Norman Spinrad, O διάβολος δεν είναι ο Βασιλιάς της κολάσεως

Αργύρης Αργυριάδης, MD-PhD – Ψυχοπαθολόγος, μέλος του συνδικάτου των Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου (IWW)

So don’t you bother calling
There ain’t nobody home
Sometimes we’ve got to stand together…

The King of Hell – The Nightwatchman

Αυτό πραγματεύεται το πρώτο κείμενο με τίτλο «της κολάσεως» του όμότιτλου βιβλίου του Norman Spinrad, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Στάσει Εκπίπτοντες», σε μετάφραση Σπύρου Κουρούκλη. Ο διάβολος είναι εγκλωβισμένος στον ρόλο που του έχει προσδώσει ο ίδιος ο «Τέλειος Άρχοντας Όλης της Πλάσης» και δεν μπορεί αυτός ο «φέρων το φως» να εκφράσει την ελεύθερη βούληση του – πράγμα για το οποίο εξεγέρθηκε. Και αν αυτός ο ρόλος του διαβόλου του επιτρέπει απρόσκοπτα να διευθύνει την κόλαση, τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι. Όπως λέει και το αντίστοιχο άσμα του Nightwatchan, «κάποιες φορές πρέπει να σταθούμε μαζί», στην πρώτη γραμμή του αγώνα. Αυτό θα είναι και το μεγαλύτερο πρόβλημα του διαβόλου όταν ο βρόμικος Τζίμι Ντι Άντζελο ιδρυτής και ντεφάκτο πρόεδρος του Εθνικού Σωματείου προσωρινών Αναπληρωτών ή καλύτερα Απεργοσπαστών πεθαίνει και καταδικάζεται εις το πυρ το εξώτερων και αποφασίζει να οργανώσει απεργία για καλύτερες συνθήκες εργασίας.

Φυσικά, εδώ δεν πρόκειται για μια κλασική συνδικαλιστική ιστορία αμερικανικού εργατικού κινήματος, μιας και οι παλιοί καλοί Wobblies των Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου (IWW) όπως ο Joe Hill, η Mother Jones, ο Big Bill Haywood, βρίσκονται στον παράδεισο. Στην κόλαση πάνε οι βδελυροί: απατεώνες χρηματιστές, μεγαλοστελέχη μαφιόζοι και βρώμικοι συνδικαλιστές σαν τον Τζίμι Χόφα ή τον Λέιν Kέρκλαντ, ανάμεσα σε άλλους. Όλους αυτούς θα χρησιμοποιήσει ο Ντι Άντζελο στην προσπάθειά του να οργανώσει τους δαίμονες πάντα με ένα ιδιοφελές κίνητρο, χρησιμοποιώντας όμως όλα τα μέσα που είχαν χρησιμοποιήσει και οι άγιοι του αληθινού συνδικαλισμού αναδεικνύοντας το ότι μόνο «ενωμένοι είμαστε δυνατοί».

Αν κάποιος νομίζει ότι η κόλαση δεν είναι υπαρκτό μέρος δεν χρειάζεται να ανατρέξει στην μεταφυσική, αλλά να κοιτάξει τον σημερινό κόσμο. Την αλληγορία αυτή μας την περιγράφει περίτρανα ο Norman Spinrad σε αυτό του το κείμενο που, ναι μεν, είναι λογοτεχνικό, αλλά είναι βαθύτατα πολιτικό, όπως και τα περισσότερα έργα του συγγραφέα του «πράκτορα του χάους». Ο αναγνώστης μπορεί να το διαπιστώσει στο δεύτερο κείμενο του μικρού αλλά εξαιρετικού βιβλίου που μας προτείνουν οι εκδόσεις «Στάσει Εκπίπτοντες» με τίτλο «Η Ακανόνιστη Νέα Κανονικότητα».

Στο εν λόγω κείμενο ο Norman Spinrad, περιγράφει συνοπτικά μέσα σε λιγότερο από 30 σελίδες την «Μεγάλη Κρίση» του χρηματοπιστωτικού συστήματος το 2008, κάνοντας μια ανασκόπηση της αμερικανικής Αμερικανικής πολιτικής και οικονομικής ιστορίας αλλά και της δημοσιονομικής πολιτικής από το new deal μέχρι τις ημέρες μας δίνοντας μια διαφορετική αιρετική μα πραγματιστική οπτική. Πραγματεύεται πώς αλλάζουν όλα χωρίς να αλλάζει στην ουσία τίποτα μέσα σε έναν κόσμο μπερδεμένο αποιδεολογικοποιημένο που συνάμα παραμένει βαθιά ιδεολογικός, την άνοδο, την πτώση και τις αυταπάτες του κατεστημένου συνδικαλισμού, την δημοκρατία την αντιπροσώπευση και όχι μόνο. Καταλήγοντας σε κάτι που δεν πρέπει να προκαλεί έκπληξη: «Η αποτυχημένη Δημοκρατία της Βαϊμάρης εξάλλου, δεν αντικαταστάθηκε από μια πεφωτισμένη ουτοπία ελεύθερης αγοράς ή από κάποιον εργατικό παράδεισο, αλλά από το Τρίτο Ράιχ». Και αν φαντάζει αυτό δυστοπικό με την παλινόρθωση του εθνικισμού στις μέρες, ο ίδιον σπεύδει να δηλώσει την δυνατότητα μας για ελεύθερη επιλογή καταλήγοντας ότι «Το τέλειο είναι ο εχθρός του καλού και η μόνη δικαιοσύνη που υπάρχει, οικονομική ή άλλη είναι εκείνη που δημιουργούμε εμείς». Αρκετά χειραφετική ως προτροπή, αν την καλοσκεφτεί κανείς.

Φτάνοντας στο τρίτο μέρος του βιβλίου είναι μια συνέντευξη του συγγραφέα που θα μυήσει τον νέο αναγνώστη που δεν γνωρίζει τον συγγραφέα για τις πολιτικές του θέσεις, τα γραπτά του και όχι μόνο εισάγοντας τον να κατανοήσει γιατί παραμένει για κάποιους αιρετικός και επικίνδυνος. Κλείνοντας, θεωρώ πως το βιβλίο αυτό απευθύνεται τόσο στο υποψιασμένο λογοτεχνικό αλλά και πολιτικό αναγνωστικό κοινό. Είναι δε αυτή η υποψία που κάνουν τα έργα του Spinrad τόσο διαφορετικά διότι όπως και ο εωσφόρος, οι συνδικαλιστές αλλά και οι λοιποί ήρωες του είναι και παραμένουν διαχρονικά «Στάσει Εκπίπτοντες».

Judith Rodriguez: η Aυστραλή ποιήτρια που αγκάλιασε την ελληοαυστραλιανή λογοτεχνία

Η Judith Rοdriguez σε επίσκεψή της στην Αθήνα το 2014 όπου και συνάντησε για τελευταία φορά τον Δημήτρη Τσαλουμά

