεσία, συνταξιοδοτήθηκε και έκτοτε ασχολήθηκε αποκλειστικά με τη συγγραφή.

Δεδομένου ότι η οικογένεια της Αντιγόνης ασχολούνταν με τη μουσική και τα γράμματα, επόμενο ήταν η Αντιγόνη να στραφεί προς την ίδια κατεύθυνση. Οι σπουδές ήταν σε γλώσσες και λογοτεχνία. Γνώριζετέσσερις γλώσσες (Ρουμανικά, Γαλλικά, Ελληνικά και Αγγλικά), αλλά το λογοτεχνικό της έργο είναι γραμμένο μόνο στην Αγγλική διότι είναι η γλώσσα που κατέχει άπταιστα εφόσον έχει κάνει τις πανεπιστημιακές της σπουδές στα Αγγλικά και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της στο Σίδνεϊ. Η παρουσία της Αντιγόνης Κεφαλά στα αυστραλιανά γράμματα ίσως να είχε μείνει απαρατήρητη από την ελληνοαυστραλιανή κοινότητα εάν ο καθηγητής Γιώργος Καναράκης δεν είχε δημοσιεύσει τους καρπούς της έρευνάς του στο υπέρογκο βιβλίο του με τίτλο “Η λογοτεχνική παρουσία των Ελλήνων στην Αυστραλία” (Αθήνα 1985), και εν συνεχεία στην αγγλική γλώσσα, Greek Voices in Australia (ANU 1988). Τα δύο αυτά βιβλία αποδείχτηκαν καταλυτικά για την ραγδαία εξέλιξη της μελέτης και κριτικής της ελληνοαυστραλιανής λογοτεχνίας.

Σε κείνη ακριβώς την καμπή ήμουν κι εγώ τυχερή να βρεθώ, σπουδάζοντας Ελληνική και Αγγλική Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο Μελβούρνης. Οι συγκυρίες ήταν καταλυτικές και για μένα καθώς και για τον δρόμο που ακολούθησα αποφασίζοντας να ασχοληθώ με τη μελέτη της ελληνοαυστραλιανής λογοτεχνίας, ούτως ώστε οι σπουδές μου να συνδέονται με την πολυπολιτισμική κοινωνία. Και δεν ήμουν η μόνη. Μια σημαντική ομάδα πανεπιστημιακών και συγγραφέων έπαιξαν σπουδαίο ρόλο στην έρευνα, μελέτη, μετάφραση και διάδοση της ελληνοαυστραλιανής λογοτεχνίας.

Η Αντιγόνη Κεφαλά είναι μία από τις σημαντικότερες μορφές της διασπορικής λογοτεχνίας που γράφοντας στην αγγλική γλώσσα διευκόλυνε την πρόσβαση μη Ελλήνων κριτικών να ασχοληθούν με το έργο της. Ίσως η Αντιγόνη να μην είναι γνωστή στο ευρύ κοινό της παροικίας μας, της χρωστούμε όμως ευγνωμοσύνη που έκανε εμάς και τις μεταναστευτικές μας εμπειρίες γνωστές στο αγγλόφωνο κοινό.

Άρχισα αυτό το σημείωμα με το πρόβλημα του μετανάστη που ανήκει παντού και πουθενά. Τελειώνω με ένα πιο ενθαρρυντικό σχόλιο που είχα αναφέρει στο παρελθόν για την Kεφαλά. Αν και το έργο της δεν είναι κοινωνικός ρεαλισμός, συνδυάζει όμως την τέχνη με την ιστορία, απεικονίζοντας τα σπουδαιότερα φαινόμενα του εικοστού αιώνα: τον πόλεμο και την αναπόφευκτη προσφυγιά και μετανάστευση. Χωρίς να αναφέρει καν τις δύο αυτές λέξεις, η παρουσία τους είναι εμμέσως διάχυτη σε ολόκληρο το έργο της.

Ένας από τους κύριους λόγους που η προσφορά της στα γράμματα θα καταστεί ανεπανάληπτη είναι ότι κατάφερε να δημιουργήσει μια δική της φωνή και όχι να μιμηθεί τις φωνές άλλων (βλ. τους δύο στίχους του ποιήματός της στην αρχή αυτού του σημειώματος). Μια μοναδική φωνή που ως επί το πλείστον μόνο κάποιος εξωτερικός παρατηρητής (πρόσφυγας ή μετανάστης) μπορεί να εκφράσει με μεγαλύτερη αυθεντικότητα.

Σημ. Το παραπάνω άρθρο συμπεριλήφθηκε για πρώτη φορά στο ειδικό αφιέρωμα για την Αντιγόνη Κεφαλά σελ. 20-41, περιοδικό Αντίποδες (2018) και λόγω του ξαφνικού θανάτου της πρόσφατα.


*Η Ελένη Νίκα (πρώην Πανεπιστημιακός στο La Trobe University) είναι μεταφράστρια και εκδότρια ορισμένων από τα έργα της Αντιγόνης Κεφαλά σε δίγλωσσες εκδόσεις μέσω του οίκου της Owl Publishing.

Γιώτα Τεμπρίδου, για την Πατ Πάρκερ

Όταν άνοιξα το τεύχος δέκα του “Τεφλόν”, έμαθα την Πατ Πάρκερ. Όταν έμαθα την Πάρκερ, ανάσανα αλλιώς και ψήλωσα δυο πόντους. Όταν βλέπω ομοφοβικούς στο δρόμο, σκέφτομαι την Πατ Πάρκερ. Όταν πήγε η Ζωή στην Αμερική, της παράγγειλα Πάρκερ, αλλά δε μου την έφερε. Για την Πάρκερ μού έχουν μιλήσει η Ελένη και η Μαρίνα. Όταν ακούω τη φωνή της Γιώτας, μου έρχεται στο μυαλό η Πατ Πάρκερ: μας τη διάβασε κάποτε στους χώρους του εξεγερμένου απιθί. Η Ελένη, η Μαρίνα, η Ζωή, η Γιώτα κι εγώ αγαπάμε την Πατ Πάρκερ. Όλος ο κόσμος αγαπάει την Πάρκερ. Όλος ο κόσμος εκτός απ’ τους ρατσιστές, τους μισάνθρωπους, τους ομοφοβικούς αγαπάει την Πάρκερ. Όταν κουβεντιάζω με το σκύλο μου, θυμάμαι την Πατ Πάρκερ. Κι όταν πλησιάζουν τα γενέθλιά μου, θυμάμαι την Πάρκερ: η Ελένη μού έταξε μια εξαντλημένη μετάφρασή της στα ελληνικά, αλλά δε μου την έδωσε ακόμη. Ένα βράδυ στον ύπνο μου, ήρθε να με βρει η Πατ Πάρκερ. Στους αιώνες των αιώνων θα το θυμάμαι αυτό. Τη μετάφραση ελπίζω να μη χρειαστεί να την περιμένω τόσο.

*Από το βιβλίο “διαλεκτική” της Γιώτας Τεμπρίδου και του Χρήστου Κολτσίδα, που κυκλοφορεί από τις Ακυβέρνητες Πολιτείες.

Για τον ζωγράφο Μπασιάκo

Μαριάνθη Μαρκοπούλου*

Ας πω εδώ για τον ζωγράφο Μπασιάκo. Υπήρξε μια εποχή που σταμάτησε να γράφει, πήρε πινέλα και μπογιές, κι ό,τι έβρισκε πεταμένο στους δρόμους, τάβλες, σανίδια, τελάρα, χαρτόνια, τα μάζευε και τα ζωγράφιζε. Και όλο αυτό κάποτε το έφτιαξα μια ιστορία, ένα διηγηματάκι, του το διάβασα και του άρεσε∙ να μου το αφιερώσεις μου είπε, εννοείται του είπα, αλλά απέμεινε έτσι, ημιτελές, αλλά με την αφιέρωση επάνω.

Τέλος πάντων, η ιστορία μιλάει για μια γαλάζια μονοκατοικία από αυτές τις μικρές με το μωσαϊκό στο πάτωμα και γύψινα στα ταβάνια, με τη εξωτερική σιδερένια σκάλα σαν ελατήριο, που ξέμεινε ακατοίκητη σε μια γειτονιά με νεόδμητα. Μια φάλτσα νότα. Και ήρθε η ώρα της και αυτηνής, είναι η μέρα της κατεδάφισης, ο εργολάβος είναι ήδη εκεί, περιμένει, τα συνεργεία τον έχουν στήσει, αρχίζει να τριγυρνάει μέσα, ντενεκέδια και εφημερίδες κάτω από τα πόδια του, και για πρώτη φορά o εργολάβος, βλέπει, προσέχει μάλλον, τους ζωγραφισμένους τοίχους.

Γιατί η μονοκατοικία είναι από άκρη σε άκρη ζωγραφισμένη, δεν υπάρχει ούτε μια πιθαμή άδεια. Αλλού έντονα κόκκινα, πορτοκαλί, πράσινα, αλλού σκοτεινιές, λέξεις πεταμένες εδώ και εκεί, φόντα δαιδαλώδη, και ανάμεσα ουρανοί, καταιγίδες, τρένα, γάργαρα νερά, καραβάνια περιπλανώμενων, αλέες με αγάλματα∙ μια τοιχογραφία, όπου τα δίχτυα ψαρεύουν αστεράκια, οι γοργόνες ξεπροβάλουν στον καπνό της πίπας του μοναχικού ναύτη Ταπίνι, ο πεθαμένος καπνίζει ξαπλωτός μέσα στην κάσα του όσο μια χαρωπή πομπή τον συνοδεύει, ο βιολιτζής παίζει το βιολί του μόνος σε μια βουνοκορφή, ή συνοδεύοντας ως αερικό τους ερωτευμένους, το λεωφορείο χάνεται στο δάσος και έχει για συνοδηγό έναν γάιδαρο και για επιβάτες μια νύφη και μια τσιγγάνικη ορχήστρα, και ένα τραπέζι με κάθε λογής φαγητά, και ποτήρια που τσουγκρίζουν, και σύννεφα, (μπορεί να δούμε και την νιότη μας εκεί), περιπατητές, γάτες που λιάζονται στα καμπαναριά, μουστακαλήδες που βγαίνουν από λαγούμια, δημαγωγοί πάνω σε βαρέλια, κι ένα περιπλανώμενο τσίρκο με τους ακροβάτες του και – εννοείται – τρύπια τέντα. Ένα όργιο από λεπτομέρειες, από χαρωπές παρέες, από θλιμμένους μόνους, από μπουγάδες που στεγνώνουν στα βράχια, κι ένα ολόκληρο χωριό σε μια γιορτή και μικρές φωτιές, και κυκλικοί χοροί, και πρόσωπα, παντού πρόσωπα, με ανάγλυφα βλέμματα, με έντονες μύτες, με γραμμές άγριες σαν αρχαίου πολιτισμού κάποιου προϊστορικού σπηλαίου∙ κοίταζε απορημένος ο εργολάβος, ποιος μουρλός να τα ζωγράφισε όλα αυτά; Εμείς ξέρουμε ότι τα ζωγράφισε ο Μπασιάκος. Αυτός είναι ο ζωγράφος και αυτά τα έργα του.

Και όλο αυτό το μπασιακικό σύμπαν, οι μπασιακικοί κήποι μπαίνουν μέσα στο δισάκι του, αυτό που παίρνει μαζί του στα «μαύρα χώματα», μαζί με μια «φούχτα πάτριο ουρανό», τον δικό του αιώνα, εκεί που ορίζει την καταγωγή του, όπου τα γκρουπάκια κάνουν πρόβες και βγαίνουν οι μουσικές από τα υπόγεια να συγκλονίσουν τον περαστικό πιτσιρικά και να αλλάξει μεμιάς ο κόσμος του, όπου ένα ποίημα αρκεί να σου φέρει τα πάνω κάτω, όπου φυσάει αυτός ο αέρας από κινήματα που αλλάζουν τον κόσμο, αυτός ο αέρας που σε παίρνει και σε σηκώνει και αντί να είσαι η απάντηση, γίνεσαι εσύ η ερώτηση. Δεν πρόκειται για παράλληλο κόσμο. Είναι αυτός ο ίδιος ο κόσμος μέσα από τα μάτια του ποιητή, όσων ζουν ποιητικά και ας μην γράφουν ποιήματα. Όλα όσα θα έβαζε σε μια χρονοκάψουλα να τα βρουν οι αρχαιολόγοι του μέλλοντος ή εξωγήινοι πολιτισμοί. Εκεί, και οι πεινασμένοι αρτίστες στις σοφίτες της Μονμάρτρης, τα στέκια, το χειροποίητο, οι τρύπες, με τις παρέες που συναντιούνται τυχαία κάτω από το αθηναϊκό δείλι, τα καταγώγια, με τις μουσικές και τα διαβάσματα που μας καθόρισαν, την πατρίδα του, γιατί με τι άλλο τρέφεται ένας ποιητής; «Με βιβλία και σινεμά τρεφόμασταν τότε», όλα αυτά που συναντιέσαι μαζί τους και αλλάζεις για πάντα. Γιατί εμείς λέει, «ό,τι διαβάσαμε δεν το διαβάσαμε σαν φιλόλογοι». Μας καθόρισε, έγινε οδηγός, απαράβατος κανόνας. Γιατί εμείς, όπου αγαπάμε, αγαπάμε. Γιατί το να ζεις σαν ποιητής είναι βαθιά πολιτική πράξη. Όσο επαναστατικό είναι να μπορείς να παραμένεις άνθρωπος. Όπως και το κέρασμα είναι πολιτική πράξη, η αγάπη, η ευγένεια, το μοίρασμα, να βρίσκεις δρόμο, να κάνεις ειρήνη με τη φύση των πραγμάτων.

