Κίνημα του Κυνικού Υπερρεαλισμού, Απάντηση στον Π. Ένιγουέι

Ευχαριστούμε πολύ τον φίλο Π. Ένιγουέι ή Δρ. Χάουζ ή Διονύση Σουρλή που, πριν προλάβουμε να κάνουμε κάτι δημόσια ως Κυνικοί Υπερρεαλιστές, φρόντισε να μας κάνει γνωστούς σε όλο τον καλλιτεχνικό / λογοτεχνικό χώρο, με ένα αδικαιολόγητα – δήθεν σαρκαστικό – κειμενάκι, που φρόντισε να βγάλει όλη του τη χολή, χωρίς όμως να το στηρίζει νοηματικά ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο! Θα έλεγε κανείς πως το κάνει καλοπροαίρετα με σκοπό να θίξει τον εαυτό του και να προβάλει εμάς που τόσο μας γουστάρει! Ένα κείμενο που δεν είναι καν διήγημα ή μικροδιήγημα, όπως το αποκαλεί, αλλά ένα έκτρωμα δίχως ίχνος ευφυΐας! Και όλο αυτό, βασισμένο στο μανιφέστο του Κυνικού Υπερρεαλισμού – στο οποίο πολύ θα ήθελε να ήταν μέλος, αλλά δεν τολμά λόγω ζήλιας ψώρας που γέμισε όλη η χώρα! Η ματαιοδοξία του και η αυτοπροβολή του, ξεπέρασε κάθε προηγούμενο! Ω! Θα βάλω ένα θαυμαστικό ακόμα! Και φυσικά τον ευχαριστούμε πολύ γι’ αυτό! Ω!

Παρ’ όλα αυτά, ως σκύλοι φιλοσοφικά (κι ας είμαστε αίλουροι κυνικά), δεν μπορούμε παρά να αδιαφορήσουμε χτυπώντας τον με Κυνικό Υπερρεαλισμό. Οι ανυπόστατες βλακείες του, το μόνο που κάνουν, είναι να μας διασκεδάζουν! Να μας δίνουν τροφή για χλεύη και να μας προβάλουν!
Παίρνουμε τη σκυτάλη λοιπόν και απαντάμε με το ίδιο το μανιφέστο, το οποίο έχει γραφτεί, τόσο σκωπτικά, όσο και σοβαρά, από όλους εμάς τους Κυνικούς Υπερρεαλιστές – έτσι, για να σκάσει από τη ζήλια του!

Για τους υπόλοιπους αναγνώστες, προσοχή! Υπάρχουν νάρκες!

Μανιφέστο Κυνικού Υπερρεαλισμού


*
Αγάπη μόνο! Εβίβες Πάντα!


*
Αρχική διακήρυξη 


Η πρώτη έμπνευση συνέβη σαν θαύμα ή μπορεί και ως ατύχημα, τυχαία, σε κάποια παρουσίαση, όπου κάποιοι σχολίασαν ό,τι άκουσαν ως ρεαλισμό. Ο Ποιητής αντέδρασε “Δεν είναι αυτό που κάνω ρεαλισμός, αλλά Κυνικός Υπερρεαλισμός!”. Έτσι για πλάκα. Κι έτσι, χωρίς να το αντιληφθεί κανείς, γεννήθηκε ένα νέο καλλιτεχνικό κίνημα. Και όρισε αμέσως ένα σωρό πράγματα, συν το χαρακτηρισμό της εποχής που ζούμε. Αυτό είναι! Κυνικός Υπερρεαλισμός ως ουσία της πραγματικότητας, αλλά και ως ουσία του ονείρου και όλων αυτών που ταξιδεύουν αντίθετα στο ρεύμα, και προσδοκούν έναν κόσμο καλύτερο, ή καλύτερα, έναν κόσμο που να μπορούν να χωράνε.

Κάπως έτσι ο Κυνικός Υπερρεαλισμός, χωρίς να ρωτήσει κανέναν, άρχισε να αποκτά οντότητα. Σκατά στη σοβαρότητα των διακηρύξεων και μανιφέστων! Ότι γεννιέται έχει τη δική του δυναμική και προχωράει μόνο του, κόντρα στη γελοιότητα του κόσμου και της εποχής.
Και είχε πλάκα και αυτό κάναμε ούτως ή άλλως κι έτσι απλά το ακολουθήσαμε πριν καν το ονομάσουμε.
Φταίγανε τα καινά μας δαιμόνια! Έτσι όλη η γνώση και η σοφία μας δόθηκε απλόχερα κι εμείς ακολουθήσουμε τους εαυτούς μας για να βρεθούμε τελικά, στη διάσταση την οποία ήδη υπήρχαμε.

Κυνικός Υπερρεαλισμός: δύο λέξεις συνουσιάζονται και γεννούν τέχνη, φυσικά ψυχεδελική που μπορούν να διευρύνουν τη συνείδηση και να μας μεταφέρουν σε άλλους κόσμους. Ενάντια στην αθλιότητα του καθωσπρεπισμού, αγαπάει τον απλό τρόπο σκέψης και τον ψυχικό αυτοματισμό που εκφράζει με ποιητική γραφή, καθώς και με προφορικό λόγο ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, καλών ή κακών τεχνών, την αδιαμφισβήτητη ουσία αυτού του οποίου είναι και είμαστε.

Η λέξη Κυνικός έρχεται σε αντίθεση με τον υπερρεαλισμό, όχι για να τον αλλάξει, αλλά για να επανορίσει την ουσία του, και η λέξη υπερρεαλισμός, μένει αβοήθητη κάτω από την κυνική διάθεση και φιλοσοφία, αλλά κρατώντας ωστόσο την ουσία της. Δεν αντιτίθενται μεταξύ τους αλλά επανορίζει το ένα την έννοια του άλλου, κι εμείς είμαστε εδώ για να καταστρέψουμε και να καταστραφούμε. Έτσι ορίζουμε την τέχνη μας και τους εαυτούς μας κάνοντας τραμπάλα σε ταράτσες ετοιμόρροπων σπιτιών, από τα αστικά τοπία, σε όλη τη φύση, βουνά, λαγκάδια και παραλίες γυμνιστών. Πιάσε μας αν μπορείς!

Πρόθεση μας είναι να καταργήσουμε τη νέα τάση της εποχής τύπου: “ποίηση” ως δυσνόητα αποκυήματα του εγκεφάλου και να επανορίζουμε την ευνόητη στάση του άθυρμα συντριμμένου βάζου, εμείς κύμβαλα που αλαλάζουν.
Ζούμε και δημιουργούμε σύμφωνα με τη φύση και με γνήσιο ψυχικό αυτοματισμό.
Αβίαστη έκφραση με όποιο μέσο, πέρα από όρια και περιθώρια.
Καταργούμε όλες τις έννοιες ξαναχτίζουμε τις λέξεις γιατί απλά μπορούμε και γιατί έτσι γουστάρουμε, να καπνίζουμε γνώση, να μεθάμε ποίηση, να είναι ρε αδερφέ η τέχνη το παραισθησιογόνο μας, να ενοχλούμε τους εφησυχασμένους και να διαλύουμε τις νιρβάνες τους!

διακηρύσσουμε ότι: 



1. Δεν έχουμε καμία σχέση με το «πάντα» ούτε με το «τίποτα». Αλλά μπορούμε να χρησιμοποιούμε τα πάντα για να φτάσουμε στο τίποτα. Το απόλυτο δεν υπάρχει, το στέρεο καταργείται , η ρευστότητα επανέρχεται

2. Είμαστε αποφασισμένοι να γκρεμίσουμε ότι χτίστηκε με παραπληροφόρηση, παρερμηνεία και παρ’ το αυγό και κούρευτο, από ολόκληρο τον κόσμο μέχρι ολόκληρη τη γλώσσα.

3. Είμαστε αποφασισμένοι να γκρεμίσουμε τον άνθρωπο για να ξαναχτίσουμε τη ζωή.
4. Είμαστε αποφασισμένοι να κατακτήσουμε την ευδαιμονία – και θα το κάνουμε γιατί ξέρουμε.

5. Είμαστε αποφασισμένοι να αγαπιόμαστε με όλα τα ορατά και αόρατα πλάσματα του σύμπαντος.

