Νίκος Βέλμος (1890-1930), Φράσεις-σπαράγματα

Νίκος Βέλμος

Στρατής Δούκας

Λίγες μόνο φράσεις-σπαράγματα, ξεδιαλεγμένες μέσα από τα 75 γράμματα που στέλνει ο Βέλμος, κατά τα έτη 1921-1923, στον Στρατή Δούκα, πριν ξεκινήσει την έκδοση του “Φραγγέλιου”. Ένας μικρός θησαυρός!

***
Ω, τι φριχτά περνάει κανείς όταν δεν έχει μια μορφή να επαναπαύει τα μάτια του, όταν σε μια μορφή που δεν μπορεί να ιδεί κλίνει όλος ο θαυμασμός του!
***
Είναι πιο φρόνιμη και πιο ήσυχη η λύπη απ’ την απελπισία.
***
Και ποιος ερωτευμένος δε νομίζει τον εαυτό του έρημο;
***
Για του άλλου την αγάπη είμαστε σοφοί, του δίνουμε συμβουλές άχρηστες, ενώ για την αγάπη μας δεν κάνουμε ούτε για μαθητές μας.
***
Δεν πρέπει να ζει κανείς χωρίς έρωτα. Εν ανάγκη πρέπει να ερωτεύεται κανείς τον εαυτό του όταν δεν έχει τίποτ’ άλλο.
***
Πρόσεξε το συμβιβασμό. Είναι επούλωση αγιάτρευτης πληγής.
***
Πάει πια, έγινε ό,τι ήθελα! Βρέθηκε ο άνθρωπος που ’κλαψε για μένα!
***
Ένας μόνο πιστός μου μένει στον κόσμο, η άψυχη φύση. Και ο εχθρός μου: η σκέψη μου.
***
Τον πόνο του άλλου πολύ δύσκολα μπορούμε να τον φορέσουμε. Είναι ένα φόρεμα που δεν ξέρουμε πώς να το βάλουμε. Είναι φόρεμα άυλο.
***
Αν μπορούσαν οι άνθρωποι να συγκρίνουν τις δυστυχίες τους τότες δε θα ’σαν δυστυχισμένοι. Επειδή δεν μπορούν να το κάνουν κάθε δυστυχία τους όσο μικρή κι αν είναι τους φαίνεται υπερβολική στο μέγεθος.
***
Η καρδιά μου ξέρει ν’ αγαπά και να ονειρεύεται να την αγαπήσουν. Τι να το κάνει το δίκαιο; Πιο δίκαιο; Η ίδια η αγάπη είναι το δίκιο που το ’χουν όσοι αγαπούν.
***
Οι άνθρωποι κουράζονται με μια ιδέα όταν δεν πολεμούνε γι’ αυτή μ’ έναν έρωτά τους.
***
Η φιλοσοφία της δικαιολογίας είναι υπέρ της διατηρήσεως της δυστυχίας.
***
Ξέρω τόσο καλά τη δυστυχία, όσον οι σχολαστικοί τα νεκρά γράμματα.
***
Η Τέχνη μόνον τότε είναι ωραία όταν βασίζεται σε μια μεγάλη ηθική.
***
Ό,τι αγαπώ έχει μέσα μου ξεπέσει, δίχως να παύω να τ’ αγαπώ.
***
Η τιμωρία που μας δίνει η φύση είναι: να πιστεύουμε πως εμείς είμαστε όλη η φύση.
***
Μέλλον ετοιμάζει ο άνθρωπος του παρελθόντος.
***
Ζωή, μόνον Ζωή. Το πώς πεθαίνουν οι άνθρωποι το ξέρω• πως ζουν είναι δύσκολο.
***

*Στις φωτογραφίες Βέλμος και Δούκας ζωγραφισμένοι απ’ τον Φώτη Κόντογλου, την ίδια χρονιά, το 1923.