Σκέφτομαι συχνά, σε αυτή την διετία που λείπει, που ήταν τόσο γεμάτη με πρωτόγνωρα πράγματα, τι θα έλεγε, για όλα αυτά που ζήσαμε και ζούμε. Και σκέφτομαι ότι ίσως φεύγουμε από αυτό τον κόσμο επιλεκτικά, όταν παύουμε να τον αντέχουμε. Και δεν ξέρω τι θα άντεχε ο Μπασιάκος που δηλώνει ήδη εμιγκρές σε αυτό τον αιώνα, παρείσακτος σε μια απάνθρωπη φαινομενική τελειότητα, σε ένα κόσμο άσπιλο, πειθαρχημένο, χωρίς φάλτσα, χωρίς κακές λέξεις και χωρίς γέλιο, αυτή την τόσο επαναστατική πράξη, «το γέλιο που θα σας θάψει».

Στο μπασιακικό δάσος, ο άνθρωπος είναι ατελής, incorrect, παιδεύεται από τις αντιφάσεις του, μπορεί να κλάψει στον ώμο του πρώην μπάτσου που θα στον έστελνε στην Σιβηρία, να συγκινηθεί με την γκαρσόνα του σκυλάδικου που απαγγέλει στίχους, να ακολουθήσει τον κλέφτη τραυματία στα μπουζούκια, να ζήσει παρέα με τα πρεζάκια σε ένα ξενοδοχείο της Βάθης, να γίνει φίλος με τον απατεώνα παπά με το τίμιο ξύλο. Ο ίδιος ο Μπασιάκος είναι μια τίμια αντίφαση, ένας εργατικός ράθυμος, ένας σεβαστικός βλάσφημος. Τον ενδιαφέρουν οι άνθρωποι, γεμάτοι πάθη και λάθη, αρκεί να εντοπίσει πάνω τους την αυθεντικότητα, την ατόφια συγκίνηση. Και αυτό το εσωτερικό ρίγος είναι το δείγμα, ο θερμοστάτης που μετριέται η συναισθηματική και πνευματική υγεία, η ηθική του μπασιακικού σύμπαντος. Είναι το χέρι που βλέπει να τον χαιρετά μέσα από μια κλούβα και ξέρει ότι είναι άνθρωπος δικός του. Το δράμα των ανθρώπων και οι χαρά τους. Η ανεπιτήδευτη φύση των πλασμάτων, όπως κελαηδεί το κοτσύφι∙ το κοτσύφι παίζει στα γραπτά του, είναι ο οδηγός. Αν το μέτρο του ποιήματος είναι τα πόδια από τα δουλικά που τα κουνάνε νευρικά στο παγκάκι καπνίζοντας στο ρεπό τους, αν αυτό είναι ο ρυθμός, τότε το κοτσύφι είναι η μελωδία. Και αυτό είναι το τραγούδι του, ή καλύτερα το τραγούδισμα του. Δεν θα μιλήσω για τον Μπασιάκο τραγουδιστή, εκεί και αν έχουμε φάλτσα καταγεγραμμένα…

Κάπου γράφει «καπνίζω και δεν έχω καμία όρεξη να ονειροπολώ», και παρότι εύκολα παρερμηνεύεται ως παραίτηση είναι ακριβώς το αντίθετο. Είναι ένας ύμνος στην στιγμή. Ζήτω η ύπαρξη και ζήτω η θνητότις. Και ζήτω το δέος, εκεί που η ύπαρξη θεριεύει. Η ποίηση είναι το ξεροκόμματο που έχει στη τσέπη να τον κρατήσει ζωντανό ως την επόμενη, είτε μόνος βολοδέρνοντας ανάμεσα στους σπουργίτες είτε στο καμαράκι, όπως κι ο έρωτας, που με ένα «Θοδωρή», θα τον κρατήσει ζωντανό για μια βδομάδα ακόμα. Και αυτή την θνητότητα γλεντάει, όχι με γέλια και χαρές μόνο, αλλά με δάκρυ, «με το λυπητερό αλλά και το χαρούμενο πένθος».

Στην ιστορία μου κατεδαφίζεται το σπίτι. Και η παλιά μονοκατοικία, που πράγματι υπήρξε και που επικοινωνούσε με σταλαχτίτες και υπόγειες στοές, γκρεμίστηκε. Και ο εργολάβος, που ιδέα δεν έχει από παλίμψηστα και ψηφιδωτά, από το ετερόκλητο πλήθος, από την ιστορία που γράφουν οι ανώνυμοι, και που πάνω στο πρόσωπο του ενσαρκώνονται όλοι οι διαχρονικοί βάρβαροι, οι εχθροί της φυλής, δίνει μια και τα γκρεμίζει όλα. Μόνο ένα κομμάτι μπογιά βάζω να έχει κολλήσει στο δάχτυλο του, ένα ενοχλητικό ίχνος που δεν βγαίνει όσο και να το πλένει. Ένα τατουάζ πάνω στο αποτύπωμά του.
Από τα έργα του Μπασιάκου τα ζωγραφικά, ελάχιστα έχουν μείνει. Σκορπισμένα και αυτά σαν τους στίχους του∙ όπως ζωγράφιζε έτσι έγραφε, καθισμένος σε άβολη καρέκλα, με τη πλάτη στο βοριά. Αλλά αν οι εχθροί έχουν εκρηκτικά και μπάλες κατεδάφισης «το δικό μας παντοδύναμο όπλο, είναι η αλήθεια». Ή αλήθεια «που συγγενεύει με την αλητεία» από την αρχαία έννοια της περιπλάνησης. Ας την γκρεμίσουν την μονοκατοικία. Αυτό το πανηγύρι, μπήκε ξανά σε στίχους. Όλες οι εικόνες είναι εδώ. Αχαρτογράφητες. Με ερημιές και βροχές και βιολιά και μέθη, και ο μεγάλος ρεμβασμός, με απλωμένα απαραιτήτως τα ποδάρια, και ξέφραγα οικόπεδα, ποδαρόδρομοι και άσκοπη περιπλάνηση, και καφενεία λαϊκά, που μυρίζουν γκάζι και τηγανόλαδο ή που συχνάζουν οι περίεργοι τύποι του Λαπέζ Αζίλ, «τα καφενεία που χωρίς αυτά δεν θα υπήρχαμε», σε αυτή την περιβόητη «προσμονή του απρόσμενου», και σπεύδε βραδέως, και πείνα αλλά χλιδή για όλους, και ερωτευμένα αστεροσκοπεία, αυτοδίδακτοι, ανεπρόκοποι, γνωριμίες των κρατητηρίων, των παμπ και των χαμαιτυπίων, των μύθων της κεντρικής λεωφόρου, ο πολύχρωμος πλανήτης, «τούτη η γη των προλετάριων» που αγάπησε, εδώ που είπε ν’ αφήσει «τα αλήτικά του κόκκαλα».

Ό,τι έχει στο σακούλι του και κουβαλάει μαζί του, το έργο των αφανών της γης, όσων εργάστηκαν για το κέφι τους, μη παίρνοντας πίσω ούτε χρήμα ούτε δόξα. Αυτοί είναι οι ήρωες του και αυτούς θέλει να κληρονομήσει. Και όλα δένουν γλυκά, στο τακτοποιημένο χάος που παίζει στα δάχτυλα του. Μπορεί να το παίρνει αμπάριζα η μπουλντόζα, αλλά σιγά, το σπάει άμα λάχει και εθελοντικά, όπως σπάει τις κασέτες με τα τραγούδια που μάζεψε με τόσο κόπο στην τελευταία σκηνή από το Γκάτζο Ντίλο ο πρωταγωνιστής και ύστερα χορεύει στον τάφο τους, έναν χορό χωρίς μουσική, μόνος. Δεν έχει σημασία. Ειπώθηκε. Βιώθηκε. Μια τελετή για την αριστοκρατία των απόκληρων, όπως του Σαρλώ, η ευγένεια του αντιήρωα που δεν καταδέχεται να ζει παρά μόνο για να ζει. Τόσο ελεύθερος που να μπορεί να τα απαρνηθεί όλα. Γιατί «το ζητούμενο δεν είναι η ευτυχία. Το ζητούμενο είναι η ελευθερία», κι όποιος ζει μέσα στο ποίημα, στο ποίημα μέσα θα πεθαίνει. Μάλλον αξίζει τον κόπο.

*Το κείμενο μου για την παρουσίαση του Γκαγκάν Μυτεράν, Vivere Freakolosamente, στο Αγρίνιο, 25/11, στο βιβλιοπωλείο Αγαύη και την επομένη στην Πάτρα, στο βιβλιοπωλείο Nouveau.

**Ζωγραφιά: Μπασιάκ, αυτοπροσωπογραφία.

Η ποιήτριά μας Αντιγόνη Κεφαλά κερδίζει το Βραβείο Patrick White 

Μια ιστορική φωτογραφία, πριν αρκετά χρόνια στην Μελβούρνη. Από αριστερά, Ελένη Νίκα, Δημήτρης Τσαλουμάς και Αντιγόνη Κεφαλά

Είναι η δεύτερη φορά που το Βραβείο πηγαίνει σε Ελληνοαυστραλιανά χέρια

Η ανακοίνωση ότι η Ελληνοαυστραλή ποιήτρια Αντιγόνη Κεφαλά (Antigone Kefala) κέρδισε το φετινό Patrick White Award είναι κάτι το φανταστικό, αλλά και μια ιστορική στιγμή, όχι μόνο για την ελληνοαυστραλιανή λογοτεχνία, αλλά και γενικώς για την μεταναστευτική λογοτεχνία στην Αυστραλία, μιας και η Αντιγόνη Κεφαλά άξιζε και με το παραπάνω να τύχει αυτής της ύψιστης διάκρισης στα αυστραλιανά Γράμματα.


Το εν λόγω Βραβείο δημιουργήθηκε αφότου ο Patrick White κέρδισε το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1973, και απονέμεται κάθε χρόνο στον ή στην συγγραφέα που είναι άκρως δημιουργικός/ή για μια μακρά περίοδο και που αξίζει να του/της απονεμηθεί το εν λόγω Βραβείο.


Για μας τους Ελληνοαυστραλούς, η απονομή του φετινού Βραβείου στην Αντιγόνη Κεφαλά έχει μια ιδιαίτερη σημασία, μιας και η Αντιγόνη είναι από τους πλέον χαρακτηριστικούς εκπροσώπους αυτού που στην Αυστραλία ονομάζουμε μεταναστευτική λογοτεχνία.


Στην πρόσληψη του έργου της Αντιγόνης Κεφαλά από την ελληνοαυστραλιανή παροικία, σημαντικό ρόλο έπαιξε και η έκδοση τεσσάρων έργων της από το Owl Publishing, που διηύθυνε η πρώην ακαδημαϊκός και εκδότρια Ελένη Νίκα, η οποία πάντα διέκρινε την ανάγκη του να προωθηθεί το έργο προβεβλημένων λογοτεχνών μας πρωτίστως στην παροικία.


Η Ελένη Νίκα λοιπόν εξέδωσε τα παρακάτω βιβλία της Αντιγόνης Κεφαλά:

-Alexia: a tale for advanced children (αγγλικά και ελληνικά) (1995)

-Poems: a selection (αγγλικά και ελληνικά) (2000)

-The Island (αγγλικά, ελληνικά και γαλλικά) (2002)

-Max: the Confessions of a Cat (αγγλικά και ελληνικά) (2009)
Επίσης, το 2013, εκδόθηκε το βιβλίο “Antigone Kefala: a writer’s journey” υπό την ευθύνη των Βρασίδα Καραλή και Ελένης Νίκα.


Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο που πρέπει να τονισθεί είναι ότι το Βραβείο περνάει για δεύτερη φορά σε ελληνοαυστραλιανά χέρια, μιας και ο αείμνηστος Δημήτρης Τσαλουμάς το είχε κερδίσει το 1994.


Γεννημένη στην Μπράιλα της Ρουμανίας, η Κεφαλά έζησε από πολύ μικρή με την οικογένειά της την εμπειρία της προσφυγιάς, πρώτα στην Ελλάδα και μετέπειτα στη Νέα Ζηλανδία, ενώ στην Αυστραλία έφτασε μόνη της τον Δεκέμβριο του 1959, μια στιγμή που η ίδια έχει αποτυπώσει αρκετά έντονα στα βιβλία της.


