Θωμάς Δ. Τυπάλδος, Κώστας Ρεούσης: Υπερρεαλισμός ή ρεουσισμός!

Ο ποιητής Κώστας Ρεούσης, στη Λέσχη Φίλων Μουσικής «Γιουσουρούμ», του φίλου του Πραξιτέλη Δασκαλάκη, στην παλιά πόλη της Χώρας Νήσου Κύπρου, στην οδό Άρεως … βαθιά μέσα στη νύχτα … πίνοντας μπίρες με τους ποιητές-μεταφραστές Μιχάλη Παπαντωνόπουλο και Γιάννη Ζελιαναίο (δεν διακρίνονται εδώ), στις 3 Σεπτεμβρίου 2015. Φωτογραφία: Γιώτα Παναγιώτου

Η γνωστή υπερρεαλιστική ρήση «πρέπει ν’ αλλάξει το παιχνίδι, όχι οι κανόνες του παιχνιδιού», αν βρίσκει εκφραστή στο μοντέρνο ελληνόφωνο υπερρεαλισμό, τότε τον βρίσκει με τον καλύτερο τρόπο στο πρόσωπο του Κώστα Ρεούση. Ο ποιητής των κατακλυσμιαίων εικόνων, των κοφτερών λέξεων και των φράσεων που ματώνουν πρώτα τον αμφιβληστροειδή του ματιού κι εν συνεχεία, τ’ αυλάκια του μυαλού. Ο Ρεούσης, είναι από εκείνους τους ποιητές που γνωρίζουν στο μέγιστο βαθμό τους κανόνες τόσο της ποίησης όσο και της γλώσσας, μα έχουν συνάμα ως πρό(σ)ταγμα, την ανατροπή -όχι την καταστροφή- του παιχνιδιού.

Η ποίηση του Ρεούση δεν γνωρίζει τι θα πει κομφορμισμός, τι θα πει στερεότυπα και εφησυχασμός. Τρέχουν οι λέξεις ουρλιάζοντας και κραδαίνοντας τσεκούρια. Κεφάλια παίρνουν ανέμελων και απαίδευτων αναγνωστών οι οποίοι θεωρούν πως η ποίηση είναι ματσάκια από μαδημένες μαργαρίτες και ερωτοχτυπημένες πεταλουδίτσες. Οι στιχοπλοκίες του Ρεούση είναι ένας πόλεμος, όχι αναίτιος και δίχως στόχο. Αιτία έχει το απόλυτο μηδέν που κοκορεύεται αυνανιζόμενο, κι αυτοπερνιέται για ένα, και στόχος του είναι σαπισμένα -από μια αδόκιμη ανήθικη ηθική που όλους μάς περιβάλει- μυαλά.

Όπως προείπα, ο Ρεούσης, γνωρίζει πολύ καλά τους κανόνες και το παιχνίδι στο οποίο λαμβάνει μέρος. Όσον αφορά στο «παιχνίδι» του υπερρεαλισμού, σ’ ένα και μόνο στίχο του κατάφερε ν’ αποδείξει πως το ξέρει με τον πιο περίτρανο και αδιαμφισβήτητο τρόπο: «ο υπερπραγματικός στιχοπλόκος πλοηγεί την τρέλα στην ανάσα!». Η τρέλα είναι η ελευθερία, η επανάσταση του καταπιεσμένου υπερεγώ απέναντι σε μια ρομποτοποίηση του ατομικοσυνειδησιακού παράγοντα, ενώ η ανάσα, δεν είναι παρά η αντιστεκόμενη στην «αλήθεια», αλήθεια του. Είναι αυτή η στιγμή της μεθυσμένης νηφαλιότητας που σε ξεσηκώνει την πιο περίεργη ώρα, γνωρίζοντας πως ίσως αύριο δεν θα ζεις (τουλάχιστον, όχι όπως ζούσες πριν). Αυτή η στιγμή είναι που έχεις αφεθεί να σε κατακλύσει η υπερπραγματικότητα, να σε ρουφήξει η δίνη της κι αν δεν έχεις το φόβο του άγνωστου μες στη καρδιά σου, οφείλεις ν’ αφεθείς, να μετουσιωθείς ο ίδιος σε υπερπραγματικότητα κι αν κι εφόσον δεν νιώθεις και τόσο καλός πλοηγός, μπορείς ν’ αφεθείς στα έμπειρα χέρια του Ρεούση που αυτός δεν φοβάται τις φουρτούνες, γιατί πολύ απλά, -κι αυτό να το θυμάσαι-, είναι ο ίδιος μια φουρτούνα.

Και το παιχνίδι ασταμάτητα συνεχίζεται…

Ο Ρεούσης δεν μένει στάσιμος σ’ ένα σημείο, ελίσσεται. Τον φαντάζομαι τη στιγμή που γράφει να είναι εκεί ενώ δεν είναι. Είμαι σίγουρος πως έχει ανακαλύψει μυστικές θύρες, οι οποίες τον οδηγούν σε προσωπικές, πολυεπίπεδες διαστάσεις. Εκεί, η ιδιαίτερη, ολοδική του, πρακτική χρήση της ελληνικής γλώσσας… γίνεται μία ΤΑΦΡΟΣ! Δεν χρησιμοποιώ καθόλου μα καθόλου τυχαία αυτή τη λέξη. Σε μια από τις πολλές μας αλληλογραφίες μέσω του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και λίγο πριν με τιμήσει με το να είμαι ο πρώτος αναγνώστης του ποιήματός του «ΤΑΦΡΟΣ», μου επισήμανε με τον δικό του απαράμιλλο κι εύστοχο πάντα τρόπο, ό,τι η ελληνική γλώσσα, προϋπήρχε κατά πολύ του υπερρεαλισμού. Απόδειξη για τα λεγόμενα πως έφερε τη λέξη τάφρος, λέγοντάς μου ότι εντός της εμπεριέχει άλλες δύο λέξεις, τη λέξη φάρος και τη λέξη τάφος.

Η τάφρος, ως γνωστόν, είναι μια παγίδα η οποία φέρει εντός της νερό, άρα ροή, άρα ζωή. Αν βρεθείς κάποτε παγιδευμένος -εγκλωβισμένος, μέσα σε μια τάφρο, να θυμάσαι πως έχεις τη δυνατότητα τού να μη σε σκοτώσει αρκεί να είσαι έτοιμος να γίνεις ένα με το νερό -με τη ροή- με τη ζωή… βρες την εσώτερη δύναμή σου, έτσι που να μετουσιωθείς σε αναπόσπαστο μέλος της ζωντανής αυτής ροής. Θα χτυπήσεις απεγνωσμένα τα χέρια σου πάνω στο υδάτινο στρώμα που στη καρδιά του μέσα θα βρεθείς; Θα φοβηθείς; Θα ζητήσεις βοήθεια από απόντες σωτήρες; Η τάφρος, εύκολα μετατρέπεται στον υγρό σου τάφο και το ίδιο εύκολα μετατρέπεται σε ολόφωτο φάρο. Η ροή να θυμάσαι, είναι -αν το θες- δίπλα σου, σύντροφός σου. Θα είναι πιο φίλος από τους φίλους σου και περισσότερο συγγενής από τους συγγενείς σου. Αν δεν είσαι ένα πληγωμένο και παγιδευμένο αγρίμι, αν σπρώξεις το ασυνείδητο εγώ σου προς την κατεύθυνση της ροής, αν γίνεις μες στο γλυκό νερό, ένας διψασμένος για αίμα καρχαρίας, θα έχεις βρει το νόημα και την κρυμμένη αλήθεια στης τάφρου το βυθό. Αυτή η τάφρος είναι η ποίηση του Ρεούση και όχι μόνο: είναι και εκρηκτικές εκφάνσεις βομβών νετρονίου κι όχι πυροτεχνήματα σε πανηγύρι της εσχάτης υποστάθμης.

Στο τέλος όμως μια απορία γεννάται: είναι ο ποιητής ή το ποίημα; Ο Ρεούσης είναι και τα δύο μαζί. Ο Ρεούσης γνωρίζει-αγαπά-σέβεται. Αντίθετα, δεν κολακεύει-δεν προσκυνά-δεν δέχεται ν’ ασπαστεί κανένα σύμβολο απ’ όπου κι αν αυτό προέρχεται. Μα την αλήθεια! Μου μοιάζει λες κι είχε αυτόν κατά νου ο Ρενέ Κρεβέλ, όταν σε μια στιγμή αυτόματης ειλικρίνειας, έγραφε: «Ο ποιητής δεν κολακεύει μήτε και καταφεύγει σε τεχνάσματα. Δεν αποκοιμίζει τα θηρία του για να παραστήσει το θηριοδαμαστή, αλλά, με όλα τα κλουβιά ορθάνοιχτα, με τα κλειδιά πεταμένα στον άνεμο, φεύγει, ταξειδιώτης που δεν σκέπτεται τον εαυτό του αλλά το ταξείδι, τις αμμουδιές των ονείρων, τα δάση των χεριών, τα ζώα της ψυχής, όλη την αδιαμφισβήτητη υπερπραγματικότητα», (μτφρ.: Νίκος Σταμπάκης). Το ότι ο Ρεούσης αγαπά τον υπερρεαλισμό, δεν χωρά αμφιβολία, μα χωρίς η αγάπη του αυτή, να παίρνει ποτέ κάποιες θρησκευτικές διαστάσεις. Στα ποιήματα -και τα πεζά- του Ρεούση, θα βρεις όλα αυτά τα οποία εμπεριέχει ο υπερρεαλισμός, -ασύδοτοι συνειρμοί, μαύρο χιούμορ, το θαυμαστό κ.ο.κ.-, και παρότι θα βρεις αυτά τα στοιχεία, δεν θα τα βρεις ως μια ακόμα κοινοτυπία ή ως το όποιο στερεότυπο υπερρεαλιστικού χαρακτήρα. Θα τα βρεις με την ιδιότυπη χρήση της γλώσσας από τον δημιουργό, σε ιδιάζοντα φρενήρη ρυθμό, που στην κυριολεξία, σου κόβει την ανάσα, με ηχοχρώματα τόσο πρωτόγνωρα. Εκεί που οι συλλαβές επαναδιαγράφουν την πορεία μιας αιωνιότητας καθώς χωρά σε μια σελίδα. Όπως προείπα, ο Ρεούσης δεν μένει ποτέ στάσιμος. Ο Ρεούσης είναι τάφρος, δεν είναι βάλτος.

Κλείνοντας, θα αναφερθώ στον Ν.Γ. Λυκομήτρο, ο οποίος με τον πλέον εύστοχο τρόπο, ονόμασε σε σχόλιό του σε ανάρτηση στον ιστότοπο «ΠΟΙΕΙΝ», την τεχνοτροπία του Ρεούση «ρεουσ(ε)ισμό». Και γιατί όχι; Όταν μπορεί να είναι μόνος του μια υπερρεαλιστική ομάδα, (βλπ. Υπερπραγματική Φράξια Λευκωσίας), ποιός τον εμποδίζει να ’ναι μόνος του ένα κίνημα;

Πάτρα, Αύγουστος 2016

*Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στο διαδικτυακό λογοτεχνικό περιοδικό, «Στάχτες» (www.staxtes.com), το Σάββατο, 20 Αυγούστου 2016. Εμείς το πήραμε από το ιστολόγιο του Κώστα Ρεούση στο https://reousis.blogspot.com/2016/08/10_23.html?spref=fb&fbclid=IwAR0W4EJvzfhSUei3eT6sj6K_Gh81Ayqmwz2m855jFRH3bx7SpP1l0Y_GuF4

Η υπόθεση Σάκο και Βαντσέτι στην τέχνη

Γράφει ο Μιχάλης Τζάνογλος

Ήταν λίγα λεπτά μετά τα μεσάνυχτα της 22 προς 23 Αυγούστου 1927, όταν οι αναρχικοί Νικόλα Σάκο και Μπαρτολομέο Βαντσέτι εκτελέστηκαν στην ηλεκτρική καρέκλα στην πολιτειακή φυλακή του Charlestown. Η υπόθεση αυτή, μαζί με αυτή στο Σικάγο το 1886, την υπόθεση Ρόζενμπεργκ στις αρχές της δεκαετίας του ’50 και μερικές ακόμα, έχει γραφτεί με τα μελανότερα χρώματα στην παγκόσμια αντιαναρχική και αντικομμουνιστική ιστορία. Η ιστορία των Σάκο και Βαντσέτι ευαισθητοποίησε τα υγιέστερα και δυναμικότερα στοιχεία παγκοσμίως. Προοδευτικοί πολιτικοί, διανοούμενοι, σοσιαλιστικές, κομμουνιστικές και αναρχικές οργανώσεις και, κυρίως, καθημερινοί άνθρωποι του μόχθου συμμετείχαν σε ένα από τα πιο σημαντικά και μαζικά κινήματα συμπαράστασης πολιτικών κρατουμένων. Η υπόθεση αυτή χαράχθηκε ανεξίτηλα στη συλλογική μνήμη σαν ένα από τα χαρακτηριστικά δείγματα κρατικής σκευωρίας και αυθαιρεσίας Είναι πάρα πολλά τα βιβλία, οι ταινίες, τα θεατρικά έργα και τα τραγούδια που γράφτηκαν για την υπόθεση. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα απ’ την αρχή …

Η Υπόθεση

Ο Νικόλα Σάκο (γεν. 1891) ήταν τσαγκάρης και νυχτοφύλακας που καταγόταν από την Ιταλία, όπως άλλωστε και ο Μπαρτολομέο Βαντσέτι (γεν. 1888), ένας πλανόδιος ιχθυοπώλης. Και οι δύο είχαν μεταναστεύσει στην Αμερική από το 1908 και ζούσαν στη Βοστώνη. Μερικά χρόνια πριν μεταναστεύσουν από την Ιταλία είχαν έρθει σε επαφή με τις αναρχικές ιδέες. Στην Αμερική ανήκαν στην ριζοσπαστική και μαχητική τάση που εκπροσωπούσε ο Luigi Galleani. Παρά την κοινή τους καταγωγή και τις κοινές πολιτικές πεποιθήσεις, η γνωριμία τους είχε γίνει μόλις το 1917, στη διάρκεια μιας απεργίας.

Στα μέσα Απριλίου του 1920 πραγματοποιήθηκε ληστεία σε χρηματαποστολή που μετέφερε τη μισθοδοσία μιας βιομηχανίας παπουτσιών με αποτέλεσμα να σκοτωθούν δύο άτομα, ο φύλακας της χρηματαποστολής και ο ταμίας της εταιρείας. Η αστυνομία κατηγόρησε αμέσως τους αναρχικούς και στις 5 Μαΐου 1920 συνέλαβε τους Σάκο και Βαντσέτι με το σκεπτικό ότι ήταν αναρχικοί και φίλοι των, επίσης αναρχικών, κύριων υπόπτων. Η ευκολότερη λύση για την αστυνομία ήταν να κατηγορηθούν για τη ληστεία και τις εκτελέσεις οι δυο συλληφθέντες, παρ’ όλο που δεν υπήρχαν ουσιαστικά στοιχεία ή μαρτυρίες. Σε μια δίκη παρωδία που κράτησε τέσσερις μήνες, οι Σάκο και Βαντσέτι κρίθηκαν ένοχοι και καταδικάστηκαν σε θάνατο στην ηλεκτρική καρέκλα.

Λίγες μέρες μετά την σύλληψή τους ξεκίνησαν οι πρώτες προσπάθειες να οργανωθεί ένα κίνημα συμπαράστασης. Στις προσπάθειες αυτές συμμετείχαν φίλοι, σύντροφοι και οι δικηγόροι των κατηγορούμενων. Μέσα σε ένα χρόνο το κίνημα αυτό είχε πάρει μεγάλες διαστάσεις σε ολόκληρη την Αμερική, αλλά και σε πολλές ξένες χώρες. Κυβερνητικά κτίρια σε πολλές πολιτείες αλλά και σε αμερικανικές πρεσβείες στο εξωτερικό δέχτηκαν επιθέσεις. Παντού γινόντουσαν συγκεντρώσεις και (συχνά δυναμικές) διαδηλώσεις, ενώ η υπόθεση ήταν μόνιμο πρώτο θέμα στις εφημερίδες. Οι τοίχοι ήταν γεμάτοι αφίσες και στους δρόμους μοιράζονταν φυλλάδια και προκηρύξεις. Οι δικηγόροι των καταδικασμένων υπέβαλαν διαρκώς αιτήσεις είτε για επανάληψη της δίκης είτε για έφεση είτε για απονομή χάριτος. Διανοούμενοι από όλο τον κόσμο υπέγραφαν εκκλήσεις για την επανάληψη της δικής και την απελευθέρωση των δύο Ιταλών μεταναστών.

«Αριστερές» συνδικαλιστικές ενώσεις και κυρίως πολιτικά κόμματα, προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν τον θόρυβο που είχε δημιουργηθεί, συγκαλύπτοντας επιμελώς την ξεκάθαρα αναρχική τοποθέτηση των δύο ανδρών και αναδεικνύοντας μόνο την εργατική τους ιδιότητα. Η κατάσταση ήταν τέτοια, που οι «αλληλέγγυοι» δεν μπορούσαν ούτε να αρνηθούν την όποια βοήθεια, αλλά ούτε και να προκαλέσουν ρήξεις στο εσωτερικό του κινήματος. Ακόμα και κυβερνήσεις, όπως αυτή της φασιστικής Ιταλίας έστειλαν εκκλήσεις προς τις αρχές των ΗΠΑ στην προσπάθειά τους να παρουσιάσουν ένα φιλολαϊκό και φιλεργατικό πρόσωπο.

Όλες οι προσπάθειες έπεσαν στο κενό. Όταν το 1925 ο ποινικός Celestino Medeiros ομολόγησε την ενοχή του αθωώνοντας στην ουσία τους δύο αναρχικούς, ήταν σαν να μην το έκανε ποτέ. Τελικά οι Σάκο και Βαντσέτι οδηγήθηκαν στην ηλεκτρική καρέκλα μαζί με τον Medeiros. Πρώτος εκτελέστηκε ο Medeiros και ακολούθησαν με τη σειρά ο Νικόλα Σάκο και ο Μπαρτολομέο Βαντσέτι.