**Το πήραμε από τη σελίδα του Διαμαντή Καράβολα στο Facebook.

Χάσαμε την ψυχή μας στους συνωστισμούς, κύριε Γιώργο Μακρή

Μπαίνοντας με δέος στο οστεοφυλάκιο ενός ακατάτακτου ποιητή και φιλόσοφου

Ειρήνη Καραγιαννίδου

19 Φεβρουαρίου 2019

Ο Γιώργος Μακρής γεννήθηκε στην Αθήνα το 1923. Όπως συγκεκριμένα αναφέρει ο συγγραφέας και φίλος του, Λεωνίδας Χρηστάκης [1], ο Γιώργος Μακρής «…γεννήθηκε από καταπιεστικούς γονείς, μοναχογιός. Ο πατέρας του ήταν δικαστικός με εξουσιαστικές ροπές, δίκαζε ακόμη και στο σπίτι του».
.
[…] Η μαμά μας δε μας κατάλαβε ποτέ
Κι όταν κλαίγαμε μικροί στα ταξίδια μας
Μας έλεγαν «κοίτα τη θάλασσα, κοίτα τα δέντρα
Και κοίτα το παιδάκι που γελάει».
«Ακατανόητο ετούτο το παιδί» έλεγαν μεταξύ τους.
Ακατανόητοι, ακατανόητοι, ακατανόητοι,
Από πείσμα μείναμε μόνοι.
.
Μετά από ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα που συνέβη όταν ήταν έξι ετών, ο Γιώργος Μακρής σε όλη του τη ζωή βάδιζε με δυσκολία. Παρότι γράφτηκε στην Νομική σχολή Αθηνών, δεν φοίτησε ποτέ. Αντιθέτως, μαθαίνει Γαλλικά και Αγγλικά και διαβάζει μετά μανίας όλους τους ξένους συγγραφείς της εποχής εκείνης στην γλώσσα τους.
.
Τον Νοέμβρη του 1944, έγραψε και κυκλοφόρησε μεταξύ των φίλων του, την περιβόητη προκήρυξη του Σ.Α.Σ.Α [2], ένα κείμενο με τίτλο «Διακήρυξη Υπ. Αριθμόν 1», που καλούσε σε ανατίναξη των αρχαίων μνημείων, κατά κάποιον τρόπο σηματοδοτούσε την επιθυμία για την «απελευθέρωση» ιερών αρχέτυπων που τίθενται στην υπηρεσία διαφόρων πολιτικών στόχων. Η προκήρυξη αυτή υπήρξε ένα ανατρεπτικό καλλιτεχνικό μανιφέστο και ήταν ένα κείμενο που είχε την μορφή των κειμένων των Ντανταϊστών. Βάση του κειμένου αυτού, ως πρώτη καταστροφή δηλαδή, ορίστηκε η ανατίναξη του Παρθενώνα, «μας έχει κυριολεκτικά πνίξει…», – μιας και η Ακρόπολη από τότε, αποτέλεσε μέσα στα λοιπά και το σήμα κατατεθέν της εκμετάλλευσης – είτε στο επίπεδο των κατά καιρούς προγονολατρών, είτε σαν έμβλημα των αντίπαλων παρατάξεων της εποχής, είτε εκ μέρους των επισκεπτών που θαύμαζαν την ακρόπολη με βλέμμα απλώς τουριστικό -.

Έχοντας κοινή αισθητική και κοσμοθεωρητική άποψη, πως η καταστροφή κι η θνητότητα της μορφής των όντων περιλαμβάνονται στο περίγραμμα της ολοκλήρωσης της ζωής.Έχοντας βάλει σκοπό μας την καταστροφή του Παρθενώνος, μ’ απώτερο σκοπό την παράδοσή του στην ουσιαστική αιωνιότητα, που δεν είναι παρά η χωρίς επίγνωση ροή κι η πλούσια σε πιθανότητες αυτόματη μετασκευή της ύλης, που κακώς ονομάζουμε «χαμό». Αντιπαθώντας τη χρονική και ιστορική κατοχύρωση της Ακρόπολης, σαν κάτι ανήκουστο και ξένο προς τη ζωή. Νιώθοντας απαραίτητη την ανάγκη της αιωνιότητας στην τέχνη, μόνο κατά τη διάρκεια της ώρας της δημιουργίας. Καταλαβαίνοντας τον Φειδία, που έδωσε μεν στο έργο χρονοϊστορική υπόσταση, χωρίς όμως να είναι τίποτα παραπάνω στα πλαίσια της υποστασιακής αιωνιότητας, για την οποία δεν υπάρχει χρονική διάρκεια και που γι’ αυτήν ένα δευτερόλεπτο δεν έχει διαφορά από τρία δισεκατομμύρια αιώνες, χάρη στις βουλητικές της ιδιότητες και στη δυναμική της χροιά, που μόνο στ’ άτομα νοούνται και κανέναν δε νοιάζει ο αριθμός των ατόμων αυτών. Μισώντας τον Εθνικό Τουρισμό και τις εφιαλτικές- φολκλόρ αρθρογραφίες γι’ αυτόν. Νομίζοντας πως κάνουμε μια ανώτερη καλλιτεχνικά πράξη, όντας σίγουροι πως όλη η γελοία και ψεύτικη επιβίωση όχι μόνο δε συγκρίνονται, έστω και μειονεκτώντας, μ’ ένα λεπτό ενεργητικής δράσης κι απόλαυσης, αλλά και καλλιτεχνικά είναι βλαβερή, προετοιμάζοντας ερασιτέχνες περιηγητές και ευνούχους.

ΑΠΟΦΑΣΙΖΟΥΜΕ

Να θέσουμε ως σκοπό μας την ανατίναξη αρχαίων μνημείων και την προπαγάνδα κατά αυτών. Πρώτη καταστροφή ορίζεται η ανατίναξη του Παρθενώνα, που μας έχει κυριολεκτικά πνίξει. Η προκήρυξη αυτή δεν αποσκοπεί παρά να δώσει ένα μέτρο απ’ το σκοπό μας. Είναι ένα βλήμα που ξεκινάει με λίγες πιθανότητες για στόχο τους πολλούς, μα δεν που επιζητάει παρά ελάχιστους.

Γιώργος Βασιλείου Μακρής, Γενικός Διοργανωτής της ΣΑΣΑ (Σύνδεσμος Αισθητικών Σαμποτέρ Αρχαιοτήτων). Νοέμβριος 1944