Μια ποιήτρια η πρώτη γλώσσα της οποίας ήταν τα ρουμανικά, η δεύτερη τα γαλλικά και η τρίτη τα ελληνικά, άρχισε να κατακτά από την πρώτη στιγμή την τέταρτη γλώσσα της, τα αγγλικά, μια γλώσσα στην οποία έγραψε ολόκληρo το λογοτεχνικό της έργο, με το οποίο αναγνωρίσθηκε μιας και το 2017 κέρδισε ένα άλλο μεγάλο αυστραλιανό Βραβείο, το Judith Wright Calanthe Award, και τώρα κατακτά και το Patrick White, καθιστώντας την ως μια από τις πιο επιδραστικές ποιήτριες της χώρας.


Πέρα από τις συλλογές της, σημαντικότατο έργο κρίνεται και η τριλογία της, η οποία φανερώνει όχι μόνο τις πτυχές της ζωής και του έργου της, αλλά και τις απόψεις της για πρόσωπα και πράγματα και όχι κατ’ ανάγκη του χώρου της λογοτεχνίας, μια τριλογία η οποία αποτελείται από τα έργα Summer Visit (2003), Sydney Journals (2008) και Late Journals (2022), όλα από τις Giramondo Publishing.

PUBLISHED WORKS BY ANTIGONE KEFALA

Poetry

  • The Alien (Gargoyle Poets/Makar Press, 1973)
  • Thirsty Weather (Outback Press, 1978)
  • European Notebook (Hale & Iremonger, 1988)
  • Absence: new and selected poems (Hale & Iremonger, 1992, 1998)
  • Fragments (Giramondo, 2016)

Prose

  • The First Journey: two short novels (Wild and Woolley, 1975)
  • Alexia: a tale of two cultures (John Ferguson, 1984)
  • The Island (Hale & Iremonger, 1984)
  • Summer Visit: three novellas (Giramondo, 2002)
  • Sydney Journals: reflections 1970-2000 (Giramondo, 2008)
  • Late Journals (2000-2020) (Giramondo 2022)

In Greek translation (bilingual or trilingual editions)

  • Alexia: a tale for advanced children – English/Greek. Owl Publishing 1995
  • Poems: a selection – English/Greek. Owl Publishing, 2000
  • The Island – English/Greek/French. Owl Publishing, 2002
  • Max: the confessions of a cat – English-Greek. Owl Publishing, 2009

Awards

  • Poetry award: the 2017 Judith Wright Calanthe Award (State Library of Queensland Poetry Collection) for her most recent poetry book, Fragments.
  • Winner of the Patrick White Award (2022). This award is given to a writer who has been highly creative over a long period but has not necessarily received adequate recognition.

Also short-listed for her poetry collection Fragments:

  • the 2017 Prime Minister’s Awards
  • the 2017 NSW Premier’s Literary Awards
  • the 2017 John Bray Poetry Award (Adelaide Festival Awards for Literature)

Γιώτα Τεμπρίδου, «Σου γράφω πάλι από ανάγκη»: Η εξαιρετική περίπτωση της Παρβάνα Αμίρι

Παρβάνα Αμίρι, Ζωές σε αναστολή: Γράμματα στον κόσμο από τη Ριτσώνα, μτφ. Χρίστος Μάης, Ακυβέρνητες Πολιτείες, Θεσσαλονίκη 2021.

Η Παρβάνα Αμίρι, το κορίτσι με την άσπαστη πένα, είναι σήμερα δεκαεφτά ετών και ζει στην Ελλάδα[1]. Γεννήθηκε στο Αφγανιστάν, πέρασε από το Πακιστάν, το Ιράν και την Τουρκία, έζησε στη Μόρια και στη Ριτσώνα. Τη γνωρίσαμε όταν μας έγραψε μια σειρά από γράμματα, όχι στη μητρική της γλώσσα, αλλά στα αγγλικά. Την αποστολή των γραμμάτων, την κυκλοφορία τους στο ίντερνετ δηλαδή αλλά και τη μετάφρασή τους στα ελληνικά, ανέλαβε το δίκτυο Welcome to Europe. Αυτά έγιναν το 2020. Τη σκυτάλη πήραν μετά οι Ακυβέρνητες Πολιτείες, που φρόντισαν την έντυπη έκδοση των γραμμάτων της Παρβάνα Αμίρι Η πένα μου δεν σπάει, τα σύνορα είναι που θα σπάσουν: Γράμματα στον κόσμο από τη Μόρια. Τα δεκατέσσερα γράμματά της ανοίγουν με τα λόγια «μπες στη θέση μας», δυσπιστούν στα σύνορα και έχουν, νομίζω, αφυπνίσει αλλά και ενδυναμώσει ήδη πολλές από εμάς. Χαρακτηριστικό γνώρισμά τους είναι η έγνοια της Παρβάνα να δώσει φωνή σε όσο περισσότερες και περισσότερους μπορεί. Δεν μας προσφέρει έτσι την ιστορία μιας προσφύγισσας, αλλά πολλές προσφυγικές ιστορίες· ή πάλι: σκόρπιες στιγμές ενός συλλογικού βιώματος[2].

Και ενώ τα γράμματά της ταξιδεύουν ανά τον κόσμο (θα μεταφραστούν μάλιστα το επόμενο διάστημα στα ισπανικά), η Παρβάνα μεταφέρεται στο στρατόπεδο προσφύγων της Ριτσώνας. Στο ανήσυχο χέρι της συνεχίζει να έχει την πένα της, με αποτέλεσμα στην εκπνοή του 2021 να κυκλοφορήσει, από τις Ακυβέρνητες Πολιτείες ξανά, το δεύτερο βιβλίο της Ζωές σε αναστολή: Γράμματα στον κόσμο από τη Ριτσώνα. Γράφεται και αυτό στα αγγλικά, τη μετάφραση αναλαμβάνει ο Χρίστος Μάης αυτή τη φορά. Η Παρβάνα, που γνωρίζει πόση αξία έχει «να βοηθάς, να μοιράζεσαι, να δίνεις, να προσέχεις τις άλλες» (26), μας καλεί μέσα στο στρατόπεδο της Ριτσώνας τώρα, να δούμε με τα μάτια μας, να ακούσουμε με τα αυτιά μας, να γνωρίσουμε ανθρώπους που είναι σαν εμάς –μόνο πιο άτυχοι. Η έννοια των συνόρων συνεχίζει να την απασχολεί, στην εξίσωση μπαίνει όμως τώρα και μια παράμετρος ακόμα: η πανδημία.

Το καινούργιο βιβλίο της Παρβάνα Αμίρι ανοίγει με μια αγκαλιά, ένα βουνό, έναν ωκεανό, μια κοιλάδα, έναν γαλαξία και μερικά άστρα ευχαριστιών. Ακολουθεί ένα κείμενο-μανιφέστο με τίτλο «Ποιος είναι πρόσφυγας;». Οι πρόσφυγες είναι συνηθισμένα ανθρώπινα όντα: «το ορφανό παιδί, η ανύπαντρη μητέρα, οι ηλικιωμένοι γονείς, οι ευάλωτοι άνθρωποι, τα θύματα πολέμου»(12, 13), εξηγεί η Παρβάνα και μας προετοιμάζει για ό,τι έπεται. Έπεται η καταγραφή εμπειριών-πορειών: την πορεία προς την Ευρώπη ακολουθεί η πορεία προς το άσυλο, την ενσωμάτωση, την αξιοπρεπή ζωή. Έπεται η αφήγηση ιστοριών «αναμονής και υπομονής» (152), που είναι γεμάτες «διακρίσεις, ανισότητα, καταπίεση», αβεβαιότητα για το μέλλον (14). Είκοσι εφτά αριθμημένα γράμματα, το πρώτο από τα οποία γράφεται τον Μάρτιο του 2020.

Ήδη από το πρώτο αυτό γράμμα, «Η Ριτσώνα υπό τον CoVid-19», στο επίκεντρο τίθεται η πανδημία. Η πανδημία που βρίσκει τους πρόσφυγες συνωστισμένους, χωρίς ενημέρωση, χωρίς πόσιμο νερό. Τον κορωνοϊό αφορούν και τα αμέσως επόμενα γράμματα. Στο δεύτερο, «Έσπασε η αλυσίδα», ο ιός φτάνει στο στρατόπεδο. Το τρίτο απαντάει με διαύγεια στο ερώτημα «Τι μας διδάσκει ο κορωνοϊός;». Μας διδάσκει πολλά, ανάμεσα στα οποία και «τι σημαίνει να είσαι προσφύγισσα. Τι σημαίνει να είσαι ευάλωτη, να σε αγνοούν· να είσαι ζωντανή, αλλά κρυμμένη· ελεύθερη, αλλά σε φυλακή· με χιλιάδες λέξεις, χιλιάδες σκέψεις, αλλά υποχρεωμένη να παραμένεις σιωπηλή» (27). Το τέταρτο, «Δημόσια ασφάλεια ή μαζικός αφανισμός;», αφορά τη συνθήκη της καραντίνας. «Τι σημαίνει καραντίνα σε ένα στρατόπεδο προσφύγων» όμως; Μια υπεύθυνη απάντηση θα μπορούσε να δοθεί μόνο μέσα από ένα τέτοιο στρατόπεδο.

Βασικός άξονας του βιβλίου παραμένει βέβαια η ζωή των προσφύγων, η μοίρα των προσφυγισσών. Η Παρβάνα γράφει για όλα αυτά που τους λείπουν, την υποτίμηση που υφίστανται, τη ζημιά που έχουν υποστεί, την παραμέληση των παιδιών, την κατάθλιψη, τα ψυχολογικά προβλήματα μικρών και μεγάλων. Γράφει για χαμένες ελπίδες, ανυπέρβλητες δυσκολίες, τείχη γύρω από στρατόπεδα, φωνές που (δεν) φιμώνονται, παραβιάσεις δικαιωμάτων, μια ημέρα στη δουλειά, μια αυτοκτονία και μια συγκέντρωση διαμαρτυρίας, μια φωτιά και μια εκκένωση, έναν βιασμό. Γράφει για ζωές σε αναστολή.

Στην προσπάθειά της να είναι λεπτομερής και περιγραφική, μπαίνει σε ρόλο μάνας, πατέρα, γιαγιάς, παιδιού. Διατυπώνει ερωτήματα, αμφισβητεί, κατακεραυνώνει, διεκδικεί, απαιτεί: «Και μην παριστάνετε πως μας υποστηρίζετε φωτογραφίζοντάς μας και ανεβάζοντάς μας στο Facebook.» (53), «Θέλουμε τις γροθιές σας υψωμένες για εμάς, όχι εναντίον μας!» (56), «Θα έμενες σιωπηλός μπροστά σε αυτή την αθλιότητα;» (112), «Αγαπημένοι μου γονείς, θέλω να παραπονεθώ για τις πράξεις σας.» (105), «Αγαπητό Κράτος, δεν σε εμπιστευόμαστε!» (113), «Υποστηρίξτε μας. Σταθείτε αλληλέγγυες. Μην τους επιτρέψετε να μας απομονώσουν.» (117), «Απαιτούμε τα δικαιώματά μας σε αξιοπρεπή διαβίωση, αξιοπρεπή εργασία, αξιοπρεπή στέγαση, σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και εκπαίδευση.» (123).

Η Παρβάνα δίνει φωνή στη μικρή Rahela, που έχει μια τρύπα στην καρδιά, και στη μητέρα της που πασχίζει να τη σώσει. Σε μια εξηντάχρονη μάνα και γιαγιά, με άντρα θαμμένο στο Ιράν, αδέρφια θαμμένα στο Αφγανιστάν και γιο στη φυλακή. Σε μια παντρεμένη μητέρα που καταχωρείται ως ανύπαντρη επειδή το γραφείο ασύλου δεν αναγνωρίζει τον γάμο της. Σε έναν περήφανο αγρότη. Σε έναν δεκαεφτάχρονο που περνάει τις μέρες του στα κρεμμυδοχώραφα –κρεμμύδια ξεθάβει, όνειρα θάβει. Στη Farishta που μια πυρκαγιά τη φέρνει για λίγο από τη Μαλακάσα στη Ριτσώνα. Σε μια δεκαπεντάχρονη που τη βιάζει ένας φίλος της. Σε έναν ξεριζωμένο Αφγανό πατέρα. Και σε άλλες και άλλους. Από τις σελίδες του βιβλίου της περνάνε λαθρέμποροι που τάζουν, αστυνομικές δυνάμεις που δεν βοηθούν, δεξιές ομάδες που επιτίθενται, αρχές που υπόσχονται και εύκολα ξεχνούν. Η προσοχή της όμως είναι στραμμένη στους με κάθε τρόπο πληγωμένους, στις γυναίκες που έχουν υποστεί κάθε λογής βία από οικείους και ξένους, σε αγόρια και κορίτσια που μεγαλώνουν περιστοιχισμένα από απειλές, σε τόπους ξεχασμένους.