ΕΛΕΝΗ ΝΙΚΑ

Στον «Νέο Κόσμο» του περασμένου Σαββάτου, ο Δημήτρης Τρωαδίτης δημοσίευσε ένα εκτενές βιογραφικό, στα Ελληνικά, της Αυστραλής ποιήτριας Judith Rodriguez, η οποία, προς μεγάλη λύπη όλων, άφησε τα εγκόσμια πριν μερικές εβδομάδες. Ποια όμως η σχέση της με την ελληνική παροικία; Θεωρώ καθήκον μου να κάνω μια αναφορά σ’ αυτή την καταπληκτική ποιήτρια, μεταφράστρια, ακαδημαϊκό και με μεγάλη παρουσία στον ευρύτερο, αυστραλιανό λογοτεχνικό κόσμο της Μελβούρνης, η οποία έπαιξε πρωταρχικό ρόλο στην εξέλιξη του Δημήτρη Τσαλουμά ως «Αυστραλού» ποιητή και στη συνέχεια αγκάλιασε και υποστήριξε το έργο της Ντίνας Αμανατίδου και αρκετών άλλων.
Να σημειώσω παρενθετικά ότι όντας Αγγλοκελτικής καταγωγής, η Judith Rodriguez χρωστάει το ισπανικής προέλευσης επίθετό της στον πρώτο της γάμο με Ισπανοαυστραλό. Μετά τον χωρισμό της, διατήρησε το όνομά του και μ’ αυτό ήταν ευρέως γνωστή. Επιπλέον, ήταν ίσως και μια ένδειξη της αγάπης της για μια πιο κοσμοπολίτικη Αυστραλία.
Ιδού λοιπόν πώς έγινε η πρώτη και λίαν ευτυχής γνωριμία της με τον Δημήτρη Τσαλουμά. Όπως έχει δηλώσει επανειλημμένα η Judith, η πρώτη συνάντησή της με τον άγνωστο τότε ποιητή έγινε το 1979 στη βιβλιοθήκη Carringbush του Richmond όπου γινόταν μια εκδήλωση ποιητικών αναγνώσεων. Η Judith συνοδευόταν από τον δεύτερο σύζυγό της, τον γνωστό Αυστραλό συγγραφέα Tom Shapcott, ο οποίος ήταν τότε υπεύθυνος των ποιητικών δημοσιεύσεων στον εκδοτικό οίκο University of Queensland Press (UQP).
Σ’ αυτή τη βιβλιοθήκη άκουσαν τον Τσαλουμά να διαβάζει ποιήματά του (μεταφρασμένα στα Αγγλικά από τον φιλέλληνα φιλόλογο Philip Grundy). Στη φωνή του Τσαλουμά με τη διαφορετική θεματολογία του, την επιγραμματικότητα και τον λυρισμό του, συνειδητοποίησαν και οι δύο ότι η εποχή του πολυπολιτισμού είχε πλέον φθάσει και ότι η αυστραλιανή λογοτεχνία δεν θα αποτελούνταν μόνο από αγγλοσαξωνικά ονόματα. Πράγματι, το 1983 ο Tom Shapcott δημοσίευσε από τον εκδοτικό οίκο UQP ποιήματα του Τσαλουμά σε δίγλωσση μορφή με τίτλο The Observatory [Το παρατηρητήριο]. Η έκδοση αυτή απέσπασε το πρώτο βραβείο ως το καλύτερο βιβλίο της χρονιάς, πρωτάκουστο για τα αυστραλιανά δεδομένα να βραβευτεί ένα έργο από μετάφραση.
Μετέπειτα, η πορεία του Τσαλουμά στο χώρο της ευρύτερης αυστραλιανής λογοτεχνίας απέδειξε ότι πράγματι άξιζε της υποστήριξης των δύο αυτών ποιητών του αυστραλιανού λογοτεχνικού κατεστημένου. Η ποιητική του πορεία, με πολλά βραβεία για την ποίησή του, συνεχίστηκε μέχρι το 2014 όταν πια ο Τσαλουμάς αποφάσισε να ζήσει τα τελευταία χρόνια της ζωής του στην Ελλάδα. Πέθανε το 2016 στο νησί του, τη Λέρο,την οποία ύμνησε τόσο λυρικά στο έργο του. Η Judith και ο Tom Shapcott παρέμειναν στενοί φίλοι και υποστηρικτές του έργου του από το 1979 μέχρι το θάνατό του.
Μέσω της δικής μου έρευνας και δημοσίευσης Ελλήνων λογοτεχνών της παροικίας, ήμουν τυχερή να γνωρίσω το ζευγάρι αυτό, των οποίων έτυχα της θερμής τους υποστήριξης για τις εκδόσεις μου Ελληνοαυστραλιανής λογοτεχνίας. Με την Judith είχαμε συχνή επικοινωνία και πάντοτε ήθελε να γνωρίζει τι καινούργιο έχει εκδοθεί, ενώ δεν παρέλειπε να στέλνει τα σχόλιά της και να ενθαρρύνει συνεχώς. Λόγω του ότι δεν γνώριζε Ελληνικά, μπορούσε μόνο να διαβάζει Έλληνες συγγραφείς από μετάφραση. Έτσι γνώρισε και αγάπησε το ποιητικό έργο της Ντίνας Αμανατίδου που τη δεκαετία του ‘80 άρχισε να εμφανίζεται σε ποιητικές εκδηλώσεις με αγγλικές μεταφράσεις.
Όταν συναντιόμασταν, πάντα με ρωτούσε πότε θα δημοσιεύσω την Ντίνα Αμανατίδου σε αγγλική μετάφραση και ότι αν χρειαζόμουν τη βοήθειά της, θα μου την έδινε ευχαρίστως. Έπρεπε να περιμένει μέχρι το 2011 να χαρεί την όμορφη και πολυσέλιδη έκδοση της ποιητικής συλλογής Dreams of Clay, Drops of Dew σε μετάφραση της Κωνσταντίνας Ντούνη, που εξέδωσα και όπου στην παρουσίαση στην Ελληνική Κοινότητα ήλθε και τίμησε με την παρουσία της η Judith.
Όταν το 2016 αποφάσισα να συμπεριλάβω την Ντίνα Αμανατίδου σε μια σειρά ποιητικών βιβλιαρίων ήξερα ποιος θα έγραφε την εισαγωγή. Η Judith χάρηκε ιδιαίτερα που αυτή τη φορά θα έπαιζε έναν πιο λειτουργικό ρόλο διαβάζοντας προσεκτικά τα επιλεγμένα ποιήματα της Ντίνας (σε μετάφραση Κυριάκου Αμανατίδη) και γράφοντας μια εισαγωγή για το αγγλόγλωσσο αναγνωστικό κοινό. Σ’ αυτή την εισαγωγή, η Judith γράφει:

«Τα επιγραμματικά ποιήματα είναι, κατά πάσα πιθανότητα, τα πιο δύσκολα να γραφτούν. Αυτά τα ποιήματα που απαρτίζονται από τέσσερις μέχρι επτά στίχους, αποτελούν το απόσταγμα της ποιητικής δεξιότητας της Ντίνας Αμανατίδου. Σύντομα, περιεκτικά και βαθυστόχαστα, καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα θεμάτων που βρίσκονται στο επίκεντρο του προβληματισμού της ποιήτριας… Από τα επιγράμματα ζητούμε την αλήθεια και ραφιναρισμένο, πνευματώδη λόγο. Η Nτίνα Αμανατίδου συνδυάζει και τα δύο. Ειλικρινής, ανυποχώρητη, η δύναμη της ποίησής της έγκειται στην εξερεύνηση του νοήματος της ζωής μας, και στην αδιάκοπη επιβεβαίωσή του.»
(Dina Amanatides, Fragile World / Εύθραυστος Κόσμος, Owl Publishing 2016)

Ίσως διερωτηθεί κανείς, γιατί άραγε χρειαζόμαστε, ή επιζητούμε, την επισφράγιση των έργων μας από Αγγλοαυστραλούς συγγραφείς; Μέσα στην παροικία εμείς οι ίδιοι είμαστε κύριοι του έργου μας και μεταξύ μας μπορούμε κάλλιστα να αξιολογήσουμε τη λογοτεχνία μας, θα έλεγε κανείς. Σωστό. Έξω όμως από την παροικία και μέσα στον αγγλόγλωσσο κόσμο, χρειαζόμαστε την δική τους ματιά για να δεχτούν και να προωθήσουν το έργο μας. Ιδίως όταν γράφουμε στα Ελληνικά και διαβαζόμαστε μόνο από αγγλική μετάφραση. Αν σκεφτούμε τον σπουδαίο ρόλο που έπαιξαν στον αγγλόγλωσσο χώρο της Αγγλίας και της Αμερικής φιλέλληνες λογοτέχνες, πανεπιστημιακοί και μεταφραστές λογοτεχνίας για την ευρύτερη αναγνώριση των ποιητών Σεφέρη και Καβάφη (όπως π.χ. οι Edmund Keeley and Philip Sherrard) μπορούμε να εκτιμήσουμε περισσότερο τη συμβολή Αυστραλών λογοτεχνών και πανεπιστημιακών, όπως η Judith Rodriguez, στο να γίνει πιο γνωστή η λογοτεχνία μας στον κυρίαρχο αυστραλιανό χώρο. Γι’ αυτό της είμαστε ευγνώμονες, καθώς και για το ότι η ίδια ήταν ένα τέλειο παράδειγμα του τι σημαίνει να ζει και να δημιουργεί κανείς σε μια πολυπολιτισμική χώρα.

Το εξώφυλλο της τελευταίας της ποιητικής συλλογής

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ JUDITH RODRIQUEZ (όχι τελική)

Poetry Collections

– A Question of Ignorance in Four Poets [with David Malouf, Don Maynard and Rodney Hall] (Melbourne: Cheshire, 1962).
– Nu-Plastik Fanfare Red: and other poems (St Lucia, Qld: University of Queensland Press, 1973).
– Poems: selections (St Lucia, Qld: University of Queensland Press, 1975).
– Water Life (St Lucia, Qld: University of Queensland Press, 1976).
– Shadows on Glass (Canberra: Open Door Press, 1978).
– Poems (North Melbourne, Vic: Charles Johnston, 1979).
– Mudcrab at Gambaro’s (St Lucia, Qld: University of Queensland Press, 1980).
– Witch Heart (Carlton, Vic: Sisters Publishing, 1982).
– Floridian Poems (Florida, USA: Rollins College, 1986).
– The House by Water: New and Selected Poems (St Lucia, Qld: University of Queensland Press, 1988).
– The Cold (Canberra: National Library of Australia, 1992).
– Manatee and other poems (Warners Bay, NSW: Picaro Press, 2007).
– Flares (Melbourne, Vic: Mark Time Books, 2016).

ΔΙΑΒΑΣΤΕ:

– Jenny Digby, ‘Bathing in a Great Sea of Wonderful Words,’ A Woman’s Voice: Conversations with Australian Poets (St Lucia, Qld: University of Queensland Press, 1996), pp. 154-73.
– Lyn McCredden, ‘ “By What Sign/Are You Walking?”: The Poetry of Judith Rodriguez,’ Australian Literary Studies 18.2 (1997), pp. 136-44.
– Lyn McCredden, ‘An Interview with Judith Rodriguez,’ Australian Literary Studies 18.2 (1997), pp. 179-84.
– Jennifer Strauss, ‘ “A Lifetime Devoted to Literature”: A Tribute to Judith Rodriguez,’ Southerly 52.3 (1992), pp. 168-75.
– Jennifer Strauss, ‘Judith Rodriguez,’ in Selina Samuels, ed., Australian Writers 1975-2000 (Detroit, USA: Gale Research, 2006), pp. 273-77.