6. Η επανάσταση είναι πράξη καθημερινή και ξεκινάει με το πρώτο σκοτάδι της ημέρας ή με το πρώτο φως της νύχτας από τον εαυτό μας. Καθημερινά γκρεμίζουμε κάθε στερεότυπο που δομήθηκε την προηγούμενη με ή χωρίς τη συναίνεση μας.

7. Ορίζουμε ξανά την ουσία στη ζωή και τη συνουσία, καθώς και το οινόπνευμα ως οίνο του πνεύματος.

Ο Κυνικός Υπερρεαλισμός είναι καλλιτεχνικό κίνημα, είναι κατάσταση, είναι η ποίηση της ύπαρξης με μαγκούρα στο κεφάλι σε κάθε συντηρητισμό, περιορισμό, ευνουχισμό και γενικότερα ισμό! Το δικό μας το ισμό επιτρέπεται για να καταργήσει όλα τα άλλα!

Στον Κυνικό Υπερρεαλισμό δεν υπάρχει καμία απόλυτη αλήθεια και δεν δέχεται καμία επιβολή. Στέλνει αυστηρή προειδοποίηση σε μικροαστούς και φασίστες, σε όποια τρύπα και αν είναι χωμένοι: κάθε συνουσία που αποσκοπεί στον πολλαπλασιασμό σας θα μας βρίσκει αντιμέτωπους. Να προσέχετε τη διαγωγή σας ρε πνευματικά απόβλητα, κανένα παραστράτημα δεν πρόκειται να μας διαφύγει!

Κυνικός υπερρεαλισμός είναι: να είσαι ο εαυτός σου κόντρα στα πάντα.
Ο κυνικός υπερρεαλισμός προέκυψε γιατί υπήρχε πάντα
Κυνικός υπερρεαλισμός είναι αυτό που κάναμε και κάνουμε χωρίς τίποτα
Κυνικός υπερρεαλισμός είμαστε εμείς
Άρα εμείς είμαστε ο κυνικός υπερρεαλισμός

Και μη ξεχνιόμαστε: Σκατά και ξύλο στους φασίστες!
Εβίβες σε απανταχού ρεμάλια και φίλους του Κυνικού Υπερρεαλισμού!

Υπογράφουν οι συνένοχοι:

Βίκυ Βανίδη
Χρήστος Αντισθένης Ζάχος
Πεφτούλιος Μαρθόγλου
Γιώργος Μικάλεφ
Νίκος Ζαννής
Ιωάννα Πλέσσα

Υ.Γ. Όσοι θελήσουν να μπουν στο κίνημα του Κυνικού Υπερρεαλισμού, να προσκομίσουν μια δήλωση του νόμου 501, εξετάσεις ούρων, αίματος και τριχών, απόδειξη θητείας στο Δρομοκαΐτειο και απάντηση θα πάρουν εφόσον εξετάσουμε το αίτημά τους μετά από 6 μήνες!

VIVA LA CYNIC SURREALISM!!!

Στη φλέβα της ποίησης

Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης*

Γλείφει πληγές τούτη η γραφή. Πρώτα δείχνει τα τραύματά της κι ύστερα σκύβει μονάχη της και τα περιθάλπει. Σαν το παρατημένο σκυλί στην άκρη του δρόμου. Γιατί εδώ η ποίηση κατεβαίνει στην άκρη του δρόμου. Σέρνεται τραυματισμένη, φέροντας στις πλάτες της το υποκείμενό της, κουβαλώντας τον κόσμο της. Και αν στις προηγούμενες συλλογές («Ρητορική ένδεια», Βακχικόν, 2013, «Τα Γυάλινα μάτια των ψαριών», Βακχικόν, 2016) τυλιγόταν συχνά με τον επίδεσμο του αρχαίου μύθου, τώρα προτιμά την ευθύβολη αποκάλυψη.

Πιο σίγουρη η Παραδεισανού για τον εαυτό της, πιο έμπειρη στη χρήση των εκφραστικών της μέσων, μπορεί πλέον να μιλάει για το παρόν χωρίς να προσφεύγει στις αλληγορίες του παρελθόντος. Οπότε ο ήδη γνωστός ποιητικός της χώρος, αποκαλύπτεται ακόμη καθαρότερα, κατοικημένος από τη μοναξιά, την έλλειψη επικοινωνίας, την οδύνη, την απόγνωση και το πείσμα. Το ποιητικό υποκείμενο νιώθει να συντρίβεται μέσα σε ένα εχθρικό περιβάλλον που το κυκλώνει απειλητικά και το υποβάλλει σταθερά στη διαδικασία της αλλοτρίωσης. Οι αισθήσεις υποχωρούν, η εξωτερική εικόνα παραμορφώνεται, τα ανθρώπινα γνωρίσματα αποκτούν τερατώδη όψη, το εγώ κινδυνεύει να γίνει αυτό. Δεν είναι τυχαίο το σταθερά επανερχόμενο θέμα του πνιγμού, ο εφιάλτης του βυθίσματος, η αίσθηση της αιώρησης και το βίωμα της απουσίας.

Ο ποιητικός κόσμος της Παραδεισανού κείται στο μεταίχμιο της διαπάλης του έξω με το μέσα, είναι το στραπατσαρισμένο δέρμα, η άηχη φωνή, τα βγαλμένα μάτια. Η άρθρωσή του, το ξεδίπλωμά του, η εκφορά του είναι η άμυνα του ποιητικού υποκειμένου, η δήλωση της πρόθεσής του να μην εγκαταλείψει τη μάχη. Δια της γραφής γεμίζει την απουσία, μιλάει τη σιωπή, καλύπτει τον μέσα κόσμο και με αυτόν τον τρόπο λειτουργεί ως νεύμα αντίστασης, ως πειστήριο ύπαρξης, ως εσώτερη, τελικά, ανάγκη. Αλλά την ίδια στιγμή δεν διστάζει να παραδεχτεί την αδυναμία του και να απεκδυθεί κάθε ελπίδα, επιτελώντας την καρυωτακική λειτουργία της απομάγευσης, δηλαδή της αποποίησης των βολικών ψευδαισθήσεων και της ευγενούς αυτοπαραπλάνησης. Για παράδειγμα, ακόμη και όταν εκφέρεται σε β΄ πρόσωπο νιώθεις ότι ο ακροατής στον οποίο απευθύνεται απουσιάζει από τη θέση του και ότι η καρέκλα του είναι άδεια.

Θέλω με αυτό να πω ότι η Παραδεισανού δεν χαρίζεται στην ευκολία κάποιων ψηγμάτων αισιοδοξίας, δεν προβαίνει σε εκπτώσεις για να αρέσει, δεν προδίδει τίποτα απ’ όσα κομίζει. Εδώ ακριβώς είναι, νομίζω, η μεγαλύτερη αρετή τούτης της συλλογής: λέω, για το ήθος και την εντιμότητά της από άποψη και θεματική και υφολογική, εν ολίγοις από άποψη αισθητική.

*Ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης είναι συγγραφέας

**Πρώτη δημοσίευση στο fractal http://fractalart.gr/sti-fleva-tis-petras/

Θ. Δ. Τυπάλδος, Αλεξικέραυνο

Σήμερα στην Πάτρα, ο καιρός είναι νεφελώδης…

Σήμερα στην Πάτρα, ο καιρός έχει στο μενού του καταιγίδες…

Κεραυνοί εξαπολύουν σφοδρή επίθεση κατά των πολιτών της Πάτρας. Πέφτουν μανιασμένα πάνω στα κεφάλια των σπιτιών και στα κεραμίδια των ανθρώπων. Έντρομοι οι διαβάτες τρέχουν αλαφιασμένοι δεξιά κι αριστερά… Παντού κεραυνοί, παντού μαστίγια βροχής και οβίδες από χαλάζι, χτυπούν τα φρύδια των αγαλμάτων κι εκείνα, πέφτουν στο έδαφος, γκελλάρουν και σηκώνονται και πάλι ψηλά, λικνίζονται και ηδονίζονται μέσα στης καταιγίδας τους οργασμούς! Τι όμορφα που έρχεται το τέλος πριν ακόμη ανακαλύψουμε την αφετηρία. Κάρτες ταρώ στροβιλίζονται προς τα πάνω. Η εικόνα μιας αποσύνθεσης με γαλανά σκέλη – τι όμορφα που κεντράρουμε το τίποτα της οδύνης, εκείνο το τίποτα που ο Tzara έθεσε σε λειτουργία πριν έναν αιώνα, τώρα, γίνεται μια άμεση πραγματικότητα εντός μιας άμεσης πραγματικότητας.