Μόλις έγινε γνωστή η εκτέλεση, ξεσηκώθηκε κύμα βίαιων επιθέσεων σε πρεσβείες, τράπεζες, εργοστάσια και κυβερνητικά κτίρια, αλλά και μαχητικών διαδηλώσεων σε όλο τον κόσμο – ΗΠΑ, Αργεντινή, Νότια Αφρική, Ιαπωνία, Γαλλία, Αγγλία, Ελβετία, Γερμανία, Ολλανδία, Ελλάδα και αλλού. Δέκα χιλιάδες άτομα πέρασαν να αποτίσουν φόρο τιμής στους εκτελεσμένους και περίπου 200.000 παρακολούθησαν την νεκρώσιμη πομπή. Ο φόβος της εξουσίας ήταν τόσο μεγάλος που, σε συνεργασία με την βιομηχανία κινηματογράφου, συνέλεξε και κατέστρεψε όσο κινηματογραφικό υλικό μπόρεσε να βρεθεί.

Οι δυναμικές αντιδράσεις συνεχίστηκαν τουλάχιστον μέχρι το 1928, όταν σύντροφοι και φίλοι των Σάκο και Βαντσέτι προσπάθησαν να ανατινάξουν το τραίνο με το οποίο ταξίδευε για την Αργεντινή ο νέο-εκλεγμένος πρόεδρος Herbert Hoover. Τα σπίτια του δήμιου Robert Elliott και του δικαστή Webster Thayer που τους είχε καταδικάσει ανατινάχτηκαν. Ο δε δικαστής αναγκάστηκε να ζήσει μέχρι τον θάνατό του (1933) κλεισμένος στη λέσχη του κάτω από αστυνομική προστασία.

Ο απόηχος της υπόθεσης αυτής έφτασε μέχρι τις μέρες μας και το πιθανότερο θα συνεχιστεί για αρκετά χρόνια ακόμα. Η υπόθεση έχει χαραχθεί βαθιά στη συνείδηση της εργατικής τάξης, κυρίως των ΗΠΑ, που την ανασύρει σε κάθε ευκαιρία.

Όπως ήταν λογικό, οι διανοούμενοι, οι επιστήμονες και οι καλλιτέχνες κάθε είδους δεν θα μπορούσαν να μείνουν αμέτοχοι. Πολλοί συμμετείχαν ενεργά στις ομάδες αλληλεγγύης και βρέθηκαν συχνά στο δρόμο και στο στόχαστρο της εξουσίας. Όσοι καλλιτέχνες από αυτούς έζησαν τις την ταραγμένη αυτή περίοδο αλλά και πολλοί άλλοι που την γνώρισαν αργότερα, προσπάθησαν να εξωτερικεύσουν μέσα από τη δουλειά τους όλα αυτά τα έντονα συναισθήματά.

Dorothy Parker and John Dos Passos marching on behalf of Sacco and Vanzetti in Boston. Edna St. Vincent Millay Protests Ακόμα και ο Αινστάιν διαμαρτυρήθηκε …

Οι Εικαστικές Τέχνες

Το 1937, ο Gutzon Borglum, ο γλύπτης που ήταν υπεύθυνος για τα λαξευμένα κεφάλια Αμερικανών «πατέρων του έθνους» στο όρος Ράσμορ, παρουσίασε ένα ανάγλυφο αφιέρωμα στους δυο αναρχικούς. Παρ’ όλες τις προσπάθειες στα δέκα, στα είκοσι και στα τριάντα χρόνια από την εκτέλεση, να του δοθεί άδεια προκειμένου να το τοποθετήσει σε κάποιο σημείο της πόλης, οι αρχές το αρνιόντουσαν πεισματικά. Τελικά το 1987, 50 χρόνια μετά την εκτέλεση, το ανάγλυφο τοποθετήθηκε στη Δημόσια Βιβλιοθήκη της Βοστώνης.

Καλύτερη τύχη είχε στις αρχές της δεκαετίας του ’30 ο ακτιβιστής εικαστικός Ben Shahn, όταν η σειρά των πινάκων του με τον γενικό τίτλο The passion of Sacco and Vanzetti, τοποθετήθηκε σε περίοπτη θέση στο, νέο εκείνη την εποχή, Μουσείο Αμερικάνικης Τέχνης Whitney στη Νέα Υόρκη. Στα χρόνια που ακολούθησαν, ο Shahn ασχολήθηκε συχνά με την υπόθεση αυτή, δημιουργώντας πολλούς σχετικούς πίνακες και σχέδια. Το 1967, μια αναπαράσταση των πινάκων του μουσείου Whitney που επίσης είχε δημιουργήσει ο ίδιος καλλιτέχνης με την τεχνική του μωσαϊκού, τοποθετήθηκε στο πανεπιστήμιο Syracuse.

Αξίζει να αναφερθεί το πολύ όμορφο mural που βρίσκεται στη οδό Σκυλοσόφου στη Λάρισα και το οποίο δημιουργήθηκε τον Απρίλιο του 2019 από τους Λαρισσαίους εικαστικούς καλλιτέχνες Αστέριο Λάσκαρη, Χρήστο Λάσκαρη, Χρήστο Σαμαρά, Ελένη Σαρλή και Ζωή Ζηπέλα. Η πρωτοβουλία για τη δημιουργία του, ήταν του Πολιτιστικού Συλλόγου Φίλων μουσικής Ennio Morricone Ελλάδος με την βοήθεια του Δήμου Λάρισας και του Ιταλικού Μορφωτικού Ινστιτούτου Αθηνών.

Η Λογοτεχνία

Από τις ημέρες τις δίκης ακόμα είχαν αρχίσει να εμφανίζονται λογοτεχνικά κείμενα, κυρίως σε εφημερίδες, που αφορούσαν την υπόθεση των Σάκο και Βαντσέτι, όπως το λογοτεχνικό κείμενο του Malcolm Cowley, «Essays of a Crime», το οποίο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα New Republic. Στη «επίσημη» λογοτεχνία, η υπόθεση των Σάκο και Βαντσέτι, πρωτοεμφανίστηκε το 1928, όταν δύο σπουδαίοι λογοτέχνες, ο Αμερικανός Upton Sinclair και ο Βρετανός H. G. Wells, έκαναν την υπόθεση βασικό θέμα στα μυθιστορήματα Boston και Mr. Blettsworthy on Rampole Island αντίστοιχα. Την επόμενη χρονιά, η συγγραφέας Jeannette Marks εξέδωσε το βιβλίο Thirteen Days, με θέμα τις τελευταίες ημέρες πριν την εκτέλεση.

Το 1936 κυκλοφόρησε άλλο ένα μυθιστόρημα με αναφορές στο θέμα. Ήταν το The Big Money, το οποίο αποτελούσε μέρος της τριλογίας USA του John Dos Passos. Η κομμουνίστρια Ruth McKenney, ενέταξε την υπόθεση στο μυθιστόρημά της Jake Home που έγραψε το 1943. Στο διήγημά του με τίτλο Bernard Clare που εκδόθηκε το 1947, ο συγγραφέας James T. Farrell, παρουσίασε την υπόθεση των Σάκο και Βαντσέτι σαν τη σπίθα που ευαισθητοποίησε και κινητοποίησε τον βασικό του ήρωα. Το 1953, ο συγγραφέας και σεναριογράφος Howard Fast, στο μυθιστόρημά του με τίτλο The Passion of Sacco and Vanzetti, περιέγραψε τις τελευταίες ώρες πριν την εκτέλεση των δύο αναρχικών και τον αντίκτυπο που είχε αυτή στην κοινωνία.

Ακόμα και στις μέρες μας, η υπόθεση αυτή αποτελεί συχνά βασικό θέμα ή «χαλί» για πολλά λογοτεχνικά έργα ανεβάζοντας τον συνολικό αριθμό μόνο όσως έχουν την υπόθεση σαν βασικο θέμα και μόνο στις ΗΠΑ σε περισσότερα από 20 μυθιστορήματα.

Τα Κόμικς

Η κομμουνιστική εφημερίδα Daily Worker, δημοσίευσε την υπόθεση σε cartoon. Συγκεκριμένα, ήταν μια συλλογή αφηγηματικών ασπρόμαυρων σκίτσων γύρω από υπόθεση, διαφόρων σκιτσογράφων, που προέτρεπαν τους εργάτες να μη θρηνούν αλλά να αγωνίζονται.

The Daily Worker Cartoon Pages 1-8

The Daily Worker Cartoon Pages 9-16

Το 2011 κυκλοφόρησε το κόμικ The Lives of Sacco & Vanzetti του Rick Geary το οποίο μεταφράστηκε και στα Ελληνικά από τος εκδόσεις Χαραμάδα.

* Το κείμενο και οι φωτογραφίες αναδημοσιεύονται από εδώ https://merlins.gr/index.php/blog/1258-sacco-vanzetti-arts?fbclid=IwAR3A10Y7r6-hs3-C1HwwFSTVZ_FWsf-lhGeJUAELCX8B3aywxe08e99BUa0

«Ο ξεχασμένος ποιητής Γιάννης Αλύτης μεταφράζεται στα ιταλικά»

Ανθούλα Δανιήλ*

Εκεί στην αλλότροπη ζωή του ουρανού ας σταματήσουν οι λυγμοί των αγγέλων αίνιγμα επίμονο θυμοειδές αστραποβόλημα που μίσεψες στους ατέρμονες ασφοδελούς της Αχερουσίας.
(Γιάννης Αλύτης)

Ο Γιάννης Αλύτης-Βόμβας γεννήθηκε στη Μυτιλήνη στις 2 Φεβρουαρίου 1907 και πέθανε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 1999. Στο Γυμνάσιο της Μυτιλήνης ευτύχησε να έχει σπουδαίους δασκάλους, που συνέβαλαν στην καλλιέργειά του. Μετά την αποφοίτησή του διορίστηκε στη Νομαρχία Λέσβου ως υπάλληλος της στατιστικής υπηρεσίας. Στη συνέχεια, μετατάχτηκε στο Υπουργείο Δικαιοσύνης (Πρωτοδικείο Μυτιλήνης), απ’ όπου και συνταξιοδοτήθηκε το 1965. Η πρώτη του επίσημη εμφάνιση στα Γράμματα έγινε τον Ιανουάριο του 1939 στην εφημερίδα Τρίβολος της Μυτιλήνης, όπου με το ψευδώνυμο «Γιάννης Αλύτης» έδωσε τους πρώτους υπερρεαλιστικούς του στίχους. Τα Ποιήματά του (1937-1977) εκδόθηκαν αρχικά το 1987 από τις Εκδόσεις Καστανιώτη και στη συνέχεια, στο σύνολό τους, από τις Εκδόσεις Σμίλη το 2007. Ο Αλύτης-Βόμβας συνεργάστηκε με όλες τις εφημερίδες της Μυτιλήνης, καθώς και με το Δελτίο της Λεσβιακής Παροικίας, από τα μαθητικά του χρόνια μέχρι και το τέλος της ζωής του.

Μετά τον θάνατό του, με το έργο του ασχολήθηκε εκτενώς το περιοδικό Αιολικά Γράμματα στο τεύχος 250 (Ιούλιος-Αύγουστος 2011), στο αντίστοιχο αφιέρωμά του. Ο Βαγγέλης Καραγιάννης, Μυτιληνιός λόγιος, είχε επισημάνει τα υπερρεαλιστικά στοιχεία της ποίησης του Αλύτη-Βόμβα, όπως προκύπτει από την πρώτη έκδοση στον Καστανιώτη, το φθινόπωρο του 1987, πολύ πριν μιλήσουν οι Γάλλοι επιφανείς του κινήματος και οι δικοί μας Ελύτης και Εμπειρίκος, και είχε τονίσει εμφατικώς διακριτά εμπειρικικά, αριστοφανικά, «στοιχεία σεξουαλισμού, πριαπισμού» και άλλα «που προκαλούν το αβίαστο γέλιο του αναγνώστη».

Με τον τίτλο FERMENTI κυκλοφορεί στην Ιταλία λογοτεχνικό περιοδικό το οποίο, μεταξύ άλλων, φιλοξενεί ξένες ενδιαφέρουσες ποιητικές φωνές. Στο τεύχος Anno XLIX N.248, των 500 σελίδων περίπου, που έχουμε στα χέρια μας, ανθολογούνται και δύο Έλληνες ποιητές. Ο Γιάννης Δάλλας, του οποίου η παρουσία είναι γνωστή στον φιλολογικό και λογοτεχνικό χώρο και τιμά τα Γράμματά μας, με το σύνολο του έργου του, ο οποίος έχει πολλάκις ανθολογηθεί και έχει πάρει τη θέση του στην ποιητική μας Ιστορία. Ο έτερος Έλληνας ποιητής, για τον οποίο όλοι ελάχιστα ξέρουμε –κι εδώ το περιοδικό αποκαθιστά μια αδικία στην Ιστορία της νεότερης Ποίησής μας– είναι ο ποιητής Γιάννης Αλύτης, κατά κόσμον Ιωάννης Βόμβας, ο οποίος με τα ποιήματά του κίνησε το ενδιαφέρον του γνωστού Ελληνιστή και μεταφραστή Crescenzio Sangiglio, θηρευτή ταλέντων και αφανών μαργαρίτων.

Φαίνεται πως ο Θεός της Ποίησης αργεί, αλλά δεν λησμονεί.
Ο διαπρεπής μελετητής και μεταφραστής της ελληνικής ποίησης Crescenzio Sangiglio αναζήτησε τα ποιήματα του Γιάννη Αλύτη, αφορμής δοθείσης από ένα κείμενο δημοσιευμένο στο ηλεκτρονικό περιοδικό Frear, το οποίο διευθύνει ο ποιητής Δημήτρης Αγγελής και στο οποίο κείμενο γινόταν λόγος για αγνοημένους Λέσβιους ποιητές, μεταξύ των οποίων ήταν και ο Γιάννης Αλύτης. Το κείμενο είχε γράψει η υποφαινομένη, που είχε μελετήσει τα ποιήματα, καθώς και τα άλλα κείμενα του Γιάννη Αλύτη από τις Εκδόσεις Σμίλη. Ο μεταφραστής παρουσιάζει στο ιταλικό λογοτεχνικό κοινό τον Γιάννη Αλύτη με τον τίτλο: «La riverlazione di un quasi ignoto poeta Greco: il sorgivo surrealismo di Jiannis Alitis-Vomvas, a cura di Crescenzio Sangiglio (con postfazione di Anthula Daniil)».

Τα ποιήματα του Γιάννη Αλύτη είχα παρουσιάσει στο Diastixo, την 1-11-2015, ενώ για τον ξεχασμένο ποιητή ανάμεσα σε άλλους Λέσβιους λογοτέχνες έγραψα, όπως είπαμε, στο ηλεκτρονικό Frear, στις 8-4-2017. Η ιστορία είναι λεπτομερώς καταγεγραμμένη και σ’ αυτήν έχουν μερίδιο πολλά πρόσωπα. Αρχίζω από τον γιο του ποιητή, Βάσο Βόμβα, που κρατά στα χέρια του πολύτιμο αρχειακό λεσβιακό υλικό και, φυσικά, όλο το αρχείο του πατέρα του. Ο Κώστας Μίσσιος, που είναι ο «διάδοχος» του Βαλέτα όσον αφορά τα λεσβιακά Γράμματα και την αποθησαύριση κάθε λέξης και κειμένου που αφορά τη Λέσβο, παραχώρησε σημαντικές σελίδες και πληροφορίες. Άλλα πολλά γνωστά και επιφανή ονόματα της Λεσβιακής Άνοιξης εμπλέκονται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, που δεν είναι της παρούσης, κι έχουν ήδη κατατεθεί στο δημοσιευμένο κείμενο στο Frear. Της παρούσης είναι ο Γιάννης Αλύτης, ο οποίος εκτιμήθηκε από έναν ξένο μελετητή, ενώ είναι σχεδόν άγνωστος στην Ελλάδα και σχεδόν ξεχασμένος και στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τη Λέσβο, όπου εκτός από ποιητής ήταν και τακτικός συνεργάτης του περιοδικού Τρίβολος του Στρατή Παπανικόλα, και διοργανωτής των ιδιαίτερης σημασίας δρωμένων του Κλήδονα, καθώς και δημιουργός των ποιηματιδίων, γνωστών ως «στιχάκια», γεμάτα σκαμπρόζικο, πικάντικο, διονυσιακό ύφος. Έκδοση σχετική έγινε από τον Δρα Παναγιώτη Σκορδά, με τίτλο Αδιάντροπα του Κλήδονα και παρουσίασή της από το Diastixo στις 17-07-2017. Τα «στιχάκια» προέρχονται από δύο αρχεία, εκ των οποίων το ένα ανήκει στον Βάσο Βόμβα, φυσικό κληρονόμο του δημιουργού και Κληδονάρχη Γιαννακού-Γιάννη Αλύτη-Βόμβα. Πρόκειται, λοιπόν, για πολυτάλαντο και εμπνευσμένο άνθρωπο, που αναβαθμίζει με το έργο του την πνευματική μας παραγωγή.

Ο Crescenzio Sangiglio διέγνωσε την αξία της ποίησης του Αλύτη, ο οποίος τραμπαλίζεται ανάμεσα σε δυο διαφορετικού επιπέδου στοιχεία. Το ένα είναι το όνομα του συντοπίτη του, σχεδόν συνομήλικου ποιητή Οδυσσέα Ελύτη, τον οποίο θαυμάζει και με του οποίου το, επίσης, ψευδώνυμο παίζει, συμπλέει ή παραπλέει ποιητικά, και το άλλο είναι ότι σαν Αλήτης –που καθόλου δεν είναι, αντίθετα, αστός και αριστοκράτης είναι– περιπλανιέται σε όλη την ευρωπαϊκή λογοτεχνία, χωρίς να κάνει ρούπι από τα λεσβιακά χωρικά του ύδατα.

Ο Γιάννης Αλύτης-Βόμβας έγραψε ποίηση υπερρεαλιστική που μπορεί να σταθεί –ως έναν βαθμό– πλάι στον προαναφερθέντα Ελύτη, αλλά και πλάι στον Ανδρέα Εμπειρίκο και στον Νίκο Εγγονόπουλο, για να στηριχτώ μόνο σε δύο πολύ χαρακτηριστικούς για το είδος και το ύφος του στίχου τους δημιουργούς.

Ο Crescenzio Sangiglio έγραψε εισαγωγή στα ιταλικά (μιλάει απταίστως ελληνικά και ζει στην Ελλάδα), μετέφρασε τα ποιήματα και συμπεριέλαβε και τη δική μου μελέτη, την οποία μετάφρασε επίσης, ως Επίμετρο, στη δική του δουλειά. Αυτή τη στιγμή έχουμε στα χέρια μας όλα τα ποιήματα του Γιάννη Αλύτη (1937-1977), Εισαγωγή και Επίμετρο στα ιταλικά.