Το ζήτημα της αυτοκτονίας του Θ.Δ. Τυπάλδου

Θωμάς Τυπάλδος

Σε γενικές γραμμές, δεν θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί πως είμαι αυτού του τύπου ο άνθρωπος που όταν ξυπνάει, κάθεται στο τραπέζι της κουζίνας και μεταξύ του καφέ και του τσιγάρου, θα ξεφυλλίσει την πρωινή του εφημερίδα για να ενημερωθεί… κάθε άλλο. Εκείνο όμως το κυριακάτικο πρωινό, θες γιατί η μονόφθαλμη γάτα μου την έφερε όλο χαρά κρατώντας την στο χαμογελαστό της στόμα, θες γιατί πρόσεξα πως σε κάποιο σημείο της, ένα άρθρο είχε από κάποιον σημειωθεί μ’ ένα κόκκινο κύκλο από μαρκαδόρο, είπα να της ρίξω μια ματιά καθώς θα κάπνιζα το στριφτό μου τσιγάρο και θα έπινα τον πρωινό μου καφέ. Έτσι κι έγινε. Αφού έφτιαξα τον καφέ κι άναψα το τσιγάρο, έπιασα την εφημερίδα και πήγα κατευθείαν στο άρθρο που ήταν μέσα στο κόκκινο κυκλικό περίγραμμα, μα η έκπληξη που με περίμενε στις γραμμές του, έκανε το τσιγάρο να μου πέσει απ’ τα χείλη…

Ήταν βλέπετε ένα ρεπορτάζ που αναφερόταν στην χτεσινή κηδεία, αφού είχε προηγηθεί η προ δύο ημερών αυτοκτονία μου! Το ότι με κράτησαν έξω από το χώμα δυο ολόκληρες μέρες μάλλον θα είχε να κάνει με τις ιατροδικαστικές εξετάσεις, σκέφτηκα στην αρχή, εφόσον δεν με θεωρούσα και κάποιο σημαίνον πρόσωπο που θα του ‘πρεπαν κάποιες ιδιαίτερες ετοιμασίες για την ταφή του, αλλά διαβάζοντας το λεπτομερέστατο ρεπορτάζ της έγκριτης δημοσιογράφου κυρίας Δενδρογαλιάς, (παρεμπιπτόντως, ποτέ δεν κατάλαβα πώς μπορεί να γράφει ένα ερπετό την ώρα που δεν διαθέτει χέρια, αλλά αυτό είναι άλλου Κοράκου ευαγγέλιο).

Στην κηδεία παρευρέθησαν πολλά πρόσωπα περιωπής, τα οποία μάλιστα έδειχναν, εκτός από έκπληκτα στο άκουσμα της είδησης της αυτοκτονίας μου, και πολύ συγκινημένα που παρευρίσκονταν στην ταφή μου… Στο καλό! Με συγκίνησαν κι αυτοί με τη σειρά τους απ’ τη στάση τους να με τιμήσουν με την παρουσία τους στο γλέντι του θανάτου μου, παρά τα τόσα που τους είχα σούρει κατά καιρούς.

Για κάποια δευτερόλεπτα, μια περιτ(π)τωμάτων σκέψη διαπέρασε το μυαλό μου και μ’ έκανε να σταματήσω να διαβάζω το εν λόγω άρθρο. Αναρωτήθηκα μήπως θα ‘πρεπε να ρίξω μια ματιά στα ζώδια πρώτα, για να ξέρω τι με περιμένει την τέταρτη μέρα μου στον κόσμο των νεκρών, προτού να ενημερωθώ για την όχι και τόσο μεγάλης σημασίας για μένα μέρα της κηδείας μου. Από την άλλη όμως, ήθελα να μάθω κάτι πολύ σημαντικό: για ποιον λόγο θέλησα να βάλω τέλος στη ζωή μου και με ποιον τρόπο αυτό είχε συμβεί; Ποιος ξέρει, ίσως να χρειαστεί να τον επαναλάβω και στις Η.Π.Α (Ηνωμένες Πολιτείες Αποθανόντων… Ζωή σε σας και τις οικογένειές σας) που θα κατοικούσα από ‘δω και μπρος. Εύχομαι, τώρα που το σκέφτομαι, να μην υπάρχει πολύ γραφειοκρατία στις κρατικές υπηρεσίες της μεγάλης αυτής χώρας κι αργήσω να πάρω την υπηκοότητα γιατί αν απελαθώ, δεν ξέρω πού, σε ποια άλλη χώρα μπορεί να γίνονται δεκτοί οι αποθαμένοι. Συνέχισα να διαβάζω το άρθρο εν τέλει, αφήνοντας γι’ αργότερα το ωροσκόπιό μου.

Όπως είπα παραπάνω, ήταν όλοι εκεί, στη τελετή του κατευόδιού μου. Ήταν ο αξιότιμος δήμαρχος κύριος Πιγκουίνος, με το καλό του σμόκιν να φορά, με το παπιγιόν προπέλα στο λαιμό και το μονόκλ που του έδινε πάντα ένα κύρος ανωτερότητας. Ήταν ο αρχηγός της αστυνομίας, κύριος Μπουλντόγκ, με τη μεγαλοπρεπέστατη στολή και τα κοκαλένια του παράσημα, να στέκεται στρυφνός και σοβαρός, σε στάση προσοχής, λες κι είχε καταπιεί μια στέκα μπιλιάρδου για πρωινό και δίπλα του, η αξιοσέβαστη σύζυγός του, κυρία Αγελάδα, πάντα σοβαρή και μετρημένη όταν δεν βρίσκεται σε κάποιο καρέ για πόκερ όπου εκεί γίνεται “ταύρος εν υαλοπωλείω”, ειδικά αν έχει χασούρα.

Παρευρέθη ακόμη και ο αρχηγός της αντιπολίτευσης, κύριος Μπούφος, που έγραψε και διάβασε τον επικήδειο (γιατί αυτός δεν το ξέρω, αφού ποτέ δεν τον ψήφισα, αλλά μάλλον για να δείξει κι αυτός ανωτερότητα μ’ αυτή του την κίνηση, κι επ’ ευκαιρίας, να κλέψει και καμιά ψήφο εκ των τεθλιμμένων συγγενών μου. Για κακή του τύχη όμως κανείς από την οικογένειά μου δεν είχε παρευρεθεί, μιας κι ήξεραν πως πέθανα στη ψάθα και δεν είχα τίποτα να τους αφήσω, πέρα από κάποια ανούσια, βρόμικα ποιήματα, που τι να βγάλεις κι απ’ αυτά;). Ήταν και ο πρόεδρος της κυβέρνησης, αξιότιμος κύριος Τζίτζικας, που σιγοσφύριζε (απ’ ότι είπαν μάρτυρες που τον άκουσαν) τη μουσική από την ταινία, “Ρέκβιεμ για ένα όνειρο”. Τώρα αυτό το σφύριγμα δεν ξέρω αν αφορούσε την δική μου περίπτωση ή απλά έστελνε μηνύματα στους πάντες για τους σκοπούς που είχε για την χώρα. Τέλος, αμέτρητο πλήθος λαού ήταν εκεί, σιωπηλοί, σοβαροί και θλιμμένοι, γλεντούσαν στην κηδεία, που θα ‘λεγε και ο ποιητής.

Η τελετή έγινε χοροστατούντος του αιδεσιμότατου μητροπολίτη Μωρότητας και περιχώρων, Γουρούνι, ο οποίος, μέσα στα χρυσοποίκιλτα άμφιά του και τον σταυρό που ζυγίζει πιο πολύ απ’ το δικό του βάρος, (τ’ οποίο, είναι αυτό που λεν, μη σου τύχει), μέσα στο χρυσάφι και τα διαμάντια, μετά την νεκρώσιμη ακολουθία, άδραξε την ευκαιρία να αναφερθεί στο πόσο μεγάλη, τι θεόσταλτη που είναι η φιλανθρωπία και πως θα πρέπει όλοι να δίνουν τον οβολό τους υπέρ των πτωχών. Η πράξη αυτή, ανοίγει τις πύλες του παραδείσου, κι αν μάλιστα αυτή γίνεται μέσω του φιλόπτωχου ταμείου της δικής του μητροπόλεως, ανοίγουν οι πύλες και παίρνεις ακόμη και τα κλειδιά εσύ στο χέρι, παρακάμπτοντας τον Άγιο Πέτρο. Αυτό μου βγάζει πως ο συγκεκριμένος ιεράρχης, έχει τις καλύτερες διασυνδέσεις με τους επάνω. Δεν μπορεί ο καθένας να έχει αντικλείδι του παραδείσου, μην τρελαθούμε κιόλας.