Να όμως: Ένα αλεξικέραυνο ξεπετάγεται από το υπέδαφος! Ένα αλεξικέραυνο όχι αόρατο μα μη ορατό, υψώνεται, θεριεύει, πολεμά. Ο πόλεμός του, πόλεμος δικαιοσύνης, πόλεμος ανέκφραστος που εκφράζει όλα όσα κανείς ποτέ δεν θα μπορέσει να τιθασεύσει. Ο καιρός σήμερα ακουμπάει την τρέλα του αποδιωγμένου, του καταραμένου. Ζωγράφοι συνωστίζονται στο υψηλότερο σημείο της Πάτρας. Παρατηρούν και ζωγραφίζουν το μη ορατό αλεξικέραυνο. Στη συνέχεια κι αφού καταφέρνουν να αποδώσουν αυτό που δεν αποδίδεται ούτε από σχήματα ούτε από χρώματα, αρχίζουν και κατασπαράζουν ο ένας τον άλλον. Οι κάρτες ταρώ, τώρα έχουν φτάσει πάνω από τα υδάτινα σύνορα Πατραϊκού – Κορινθιακού κόλπου. Συναντούν τρικυμίες και συγκρούσεις πλοίων. Συμμετέχουν κι αυτές στον παροξυσμό που έχει καταβάλει τα πάντα. Το αλεξικέραυνο χαμογελά στους ανέμους.

Συνεχίζεται η οργή των καιρικών φαινομένων. Μια δημοσιογράφος που προσπαθεί να καλύψει τα ακραία αυτά φαινόμενα, δέχεται μια ριπή κεραυνού κατευθείαν στο μέτωπο, με αποτέλεσμα, να καούν τα ρούχα της και γυμνή, πεθαίνει πάνω σε ένα τραγούδι:

«Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία…»*

«Μικρή μου αγάπη, σήμερα ο καιρός είναι λίγο άστατος. Πάρε μαζί σου το παλτό από το χέρι του Δία και όρμησε πάνω στα σύννεφα, πάνω στον ουράνιο θόλο. Μικρή μου αγάπη, όμορφη σαν το τομάρι του αυγερινού και σαν της ημέρας τα υπολείμματα. Μικρή μου αγάπη, σ’ αγαπώ μέσα από κατακλυσμούς και μέσα απ’ τον πρωκτό του χιονιού. Ξέρεις καλύτερα απ’ όλους τι σημαίνει η λέξη ‘απόρριψη’ και τι σημαίνει η βροχή πάνω στις σχισμές του ονείρου. Σ’ αγαπώ ενώ βρέχομαι, σ’ αγαπώ καθώς η αστραπή, βγάζει βόλτα τους μύθους και τις επιθυμίες».

Σηκώνεται αέρας – τυφώνες κι αμμοθύελλες προσκρούουν πάνω στις λεύκες. Μία αράχνη στρέφει την κοιλιά της προς τον αχανή ήλιο μιας παρεκτροπής. Όλοι οι κάτοικοι έχουν παραδώσει το πνεύμα τους και αναμένουν το αντίτιμο της υπερθέρμανσης του κλίματος: Φτιάξτε τα υπόγεια στα ρετιρέ και πετάξτε τα ρετιρέ στα τραπέζια των πτωχών! Μετατρέψτε τις έκδηλες αναθυμιάσεις του Ωρίωνα σε πρόσχαρες ομοβροντίες ευφορίας! Ο καιρός αλλάζει, οι άνθρωποι πεθαίνουν – ο καιρός αλλάζει, οι άνθρωποι γεννιούνται!

Ο καιρός, έχει τις μαύρες του πάνω από την Πάτρα…

Μόνο η υπερπραγματικότητα μπορεί να μας σώσει…

Μην χτυπάτε τα τζάμια των αυτοκινήτων παρά μόνο, αν είναι ώρα κοινής ησυχίας…

Για να μην το ξεχάσω, οι κάρτες ταρώ έφτασαν στην Αθήνα στις 3.15 μμ. Καλώς όρισες θυμωμένε στοχαστή. Η πατρίδα ευγνωμονούσα, κατασκευάζει μη ορατά αλεξικέραυνα σε όλη την επικράτεια. Η γιορτή συνεχίζεται αδιάκοπη, αστείρευτη, απρόσμενα υπέροχη!

*Νίκος Καββαδίας, Γυναίκα

Norman Spinrad, O διάβολος δεν είναι ο Βασιλιάς της κολάσεως

Αργύρης Αργυριάδης, MD-PhD – Ψυχοπαθολόγος, μέλος του συνδικάτου των Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου (IWW)

So don’t you bother calling
There ain’t nobody home
Sometimes we’ve got to stand together…

The King of Hell – The Nightwatchman

Αυτό πραγματεύεται το πρώτο κείμενο με τίτλο «της κολάσεως» του όμότιτλου βιβλίου του Norman Spinrad, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Στάσει Εκπίπτοντες», σε μετάφραση Σπύρου Κουρούκλη. Ο διάβολος είναι εγκλωβισμένος στον ρόλο που του έχει προσδώσει ο ίδιος ο «Τέλειος Άρχοντας Όλης της Πλάσης» και δεν μπορεί αυτός ο «φέρων το φως» να εκφράσει την ελεύθερη βούληση του – πράγμα για το οποίο εξεγέρθηκε. Και αν αυτός ο ρόλος του διαβόλου του επιτρέπει απρόσκοπτα να διευθύνει την κόλαση, τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι. Όπως λέει και το αντίστοιχο άσμα του Nightwatchan, «κάποιες φορές πρέπει να σταθούμε μαζί», στην πρώτη γραμμή του αγώνα. Αυτό θα είναι και το μεγαλύτερο πρόβλημα του διαβόλου όταν ο βρόμικος Τζίμι Ντι Άντζελο ιδρυτής και ντεφάκτο πρόεδρος του Εθνικού Σωματείου προσωρινών Αναπληρωτών ή καλύτερα Απεργοσπαστών πεθαίνει και καταδικάζεται εις το πυρ το εξώτερων και αποφασίζει να οργανώσει απεργία για καλύτερες συνθήκες εργασίας.

Φυσικά, εδώ δεν πρόκειται για μια κλασική συνδικαλιστική ιστορία αμερικανικού εργατικού κινήματος, μιας και οι παλιοί καλοί Wobblies των Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου (IWW) όπως ο Joe Hill, η Mother Jones, ο Big Bill Haywood, βρίσκονται στον παράδεισο. Στην κόλαση πάνε οι βδελυροί: απατεώνες χρηματιστές, μεγαλοστελέχη μαφιόζοι και βρώμικοι συνδικαλιστές σαν τον Τζίμι Χόφα ή τον Λέιν Kέρκλαντ, ανάμεσα σε άλλους. Όλους αυτούς θα χρησιμοποιήσει ο Ντι Άντζελο στην προσπάθειά του να οργανώσει τους δαίμονες πάντα με ένα ιδιοφελές κίνητρο, χρησιμοποιώντας όμως όλα τα μέσα που είχαν χρησιμοποιήσει και οι άγιοι του αληθινού συνδικαλισμού αναδεικνύοντας το ότι μόνο «ενωμένοι είμαστε δυνατοί».

Αν κάποιος νομίζει ότι η κόλαση δεν είναι υπαρκτό μέρος δεν χρειάζεται να ανατρέξει στην μεταφυσική, αλλά να κοιτάξει τον σημερινό κόσμο. Την αλληγορία αυτή μας την περιγράφει περίτρανα ο Norman Spinrad σε αυτό του το κείμενο που, ναι μεν, είναι λογοτεχνικό, αλλά είναι βαθύτατα πολιτικό, όπως και τα περισσότερα έργα του συγγραφέα του «πράκτορα του χάους». Ο αναγνώστης μπορεί να το διαπιστώσει στο δεύτερο κείμενο του μικρού αλλά εξαιρετικού βιβλίου που μας προτείνουν οι εκδόσεις «Στάσει Εκπίπτοντες» με τίτλο «Η Ακανόνιστη Νέα Κανονικότητα».