Είκοσι εφτά γράμματα μετά, η Παρβάνα γράφει έναν «Αποχαιρετισμό στη Ριτσώνα»: Στην κατακλείδα της αποχαιρετά τη Ριτσώνα, που «δεν ήταν ποτέ ένα απλό στρατόπεδο» (171). Την αποχαιρετά, παίρνοντας την πένα της μαζί, γνωρίζοντας πως «υπάρχουν κι άλλες ιστορίες που πρέπει να ειπωθούν κι άλλες λέξεις που πρέπει να γραφτούν» (167). Καταγράφει πράγματα που θα της λείψουν· θα της λείψουν άνθρωποι, αισθήσεις και στιγμές. Εικόνες και αναμνήσεις που θα πάρει μαζί: «Ποτέ δεν θα ξεχάσω» (169). Καταλήγει στη δήλωση (που είναι και υπόσχεση μαζί) πως «το ταξίδι και ο αγώνας συνεχίζονται» (171). Πρόκειται πάντα για έναν αγώνα συλλογικό. Η Παρβάνα δεν παλεύει για το δικό της μόνο μέλλον αλλά και για πολλών ακόμα παιδιών, εφήβων, ανθρώπων, γυναικών.

Την έκδοση πλαισιώνει ένα επίμετρο του Γιώργου Σπυρόπουλου, που είναι μέλος της συνέλευσης Stop War on Migrants. Η ανάγνωση του βιβλίου μάς αφήνει με ένα μούδιασμα, κάτω από το οποίο είναι κάτι άλλο που εκκολάπτεται –μια διάχυτη αίσθηση θάρρους. «Θάρρος είναι να μπαίνεις στη θέση αυτών που επιζητούν τα δικαιώματά τους ανά τον κόσμο» (41), γράφει η Παρβάνα. Η Παρβάνα που μας ζητά επίμονα «μαζί να παλέψουμε για το κοινό μας καλό» (123). Η Παρβάνα που δεν εφησυχάζει –επισκέπτεται στρατόπεδα προσφύγων, παίρνει μικρόφωνα, καλεί σε διαμαρτυρίες· παρατηρεί, σκέφτεται, αντιδρά και γράφει.

Η Παρβάνα που επιλέγει να μην πορεύεται μόνη. Με την ολοκλήρωση του βιβλίου της, λέει «και τώρα η σειρά σας», ανεβάζει δυο πιθανούς τίτλους στο Facebook και συζητάει γνώμες και προτάσεις γνωστών και αγνώστων. Η Παρβάνα που σε κοιτάει και με αγωνία σε ρωτάει πώς σου φάνηκε το βιβλίο της: «Τι θα μπορούσα να αλλάξω;». Δεν συγκρατεί τον ενθουσιασμό της όταν ακούει πως πολλές περιμένουν να τη γνωρίσουν στην παρουσίασή της. Η Παρβάνα που, με αγωνία ξανά, ρωτάει «και τα ποιήματα;» και εγώ που τότε μόνο πληροφορούμαι πως γράφει και ποιήματα –ετοιμάζονται από τις Ακυβέρνητες Πολιτείες και αυτά[3]. Η Παρβάνα με δυο βιβλία-βόμβες στο ενεργητικό της και εγώ που ξεκίνησα να γράφω για μια έκδοση που θεωρώ τόσο σημαντική και διαπίστωσα πως θα ήταν καλύτερα όλα μόνη της να μας τα πει.

Η Παρβάνα· και δίπλα της εμείς.

*Επειδή δεν μπορεί να αποτελεί η γνώση της ελληνικής προϋπόθεση για να συναντηθείτε με την (εξόχως συμπεριληπτική) Παρβάνα Αμίρι, ακολουθεί η μετάφραση του κειμένου στα αγγλικά από τη Λία Γυιόκα.

Writing Out of Need: The Exceptional Case of Parwana Amiri

Parwana Amiri, Suspended lives: Letters to the World from Ritsona, translated by Christos Mais, Akyvernetes Politeies, Thessaloniki 2021.

Parwana Amiri, the girl with the unbreakable pen, is now seventeen and lives in Greece.[4] Born in Afghanistan, she passed through Pakistan, Iran and Turkey, lived in Moria and Ritsona. We first met her through her letters. She wrote and published them in English, not in her native language. The Welcome to Europe Network immediately undertook their translation into Greek, as well as their online publication and distribution, in 2020. The baton was then passed to the Akyvernetes Politeies Editions, that took care of publishing Parwana Amiri’s fourteen letters in book form:My Pen Won’t Break, but Borders Will: Letters to the world from Moria. Her fundamental distrust in the borders is captured in the introductory words: “Put yourself in our place”. They have awakened and strengthened many of us already. The epistles are marked by Parwana’s constant concern to give voice to as many as possible. They do not offer us the story of one refugee, but of several; or, one might even say, they are scattered instances of a collective experience.[5]

And while her letters were travelling around the world (they are currently being translated into Spanish), Parwana was transferred to the Ritsona refugee camp. Her restless hand clung tightly to the pen, and by the end of 2021 she had produced her second book, to be published again by Akyvernetes Politeies: Lives in Suspension: Letters to the World from Ritsona. The text was again written in English, and this time was translated into Greek by Christos Mais. In this book, fully aware of the value of “helping, sharing, giving, caring for others” (26), Parwana invites us straight into the Ritsona camp, and urges us to look at with our own eyes, listen to with our own ears, and meet in person, humans who are just like us, only more unlucky. The issue of borders continues to pervade her writing, yet a new parameter enters the equation: the CoVid pandemic.

Parwana Amiri’s new book opens with a wide embrace, a mountain, an ocean, a valley, a galaxy and a handful of thanksgiving stars. There follows a manifesto-like passage asking “who is a refugee?”. Refugees are ordinary human beings: “an orphan child, a single mother, elderly parents, vulnerable people, victims of wars” (12, 13). Parwana explains and prepares us for what is in order. First, she presents accounts of personal experiences / itineraries: the journey to Europe is followed by the journey through asylum procedures, towards integration, towards a dignified life. After that comes the telling of “stories of waiting and patience” (152), full of “discrimination, inequality, oppression”, full of uncertainty about the future (14). All in all, the volume hosts twenty-seven numbered letters, the first of which dates from March 2020.

Already in her first letter, entitled “Ritsona under CoVid-19”, the pandemic comes to the fore. CoVid finds refugees crammed inside detention camps, with no information, and no drinking water. The next few letters are also about the corona virus. In the second one, “the chain breaks” and the virus reaches the camp. The third offers a lucid response to the question “What does the coronavirus teach us?”. It teaches us a lot, including “what it means to be a refugee. What does it mean to be vulnerable, to be ignored; to be alive but hidden; free but in prison; with a thousand words, a thousand thoughts, but obliged to remain silent” (27). The fourth, “Public security or mass destruction?”, discusses the conditions of quarantine. “What does it mean to be quarantined in a refugee camp?”. The only responsible answer can come from inside a refugee camp.

The main axis of the book is naturally the life of refugees, the fate of refugee women. Parwana writes about all those things they lack, the devaluation they face, the damage they have suffered, the neglect of children, depression, the psychological problems affecting young and old alike. She writes about lost hopes, insurmountable difficulties, walls around camps, voices (not) silenced, rights violations, a day at work, a suicide, a protest, a fire, evacuation, rape. She actually writes about lives in suspension.

In her effort to be thorough and descriptive, she takes up the role of mother, father, grandmother, child. She asks questions, argues, explodes, exclaims, demands: “And do not pretend you support us by taking our picture and uploading it on Facebook.” (53), “We need your fists raised for us, not against us!” (56), “Would you remain silent in the face of this misery?” (112), “My dear parents, I would like to complain about your actions.” (105), “Dear State, we do not trust you!” (113), “Support us. Stand in solidarity with us. Do not let them isolate us.” (117), “We demand our rights to a decent life, a decent job, a decent home, our rights to healthcare and education.” (123).

Parwana lends her voice to young Rahela, who has a hole in her heart, and to her mother who is struggling to save her. She speaks for a sixty-year-old mother and grandmother, with a husband buried in Iran, brothers buried in Afghanistan and a son in prison. For a married mother who gets registered as unmarried because the asylum office does not recognize her marriage. She speaks for a proud farmer. For a seventeen-year-old who spends his days in the onion fields – digging up onions, burying his dreams in the soil. She speaks for Farishta, who will briefly come to Ritsona after a fire breaks out in Malakasa. For a fifteen-year-old girl who gets raped by a friend. For an uprooted Afghan father. For more and more people. Smugglers who offer promises, police officers who do not offer help, right-wing groups that launch attacks, authorities that easily forget their duties. Yet her focus remains on the wounded, on the women who have suffered all kinds of violence by relatives and strangers, on the boys and girls who grow up amidst all kinds of threats, in places abandoned and forgotten.

Twenty-seven letters into the book, Parwana writes a “Farewell to Ritsona”: At the end she says goodbye to Ritsona, which “was always more than just a refugee camp” (171). She bids farewell to the camp, packing her pen with her, knowing that “there are more stories to be told and more words to be written” (167). She tries to record what she is going to miss; she will miss people, senses, moments. With her she will carry images and memories: “I will never forget” (169). She concludes with the statement (which is also a promise) that “the journey and the struggle shall go on” (171). It is always a collective struggle. Parwana is not fighting for her own future only, she is fighting for many more children, teenagers, humans, women.

The volume closes with an afterword by George Spyropoulos, a member of the Stop War on Migrants assembly. Reading the book leaves us with a certain numbness, yet beneath it looms a pervasive sense of courage. “Courageis to try putting yourself in the place of those who demand their rights around the world” (41), Parwana writes. Parwana insists on “fighting together for the common good” (123). Parwana is not complacent – she visits refugee camps, picks up the mike, calls for protests and mobilizes; she observes, she thinks, she reacts. She writes.

Parwana chooses not to walk alone. At the end of her book, she writes: “now it’s your turn”. She uploads two possible titles on Facebook and discusses opinions and suggestions with friends and strangers. Parwana looks at me and anxiously asks me what I thought of her book: “Do you think I should change something?”. She does not contain her excitement upon hearing about the people lining up to meet her at her presentation. Parwana, anxiously again, asks “and what about the poems?” and that is when it first strikes me that she also writes poems (a volume with her poetry is currently being prepared by Akyvernetes Politeies).[6] Parwana has delivered to us two explosive volumes and me, I started writing this note on a book I feel is so important, only to realize it would have been so much better all along if she had done all the talking herself.

This is Parwana. And this is us, right by her side.

[1] Όσο γράφω αυτές τις αράδες, είναι δεκαεφτά και βρίσκεται ακόμα στην Ελλάδα. Όταν τις διαβάζετε, θα έχει μεγαλώσει λίγο και πιθανότατα θα είναι κάπου αλλού.

[2] Μια παρουσίαση του βιβλίου αυτού, που έγινε στο πλαίσιο του 10ου Ελευθεριακού Φεστιβάλ Βιβλίου Θεσσαλονίκης, με τη συμμετοχή της Παρβάνα Αμίρι, του Γιώργου Σπυρόπουλου και της Λίας Γυιόκα που ανέλαβε τη διερμηνεία, μπορείτε να ακούσετε εδώ: https://www.1431am.org/audio/recorded-events/2021/10/05/i-pena-moy-den-spaei-ta-synora-einai-poy-tha/. Την Παρβάνα μπορείτε, αν θέλετε, να τη γνωρίσετε καλύτερα μέσα από συνεντεύξεις που έχει δώσει. Παραπέμπω ενδεικτικά σε δύο από αυτές, στη Μαρία Λούκα και στη Σταυρούλα Πουλημένη, αντίστοιχα: https://popaganda.gr/art/i-parwana-ena-genneo-koritsi-apo-to-afganistan-grafi-gia-ta-ratsistika-sirmatoplegmata-tou-ellinikou-kratous/ (22.6.21), https://alterthess.gr/parvana-amiri-ntopioi-kai-metanastes-na-spasoyme-ta-metaxy-mas-synora/ (13.10.21).

[3] Όσο τα περιμένουμε, αποκλείεται να χάσουμε αν διαβάσουμε τις ιστορίες και άλλων προσφυγισσών. Προτείνω οπωσδήποτε το τρίγλωσσο (ελληνικά, αγγλικά, φαρσί) βιβλίο τής (επίσης δεκαεφτάχρονης Αφγανής) Μπεναζίρ Χοσσαϊνί Η καινούργια μου ζωή, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις των ξένων.

[4] By the time these words reach you, Parwana has probably grown a little older and has left Greece.

[5] Link to the book presentation by Parwana herself at the 10th Libertarian Book Festival: https://www.1431am.org/audio/recorded-events/2021/10/05/i-pena-moy-den-spaei-ta-synora-einai-poy-tha/. Links to two (of many) interviews she has given (to Maria Louka and to Stavroula Poulimeni respectively): https://popaganda.gr/art/i-parwana-ena-genneo-koritsi-apo-to-afganistan-grafi-gia-ta-ratsistika-sirmatoplegmata-tou-ellinikou-kratous/ (22/06/21), https://alterthess.gr/parvana-amiri-ntopioi-kai-metanastes-na-spasoyme-ta-metaxy-mas-synora/ (13/10/21).