Ήταν όλοι εκεί μαζί μ’ ένα ρολόι της πλατείας, το οποίο έλειωνε λίγο-λίγο, κι ευθύς αμέσως, η υγροποιημένη του μορφή ξαναγινόταν στέρεη, παίρνοντας τη μορφή μίας πόρνης που είχα γνωρίσει σ’ ένα ταξίδι μου στο Παρίσι και συγκεκριμένα, την γνώρισα μια υγρή, κρύα νύχτα του χειμώνα του 1924, σ’ ένα παγκάκι που είχε καθίσει για να ξεκουραστεί, κάνοντας ένα τσιγάρο Gitanes, στο πάρκο του Champ-de-Mars. Τι όμορφη που ήταν αλήθεια μέσα στις μαύρες της νάιλον κάλτσες και μέσα στο γεμάτο make up πρόσωπό της! Όμορφη μέσα στην ασχήμια μιας ζωής που δεν θέλησε, μιας ζωής όμως στην οποία έμαθε να επιβιώνει, νύχτα τη νύχτα. Τι μου θύμισε αυτό το ρολόι τώρα! Αλλά ας πάμε παρακάτω… Ο θάνατος συνεχίζεται, καλώς ή κακώς, συνεχίζεται.

Τελειώνοντας με τα πολλά την ανάγνωση του άρθρου, έμεινα με μια απορία, αλλά και μια βεβαιότητα μαζί, γιατί ενώ πληροφορήθηκα απόλυτα για τα όσα έλαβαν χώρα στη τελετή της κηδείας μου, (πράγματα δηλαδή που ο καθένας θα μπορούσε να τα γνωρίζει αρκεί να είχε μπει στον κόπο να παρευρεθεί εκεί), το άρθρο δε μου έλυσε ποτέ την απορία τού πώς και του γιατί θέλησα ν’ αυτοκτονήσω. Αυτή η μη απάντηση στο ερώτημά μου, μ’ επιβεβαιώνει ακόμη και μεταθάνατον στην άποψη που έχω για τους δημοσιογράφους, ότι δηλαδή, ή δεν ξέρουν την αλήθεια, ή ότι απλώς την αλλοιώνουν.

Έκλεισα και πέταξα μακριά την εφημερίδα κι αποφάσισα να βγω μια βόλτα έξω απ’ το σπίτι, άλλωστε, ήταν μια υπέροχη μέρα γεμάτη απ’ τα παλλόμενα και ζωντανά χρώματα ενός αφηρημένου εξπρεσιονιστικού ήλιου που με θρέφει εδώ και σαράντα χρόνια. Η ηλεκτρομαγνητικών ρευμάτων μορφή μου, ήθελε τώρα να διακτινιστεί διαμέσου των ατέρμονων ηλεκτροφόρων πεδίων κάπου μακριά, όσο πιο μακριά θα μπορούσε να βρεθεί, και γιατί όχι, στο Παρίσι του 1924, σε μια υγρή, κρύα νύχτα του χειμώνα, σε κάποιο παγκάκι του Champ-de-Mars!

*Αναδημοσίευση από εδω: http://www.pause-artmag.gr/2018/03/blog-post_4.html

Ιούλιος Βερν και υιός: Δυστοπία και Ουτοπία στο έργο τους

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ο Ιούλιος Βερν υπήρξε μία από τις επιδραστικότερες φιγούρες της Γαλλικής κουλτούρας του 19ου αι.. Θεωρείται πατέρας της επιστημονικής φαντασίας. Σήμερα ο μύθος του είναι πιο δυνατός από ποτέ . Όπως όλοι οι μύθοι, έχει και αυτός τα αμφιλεγόμενα σημεία του. Επίσης όπως γίνεται με όλους τους μύθους, άτομα με διαφορετικά (και ανταγωνιζόμενα μεταξύ τους πολλές φορές) ιδεολογικά κίνητρα αγωνίζονται να εντάξουν το Βερνιανό μύθο στο δικό τους ιδεολογικό-αξιακό σύστημα.

Γεγονός είναι ότι στο έργο του Ιουλίου Βερν διακρίνονται η αγάπη του για τα ταξίδια, τη γεωγραφία, καθώς και για την τεχνολογία, την ανακάλυψη και την επιστήμη . Το 1863 με το “Πέντε εβδομάδες με αερόστατο”, ο Βερν ξεκινά την ενασχόληση με την τεχνολογία και το αύριο (ενασχόληση που θα συνεχιστεί με το “Ταξίδι στο κέντρο της Γης”, το “Από τη Γη στη Σελήνη”, το “20.000 λεύγες κάτω από τη θάλασσα” κλπ).

Ο Βερν όμως για πολλά χρόνια θεωρούνταν παιδικός συγγραφέας. Υπάρχουν πολλοί που «βλέπουν» μια αφέλεια παιδική στο έργο του. Αν και αυτό δεν είναι εντελώς λανθασμένο, τα τελευταία χρόνια το έργο του επανεκτιμήθηκε. Βοήθησε σε αυτό και ο μεταμοντερνισμός που από τη μία αμφισβήτησε όλες τις κυρίαρχες ιδεολογίες και από την άλλη έψαξε να βρει κρυφά μηνύματα και ιδεολογίες σε όλους τους απολίτικους (ή τέλος πάντων μη έντονα πολιτικοποιημένος) κλασσικούς συγγραφείς, στην προσπάθειά του να αποδομήσει το μοντέρνο κόσμο και να επαναπροσδιορίσει τα πάντα.

Θύμα του μεταμοντερνισμού υπήρξε και ο Λάβκραφτ που άλλοι τον παρουσιάζουν σαν φασίστα και άλλοι σαν αναρχικό… Το θέμα είναι ότι οι πολιτικές ιδεολογίες δεν έπαιξαν μεγάλο ρόλο στο έργο του Βερν, Λάβκραφτ, Χάουαρντ κλπ. Ήταν συνειδητή επιλογή των ιδίων να επικεντρωθούν σε άλλα θέματα. Η παγίδα όμως που η μεταμοντέρνα σκέψη έχει στήσει είναι μεγάλη. Κάποιοι φτάσανε στο σημείο να παρουσιάζουν το Μαρκήσιο ντε Σαντ σαν υπερασπιστή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων…

Έτσι τα τελευταία χρόνια ο Βερν παρουσιάστηκε σαν κρυφοαριστερός, προφήτης του σύγχρονου κόσμου και δυστοπικός συγραφέας. Κυρίαρχο επιχείρημα υπέρ της πιθανολογούμενης (κρυπτογραφημένης) πολιτικής του σκέψης υπήρξε ότι ο Βερν φοβόταν τον εκδότη του και έτσι περνούσε τα όποια μηνύματά του υπόγεια. Είναι αυτή η αλήθεια όμως; Σίγουρα στο έργο του υπάρχουν και δυστοπικά αλλά και πολιτικοποιημένα στοιχεία, όχι όμως τόσα ώστε να μετατραπεί ο Βερν σε γκουρού της πολιτικής σκέψης.

Ας τα πάρουμε ένα ένα : Αρχικά δεν ισχύει ότι ο Βερν υπήρξε προφήτης του τεχνολογικού κόσμου, καθώς πολλές από τις εφευρέσεις που παρουσιάζει στα βιβλία του υπήρχαν ήδη εκείνη την εποχή (πχ. το υποβρύχιο). Επίσης προφήτεψε και πολλά που δε γίνανε, όπως το ταξίδι στο κέντρο της γης. Άλλωστε και η πίστη του στα τεχνικά επιτεύγματα με το πέρασμα του χρόνου εξασθένησε.

Από πολιτικής άποψης ο Βερν με τα χρόνια έγινε πιο συντηρητικός (αν υπήρξε και ποτέ αριστερός) κάτι που μαρτυράται άλλωστε από τις πολιτικές του δηλώσεις και επιλογές.

Τέλος η φήμη του Βερν σαν συγγραφέα ουτοπίας- δυστοπίας οφείλεται και σε μερικά του έργα που κυκλοφόρησαν όσο ζούσε, αλλά κυρίως σε έργα που εκδόθηκαν μετά θάνατον (πχ. “Οι Ναυαγοί του Ιωνάθαν” που τελικά δεν ήταν δικά του) κυρίως από το γιο του. Πράγματι το 1863, ο Ιούλιος Βερν έγραψε ένα μυθιστόρημα με τίτλο “Το Παρίσι στον 20ό αιώνα” όπου ένας νεαρός άνδρας ζει σ’ έναν κόσμο με γυάλινους ουρανοξύστες, τρένα υψηλής ταχύτητας, αυτοκίνητα που κινούνται με φυσικό αέριο κλπ. Δημοσιεύθηκε μετά θάνατον το 1994.

Επίσης στο “Τα 500 εκατομμύρια του Μπεγκούμ” (1879) έχει συνδυαστεί με πρωτότυπο τρόπο η ουτοπία και η δυστοπία.