Από το 1948 και μετά, ο Μακρής ζούσε σχεδόν μόνος του. Δεν ενδιαφερόταν για τίποτα και περιέφερε το σαρκίο του από καφενείο σε καφενείο και από στέκι σε στέκι, ξοδεύοντας τα χρήματα της μητέρας του και μετά μένοντας απένταρος για καιρό. «Ο Γιώργος Μακρής ήταν εκείνος που δήλωσε: «Η πρώτη γενιά συγκεντρώνει την περιουσία, η δεύτερη την συντηρεί και η τρίτη γενιά την τρώει. Εγώ ανήκω στην τρίτη!», αναφέρει ο Χρηστάκης [3]. Επιπλέον καταθέτει πως «Ήταν λιγομίλητος και με πολύ χιούμορ», γεγονός που καταφαίνεται σε πολλούς από τους στίχους του: […]τι μαλακίες χρειάζεται να πεις/για ν´ ατενίσεις απ´τα βάθη ενός κρεβατιού/ένα σουτιέν σε μια καρέκλα/ένα ζευγάρι κάλτσες στο χαλί.
.
[…] Τότε περνάει η όμορφη η Άννα η φαρμακερή
Φαρμακερά ωραία χείλη, μάτια φαρμακερά
Και μας σκοτώνει θηλάζοντας μας μ´ ένα φαρμακερό
Στήθος
Συνθλιβοντάς μας σαν άπραγα αλογάκια της Παναγίας
Και σβήνει γεμίζοντας ήλιο τα ρουθούνια της,
Πατώντας με φαρμακερό γατίσιο βήμα
Σφίγγοντας τα νύχια στη φούχτα που θέλουμε να φιλήσουμε.
Εξαφανισθείτε πιά για πάντα κι ελάτε πάλι αμέσως.
Τι θα γίνουμε!
Ωραία φαρμακερή Άννα, συνυφασμένη με το κάθε τι.
.
«Πάντα με ένα βιβλίο ή ξένο περιοδικό στο χέρι, αραγμένος στις καρέκλες των ζαχαροπλαστείων ή των καφενείων της πλατείας Κολωνακίου διάβαζε. Υπήρξαν περιπτώσεις που την έστηνε σε μια καρέκλα καφενείου και δεν σηκωνόταν ούτε μετά από εικοσιτέσσερις ώρες». Την μανία του Μακρή με το διάβασμα, «πιστοποιεί» και ο Κώστας Ταχτσής: «…Τι έκανε στα καφενεία μόνος του, ή μάλλον με την ψευδαίσθηση ότι δεν είναι μόνος; Μα – διάβαζε».
.
Πότε θα μαζέψω τον εαυτό μου κομματάκι-κομματάκι;
Ποτέ δεν θα μαζέψω τον εαυτό μου κομματάκι-κομματάκι.
.
«Το ίδιο γινόταν στο δωμάτιο που έμενε. Έγραφε κείμενα δικά του, μετέφραζε και αλληλογραφούσε με φίλους και γνωστούς. Τα γραπτά του ακουμπούσαν τις υπαρξιακές φιλοσοφίες της μεταπολεμικής εποχής. Τα ποιήματα του αντανακλούσαν τις περισσότερες φορές τις ψυχικές και συναισθηματικές καταστάσεις. Οι μεταφράσεις του όμως πλησίαζαν περισσότερο τις φιλοσοφικές του διαθέσεις. Οι ολοκληρωμένες ήσαν τρεις: Του Άλντους Χάξλεϋ, του Οκτάβιο Παζ και του Ζαν Μιρό» [4].
.
Καθότι η μετεμφυλιακή Αθήνα υπήρξε ανεπαρκής για να καλύψει όλες τις ιδεολογικές ανησυχίες του ακοίμητου Μακρή, μετοίκησε κάποια στιγμή στο Παρίσι, επειδή θεωρούσε πως εκεί η ζωή ίσως να πλησιάζει περισσότερο το όραμά του. Τι μαρτυρική ψυχή ζει το καλοκαίρι!/ Ποιος δεν το ευχήθηκε να γίνει αστραπή./ Φέτο ασχοληθήκαμε με το τι θα πει/ Να χτυπάς γροθιά στο μαχαίρι. Μα και στην Γαλλική πρωτεύουσα τα πράγματα δεν ήρθαν όπως ο ποιητής τα οραματίστηκε. Υπάρχει ένα απόσπασμα και πάλι σε βιβλίο του Λεωνίδα Χρηστάκη [5], που αναφέρεται στην εμπειρία που είχε ο Μακρής στο Παρίσι: «Δυστυχώς γι’ αυτόν, όμως, προσγειώνεται ανώμαλα, όταν μόνο για την εκστόμιση δημοσίως δύο φράσεων, τρώει εκεί δύο φορές άγριο ξύλο. Τη μία από τους μπάτσους (φλικ) όταν βλέποντας να δέρνουν ένα κοριτσάκι τους κράζει: «Ες Ες»!. Και την άλλη, τον πατάνε κάτω “τακτοποιημένοι πολίτες και νοικοκυραίοι” γιατί βλέποντας μια πορεία διαμαρτυρίας, βροντοφωνάζει: «Ζήτω η Αλγερία”.
>