Ο υιός, Βάσος Βόμβας, κι εγώ αντιλαμβανόμαστε ότι η τιμή ανήκει στην ελληνική Ποίηση. Σε μας ανήκει η χαρά που ένας ακόμα σπουδαίος ποιητής προστέθηκε στην 2.500 χρόνων ιστορία ελληνικής Ποίησης και στον μεταφραστή, που σαν γνήσιος αδαμαντωρύχος έφερε στο φως τους απαστράπτοντες στίχους του Γιάννη Αλύτη-Βόμβα. Φαίνεται πως ο Θεός της Ποίησης αργεί, αλλά δεν λησμονεί. Σε ένα ερωτικό του ποίημα ο Γιάννης Αλύτης γράφει:

Και θέλω να σε ζήσω ολάκερη

fermentiΤη ζωή την έζησε, την Ποίηση δεν πρόλαβε, αλλά έχει και η ζωή τα δικά της μυστήρια και τους δικούς της δρόμους προς το υπερπέραν, όπου ελπίζουμε να ταξιδεύει το ιταλικό FERMENTI και να μεταφέρει τα νέα περί της Ποιήσεως του ευτυχούς – Γιάννη Αλύτη-Βόμβα.

*Η Ανθούλα Δανιήλ είναι δρ Φιλολογίας, συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας, μέλος της Ένωσης Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών.

**Το κείμενο και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://diastixo.gr/epikaira/apopseis/12139-alyths-metafrash-italika?utm_source=MailingList&utm_medium=email&utm_content=troaditisdimitris%40gmail.com&utm_campaign=Newsletter_15_4_2019_17_37

Σημειώσεις σχετικά με την ιστορία της αναρχίας στη λογοτεχνία: ένα χρονολόγιο

Αυτή είναι μια χρονολογική λίστα των γεγονότων της αναρχικής ιστορίας από την οποία έχουν εμπνευστεί συγγραφείς. Είναι χρονολογική κατά περίπτωση, όχι με βάση τις ημερομηνίες συγγραφής ή δημοσίευσης. Είναι δομημένη θεματολογικά, δεν είναι μια λίστα λογοτεχνικών βιβλίων από αναρχικούς (ούτε αφορά βιβλία όπου γίνεται αναφορά σε κάποιο σημείο σε έναν παράξενο αναρχικό). Ούτε και είναι μια ολοκληρωμένη λίστα. Οι συγγραφείς κυρίως βρίσκουν ενδιαφέροντα τα δραματικά γεγονότα (βομβιστικές ενέργειες και επαναστάσεις) ή τις γνωστές ιστορικές φυσιογνωμίες και έτσι χάνουν τον καθημερινό αγώνα που αποτελεί τόσο μεγάλο μέρος της αναρχικής ιστορίας. Πολλές εκδηλώσεις, κινήματα, ακόμη και ολόκληρες ήπειροι λείπουν, κυρίως επειδή επικεντρώνεται στην λογοτεχνία που είναι γραμμένη ή μεταφρασμένη στα αγγλικά. Τα μεταφρασμένα έργα δίνονται με δύο ημερομηνίες: της πρώτης δημοσίευσης και της πρώτης αγγλόφωνης έκδοσης.

Άλλα έργα σκιαγραφούν την «ανακύκλωση» των στερεότυπων αναρχικών χαρακτήρων (π.χ. στο Soho Crackpots [1] και στο The Anarchist Beast [2] του Nhat Hong). Αν και οι ουτοπίες, οι φανταστικοί και εναλλακτικοί κόσμοι μας λένε πολλά για τον κόσμο για τον οποίο γράφηκαν, δεν θα καταγραφούν εδώ. Θα το αφήσω σε άλλους να υποστηρίξουν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των λογοτεχνικών έργων της αναρχικής επιστημονικής φαντασίας.

Παραθέτουμε μερικά από τα γεγονότα από την αναρχική ιστορία που έχουν «καταφύγει» σε λογοτεχνικά έργα.

B. Traven

Α. 1848. Το έτος των επαναστάσεων (Παρίσι, Δρέσδη, Βιέννη κ.α.).

Ο Μιχαήλ Μπακούνιν (1813-1876) αγωνίζεται στα οδοφράγματα στη Δρέσδη με τον Ρίχαρντ Βάγκνερ (1813-1883). Ο Μπακούνιν φαίνεται να είναι η έμπνευση για τον Ζίγκφρηντ (Siegfried) [3] στο έργο «Το Δαχτυλίδι» (The Ring)[4]. Αργότερα, θα γραφτεί ένα μυθιστόρημα με κεντρικό ήρωα τον ίδιον: Μπακούνιν: μια εφεύρεση (Bacunin, an invention)[5] (1970, 1977) από τον Horst Bienek (1930-1990) [6].

Β. 1871. Η Κομμούνα του Παρισιού, ένα δημιουργικό γεγονός για όλο το σοσιαλιστικό κίνημα, πυροδότησε μια πλειάδα ρεπορτάζ και μυθιστορήματα, όπως τα παρακάτω:

«Η Πτώση» (La Debacle) (Τhe Downfall) που δημοσιεύθηκε το 1892 από τον Εμίλ Ζολά [7] (Emile Zola) (1840-1902), το οποίο καλύπτει τόσο τον γαλλο-πρωσικό πόλεμο όσο και την Κομμούνα που ακολούθησε. Ο Zola έγραψε επίσης το «Ζερμινάλ» (Germinal) (1885), ένα μυθιστόρημα για την εξέγερση στα γαλλικά ανθρακωρυχεία. Ο Zola δεν ήταν σοσιαλιστής, ούτε ριζοσπάστης και το έργο του Rougon – Macquart [8] βασίστηκε στην κοινωνική ιδέα του δαρβινισμού[9] περί της πολιτιστικής κληρονομιάς «μολυσμένου αίματος». Ο Σουβαρίν, ο αναρχικός ήρωας στο έργο Ζερμινάλ, είναι ο συνήθης γκρινιάρης τύπος που φορά τον κλασσικό σκούρο μανδύα, με τη διαφορά ότι ανατινάζει το ορυχείο, και όχι τους ιδιοκτήτες των ορυχείων, όπως π.χ. δοκίμασε να κάνει ο Ραβασόλ (Ravachol) [10]. Τίποτα από αυτά δεν σταμάτησε μια γενιά αναρχικών να ανταποκρίνεται στο θέμα της αρχέγονης εξέγερσης και να ονομάζει τα παιδιά τους Ζερμινάλ.

Γ. 1880. Γέννηση και την εξάπλωση του ευρωπαϊκού αναρχικού κινήματος

«Η πριγκίπισσα Καζαμάσσιμα» (1886) του Χένρυ Τζέιμς [11] (Henry James) (1843-1916): ο Πέτρος Κροπότκιν (αυτός είναι η πριγκίπισσα) και ο Γιόχαν Μοστ [12] (Johann Most) παρουσιασμένος με μυθιστορηματική πινελιά, και οι αναρχικές ιδέες φοβερά διαστρεβλωμένες. Όπως λέει ένας κριτικός στην επιθεώρηση Αναρχικού Τύπου Cienfuegos: «Το να περιγράψω και να σχολιάσω την πραγματική πλοκή του μυθιστορήματος θα ήταν σαν να του προσδίδω αδικαιολόγητα αξία».

Ο Richard Whiting στο έργο του «John Street αριθμός 5» [13], έχει ως ήρωα τον Dan Chatterton, (ως παλαιό «48») έναν αναρχικό και εκδότη του αθεϊστικού, κομμουνιστικού καυστικού εντύπου Chatterton’s Atheistic, Communistic, Scorcher.

Δ. 1886 Η βόμβα στο Haymarket και οι μάρτυρες του Σικάγο.

Η δίκη και η δικαστική δολοφονία των κατηγορούμενων για την βόμβα στο Haymarket για το «έγκλημα» ότι είναι αναρχικοί ήταν το αντικείμενο πολλών έργων μέσα στο κίνημα (Primo Maggio του Pietro Gori [14],1895).

Το The Bomb (Η βόμβα) [15] (1908) του Frank Harris (1856-1931): Ένα μυθιστόρημα σχετικά με την υπόθεση του Χέυμαρκετ (Haymarket), στην οποία ο Ρούντολφ Σνάουμπελτ Rudolph Schnaubelt (ένας από τους ιστορικά ύποπτους για τη ρίψη της βόμβας, αλλά πιθανώς όχι αυτός που το έκανε) τα ομολογεί όλα… Ο Harris συνδυάζει την αναρχική ιδεολογία του Λούις Λινγκ Louis Lingg (ενός από τους κατηγορούμενους), με τη δική του άποψη, αλλά η αφήγηση κυλάει αρκετά καλά.

Ε. 1890.

Το A Girl Among the Anarchists (Ένα κορίτσι ανάμεσα στους αναρχικούς) της Isobel Meredith (στην πραγματικότητα από τις Olivia & Helen Rossetti [16]), που δημοσιεύτηκε το 1903 –ανατύπωση 1993– δεν είναι ένα μυθιστόρημα αλλά τα απομνημονεύματα του χρόνου παραμονής τους στο κίνημα όταν εξέδιδαν την αναρχική εφημερίδα Τhe Torch (Η Δάδα).

Το 1890 ήταν επίσης η δεκαετία της «προπαγάνδας μέσω της Δράσης»: Ο Ραβασόλ (Ravachol) (Francois-Claudius Koenigstein, 1859-1892), έδωσε το όνομά του σε ένα τραγούδι music hall. O Marius Jacob [17] (Μάριους Τζάκομπ) (Jacob «ο διαρρήκτης») (1864-1941) ήταν η έμπνευση για τον χαρακτήρα Αρσέν Λουπέν [18] του Maurice Leblanc (Μωρίς Λεμπλάν) (μυθιστορήματα από το 1907 ως το 1939).

ΣΤ. 1894 (15 Φεβρουαρίου). Η έκρηξη στο Greenwich.

Το έργο Secret Agent (Ο Μυστικός Πράκτωρ) (που δημοσιεύθηκε το 1907) του Τζόζεφ Κόνραντ [19] (1857-1924): Ειρωνικό μυθιστόρημα όπου ο συγγραφέας εκτονώνει το θυμό του πάνω στους επαναστάτες, ανακυκλώνοντας και ξαναζωντανεύοντας στερεότυπα που χρησιμοποιούνται ακόμη ως σήμερα.

Ζ. 1900. Η άνοδος του αναρχοσυνδικαλισμού.

Το How Shall We Bring About The Revolution? (Πώς θα πραγματοποιήσουμε την επανάσταση;) (1913) από τους Emile Pataud και Emile Pouget [20] (1860-1931): λογοτεχνία για τον συνδικαλισμό. Ο Pouget είχε προηγουμένως επεξεργαστεί το έντυπο Le Pere Peinard (Cool Daddy) 1889-1902, το Class War της εποχής του.

Η. 1901. O Czolgosz [21] δολοφονεί τον McKinley.

Το γεγονός αποτελεί μέρος του μιούζικαλ Assassins του Stephen Sondheim. [22]

Θ. 1910-1920. Η μεξικανική επανάσταση.

To The Jungle Novels (Ιστορίες της Ζούγκλας), γραμμένο στα γερμανικά το 1930 από το Β.Traven [23](24) (;1882-1969) που περιλαμβάνει τα Government (1931), The Carreta (1931), March to the Monteria ή The March to Caobaland (1933), The Troza (1936), The Rebellion of the Hanged (1936) και The General From The Jungle (1940).

«Δεν υπάρχει παράδειγμα όπου τα ανθρώπινα όντα ήταν τόσο καταπιεσμένα, φιμωμένα και κακοποιημένα για τόσο πολύ καιρό που τελικά να έχασαν κάθε σκέψη αντίστασης και εξέγερσης. Όσο πιο άμυαλος είναι κάποιος που κυβερνά ένα λαό, τόσο περισσότερο προσπαθεί να κάνει κάθε αντίσταση αδύνατη χρησιμοποιώντας μέτρα ωμής βίας. Ακόμη και στην πιο αυθαίρετη δικτατορία μπορεί να φανταστεί κάποιος, το ένα πέμπτο του πληθυσμού παραμένει ανέγγιχτο. Και αυτό ακριβώς δεν είναι ποτέ το χειρότερο μέρος του πληθυσμού. Αυτό το ένα πέμπτο του πληθυσμού, το οποίο ο ίδιος, ο δικτάτορας, δεν μπόρεσε ποτέ να αγγίξει, θα προκαλεί την πτώση του». Β. Traven, απόσπασμα από το «March to the Monteria» ή «The March to Caobaland» (1933).

Το χρονικό της καταπίεσης και της εξέγερσης (με πιο πολλές αναφορές στην εξέγερση, στη συνέχεια του έργου) δείχνει την πορεία της μεξικανικής επανάστασης. Η ανάμιξη των δύο ρευμάτων: η λαϊκή εξέγερση και η συνειδητή αναρχία (κάτι σαν την ίδια την επανάσταση).

Η ζωή του Traven είναι ένα μεγάλο μυθιστόρημα από μόνη της (πίστευε πως ένας συγγραφέας δεν πρέπει να έχει βιογραφία, αλλά μόνο τα έργα του), εν μέρει λόγω του γεγονότος ότι ως Γερμανός αναρχικός που συμμετείχε στο Συμβούλιο (Σοβιέτ) του Μονάχου το 1919, ήθελε να θολώσει τα νερά σχετικά με το παρελθόν του. Τα άλλα έργα του, συμπεριλαμβανομένων των The Death Ship (1926, 1934), Der Wobby (1926)/ The Cottonpickers (1956) και Treasure of the Sierre Madre (1927, 1934), επίσης είναι γεμάτα ελευθεριακό πνεύμα.

Σημειώσεις:

[1] Τίτλος «Soho Crackpots»: Anarchists in the Media in the 1890s. Συγγραφέας Christine Donovan. Εκδόθηκε το 1988. Μέγεθος 24 σελίδες.

[2] Τίτλος The Anarchist Beast: The Anti-anarchist Crusade in Periodical Literature (1844-1906). Συγγραφείς Nhat Hong, Soil of liberty. Εκδόθηκε το 1975. Μέγεθος 68 σελίδες.

[3] Η όπερα Ζίγκφριντ (γερμ. Siegfried) είναι το τρίτο μέρος της τετραλογίας του Ρίχαρντ Βάγκνερ, Το Δαχτυλίδι των Νιμπελούνγκεν. Παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις 16 Αυγούστου του 1876, στην όπερα του Μπαϊρόιτ.

[4] Το Δαχτυλίδι των Νιμπελούνγκεν ή ορθότερα Το Δαχτυλίδι του Νίμπελουνγκ (γερμ. Der Ring des Nibelungen) είναι ο τίτλος μίας επικής τετραλογίας έργων όπερας του Ρίχαρντ Βάγκνερ. Το σύνολο των έργων θεωρείται μία από τις σημαντικότερες δημιουργίες στην ιστορία της μουσικής. Εκτός από τις μουσικές καινοτομίες που εισήγαγε στο είδος της όπερας, το έργο διαθέτει μία πλούσια πλοκή, βασισμένη σε μύθους και παραδοσιακές εξιστορήσεις. Η παρουσίαση ολόκληρης της τετραλογίας πραγματοποιείται κατά τη διάρκεια τεσσάρων διαδοχικών παραστάσεων, καταλαμβάνοντας συνολικά διάστημα περίπου 15 ωρών. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τις ιδιαίτερες τεχνικές ικανότητες που απαιτεί, καθιστά τον πλήρη κύκλο ως ένα από τα πλέον απαιτητικά αλλά και ενδιαφέροντα έργα του είδους. Το πρώτο μέρος είναι χρονικά το συντομότερο, με διάρκεια συνήθως μεταξύ δύο ή τριών ωρών, ενώ η τελευταία κατά σειρά όπερα, Το Λυκόφως των Θεών, διαρκεί μέχρι και πέντε ώρες.

Αποτελείται από τις επί μέρους τέσσερις όπερες: Ο Χρυσός του Ρήνου, Βαλκυρία, Ζίγκφριντ, Το Λυκόφως των Θεών.

[5] Τίτλος Bakunin, an Invention. Συγγραφέας Horst Bienek. Εκδότης Victor Gollancz, 1977. ISBN 0575022361, 9780575022362. Μέγεθος 119 σελίδες.

[6] O Horst Bienek (7 Μαΐου 1930, Γκλάιβιτς–7 Δεκέμβρη 1990, Μόναχο) ήταν Γερμανός συγγραφέας. Γεννήθηκε στo Gleiwitz, της τότε Γερμανίας (σήμερα Gliwice, της Πολωνίας), ο Bienek αναγκάστηκε να την εγκαταλείψει το 1945, όταν οι Γερμανοί εκδιώχθηκαν από τη Σιλεσία. Εγκαταστάθηκε στο ανατολικό τμήμα της Γερμανίας. Για λίγο ήταν μαθητής του Μπέρτολτ Μπρεχτ. Το 1951, συνελήφθη από την NKVD και καταδικάστηκε σε 25 χρόνια καταναγκαστικά έργα στην Vorkuta, ένα γκουλάγκ. Όταν αποφυλακίστηκε, ως αποτέλεσμα μιας αμνηστίας, το 1955, εγκαταστάθηκε στη Δυτική Γερμανία.

Ο Bienek κέρδισε πολλά βραβεία, συμπεριλαμβανομένου του βραβείου Nelly Sachs το 1981. Το γνωστότερο έργο του είναι η σειρά τεσσάρων τόμων που ασχολείται με τα γεγονότα που προηγήθηκαν του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και τον ίδιο τον πόλεμο, με τίτλο Gleiwitz, Eine oberschlesische Chronik in vier Romanen. Τρία από τα έργα του έχουν γυριστεί σε φιλμ: Die Zelle (1970), Die erste Polka (1979), Schloss Konigswald (1987).

[7] Ο Εμίλ Ζολά (γαλλ. Emile Zola, Παρίσι, 1840-Παρίσι, 1902) ήταν Γάλλος λογοτέχνης, το έργο του οποίου ξεχώρισε όχι μόνο αναδεικνύοντας το ρεύμα του νατουραλισμού, αλλά πρωτίστως επειδή άσκησε τεράστια κοινωνική επιρροή με το έργο και τις παρεμβάσεις του. Η μητέρα του ήθελε να τον δει νομικό, ωστόσο εκείνος απέτυχε να περάσει τις απαιτούμενες εξετάσεις. Έτσι, πρώτα εργάστηκε ως γραμματέας, μετά στο τμήμα πωλήσεων ενός εκδοτικού οίκου. Κατόπιν άρχισε να αρθρογραφεί σε εφημερίδες σχετικά με τη λογοτεχνία, την τέχνη και την πολιτική. Χαρακτηριστικές υπήρξαν οι θέσεις του κατά του Ναπολέοντα και του ιερατείου.