Στο εν λόγω κείμενο ο Norman Spinrad, περιγράφει συνοπτικά μέσα σε λιγότερο από 30 σελίδες την «Μεγάλη Κρίση» του χρηματοπιστωτικού συστήματος το 2008, κάνοντας μια ανασκόπηση της αμερικανικής Αμερικανικής πολιτικής και οικονομικής ιστορίας αλλά και της δημοσιονομικής πολιτικής από το new deal μέχρι τις ημέρες μας δίνοντας μια διαφορετική αιρετική μα πραγματιστική οπτική. Πραγματεύεται πώς αλλάζουν όλα χωρίς να αλλάζει στην ουσία τίποτα μέσα σε έναν κόσμο μπερδεμένο αποιδεολογικοποιημένο που συνάμα παραμένει βαθιά ιδεολογικός, την άνοδο, την πτώση και τις αυταπάτες του κατεστημένου συνδικαλισμού, την δημοκρατία την αντιπροσώπευση και όχι μόνο. Καταλήγοντας σε κάτι που δεν πρέπει να προκαλεί έκπληξη: «Η αποτυχημένη Δημοκρατία της Βαϊμάρης εξάλλου, δεν αντικαταστάθηκε από μια πεφωτισμένη ουτοπία ελεύθερης αγοράς ή από κάποιον εργατικό παράδεισο, αλλά από το Τρίτο Ράιχ». Και αν φαντάζει αυτό δυστοπικό με την παλινόρθωση του εθνικισμού στις μέρες, ο ίδιον σπεύδει να δηλώσει την δυνατότητα μας για ελεύθερη επιλογή καταλήγοντας ότι «Το τέλειο είναι ο εχθρός του καλού και η μόνη δικαιοσύνη που υπάρχει, οικονομική ή άλλη είναι εκείνη που δημιουργούμε εμείς». Αρκετά χειραφετική ως προτροπή, αν την καλοσκεφτεί κανείς.

Φτάνοντας στο τρίτο μέρος του βιβλίου είναι μια συνέντευξη του συγγραφέα που θα μυήσει τον νέο αναγνώστη που δεν γνωρίζει τον συγγραφέα για τις πολιτικές του θέσεις, τα γραπτά του και όχι μόνο εισάγοντας τον να κατανοήσει γιατί παραμένει για κάποιους αιρετικός και επικίνδυνος. Κλείνοντας, θεωρώ πως το βιβλίο αυτό απευθύνεται τόσο στο υποψιασμένο λογοτεχνικό αλλά και πολιτικό αναγνωστικό κοινό. Είναι δε αυτή η υποψία που κάνουν τα έργα του Spinrad τόσο διαφορετικά διότι όπως και ο εωσφόρος, οι συνδικαλιστές αλλά και οι λοιποί ήρωες του είναι και παραμένουν διαχρονικά «Στάσει Εκπίπτοντες».

Judith Rodriguez: η Aυστραλή ποιήτρια που αγκάλιασε την ελληοαυστραλιανή λογοτεχνία

Η Judith Rοdriguez σε επίσκεψή της στην Αθήνα το 2014 όπου και συνάντησε για τελευταία φορά τον Δημήτρη Τσαλουμά

ΕΛΕΝΗ ΝΙΚΑ

Στον «Νέο Κόσμο» του περασμένου Σαββάτου, ο Δημήτρης Τρωαδίτης δημοσίευσε ένα εκτενές βιογραφικό, στα Ελληνικά, της Αυστραλής ποιήτριας Judith Rodriguez, η οποία, προς μεγάλη λύπη όλων, άφησε τα εγκόσμια πριν μερικές εβδομάδες. Ποια όμως η σχέση της με την ελληνική παροικία; Θεωρώ καθήκον μου να κάνω μια αναφορά σ’ αυτή την καταπληκτική ποιήτρια, μεταφράστρια, ακαδημαϊκό και με μεγάλη παρουσία στον ευρύτερο, αυστραλιανό λογοτεχνικό κόσμο της Μελβούρνης, η οποία έπαιξε πρωταρχικό ρόλο στην εξέλιξη του Δημήτρη Τσαλουμά ως «Αυστραλού» ποιητή και στη συνέχεια αγκάλιασε και υποστήριξε το έργο της Ντίνας Αμανατίδου και αρκετών άλλων.
Να σημειώσω παρενθετικά ότι όντας Αγγλοκελτικής καταγωγής, η Judith Rodriguez χρωστάει το ισπανικής προέλευσης επίθετό της στον πρώτο της γάμο με Ισπανοαυστραλό. Μετά τον χωρισμό της, διατήρησε το όνομά του και μ’ αυτό ήταν ευρέως γνωστή. Επιπλέον, ήταν ίσως και μια ένδειξη της αγάπης της για μια πιο κοσμοπολίτικη Αυστραλία.
Ιδού λοιπόν πώς έγινε η πρώτη και λίαν ευτυχής γνωριμία της με τον Δημήτρη Τσαλουμά. Όπως έχει δηλώσει επανειλημμένα η Judith, η πρώτη συνάντησή της με τον άγνωστο τότε ποιητή έγινε το 1979 στη βιβλιοθήκη Carringbush του Richmond όπου γινόταν μια εκδήλωση ποιητικών αναγνώσεων. Η Judith συνοδευόταν από τον δεύτερο σύζυγό της, τον γνωστό Αυστραλό συγγραφέα Tom Shapcott, ο οποίος ήταν τότε υπεύθυνος των ποιητικών δημοσιεύσεων στον εκδοτικό οίκο University of Queensland Press (UQP).
Σ’ αυτή τη βιβλιοθήκη άκουσαν τον Τσαλουμά να διαβάζει ποιήματά του (μεταφρασμένα στα Αγγλικά από τον φιλέλληνα φιλόλογο Philip Grundy). Στη φωνή του Τσαλουμά με τη διαφορετική θεματολογία του, την επιγραμματικότητα και τον λυρισμό του, συνειδητοποίησαν και οι δύο ότι η εποχή του πολυπολιτισμού είχε πλέον φθάσει και ότι η αυστραλιανή λογοτεχνία δεν θα αποτελούνταν μόνο από αγγλοσαξωνικά ονόματα. Πράγματι, το 1983 ο Tom Shapcott δημοσίευσε από τον εκδοτικό οίκο UQP ποιήματα του Τσαλουμά σε δίγλωσση μορφή με τίτλο The Observatory [Το παρατηρητήριο]. Η έκδοση αυτή απέσπασε το πρώτο βραβείο ως το καλύτερο βιβλίο της χρονιάς, πρωτάκουστο για τα αυστραλιανά δεδομένα να βραβευτεί ένα έργο από μετάφραση.
Μετέπειτα, η πορεία του Τσαλουμά στο χώρο της ευρύτερης αυστραλιανής λογοτεχνίας απέδειξε ότι πράγματι άξιζε της υποστήριξης των δύο αυτών ποιητών του αυστραλιανού λογοτεχνικού κατεστημένου. Η ποιητική του πορεία, με πολλά βραβεία για την ποίησή του, συνεχίστηκε μέχρι το 2014 όταν πια ο Τσαλουμάς αποφάσισε να ζήσει τα τελευταία χρόνια της ζωής του στην Ελλάδα. Πέθανε το 2016 στο νησί του, τη Λέρο,την οποία ύμνησε τόσο λυρικά στο έργο του. Η Judith και ο Tom Shapcott παρέμειναν στενοί φίλοι και υποστηρικτές του έργου του από το 1979 μέχρι το θάνατό του.
Μέσω της δικής μου έρευνας και δημοσίευσης Ελλήνων λογοτεχνών της παροικίας, ήμουν τυχερή να γνωρίσω το ζευγάρι αυτό, των οποίων έτυχα της θερμής τους υποστήριξης για τις εκδόσεις μου Ελληνοαυστραλιανής λογοτεχνίας. Με την Judith είχαμε συχνή επικοινωνία και πάντοτε ήθελε να γνωρίζει τι καινούργιο έχει εκδοθεί, ενώ δεν παρέλειπε να στέλνει τα σχόλιά της και να ενθαρρύνει συνεχώς. Λόγω του ότι δεν γνώριζε Ελληνικά, μπορούσε μόνο να διαβάζει Έλληνες συγγραφείς από μετάφραση. Έτσι γνώρισε και αγάπησε το ποιητικό έργο της Ντίνας Αμανατίδου που τη δεκαετία του ‘80 άρχισε να εμφανίζεται σε ποιητικές εκδηλώσεις με αγγλικές μεταφράσεις.
Όταν συναντιόμασταν, πάντα με ρωτούσε πότε θα δημοσιεύσω την Ντίνα Αμανατίδου σε αγγλική μετάφραση και ότι αν χρειαζόμουν τη βοήθειά της, θα μου την έδινε ευχαρίστως. Έπρεπε να περιμένει μέχρι το 2011 να χαρεί την όμορφη και πολυσέλιδη έκδοση της ποιητικής συλλογής Dreams of Clay, Drops of Dew σε μετάφραση της Κωνσταντίνας Ντούνη, που εξέδωσα και όπου στην παρουσίαση στην Ελληνική Κοινότητα ήλθε και τίμησε με την παρουσία της η Judith.
Όταν το 2016 αποφάσισα να συμπεριλάβω την Ντίνα Αμανατίδου σε μια σειρά ποιητικών βιβλιαρίων ήξερα ποιος θα έγραφε την εισαγωγή. Η Judith χάρηκε ιδιαίτερα που αυτή τη φορά θα έπαιζε έναν πιο λειτουργικό ρόλο διαβάζοντας προσεκτικά τα επιλεγμένα ποιήματα της Ντίνας (σε μετάφραση Κυριάκου Αμανατίδη) και γράφοντας μια εισαγωγή για το αγγλόγλωσσο αναγνωστικό κοινό. Σ’ αυτή την εισαγωγή, η Judith γράφει:

«Τα επιγραμματικά ποιήματα είναι, κατά πάσα πιθανότητα, τα πιο δύσκολα να γραφτούν. Αυτά τα ποιήματα που απαρτίζονται από τέσσερις μέχρι επτά στίχους, αποτελούν το απόσταγμα της ποιητικής δεξιότητας της Ντίνας Αμανατίδου. Σύντομα, περιεκτικά και βαθυστόχαστα, καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα θεμάτων που βρίσκονται στο επίκεντρο του προβληματισμού της ποιήτριας… Από τα επιγράμματα ζητούμε την αλήθεια και ραφιναρισμένο, πνευματώδη λόγο. Η Nτίνα Αμανατίδου συνδυάζει και τα δύο. Ειλικρινής, ανυποχώρητη, η δύναμη της ποίησής της έγκειται στην εξερεύνηση του νοήματος της ζωής μας, και στην αδιάκοπη επιβεβαίωσή του.»
(Dina Amanatides, Fragile World / Εύθραυστος Κόσμος, Owl Publishing 2016)

Ίσως διερωτηθεί κανείς, γιατί άραγε χρειαζόμαστε, ή επιζητούμε, την επισφράγιση των έργων μας από Αγγλοαυστραλούς συγγραφείς; Μέσα στην παροικία εμείς οι ίδιοι είμαστε κύριοι του έργου μας και μεταξύ μας μπορούμε κάλλιστα να αξιολογήσουμε τη λογοτεχνία μας, θα έλεγε κανείς. Σωστό. Έξω όμως από την παροικία και μέσα στον αγγλόγλωσσο κόσμο, χρειαζόμαστε την δική τους ματιά για να δεχτούν και να προωθήσουν το έργο μας. Ιδίως όταν γράφουμε στα Ελληνικά και διαβαζόμαστε μόνο από αγγλική μετάφραση. Αν σκεφτούμε τον σπουδαίο ρόλο που έπαιξαν στον αγγλόγλωσσο χώρο της Αγγλίας και της Αμερικής φιλέλληνες λογοτέχνες, πανεπιστημιακοί και μεταφραστές λογοτεχνίας για την ευρύτερη αναγνώριση των ποιητών Σεφέρη και Καβάφη (όπως π.χ. οι Edmund Keeley and Philip Sherrard) μπορούμε να εκτιμήσουμε περισσότερο τη συμβολή Αυστραλών λογοτεχνών και πανεπιστημιακών, όπως η Judith Rodriguez, στο να γίνει πιο γνωστή η λογοτεχνία μας στον κυρίαρχο αυστραλιανό χώρο. Γι’ αυτό της είμαστε ευγνώμονες, καθώς και για το ότι η ίδια ήταν ένα τέλειο παράδειγμα του τι σημαίνει να ζει και να δημιουργεί κανείς σε μια πολυπολιτισμική χώρα.

Το εξώφυλλο της τελευταίας της ποιητικής συλλογής

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ JUDITH RODRIQUEZ (όχι τελική)

Poetry Collections

– A Question of Ignorance in Four Poets [with David Malouf, Don Maynard and Rodney Hall] (Melbourne: Cheshire, 1962).
– Nu-Plastik Fanfare Red: and other poems (St Lucia, Qld: University of Queensland Press, 1973).
– Poems: selections (St Lucia, Qld: University of Queensland Press, 1975).
– Water Life (St Lucia, Qld: University of Queensland Press, 1976).
– Shadows on Glass (Canberra: Open Door Press, 1978).
– Poems (North Melbourne, Vic: Charles Johnston, 1979).
– Mudcrab at Gambaro’s (St Lucia, Qld: University of Queensland Press, 1980).
– Witch Heart (Carlton, Vic: Sisters Publishing, 1982).
– Floridian Poems (Florida, USA: Rollins College, 1986).
– The House by Water: New and Selected Poems (St Lucia, Qld: University of Queensland Press, 1988).
– The Cold (Canberra: National Library of Australia, 1992).
– Manatee and other poems (Warners Bay, NSW: Picaro Press, 2007).
– Flares (Melbourne, Vic: Mark Time Books, 2016).

ΔΙΑΒΑΣΤΕ:

– Jenny Digby, ‘Bathing in a Great Sea of Wonderful Words,’ A Woman’s Voice: Conversations with Australian Poets (St Lucia, Qld: University of Queensland Press, 1996), pp. 154-73.
– Lyn McCredden, ‘ “By What Sign/Are You Walking?”: The Poetry of Judith Rodriguez,’ Australian Literary Studies 18.2 (1997), pp. 136-44.
– Lyn McCredden, ‘An Interview with Judith Rodriguez,’ Australian Literary Studies 18.2 (1997), pp. 179-84.
– Jennifer Strauss, ‘ “A Lifetime Devoted to Literature”: A Tribute to Judith Rodriguez,’ Southerly 52.3 (1992), pp. 168-75.
– Jennifer Strauss, ‘Judith Rodriguez,’ in Selina Samuels, ed., Australian Writers 1975-2000 (Detroit, USA: Gale Research, 2006), pp. 273-77.

Το ζήτημα της αυτοκτονίας του Θ.Δ. Τυπάλδου

Θωμάς Τυπάλδος

Σε γενικές γραμμές, δεν θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί πως είμαι αυτού του τύπου ο άνθρωπος που όταν ξυπνάει, κάθεται στο τραπέζι της κουζίνας και μεταξύ του καφέ και του τσιγάρου, θα ξεφυλλίσει την πρωινή του εφημερίδα για να ενημερωθεί… κάθε άλλο. Εκείνο όμως το κυριακάτικο πρωινό, θες γιατί η μονόφθαλμη γάτα μου την έφερε όλο χαρά κρατώντας την στο χαμογελαστό της στόμα, θες γιατί πρόσεξα πως σε κάποιο σημείο της, ένα άρθρο είχε από κάποιον σημειωθεί μ’ ένα κόκκινο κύκλο από μαρκαδόρο, είπα να της ρίξω μια ματιά καθώς θα κάπνιζα το στριφτό μου τσιγάρο και θα έπινα τον πρωινό μου καφέ. Έτσι κι έγινε. Αφού έφτιαξα τον καφέ κι άναψα το τσιγάρο, έπιασα την εφημερίδα και πήγα κατευθείαν στο άρθρο που ήταν μέσα στο κόκκινο κυκλικό περίγραμμα, μα η έκπληξη που με περίμενε στις γραμμές του, έκανε το τσιγάρο να μου πέσει απ’ τα χείλη…

Ήταν βλέπετε ένα ρεπορτάζ που αναφερόταν στην χτεσινή κηδεία, αφού είχε προηγηθεί η προ δύο ημερών αυτοκτονία μου! Το ότι με κράτησαν έξω από το χώμα δυο ολόκληρες μέρες μάλλον θα είχε να κάνει με τις ιατροδικαστικές εξετάσεις, σκέφτηκα στην αρχή, εφόσον δεν με θεωρούσα και κάποιο σημαίνον πρόσωπο που θα του ‘πρεπαν κάποιες ιδιαίτερες ετοιμασίες για την ταφή του, αλλά διαβάζοντας το λεπτομερέστατο ρεπορτάζ της έγκριτης δημοσιογράφου κυρίας Δενδρογαλιάς, (παρεμπιπτόντως, ποτέ δεν κατάλαβα πώς μπορεί να γράφει ένα ερπετό την ώρα που δεν διαθέτει χέρια, αλλά αυτό είναι άλλου Κοράκου ευαγγέλιο).