Μα πόσες ποικιλίες θανάτου έχω διαβεί!
Πέθανα άπειρες φορές από ασιτία μορφάζοντας ξαπλωμένος στο λιθόστρωτο […]
Έντομο ασήμαντο εγώ, είδος ανωφελούς κώνωπος.
.
Ο Γιώργος Μακρής άφησε ελάχιστη γραπτή λογοτεχνική παρουσία με τη μορφή δημοσιεύσεων σε περιοδικά κατά τη διάρκεια της ζωής του και δεν επεδίωξε ποτέ του να εκδώσει κανένα έργο του. Δεν εννοούσε να διακινδυνεύσει, ούτε και για τον υψηλότερο σκοπό, την ασφάλεια της απόλυτης ελευθερίας της σκέψης του, που ήταν γι’ αυτόν το υπέρτατο αγαθό [6].
.
Ο ποιητής, έως τον θάνατό του, δημοσίευσε μόνο ένα κείμενο με την υπογραφή του, – την μετάφραση του ποιήματος «Πέτρα του Ήλιου» του Octavio Paz -, στο πρώτο τεύχος του περιοδικού «ΠΑΛΙ», καθώς και το «Προοίμιο» στο ίδιο τεύχος, που όμως είχε αρνηθεί να το υπογράψει. Όταν ο Λεωνίδας Χρηστάκης, -όπως ισχυρίζεται ο ίδιος-, προσπάθησε να τον προτρέψει να συμμετέχει λίγο περισσότερο στα λογοτεχνικά δρώμενα, απάντησε ο ποιητής: «Λεόν, υπάρχει τόση ψευτιά γύρω μας που εμείς θα συντριβούμε μόλις θα ξεκινήσουμε».
.
Σήμερα κυμαίνομαι πάλι, δίχως να παίρνω μια απόφαση
κυμαίνομαι και σήμερα
δεν μας ενδιαφέρει ανάμεσα σε τι κυμαίνομαι.
Είμαι ένα γυαλιστερό εκκρεμές.
Ίσως μονάχα αυτή η κύμανση να υπάρχει.
Μια κυρία με στόμα σοβαρό σηκώνεται από τον πάγκο
και λέει στα άνθη με την κλειστή της ομπρελίτσα.
Μα εγώ προχωρώ λυπημένος
χωρίς να ξέρω τι να λέει ακριβώς.
Θυμάμαι διάφορα πρόσωπα σε καταστρώματα σκαφών.
Ούτε κι αυτό εντελώς δε θυμάμαι…
.
Αν ασχοληθείς με την τέχνη, έγραφε το 1941 σε ένα γράμμα του, πρέπει να ‘χεις τη δύναμη ν’ απαλλαχτείς από την άμεση επιρροή της, έτσι ώστε, αργότερα κι αν σε κυριέψει, να μπορείς να έχεις τη σκέψη σου ελεύθερη.
.
Ο Μακρής, αν και γνώριζε την αξία που έχει η λεπτομέρεια όχι μόνο στην ζωή αλλά και στον γραπτό λόγο και εκτιμούσε την σπουδαιότητα του ρυθμού, κυρίως ως έξοχος χρήστης του ελεύθερου στίχου, συχνά πυκνά παραμελούσε τα στοιχεία αυτά, με αποτέλεσμα να ασκεί αυτοκριτική στις εκφραστικές αδυναμίες των στίχων του, σημειώνοντας κάτω από κάποια γραπτά του, «style προς αποφυγήν».
.

Τελικώς, τα γραπτά του Γιώργου Μακρή, κυκλοφόρησαν το 1986 σε επιμέλεια του ποιητή Ε. Χ. Γονατά. Το περισσότερα απ’ αυτά βρέθηκαν και διασώθηκαν από τον ξάδερφο και φίλο του, Άγγελο Καράκαλο, και παραδόθηκαν στον Γονατά μέσα σ’ ένα τσουβάλι. Όπως γράφει ο επίσης φίλος του Μακρή, ο ποιητής Τάσος Δενέγρης, «[…]Η παρουσίαση των γραπτών του είναι ίσως ο μοναδικός τρόπος να βοηθήσει εκείνους που δεν τον γνώρισαν, κάτι να νιώσουν και να πληροφορηθούν, από πρώτο χέρι, για τον μεγάλης αξίας πνευματικό αυτόν άνθρωπο[…]».
.