Έτσι στο έργο παρουσιάζονται δύο πόλεις. Η μία, δυστοπική και προάγγελος των ολοκληρωτισμών του αύριο, είναι μια στρατικοποιημένη πόλη, η Στάλσταντ. Η άλλη είναι η Φρανσβίλ, το αντίθετο της στρατικοποίησης, μία πόλη φτιαγμένη στα πρότυπα των Ουτοπικών σοσιαλιστών. Όμως το έργο αυτό δεν ανήκει στο Βερν . Αντίθετα ανήκει στον

κομμουνάρο Πασκάλ Γκρουσέ που εκτοπίστηκε μετά την ήττα της Κουμούνας και έζησε σαν πρόσφυγας για κάποια χρόνια.

Πληρώθηκε γι’ αυτό το έργο και δέχθηκε να το διασκευάσει ο Βερν χωρίς να φαίνεται πουθενά το όνομα του!

Στο θρυλικό “Μαύρες Ινδίες” μία ολόκληρη κοινότητα επιλέγει να ζήσει σε μία υπόγεια σπηλιά όπου εργάζεται και βγάζει τα προς το ζην από την εξόρυξη γαιάνθρακα. Ζει λοιπόν αυτή η κοινότητα πιο ικανοποιητικά από όταν ζούσε στην επιφάνεια. Τέλος ο Βερν δημιούργησε δύο θρυλικές προσωπικότητες: τον Κάπτεν Νέμο και το Ροβήρο. Ο ένας ζει ελεύθερος στη θάλασσα και εκδικείται τον πολιτισμό, ενώ ο άλλος ζει στον ουρανό με σκοπό να τον κατακτήσει. Ο Νέμο σίγουρα ήταν μια πολιτική δημιουργία του Βερν επηρεασμένος από τον αναρχοατομικιστή επαναστάτη της εποχής του, αλλά και από τους αντιαποικιακούς αγώνες.

Σε γενικές γραμμές, στο έργο του Βερν πολλοί ήρωές του καταφεύγουν από ανάγκη ή από επιλογή να ζήσουν σε ερημικά νησιά, σε ηφαίστεια, κάτω από τη γη ή μέσα στη θάλασσα. Ο Βερν προτείνει τη φυγή και το ταξίδι αλλά χωρίς το κομμουνιστικό ή αναρχικό πρόταγμα που έχουν άλλοι συγγραφείς της εποχής του.

Έτσι, ενώ στο έργο του υπάρχουν περιπτώσεις επαναστατικής φυγής μικρών ομάδων από την κοινωνία, δεν παρουσιάζονται αυτές οι περιπτώσεις εντός της κομουνιστικής ή ουτοπικοσοσιαλιστής παράδοσης. Αντίθετα η ιδιοκτησία ποτέ δεν καταργείται, ενώ δεν υπάρχει αληθινή ισότητα (ο Κάπτεν Νέμο πχ. είναι το αφεντικό των φυγάδων του Ναυτίλου).

Στο έργο του Βερν κυριαρχεί η φυγή, το ταξίδι και ο μύθος. Όποια επαναστατικά και δυστοπικά-ουτοπικά μηνύματα υπάρχουν είναι σχετικά περιορισμένα σε έναν αχανή κόσμο από χαρακτήρες και τοποθεσίες που αποτελούν το σύνολο του Βερνιανού κόσμου. Ο Βερν ήθελε να αρέσει σε όλους (αν και κυρίως στα παιδιά). Με αυτήν την έννοια δεν υπήρξε ποτέ επαναστάτης. Εξίσου άδικος είναι βέβαια και ο χαρακτηρισμός του σαν παιδικός συγγραφέας. Απλά ο Ιούλιος Βερν είναι ο Ιούλιος Βερν.

ΕΡΓΑ ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΜΙΣΕΛ ΒΕΡΝ

Μετά το θάνατό του, ο γιος του Ιουλίου Βερν αναλαμβάνει να κυκλοφορήσει κάποια ακυκλοφόρητα έργα του πατέρα του. Θεωρητικά ο Μισέλ Βερν έχει την υποχρέωση να διορθώσει τυχόν λάθη στα αρχικά χειρόγραφα του πατέρα του, τα οποία ο θάνατός του, εμπόδισε στο να τα επιμεληθεί ο ίδιος. Ο Μισέλ όμως σε κάποια έργα άλλαξε κυριολεκτικά τα φώτα. Και εννοείται ότι βάζει την υπογραφή του πατέρα του… Έτσι κάποια τον θεωρούν πλαστογράφο γιατί αλλοίωσε τα αρχικά κείμενα του Ιούλιου Βερν. Ο ίδιος, μία αμφιλεγόμενη προσωπικότητα δεν κυκλοφόρησε ποτέ κάτι με το επώνυμό του . Έτσι καταδικάστηκε από τους κριτικούς να ζει στη σκιά του πατέρα του σαν μία αντιφατική και ιδιάζουσα περίπτωση. Είναι όμως έτσι;

Πρώτα και κύρια ο Μισέλ κατάργησε όσο μπορούσε το happy ending του πατέρα του. Πολλές φορές άλλαξε έτσι ολόκληρο το μήνυμα. Η αλήθεια είναι ότι αν κάποιος από τους δύο είναι πρόδρομος της δυστοπίας αυτός είναι ο γιος και όχι ο πατέρας. Στους “Οι Ναυαγοί του Ιωνάθαν” ο Μισέλ ανατρέπει το χαρωπό κοινωνικό μήνυμα του πατέρα του και παρουσιάζει μια φιλοσοφική μελέτη -κριτική όλων των πολιτικών συστημάτων. Σε αυτό το έργο ο Μισέλ Βέρν δείχνει μια συμπάθεια προς τον “αναρχοατομικισμό”.

Επίσης στο “Εκπληκτική περιπέτεια της αποστολής Μπαρσάκ” (1919) ο Μισέλ Βερν τα καταφέρνει καλά. Περιγράφει τον τεχνολογικό φασισμό του μέλλοντος μέσα από την πόλη Μπλάκλαντ (όπου κυριαρχούν οι ιπτάμενες μηχανές και τα αυτόματα εργαλεία). Ενώ όμως η τεχνολογία θριαμβεύει, η κοινωνία νοσεί. Η πόλη είναι διαχωρισμένη μεταξύ τομέων με τοίχους, ενώ και οι κάτοικοι είναι χωρισμένοι μεταξύ τους σε λευκούς και μαύρους. Όμως ο Μισέλ είναι πανέξυπνος. Οι λευκοί δεν εξουσιάζουν μόνο τους μαύρους αλλά και πολλούς λευκούς σκλάβους. Μάλιστα η προσωπική φρουρά του δικτάτορα είναι μαύροι. Με τον τρόπο αυτό ο Μισέλ κατάφερε να συλλάβει τη δύναμη του καπιταλιστικού ολοκληρωτισμού, που μέσω της περιπλοκότητας και παραχωρώντας προνόμια σε κάποιο κομμάτι της μειονότητας (διαίρει και βασίλευε) μπορεί να επιβιώνει.

Άλλο ενδιαφέρον και πρωτότυπο στοιχείο στη σκέψη του Μισέλ είναι ότι στην πόλη αυτή κανείς δεν είναι εξαθλιωμένος. Αντίθετα η τεχνολογία βρίσκεται στην υπηρεσία όλων, ακόμα και των δούλων. Στο έργο αυτό προαναγγέλλεται κατά κάποιον τρόπο το Βrave new world του Χάξλευ, αλλά γιατί όχι και ο σύγχρονος υπερκαταναλωτικός κόσμος (τουλάχιστον πριν την παγκόσμια κρίση του 2007).

Τέλος στο “Ο Αιώνιος Αδάμ” (1910), έργο που μάλλον ανήκει εξολοκλήρου στο γιο, εκείνος παρουσιάζει το τέλος της ανθρωπότητας, μένοντας πιστός στο δυστοπικό

πνεύμα του 20ου αι., τόσο ξένο στον πατέρα του και στο χαρούμενο τεχνολογικό πολιτισμό του 19ου αιώνα. Μια μικρή ομάδα έχει επιβιώσει από την ξηρασία που κατέστρεψε τον πλανήτη. Υπάρχει το στοίχημα του αν ο πολιτισμός θα επιβιώσει και ο κόσμος, όπως τον ξέραμε, θα ξαναδημιουργηθεί. Η ομάδα όμως δεν τα καταφέρνει και οι επιζώντες επιστρέφουν στο πρωτόγονο επίπεδο. Ο πολιτισμός πέθανε και ο Μισέλ υπήρξε με αυτό του το έργο πρωτεργάτης της καταστροφολογικής λογοτεχνίας.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Αν και με την υπογραφή του Ιουλίου, τα πιο πολιτικοποιημένα και μηδενιστικά έργα των Βερν πρέπει να αποδοθούν στο γιο. Ακόμα και έτσι ο Ιούλιος Βερν δεν υπήρξε ένας παιδικός συγγραφέας, αν και η προσπάθεια καπελώματός του από κάθε πολιτική ιδεολογία θα μείνει μάλλον ανεπιτυχής. Είναι αυτό που είναι και γι’ αυτό το λόγο αγαπήθηκε τόσο.