Στην κηδεία παρευρέθησαν πολλά πρόσωπα περιωπής, τα οποία μάλιστα έδειχναν, εκτός από έκπληκτα στο άκουσμα της είδησης της αυτοκτονίας μου, και πολύ συγκινημένα που παρευρίσκονταν στην ταφή μου… Στο καλό! Με συγκίνησαν κι αυτοί με τη σειρά τους απ’ τη στάση τους να με τιμήσουν με την παρουσία τους στο γλέντι του θανάτου μου, παρά τα τόσα που τους είχα σούρει κατά καιρούς.

Για κάποια δευτερόλεπτα, μια περιτ(π)τωμάτων σκέψη διαπέρασε το μυαλό μου και μ’ έκανε να σταματήσω να διαβάζω το εν λόγω άρθρο. Αναρωτήθηκα μήπως θα ‘πρεπε να ρίξω μια ματιά στα ζώδια πρώτα, για να ξέρω τι με περιμένει την τέταρτη μέρα μου στον κόσμο των νεκρών, προτού να ενημερωθώ για την όχι και τόσο μεγάλης σημασίας για μένα μέρα της κηδείας μου. Από την άλλη όμως, ήθελα να μάθω κάτι πολύ σημαντικό: για ποιον λόγο θέλησα να βάλω τέλος στη ζωή μου και με ποιον τρόπο αυτό είχε συμβεί; Ποιος ξέρει, ίσως να χρειαστεί να τον επαναλάβω και στις Η.Π.Α (Ηνωμένες Πολιτείες Αποθανόντων… Ζωή σε σας και τις οικογένειές σας) που θα κατοικούσα από ‘δω και μπρος. Εύχομαι, τώρα που το σκέφτομαι, να μην υπάρχει πολύ γραφειοκρατία στις κρατικές υπηρεσίες της μεγάλης αυτής χώρας κι αργήσω να πάρω την υπηκοότητα γιατί αν απελαθώ, δεν ξέρω πού, σε ποια άλλη χώρα μπορεί να γίνονται δεκτοί οι αποθαμένοι. Συνέχισα να διαβάζω το άρθρο εν τέλει, αφήνοντας γι’ αργότερα το ωροσκόπιό μου.

Όπως είπα παραπάνω, ήταν όλοι εκεί, στη τελετή του κατευόδιού μου. Ήταν ο αξιότιμος δήμαρχος κύριος Πιγκουίνος, με το καλό του σμόκιν να φορά, με το παπιγιόν προπέλα στο λαιμό και το μονόκλ που του έδινε πάντα ένα κύρος ανωτερότητας. Ήταν ο αρχηγός της αστυνομίας, κύριος Μπουλντόγκ, με τη μεγαλοπρεπέστατη στολή και τα κοκαλένια του παράσημα, να στέκεται στρυφνός και σοβαρός, σε στάση προσοχής, λες κι είχε καταπιεί μια στέκα μπιλιάρδου για πρωινό και δίπλα του, η αξιοσέβαστη σύζυγός του, κυρία Αγελάδα, πάντα σοβαρή και μετρημένη όταν δεν βρίσκεται σε κάποιο καρέ για πόκερ όπου εκεί γίνεται “ταύρος εν υαλοπωλείω”, ειδικά αν έχει χασούρα.

Παρευρέθη ακόμη και ο αρχηγός της αντιπολίτευσης, κύριος Μπούφος, που έγραψε και διάβασε τον επικήδειο (γιατί αυτός δεν το ξέρω, αφού ποτέ δεν τον ψήφισα, αλλά μάλλον για να δείξει κι αυτός ανωτερότητα μ’ αυτή του την κίνηση, κι επ’ ευκαιρίας, να κλέψει και καμιά ψήφο εκ των τεθλιμμένων συγγενών μου. Για κακή του τύχη όμως κανείς από την οικογένειά μου δεν είχε παρευρεθεί, μιας κι ήξεραν πως πέθανα στη ψάθα και δεν είχα τίποτα να τους αφήσω, πέρα από κάποια ανούσια, βρόμικα ποιήματα, που τι να βγάλεις κι απ’ αυτά;). Ήταν και ο πρόεδρος της κυβέρνησης, αξιότιμος κύριος Τζίτζικας, που σιγοσφύριζε (απ’ ότι είπαν μάρτυρες που τον άκουσαν) τη μουσική από την ταινία, “Ρέκβιεμ για ένα όνειρο”. Τώρα αυτό το σφύριγμα δεν ξέρω αν αφορούσε την δική μου περίπτωση ή απλά έστελνε μηνύματα στους πάντες για τους σκοπούς που είχε για την χώρα. Τέλος, αμέτρητο πλήθος λαού ήταν εκεί, σιωπηλοί, σοβαροί και θλιμμένοι, γλεντούσαν στην κηδεία, που θα ‘λεγε και ο ποιητής.

Η τελετή έγινε χοροστατούντος του αιδεσιμότατου μητροπολίτη Μωρότητας και περιχώρων, Γουρούνι, ο οποίος, μέσα στα χρυσοποίκιλτα άμφιά του και τον σταυρό που ζυγίζει πιο πολύ απ’ το δικό του βάρος, (τ’ οποίο, είναι αυτό που λεν, μη σου τύχει), μέσα στο χρυσάφι και τα διαμάντια, μετά την νεκρώσιμη ακολουθία, άδραξε την ευκαιρία να αναφερθεί στο πόσο μεγάλη, τι θεόσταλτη που είναι η φιλανθρωπία και πως θα πρέπει όλοι να δίνουν τον οβολό τους υπέρ των πτωχών. Η πράξη αυτή, ανοίγει τις πύλες του παραδείσου, κι αν μάλιστα αυτή γίνεται μέσω του φιλόπτωχου ταμείου της δικής του μητροπόλεως, ανοίγουν οι πύλες και παίρνεις ακόμη και τα κλειδιά εσύ στο χέρι, παρακάμπτοντας τον Άγιο Πέτρο. Αυτό μου βγάζει πως ο συγκεκριμένος ιεράρχης, έχει τις καλύτερες διασυνδέσεις με τους επάνω. Δεν μπορεί ο καθένας να έχει αντικλείδι του παραδείσου, μην τρελαθούμε κιόλας.

Ήταν όλοι εκεί μαζί μ’ ένα ρολόι της πλατείας, το οποίο έλειωνε λίγο-λίγο, κι ευθύς αμέσως, η υγροποιημένη του μορφή ξαναγινόταν στέρεη, παίρνοντας τη μορφή μίας πόρνης που είχα γνωρίσει σ’ ένα ταξίδι μου στο Παρίσι και συγκεκριμένα, την γνώρισα μια υγρή, κρύα νύχτα του χειμώνα του 1924, σ’ ένα παγκάκι που είχε καθίσει για να ξεκουραστεί, κάνοντας ένα τσιγάρο Gitanes, στο πάρκο του Champ-de-Mars. Τι όμορφη που ήταν αλήθεια μέσα στις μαύρες της νάιλον κάλτσες και μέσα στο γεμάτο make up πρόσωπό της! Όμορφη μέσα στην ασχήμια μιας ζωής που δεν θέλησε, μιας ζωής όμως στην οποία έμαθε να επιβιώνει, νύχτα τη νύχτα. Τι μου θύμισε αυτό το ρολόι τώρα! Αλλά ας πάμε παρακάτω… Ο θάνατος συνεχίζεται, καλώς ή κακώς, συνεχίζεται.