Διατρέχοντας κανείς τις σελίδες του βιβλίου που επιμελήθηκε ο Γονατάς, – με τα ποιήματα, τα ημερολογιακά του σημειώματα, τα αφηγήματα, τις φωτογραφίες, την αλληλογραφία, τις μεταφράσεις του Γιώργου Μακρή και τα κείμενα που γράφουν γι’ αυτόν οι φίλοι του, δεν μένει αμφιβολία πως πρόκειται για έναν διανοούμενο που έζησε όχι μόνο μέσα στα δικά του έργα, αλλά και στην ψυχή και στα δημιουργήματα των ανθρώπων που τον αντάμωσαν. Γιατί ο Μακρής, αν και «αστικός ερημίτης», είχε μονίμως τα μάτια του στραμμένα στον άλλον, στον Άνθρωπο. Κατά τα άλλα είμαστε οι ίδιοι/ Φορώντας όλη μέρα ένα ρούχο/ Με κόκκινα κουμπιά/ Με τσέπες φαρδιές/ Με μαλλιά σκονισμένα/ Τρέχοντας να χαϊδέψουμε Σκυλιά.
.
«…Ο Γιώργος Μακρής δεν έγραφε: μιλούσε. Πιστός στην πιο ελκυστική από όλες τις γοητείες του σωκρατισμού, ο Μακρής περνούσε τις μέρες και τις νύχτες του – ιδίως αυτές -, σε ένα από τα τραπεζάκια της πλατείας Κολωνακίου, θρονιασμένος σαν άστεφος βασιλιάς ανάμεσα στον όμιλο των μαθητών του, κάνοντας την καλύτερη δυνατή χρήση που μπορούσε να κάνει άνθρωπος της μεγαλύτερης θεϊκής δωρεάς του: του έναρθρου λόγου! Και τι δεν είχε να πει!», αναφέρει ο Θεόφιλος Δ. Φραγκόπουλος, και συμπληρώνει στο μελέτημα που έγραψε μετά τον θάνατο του Μακρή, πως ήταν «ο πιο πρωτοποριακός διανοούμενος» που είχαν, ενώ ο Αλέξης Ακριθάκης σημειώνει: «Ειδικά για τον Μακρή, ήθελα να πω, ότι έπαιξε τον πιο δυνατό, το πιο καταλυτικό ρόλο επάνω μου…Ο Γιώργος Μακρής υπήρξε ο μεγαλύτερος δάσκαλος μου. Γιατί σαν φιλόσοφος που ήταν, μου έμαθε ότι η ζωγραφική δεν είναι γνώση αλλά παρατήρηση της ζωής μέσα από έναν ελεύθερο τρόπο ζωής. Κι όταν λέμε «ελεύθερο», εννοούμε όλα τα πράγματα της ζωής, όλες τις έννοιες, όλες τις πτυχές. Ήτανε αυτός, που πέρα από τους καλούς ή κακούς επηρεασμούς που μπορεί να είχε σ’ έναν έφηβο της γενιάς του 60, μου έμαθε το πιο βασικό στην ζωή: Ζωγραφική. Να βλέπω και όχι να ζωγραφίζω- κι έτσι ζωγράφισα, έζησα, ζωγραφίζω» [7].
.
[…] Όταν κοιμάμαι ιδρώνω και βλέπω να περνάει
μια σεβαστή κυρία κρατώντας ένα πηρούνι,
έναν εσταυρωμένο, ένα μανιτάρι και λέει:
» Εγώ ειμί «, και γελάει για να φοβηθώ.
Τη νύχτα αυτή περπατάω με το στόμα ανοιχτό.
.
Ο Ε.Χ. Γονατάς, γράφει στην εισαγωγή του τόμου: «Σε μια σημείωσή μου για τον Γιώργο Μακρή, δημοσιευμένη τον Φεβρουάριο του 1980, βεβαίωνα πως τα γραπτά του έχουν ανεπανόρθωτα χαθεί[…]. Όταν ήρθε στο σπίτι μου ο Α. Καράκαλος και μου παρέδωσε θριαμβευτικά το μαγικό εκείνο τσουβάλι με τα χαρτιά του Μακρή, όσα είχε καταφέρει με μύριους κόπους να περισώσει, και μου ζήτησε ν’ αναλάβω τη φροντίδα της επεξεργασίας, της αποκατάστασης και ταξινόμησής τους για μια μελλοντική δημοσίευση, δέχθηκα με συγκίνηση και ευγνωμοσύνη την πρότασή του, θεωρώντας ότι θα εκπλήρωνα ένα χρέος στη μνήμη του φίλου μου· από την πρώτη όμως κιόλας στιγμή ένιωσα δισταγμό και αβεβαιότητα για το κατά πόσον όλα αυτά τα χαρτιά που ο Μακρής δεν τα προόριζε παρά μόνον για τον εαυτό του, ήταν επιτρεπτό να έρθουν, δίχως τη συγκατάθεσή του, στο φως της δημοσιότητας[…]. Η σκέψη όμως, πως ο Μακρής τίποτε δεν κατέστρεψε, -ούτε το παραμικρό χαρτάκι από τα γραπτά του-, και ότι όλα του σχεδόν τα κείμενα, -τουλάχιστον της πρώτης του νεότητας-, που γνωρίζαμε και θυμόμαστε, βρέθηκαν φυλαγμένα και συγκεντρωμένα…, αν και δεν προτρέπει βέβαια τους φίλους του ν’ αναλάβουν για λογαριασμό του μια προσπάθεια που ο ίδιος, με πικρή αυτογνωσία, δηλώνει πως δεν μπορεί και δεν θέλει ν’ αποτολμήσει, δεν φαίνεται όμως και να τους την απαγορεύει….».

Ο Άγγελος Καράκαλος, σε συνέντευξη που έδωσε τον Φλεβάρη του 2003 [8], αποκάλυψε ότι το ποίημα «Εμείς οι Λίγοι», είναι της Λένας Τσούχλου. Η μαρτυρία του Καράκαλου, αλλά και άλλες μαρτυρίες, όπως της Ιωάννας Χατζηνικολή και Φώφης Τρέζου, δεν αφήνουν καμία αμφιβολία ότι το ποίημα ανήκει στην Λένα, και ότι είναι τελικά του 1946 και όχι του 1950, όπως χρονολογείται λανθασμένα τελικώς από τον Γονατά στο βιβλίο «Γραπτά Γιώργου Μακρή».

Ο Γονατάς, περιγράφει εξάλλου – όχι μόνο την συγγραφική δραστηριότητα του Γιώργου Μακρή -, αλλά και την δυσκολία του εγχειρήματος της επιμέλειας: «[…]Υπάρχουν κείμενά του που έχουν γραφτεί σε κουτιά από τσιγάρα, σε καταλόγους εκθέσεων ζωγραφικής, σ´ επιστολόχαρτα ξενοδοχείων και καφενείων του Saint Germain de pres, σε φακέλους επισκεπτηρίων, σε ακυρωμένα δελτία τροφίμων της κατοχής,…ένα κείμενό του είναι γραμμένο πίσω από μια κιτρινισμένη παιδική του φωτογραφία. Οι διαχωρισμοί των στίχων του σε πολλά ποιήματά του καθορίζονται από το φάρδος του χαρτιού που γράφει[..]. Οι άθλιες συνθήκες συντήρησης των χειρογράφων του, καθιστούν προβληματική την ανάγνωσή τους, που την μεταβάλλουν συχνά σε αποκρυπτογράφηση».
.
Κάθε φορά που ένα νέο ον εκβάλλεται από τον Παράδεισο, του δίνουν κι ένα τετράδιο με το πρόβλημά του, για να το λύσει στη ζωή του. Ε, λοιπόν, εγώ το δικό μου τετράδιο το πέταξα από την αρχή!