Μετά το πρώτο σημαντικό μυθιστόρημά του Τερέζ Ρακέν (1867), ξεκίνησε μια σειρά έργων με τον τίτλο «Λε Ρουγκόν Μακάρ» (Les Rougon-Macquart. Histoire naturelle et sociale d’une famille sous le Second Empire [Ρουγκόν-Μακάρ. Φυσική και κοινωνική ιστορία μιας οικογένειας υπό την Β΄ Αυτοκρατορία]), όπου περιλαμβάνονται περισσότερα από τα μισά μυθιστορήματά του, θέλοντας να αναλύσει με διεισδυτική κριτική ματιά τις πτυχές της τότε γαλλικής κοινωνίας. Σε αυτή τη σειρά συγκαταλέγεται Η ταβέρνα (1877), ένα αριστούργημα το οποίο εμβαθύνει στο φαινόμενο του αλκοολισμού και της φτώχειας στην εργατική τάξη. Επίσης, η Νανά (1880), που, με τη συμβολική μορφή μιας πόρνης η οποία διαφθείρει την παριζιάνικη ελίτ, δηλώνεται η κατάπτωση της Δεύτερης Γαλλικής Αυτοκρατορίας. Επιπλέον, με το Ζερμινάλ (1885) –το καλύτερο ίσως έργο του– έστρεψε τον προβολέα στις απάνθρωπες συνθήκες εργασίας των ανθρακωρύχων.

Στη συνέχεια, από τη βαθυστόχαστη καταγραφή των κοινωνικών προβλημάτων στράφηκε στη σοσιαλιστική ουτοπία με δύο τριλογίες του, Οι τρεις πόλεις και Τα τέσσερα Ευαγγέλια, με τη δεύτερη να μένει ανολοκλήρωτη. Στα τελευταία του χρόνια έμελλε να συνταράξει συθέμελα τη γαλλική κοινωνία με την ανοιχτή επιστολή του προς τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας, η οποία δημοσιεύτηκε στο εξώφυλλο της εφημερίδας L’Aurore υπό τον τίτλο «Κατηγορώ!» (1898). Ξεσκέπαζε μια μηχανορραφία που κόστισε την ελευθερία στον στρατιωτικό Άλφρεντ Ντρέιφους εξαιτίας του αντισημιτισμού του Υπουργείου Αμύνης. Την αποκάλυψη ακολούθησαν δραματικά γεγονότα που κατέληξαν όχι απλώς στη δικαίωση του αθώου αλλά και στη μεταρρύθμιση του συστήματος, συμπεριλαμβανομένου του χωρισμού εκκλησίας και κράτους. Πριν όμως δει αυτή την τελευταία εξέλιξη, βρέθηκε νεκρός υπό συνθήκες που θεωρούνται ύποπτες.

[8] Σειρά έργων του Ζολά, με τον τίτλο «Οι Ρουγκόν Μακάρ» (Les Rougon-Macquart. Histoire naturelle et sociale d’une famille sous le Second Empire [Οι Ρουγκόν-Μακάρ. Φυσική και κοινωνική ιστορία μιας οικογένειας υπό την Β΄ Αυτοκρατορία]).

[9] Ο Κοινωνικός Δαρβινισμός αναφέρεται στην τάση να θεωρούνται οι επιστημονικές θεωρίες του Καρόλου Δαρβίνου περί φυσικής επιλογής και επιβίωσης του καταλληλότερου εφαρμόσιμες στις ανθρώπινες κοινωνίες. Επηρεασμένοι από τα γραπτά του Δαρβίνου για τους μηχανισμούς και τις δυνάμεις που ωθούν την εξέλιξη και τη συνέχεια στη φύση και συγκεκριμένα στα έμβια όντα, οι θεωρητικοί του Κοινωνικού Δαρβινισμού πιστεύουν ότι με παρόμοιο τρόπο συγκροτείται και εξελίσσεται η κοινωνική ζωή. Ο όρος Κοινωνικός Δαρβινισμός εισήχθη στο κοινωνικό και πολιτικό ευρωπαϊκό προσκήνιο το 1877 όπως προέκυψε από ιδέες του Τόμας Μάλθους, του Χέρμπερτ Σπένσερ και του Φράνσις Γκάλτον. Αν και δεν είναι όλοι μεταγενέστεροι του Δαρβίνου, πολλές από τις απόψεις τους παραπέμπουν προφανώς σε μια κοινωνική διάσταση και εφαρμογή δαρβινιστικών θεωριών περί της εξέλιξης. Στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής η θεωρία διαδόθηκε το 1944 από τον ιστορικό Richard Hofstadter.

[10] Ο Francois Claudius Koenigstein, γνωστός με το ψευδώνυμο Ραβασόλ (1859-1892), ήταν γάλλος αναρχικός βομβιστής. Γεννήθηκε στις 14 Οκτωβρίου του 1859 στην πόλη Σεντ-Σαρμόν της Λουάρ και πέθανε στη γκιλοτίνα στις 11 Ιουλίου του 1892 στη Μοντμπρισόν.

[11] Ο Χένρι Τζέιμς (Henry James, 15 Απριλίου 1843–28 Φεβρουαρίου 1916) ήταν ένας από τους σημαντικότερους Αμερικανούς συγγραφείς του 19ου αιώνα, από τους κύριους εκπροσώπους του ρεαλισμού στη λογοτεχνία, και Μέλος του Τάγματος της Αξίας. Πειραματίστηκε με το αφηγηματικό ύφος του μυθιστορήματος και διείσδυσε σε θέματα που έχουν να κάνουν με τη συνείδηση και την αντίληψη του ατόμου. Οι χαρακτήρες των μυθιστορημάτων του εξωτερικεύονται και παραθέτουν τη δική τους εκδοχή για τη σειρά των πραγμάτων. Ήταν, επίσης, ένας από τους θεμελιωτές της κριτικής των λογοτεχνικών έργων και παρότρυνε τους υπόλοιπους συγγραφείς, να παρουσιάζουν την άποψή τους για τον κόσμο μέσα από τα έργα τους. Έζησε σαράντα χρόνια στην Αγγλία και τα μυθιστορήματά του αναφέρονται συχνά σε Αμερικανούς και στις σχέσεις τους με την Ευρώπη και τους Ευρωπαίους. Βιογράφοι και κριτικοί έχουν εντοπίσει ότι σημαντικές επιρροές για το έργο του αποτέλεσαν οι Ονορέ ντε Μπαλζάκ, Ερρίκος Ίψεν, Ναθάνιελ Χόθορν και Ιβάν Τουργκένιεφ.

[12] Ο Johann Joseph Most (γεννήθηκε στις 5 Φεβρουαρίου 1846, στη Βαυαρία-πέθανε στις 17 Μαρτίου 1906 στο Σινσινάτι του Οχάιο) ήταν γερμανοαμερικανός πολιτικός, εκδότης εφημερίδας και ρήτορας. Μεταξύ άλλων έγραψε περίληψη του «Κεφαλαίου» του Μαρξ.

[13] Τίτλος No. Five John Street. Συγγραφέας Richard Whiteing. Έκδοση 40. Εκδότης Century Company, 1899. Πρωτότυπο από Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ. Ψηφιοποιήθηκε στις 16 Νοεμβρίου του 2007. Μέγεθος 315 σελίδες.

[14] Pietro Gori (14 August 1865 – 8 January 1911) Ιταλός δικηγόρος, δημοσιογράφος, διανοούμενος, αναρχικός ποιητής γνωστός για τη δράση του και τα ποιήματα του μεταξύ των οποίων τα Addio a Lugano («Farewell to Lugano»), Stornelli d’esilio («Exile Songs»), Ballata per Sante Caserio («Ballad for Sante Geronimo Caserio»), Inno del Primo Maggio («May, 1 Anthem»).

[15] Τίτλος The Bomb: A Novel, Chicago in fiction. Συγγραφέας Frank Harris. Εκδότης University of Chicago Press, 1963. Μέγεθος 332 σελίδες.

[16] Η Olivia Rossetti Agresti (30 Σεπτεμβρίου 1875-6 Νοεμβρίου 1960) ήταν βρετανίδα αγωνίστρια, συγγραφέας και εκδότης. Αρχικά συνδέθηκε με την αναρχική θεωρία, αργότερα όμως προσεταιρίστηκε τις ιδέες του Σωματειακού Κράτους, κατά μετάφραση του διεθνή όρου κορπορατισμού ή κορπορατιβισμού. Ο Ezra Pound (Έζρα Ουέστον Λούμις Πάουντ, 1885-1972) ήταν Αμερικανός ποιητής και δοκιμιογράφος που μαζί με τον Τ.Σ. Έλιοτ θεωρείται απ’ τους πιο σημαντικούς ποιητές του αγγλοαμερικανικού μοντερνισμού), με τον οποίον διατηρούσε στενή φιλία, την αναφέρει δύο φορές στα Cantos. Η Helen Rossetti ήταν η αδερφή της.

[17] Ο Alexandre Jacob ( 29 Σεπτεμβρίου 1879-28 Αυγούστου 1954), γνωστός με το όνομα Marius Jacob, ήταν γάλλος αναρχικός, με ανεπτυγμένη αίσθηση του χιούμορ και την γενναιόδωρη συμπεριφορά απέναντι στα θύματα που έκλεβε.

[18] Έργα με ήρωα τον Αρσέν Λουπέν: Αρσέν Λουπέν, ο αριστοκράτης λωποδύτης [1907] (Arsene Lupin, gentleman cambrioleur), Αρσέν Λουπέν εναντίον Χέρλοκ Σόλμς (Arsene Lupin contre Herlock Sholmes) [1908], Η κούφια βελόνα [1909], Τα τρία εγκλήματα του Αρσέν Λουπέν [1910], Το κρυστάλλινο πώμα [1912], 813 [1913], Οι εκμυστηρεύσεις του Αρσέν Λουπέν [1914], Το νησί με τα τριάντα φέρετρα [1914], Το πετράδι μέσα στο κέλυφος [1921], Τα οχτώ χτυπήματα του ρολογιού [1921], Τα δόντια της Τίγρης [1921], Η κόμισσα Καλιόστρο [1924], Η δεσποινίς με τα πράσινα μάτια [1927], Μπάρνετ Κόμπανι [1928], Η μυστηριώδης κατοικία [1929], Η γυναίκα με το διπλό χαμόγελο [1930], Το μυστήριο του πράσινου ρουμπινιού [1931], Ένα βράδυ στο Παρίσι [1933], Η Καλιόστρο εκδικείται [1935], Τα δισεκατομμύρια του Αρσέν Λουπέν [1939].

[19] Ο Τζόζεφ Κόνραντ (Joseph Conrad, 3 Δεκεμβρίου 1857-3 Αυγούστου 1924) ήταν Πολωνός συγγραφέας που έγραψε στην αγγλική γλώσσα και θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους αγγλόφωνους μυθιστοριογράφους.

Έζησε δεκαέξι χρόνια στη θάλασσα πριν εγκατασταθεί οριστικά στην Αγγλία. Μερικά από τα έργα του έχουν ονομαστεί «ρομαντικά», αλλά ο «ρομαντισμός» του εμποτίζεται με άγρια ειρωνεία και μια λεπτή αίσθηση της ανθρώπινης ικανότητας για την αυτοεξαπάτηση. Πολλοί κριτικοί τον θεωρούν ως πρόδρομο του μοντερνισμού. Το αφηγηματικό ύφος και οι υπαρξιακοί, αντι-ηρωικοί χαρακτήρες του, έχουν επηρεάσει πολλούς συγγραφείς, συμπεριλαμβανομένου του Έρνεστ Χέμινγουεϊ, Ντέιβιντ Χέρμπερτ Λόρενς, Γκράχαμ Γκριν, Τζόζεφ Χέλλερ και Γέρζι Κοζίνσκι, καθώς επίσης και ταινίες όπως την «Αποκάλυψη τώρα» (που βασίστηκε στη νουβέλα Η καρδιά του σκότους).

[20] Emile Pouget (12 Οκτωβρίου 1860–21 Ιουλίου 1931) γάλλος αναρχοκομμουνιστής, αναπληρωματικός γραμματέας της C.G.T. (Confederation Generale de Travail) από το 1901 ως το 1908.

Εmile Pataud (12 Φεβρουαρίου 1869-13 Ιανουαρίου 1935). Γάλλος αναρχοσυνδικαλιστής, ιδρύει με φίλους και διατελεί Γραμματέας του Γενικού Συνδικάτου Βιομηχανίας Ηλεκτρισμού (Syndicat general des industries Electriques) που γρήγορα στρέφεται στον αναρχο-συνδικαλισμό.

[21] Ο Leon Frank Czolgosz (5 Μαΐου 1873–29 Οκτωβρίου 1901) ή «Nieman» ήταν ο δολοφόνος του Αμερικανού Προέδρου Ουίλιαμ Μακ Κίνλευ. Επιρροές από Έμμα Γκόλντμαν και Αλεξάντερ Μπέρκμαν.

[22] Ο Stephen Joshua Sondheim (γεν. 22 Μαρτίου 1930) είναι αμερικανός συνθέτης και στιχουργός με μισό αιώνα συμβολής στη μουσική. Του έχουν απονεμηθεί ένα Όσκαρ, οκτώ Tony Awards, οχτώ Grammy Awards, ένα Βραβείο Πούλιτζερ και το Laurence Olivier Award.

[23] B. Traven ήταν το ψευδώνυμο μάλλον ενός Γερμανού συγγραφέα για τον οποίον τα πραγματικά του στοιχεία δεν είναι σαφή. Εικάζεται με κάποια σιγουριά ότι έζησε στο Μεξικό όπου διαδραματίζονται και τα περισσότερα λογοτεχνικά έργα του μεταξύ των οποίων το The Treasure of the Sierra Madre (1927), που γυρίστηκε σε ταινία και πήρε το Όσκαρ το 1948. Πιθανώς το πραγματικό του όνομα να ήταν Ret Marut, γερμανός ηθοποιός και αναρχικός, που έφυγε από την Ευρώπη το 1924 για να πάει στο Μεξικό ή Otto Feige και γεννήθηκε στο Schwiebus του Βραδενβούργου, σήμερα Swiebodzin της Πολωνίας. Ο B. Traven είναι συγγραφέας δώδεκα μυθιστορημάτων, ενός βιβλίου με ρεπορτάζ και πολλών μικρών ιστοριών όπου ασκεί κριτική στον καπιταλισμό.

[24] Έργα του Μ. Bookunin:

–Black flame: the revolutionary class politics of anarchism and syndicalism, του Michael Schmidt και του Lucien van der Walt [κριτική]. Το βιβλίο περιλαμβάνει πρόλογο από τον σκωτσέζο αναρχικό και πρώην πολιτικό κρατούμενο Stuart Christie. Είναι το πρώτο από δύο τόμους. Το Black Flame είναι ένα θεματικό έργο, με την ιστορία και τη θεωρία του παγκόσμιου αναρχισμού και του συνδικαλισμού. Η επικείμενη συνέχεια, το Global Fire, θα παρέχει μια συνολική αφήγηση της ιστορίας του κινήματος.

–A Blast from the past: the life and writings of Alexander Berkman.

Class War in Barcelona: «Anarchism and the City: Revolution and Counter-revolution in Barcelona, 1898-1937» by Chris Ealham [κριτική].

–Notes on the History of Anarchism in literature: a chronology (το παρόν χρονολόγιο).

–Rabble rousers and merry pranksters : a history of anarchism in Aotearoa/New Zealand from the mid-1950s to the early 1980s [κριτική].

–The Russian Revolution in Ukraine (March 1917-April 1918) and Under the Blows of the Counter-revolution (April-June 1918) by Nestor Makhno, [κριτική].

Ι. 1910-1912. Η συμμορία Μπονό (Bonnot).

Το «Men in Prison»[1] («Άνδρες στη φυλακή»), (γραμμένο το 1930, δεν είχε δημοσιευθεί μέχρι το 1967) από τον Victor Serge (1890-1947, γεννημένος Victor Lvovich Kibalchich): Μια φανταστική αφήγηση των χρόνων που βρισκόταν φυλακισμένος (1912-1917), μετά την καταδίκη του για συμμετοχή στη συμμορία Bonnot. Ο Serge είναι μια ενδιαφέρουσα φυσιογνωμία, και όχι μόνο επειδή είναι ένας πολύ καλός συγγραφέας. Μερικοί τον βλέπουν ως άνθρωπο που διατήρησε μια ελευθεριακή οπτική, ακόμη και μετά την αποχώρησή του από το αναρχικό κίνημα (ακόμη και την αντίθεσή του προς τον σταλινισμό, τουλάχιστον ότι δεν έπεσε στο λάθος να λατρέψει σαν ήρωα τον Τρότσκι). Άλλοι υποψιάζονται ότι το «Memoirs of a Revolutionary» (1951, 1963) προσπερνάει το βαθμό της συμμετοχής του στην μπολσεβίκικη αιματοχυσία των αντιφρονούντων πριν κι αυτός αρχίσει να αμφισβητεί την κυριαρχία του Κόμματος. Και μερικοί μπορεί να ανατυπώσουν μερικά από τα πιο αντι-αναρχικά δοκίμια του, 1919-1920 που αξίζουν κάθε αναφορά, προφανώς για να μας δείξουν τα λάθη των προσεγγίσεων μας (The Revolution in Danger Redwords, 1997).

Επίσης, ενδιαφέρον παρουσιάζουν από την άποψη της αναρχικής ιστορίας τα παρακάτω:

ΙΑ. 1910-1912. Το «Lost Men» (Les Hommes Perdus, γραμμένο το 1930): Μυθιστόρημα για τη συμμορία Bonnot και τον αναρχικό χώρο στο Παρίσι που κατασχέθηκε από τη ρωσική ασφάλεια, όταν εκδιώχθηκε το 1936. Για μεγάλο χρονικό διάστημα ήταν αδύνατο να φανταστεί κάποιος ότι αυτό το έργο θα μπορούσε ποτέ να δημοσιευθεί, θα ήμουν κάτι περισσότερο από ευτυχής να έβλεπα μια φωτοτυπία αν κάποιος μπορεί να τη βρει…

ΙΒ.1917. Το Birth of our Power[2], που δημοσιεύθηκε το 1931: Η εξέγερση της CNT στη Βαρκελώνη και πάλι μια μυθιστορηματική αφήγηση των γεγονότων που βίωσε.

Ξαναγυρνώντας στη συμμορία Bonnot, ο Pino Cacucci έχει γράψει ένα διήγημα με τίτλο Without a Glimmer of Remorse[3] (που εκδόθηκε από τον οίκο Christiebooks).