[6] Meanwhile, there is definitely no harm in reading the stories of other refugee girls. I fully recommend My New Life, written by Benazir Hossaini (also seventeen and also from Afghanistan), and published in three languages (Farsi, Greek and English) by the Editions des Etrangers.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://mag.frear.gr/soy-grafo-pali-apo-anagki-i-exairetiki-periptosi-tis-parvana-amiri/?fbclid=IwAR03wcTGbeQM-rX4eUDotMuDl-oCNm0F7FsGY44IcMYJDgoJfy_s-3oHlFg

Κριτικό σημείωμα για την ποιητική συλλογή, “Σαλός Μαγνήτης” της Ρωξάνης Νικολάου

Γράφει ο Αναστάσης Πισσούριος*

Μια κριτική σ’ ένα λογοτεχνικό έργο έχει χρέος να γίνεται πρωτίστως με σεβασμό προς το έργο. Κατά δεύτερον, επιτάσσεται η απαραίτητη προσοχή ώστε να μην κυριαρχήσει το συναίσθημα έναντι της κριτικής ανάλυσης. Κατά συνέπεια, ο ίδιος ο κριτικός επιβάλλεται να υπαγορεύει στην κριτική του να βρίσκεται με συνέπεια όχι κάπου αλλού αλλά πάντοτε εκεί, μπροστά στα μάτια του αναγνώστη. Θα μπορούσα πολύ εύκολα να επιλέξω μια ποιητική συλλογή – για παράδειγμα τη συλλογή Σαλός Μαγνήτης της Ρωξάνης Νικολάου (εκδόσεις Φαρφουλάς 2022) και να τοποθετηθώ για το συγκεκριμένο έργο με διάφορα κοσμητικά επίθετα, μ’ εντυπωσιακές ποιητικές εκφράσεις, με συναισθηματικά φορτισμένες λέξεις ή και με τη συνήθη πομπώδη χρήση του λόγου. Αντί αυτού, η συγκεκριμένη κριτική – και δη η κριτική εν γένει – είναι επιβεβλημένο να πιέζει το λογοτεχνικό έργο – για παράδειγμα εδώ τα ποιήματα της Νικολάου – στη μέγγενη και στη βάσανο του κριτικού ελέγχου. Το κατάλοιπο αυτής της εξαντλητικής πίεσης δεν μπορεί να μην το βαραίνει το θραύσμα της πολιτικά ιστορικής θέσης του εκάστοτε δημιουργήματος. Ο εντοπισμός της αλήθειας ενός λογοτεχνικού έργου δεν συνίσταται βέβαια στην επικαιροποίησή του αλλά στην ανάδειξη της σχέσης του με την καθολικότητα της πολιτικής του ύπαρξης. Η ποιητική συλλογή της Νικολάου για παράδειγμα ενδείκνυται για την πολιτική της ποιητική οντολογία. Είναι προφανές ότι τα ποιήματά της δεν συγκροτούν συνθηματικό λόγο ούτε βέβαια ρομαντικό κομεντί μονόλογο. Ένα αξιόλογο στοιχείο στην ποίηση της, το οποίο αφήνει χώρο για να λειτουργήσει το πολιτικό στοιχείο, έγκειται στην χώνευση των νοημάτων, στην επεξεργασία τους και τελικά στην προσφορά τους στον αναγνώστη ως ποίηση. Η επίτευξη της ποιητικής της εργασίας απαιτεί τον χώρο μιας πραγματικότητας, πέρα δηλαδή από γλωσσικά εφέ και συγκινησιακές, μεταφυσικού τύπου, επικαλύψεις. Στη συγκεκριμένη συλλογή, Σαλός Μαγνήτης η ποιήτρια καθιστά αναγκαία τη συνθήκη της χώρας της. Με άλλα λόγια, τα ποιήματα της συλλογής λειτουργούν ως αποκωδικοποιητές του κατεσταλμένου οικείου. Η ποιήτρια εκμυστηρεύεται όχι τα δικά της μυστικά αλλά της πατρίδας της. Η γυμνή και κρύα χώρα παραμένει ενεργή παρουσία στη συλλογή, απαλλαγμένη από τις εξαρτήσεις της μητρόπολης.


Στο ποίημα Μια κοπέλα που την έλεγαν Πέτρα, διακρίνει κανείς αυτήν ακριβώς την μοιραία παρουσία της πατρίδας, όχι ασφαλώς ως κάτι που αποσπάται από την ύπαρξη αλλά ως κάτι που την καθορίζει ως πολιτικό ον· ως, δηλαδή, «σάρκα ψυχής»:

«πως έριχνα μαύρη πέτρα
στην πατρίδα
κι εξουθενωμένη
από τη νοσταλγία έφτανα
σ’ ένα café του Μονάχου

και τη μαύρη πέτρα
σκέπασαν βρύα
κι η μαύρη πέτρα
που τη σκέπασαν βρύα
έγινε η σάρκα της ψυχής.»

Ο «σαλός μαγνήτης» της Ρωξάνης είναι ο ίδιος ύπαρξη και δη πολιτική ύπαρξη. Είναι ο σαλός μαγνήτης ο οποίος:

«Έσωσε λίγη γη απ’ τα δόντια τους και μέσα της κοιμήθηκε.
Στυλώνει με τα οστά του ανήκουστη μουσική.»

Είναι ο σαλός μαγνήτης η συνείδηση εκείνη που κρατάει «σπαθί από αίμα και λάσπη (αίμα και όνειρο)». Η πρωτοτυπία της ποιητικής δημιουργίας της Νικολάου μεταξύ άλλων συγχρόνων της, που υποτάσσονται στην ασφάλεια του συμβιβασμού, έγκειται στο γεγονός ότι αυτή η συνείδηση δεν είναι δανεισμένη, ούτε ντυμένη με την καθαρότητα της ιστορίας και την αποκρυσταλλωμένη της μορφή. Αυτή η ιστορική συνείδηση βρίσκεται κατά την ποιήτρια κατάχαμα, χάμω, στο πάτωμα και πάνω στις πέτρες:

«Τις πέτρες φτιάχνω για τα χαλάσματά μου που όμορφα
θα σκορπιστούν μες στ’ αγριόχορτα και τις τσουκνίδες
δεν γράφω ποιήματα.»

Και βέβαια γράφει ποιήματα αλλά και βέβαια δε γράφει. Η γλώσσα-έρημος δεν της ανήκει:

«ένα τραυλό παιδί κλωτσάει
την πέτρα της γλώσσας του:
«η έρημος που μας ενώνει
η έρημος που μας χωρίζει
η έρημος που μας καταπίνει».

(Όλα θα τ’ αγαπήσει ο καιρός)

Αυτή η συνείδηση κείται μακράν τους φωτός, ακόμα αναπνέει με πείσμα μόνο χώμα:

«Αντιγράφω τα λόγια της βρύσης σου: «αφότου έφυγες
στέκω των ερειπίων μπάστακας, νερό δεν έτρεξα ξανά
μόνο χώμα».»

Εναποθέτει τις δυνάμεις στον αγώνα για την αιώνια ήττα. Δεν υπάρχει νικηφόρα έκβαση στην ποίηση της Ρωξάνης· γι’ αυτό και δεν χρειάζεται ψόφιους ήρωες:

«ΘΥΜΗΣΟΥ ΟΠΟΙΑ ΩΡΑ ΚΑΙ ΝΑ ‘ΝΑΙ ΠΩΣ ΔΕΝ ΔΙΑΣΎΡΟΥΜΕ ΤΟ ΧΩΜΑ ΜΑΣ
Βάζω τ’ αφτί μου στην κοιλιά της γης.
Ένα καρφί γυρνά μες στην καρδιά μου
χύνεται ακόμα αίμα
κι αυτή γεννάει όλο γεννάει.»

Αφού πια δεν υπάρχουν μυστικά, η συνείδηση σπασμένη και σπαρμένη σαν το χώμα της πατρίδας της, δημιουργεί την ίδια την πατρίδα ή το παγωμένο δέρμα της ύπαρξης όπως τιτλοφορείται το ακόλουθο ποίημα:

«Φορά παράταιρα ρούχα. Στο χέρι του
κρατά πουρόπετρα του Μάμμαρι.
Παραμιλά για τα δέντρα του που έπαθαν
άνοια και κατάθλιψη που ούτε τα πουλιά
δεν τα πλησιάζουν πια,
για τον παμπάλαιο αέρα του τόπου
που κλείστηκε κι εκείνος στον εαυτό του
αφού πρώτα είπε: «αφήστε με να κοιμηθώ,
να κουρνιάσω στ’ αγαπημένο χώμα,
το άθλιο εμπόριο να ξεχάσω.»

Τέλος, αν στη συλλογή Ψαλιδιστής (εκδόσεις Τεχνοδρόμιον 2018) ξεκινάει η σύνθεση του προσώπου – του σπασμένου πάντα προσώπου:

«Συνθέτω ένα σπασμένο πρόσωπο.
Αυτό το σπασμένο πρόσωπο…»

(Παραμύθι)

τότε στο Σαλός Μαγνήτης επιτελείται μια σύνθεση της πολιτικής συνείδησης του τόπου, του Κυπριακού τόπου, του τόπου εκείνου που ακόμα δεν υπάρχει, που ακόμα τρώει χώμα και μαγνητίζει «σκουπιδάκια και χνούδια του αέρα» κι αγωνίζεται να παραμείνει σαλός αλλά «ΟΧΙ ΓΙ’ ΑΥΤΟΥΣ»

«ΑΝ ΗΤΑΝ ΝΑ ΓΙΝΩ ΣΑΛΟΣ ΜΑΓΝΗΤΗΣ ΘΕΕ
ΜΟΥ ΓΙΑ ΤΑ ΣΚΟΥΠΙΔΑΚΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΧΝΟΥΔΙΑ ΤΟΥ
ΑΕΡΑ ΟΧΙ ΓΙ’ ΑΥΤΟΥΣ»

*Από το https://www.monocleread.gr

Παίζουμε ένα ποίημα;

Του Βασίλη Λαμπρόπουλου*

Ένα ποίημα για τη νύχτα
Μπαλάντα για τους ποιητές που πέθαναν νέοι
«26», Ανατομία
Παίζουμε ένα ποίημα;

Συγ­γρα­φείς, ανα­γνώ­στες και κρι­τι­κοί μπο­ρούν να παί­ξουν, μα­ζί ή μό­νοι, ένα ποί­η­μα με δια­φο­ρε­τι­κούς τρό­πους, σαν παι­χνί­δι, όρ­γα­νο, θέ­α­τρο, στοί­χη­μα, παρ­τι­τού­ρα. Η τα­κτι­κή αυ­τή στή­λη παί­ζει κά­θε φο­ρά ένα πρό­σφα­το ελ­λη­νό­γλωσ­σο ποί­η­μα, για να θέ­σει ένα γε­νι­κό ποι­η­τι­κό, αι­σθη­τι­κό ή άλ­λο πα­ρεμ­φε­ρές θέ­μα.

(3) Ο σύ­ντρο­φος ποι­η­τής

Ζ. Δ. Αϊναλής: «Ένα ποίημα για τη νύχτα» (2018)

Τραβάω, Κύριε,
τη γραμμή πίσω στις σκοτεινές καταβολές της
Παπαντωνόπουλος, Μπλάνας, Ασλάνογλου
σαράντα χρόνια απόγνωση
ανηφορίζω τον Σινόπουλο ως το τέρμα.
Τις νύχτες δέομαι με Λεοντάρη
μετρώ στα δάχτυλα το κόστος της σιωπής
και τρέμω
ανοίγω τον Αναγνωστάκη και διαβάζω με τη φωνή του Τσιάκου
έρπω ως τον Στίγκα καταφάσκοντας
στις αντιφάσεις του Καρούζου
με πιάνει ο Μίλτος με φωνές
και με ξεπουπουλιάζει.
Σαν το κερί, καπνίζει ο Λειβαδίτης στη γωνιά
απ’ τα φτερά του κρεμασμένος
και με την μπάσα του φωνή τρέμει ο Κυριάκος στο Δραμάιλο
εκστατικός κι εσταυρωμένος.
Εχ, φίλε μου εσύ, παλιέ, Σαμσών ειδωλολάτρη,
δώσε φωνή στα κόκαλα, βάλε φωτιά στο αίμα!
– Χρήστο Μαρτίνη, πες, τι πάει μαζί μου λάθος;
Γιατί έχω πάντα στο προσκεφάλι μου τον Τραϊανό
και τον Αρμάο στο μυαλό μου;
Αν ξαναδείς τον Ελίοφορ Φέστους
πες του πως με συνάντησες
μία βραδιά στην Καλογρέζα
μ’ ένα Καλάσνικοφ στη γλώσσα μου
και με κομμένα χέρια.
[…]
Θεέ της Ποίησης,
Εσύ που ακούς τις προσευχές,
έρχομαι νύχτα Πρέβεζα
για να Σε συναντήσω.