.
Στις 31 Γενάρη του 1968, ο ποιητής αυτοκτόνησε πέφτοντας από την ταράτσα της πολυκατοικίας όπου έμενε στη γωνία των οδών Μιχαλακοπούλου και Σεμιτέλου. Αναγνωρίστηκε από το διαβατήριο που βρέθηκε στην τσέπη του. Ο πικραμένος αυτός που γεννήθηκε κάμποσα χρόνια/ύστερα από κείνον που βρήκε κι από κείνον που έχασε/ στέρεψε πια αφού βασανίστηκε να βρει μίαν έξοδο./ Τέλος η μόνη έξοδος δεν ήταν παρά η ακινησία του.
.
[…] Είμαστε οι ρίζες των δέντρων που ξάπλωσαν
Ο αέρας που κουνούσε πάνω τους τα φύλλα
Άδειοι στρατώνες οι ψυχές μας, μυρίζουν
Το φθινόπωρο περ’ απ’ το δάσος.
Η βροχή μυρίζει, τα φύλλα μυρίζουν
Η γη μυρίζει.
Οι νέοι άνθρωποι φεύγουν
Τα παραθυρόφυλλα κλείνουν.
Το άλλο καλοκαίρι θα ευθυμήσουμε.
Είμαστε οι άνθρωποι που έμειναν
Είναι κι αυτό κάτι […]
.
Τρεις ή τέσσερις φορές είχε αποπειραθεί ο Μακρής να αυτοκτονήσει. Ο Χρηστάκης και πάλι, αναφέρει χαρακτηριστικά: «Από το 1965 άρχισαν οι τάσεις για αυτοκτονία. Εάν προσθέσουμε και μερικές αδικαιολόγητες συγκρούσεις με το αυτοκίνητο του, οι απόπειρες ήταν επτά αλλά ανεπιτυχείς. Στο τέλος του Γενάρη του 1968 ήρθε σπίτι μου μεσημέρι. Ήταν χλωμός και αδυνατισμένος. Φάγαμε και αμέσως μετά μου είπε: «Είναι ντροπή να μην μπορώ να δώσω ένα αποφασιστικό τέλος στη ζωή μου«, κι έφυγε. Του τηλεφωνούσα συνέχεια. Δεν απαντούσε. Αργά στις 31 του ίδιου μήνα μου τηλεφώνησαν ότι έπεσε από την ταράτσα του σπιτιού του».

Κοιμήθηκα βαθιά, ολομόναχος, κι ονειρευόμουν τον παράδεισο όπου δεν καταφέρνουμε να βρεθούμε, από βλακεία μας, έγραφε ο Μακρής. Ξαναβουτάω στη θάλασσα στις έξι το πρωί, ακριβώς την ώρα που ανατέλλει ο ήλιος. Ξεπλένομαι απ’ όλα μέσα στο ΟΛΟΝ, και υπόσχομαι να είμαι ευτυχής. Ο θάνατός του αντιστοιχεί προφανώς στη ζωή που έζησε, ακραία και ποιητική. Μη σε νοιάζει, θα κατέβω αμέσως, λέγεται κατά μία φήμη ότι απάντησε στον θυρωρό που τον ρώτησε πού πηγαίνει όταν ανέβαινε τα σκαλοπάτια για την ταράτσα.
.
Είμαστε πάντα εκεί
Που ζουν οι αιώνιοι άνεμοι και οι θάλασσες οι φιλικές
Ο αγώνας τους και μεις για να παρατηρούμε.
Έχουμε την απόλαυση του θεάματος
Μιας κινητής σειράς μεταλλικών ράμφων
Όπου αέναα τον άνεμο δολοφονούν
Κι αυτός πάντα προτάσσει εν’ άλλο στήθος.
.
Τα λόγια του Νάνου Βαλαωρίτη, ας συμπληρώσουν ετούτη την αναψηλάφηση: «Ο Γιώργος Μακρής υπήρξε στην ζωή του ένας δανδής. Περιφρονούσε τα πεπατημένα. Προκαλούσε την καταστροφή. Είχε μια μεγαλοπρέπεια που λίγοι άνθρωποι την έχουν. Έπαιρνε τη ζωή του στα σοβαρά, ενώ άλλοι την υποτιμάνε επίτηδες για να επιζήσουν[…]. Για τον έναν ήταν ο ξενύχτης που τριγύριζε σε απίθανα μέρη, ο νομαδικός περιπλανώμενος, για άλλον ήταν ο τσίφτης, ο διανοούμενος φιλόσοφος, ο περιπατητικός, για έναν τρίτον ήταν ο σύντροφος πολυδιαβασμένος, γι ´ άλλους η γοητεία, το πνεύμα του». Αλλά ίσως τελικά για το τι ακριβώς ήταν ο Μακρής, ν´ απαντά ο ίδιος ο ποιητής για λογαριασμό του, με τους χαρακτηριστικούς του στίχους : Τα πάθη είναι γνώση, μα και η άρνησή τους / άλλα πεδία γνώσεως προσφέρει. / Ζήσε παράλληλα τις δύο καταστάσεις / αν θέλεις να μη ζήσεις ούτε μια. / Κι αν πάλι δεν μπορείς να αποστρέψεις / το πρόσωπό σου ολοκληρωτικά / εμείς θα σε δεχτούμε με ζεστά τα βλέφαρα / αδύνατοι άνθρωποι, /έχοντας νοσταλγήσει τον Χριστό / μα και την ειδωλολατρία ταυτοχρόνως· ή «οι βάτραχοι και τα τριζόνια, η σκάλα που τρίζει, κάτι γαβγίσματα μακρινά, να δώσαν τη μόνη απάντηση που αξίζει…».
.
Ο φίλος μου Γιώργος Μακρής