Το The Siege of Sydney Street [4] (γίνεται ακόμη πιο δελεαστικό και μυστηριώδες χάρη στον σκιώδη «Πέτρο τον ζωγράφο»).
Το A Death Out Of Season από τον Emmanuel Litvinoff [5] (1915 – 2011), που δημοσιεύθηκε το 1973: ο φανταστικός απολογισμός της πολιορκίας, μέρος μιας τριλογίας.

ΙΓ. 1914-1918. Το «War to End Wars».

The Good Soldier Svejk and his Fortunes in the World War (aka Schweik) by Jaroslav Hasek (Ο καλός στρατιώτης Σβέικ), του Γιαροσλάβ Χάσεκ[6] (1883-1923), που γράφτηκε μεταξύ 1921 και 1923. Συντομευμένη αγγλική έκδοση (1939), πλήρης έκδοση (1973): ο Χάσεκ (αναρχικός) δείχνει ότι αν δεν μπορείτε με μια γενική απεργία να σταματήσετε τον πόλεμο, μπορείτε τουλάχιστον να κάνετε τους αξιωματικούς να μετανιώσουν για το γεγονός ότι σας πήραν μαζί τους.

ΙΔ. 1917-1922. Η Ρωσική Επανάσταση.

Οι αναρχικοί είχαν εμπλακεί τόσο τον Φεβρουάριο όσο και τον Οκτώβριο, αλλά εκτοπίστηκαν, φυλακίστηκαν και εκτελέστηκαν από τους Μπολσεβίκους (όπως και πολλοί άλλοι εργαζόμενοι που απείλησαν την εξουσία της πρωτοπορίας των «εργαζομένων»!). Αλλά στην Ουκρανία, ο αναρχικός επαναστατικός στρατός του Nestor Makhno [7] (1888-1934) «κράτησε» περισσότερο.

Το Discourse on the Tachanka και το Old man Makhno από τον Isaac Babel[8] (Ισαάκ Μπάμπελ) (1894-1941): Fighting in and writing about the Red Cavalry («Πολεμώντας και γράφοντας για το Κόκκινο Ιππικό») (τίτλος μιας από τις συλλογές διηγημάτων του, 1926, 1929), δεν θα μπορούσε να αποφύγει να γράψει για τη Makhnovschina –Μαχνοβτσίνα– τους αναρχικούς αντάρτες της Ουκρανίας. Ωστόσο, ως πιστό (και λογικό, με αίσθημα αυτοσυντήρησης) μέλος του κόμματος, θα έπρεπε να τους ειρωνευτεί, έτσι οι ιστορίες του είναι πιο χρήσιμες ως παραδείγματα παραμυθιών για τους αναρχικούς, παρά ως αφηγήσεις των γεγονότων της εποχής. Ο Μάχνο εμφανίζεται, ακόμη, στο (επίσης φανταστικό, αλλά λιγότερο συκοφαντικό) ποίημα του John Manifold[9] (1915-1985) «Makhno’s Philosophers».

ΙΕ. 1920-1927.

Κατασκευή ενόχων και εκτέλεση των Sacco και Vanzetti. Όπως και τα γεγονότα στο Haymarket το 1886 παρήγαγαν επίσης πολλά έργα όπως: το «Boston» (Βοστώνη) (γράφτηκε και δημοσιεύτηκε το 1928) από τον Upton Sinclair[10] (1878-1968): η άμεσα δημοσιευμένη απάντηση του Sinclair στην υπόθεση των Sacco – Vanzetti.

ΙΣΤ. 1920. Κινεζική Αναρχία

Ο Pa Chin[11] (ή Ba Jin: γεννημένος ως Li Feigan/Kei-kan,1904 -2005), ήταν ένας από τους αγαπημένους συγγραφείς της Κίνας. Πήρε το όνομά του από την πρώτη συλλαβή του Μπακούνιν και τη τελευταία του Κροπότκιν. Άρχισε να γράφει το 1920 με το έργο Mieh – Wang (Η Καταστροφή). έγραψε μη μυθοπλαστικά έργα, όπως το The Chicago Tragedy (Η τραγωδία του Σικάγο) (1926) και Past Anarchists (Αναρχικοί του Παρελθόντος) (1931). Έργα μυθοπλασίας στα αγγλικά που περιλαμβάνουν τα Family (Οικογένεια) (1931, 1958) and Cold Nights (Κρύες Νύχτες). Μετά από την κομμουνιστική νίκη αναγκάστηκε να ξαναγράψει αναρχικούς χαρακτήρες σε αυτά ως «κομμουνιστικούς», αλλά παρέμεινε πιστός στις αναρχικές πεποιθήσεις του, ακόμη και εν μέσω της «πολιτιστικής επανάστασης».

ΙΖ. 1927.

Το Fog on the Tolbiac Bridge του Leo Malet[12] (1909– 1996) που δημοσιεύθηκε το 1956: ο ήρωάς του, Nestor Burma, ο αγαπημένος όλων, πρώην αναρχικός, ιδιωτικός ντετέκτιβ, ασχολείται με μια υπόθεση που αφορά παλιούς συντρόφους.

Τα χρόνια του αναβρασμού της δεκαετίας του 1930 του ισπανικού αναρχισμού, όπου με συνεχείς εξεγέρσεις οδήγησαν στην ισπανική επανάσταση του 1936-’37.

Το Seven Red Sundays (Επτά κόκκινες Κυριακές) (1932, 1936) από τον Ramon J. Sender[13], (1901-1982). Μια ιστορία της εξέγερσης, που δημοσιεύθηκε στην αγγλική γλώσσα λίγο πριν οι Ισπανοί εργάτες αδράξουν την μεγάλη ευκαιρία τους τον Ιούλιο του 1936.

Το Lean Men (1934) από τον Ralph Bates[14] (1899 – 2000). Ζητωκραυγές για τους χαρούμενους Βρετανούς της Comintern που μπορούν να απομακρύνουν τους ισπανούς εργάτες από ανόητες ιδέες όπως ο αναρχισμός και όταν σκοτώνουν κάποιον, να βρίσκονται σε «αυτοάμυνα».

Ο Αμερικανός ποιητής Phillip Levine [15] (1928–2015) έχει γράψει ποιήματα για τον Francisco Ferrer, τον Francisco Ascaso και τον Buenaventura Durruti. Οι συλλογές του περιλαμβάνουν τα Not This Pig (1968), Red Dust (1971), They Feed The Lion (1972), 1933 (1974), On The Edge and Over (1963/76), The Names of the Lost (1976), 7 Years From Somewhere Ashes (1979), One For The Rose (1981), Off The Map (1984), Sweet Will (1985), The Simple Truth (1994), The Mercy (1999).

ΙΗ. 1936. Η Ισπανική Επανάσταση.

Ο Hugo Dewar[16] έχει ένα εξαιρετικό ποίημα, με τίτλο Barcelona 1936 (Βαρκελώνη 1936) για το θέμα αυτό:

They too were storming heaven Do you think they fought in vain? (Και αυτοί επίσης έκαναν έφοδο στον ουρανό Πιστεύετε αλήθεια ότι αγωνίστηκαν μάταια;)

Το Red Rose και το The Lover Under Another Name από την Ethel Mannin [17] (1900-1984): η Έμμα Γκόλντμαν (1869-1940, το πιο ακαταμάχητο θέμα για τους μυθιστοριογράφους, τους θεατρικούς συγγραφείς κ.λπ. σε ό,τι αφορά τους αναρχικούς), γίνεται μυθιστόρημα από τον συγγραφέα ο οποίος εργάστηκε μαζί της στην οργάνωση της βοήθειας προς τους ισπανούς αναρχικούς κατά τη διάρκεια της Ισπανικής επανάστασης και του εμφυλίου πολέμου.

Το The Man Who Killed Durruti, από τον Pedro de Paz[18] (2003, 2005): ιστορικό αστυνομικό μυθιστόρημα που εξετάζει τον θάνατο του πιο γνωστού ισπανού αναρχικού στη Μαδρίτη, τον Νοέμβριο του 1936.

ΙΘ. 1960.

Τέλος εποχής στην ισπανική αναρχική αντίσταση ενάντια στον Φράνκο, με τον θάνατο του Francisco Sabate «El Quico» (1915-1960), σχεδόν το τελευταίο μέλος του δεύτερου κύματος της αντίστασης.

Το Killing a Mouse on Sunday[19] (Σκοτώνοντας ένα ποντίκι την Κυριακή) από τον Emric Pressburger [20] (1902-1988), που δημοσιεύθηκε το 1961. Γυρίστηκε σε ταινία με τον τίτλο Behold a Pale Horse (Ιδού ένα χλωμό άλογο). Πρόκειται για ένα χαλαρό μυθιστόρημα που βασίζεται στη ζωή και το θάνατο του Sabate, του θρυλικού αναρχικού αντάρτη. Για κάποιο λόγο, περιλαμβάνει και έναν συμπαθητικό ιερέα. Η ανάγνωσή του είναι ευκολότερη από το Chaos and Night[21] (Το Χάος και η νύχτα) (1964) το ζοφερό έργο του Henry de Montherlant (1896–1972) για το ίδιο θέμα (το τελευταίο ταξίδι ενός αντάρτη).

Κ. 1969.

Ο Μιλανέζος αναρχικός Guiseppe Pinelli δολοφονείται από την ιταλική αστυνομία, η οποία προσπαθεί να φορτώσει τις βομβιστικές επιθέσεις των νέο-φασιστών και των μυστικών υπηρεσιών στους αναρχικούς, ως μέρος της «στρατηγικής της έντασης».

Το έργο Accidental Death of An Anarchist («Ο τυχαίος θάνατος ενός αναρχικού») του Ντάριο Φο[22](1926-2016) που δημοσιεύθηκε το 1970: Μεταφράστηκε στα αγγλικά το 1980, και ενημερώνεται συνεχώς για να κρατήσει τις σύγχρονες αναφορές αιχμηρές, είναι πλέον μια κλασική φαρσοκωμωδία. Η «εκδοχή της αστυνομίας» για τη δολοφονία που ήταν γελοία και καθόλου αστεία έχει γίνει η πρόσδεση για το χιούμορ που, στην καλύτερη περίπτωση, λέει να μην εμπιστεύεσαι αυτούς που βρίσκονται στην εξουσία, και στη χειρότερη το πόσο γενναίοι είναι όσοι ακούν κάποιον να το λέει αυτό.
ΚΑ. 1980.

Το Hard Walls of Ego[23] από τον Don Bannister (d.1986), που δημοσιεύθηκε το 1987: Μελαγχολικό μυθιστόρημα σχετικά με την αναρχική δράση και τις διαπροσωπικές σχέσεις, όπου ο Joe Telford, ένας βετεράνος αναρχοσυνδικαλιστής επιστρέφει στην ενεργό δράση και εμπλέκεται συναισθηματικά στα πράγματα.

Κορυφαία ατάκα (για την φυλακή): «This is a right unhealthy place, this.» («Είναι ένα εντελώς ανθυγιεινό μέρος, αυτό»).

ΚΒ. 1990 – σήμερα

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι συγγραφείς (ποιητές και πεζογράφοι), θα συνεχίσουν να βρίσκουν έμπνευση στα δραματικά γεγονότα της εξέγερσης ή στους μικρούς αγώνες της καθημερινής ζωής. Μερικές φορές το αποτέλεσμα είναι ένα μυθιστόρημα απλώς για ανάγνωση, μερικές φορές όμως μπορεί μέσω της ανάγνωσής του να γίνει κατανόηση των ιδεών και των ενεργειών των αναρχικών. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μια ευρύτερη έρευνα (ή δύο μήνες με μια γραφομηχανή) θα μπορούσε να διευρύνει τον κατάλογο των παραπάνω γεγονότων.

*Μετάφραση-Απόδοση Κ.

**Από την «ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ», φύλλο 135, Φεβρουάριος 2014.

[1] Τίτλος Men in Prison. Μεταφράστηκε με εισαγωγή από τον Richard Greeman / Συγγραφέας Victor Serge/ Εκδόθηκε 1969/Μέγεθος 256 σελίδες. Και πιο πρόσφατη: Τίτλος Men in Prison / Spectre Series / Συγγραφέας Victor Serge/Μεταφράστηκε από τον Richard Greeman / Εκδότης PM Press, 2014/ISBN 1604867361, 9781604867367/Μέγεθος 320 σελίδες.

[2] Τίτλος Birth of our power / Συγγραφέας Victor Serge/Έκδοση εικονογραφημένη, ανατύπωση/Εκδότης Writers and Readers Pub. Cooperative, 1977/Πρωτότυπο από Πολιτειακό Πανεπιστήμιο της Πενσυλβανίας / Ψηφιοποιήθηκε στις 6 Μαΐου 2011/ISBN 0904613496, 9780904613490/Μέγεθος 289 σελίδες.

[3] Τίτλος Without a Glimmer of Remorse. Συγγραφέας Pino Cacucci / Μεταφράστηκε από τον Paul Sharkey / Εικονογραφήθηκε από τον Flavio Costantini / Έκδοση εικονογραφημένη / Εκδότης Christie Books, 2006 / Πρωτότυπο από το Πανεπιστήμιο του Μίτσιγκαν / Ψηφιοποιήθηκε στις 16 Μαΐου 2008/ISBN 1873976283, 9781873976289 / Μέγεθος 364 σελίδες.

[4] Η πολιορκία της Sidney Street, γνωστή ως «μάχη του Στέπνεϋ», ήταν μια περιβόητη συμπλοκή στο Ήστ Εντ (East End) του Λονδίνου στις 3 Ιανουαρίου 1911. Προηγήθηκαν οι δολοφονίες Houndsditch και η αυλαία έπεσε με τον θάνατο δύο μελών συμμορίας διαρρηκτών και διεθνών αναρχικών με επικεφαλής, λέγεται, τον Peter Piatkow (Πήτερ Πιατκόβ), γνωστό και ως «Πέτρος ο ζωγράφος» και προκάλεσε μια σημαντική πολιτική διαμάχη σχετικά με τη συμμετοχή του (στη συνέχεια υπουργού Εσωτερικών) Ουίνστον Τσώρτσιλ.

[5] Emanuel Litvinoff (5 Μαΐου 1915–24 Σεπτεμβρίου 2011). Βρετανός συγγραφέας, ποιητής, συγγραφέας θεατρικών έργων.

[6] Ο Γιάροσλαβ Χάσεκ ήταν Τσέχος σατιρικός συγγραφέας. Γεννήθηκε στις 30 Απριλίου 1883 και πέθανε στις 3 Ιανουαρίου 1923. Έζησε σε μια εποχή που η Πράγα ήταν ένα κέντρο λογοτεχνίας με σήμερα παγκοσμίως γνωστά ονόματα όπως ο Φραντς Κάφκα και ο Μαξ Μπροντ. Ο Χάσεκ εργάστηκε με επιτυχία για εφημερίδες και περιοδικά, γράφοντας σατιρικές ιστορίες και άρθρα. Ως συγγραφέας συνδύασε την απλή λαϊκή γλώσσα με την περιγραφή πολύπλοκων λεπτομερειών. Λίγοι αναγνώρισαν την ποιότητα στα έργα του. Οι περισσότεροι συνάδελφοί του πίστευαν ότι τα έργα του ήταν ένα επιφανειακό φαινόμενο. Από το 1910 εργάστηκε για το ζωολογικό περιοδικό Svet zvίrat (Ο Κόσμος τον Ζώων). Περιγράφοντας ανύπαρκτα ζώα έφερε μεγάλη αναταραχή στους ειδικούς. Το αποκορύφωμα ήταν άρθρα όπως η περιγραφή μεθυσμένων παπαγάλων και η ανακάλυψη της προϊστορικής ψείρας.

Το σημαντικότερο έργο του είναι το αντιπολεμικό μυθιστόρημα με τον τίτλο Ο Καλός Στρατιώτης Σβέικ. Το βιβλίο αποτελεί αντίδραση στα γεγονότα του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου και έχει μεταφραστεί σε 58 γλώσσες. Το μυθιστόρημα αναφέρεται στην ιστορία ενός απλού και ασήμαντου ανθρώπου που προσπαθεί να ξεφύγει από τον πόλεμο. Η σχολαστική πραγματοποίηση των στρατιωτικών εντολών αποκαλύπτει τον παραλογισμό και την γελοιότητα του συστήματος. Αυτό το έργο θεωρείται κλασσικό αριστούργημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας και βρίσκεται συχνά μέσα σε καταλόγους των 100 καλύτερων βιβλίων.

[7] Ο Νέστορ Μάχνο Ιβάνοβιτς, γνωστός και ως «Batko» («Πατέρας»), (7 Νοεμβρίου 1888– 6 Ιουλίου 1934) ήταν Ουκρανός επαναστάτης αναρχοκομμουνιστής και διοικητής ενός ανεξάρτητου στρατού αναρχικών στην Ουκρανία κατά τη διάρκεια του Ρωσικού Εμφύλιου Πολέμου.

Ως διοικητής του Επαναστατικού Εξεγερτικού Στρατού της Ουκρανίας, πιο συχνά αναφέρεται ως Μαχνοβτσίνα, ο Μάχνο οδήγησε ένα στράτευμα ανταρτών κατά τη διάρκεια του Ρωσικού Εμφύλιου Πολέμου. Ο Μάχνο πολέμησε όλες τις δυνάμεις που επιχείρησαν να επιβάλουν οποιαδήποτε εξωτερική αρχή, πάνω από τη νότια Ουκρανία, μαχόμενος διαδοχικά τους Ουκρανούς Εθνικιστές, την Κατοχή της αυτοκρατορικής Γερμανίας και της Αυστροουγγαρίας, την Δημοκρατία του Χέτμαν, τον Λευκό Στρατό, τον Κόκκινο Στρατό, και άλλες μικρότερες δυνάμεις υπό την ηγεσία των Ουκρανών Αταμάνων. Ο Μάχνο και το κίνημά του επανειλημμένα επιχείρησαν να αναδιοργανώσουν τη ζωή στο Γκιουλάι-Πολιέ, περιοχή κατά μήκος των αναρχοκομμουνιστικών γραμμών, ωστόσο, οι διαταραχές του εμφυλίου πολέμου απέκλεισαν οποιαδήποτε μακροπρόθεσμα κοινωνικά πειράματα. Παρά το γεγονός ότι ο Μάχνο θεωρούσε τους Μπολσεβίκους απειλή για την ανάπτυξη μιας αναρχικής ελεύθερης περιοχής στο εσωτερικό της Ουκρανίας, δύο φορές τέθηκε σε στρατιωτικές συμμαχίες μαζί τους για να νικήσει το Λευκό Στρατό. Στον απόηχο της τελικής ήττας του Λευκού Στρατού, το Νοέμβριο του 1920, οι Μπολσεβίκοι ξεκίνησαν μια στρατιωτική εκστρατεία εναντίον του Μάχνο, η οποία ολοκληρώθηκε με τη διαφυγή του πέρα από τα σύνορα της Ρουμανίας τον Αύγουστο του 1921. Μετά από μια σειρά φυλακίσεων και δραπετεύσεων, ο Μάχνο τελικά εγκαταστάθηκε στο Παρίσι με τη σύζυγό του Γκαλίνα του και την κόρη του Γιέλενα. Στην εξορία ο Μάχνο έγραψε τρεις τόμους των απομνημονευμάτων του.