Στη μπα­λά­ντα αυ­τή ο ομι­λη­τής, συ­γκε­κρι­μέ­να, ο συγ­γρα­φέ­ας Ζή­σης Αϊ­να­λής, απευ­θύ­νε­ται στο Θεό της ποί­η­σης κα­θώς πη­γαί­νει να τον συ­να­ντή­σει στην Πρέ­βε­ζα, ιχνη­λα­τώ­ντας τις κα­τα­βο­λές του ελ­λη­νι­κού στί­χου στον Κα­ρυω­τά­κη. Η ιχνη­λα­σία ξε­κι­νά από τη δι­κή του γε­νιά, την ποι­η­τι­κή γε­νιά του 2000, και πά­ει πί­σω στις γε­νιές του ’80 (Μπλά­νας), του ‘60 (Λε­ο­ντά­ρης) και του ’50 (Ανα­γνω­στά­κης). Η ιχνη­λα­σία τα­λα­ντεύ­ε­ται ανά­με­σα σε αντι­θέ­σεις τις οποί­ες αρ­νεί­ται να συμ­φι­λιώ­σει ή να υπερ­βεί, όπως σιω­πή-φω­νή, πρά­ξη-λό­γος, πα­ρόν-πα­ρελ­θόν, κα­τά­φα­ση-αντί­φα­ση και ποί­η­μα-αί­μα. Η βα­σι­κή όμως αντί­θε­ση εί­ναι ανά­με­σα στο έκ­πτω­το σή­με­ρα της ποί­η­σης και σε μια ανε­πα­νά­λη­πτη ιστο­ρι­κή στιγ­μή της, όταν σώ­μα και πρά­ξη ταυ­τί­ζο­νταν με τον ποι­η­τι­κό λό­γο, πράγ­μα που τώ­ρα μοιά­ζει ανέ­φι­κτο. Όπως ανα­ρω­τιέ­ται το ποί­η­μα που ακο­λου­θεί ετού­το (και κλεί­νει τη συλ­λο­γή στην οποία θα εντα­χθούν και τα δύο) με τι αί­μα θα γρα­φεί το μέλ­λον; Ο ομι­λη­τής απευ­θύ­νε­ται επώ­νυ­μα σε οκτώ συ­νο­μη­λί­κους και συ­ντρό­φους του ποι­η­τές, γεν­νη­μέ­νους με­τα­ξύ 1977-85, ζη­τώ­ντας να μά­θει.

Το αι­σθη­τι­κό ζή­τη­μα που θέ­τει το ποί­η­μα εί­ναι οι­κείο. Σε πε­ριό­δους φι­λο­σο­φι­κής και άλ­λης αβε­βαιό­τη­τας, ορι­σμέ­νοι ποι­η­τές ανα­φέ­ρο­νται σε μια φα­ντα­σια­κή, Αδα­μι­κή ιστο­ρι­κή στιγ­μή, πρό­σφα­τη ή πα­λαιό­τε­ρη, όταν τα δι­λήμ­μα­τα για το ρό­λο της τέ­χνης δεν υπήρ­χαν επει­δή η λει­τουρ­γία της ήταν πλή­ρως εν­σω­μα­τω­μέ­νη στον κοι­νω­νι­κό βίο. Όμως το κυ­ρί­ως ζή­τη­μα του ποι­ή­μα­τος, το οποίο το­νί­ζε­ται από τη σω­ρεία ονο­μά­των ποι­η­τών, εί­ναι κοι­νω­νι­κό, και με­λαγ­χο­λι­κά κα­τα­φα­τι­κό, και αφο­ρά τη λει­τουρ­γία του. Όσο ανε­νερ­γός και αν εί­ναι ο ση­με­ρι­νός ρό­λος της ποί­η­σης, η συ­ντε­χνία των ποι­η­τών διαρ­κεί, πρέ­πει να διαρ­κέ­σει, και να συ­νο­μι­λεί με προ­γε­νέ­στε­ρες συ­ντε­χνί­ες, αφού η ποί­η­ση δεν εί­ναι ατο­μι­κή υπό­θε­ση. Μπο­ρεί όμως σή­με­ρα να διαρ­κέ­σει; Αυ­τό εί­ναι το ενα­γώ­νιο ερώ­τη­μα του ποι­ή­μα­τος. Μι­λώ­ντας για συ­ντε­χνία δεν εν­νοώ βε­βαί­ως σι­νά­φι ή συν­δι­κά­το αλ­λά εκεί­νη την έν­νοια της ποι­η­τι­κής πα­ρά­δο­σης που εί­χε κα­τά νου ο Γιάν­νης Δάλ­λας τι­τλο­φο­ρώ­ντας τα δο­κί­μιά του Υπερ­βα­τι­κή συ­ντε­χνία (1958), δη­λα­δή μια το­πι­κή και δια­χρο­νι­κή ομά­δα μα­στό­ρων και τε­χνι­τών με κοι­νές αρ­χές για την πρα­κτι­κή τους.

Πα­ρό­μοιες ποι­η­τι­κές συ­ντε­χνί­ες επι­κα­λού­νται, επί­σης ονο­μα­στι­κά, ο Μι­χά­λης Κα­τσα­ρός, ποι­η­τής της γε­νιάς του ’50, στη θρυ­λι­κή «Μπα­λά­ντα για τους ποι­η­τές που πέ­θα­ναν νέ­οι» και ο Γιάν­νης Δάλ­λας, ποι­η­τής της γε­νιάς του ’60, στο 26ο κομ­μά­τι της Ανα­το­μί­ας. Όπως και στο ποί­η­μα του Αϊ­να­λή, οι και­ροί εί­ναι δει­νοί. Οι σύ­ντρο­φοι του πρώ­του «κλει­στή­κα­νε στο σπή­λαιό τους» και του δεύ­τε­ρου «ένας ένας ημε­ρέ­ψα­με» στο κλου­βί τους. Κι αυ­τών τα όπλα έχουν σω­πά­σει. Σε αυ­τή τους τη μο­να­ξιά θυ­μού­νται άρα­γε τα λό­για και τα έρ­γα που κά­πο­τε μοι­ρά­ζο­νταν; Κι όμως, μέ­σα στην «από­γνω­ση» (Αϊ­να­λής), πα­ρα­μέ­νει ανα­γκαία και επεί­γου­σα η σχέ­ση τους με συ­γκαι­ρι­νούς ποι­η­τές και πιο πα­λιά με τον Κα­ρυω­τά­κη (Αϊ­να­λής), κι ακό­μα πιο πα­λιά με τις μπα­λά­ντες του Βι­γιόν (Κα­τσα­ρός), που τον έκα­νε όπε­ρα ο Πά­ουντ (όπως και τον Κα­βαλ­κά­ντι και τις μπα­λά­ντες του), και με όλους τους «άδο­ξους ποι­η­τές των αιώ­νων» (Κα­ρυω­τά­κης) που κά­τι πά­ει μα­ζί τους «λά­θος» (Αϊ­να­λής). Εί­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό πως τρεις ποι­η­τές της «γε­νιάς της ήτ­τας», οι Ανα­γνω­στά­κης, Σα­χτού­ρης και Σι­νό­που­λος, ανα­φέ­ρο­νται και στα τρία ποι­ή­μα­τα.

Μιχάλης Κατσαρός: «Μπαλάντα για τους ποιητές που πέθαναν νέοι» (1958)

Οι ποιητές κλειστήκανε στο σπήλαιό τους
δε βγαίνουν
φοβούνται
δεν παραδίδουν τίποτα –
Με ποιόν με ποιόν να μιλήσω;
[…]
Ο Σαχτούρης μαζεύει με ένα φακό τις λέξεις του
ταχτοποιεί σε δέντρα τα συμβάντα
χτυπάει μετά τη χορδή του
ξαφνιάζεται σαν το μικρό παιδί –
Με ποιόν λοιπόν να μιλήσω;
Χάθηκε ο Αναγνωστάκης στο Βορρά
ούτε ένα θρήνο νέο
λες και να πέθανε τώρα αλήθεια
ούτε ένα Χάρη δεν κλαίει ούτε τον ήλιο.

Με ποιόν λοιπόν να μιλήσω;
Σκοτεινός περιφέρεται ο Σινόπουλος
με τους νεκρούς νεκρός δειπνεί
τρέχει μοναχός σε υπόγεια με πυρσούς
φανούς και σπίρτα.
[…]
Με ποιόν με ποιόν να μιλήσω;
Και σεις ποιητές όλοι εσείς μονάχοι
τι γίνατε; Ποιός άνεμος σας έδιωξε σας πήρε;
Τώρα που σας καλώ όλους εδώ –
θυμάστε αλήθεια θυμάστε
τα καφενεία τα πεζοδρόμια τα μυδράλια
τα δωμάτια με τα χρυσά πουλιά
θυμάστε
κείνο το βράδυ που μιλούσαμε
θυμάστε;
Ο ποιητής ο Λίκος ήταν άγνωστος
και παραμένει.

Γιάννης Δάλλας: «26», Ανατομία (1971)

Επει­δή η νε­ό­τη­τα μας ήταν κά­πο­τε ευαγ­γε­λι­σμός της ζού­γκλας Και τώ­ρα το αύ­ριο πά­ντα το αύ­ριο εί­ναι το κλου­βί μας μ’ ανοι­χτές τις πόρ­τες Επει­δή εί­μαι ο Γιάν­νης ο τυ­φλός οιω­νο­σκό­πος και μου δεί­χνει ένα παι­δί πως στρί­βει το κλει­δί Βγαί­νει ο Μι­χά­λης που τζα­κί­στη πρώ­τος νεύ­ο­ντας αντι­στα­θεί­τε με φτε­ρά άλ­μπα­τρος Η Ελέ­νη η Νί­κη πό­σες νί­κες σαν αυ­γά αντι­λό­πης κι απο­κά­τω ο Μαξ ονεί­ρων φα­ρο­φύ­λα­κας Επει­δή ’σαι εσύ ο Μα­νό­λης σ’ επο­χή λι­μού κι έμει­νε ο Μίλ­τος μα­τω­μέ­νος και κυ­νη­γός Επει­δή ’ναι ο Άρης σε δι­πλά πριο­νι­στή­ρια επει­δή το δά­σος δεν απαν­θρα­κώ­θη­κε επει­δή… Πε­τά­γο­μαι με­σ’ απ’ την πά­χνη του ύπνου και φω­νά­ζω στο παι­δί «Φυ­λά­ξου Κων­στα­ντί­νε μου Εσύ ’σαι κλη­ρο­νό­μος των κλου­βιών μη μας κοι­τάς με φρί­κη τώ­ρα που ένας ένας ημε­ρέ­ψα­με Να πά­ρε το ρα­βδί και φύ­τε­ψε το μες στην άνυ­δρη αγο­ρά μπο­ρεί και να πε­τά­ξει ένα κλα­δί Μπο­ρεί πριν να σφυ­ρί­ξει η σφαί­ρα ν’ ακου­στεί μια τε­λευ­ταία φω­νή που δεν εξα­γο­ρά­ζε­ται».
Μπο­ρεί –

Όπως σχο­λιά­ζει ο Δάλ­λας σε σχε­τι­κή ση­μεί­ω­ση για το «26»: «Το ποί­η­μα, χω­ρίς να απο­μυ­θο­ποιεί, προ­σπα­θεί να πε­ρι­γρά­ψει την πε­ρι­πέ­τεια μιας κα­τα­δι­κα­σμέ­νης γε­νιάς». Κι η τε­λευ­ταία φρά­ση του «29» συ­νο­ψί­ζει τη μπα­λά­ντα του Κα­τσα­ρού: «Γλώσ­σα συ­ντρο­φι­κή πού κομ­μα­τιά­στη­κες;» Μή­πως η ποι­η­τι­κή γε­νιά του Αϊ­να­λή και των φί­λων του εί­ναι κι αυ­τή κα­τα­δι­κα­σμέ­νη να δει τη συ­ντρο­φι­κή της γλώσ­σα κομ­μα­τια­σμέ­νη;

Οι έν­νοιες της ποι­η­τι­κής συ­ντρο­φι­κό­τη­τας και συ­ντε­χνί­ας δεν εν­δια­φέ­ρουν όλους τους ποι­η­τές. Κά­θε άλ­λο μά­λι­στα. Π.χ. οι έν­νοιες αυ­τές δεν υπάρ­χουν στα με­γα­λε­πή­βο­λα έρ­γα των εθνι­κών ποι­η­τών οι οποί­οι μό­νοι, ως βάρ­δοι, υμνούν και προ­φη­τεύ­ουν το συλ­λο­γι­κό πε­πρω­μέ­νο. Πα­ρα­τη­ρού­με πως ο Τά­κης Σι­νό­που­λος, τον οποίο επι­κα­λού­νται ο Αϊ­να­λής, ο Κα­τσα­ρός και ο Δάλ­λας, πα­ρου­σιά­ζε­ται ως όνο­μα και ως πα­ρα­θέ­μα­τα και στο Λευ­κή Ελ­λά­δα (2018) του Γιώρ­γου Βέλ­τσου, ένα κα­θυ­στε­ρη­μέ­να μο­ντερ­νι­στι­κό εθνι­κό ποί­η­μα που φι­λο­δο­ξεί να δια­δε­χθεί το Άξιον Εστί. Αν και εμπνευ­σμέ­νη από την ανε­ξί­τη­λη αμ­φι­ση­μία της «δια­φω­ράς» στη «λευ­κή μυ­θο­λο­γία» (1971) του Ντε­ρι­ντά, η δια­φο­ρά στην «λευ­κή Ελ­λά­δα» με­τα­μορ­φώ­νε­ται σε εγ­γε­νή ετε­ρό­τη­τα, την «Ιο­κα­στη­γερ­τρού­δη» (σ. 19), συ­γκρο­τώ­ντας την οντο­λο­γία μιας αι­μο­μι­κτι­κής ταυ­τό­τη­τας. Εδώ ο Σι­νό­που­λος (ένας δεύ­τε­ρης κα­τη­γο­ρί­ας επί­γο­νος/Ελ­πή­νο­ρας του Σε­φέ­ρη/Οδυσ­σέα) δεν εί­ναι σύ­ντρο­φος και εταί­ρος του συγ­γρα­φέα αλ­λά ο κρί­κος που συν­δέ­ει τον βάρ­δο του 21ου αιώ­να με τα πρό­τυ­πά του της Γε­νιάς του ’30. Ο «κύ­κνος-ποι­η­τής» (57) Βέλ­τσος δεν έχει ού­τε φί­λους ή εταί­ρους ού­τε ανή­κει σε συ­ντε­χνία (κι ας πα­ρα­θέ­τει κι αυ­τός Βι­γιόν). Έχει μό­νο, όπως ο ίδιος πα­ρα­δέ­χε­ται, ένα Μπλου­μια­νό «άγ­χος επί­δρα­σης» (αλή­θεια, ποιός το θυ­μά­ται πιά αυ­τό;) προς τους Ελύ­τη, Σε­φέ­ρη, Εμπει­ρί­κο, Εγ­γο­νό­που­λο και Ρί­τσο – ακρι­βώς τους πέ­ντε εθνι­κούς μο­ντερ­νι­στές τους οποί­ους τα τρία ποι­ή­μα­τα που σχο­λιά­ζω εδώ αδια­φο­ρούν να ανα­φέ­ρουν.