*Πηγή: https://zerogeographic.wordpress.com/ Δημοσιεύτηκε και εδώ: https://athens.indymedia.org/post/1590639/

Συνέντευξη της πρωτοεμφανιζόμενης Fay Ntan στον Π.΄Ενιγουεϊ

Η πρωτοεμφανιζόμενη πεζογράφος μικροδιηγημάτων FayNtan, ως προσωπικότητα, είναι μετριοπαθής, χαμηλών τόνων και απεχθάνεται τη δημοσιότητα, γι’ αυτό και τα κείμενά της δεν τα δημοσιεύει σε περιοδικά και ιστολόγια, παράμόνο στην προσωπική της σελίδα στο Facebook. Με πολύ δυσκολία κατάφερα να μου παραχωρήσει την πρώτης της (και πρώτη μου) γραπτή συνέντευξη. Αλλά, πριν σας τη συστήσω, ιδού ένα δείγμα (ή δήγμα;) της δουλειάς της, τρία μικροδιηγήματα που επέλεξα από τη σελίδα της στο διαδίκτυο. Την ευχαριστώ πολύ.

[Άτιτλο 1]
Την αγαπούσα τη σκατούλα. Είχε δυομάτια αλλήθωρα και κάτι πατομπούκαλα χοντρά, δεν έβρισκε την τρύπα της καλά καλά. Και ο άλλος φλωρούμπας ήτανε, πρώτος στο σχολείο, λευκό γιακαδάκι αλέκιαστο, τρίχα κόκαλο. Πήγαν τα ζαβά κι ερωτεύτηκαν, και, κάθε που σχολούσαμε, κρύβονταν στην αποθήκη, και να δεις πώς έκαναν φιλιά! Ποιος είδε ξένη ευτυχία και δεν τηζήλεψε; Χώθηκα ανάμεσα.«Έλα, Φανούλα, πάνε κατά κει, αυτά δεν είναι σωστά, είπε η δικιά μου η μυγιάγγιχτη. Ε, Θανασάκη, άσ’την αυτήν. Κοίτα, έχω ανάμεσα στα πόδια μου έναν κουμπαρά. Αν καταφέρεις να βγάλεις χρήμα, θα φάμε ένα τσούρμο παγωτά. Να δεις πώς έσκαβε όλη τη μέρα ο Θανασάκης, τι γλώσσα, τι χέρια, τι κλειδιά, πάπαλα λεφτά. Μεταξύ μας, ακόμη κλαίει το Αλικάκι. Μεγάλωσε, πέταξε τα γυαλιά, κι όλο σπαράζει τον Θανασάκη και της πόρνης φίλης την καρδιά.

[Άτιτλο 2]
Πρώτος μάγκας ήταν ο Μιμάκος, κι ας καμιά φορά του ’φευγε λίγο χτυπητά η δεξιά πλευρά. Ήταν από το πολύ σουράτι. Έξι δεκαετίας να αλαλιάζει τον ντουνιά, εύκολο πράγμα δεν ήταν. Τον είχε γκόμενο μισή ζωή η γιαγιά. Την πηδούσε, κι όταν δεν την έκανε πια κέφι – είχε γίνει θρήσκα, βαριά, ασήκωτη κι υστερική–, πήγε και μπερδεύτηκε με τη μάνα μου. Φοράδα την ανέβαζε, φοράδα την κατέβαζε. Δώσ’ του και μούγκριζε αυτή και χτυπιόταν σαν δαμάλα στο κρεβάτι. Όταν πήραν να σκαν’ τα στήθια μου, για έλα κοντά εσύ, είπε, και τις έκανε και τις δυο στην άκρη. Έβγαλε, είχε στην τσέπα έναν αιχμηρό σουγιά. Ή θα κάτσεις στον Μιμάκο ή θα σου χαράξει μια σειρά. Γω το νάζι το’χα εύκολο, άρχισα να κουνιέμαι πίσω μπρος σαν τρικυμιασμένο βαπόρι, έτριβα την κιλότα μου στο γόνατό του, ήρθε και θόλωσε ο Μεμάς. Μ’ άρπαξε απ’ το λαιμό. Αυτά κάνεις, μωρή κοκότα, σε όλους; Όχι, θείε Μιμάκο. Εγώ εσένα μόνο αγαπώ. Τη γλίτωσα εκείνη τη φορά, μα, αν κανείς ποτέ με ψάξει, θα βρει στο αριστερό καπούλι μου επάνω χαραγμένο ένα σταυρό.

[Άτιτλο 3]
Πω, Φανούλα, τι άντρας αυτός ο Αντρέας, τρεμούλιαζαν μικρές μεγάλες. Μένα δεν ήταν ποτέ ο τύπος μου. Εγώ κάτι Άκηδες γυπαετούς στην πίστα πήγαινα χρόνια μετά και τον Πάγκαλο όταν φορούσε μπουρνούζι. Μα εκείνο το νεύμα στη Μιμή που εμίσησαν, εγώ κόπηκα! Και να ’σαι η Μιμή και να ’ναι ο άντρας που γουστάρεις μπροστά σε τηλεοράσεις, σε γυναίκες, παιδιά, ανίψια, κάθε ηθικοπουριτανικό ανθρωπάκι της χώρας, και να κάνει το νεύμα. Εκεί παραδέχτηκα κι είπα αυτός είναι άντρας με βάρος και ταμπέλα. Κι αν κι ήμουν, πόσο να ’μουν, παιδί μια φορά, άκουγα να τον κατηγορούν κι έλεγα μέσα μου μπράβο, μάγκα, μπράβο, μάγκα μπεσαλή, γιατί σαν τον έρωτα δεν έχει στην παλιοζωή.
(3/9/2018)

Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σου συγγραφείς; Από ποιους έχεις επηρεαστεί;

Τα Άρλεκιν πιάνουν; Δεν θυμάμαι βέβαια τους γραφιάδες των, αλλά ένα εσωτερικό εκτόπισμα, που πήρε χρόνια να ξεθυμάνει, το είχαν. Άντε και ποίηση. Άγνωστων, άσημων και ξεχασμένων. Έβρισκα τα βιβλία τους σε ξεφτίλα τιμές. Τα αγόραζα από οίκτο. Κάποιος έπρεπε να τα διαβάσει. Ύστερα ήρθαν οι Ρώσοι – όχι οι Ρώσοι δεν ήρθαν ποτέ, αμοιβαία αντιπάθεια και βάλε. Βαριέμαι τους κλασικούς ανά τον κόσμο. Μικρή εξαίρεση ο Τζον Ντον Πάσος, αλλά αυτός είναι κλασικός; Το κούρασα. Δεν ήταν ένας. Αλίμονο αν ήταν ένας. Δεν είμαι μονογαμική. Ούτε κάποιοι. Αλίμονο αν ήταν κάποιοι. Ήταν πολλοί. Αρκετοί για να χωρέσουν μέσα μου. Αρκετοί να αφήσουν κάτι, κάτι να μου πάρουν. Μόνο έτσι λειτουργεί η ανάγνωση. Οδυνηρά αμφίδρομα.

Τι καινούριο μας προτείνεις να διαβάσουμε;

Δεν έχω ιδέα. Δεν παρακολουθώ τις τάσεις – μόδες της εποχής. Εκτός απ’ τα παπούτσια. Αντιπαθώ τα κακόγουστα παπούτσια, αν και συχνά τα φορώ. Α, αυτή Η Κάρι μας, δενείναι καινούριο βιβλίο, αλλά τελευταία έσκασε, μ’ αρέσει, νομίζω.

Τα μικροδιηγήματά σου δεν ξεπερνούν ποτέ τις διακόσες λέξεις. Μερικά είναι δύο ή τριών προτάσεων. Συγκαταλέγονται στην υποκατηγορία «υπερ-μικρόδιήγημα», που, προσωπικά, τη θεωρώ πολύ δύσκολη. Το επιλέγεις συνειδητά ή απλώς σε εκφράζει καλύτερα;

Γιατί να θέλεις να διαβάσεις κάτι που βαριέμαι να γράψω; Γιατί να ζοριστώ παραπάνω από δέκα σειρές; Κι έπειτα, αν είναι να το πιάσεις, θα το πιάσεις με το που ανοίξω το στόμα μου. Στα μαθηματικά ο δάσκαλος με έπαιρνε κοντά του. Κοίτα να δεις, Φαίη, μπλα, μπλα, μπλα, αναλύσεις επί των αναλύσεων. Είχε νόστιμα χνότα, διάφανα μάτια. Πριν από τις εξετάσεις με πήδηξε. Πάτωσα στα μαθηματικά. Πάτωσα στο γαμήσι. Αν μου την έπεφτε απ’ την αρχή, θα γλιτώναμε χρόνο και εγκεφαλικά κύτταρα.

Θα ’θελα να μου σημειώσεις κάτι δικό σου. Το αγαπημένο σου μικροδιήγημα, ας πούμε.