Ο Μάχνο πέθανε στην εξορία στην ηλικία των 45 από φυματίωση. Επίσης, πιστώνεται την εφεύρεση της Τατσάνκα (tachanka), ενός κάρου που έφερε τοποθετημένο ένα βαρύ πολυβόλο.

[8] Isaak Emmanuilovich Babel (13 Ιουλίου1894 – 27 Ιανουαρίου 1940). Ρώσος δημοσιογράφος, μεταφραστής συγγραφέας. Εκτελέστηκε από το καθεστώς του Στάλιν, μετά από βασανιστήρια όπου «ομολόγησε» την συμπάθειά του στον Τρότσκι.

[9] John Streeter Manifold (21 Απριλίου 1915–19 Απριλίου 1985). Αυστραλός ποιητής και κριτικός. Γεννήθηκε στην Μελβούρνη. Σπούδαζε στο Jesus College του Κέιμπριτζ, όπου όσο βρίσκονταν εκεί υπήρξε μέλος του ΚΚ Μεγάλης Βρετανίας. Έπειτα έζησε στην Γερμανία, όπου εργάστηκε σε εκδόσεις. Διετέλεσε κατάσκοπος για την Μ. Βρετανία στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Επέστρεψε στην Αυστραλία το 1949. Πέθανε στο Μπρίσμπεϊν.

[10] Upton Beall Sinclair, Jr. (20 Σεπτεμβρίου 1878–25 Νοεμβρίου 1968). Αμερικανός συγγραφέας, έγραψε γύρω στα 100 έργα, σε πολλά διαφορετικά είδη συγγραφικού ύφους. Το 1943 κέρδισε το βραβείο Πούλιτζερ.

[11] Pa Chin. Γεννήθηκε στην Chengdu του Σετσουάν, στις 25 Νοεμβρίου 1904, πέθανε στην Σαγκάη στις 17 Οκτωβρίου 2005. Υπήρξε πολυγραφότατος. Επιρροές του ήταν τα έργα των Emile Zola, Ivan Turgenev, Alexandr Herzen, Anton Chekhov και Emma Goldman. Έλαβε το βραβείο Asian Culture Prize το 1990. Ο αστεροειδής 8315 Bajin πήρε το όνομά του προς τιμήν του.

Έργα του που έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά: (1954) Living Amongst Heroes. Beijing: Foreign Language Press/(1958) The Family. [trans. Sidney Shapiro] Beijing: Foreign Language Press/(1959) A battle for life: a full record of how the life of steel worker, Chiu Tsai-kang, was saved in the Shanghai Kwangrze Hospital. Beijing: Foreign Language Press/(1978) Cold Nights [trans. Nathan K. Mao and Liu Ts’un-yan] Hong Kong: Chinese University press/(1984) Random Thoughts [trans. Germie Barm&ecute;] Hong Kong: Joint Publishing Company. (Partial translation of Suizianglu)/(1988) Selected works of Ba Jin [trans. Sidney Shapiro and Jock Hoe] Beijing: Foreign Language Press. (Includes The Family, Autumn in Spring, Garden of Repose, Bitter Cold Nights)/(1999) Ward Four: A Novel of Wartime China [trans. Haili Kong and Howard Goldblatt]. San Francisco: China Books & Periodicals, Inc./(2005) «How to Build a Society of Genuine Freedom and Equality»(1921), «Patriotism and the Road to Happiness for the Chinese»(1921) and «Anarchism and the Question of Practice»(1927) in Anarchism: A Documentary History of Libertarian Ideas, Volume 1: From Anarchy to Anarchism (300CE-1939), ed. Robert Graham. Montreal: Black Rose Books, 2005.

Ba Jin Συλλογές: Arzybasheff, M. (1927)/«Morning Shadows?» in Tales of the Revolution. Tr. Percy Pinkerton. New York, Huebsch/(1927). «Workingman Shevyrev.» in Tales of the Revolution, tr. Percy Pinkerton. New York, Huebsch.

[12] Leo Malet. Γάλλος συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων και σουρεαλιστής, συνδέθηκε τη δεκαετία του ’30 με τους Andre΄ Breton, Rene΄ Magritte and Yves Tanguy, μεταξύ άλλων. Εκείνη την περίοδο εξέδωσε και πολλά ποιήματα.

[13] Ramο΄n Jose΄ Sender Garce΄s (3 Φεβρουαρίου 1901–16 Ιανουαρίου 1982). Ισπανός συγγραφέας και δημοσιογράφος.

[14] Ralph Bates (3 Νοεμβρίου 1899–26 Νοεμβρίου 2000). Βρετανός συγγραφέας. Συνελήφθη για λίγο γιατί μετέφερε όπλα από τη Γαλλία στην Ισπανία τον Φεβρουάριο του 1937. Επιστρέφοντας, μετακόμισε στην Μαδρίτη, όπου ίδρυσε την εφημερίδα της Διεθνούς Ταξιαρχίας «The Volunteer for Liberty».

Τα τελευταία χρόνια της ζωής όταν πήρε σύνταξη μετακόμισε με τη γυναίκα του στην Νάξο. Πέθανε στο Μανχάταν το 2000.

Έργα: Sierra (1933)/The Lean Men (1935)/Schubert (1935)/The Olive Field (1936)/Rainbow Fish (1937)/The Miraculous Horde and Other Stories (Jonathan Cape, 1939) (Expanded US ed as Sirocco and Other Stories, 1939)/The Undiscoverables (1939)/The Fields of Paradise (1941)/The Dolphin in the Wood (1950).

[15] Philip Levine. Έχει πάρει βραβείο Πούλιτζερ. Είναι γνωστός για τα ποιήματά του για την εργατική τάξη του Ντιτρόιτ. Καθηγητής για πάνω από τριάντα χρόνια στο τμήμα αγγλικής του California State University, στο Fresno, και σε άλλα πανεπιστήμια. Τιμήθηκε πρόσφατα με τον τίτλο του Poet Laureate των ΗΠΑ για το έτος 2011-2012.

[16] Hugo Dewar, τροτσκιστής ακτιβιστής, καθηγητής σε τμήματα ενηλίκων, συνιδρυτής της Marxist League το 1930, γράφτηκε στο ΚΚ το 1931, αλλά διαγράφτηκε ένα χρόνο αργότερα. Ήταν ένας από τους ιδρυτές της Communist League το 1932.

[17] Ethel Edith Mannin (6 Οκτωβρίου 1900–5 Δεκεμβρίου 1984) πολυγραφότατη δημοφιλής Βρετανίδα συγγραφέας. Γεννήθηκε στο Λονδίνο, είχε Ιρλανδικές ρίζες.

[18] Pedro de Paz, Ισπανός συγγραφέας (γεννήθηκε στη Μαδρίτη, στις 26 Οκτωβρίου 1969).

[19] Τίτλος Killing a mouse on Sunday / Συγγραφέας Emeric Pressburger / Εκδότης Harcourt, Brace & World, 1961/Πρωτότυπο από Πολιτειακό Πανεπιστήμιο της Πενσυλβάνια / Ψηφιοποιήθηκε στις 7 Δεκ. 2010 / Μέγεθος 180 σελίδες.

[20] Pressburger, Emeric, γεννηθείς: Imre Jozsef Emmerich Pressburger, στις 5 Δεκεμβρίου 1902, στο Miskolc, της τότε Αυστρο-ουγγαρίας (σημερινή Ουγγαρία), πέθανε στις 5 Φεβρουαρίου 1988.

Ταινίες: I’ll Met by Moonlight – Η Απαγωγή του Στρατηγού Κράιπε (1957) / The Battle of the River Plate – Φον Σπέε, το Καταδρομικό Φάντασμα (1956)/The Tales of Hoffmann – Τα Παραμύθια του Χόφμαν (1951) / The Red Shoes – Τα Κόκκινα Παπούτσια (1949)/Black Narcissus – Ο Μαύρος Νάρκισσος (1947) / A Matter of Life and Death – Ζήτημα Ζωής και Θανάτου (1946)/49th Parallel – Επιτάφιος για έναν Κατάσκοπο (1943) (πήρε Όσκαρ) / The Life and Death of Colonel Blimp – Αξέχαστη Μορφή (1943).

[21] Τίτλος Chaos and Night; Μετάφραση από τα γαλλικά από τον Terence Kilmartin, με εισαγωγή από τον Peter Quennell / Συγγραφέας Henry de Montherlant / Εκδότης Weidenfeld, 1964 / Μέγεθος 254 σελίδες. Και πιο πρόσφατα: Εκδότης New York Review Books, 2009 / ISBN 159017304X, 9781590173046 / Μέγεθος 235 σελίδες.

[22] Ο Ντάριο Φο ήταν Ιταλός θεατρικός συγγραφέας, ευθυμογράφος, ηθοποιός, θεατρικός σκηνοθέτης και συνθέτης. Πήρε το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας το 1997. Χρησιμοποιεί τεχνικές της κομέντια ντελ’ άρτε και συνεργάσθηκε στενά με τη σύζυγό του Φράνκα Ράμε. Έργα: Δάχτυλο στο μάτι (Il dito nell’occhio, 1953), Οι Αρχάγγελοι δεν Παίζουν Φλίπερ (Gli arcangeli non giocano a flipper, 1959), Είχε δυο Πιστόλια (με Άσπρα και Μαύρα Μάτια) (Aveva due pistole dagli occhi bianchi e neri, 1960), Αυτός που Κλέβει ένα Πόδι Έχει Τύχη στην Αγάπη (Chi ruba un piede e fortunato in amore, 1961, H Mεγάλη Παντομίμα («Grande pantomime con bandiere e pupazzi piccolo I medi», 1968), Μίστερο Μπούφο (Mistero Buffo, 1969), Ο Εργάτης Ξέρει 300 Λέξεις το Αφεντικό 1000, Γι’ αυτό Είναι Αφεντικό (L’operaio conosce 300 parole il padrone 1000 per queato lui e il padrone, 1969), Ο Τυχαίος Θάνατος ενός Αναρχικού (Morte accidentale di un anarchico, 1970), Φενταγίν (Fedayin, 1971), Δεν Πληρώνω! Δεν Πληρώνω! (Non si paga, non si paga!, 1974), Η Μαριχουάνα της Μαμάς Είναι πιο Γλυκιά (La marijuana della mamma e la piu bella, 1976), Όλο Σπίτι, Κρεβάτι κι Εκκλησία (Tutti casa letto e chiesa, 1977), Η Ιστορία μιας Τίγρης κι Άλλες Ιστορίες (Storia della tigre et altre storie, 1978), Η Όπερα του Ζητιάνου, (L’opera dello sghignazzo, 1981), Μια Μάνα (Una madre, 1982), Το Ανοιχτό Ζευγάρι (Coppio aperta, 1983), Ελισάβετ: Γυναίκα Κατά Λάθος (Quasi per caso una donna: Elisabetta, 1984), Το Ημερολόγιο της Εύας (Diario di Eva, 1984), Ένας Ήταν Γυμνός κι ο Άλλος Φόραγε Φράκο (L’uomo nudo e l’uomo in frak, 1985), Ο Πάπας και η Μάγισσα (Il papa e la strega, 1989), Ο Ανώμαλος Δικέφαλος (L’anomalo Bicefalo, 2003).

[23] Τίτλος Hard Walls of Ego. Συγγραφέας Don Bannister / Εκδότης Secker & Warburg, 1987 / ISBN 0436032775, 9780436032776 / Μέγεθος 235 σελίδες.

*Του Μ. Bookunin [24]. Μετάφραση-Απόδοση Κ. Δημοσιεύθηκε στην «Διαδρομή Ελευθερίας», φύλλο 134, Ιανουάριος 2014.

Ειρήνη Παραδεισανού, Ο Φερνάντο Πεσσόα και η ηλιθιότητα των ευφυών

«Δεδομένου ότι ο Φερνάντο διαθέτει μια ευαισθησία σε υπερβολική ετοιμότητα καθότι συνοδεύεται από μια ευφυΐα σε υπερβολική ετοιμότητα, αντέδρασε πάραυτα στο Μεγάλο Εμβόλιο – το εμβόλιο που προστατεύει από την ηλιθιότητα των ευφυών».
Αυτά γράφει ο Άλβαρο Ντε Κάμπος, ένας από τους ετερώνυμους του Φερνάντο Πεσσόα για τον δημιουργό του.
Τη βλέπω γύρω μου αυτήν την ηλιθιότητα.
Στην κλειδωμένη ματιά του νέου ανθρώπου που στα είκοσι νομίζει πως βρήκε όλες τις απαντήσεις και δεν καταδέχεται να θέσει ερωτήματα.
Στην αλαζονεία του «επιτυχημένου» μεσήλικα που, αυτάρεσκα κλειδωμένος στο κουτί της γνώσης του, απορρίπτει μετά βδελυγμίας – καλά οχυρωμένης πίσω από ένα προσωπείο συναίνεσης και μετριοπάθειας – οτιδήποτε δε χωράει στα κουτάκια της μικρονοϊκής σκέψης του.
Μονάχα τα παιδιά στέκουν αλώβητα από αυτήν. Η ευφυΐα τους είναι στ’ αλήθεια μαγική, γιατί οι αλυσίδες της σκέψης δεν έχουν προλάβει ακόμη να τη μολέψουν. Και υποπτεύομαι πως η παιδική ματιά του είναι που έσωσε τον Φερνάντο Πεσσόα από την ηλιθιότητα των ευφυών.

«Σαν ένα παιδί προτού το μάθουν να είναι μεγάλος,
Υπήρξα αληθινός και πιστός σε ό,τι είδα και άκουσα».

Μονολογεί ο Φερνάντο Πεσσόα μέσα από τα ασύνδετα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο.
Το πιο σημαντικό: O ίδιος ο ποιητής δεν επαίρεται για τίποτα. Επινοεί τον ετερώνυμό του, τον Αλμπέρτο Καέιρο, ως τον υπέρτατο δάσκαλο που τον εμπνέει.
Νομίζω πως η ανάγκη του αυτή να επινοεί χαρακτήρες φανταστικούς πέρα για πέρα και αποστασιοποιημένος απ’ τον εαυτό του να γράφει τα ποιήματα που αυτοί του υπαγορεύουν, υπογράφοντας με τα ονόματά τους δεν είναι τυχαία. Πίσω απ’ αυτήν κρύβεται μια βαθιά εντιμότητα, μια αδήριτη ανάγκη για αλήθεια.

«Ο δάσκαλός μου Καέιρο δεν ήταν παγανιστής. Ο Ρικάρντο Ρέις είναι παγανιστής, ο Αντόνιο Μόρα είναι παγανιστής. Ο ίδιος ο Φερνάντο Πεσσόα θα ήταν παγανιστής, αν δεν ήταν ένα κουβάρι μπερδεμένο από μέσα».
Γράφει ο Άλβαρο Ντε Κάμπος.
Ο Πεσσόα έχει την εντιμότητα να σκάψει βαθιά μέσα του, να κοιτάξει την έρημο της ψυχής του και να παραδεχτεί πως «είναι ένα κουβάρι μπερδεμένο από μέσα».
Έχει όμως παράλληλα μέσα του τη σφραγίδα της δωρεάς που λίγοι εκλεκτοί έχουν, το κεντρί της αμφιβολίας, την ακόρεστη ανάγκη για αναζήτηση της αλήθειας. Κι όταν αυτή τον πληγώνει;

Ο αυθεντικός ποιητής φτιάχνει τη δική του αλήθεια. Γίνεται ο προφήτης της και την κηρύσσει μέσα από το έργο του. Εναγώνια προσπαθεί να την προστατεύσει από τα βρώμικα χνώτα των άλλων.

Και η αλήθεια του ποιητή Φερνάντο Πεσσόα δεν υπήρξε ποτέ μονοδιάστατη. Από κει και η ανάγκη του να υποδυθεί ρόλους, να επινοήσει τόσους ετερώνυμους όσα και τα πρόσωπα της αλήθειας του.

«Δεν αλλάζω. Ταξιδεύω (…) Εμπλουτίζω την ικανότητά μου δημιουργώντας νέες προσωπικότητες. Συγκρίνω αυτήν την πορεία προς τον ίδιο μου τον εαυτό όχι με κάποια εξέλιξη αλλά με κάποιο ταξίδι».

Πάνω απ’ όλα όμως υπερασπίζεται την παιδικότητα, τη ματιά την μπολιασμένη με το όνειρο.

«Έχουμε όλοι δυο ζωές:
Την πραγματική, αυτή που ονειρευόμαστε
Στην παιδική μας ηλικία, αυτή
Που συνεχίζουμε να ονειρευόμαστε, μεγάλοι,
Στο βάθος της ομίχλης
Και την ψεύτικη, αυτή που ζούμε
Στις συναλλαγές μας με τους άλλους.
Που είναι η πρακτική, η χρήσιμη,
Αυτή που την τελειώνουμε στο φέρετρο.

Στην άλλη δεν υπάρχουν φέρετρα, θάνατοι,
Μόνο εικόνες των παιδικών μας χρόνων:
Μεγάλα βιβλία χρωματιστά, για να δεις κι όχι για να διαβάσεις
Μεγάλες σελίδες χρωματιστές, για να θυμάσαι αργότερα.
Στην άλλη είμαστε εμείς,
Στην άλλη ζούμε.
Σ’ αυτή πεθαίνουμε, και ζωή σημαίνει αυτό ακριβώς.
Αυτή τη στιγμή, λόγω αηδίας, ζω στην άλλη…»

(Δακτυλογραφία, απόσπασμα, μετάφραση Γιάννης Σουλιώτης, εκδόσεις Printa)

Πόσοι τη νιώθουν αυτήν την αηδία; Ή μάλλον πόσοι είναι ικανοί να τη νιώσουν; Σ’ αυτούς απευθύνεται ο ποιητής. Ο ποιητής «με τη διανοητική πάντα ευαισθησία του, την έντονη και ανέμελη προσοχή του, τη θερμή λεπτότητα που δείχνει στην παγερή ανάλυση του εαυτού του».
Ο Φερνάντο Πεσσόα, ένας διανοητής με βλέμμα που στοχεύει στην ψίχα των πραγμάτων ανέγγιχτος από τις μικρονοϊκές θεωρήσεις των ευφυών ηλιθίων.