Οι πα­λιές και νέ­ες συ­ντρο­φι­κό­τη­τες που επι­κα­λεί­ται ο Αϊ­να­λής δεν απο­τί­ουν φό­ρο τι­μής στην εθνι­κή τέ­χνη αλ­λά επι­νο­ούν πρα­κτι­κές και συ­γκρο­τούν δί­κτυα

συ­νερ­γα­τι­κής δη­μιουρ­γί­ας (πράγ­μα που δια­τρέ­χει το εκτε­νέ­στα­το πο­λι­τι­στι­κό έρ­γο του ίδιου του Αϊ­να­λή). Οι σύ­ντρο­φοι τά­ζου­νε ο ένας τον άλ­λο στο κοι­νό και δη­μό­σιο μέλ­λον της φι­λί­ας τους. Γι αυ­τό στο συ­ντα­ρα­κτι­κό ποί­η­μα που συ­ζη­τώ εί­ναι (σχε­δόν) όλοι επώ­νυ­μοι και γνω­στοί. Τα αι­σθή­μα­τα του ενός για τον άλ­λο απο­τε­λούν ανα­πό­σπα­στο μέ­ρος του έρ­γου τους. Όμως το ποί­η­μα, όπως και εκεί­να των δύο προη­γού­με­νων γε­νιών, αγω­νιά για τη βιω­σι­μό­τη­τα της συ­ντε­χνια­κής λει­τουρ­γί­ας και πα­ρά­δο­σης, και τε­λι­κά της ίδιας της ποί­η­σης. Ο ομι­λη­τής ποι­η­τής πά­ει νύ­χτα να προ­σευ­χη­θεί στο θεό της ποί­η­σης στην Πρέ­βε­ζα, το βω­μό της αυ­το­κτο­νί­ας. Στους αυ­το­κτό­νους και άλ­λους νε­κρούς ποι­η­τές που ανα­φέ­ρει μπο­ρεί σύ­ντο­μα να προ­στε­θούν ο ίδιος και οι σύ­ντρο­φοί του. Και τό­τε τι θα μεί­νει από τα έρ­γα, τα όπλα, τα χέ­ρια τους;

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Χάρτης”, Μάρτιος 2019.

**Φωτογραφία: Μαρία Κοσσυφίδου.

Ζ. Δ. Αϊναλής, Θέσεις για μια ποιητική της ευθύνης: ΛΕΞ όρμα τους, γάμα την εικόνα τους

[Απόσπασμα από το 3ο τεύχος του «Βόρεια Βορειανατολικά» /2019]

Ο ΛΕΞ γράφει για όλους όσους έχουν χάσει τη φωνή τους, για όλους όσους δεν μπορούν να μιλήσουν, για όλους όσους δεν έχουν τίποτα πια.

Γράφει για τους ταπεινούς και πεινασμένους, για τους άφραγκους, για τους ανέργους, για τους μετανάστες, για τους φυλακισμένους, για τους κουρασμένους ανθρώπους με τα πολλά αδιέξοδα, για την πιτσιρικαρία που ξέρει πως δεν έχει κανένα μέλλον αλλά που δεν το βάζει κάτω και δεν απελπίζεται, για ανθρώπους με μεγάλα όνειρα και σπασμένα φτερά. Για τη «φύρα», τα «παιδιά απ’ τα διαλυμένα σπίτια», για τους ανθρώπους που «επιβίωσαν απ’ τη βία του να μην έχεις μία». Για όσους «ζουν τον έρωτα σε νοικιασμένα σπίτια / που ‘χουν κομμένα ρεύματα και απλήρωτα ενοίκια». Γράφει ακόμα και για τον φοιτητή που του την λέει:

«Μου λέει, γάμησε τους ράπερς, μίλα για τη ζωή,
Όροφο προς όροφο, γραμμή προς γραμμή,
Ωραία, ρευματοκλοπές, υποτροπές λογαριασμοί,
Ανεργία, αφραγκία, μπάτσοι, Χρυσή Αυγή,
Μεροκάματα του τρόμου, εξώσεις, πλειστηριασμοί,
Και η γειτόνισσα να λέει πως γίναμε γραφικοί,
Μην ρωτάς άμα το ζω, αδερφούλη το ζω,
Με τσιγάρα και σφυρίχτρα λίγο πριν τον σεισμό»

ΛΕΞ, «Πολυκατοικίες»

Κυρίως, όμως, ο ΛΕΞ, γράφει για τους ανθρώπους που δεν έχουν τίποτα άλλο στον κόσμο από τον εαυτό τους, για τους ανθρώπους που η μουσική του είναι η μοναδική παρηγοριά τους. Γράφει για τη δική του κοινότητα, «τ’ αδέρφια του», και τη δική του γενιά, «του ενενήντα γενιά»:

«Ρώτησε τ’ αδέρφια μου ένα-ένα
Δεν έχουν τίποτα στον κόσμο σαν κι εμένα
Τίποτα στον κόσμο σαν κι αυτούς
Τίποτα στον κόσμο σαν κι αυτούς
Ξέρουνε τους δρόμους σαν το σπίτι τους (απ’ έξω)
Έμαθα όσα ξέρω απ’ τους καλύτερους
Δεν φταίει το σχολείο για όσα μπόρεσα
Φταίει που πεινούσα και δεν χόρτασα
Βρήκα δέκα λέξεις και τις κόλλησα
Το rap είν’ ο πατέρας που δεν γνώρισα
Κολλημένος, κολλημένος, κολλημένος
Το τρέχω σαν να ‘μαι κυνηγημένος
Ο πλανήτης επικίνδυνο μέρος
Πώς γίνεται και νιώθω ευλογημένος;
PS4 στο νέο τσαρδί μου
Τώρα, μάνα, ζω απ’ τη μουσική μου
Πληρωμένοι όλοι οι λογαριασμοί μου (αμήν)
Θα πεθάνω αν δεν με νιώθουν οι δικοί μου
Όπως με κρίνω εγώ, ποιος θα με κρίνει; (κανείς)
«Τώρα, μάνα, ζω απ’ τη μουσική μου
Είν’ απ’ τον δρόμο και στον δρόμο θα μείνει (τσιμέντο)
Με φυλάει και μου λέει «έχεις ευθύνη»
Δεν έχω τίποτα στον κόσμο σαν εκείνη
Ελλάδα, ευχαριστούμε για την έμπνευση
Διασχίζουμε τους δρόμους σαν παρέλαση (δεν θέλεις)
Δέκα εκατομμύρια σαν κι εμάς
Να ξυπνάνε, να σου κλέβουνε το cash
Προσευχόμαστε γι’ αυτό σαν να πιστεύουμε
Ρώτησε τον Skive, μες στο studio χορεύουμε
«Κώτσο» μου ‘λεγες «εσένα εμπιστεύομαι»
Σου είπα «θα τα μοιραστούμε όταν τα καταφέρουμε»
Κερδίζουμε σ’ αυτό σαν να ‘ναι sport
23-10 χάνουνε στο score
Υγρή Θεσσαλονίκη, είναι το σπίτι μας (δικό μας)
Τρέχουν οι σταγόνες απ’ τη μύτη μας (αψού)
Όπου δούλευα, περνούσαν τα ξεφτέρια
Κλείνανε τα μάτια μου στα πιο πολλά νυχτέρια
Ήθελα φράγκα, ζεστά σαν καλοκαίρια
Σαν φαντάρος με μια απόλυση στα χέρια
Δεν κοιμόμουνα, αυτό το λέω πρόβλημα
Φοβόμουνα μη γίνω μια κηλίδα στο οδόστρωμα
Ξέρω τον κώδικα, όχι στα μικρόφωνα
Όσοι έκαναν δουλειές, πάντα μιλούσαν χαμηλόφωνα
Τώρα τα νώτα μου φυλάν μπας και ρεφάρουμε (όλοι τους)
Ποτέ τους δεν το λεν πριν να το κάνουνε
Ακόμα με ρωτάς για ποιους ραπάρουμε;
Γι’ αυτούς με τα NorthFace κι όσους δεν έχουν να τα πάρουνε
Είμαι παιδί αυτής της γης, δε θέλω βία
Δε βλέπω χρώματα, έχω αχρωματοψία
Δε φοβάμαι ποιος θα ‘ρθει να μου την πέσει
Με χαιρετάν σε γλώσσες που δεν ξέρω και μ’ αρέσει
Δεν έχω τίποτα στον κόσμο σαν κι εμένα
Τίποτα στον κόσμο σαν κι εμένα.»

(ΛΕΞ, «Τίποτα στον κόσμο»)

Η μουσική του, «που είναι από τον δρόμο και στον δρόμο θα μείνει» τον φυλάει και του λέει πώς «έχει ευθύνη». Ο ΛΕΞ είναι από τους λίγους σύγχρονους καλλιτέχνες που θέτει την ευθύνη για την τέχνη του, την ευθύνη για τον ίδιο και την κοινότητά του, σε καλλιτεχνικό επίπεδο, και για τον ίδιο και τα παιδιά του (για την επόμενη γενιά δηλαδή), σε ιστορικό επίπεδο, σε πρώτη προτεραιότητα. Πρόκειται για την προσωπική ευθύνη πρώτα-πρώτα απέναντι στον εαυτό του, ως άτομο και ως καλλιτέχνη, μια βαθιά ηθική στάση ζωής, που αναλαμβάνει στο ακέραιο τις συνέπειες των επιλογών και των πράξεών του («Κι έχω πάντα την ευθύνη για όσα πάθω», «Μουσική για τσόγλανους»). Ηθική στάση ζωής που στρώνει έναν δρόμο στον οποίο ο ίδιος οικειοθελώς δεσμεύεται να πορευτεί. Ο δρόμος δεν είναι προσωπικός και το γνωρίζει. Ο ίδιος μεσολαβεί για ν’ ανοίξει ο δρόμος, αλλά γνωρίζει -ή ελπίζει- πως δεν είναι παρά ένας αναβαθμός της πορείας, ο απαραίτητος συνδετικός κρίκος μεταξύ του παρελθόντος («Οι μεγάλοι δε με ξέχασαν, θυμούνται / με ξέρουν από τόσο δα και συγκινούνται») και του μέλλοντος («Οι μικροί πίνουν χημείες κι αιωρούνται, / με βαραίνουν όταν πάνω μου κρατιούνται.»). Ο ΛΕΞ τοποθετείται ιστορικά εντός του παρόντος του, με απόλυτη αυτογνωσία, διότι γνωρίζει πως αυτό είναι το χρέος του ως καλλιτέχνη. Χρέος που το επωμίζεται κι ας τον «βαραίνει». Καταλυτικό ρόλο σε αυτό παίζει η αγάπη και ο έλεγχος της κοινότητας. Αυτή η ευθύνη την οποία αισθάνεται απέναντι στ’ «αδέρφια του», που ξέρει «πως δεν έχουνε τίποτα στον κόσμο σαν κι εκείνον», τον γειώνει με την πραγματικότητα, τη δική τους και τη δική του. Η κοινότητα δεν τον κρίνει (άλλωστε: «όπως με κρίνω εγώ ποιος θα με κρίνει (κανείς)»), αλλά ο ίδιος στέκεται αυστηρός κριτής του εαυτού του διότι αισθάνεται υπόλογος απέναντι στην κοινότητα. Η στάση αυτή, ενστικτώδης και βιωματική, το ότι δηλαδή ο καλλιτέχνης είναι υπόλογος στην κοινότητά του, υπόλογος στην Ιστορία, υπόλογος στους γονείς του και στα παιδιά του, τονίζει την αίσθηση της αυστηρής ιστορικότητας και προοπτικής που διαποτίζει τους στίχους του ΛΕΞ και, ακριβώς επειδή έρχεται από μακριά, από τα βάθη των αιώνων της λαϊκής παράδοσης, βρίσκεται σε πλήρη αντιδιαστολή με το ασύδοτο εγώ της πλειοψηφίας των σύγχρονων καλλιτεχνών.