Δεν έχω αγαπημένο, αλλά είναι μικρό. Αυτό ίσως:

[Άτιτλο 4]
Σε νοιάζει μόνο ο κώλος σου! Αλήθεια είναι. Με νοιάζει μόνο ο κώλος μου. Μόνο που θέλω κάποιον να μου τον ακουμπά, κάποιον να μου τον σκεπάζει όταν κοιμάμαι τις νύχτες. Τα βυζιά μου τα θέλω ξέσκεπα. Κάποιος ξέμπαρκος, μπορεί και να πεινά.

Συχνά λέγανε στον Μπουκόφσκι ότι είναι ο αρσενικός Fay Ntan, τι έχεις να σχολιάσεις;

Χαχα! Καλό!
Θυμάμαι, μικρή, που έλεγαν σε σταρίτσες του σινεμά «Είσαι η νέα Βουγιουκλάκη, η νέα τάδε», κι όλες θίγονταν. Ήθελαν να ’ναι κάτι νέο, κι ήταν μάλλον, γιατί κανείς δεν τις θυμάται πια. Θα ’θελα πολύ να ’μαι ο Μπουκόφσκι, αλλά δεν είμαι. Δεν έχω τις μπάλες του, τα κότσια του, το συκώτι του. Τον γουστάρω. Δεν με κουράζει ποτέ. Κάποιοι τον λένε ψεύτικο. Τι με νοιάζει; Μαγκιά είναι να κάνεις το ψέμα σου αλήθεια. Για κοίτα με!

Το θέμα σου είναι (σχεδόν) πάντα ο έρωτας. Το ύφος σου όμως από μικροδιήγημα σε μικροδιήγημα τολμώ να πω πως είναι ετερόκλητο: άλλοτε καυστικό και σατιρικό, άλλοτε φεμινιστικό (ή αντιφεμινιστικό), λυπητερό, ειρωνικό, διδακτικό, δηκτικό, υπαινικτικό… Πάντα όμως σπιρτόζικο…

Κράτα το αντιφεμινιστικό κι είμαστε εντάξει. Διώξε το διδακτικό και θα ’μαστε καλύτερα. Τα άλλα ωραία ακούγονται. Με φτιάχνουν. Οι διαθέσεις κλίμα τροπικό. Ή οι λέξεις σέρνουν τις διαθέσεις; Δεν έχω ιδέα.
Δυστοπία: ζωή χωρίς έρωτα, όαση χωρίς νερό, μπαρμπέρικο με φαλακρούς πελάτες, και τέτοια.

Σημείωσέ μου κάνα δυο από τα κείμενά σου.

[Άτιτλο 5]
Η μάνα μου όλο ήθελε σκυλί, αλλά ο γέρος μου δεν γούσταρε. Πάρε αυτήν, είπε, και μας κουβάλησε μια μέρα ένα λουρί. Μου πήγαινε έλεγαν και η γιαγιά και η θεία κι οι ξαδέρφες μου. Να δεις χάδια που μου ’καναν όλοι με τη σειρά! Τα δύσκολα άρχισαν όταν πήγα σχολείο και δάγκωνα τα παιδιά. 
Αδέσποτη με φωνάζουν πια στη γειτονιά.

[Άτιτλο 6]
Ερχόταν κάθε Αύγουστο απ’ το Αμέρικα. Μιλούσε για μεγάλες μπριζόλες, που τις έλεγε στέκια, για τις οικοδομικές μπίζνες του. Το λάμδα στα χείλη του ήταν παχύ, θεόπαχιο. Έλλλα κοντά μου, Φαίη! Aυτός μου αναβάθμισε το Φανή. Mεγάλλλη κοπέλλλα που έγινες! Έλλλα πάρε! Kι άδειαζε την τσέπη του να γεμίσει τη δική μου. Ήταν πολλά τα δολάρια, πολλοί οι τρόποι του που δεν έμοιαζαν στου μπαμπά, κι εγώ ήθελα πάντα έναν άλλον πατέρα. Την αγάπη την τσοντάρουμε, Φαίη. Όλα τα τσοντάρουμε. Το τζάμπα κανείς δεν το εκτιμά. Θείε Τζον, μυρίζουν ωραία τα ντόλαρς σου. Έχεις άλλα; Χαχουχα! Γκουντγκερλλλ, γκουντγκερλλλ! Θα τα πάμε καλλλά, πολύ καλλλά εμείς. Και τα πηγαίναμε πρίμα, μέχρι έναν Αύγουστο που πήγε και πέθανε και πάει ο θείος Τζον, μαζί και τα ζεστά του ντόλαρς.

Με μια γρήγορη ματιά θα έλεγε κανείς ότι τα μικροδιηγήματά σου δεν ενδιαφέρονται για την πολιτική. Όμως, αν κοιτάξεις στο βάθος των ερωτικών σου υπόσκαφων, θα βρεις πολιτικό λόγο, και μάλιστα μπόλικο. Ούτως ή άλλως όλα είναι πολιτική. Πόσο μάλλον η τέχνη…

Για δες! Πόσους πεθαμένους γνωρίζεις να υπάρχουν δίπλα σου; Αντί να δείχνουμε τα απόκρυφά μας, δείχνουμε τα αμάξια, τα σπίτια, τα πυρηνικά μας. Παγκόσμια άσκηση επιβολής κι εξουσίας. Όταν ερωτοτροπείς, δεν έχεις καιρό για τέτοια. Το πολύ πολύ να συγκρίνεις το πουλί σου. Δεν τραβάς το όπλο σου.
Εγώ έχω τρεις τορπίλες. Τα βυζιά και το χέρι μου.
Μερσώ.

Ζαχαρίας Στουφής, Πάνω από τα προβλήματα της τέχνης

Ξεκίνησα από νεαρή ηλικία να δημοσιεύω ποιήματα και να εκδίδω ποιητικές συλλογές. Φέτος λοιπόν κλείνουν είκοσι χρόνια παρουσίας μου στο ελληνικό ποιητικό τοπίο. Όλα αυτά τα χρόνια της καλλιτεχνικής μου δημιουργίας ήρθα αντιμέτωπος με τα μεγαλύτερα (κατά τη γνώμη μου) προβλήματα της νεοελληνικής ποίησης.

Προβλήματα όπως η έλλειψη σχολών ή έστω και ρευμάτων της τραγικής και της σατιρικής ποίησης. Η από κάθε άποψη επικράτηση της μετριότητας στη σύγχρονη ποιητική παραγωγή αυτής της χώρας. Η δικτατορία που επιβάλουν οι παρεούλες-κλίκες των περισσότερων λογοτεχνικών περιοδικών. Η από κάθε άποψη αστεία και υποτιμητική για τον ποιητή, βιομηχανία των βραβείων, κρατικών ή μη. Η οικονομική εκμετάλλευση και εξαπάτηση των ποιητών από τους εκδότες τους. Η τεράστια αδιαφορία και πολλές φορές άρνηση των βιβλιοπωλείων να φιλοξενήσουν στα ράφια τους ποιητικά βιβλία (ευτυχώς υπάρχουν λαμπρές εξαιρέσεις). Ο κοινωνικός αποκλεισμός των ποιητών ως ένα είδος φρενοβλαβών και ασύμφορων ανθρώπων, αφού η ποίηση δεν εξυπηρετεί πολιτικές σκοπιμότητες ούτε έχει οικονομικά οφέλη και τέλος, η άρνηση των ίδιων των ποιητών να σκύψουν πάνω από τα προβλήματα της τέχνης τους και οργανωμένοι να τα επιλύσουν.

Κανένα από αυτά τα προβλήματα δεν κατάφερα να επιλύσω και εκτός από την πίκρα που μου έχουν προσφέρει, τίποτα άλλο δεν έχουν να προσφέρουν σε κανέναν. Η συνειδητοποίηση, όμως, αυτών των προβλημάτων συνέβαλε στο να αντιληφθώ νωρίς τη μοναχικότητα της τέχνης μου και να έρθω αντιμέτωπος με τη δική μου ηθική στάση ζωής. Έτσι, έχοντας απέναντι τον εαυτό μου, δύο θεωρώ πως ήταν τα μεγάλα ερωτήματα που κλίθηκα να του απαντήσω. Όμως, και τα δύο έχουν μείνει αναπάντητα μέσα μου και μάλλον δεν θα καταφέρω να τα απαντήσω ποτέ.

Στο πρώτο ερώτημα που δεν είναι άλλο από το τι είναι τέχνη, το μόνο που κατάφερα να εντοπίσω, είναι τι δεν είναι τέχνη. Έχω την βαθιά πεποίθηση πως ό,τι έχει να κάνει με τη διασκέδαση-ψυχαγωγία δεν μπορεί να είναι τέχνη. Αυτό όμως θα μπορούσε να σημαίνει πως ό,τι δεν είναι διασκέδαση-ψυχαγωγία, είναι απαραίτητα και τέχνη; Για το καλύτερο ξεκαθάρισμα του τοπίου, πρώτα θα πρέπει να προσδιορίσουμε τη βλακεία και να την εντοπίσουμε, μιας και στους ανθρώπους και στα έργα όπου αυτή κατοικεί, η τέχνη απουσιάζει. Φυσικά, εδώ γίνονται ακόμα πιο δύσκολα τα πράγματα μιας και θα πρέπει να έρθουμε αντιμέτωποι με την προσωπική μας βλακεία (πράγμα αδιανόητο και αντικρουόμενο με τη ματαιοδοξία των ποιητών), άσε δε που ελάχιστοι άνθρωποι στην ιστορία αυτού του πλανήτη το έχουν καταφέρει.