(Τα αποσπάσματα είναι από τα βιβλία: «Τα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο», μετάφραση, σημειώσεις Μαρία Παπαδήμα, εκδόσεις Gutenberg και «Fernando Pessoa, Ποιήματα», εισαγωγή-μετάφραση Γιάννης Σουλιώτης, εκδόσεις Printa)

*Από τον Ποιητικό Πυρήνα στο https://ppirinas.blogspot.com/2014/11/blog-post_30.html

Γιάννης Λειβαδάς: Η σύγχρονη ποίηση – Υποβάλλοντας προηγούμενα συναγόμενα σε δεύτερη έκθεση

Raha Raissnia, Animism (μελάνι σε φιλμ προβολής, 2013)

Η ποίηση αποτελεί εγχείρημα δημιουργίας μιας περιεχομενικής υπόστασης. Το γεγονός πως πρόκειται για εγχείρημα δημιουργίας και όχι για διακήρυξη ή έκφραση σημαίνει πως για να μετατραπεί το εγχείρημα σε καταπίστευμα αποκτά μιαν αλλότητα: η υπόσταση του ποιήματος αποκτά ανάκλαση.
Ο σύγχρονος ποιητής εργάζεται σε σύνολα δυναμικών ιδιοτήτων οι οποίες καθορίζουν όσα μας αφορούν δίχως όμως να είναι προσαρμοσμένες σε όσα μας αφορούν. Προσαρμοσμένες υπήρξαν έως το σημείο όπου η ποίηση δεν ήταν σύγχρονη, ήταν άλλη. Προτού ο σύγχρονος ποιητής γνωρίσει, από πρώτο χέρι, πως όσο βαθιά είναι η προσαρμογή τόσο βαθιά είναι η υποταγή, τόσο πιο βαθιά είναι η ψευδότητα. Ο σύγχρονος ποιητής με την ποίησή του δεν περιγράφει απολύτως τίποτα και δεν αναφέρεται σε τίποτα, το οποίο εκκινεί από τη μνήμη, τη χρονικότητα ή τον λογικό συγκριτισμό, μα, αντιθέτως, εκκινεί από το άδειασμά τους – η σύγχρονη ποίηση αδειάζει τις προδιαγραφές και τα, λεγόμενα, θεμελιώματα, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα ως εκκενωτήρα.

Διαπιστώνει λοιπόν κανείς, εφόσον τολμά να αποδεχθεί αυτή τη διαπίστωση, πως η σύγχρονη ποίηση διαφέρει από κάθε άλλη ποίηση με τον τρόπο σχεδόν που διαφέρει από την «ποίηση»∙ είναι διαφορετική επειδή η διαφορά αυτή δεν εμπίπτει.

Η κατάσταση ποίησης, δεν είναι κατάσταση ατομική ούτε συλλογική. Πρόκειται για μια υπαρκτική ανανέωση που αναγνωρίζεται από την περάτωση της εξάντλησής της, κατά την οποία καταργούνται οι επαναθεσμοθετήσεις προγενέστερων δημιουργιών ή δημιουργικών τάσεων: τίποτα δεν μετατρέπεται σε κανονιστική αξία, τίποτα δεν αποδίδεται σε πλαίσια «κοινωνικής» δράσης. Το αντίθετό της, η προσπάθεια δηλαδή ενός περάσματος από την επικοινωνιακή αμεσότητα στην επικοινωνιακή εμμεσότητα, είτε το αντίστροφο, αποτελείται από ακολουθίες τελειωμένων επαναθεσμοθετήσεων κατά τις οποίες οι κανονιστικές αξίες χρησιμοποιούνται ως προστατευτικές δυνάμεις ενάντια στις συντριβές και τις ερειπώσεις που η ποίηση προκαλεί. Είναι τώρα πια καταδεδειγμένο πως τα στηρίγματα της «σταθερής ποίησης» και της κουλτούρας που προέκυψε απ’ αυτή, υπήρξαν ευεπίφορα στην αποφυγή και τη νοσηρότητα.

Για να οριστεί στο ποίημα ένα νέο δεδομένο, το ποίημα αποκτά πρώτα ένα χάσμα γι’ αυτό, το οποίο μπορεί κανείς να υποστηρίξει πως φέρνει στο κέντρισμα μιας εσωτερικής ανοικειότητας: το ποίημα αναθέτει έναν ζημιωτικό διαλογισμό. Το ποίημα εισάγει μία ρήξη αληθινή, απρόσμενη, με όρους ύπαρξης. Αναβλύζει μία προέκταση ταυτότητας η οποία αντιπροσωπεύει και εκφράζει εκείνο που απουσίαζε έως το ανάβλυσμά της, και η οποία υπονομεύει ακόμη πιο σθεναρά την ταυτότητα της οποίας αποτελεί προέκταση. Η ταυτότητα αυτή δεν ησυχάζει, δεν πρόκειται ποτέ να ησυχάσει∙ ενώ τα κείμενα κάθε «ποίησης» γυρνούν αενάως γύρω από την επιθυμία παρουσίας σταθεροποιώντας την επιθυμία, διατηρώντας την παρουσία τους εδραιωμένη στις επιλογές που καθιστούν την όποια εκπροσώπηση, μέσω της μη ποιητικής γραφής, απαραιτήτως ανακλώμενη πάνω στην επιφάνεια της «κοινότητας» με την οποία μοιράζεται την ευαρέσκεια αυτή.

Η ποίηση δεν διαμεσολαβεί, μα μεταστρέφει τόσο όσο να αδειάζει τα μεταστρεφόμενα που επηρεάζει, τα οποία γίνονται εαυτός της. Εξ αυτού και ο τρόμος των «ποιητών» την ώρα και τη στιγμή που ανακαλύπτουν τον πραγματικό τους ρόλο και τον ρόλο που παίζει η υπόληψή τους: η ποίηση δεν διαθέτει εξωτερικότητα μολονότι η σύνθεσή της αποτυπώνεται με ίχνη τα οποία αποτελούν κοινά γλωσσικά στοιχεία, τα οποία εκ πρώτης όψεως μοιάζουν να προσφέρονται ανωδύνως στον καθένα. Τα γλωσσικά στοιχεία τελούνται επίσης σε κοινωνικότητα, σε κοινωνία, οι οποίες μολονότι δεν μπορούν να αμφισβητούν την ποίηση, μπορούν να την απορρίπτουν, να αδιαφορούν γι’ αυτή, να την αποφεύγουν ως διαχειρίστρια των δυνάμεων αμφισβήτησης της εξωτερικότητας που τις διέπει – παράγοντας μία ανάλογη «ποίηση».

Ποια είναι εκείνη η σχέση την οποία τελικά η ποίηση αναιρεί ώστε την απόκτηση κενού να πραγματοποιήσει; Ερώτημα ή προβληματισμός η διευκρίνηση του ποιητικού δυναμισμού; Τόσο ο τύπος όσο και η ουσία, τόσο η μορφή όσο και το περιεχόμενο, τόσο το υλικό όσο και το ύφος, εκπροσωπούν την απουσία προτεραιοτήτων της ποίησης – προτεραιότητες υπάρχουν μόνο στο στάδιο της βασικής κατάρτισης. Η αμφισημότητα όσων επιλέγονται και όσων δεν επιλέγονται για τη δημιουργία της ποίησης είναι ως προς το περιεχόμενο της ποίησης ενσαρκωτική∙ η ανάπτυξή της αναπτύσσει ταυτόχρονα την κρίση που της αναλογεί. Το ποίημα όταν τελειώνει αρχίζει, το ποίημα όταν αρχίζει τελειώνει: το αληθινό συστατικό της ποίησης είναι πράξη, όχι εμφάνιση – δεν είναι φωνή, είναι άσκηση, μία παράταση της κατάρας η οποία ζωντανεύει μετά από κάθε «γενεαλογική» κατάρρευση.

Οι επιγνώσεις πολύ συχνά αποθαρρύνουν την κριτική στάση απέναντι στο πεπερασμένο, όταν ως επιγνώσεις αποτελούν μπαίγνια μίας παθητικότητας η οποία εκφράζεται ως επιθυμία για νέα δεδομένα, τα οποία όμως, εν τέλει, αντλούνται από τους ιστούς κάθε προϋπάρχουσας μορφής ή ύλης. Οι μορφές και οι ύλες αυτές παραπέμπουν στην ύπαρξη ανάλογων επιγνώσεων, ακριβώς επειδή η αναδιαμορφωμένη παλαιότητα του ποιήματος είναι μια γλωσσική διαδικασία η οποία εκπέμπει τους ήχους του στραγγαλισμού της. Ο στραγγαλισμός είναι η «ποίηση» και το «ποίημα», ατελής και ανολοκλήρωτος, όντας η επιβεβαίωση μιας κορυφαίας μη κατανόησης, εκείνης της αρνητικότητας της ποίησης η οποία μπορεί να σημάνει το τέλος κάθε προσποιητού αρνητισμού: την επαλήθευση του πεπερασμένου το οποίο θεωρείται ηρωικό διότι αντιστέκεται στην ποίηση, καθώς νομοτελειακά λειτουργεί ως συμπέρασμα κοινωνικής σχετικότητας∙ υποχρεώνεται να υπηρετήσει την εξωτερικότητα γιατί αυτή είναι εντέλει κορυφαία, αυτή αποτελεί την κατ’ εξοχήν υποχρέωση που απελευθερώνει. Το ποίημα, τότε, δεν είναι ποίηση, είναι ενίσχυση μίας παθητικότητας η οποία εντοπίζεται με όρους ενημέρωσης ή ηδονής. Ανάκλαση παγιωμένη στη συνείδηση, η οποία οφείλει να είναι απολύτως παγιωμένη ανάκλαση εντός συνείδησης. Εάν η ανάκλαση αποφύγει την παγίωση και αποδεσμευτεί από τη συνείδηση, θα τείνει προς την ποίηση.

Η αλόγιστη ευαισθητοποίηση όντας παγίωση και ανάκλαση, αμέσως νομιμοποιείται ως κατανόηση, το «ποίημα» αποκτά έναν εσωτερικό προσδιορισμό αδιαφάνειας, που προσδιορίζεται ως τύπος, επιθυμία για επ’ αόριστον αδιαφάνεια. Η αδιαφάνεια, λοιπόν, αποτελεί το υλικό ενός τύπου που αποφεύγει την ουσία∙ παρά την αποφυγή αυτή όμως, πρόκειται για τύπο που τελεσφορεί, που φέρνει σε πέρας τη δουλειά που είναι προορισμένος να κάνει.

Πολλές έννοιες, λιγότερο ή περισσότερο αισθητικές είναι ασήμαντες ή μειονεκτικές ως έννοιες, προϋποτίθενται ως επαναλήψεις προβληματισμών που εγκωμιάζονται ως κάτι αναλλοίωτο – το οποίο διέπει ένα είδος ποίησης που δεν αποτελεί τέχνη, προέρχεται από μία τρομακτικά ιδιότυπη αγάπη προς τη συνείδηση, ή ακόμη και προς τις «συνειδήσεις».

Η διανοητική παθητικότητα διέπεται και αυτή από ανάγκη προσδιορισμού μίας «κοινότητας» συνειδήσεων, συντηρείται μέσα στον αποκλεισμό μίας διασφαλισμένης καθολικότητας, στην εκπροσώπηση ενός προβληματισμού πάγιας αναδρομής στην «αντικειμενικότητα» μίας γλώσσας που ανακλά όλα όσα περιορίζονται από τα σαφή της όρια. Τα περιεχόμενα των ορίων αυτών συνθέτουν μία γλώσσα ακατάλληλη για ποίηση, μολονότι η «ποίηση» αυτής της γλώσσας είναι ιδιαίτερα σημαντική ως γεγονός ακατάλληλης για ποίηση γλώσσας, ως γεγονός μίας ποίησης που όσο πιο χθαμαλή και ανούσια είναι τόσο πιο ισχυρή κοινωνική υπόσταση αποκτά. Τόσο πιο διαπρύσια διαδίδεται.

Το πιο έκδηλο από τα ειδικότερα χαρακτηριστικά της ποίησης είναι η κατεύθυνσή της, δηλαδή το είδος της: δεν διαθέτει ενδιαμεσότητα, ούτε στη γενεαλογική της ακολουθία μα ούτε και στη συγκριτική της, δεν διαθέτει πλευρά ή πλευρικότητα – και όπως έχω καταδείξει προηγούμενα, ξεκινά και τελειώνει, ανά μονάδα, με ενός τρόπου τη συνέπεια και όχι λόγω ενός τρόπου ή λόγω κάποιας συνέπειας.

Η «ποίηση» όντας απτή και συνειδητή διαφήμιση όσων επιφυλάσσονται να αναγνωρίσουν και να βασιστούν στην πνευματική δοκιμασία της ποίησης, φέρνει στο κοινωνικό προσκήνιο όλα εκείνα τα περιγράμματα και τις υποσκιάσεις που εξαρτώνται από τη συνοχή και την αναγνώριση της σημασίας αυτού του κοινωνικού προσκηνίου, μα και του παρασκηνίου, στο οποίο δεν βρίσκεται τίποτα κρυφό ή αποθηκευμένο. Το κοινωνικό προσκήνιο φωταγωγείται από το παρασκήνιό του καθώς το παρασκήνιο αντλεί την ενέργειά του από το προσκήνιο.

Η «ποίηση» λοιπόν δεν είναι απλώς αναγκασμένη, μα υποταγμένη, στην «κοινωνική» της υποχρέωση: στον όρθωση ενός λάβαρου που φέρει τα σύμβολα των πανίσχυρων αυτών βεβαιοτήτων, του προσκηνίου και του παρασκηνίου. Από τη σήψη του πτώματος έχει απομείνει ένας λεκές στο χώμα και τα μόρια μιας δυσωδίας που αιωρούνται στο λιόγερμα: ω δύστοκη εσύ αιωνιότητα!
Ουδέν εκ των προτέρων, ουδέν εκ των υστέρων – γι’ αυτόν τον λόγο η ποίηση εμφανίζεται και δημιουργείται με ποιητές, δηλαδή ανθρώπους οι οποίοι δεν υφίστανται εντελώς και λαμβάνονται υπόψη μόνο όταν οι λαμβάνοντες αντιληφθούν πως η ζωή και η ύπαρξη δεν αποτελούν υπονοήσεις μήτε εννοιακές, αξιακές εκπροσωπήσεις. Όταν αντιληφθούν, δηλαδή, πως η πραγματική σήψη είναι η συνείδηση.

Ο χώρος και ο χρόνος όσο υπονοούνται άλλο τόσο υποκινούνται μέσα σε μία ματαιοδοξία ελέγχου ο οποίος στην «ποίηση» εμφανίζεται είτε με όρους αγαθοεργίας είτε ως μέρος μιας ορθολογικής γνώσης του κόσμου όπου η σκέψη, η αντίληψη και η επινόηση, αποτελούν επιχειρήματα κοινών δοξασιών, όπου η λογική δεν είναι το σύνολο των επιπόλαιων ρηγματώσεων στην επιφάνεια του κενού μα το ζενίθ της ανθρώπινης σύμβασης, ή ορθότερα, το ζενίθ της κοινωνικής σύμβασης∙ η ζωή είναι επαρκώς αιτιολογημένη ενώ ταυτόχρονα η ερευνητική εξάντληση της ανθρώπινης ύπαρξης εξαρτάται από την πρωτοκαθεδρία των εμμονών: τα είδη και τα υποείδη καταλήγουν στην ίδια σκέψη, στην ίδια προσθετική νοηματοδότηση.

Στην «ποίηση» η ελευθερία αντιμετωπίζεται ως μία απλή δυνατότητα πρόσβασης, ως μία ανώφελη δυνατότητα σχολιασμού, οι οποίες καθιστούν την εποχή κατά την οποία αυτή η «ποίηση» γράφεται, «σύγχρονη». Πιθανώς τίποτε δεν είναι τόσο βαθιά συνυφασμένο με το θέαμα όσο οι εκπροσωπήσεις. Η «ποίηση» δεν είναι ανεπανάληπτη, δηλαδή ποίηση, για έναν λόγο: έχει άπειρες δυνατότητες επανεμφάνισης, μετατροπής, μεταβολής, ακόμη και μεταμόρφωσης – παραμένοντας αδιαλείπτως εκπροσώπηση. Μπορεί να είναι τα πάντα, εκτός από ένα πράγμα, ποίηση. Όλες οι δικαιολογίες και οι κρίσεις τόσο από όσο και προς την ίδια, εξάλλου, δεν είναι τυχαίο πως απορρέουν από τις προαναφερθείσες δυνατότητες.

Κάθε ποιητής εγκαινιάζει και μια απόγνωση η οποία είναι ζωτική, τα όσα συνεπάγονται όμως από τη ζωτικότητα αυτής της απόγνωσης διαπιστώνονται σχεδόν πάντοτε καθυστερημένα ως άχρηστα προνόμια του δημιουργού τα οποία σε κάθε μετέπειτα εποχή αξιολογούνται διαφορετικά. Στη σύγχρονη εποχή, σε μία εποχή δηλαδή η οποία ξεκίνησε τελειώνοντας και τελειώνει με την ολοκλήρωση του επιλόγου της, τα συνεπαγόμενα αυτά δεν χρησιμοποιούνται για την προσέγγιση κάποιας καθοριστικότερης και υψηλότερης αλήθειας, μα, για την επιβεβαίωση εκείνης της ποταπότητας η οποία αντιμετωπίζεται και θεωρείται καθοριστικότερη και υψηλότερη αλήθεια, η οποία είναι ήδη πλήρως διαμορφωμένη ως μία υπερ-αντικειμενική θεώρηση της οποίας το τεντωμένο σκοινί απέχει μόλις λίγα εκατοστά από το έδαφος όπου σέρνονται οι αισθητικές παραισθήσεις, οι διανοητικές δοξασίες και οι κοινές επιδιώξεις.
Το πρόβλημα είναι, βεβαίως, η μεταφυσική, η οποία δείχνει να μην είναι κατάρα, μα καταραμένη. Η ποίηση στρέφεται σε άλλη κατεύθυνση από εκείνη στην οποία στρέφονται οι αισθητικές παραισθήσεις, οι διανοητικές δοξασίες και οι κοινές επιδιώξεις που εξασφαλίζουν την ευστοχία τους μέσω της αδράνειά τους.