*Διαβάστε ολόκληρο το δοκίμιο στην έντυπη έκδοση του τρίτου τεύχους του περιοδικού: https://www.politikalesvos.gr/z-d-ainalis-theseis-gia-mia-poiitiki-tis-eythynis-lex-orma-toys-gama-tin-eikona-toys/?fbclid=IwAR09xd8ad-SfP5lTViruI1Mtgkrxa3bD7pwEan9xGAnATBAof2uKcWR4vrA

Λεωνίδας Καζάσης, Il mio sogno e’ di rendere il mondo un posto migliore. Un altro mondo e’ possibile?

Τι είναι οι πατρίδες μας; Μην είναι τα αίματα που στιλβοστάζουν;

Πατρίς εκ του πάτριος. Πατρίς είναι το θηλυκό του πάτριος.

Πάτριος σημαίνει προγονικός, πατροπαράδοτος, άρα έχει συνάφεια με τον πατριάρχη και τους πατέρες∙ επομένως και με την πατριαρχία.

Πατριάρχης είναι ο αρχηγός πατριάς, γένους. Πατριά είναι το γενεαλογικό δένδρο, η γενιά από τον πατέρα. Η πατρίδα-πόλη-κράτος αντιπροσωπεύει την καταγωγή των ανθρώπων στην πιο εξελικτική μορφή των γενών, των φυλών, καθώς και τον τόπο (χώρο) γέννησης με όλα τα συμπαρομαρτούντα (ιδιαιτερότητες). Ήθη-έθιμα, θρησκείες που διακρίνουν τις φυλές, τα γένη, τις κατοπινές πατρίδες.

Όπως γνωρίζουμε, και οι φυλές, τα γένη με τους αρχηγούς τους, φύλαρχους, γενάρχες-πατριάρχες έκαναν πολέμους μεταξύ τους, για την επέκταση της γης τους, που εσήμαινε, περισσότερα υλικά αγαθά. Για να τιμήσουν οι άνθρωποι τους προγόνους τους πατριάρχες, όχι μόνο διατήρησαν το έθιμο των πολέμων, αλλά το τελειοποίησαν, κάνοντας αυτό πιο εξολοθρευτικό. Είμαι Έλλην το καυχώμαι! Είμαι Ιάπωνας επίσης το καυχώμαι, και σαν επίσημο κράτος της Ιαπωνίας (όπως ο Γάλλος ιστορικός, Marc Ferro, αναφέρει), γράφω στα σχολικά βιβλία ιστορίας, ότι οι Ιάπωνες είναι ανώτερη, αμιγής φυλή, ενώ οι Κινέζοι, οι Μογγόλοι, οι Κορεάτες είναι κατώτερες φυλές! Και όταν ο δειγματοληπτικός έλεγχος D.N.A που ως ιαπωνικό κράτος πραγματοποιώ, αποκαλύπτει ότι οι Ιάπωνες προέρχονται από Κινέζους, Μογγόλους, Κορεάτες, τότε αναγκάζομαι, να διορθώσω τα βιβλία ιστορίας.

Όπως φαίνεται, δεν έχουν το χάρισμα του σοβινισμού μόνο οι ‘Eλληνες ως μη βάρβαροι, οι εβραίοι ως περιούσιος λαός, οι Γερμανοί ως άριοι! το έχουν και άλλοι λαοί, αν όχι όλοι. Η καταγωγή των ανθρώπων ή του κάθε ανθρώπου, καθώς και ο χώρος-τόπος γέννησης, διαμονής του έχουν την σημασία τους, γιατί εισάγουν στοιχεία στην ιδιοσυστασία μας, τα οποία αργότερα θα αιτιολογήσουν μέρος των συμπεριφορών στην σύντομη πορεία μας. Αναπόφευκτα, είμαστε συναισθηματικά δεμένοι με τον χώρο στον οποίο βιώνουμε, αλλά και με τους ανθρώπους με τους οποίους συνυπάρχουμε στον χώρο-τόπο αυτόν, όπως θα μπορούσαμε, να ήμασταν δεμένοι με κάθε τόπο και τους ανθρώπους του, εάν και όταν βρισκόμασταν σε αυτόν, όπως οι Έλληνες της Αμερικής, της Γερμανίας, της Αυστραλίας, της Σουηδίας, του Καναδά άφησαν εκεί, πολλοί από αυτούς, παιδιά, εγγόνια, περιουσίες.

Οι έννοιες του χώρου-τόπου μαζί με την προέλευση, γένος, φυλή δικαιολογούν την μισαλλοδοξία, την μανιοκαταδιωκτική έπαρση μεταξύ των ανθρώπων; Δικαιολογούν την συγκρότηση σωμάτων ενόπλων, εκπαιδευμένων, μισθοφόρων φονιάδων, οι οποίοι είναι πρόθυμοι, να εκτελέσουν οποιαδήποτε τρομακτική διαστροφή-διαταγή των ανωτέρων τους, πολιτικών, κεφαλαιοκρατών (που πάντα οι λαοί στηρίζουν) προϊσταμένων τους; Οι θεσμοί του στρατού, της αστυνομίας (που απαιτούν την ύπαρξη της εγκληματικής πολεμικής βιομηχανίας) αποτελούν ντροπή! Αίσχος στο προικισμένο με νόηση-κριτική συνείδηση ανθρώπινο είδος!

Η ευνουχία, ο αυταρχισμός, η βία, η στρατοκρατία (μιλιταρισμός) εμπεριέχουν, ως προϋπάρχουσες, τον ναζισμό, τον φασισμό και όχι ο ναζισμός και ο φασισμός αυτές.
Η ευνουχία, ο αυταρχισμός, η βία, ο μιλιταρισμός, δηλαδή οι μάνες του φασισμού, του ναζισμού υπάρχουν σε κάθε πατρίδα. Αγαπημένη μου πατρίδα που τόσο με υπονόμευσες! Δεν υπάρχουν εχέφρονες, δημοκράτες αξιωματικοί, και γενικά, δεν υπάρχουν ισορροπημένοι ένστολοι! Όσοι καλλιεργούν αυτόν τον μύθο, κάτι φιλελεύθεροι-σοσιαλδημοκράτες και μαρξιστές είναι οι πιο επικίνδυνοι (ως ύπουλοι), εχθροί της απελευθέρωσης των ανθρώπων από τα ίδια τα δεσμά τους, πολύ πιο επικίνδυνοι από τους φασίστες, τους ναζί, οι οποίοι με την ανυπόκριτη διαστροφή τους εκθέτουν, αποκαλύπτοντας το πραγματικό πρόσωπο της οικογένειας, των σπουδών, της καριέρας, της κοινωνικής ανόδου, της επιχείρησης, του κινήτρου του κέρδους, της θρησκείας.

Ανέφερα τις βάσεις στις οποίες στηρίζονται και τα δημοκρατικά-σοσιαλιστικά κράτη-πατρίδες, και όχι μόνο ο φασισμός και ο ναζισμός` γι’ αυτό δεν ωφελεί, να ασχολείται κανείς με τους απροκάλυπτους φασίστες, πριν ξεκαθαρίσει το τοπίο από τα αδέρφια τους, τους ύπουλους, τριπλοπρόσωπους εχθρούς της αμφισβήτησης και του προτάγματος προς την ελευθερία, οι οποίοι πείθουν με το ευτελές προσωπείο τους τους ανθρώπους που απεκδυόμενοι των ευθυνών τους, βολεύονται, να πείθονται, ότι μπορούν, να υπάρξουν δίκαιοι, ευγενικοί επιχειρηματίες με σώας τας φρένας, δίκαιοι-ηθικοί δικαστές, ότι μπορούν να υπάρξουν υγιείς ένστολοι και όχι ψυχασθενείς-σαδιστές, όπως η αντιπροσωπευτική δημοκρατία των κοινοβουλίων, τους εκπαιδεύει, να γίνουν, δηλαδή μπορεί να υπάρξει καλύτερη εκδοχή ενός αιμοβόρου, καταστροφικού, εκμεταλλευτικού συστήματος που δυστυχώς καταδεικνύει την ψυχοπνευματική ασθένεια των ανθρώπων που το στηρίζουν.

Και βέβαια ο πατριωτισμός είναι φασισμός! Είναι ναζισμός!
Και βέβαια οι πατριώτες είναι φασίστες! Είναι ναζί!

Ο φασισμός, ο ναζισμός προέρχονται και εκκολάπτονται από τις διαχρονικές αξίες-ιδανικά των ανθρώπων και εμπεριέχονται σε αυτά. Όρα εκπαίδευση υποβρυχίων καταστροφών με εικονικούς, μέχρι χασίματος των αισθήσεων, πνιγμούς! Όρα εκπαίδευση καταδρομών, πεζοναυτών, αλεξιπτωτιστών!
Άκου τις κραυγές των στρατιωτών του λαού στις παρελάσεις!
Κραυγές παρανοϊκού μίσους για τον άλλον, κραυγές που για αίμα διψούν!
Αλλά χειροκροτούνται από τους νοικοκυραίους πολίτες που παρίστανται με τα παιδιά τους, πολλοί δε από αυτούς ζητωκραυγάζουν! (Aλλά δεν τολμούν να μιλήσουν για την συνουσία, ενοχοποιώντας την μάλιστα στις συνειδήσεις των παιδιών τους, ευνουχίζοντάς τα! Η Μακεδονία είναι ελληνική, εκεί κατάντησαν την ηθική)!

Εις το όνομα των πατρίδων διεπράχθησαν, διαπράττονται και θα διαπραχθούν οι πιο φρικαλέες, μαζικές εξολοθρεύσεις για την δημιουργία νέων αγορών και την ενδυνάμωσή τους! Αλλά ο Χίτλερ, ο Γκαίμπελς, ο Χίμλερ, ο Μουσολίνι ήταν οι κακοί! Ήταν οι φονιάδες! Ήταν τα διεστραμμένα μυαλά! Μόνο αυτοί!

Αυτοί που απεργάσθηκαν την άνοδό τους στην εξουσία και εκείνοι που τους ψήφισαν, εξουσιοδοτώντας τους, θα μένουν πάντα στο απυρόβλητο!

Ο Τσώρτσιλ, ο Ρούσβελτ, ο Τσάμπερλεν, ο Στάλιν, ο Τρούμαν, ο ντε Γκώλ, ο Μάο, ο Λένιν, ο Τρότσκι, ο Κένεντι, ο Αντρεότι, ο Μιτεράν, ο Χέλμουτ Σμίτ με τα λευκά κελιά, πέρασαν στην ιστορία σαν κάτι διαφορετικό από τους διεστραμμένους δολοφόνους, τους φασίστες, τους ναζί!
Οι αγκαλιές των μητέρων πατρίδων σας, με πυρηνικές φλόγες θα σας ζώσουν!

Τα βιώματά σας,
των παιδιών σας τα αίματα
δεν σας έπεισαν·
ούτε η γνώση στα σχολειά
που κι οι φτωχοί απέκτησαν·
ούτε της τεχνολογίας σας η πληροφόρηση σας προβλημάτισε.
Χτύπα απότοκο! Χτύπα στιγμή!
Άνεμε τσάκισε τους αμετανόητα δυστυχισμένους!

«Πάσα γη πατρίς ην, εξαίρετος δ’ ουδεμία!» :έλεγε ο Διογένης ο κυνικός εκ Σινώπης Πόντου. Και ο μαρξιστής ιστορικός, Γιάννης Κορδάτος, στο βιβλίο του: «Ιστορία της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας», διατείνεται ότι οι ιδέες των κυνικών, ήταν ιδέες και θεωρίες μερικών χρεοκοπημένων και ξεπερασμένων, που από την δική τους κατάντια ήθελαν, όχι μόνο να δικαιολογήσουν τον αλητισμό τους, αλλά και να κάνουν όλο τον κόσμο ένα κοπάδι που να ζει φυσική ζωή. Ασφαλώς και δεν εναποθέτω ελπίδες στους λούμπεν (αν ο Διογένης και οι άλλοι κυνικοί, μπορούν, λούμπεν να θεωρηθούν) όμως ο διεθνισμός, η ολιγάρκεια, η αυτάρκεια, η δίκαιη κατανομή των υλικών αγαθών (παρακάμπτοντας την κερδοσκοπική αγορά) η κατάργηση της ιδιοκτησίας στον έρωτα, η φυσική ζωή είναι σπόροι που, εάν ποτέ ριχτούν στο εσώτερο ενδιαίτημα των ανθρώπων, θα αποδώσουν έναν καλύτερο κόσμο.