Το άλλο ερώτημα είναι φαινομενικά όμοιο με το προηγούμενο, αλλά στο βάθος του δεν είναι. Στο ερώτημα τι είναι ποίηση, όχι μόνο δεν κατάφερα να απαντήσω, αλλά ούτε ποτέ κατάφερα να προσδιορίσω τι δεν είναι ποίηση. Νομίζω πως έχω νιώσει να γεννιούνται ποιήματα από τη διασκέδαση, νομίζω πως η βλακεία έχει σταθεί αφορμή για τη συγγραφή σπουδαίων έργων και τελικά νομίζω πως η ποίηση μέσα μου, έχει πιο χαοτικές διαστάσεις απ’ ό,τι ο έρωτας και ο θάνατος. Εξάλλου, αλήθεια είναι πως κανείς δεν ξέρει που μπορεί να συναντήσει την ποίηση, ίσως ακόμα και στα πιο αδιανόητα σημεία, πάντως, πολύ σπάνια μέσα στα βιβλία.

Μη μπορώντας λοιπόν να προσδιορίσω μέσα μου την τέχνη και την ποίηση, πώς θα μπορούσα να μιλήσω για αυτές; Φυσικά, οι θεωρήσεις περί ποίησης που έχουν κατά καιρούς δοθεί από ποιητές και διανοούμενους με βρίσκουν απολύτως σύμφωνο και ούτε θα τολμούσα ποτέ να αμφισβητήσω την άποψη κάποιου περί ποίησης, αντίθετα η κάθε τέτοια άποψη που πέφτει στον δύσβατο δρόμο μου, απλά τον φωτίζει. Το «πρόβλημα» είναι πως εγώ δεν έχω μπορέσει ακόμα να έχω τη δική μου θεώρηση για την τέχνη στην οποία έχω αφιερώσει την ζωή μου. Είναι σα να μου ζητούν να διαβάσω μία γραφή που για πρώτη φορά βλέπω, αλλά που δυστυχώς, την έχω γράψει εγώ πριν από λίγο. Σχήμα οξύμωρο όσο και πραγματικό. Λυπάμαι πραγματικά που δεν έχω και δεν ξέρω να σας πω τίποτα για την ποίηση, εκτός του ότι, πριν από είκοσι χρόνια, χάθηκα περιπλανώμενος στα χαοτικά της τοπία και τώρα πλέον είναι αργά να επιστρέψω.

*Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό “Ο Σίσυφος” τεύχος 11, το 2016.

Τα ρόδα της Οδού Ρόδων

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΚΙΟΥΛΟΣ

Γιώργος Πρεβεδουράκης
Οδός Ρόδων
Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ 2018

Είμαστε στο 2013 και ο Πρεβεδουράκης κυκλοφορεί το “Κλέφτικο”. Έχει ήδη κυκλοφορήσει το “Στιγμιόγραφο” το 2011, οπότε η παρουσία του, δεν μοιάζει κεραυνός εν αιθρία. Εδώ όμως, έχουμε μιαν άλλη ιστορία και με μιας, κάνει ένα επίτευγμα, τόσο συγγραφικά όσο και με τους νόμους και τους κανόνες της ελεύθερης αγοράς που ορίζει τι είναι επιτυχία. Τα νούμερα δεν μπορούν να πουν ψέματα. Τρεις εκδόσεις (αν δεν απατώμαι), σε μια χώρα που πολλοί γράφουν, αλλά λίγοι διαβάζουν ποίηση. Το “Κλέφτικο” γίνεται θεατρικό και μελοποιείται, από τους Regressverbot, ενώ ετοιμάζεται και η αγγλική μετάφρασή του. Βρίσκει περισσότερα αυτιά, ανοίγει κι άλλες πόρτες. Γίνεται τρόπο τινά “ποπ”,για έναν κόσμο ο οποίος διασκεδάζει διαφορετικά, γυρνάει την πλάτη στο κυρίαρχο, διαβάζει διαφορετικά, εκτονώνεται διαφορετικά. Το ομώνυμο δε ποίημα της συλλογής (μεταγραφή του “Ουρλιαχτού” σε “Κλέφτικο”) , γίνεται ίσως και μια τρόπο τινά τοτέμ, για μια γενιά που ακολουθεί χρονικά τη γενιά του ίδιου του Πρεβεδουράκη και που λίγο ως πολύ το έχει για βραδινή προσευχή, κομμάτι της αυτοκριτικής της και θέμα συζήτησης με τον ψυχαναλυτή της.

Ακολουθούν τα “χαρτάκια”, που θυμίζουν τις αναζητήσεις του ποιητή στην πρώτη του συλλογή. Μικρές βραδυφλεγείς βόμβες, μα για μένα, όχι στο επίπεδο του “Κλέφτικου”., ακόμα κι αν ίσως συγκρίνουμε ανόμοια πράγματα. Καθώς λοιπόν περιμέναμε την “Οδό Ρόδων”, είχα μια συζήτηση με μια φίλη, της οποίας τη γνώμη εκτιμώ πολύ και παίρνω πολύ στα σοβαρά. “Δύσκολα θα επαναλάβει ένα νέο “Κλέφτικο”, είναι κάτι που τον στιγμάτισε”. Από την άλλη, δεν μπορείς παρά να ονειρεύεσαι πως οι ποιητές γίνονται καλύτεροι με το πέρασμα του χρόνου, πως οι άνθρωποι γίνονται καλύτεροι με το πέρασμα του χρόνου, έστω και αν οι διαψεύσεις παραμένουν συντριπτικά περισσότερες από τις όποιες επιβεβαιώσεις.

Ήρθε λοιπόν η “Οδός Ρόδων” και όπως λέει κι ο Κώστας Δεσποινιάδης στο εκδοτικό του σημείωμα για το βιβλίο, ο Πρεβεδουράκης έκανε ένα επίτευγμα. Ξεπέρασε θα πω εγώ το “Κλέφτικο” που τον όριζε και πήγε ακόμα παραπέρα ακόμα κι αν το ομώνυμο ποίημα θα μένει να πλανάται σαν ουρλιαχτό στ’ αυτιά όσων μπορούν ακόμα να ακούσουν.

“Οδός Ρόδων” λοιπόν και με ένα γρήγορο ψάξιμο στις μηχανές αναζήτησης, η πιο διάσημη, βρίσκεται στην Εκάλη. Από κει, ο Πρεβεδουράκης θα μιλήσει για όλους. Τους από δω και τους από κει, για εμάς (αν και το “εμείς” έχει πολλούς πατεράδες, όπως θα πει ο ίδιος) και για τους άλλους, για τις γενιές που φεύγουν, για τις γενιές που ήρθαν και για κείνες ακόμα που σε καροτσάκια κυκλοφορούν. Για τα μωρά των “άλλων” και για τον “δικό του” Μανώλη. Τα ποιήματα της “Οδού Ρόδων” δε θα γίνουν εύκολα συνθήματα στον τοίχο. Τα ποιήματα αυτά μοιάζουν να κατασκευάστηκαν μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια κι ύστερα, σαν παζλ, κομμάτια τα έκανε και σε προκαλεί να τα συναρμολογήσεις. Για όλων τη γούνα έχει ράματα, μα πρωτίστως για τη δική του (χαμένη υπόθεση ο ποιητής Πρεβεδουράκης).

Ειρωνία, νταβάδες κι άγιοι, εικόνες, πολλές εικόνες, ένα σωρό “easter eggs”, όρεξη να ‘χεις να ψάχνεις και να περιπλανιέσαι στους δρόμους του ποιήματος, κι εκεί, σαν πινακίδες να χάσκουν τα πιο μικρά ποιήματα, βοηθήματα να μη χαθείς, ανάσες.

Η Ελλάδα που κουβαλάει ως βαρίδι την παράδοση, η Ελλάδα που ισορροπεί μεταξύ των Βαλκανίων και του να είναι ένας κράτος πλυντήριο, μα ευρωπαία καμώνεται πως είναι. Το συνάφι που κάνει κλίκες, οι άνθρωποι που ζουν λες και έχουν δεύτερη ζωή καβάτζα, οι άνθρωποι που ποτέ δεν έζησαν, οι σχέσεις μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα, οι φιλίες που διαλύθηκαν στο ζόφο που ζούμε.

“Πικρά τα ρόδα του Πρεβεδουράκη”, θα αποφανθεί άνθρωπός μου που το διάβασε. Γεμάτα αίμα, θα προσθέσω εγώ. Και θα κλείσω με τον ίδιο τον ποιητή και το καταληκτικό του ποίημα, μιαν ωδή στο γίγαντα Λεοντάρη (εδώ, θα πει η ξεναγός, στέγνωσε κάποτε το αίμα των ρόδων). Κι αν απαισιόδοξο σου μοιάζει τούτο δα, σκέψου πως υπάρχει κάποιος, να πει την Ιστορία.