άνοιξε ένα μικρό κατάστημα με ψιλικά
Πελάτες του είναι όλοι όσοι σ’ αυτό τον κόσμο
τον βασάνισαν
Πελάτες του δεν είναι όσοι αυτός βασάνισε-
Δικάστηκε

κι έχει αθωωθεί. [9]

Μίλτος Σαχτούρης

Παραπομπές:

[1]Λεωνίδας Χρηστάκης, «Η ιστορία της αλητείας», επανέκδοση εκδ. Στύγα, 1991

[2]Σύνδεσμος Αισθητικών Σαμποτέρ Αρχαιοτήτων

[3]Λεωνίδας Χρηστάκης, Γιώργος Μακρής: Είμαστε προάγγελοι του χάους, εκδ. Χάος και Κουλτούρα, Σειρά: Οδηγός αναγνώρισης κίτρινων προσώπων, αρ. 1, 1992
.
[4]Λεωνίδας Χρηστάκης, «Η ιστορία της αλητείας», επανέκδοση εκδ. Στύγα, 1991
.
[5]Λεωνίδας Χρηστάκης «Οδηγός Αναγνώρισης Κίτρινων Προσώπων», εκδ. Τυφλόμυγα, 2014
.
[6]Από την εισαγωγή «Γραπτά Γιώργου Β. Μακρή», επιμ. Ε. Χ. Γονατάς, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1986
.
[7]Σημείωση του Αλ. Ακριθάκη με ημερομηνία Κηφισιά 8 Νοεμβρίου 1983

[8]Μανώλης Νταλούκας, Αναδημοσίευση 10/3/2004, Ιστορία της ελληνικής νεολαίας, blog freedomgreece

Βοηθήματα:

-«Γραπτά Γιώργου Β. Μακρή», επιμ. Ε. Χ. Γονατάς, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1986

-Λεωνίδας Χρηστάκης, “Οδηγός Αναγνώρισης Κίτρινων Προσώπων”, εκδ. Τυφλόμυγα, 2014

-Λεωνίδας Χρηστάκης, Γιώργος Μακρής: Είμαστε προάγγελοι του χάους, εκδ. Χάος και Κουλτούρα, 1992, Σειρά: Οδηγός αναγνώρισης κίτρινων προσώπων, αρ. 1
.
-Λεωνίδας Χρηστάκης, «Η ιστορία της αλητείας», επανέκδοση εκδ. Στύγα, 1991
.
-Δημήτρης Γιαννακόπουλος, «ο ειδικός της γενικότητας»

-Θανάσης Μουτσόπουλος (επιμ.), «Το Aθηναϊκό Underground (1964-1983)», Athens Voice Books, Αθήνα 2012

-Περιοδικό «Η Λέξη», τχ. 19, Νοέμβρης 1982

*Αναδημοσίευση από εδώ: http://1-2.gr/2019/02/19/hasame-thn-psyhh-mas-stoys-synostismoys-kyrie-giorgo-makrh/?fbclid=IwAR0hLzfg3N9dgIdPEc2JdIEpDDtwXFoqplaBSOZ3eWY_dzjzFkkYq69TqKk

Κίνημα του Κυνικού Υπερρεαλισμού, Απάντηση στον Π. Ένιγουέι

Ευχαριστούμε πολύ τον φίλο Π. Ένιγουέι ή Δρ. Χάουζ ή Διονύση Σουρλή που, πριν προλάβουμε να κάνουμε κάτι δημόσια ως Κυνικοί Υπερρεαλιστές, φρόντισε να μας κάνει γνωστούς σε όλο τον καλλιτεχνικό / λογοτεχνικό χώρο, με ένα αδικαιολόγητα – δήθεν σαρκαστικό – κειμενάκι, που φρόντισε να βγάλει όλη του τη χολή, χωρίς όμως να το στηρίζει νοηματικά ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο! Θα έλεγε κανείς πως το κάνει καλοπροαίρετα με σκοπό να θίξει τον εαυτό του και να προβάλει εμάς που τόσο μας γουστάρει! Ένα κείμενο που δεν είναι καν διήγημα ή μικροδιήγημα, όπως το αποκαλεί, αλλά ένα έκτρωμα δίχως ίχνος ευφυΐας! Και όλο αυτό, βασισμένο στο μανιφέστο του Κυνικού Υπερρεαλισμού – στο οποίο πολύ θα ήθελε να ήταν μέλος, αλλά δεν τολμά λόγω ζήλιας ψώρας που γέμισε όλη η χώρα! Η ματαιοδοξία του και η αυτοπροβολή του, ξεπέρασε κάθε προηγούμενο! Ω! Θα βάλω ένα θαυμαστικό ακόμα! Και φυσικά τον ευχαριστούμε πολύ γι’ αυτό! Ω!