Τελειώνοντας με τα πολλά την ανάγνωση του άρθρου, έμεινα με μια απορία, αλλά και μια βεβαιότητα μαζί, γιατί ενώ πληροφορήθηκα απόλυτα για τα όσα έλαβαν χώρα στη τελετή της κηδείας μου, (πράγματα δηλαδή που ο καθένας θα μπορούσε να τα γνωρίζει αρκεί να είχε μπει στον κόπο να παρευρεθεί εκεί), το άρθρο δε μου έλυσε ποτέ την απορία τού πώς και του γιατί θέλησα ν’ αυτοκτονήσω. Αυτή η μη απάντηση στο ερώτημά μου, μ’ επιβεβαιώνει ακόμη και μεταθάνατον στην άποψη που έχω για τους δημοσιογράφους, ότι δηλαδή, ή δεν ξέρουν την αλήθεια, ή ότι απλώς την αλλοιώνουν.

Έκλεισα και πέταξα μακριά την εφημερίδα κι αποφάσισα να βγω μια βόλτα έξω απ’ το σπίτι, άλλωστε, ήταν μια υπέροχη μέρα γεμάτη απ’ τα παλλόμενα και ζωντανά χρώματα ενός αφηρημένου εξπρεσιονιστικού ήλιου που με θρέφει εδώ και σαράντα χρόνια. Η ηλεκτρομαγνητικών ρευμάτων μορφή μου, ήθελε τώρα να διακτινιστεί διαμέσου των ατέρμονων ηλεκτροφόρων πεδίων κάπου μακριά, όσο πιο μακριά θα μπορούσε να βρεθεί, και γιατί όχι, στο Παρίσι του 1924, σε μια υγρή, κρύα νύχτα του χειμώνα, σε κάποιο παγκάκι του Champ-de-Mars!

*Αναδημοσίευση από εδω: http://www.pause-artmag.gr/2018/03/blog-post_4.html

Ιούλιος Βερν και υιός: Δυστοπία και Ουτοπία στο έργο τους

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ο Ιούλιος Βερν υπήρξε μία από τις επιδραστικότερες φιγούρες της Γαλλικής κουλτούρας του 19ου αι.. Θεωρείται πατέρας της επιστημονικής φαντασίας. Σήμερα ο μύθος του είναι πιο δυνατός από ποτέ . Όπως όλοι οι μύθοι, έχει και αυτός τα αμφιλεγόμενα σημεία του. Επίσης όπως γίνεται με όλους τους μύθους, άτομα με διαφορετικά (και ανταγωνιζόμενα μεταξύ τους πολλές φορές) ιδεολογικά κίνητρα αγωνίζονται να εντάξουν το Βερνιανό μύθο στο δικό τους ιδεολογικό-αξιακό σύστημα.

Γεγονός είναι ότι στο έργο του Ιουλίου Βερν διακρίνονται η αγάπη του για τα ταξίδια, τη γεωγραφία, καθώς και για την τεχνολογία, την ανακάλυψη και την επιστήμη . Το 1863 με το “Πέντε εβδομάδες με αερόστατο”, ο Βερν ξεκινά την ενασχόληση με την τεχνολογία και το αύριο (ενασχόληση που θα συνεχιστεί με το “Ταξίδι στο κέντρο της Γης”, το “Από τη Γη στη Σελήνη”, το “20.000 λεύγες κάτω από τη θάλασσα” κλπ).

Ο Βερν όμως για πολλά χρόνια θεωρούνταν παιδικός συγγραφέας. Υπάρχουν πολλοί που «βλέπουν» μια αφέλεια παιδική στο έργο του. Αν και αυτό δεν είναι εντελώς λανθασμένο, τα τελευταία χρόνια το έργο του επανεκτιμήθηκε. Βοήθησε σε αυτό και ο μεταμοντερνισμός που από τη μία αμφισβήτησε όλες τις κυρίαρχες ιδεολογίες και από την άλλη έψαξε να βρει κρυφά μηνύματα και ιδεολογίες σε όλους τους απολίτικους (ή τέλος πάντων μη έντονα πολιτικοποιημένος) κλασσικούς συγγραφείς, στην προσπάθειά του να αποδομήσει το μοντέρνο κόσμο και να επαναπροσδιορίσει τα πάντα.

Θύμα του μεταμοντερνισμού υπήρξε και ο Λάβκραφτ που άλλοι τον παρουσιάζουν σαν φασίστα και άλλοι σαν αναρχικό… Το θέμα είναι ότι οι πολιτικές ιδεολογίες δεν έπαιξαν μεγάλο ρόλο στο έργο του Βερν, Λάβκραφτ, Χάουαρντ κλπ. Ήταν συνειδητή επιλογή των ιδίων να επικεντρωθούν σε άλλα θέματα. Η παγίδα όμως που η μεταμοντέρνα σκέψη έχει στήσει είναι μεγάλη. Κάποιοι φτάσανε στο σημείο να παρουσιάζουν το Μαρκήσιο ντε Σαντ σαν υπερασπιστή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων…

Έτσι τα τελευταία χρόνια ο Βερν παρουσιάστηκε σαν κρυφοαριστερός, προφήτης του σύγχρονου κόσμου και δυστοπικός συγραφέας. Κυρίαρχο επιχείρημα υπέρ της πιθανολογούμενης (κρυπτογραφημένης) πολιτικής του σκέψης υπήρξε ότι ο Βερν φοβόταν τον εκδότη του και έτσι περνούσε τα όποια μηνύματά του υπόγεια. Είναι αυτή η αλήθεια όμως; Σίγουρα στο έργο του υπάρχουν και δυστοπικά αλλά και πολιτικοποιημένα στοιχεία, όχι όμως τόσα ώστε να μετατραπεί ο Βερν σε γκουρού της πολιτικής σκέψης.

Ας τα πάρουμε ένα ένα : Αρχικά δεν ισχύει ότι ο Βερν υπήρξε προφήτης του τεχνολογικού κόσμου, καθώς πολλές από τις εφευρέσεις που παρουσιάζει στα βιβλία του υπήρχαν ήδη εκείνη την εποχή (πχ. το υποβρύχιο). Επίσης προφήτεψε και πολλά που δε γίνανε, όπως το ταξίδι στο κέντρο της γης. Άλλωστε και η πίστη του στα τεχνικά επιτεύγματα με το πέρασμα του χρόνου εξασθένησε.

Από πολιτικής άποψης ο Βερν με τα χρόνια έγινε πιο συντηρητικός (αν υπήρξε και ποτέ αριστερός) κάτι που μαρτυράται άλλωστε από τις πολιτικές του δηλώσεις και επιλογές.

Τέλος η φήμη του Βερν σαν συγγραφέα ουτοπίας- δυστοπίας οφείλεται και σε μερικά του έργα που κυκλοφόρησαν όσο ζούσε, αλλά κυρίως σε έργα που εκδόθηκαν μετά θάνατον (πχ. “Οι Ναυαγοί του Ιωνάθαν” που τελικά δεν ήταν δικά του) κυρίως από το γιο του. Πράγματι το 1863, ο Ιούλιος Βερν έγραψε ένα μυθιστόρημα με τίτλο “Το Παρίσι στον 20ό αιώνα” όπου ένας νεαρός άνδρας ζει σ’ έναν κόσμο με γυάλινους ουρανοξύστες, τρένα υψηλής ταχύτητας, αυτοκίνητα που κινούνται με φυσικό αέριο κλπ. Δημοσιεύθηκε μετά θάνατον το 1994.

Επίσης στο “Τα 500 εκατομμύρια του Μπεγκούμ” (1879) έχει συνδυαστεί με πρωτότυπο τρόπο η ουτοπία και η δυστοπία.

Έτσι στο έργο παρουσιάζονται δύο πόλεις. Η μία, δυστοπική και προάγγελος των ολοκληρωτισμών του αύριο, είναι μια στρατικοποιημένη πόλη, η Στάλσταντ. Η άλλη είναι η Φρανσβίλ, το αντίθετο της στρατικοποίησης, μία πόλη φτιαγμένη στα πρότυπα των Ουτοπικών σοσιαλιστών. Όμως το έργο αυτό δεν ανήκει στο Βερν . Αντίθετα ανήκει στον

κομμουνάρο Πασκάλ Γκρουσέ που εκτοπίστηκε μετά την ήττα της Κουμούνας και έζησε σαν πρόσφυγας για κάποια χρόνια.

Πληρώθηκε γι’ αυτό το έργο και δέχθηκε να το διασκευάσει ο Βερν χωρίς να φαίνεται πουθενά το όνομα του!