Ο ποιητής είναι η ποίηση για έναν και μοναδικό λόγο, για το ότι είναι ο μόνος που δεν περιορίζεται στο να ζει και να λειτουργεί υπέρ της ή εναντίον της – όπως συμβαίνει με όλους τους υπολοίπους. Η ποίηση για να δημιουργηθεί συνθέτει τον ποιητή και ο ποιητής για να δημιουργήσει συνθέτει την ποίηση. Με τη σημασία αυτής της διττής σύνθεσης η ποίηση είναι μία εξαίρεση η οποία επιβεβαιώνει έναν κανόνα που δεν έχει ακόμη ολοκληρωτικά διευκρινιστεί.

Για τον λόγο αυτό η μετατροπή λεκτικών προϊόντων σε ανάγκες δεν έχει ουδεμία απολύτως σχέση με την ποίηση, καθώς και η ανάγκη για λεκτικό προϊόν δεν έχει απολύτως καμία σχέση με της ποίησης την ανάγνωση. Αυτές οι δύο χαρακτηριστικές γελοιότητες περιγράφουν τα απώτατα όρια έξω από τα οποία στέκεται η ποιητική τέχνη.

Με άλλα λόγια, ο ποιητής είναι το διαλυτήριο της ποίησης, και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η ποίηση και ο ποιητής είναι αδιαχώριστοι: η ποίηση αποκτά γίγνεσθαι καθώς διέπεται από τον ποιητή στον βαθμό που αυτός δοκιμάζει εντός της τη μεταφυσική διάκριση, ήτοι την προσωρινότητα της ποιητικής του τέχνης: την επίτευξη μιας ακρογωνιαίας καινοφροσύνης.

Παρίσι
Ιανουάριος 2019

*Από το Book Press: https://www.bookpress.gr/stiles/eponimos/i-sygxroni-poiisi-leivadas (12/1/2019)
** Επίσης: https://livadaspoetry.blogspot.com/2019/01/book-press-12012019.html?m=1&fbclid=IwAR3jaQn6jpu0o71vNAmOYbpwgqDVpRsET1t3qd1qmRZAwY2Vgc0wMS3jsTg
*** Στην κεντρική εικόνα το έργο Animism (μελάνι σε φιλμ προβολής, 2013), της Raha Raissnia, visual artist με καταγωγή από το Ιράν, ο οποίος ζει στη Νέα Υόρκη.

Περί παροικιακής λογοτεχνίας

Από την έναρξη του Greek Writers Festival στη Μελβούρνη στις 31 Μάη 2019. Από αριστερά, οι Ελληνοαυστραλοί συγγραφείς Maria Katsonis και Dmetri Kakmi, συνομιλούν με τον επικεφαλής του Τομέα Ελληνικών του Πανεπιστημίου Σίδνεϊ, καθηγητή Βρασίδα Καραλή, στη συζήτηση με θέμα «Μεγαλώνοντας ως Έλληνες και ως Αμφισβητίες» (Growing up as Greeks and as Rebels), συζήτηση που άνοιξε τις εκδηλώσεις του Φεστιβάλ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΛΥΜΝΙΟΣ

Κατά τη διάρκεια του πρόσφατου Φεστιβάλ Ελλήνων Λογοτεχνών στη Μελβούρνη, ακούστηκαν ενδιαφέρουσες απόψεις από καταξιωμένους στον ευρύτερο Αυστραλιανό χώρο της γραφής, αγγλόφωνους λογοτέχνες ελληνικής καταγωγής, γύρω από τον ρόλο της παροικίας, ως αρωγού δημιουργίας έργων ή γενικότερα, ως λογοτεχνικού πυρήνα.

Μηδενός εξαιρουμένου, οι αγγλόφωνοι λογοτέχνες που εξέφρασαν γνώμη για το θέμα αυτό, εκτίμησαν αρνητικά την παροικία, δηλώνοντας ότι η παροικία (και εδώ εννοείται το ελληνόφωνο τμήμα της, διότι υπάρχει μία αντίληψη ότι το αγγλόφωνό της τμήμα υπάρχει εκτός αυτής) όσον αφορά τη λογοτεχνία, δεν συνδιαλέγεται με την ευρύτερη κοινωνικο-πολιτική αφήγηση της Αυστραλίας, ότι η ιδιαίτερή της λογοτεχνική προσέγγιση είναι αρκετά περιορισμένη σε θεματολογία, ενδοσκοπική, και ότι βέβαια, ο όρος «ελληνο-αυστραλιανή λογοτεχνία» είναι πεπερασμένος, δεν ανταποκρίνεται στις προκλήσεις των καιρών και στην εξέλιξη των ίδιων των Ελληνοαυστραλών. Ορισμένοι, δε, υποστήριξαν ότι η «παροικία» (χωρίς, όμως, να οριοθετήσουν τη εννοούν με τη λέξη αυτή) αντέδρασε βίαια στο έργο τους, εφόσον ασπάζεται, κατά τη δική τους αντίληψη πάντα, από αντιδραστικά, εθνικιστικά και ρατσιστικά ιδεώδη, ωθώντας τους να απομακρυνθούν τελείως από αυτή.

Από αυτές τις επισημάνσεις, φαίνεται να πηγάζουν δύο διαφορετικές κατηγορίες ελληνοαυστραλιανής λογοτεχνίας και λογοτεχνών: Η πρώτη, κατ’ εξοχήν ελληνόφωνη, στην οποία συγκαταλέγονται ως επί το πλείστον οι λογοτέχνες της πρώτης μεταναστευτικής γενιάς και ελάχιστοι της δεύτερης, αρθρώνει έναν λόγο, ο οποίος απευθύνεται στον ελλαδικό χώρο, αλλά και αξιοσημείωτα, στην ίδια την παροικία. Δηλαδή, δημιουργεί και μετέχει σε έναν ιδιαίτερο ενδοπαροικιακό διάλογο, ο οποίος καταπιάνεται με ποικίλα ζητήματα, αλλά, κυρίως, με μία υποτιθέμενη ξεχωριστή κοινή παροικιακή αφήγηση και συνείδηση. Η αφήγηση αυτή βέβαια κατά καιρούς συνδιαλέγεται και με άλλες αφηγήσεις, ταξικές, πολιτικές, ιδεολογικές και θρησκευτικές που δεν περιορίζονται και μόνο στον ελληνοκεντρισμό.

Η δεύτερη κατηγορία, φαίνεται να αποτελείται προπάντων από αγγλόφωνους λογοτέχνες των μεταγενέστερων μεταναστευτικών γενεών, οι οποίοι γράφουν αποκλειστικά στην αγγλική γλώσσα, αν και σε ορισμένες περιπτώσεις, κάνουν χρήση ελληνικών λέξεων (κυρίως ανορθόγραφες ή σε λατινικούς χαρακτήρες) ώστε να προσδώσουν εθνικό «χρώμα» στη γραφή τους. Συνδιαλέγεται με ένα ευρύ θεματολογικό φάσμα που αντλεί τα ερείσματα και τους προβληματισμούς του ιδίως από τις αφηγήσεις της άρχουσας τάξης και των κοινωνικών ομάδων στο περιθώριο αυτής. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία, οι λογοτέχνες της κατηγορίας αυτής, ακόμη και όταν αναφέρονται σε στοιχεία της «παροικίας» δεν συνδιαλέγονται με την «παροικιακή λογοτεχνία» ούτε μπορεί να ανιχνεύσει κανείς από το έργο τους, γνώση αυτής, λόγω του γλωσσικού χάσματος που εμποδίζει μια τέτοια προσέγγιση.

Όμως στο πρόσφατο Φεστιβάλ, υποστηρίχθηκε από ορισμένους της κατηγορίας αυτής ότι η παροικία και η «παροικιακή λογοτεχνία» (δηλ. στην ελληνόφωνη εκδοχή της) είναι άσχετη ως προς την ευρύτερη Αυστραλιανή αφήγηση και, κατά συνέπεια, απορριπτέα, ενώ οι δικές τους, εναλλακτικές, αγγλόφωνες φωνές, αντιπροσωπεύουν την νέα κοινωνική πραγματικότητα των Ελληνοαυστραλών, τουλάχιστον όσον αφορά την λογοτεχνία.

Αναμφίβολα, το αγγλόφωνο έργο των ελληνικής καταγωγής λογοτεχνών στην Αυστραλία είναι βαρυσήμαντο, ιδιαίτερα εφόσον εγείρει το παράδοξο της δυαδικής υπόστασής μας σε μία πολυπολιτισμική χώρα. Επιλέγοντας να αρθρώσουν τον λόγο τους στη γλώσσα της άρχουσας τάξης και του κατεστημένου, όχι μόνον μετέχουν στους διαλόγους του, αλλά βρίσκονται σε ιδανική θέση να παρέμβουν στον διάλογο αυτό, ώστε να προσθέσουν κάποια στοιχεία του ελληνικού «περιθωρίου» (με τη συνοχή συνήθως και καμιά φορά με επέμβαση της ίδιας άρχουσας τάξης, η οποία έτσι υπογραμμίζει τον ρόλο της ως ελέγχουσα ολόκληρη την αφήγηση), κατά έναν τρόπο που οι ελληνόφωνοι λογοτέχνες αδυνατούν να το πετύχουν, λόγω του ότι περιορίζονται γλωσσικά (δηλ. δεν ελέγχονται) από τον προαναφερθέντα διάλογο ή αφήγηση.

Κατά πόσον, όμως, είναι στ’ αλήθεια «εναλλακτικές» οι φωνές αυτές; Εφόσον συνδιαλέγονται στη γλώσσα του κατεστημένου, οποιαδήποτε αναφορά σε στοιχεία που αφορούν την ελληνικότητα, γίνεται αναγκαίως σύμφωνα με τα συμφραζόμενα της άρχουσας τάξης, ανταποκρινόμενες στις επικοινωνιακές ανάγκες της και αντικατοπτρίζοντας ή αντιδρώντας στις κοσμοαντιλήψεις που κωδικοποιούνται στη γλώσσα της. Έτσι, ο αγγλόφωνος ελληνικής καταγωγής λογοτέχνης, για να καταστεί εμπορεύσιμος, αναγκάζεται να συμμορφωθεί ή να ευθυγραμμιστεί με ορισμένες ιδεολογικές ή κοινωνικές προδιαγραφές που προέρχονται εκτός, αλλά συνάμα εντός του χώρου όπου γαλουχήθηκε.

Θέματα όπως η τραυματική εμπειρία της μετανάστευσης, οι αγώνες για την διατήρηση της ελληνικής ταυτότητας ή οι ιστορίες με καθαρά ενδοπαροικιακό ενδιαφέρον δεν αφορούν την άρχουσα τάξη και, κατά συνέπεια, δεν γράφονται διότι δεν θα δημοσιευτούν. Αυτό που «πουλάει» είναι σενάρια «σύγκρουσης» παραδόσεων, γλωσσών και εθίμων, όπου κατά γενικό κανόνα, ο λογοτέχνης καλείται να παρουσιάσει τον ελληνικό πολιτισμό (ο οποίος αντιλαμβάνεται κατά γενικό κανόνα αποκλειστικά ως η αγροτική παράδοση των δεκαετιών του ‘50 και του ‘60 από το κατεστημένο) ως υποδεέστερο της άρχουσας τάξης, ως τροχοπέδη στην επιθυμητή πλήρη ενσωμάτωση στην ευρύτερη μετα-εθνοτική κοινωνία, και τελικά ως ηττημένο.

Υποσυνείδητα ή ακόμη και με επιβολή από εξωτερικούς παράγοντες, αγγλόφωνοι ελληνικής καταγωγής λογοτέχνες ωθούνται να εκφράσουν την υπόστασή τους με τοκενιστικούς ή στερεότυπους τρόπους. Καθ’ ομολογία της πολυτάλαντης Μαρίας Κατσώνη, για παράδειγμα, πιέστηκε από τον εκδότη της να αλλάξει τον τίτλο του βιβλίου της, που αρχικά ήταν «Ζωή σε μας», σε «Good Little Greek Girl» υφιστάμενη όλες τις εννοιολογικές συνέπειες που ακολουθούν μια τέτοια επιλογή.

Οπωσδήποτε, η σύγκρουση ταυτοτήτων και αφηγήσεων αποτελούν χαρακτηριστικό της οντοπαθολογίας όλων μας. Όμως, αν είναι φυσικό και αναγκαίο να ανταποκρινόμαστε και να συνδιαλεγόμαστε διακειμενικά και διαπολιτισμικά με όλες τις εθνοτικές, ταξικές, ΛΟΑΤΚΙ και γλωσσικές ομάδες που δραστηριοποιούνται στον ίδιο χώρο, αυτό δεν σημαίνει ότι αδυνατούμε να το επιτύχουμε διαμέσου της ελληνικής γλώσσας, ούτε ότι συνάμα δεν θα πρέπει να σεβαστούμε και να προωθήσουμε την ύπαρξη ενός ενδοπαροικιακού διαλόγου, δηλαδή, να παραδεχθούμε ότι υπάρχει μία εξίσου σημαντική αφήγηση, που ενώ έχει ερείσματα που υπερσκελίζουν γεωγραφικούς ορίζοντες, πηγάζει από εμάς και απευθύνεται (κυρίως) μόνο σε εμάς.

Και αυτό όχι μόνο ώστε να αποφευχθούν ανακρίβειες όπως αυτές που ειπώθηκαν από ορισμένους συμμετέχοντες στο αξιόλογο και ιστορικής σημασίας Φεστιβάλ Ελλήνων Λογοτεχνών (ότι, για παράδειγμα, οι Έλληνες της Αυστραλίας γράφουν με ρατσιστικό τρόπο για τους ιθαγενείς, αντικατοπτρίζοντας τις αξίες της άρχουσας τάξης, αγνοώντας τους αγώνες της προοδευτικής μερίδας της παροικίας και του έντυπου αυτού για κοινωνική χειραφέτηση, το λογοτεχνικό έργο του Θύμιου Χαραλαμπόπουλου ή τις κοινωνικές μελέτες του Γιώργου Βασιλακόπουλου και της Τούλας Νικολακοπούλου), αλλά ώστε να επισημανθεί ότι χωρίς την ύπαρξη της παροικίας, η οποιαδήποτε αξίωση σε «ελληνική», έστω σε «ελληνόχρωμη» λογοτεχνία, ώστε να περιγράψει την παρουσία μας ως εθνοτική ομάδα στην Αυστραλία, σε οποιαδήποτε γλώσσα, δεν γίνεται εφικτή.

Η παροικία, όπως την αντιλαμβάνεται κανείς, αποτελεί συνάμα τόπο αφετηρίας και επιστροφής για μια ενδελεχή λογοτεχνική συναναστροφή με το περιθώριο και με το κέντρο, με μια διαδικασία αντίστασης κατά του κατεστημένου σε έναν χώρο και σε μία γλώσσα που δεν μπορεί να ελεγχθεί πλήρως από την άρχουσα τάξη, καθώς με όλες τις πτυχές της αντιποδικής μας υπόστασης. Μία φωνή που αξιώνει να ασχοληθεί με την ελληνοαυστραλιανή ιδιότητα, δεν μπορεί να αγνοήσει το γεγονός ότι υπάρχει μία αξιοσέβαστη εσωτερική αφήγηση, που συνυπάρχει με τις πολλαπλές άλλες αφηγήσεις και αντικατοπτρίζει ζητήματα και ερεθίσματα, που αφορούν τις δικές μας ιδιαιτερότητες.

Η ιστορική αμνησία που φαίνεται ότι διακατέχει το σύνολο της παροικίας μας, εκδηλώνεται στο ότι έχουμε ως σημείο αρχέγονης αναφοράς μόνο την άφιξή μας εδώ. Τα βιώματα των Ελλήνων που προϋπήρχαν στον ίδιο χώρο δεν έχουν περάσει στη κοινή μας συνείδηση, τόσο μάλλον τα έργα των λογοτεχνών τους. Εντοπίζουμε ένα φαινόμενο παραγωγής λογοτεχνίας που δεν διαβάζεται. Ίσως, λοιπόν, η λωτοφαγική στάση ορισμένων αγγλόφωνων λογοτεχνών ελληνικής καταγωγής να αντικατοπτρίζει εντέλει μια παραδοσιακή αγωγή.

Όμως, ο κίνδυνος που διατρέχουμε όταν οι «εναλλακτικές» φωνές του περιθωρίου αξιώνουν να θεωρηθούν οι πλέον αντιπροσωπευτικές, είναι ότι προμηνύουν το ξεχαρβάλωμα μιας παροικίας που έως τώρα στηρίζεται και διατηρεί τη συνοχή της, πάνω σε μια κοινή συνείδηση, είτε καταγωγής είτε βιωμάτων είτε παραδοχής μύθων. Αν δεν βρούμε τρόπο να πλαισιώσουμε αυτές τις φωνές, να τις συμφιλιώσουμε ή, τουλάχιστον, να τις γνωρίσουμε στο ευρύτερο ενδοπαροικιακό λογοτεχνικό διάλογο, αυτός ο αυθεντικός πυρήνας ελληνικής λογοτεχνίας (και είναι αυθεντικός εφόσον οι αναζητήσεις των ελληνόφωνων λογοτεχνών είναι επικοινωνιακοί και πνευματικοί παρά επαγγελματικοί) μέλλει να χαθεί και να αντικατασταθεί από φωνές που δεν πείθουν ότι έχουν τη δυνατότητα να αναλύσουν, να αξιολογήσουν ή να αφομοιώσουν τον πυρήνα που τους έθρεψε.

Στη συζήτηση που έγινε στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Ελλήνων Λογοτεχνών, γύρω από το αν υπάρχει Ελληνοαυστραλιανός λογοτεχνικός κανόνας, ο Δρ Χρήστος Φίφης επικαλέστηκε την αίσθηση της κοινής ελληνικής συνείδησης της διαβίωσής μας στην Αυστραλία ως κριτήριο για την εντόπιση έργων (οποιονδήποτε γλωσσών) που θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν σε έναν τέτοιο κανόνα. Με αυτόν το γνώμονα, ίσως καιρός είναι να αναλογιστούμε τον τρόπο με τον οποίον προωθούνται τα έργα των παροικιακών μας λογοτεχνών στην ελληνόφωνη εκπαίδευση των ομογενών, και ευρύτερα ώστε να δημιουργηθεί η απαιτούμενη κοινή συνείδηση η οποία θα εξασφαλίσει το μέλλον.

Τοιουτοτρόπως, ίσως θα δοθεί η ευκαιρία στους αυριανούς λογοτέχνες, αν όχι να εκτιμήσουν, ή να ενστερνιστούν τα έργα αυτά, τουλάχιστον να γνωρίζουν ότι αποτελούν τμήμα της πνευματικής τους ταυτότητας, ώστε να μπορέσουν με αυθεντικότητα και ευαισθησία, να αντιπαραβάλλουν τα στοιχεία αυτά με τις τόσες άλλες πολιτιστικές τους ταυτότητες.