Στο θρυλικό “Μαύρες Ινδίες” μία ολόκληρη κοινότητα επιλέγει να ζήσει σε μία υπόγεια σπηλιά όπου εργάζεται και βγάζει τα προς το ζην από την εξόρυξη γαιάνθρακα. Ζει λοιπόν αυτή η κοινότητα πιο ικανοποιητικά από όταν ζούσε στην επιφάνεια. Τέλος ο Βερν δημιούργησε δύο θρυλικές προσωπικότητες: τον Κάπτεν Νέμο και το Ροβήρο. Ο ένας ζει ελεύθερος στη θάλασσα και εκδικείται τον πολιτισμό, ενώ ο άλλος ζει στον ουρανό με σκοπό να τον κατακτήσει. Ο Νέμο σίγουρα ήταν μια πολιτική δημιουργία του Βερν επηρεασμένος από τον αναρχοατομικιστή επαναστάτη της εποχής του, αλλά και από τους αντιαποικιακούς αγώνες.

Σε γενικές γραμμές, στο έργο του Βερν πολλοί ήρωές του καταφεύγουν από ανάγκη ή από επιλογή να ζήσουν σε ερημικά νησιά, σε ηφαίστεια, κάτω από τη γη ή μέσα στη θάλασσα. Ο Βερν προτείνει τη φυγή και το ταξίδι αλλά χωρίς το κομμουνιστικό ή αναρχικό πρόταγμα που έχουν άλλοι συγγραφείς της εποχής του.

Έτσι, ενώ στο έργο του υπάρχουν περιπτώσεις επαναστατικής φυγής μικρών ομάδων από την κοινωνία, δεν παρουσιάζονται αυτές οι περιπτώσεις εντός της κομουνιστικής ή ουτοπικοσοσιαλιστής παράδοσης. Αντίθετα η ιδιοκτησία ποτέ δεν καταργείται, ενώ δεν υπάρχει αληθινή ισότητα (ο Κάπτεν Νέμο πχ. είναι το αφεντικό των φυγάδων του Ναυτίλου).

Στο έργο του Βερν κυριαρχεί η φυγή, το ταξίδι και ο μύθος. Όποια επαναστατικά και δυστοπικά-ουτοπικά μηνύματα υπάρχουν είναι σχετικά περιορισμένα σε έναν αχανή κόσμο από χαρακτήρες και τοποθεσίες που αποτελούν το σύνολο του Βερνιανού κόσμου. Ο Βερν ήθελε να αρέσει σε όλους (αν και κυρίως στα παιδιά). Με αυτήν την έννοια δεν υπήρξε ποτέ επαναστάτης. Εξίσου άδικος είναι βέβαια και ο χαρακτηρισμός του σαν παιδικός συγγραφέας. Απλά ο Ιούλιος Βερν είναι ο Ιούλιος Βερν.

ΕΡΓΑ ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΜΙΣΕΛ ΒΕΡΝ

Μετά το θάνατό του, ο γιος του Ιουλίου Βερν αναλαμβάνει να κυκλοφορήσει κάποια ακυκλοφόρητα έργα του πατέρα του. Θεωρητικά ο Μισέλ Βερν έχει την υποχρέωση να διορθώσει τυχόν λάθη στα αρχικά χειρόγραφα του πατέρα του, τα οποία ο θάνατός του, εμπόδισε στο να τα επιμεληθεί ο ίδιος. Ο Μισέλ όμως σε κάποια έργα άλλαξε κυριολεκτικά τα φώτα. Και εννοείται ότι βάζει την υπογραφή του πατέρα του… Έτσι κάποια τον θεωρούν πλαστογράφο γιατί αλλοίωσε τα αρχικά κείμενα του Ιούλιου Βερν. Ο ίδιος, μία αμφιλεγόμενη προσωπικότητα δεν κυκλοφόρησε ποτέ κάτι με το επώνυμό του . Έτσι καταδικάστηκε από τους κριτικούς να ζει στη σκιά του πατέρα του σαν μία αντιφατική και ιδιάζουσα περίπτωση. Είναι όμως έτσι;

Πρώτα και κύρια ο Μισέλ κατάργησε όσο μπορούσε το happy ending του πατέρα του. Πολλές φορές άλλαξε έτσι ολόκληρο το μήνυμα. Η αλήθεια είναι ότι αν κάποιος από τους δύο είναι πρόδρομος της δυστοπίας αυτός είναι ο γιος και όχι ο πατέρας. Στους “Οι Ναυαγοί του Ιωνάθαν” ο Μισέλ ανατρέπει το χαρωπό κοινωνικό μήνυμα του πατέρα του και παρουσιάζει μια φιλοσοφική μελέτη -κριτική όλων των πολιτικών συστημάτων. Σε αυτό το έργο ο Μισέλ Βέρν δείχνει μια συμπάθεια προς τον “αναρχοατομικισμό”.

Επίσης στο “Εκπληκτική περιπέτεια της αποστολής Μπαρσάκ” (1919) ο Μισέλ Βερν τα καταφέρνει καλά. Περιγράφει τον τεχνολογικό φασισμό του μέλλοντος μέσα από την πόλη Μπλάκλαντ (όπου κυριαρχούν οι ιπτάμενες μηχανές και τα αυτόματα εργαλεία). Ενώ όμως η τεχνολογία θριαμβεύει, η κοινωνία νοσεί. Η πόλη είναι διαχωρισμένη μεταξύ τομέων με τοίχους, ενώ και οι κάτοικοι είναι χωρισμένοι μεταξύ τους σε λευκούς και μαύρους. Όμως ο Μισέλ είναι πανέξυπνος. Οι λευκοί δεν εξουσιάζουν μόνο τους μαύρους αλλά και πολλούς λευκούς σκλάβους. Μάλιστα η προσωπική φρουρά του δικτάτορα είναι μαύροι. Με τον τρόπο αυτό ο Μισέλ κατάφερε να συλλάβει τη δύναμη του καπιταλιστικού ολοκληρωτισμού, που μέσω της περιπλοκότητας και παραχωρώντας προνόμια σε κάποιο κομμάτι της μειονότητας (διαίρει και βασίλευε) μπορεί να επιβιώνει.

Άλλο ενδιαφέρον και πρωτότυπο στοιχείο στη σκέψη του Μισέλ είναι ότι στην πόλη αυτή κανείς δεν είναι εξαθλιωμένος. Αντίθετα η τεχνολογία βρίσκεται στην υπηρεσία όλων, ακόμα και των δούλων. Στο έργο αυτό προαναγγέλλεται κατά κάποιον τρόπο το Βrave new world του Χάξλευ, αλλά γιατί όχι και ο σύγχρονος υπερκαταναλωτικός κόσμος (τουλάχιστον πριν την παγκόσμια κρίση του 2007).

Τέλος στο “Ο Αιώνιος Αδάμ” (1910), έργο που μάλλον ανήκει εξολοκλήρου στο γιο, εκείνος παρουσιάζει το τέλος της ανθρωπότητας, μένοντας πιστός στο δυστοπικό

πνεύμα του 20ου αι., τόσο ξένο στον πατέρα του και στο χαρούμενο τεχνολογικό πολιτισμό του 19ου αιώνα. Μια μικρή ομάδα έχει επιβιώσει από την ξηρασία που κατέστρεψε τον πλανήτη. Υπάρχει το στοίχημα του αν ο πολιτισμός θα επιβιώσει και ο κόσμος, όπως τον ξέραμε, θα ξαναδημιουργηθεί. Η ομάδα όμως δεν τα καταφέρνει και οι επιζώντες επιστρέφουν στο πρωτόγονο επίπεδο. Ο πολιτισμός πέθανε και ο Μισέλ υπήρξε με αυτό του το έργο πρωτεργάτης της καταστροφολογικής λογοτεχνίας.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Αν και με την υπογραφή του Ιουλίου, τα πιο πολιτικοποιημένα και μηδενιστικά έργα των Βερν πρέπει να αποδοθούν στο γιο. Ακόμα και έτσι ο Ιούλιος Βερν δεν υπήρξε ένας παιδικός συγγραφέας, αν και η προσπάθεια καπελώματός του από κάθε πολιτική ιδεολογία θα μείνει μάλλον ανεπιτυχής. Είναι αυτό που είναι και γι’ αυτό το λόγο αγαπήθηκε τόσο.

*Πηγή: https://zerogeographic.wordpress.com/ Δημοσιεύτηκε και εδώ: https://athens.indymedia.org/post/1590639/