Παρ’ όλα αυτά, ως σκύλοι φιλοσοφικά (κι ας είμαστε αίλουροι κυνικά), δεν μπορούμε παρά να αδιαφορήσουμε χτυπώντας τον με Κυνικό Υπερρεαλισμό. Οι ανυπόστατες βλακείες του, το μόνο που κάνουν, είναι να μας διασκεδάζουν! Να μας δίνουν τροφή για χλεύη και να μας προβάλουν!
Παίρνουμε τη σκυτάλη λοιπόν και απαντάμε με το ίδιο το μανιφέστο, το οποίο έχει γραφτεί, τόσο σκωπτικά, όσο και σοβαρά, από όλους εμάς τους Κυνικούς Υπερρεαλιστές – έτσι, για να σκάσει από τη ζήλια του!

Για τους υπόλοιπους αναγνώστες, προσοχή! Υπάρχουν νάρκες!

Μανιφέστο Κυνικού Υπερρεαλισμού


*
Αγάπη μόνο! Εβίβες Πάντα!


*
Αρχική διακήρυξη 


Η πρώτη έμπνευση συνέβη σαν θαύμα ή μπορεί και ως ατύχημα, τυχαία, σε κάποια παρουσίαση, όπου κάποιοι σχολίασαν ό,τι άκουσαν ως ρεαλισμό. Ο Ποιητής αντέδρασε “Δεν είναι αυτό που κάνω ρεαλισμός, αλλά Κυνικός Υπερρεαλισμός!”. Έτσι για πλάκα. Κι έτσι, χωρίς να το αντιληφθεί κανείς, γεννήθηκε ένα νέο καλλιτεχνικό κίνημα. Και όρισε αμέσως ένα σωρό πράγματα, συν το χαρακτηρισμό της εποχής που ζούμε. Αυτό είναι! Κυνικός Υπερρεαλισμός ως ουσία της πραγματικότητας, αλλά και ως ουσία του ονείρου και όλων αυτών που ταξιδεύουν αντίθετα στο ρεύμα, και προσδοκούν έναν κόσμο καλύτερο, ή καλύτερα, έναν κόσμο που να μπορούν να χωράνε.

Κάπως έτσι ο Κυνικός Υπερρεαλισμός, χωρίς να ρωτήσει κανέναν, άρχισε να αποκτά οντότητα. Σκατά στη σοβαρότητα των διακηρύξεων και μανιφέστων! Ότι γεννιέται έχει τη δική του δυναμική και προχωράει μόνο του, κόντρα στη γελοιότητα του κόσμου και της εποχής.
Και είχε πλάκα και αυτό κάναμε ούτως ή άλλως κι έτσι απλά το ακολουθήσαμε πριν καν το ονομάσουμε.
Φταίγανε τα καινά μας δαιμόνια! Έτσι όλη η γνώση και η σοφία μας δόθηκε απλόχερα κι εμείς ακολουθήσουμε τους εαυτούς μας για να βρεθούμε τελικά, στη διάσταση την οποία ήδη υπήρχαμε.

Κυνικός Υπερρεαλισμός: δύο λέξεις συνουσιάζονται και γεννούν τέχνη, φυσικά ψυχεδελική που μπορούν να διευρύνουν τη συνείδηση και να μας μεταφέρουν σε άλλους κόσμους. Ενάντια στην αθλιότητα του καθωσπρεπισμού, αγαπάει τον απλό τρόπο σκέψης και τον ψυχικό αυτοματισμό που εκφράζει με ποιητική γραφή, καθώς και με προφορικό λόγο ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, καλών ή κακών τεχνών, την αδιαμφισβήτητη ουσία αυτού του οποίου είναι και είμαστε.

Η λέξη Κυνικός έρχεται σε αντίθεση με τον υπερρεαλισμό, όχι για να τον αλλάξει, αλλά για να επανορίσει την ουσία του, και η λέξη υπερρεαλισμός, μένει αβοήθητη κάτω από την κυνική διάθεση και φιλοσοφία, αλλά κρατώντας ωστόσο την ουσία της. Δεν αντιτίθενται μεταξύ τους αλλά επανορίζει το ένα την έννοια του άλλου, κι εμείς είμαστε εδώ για να καταστρέψουμε και να καταστραφούμε. Έτσι ορίζουμε την τέχνη μας και τους εαυτούς μας κάνοντας τραμπάλα σε ταράτσες ετοιμόρροπων σπιτιών, από τα αστικά τοπία, σε όλη τη φύση, βουνά, λαγκάδια και παραλίες γυμνιστών. Πιάσε μας αν μπορείς!

Πρόθεση μας είναι να καταργήσουμε τη νέα τάση της εποχής τύπου: “ποίηση” ως δυσνόητα αποκυήματα του εγκεφάλου και να επανορίζουμε την ευνόητη στάση του άθυρμα συντριμμένου βάζου, εμείς κύμβαλα που αλαλάζουν.
Ζούμε και δημιουργούμε σύμφωνα με τη φύση και με γνήσιο ψυχικό αυτοματισμό.
Αβίαστη έκφραση με όποιο μέσο, πέρα από όρια και περιθώρια.
Καταργούμε όλες τις έννοιες ξαναχτίζουμε τις λέξεις γιατί απλά μπορούμε και γιατί έτσι γουστάρουμε, να καπνίζουμε γνώση, να μεθάμε ποίηση, να είναι ρε αδερφέ η τέχνη το παραισθησιογόνο μας, να ενοχλούμε τους εφησυχασμένους και να διαλύουμε τις νιρβάνες τους!

διακηρύσσουμε ότι: 



1. Δεν έχουμε καμία σχέση με το «πάντα» ούτε με το «τίποτα». Αλλά μπορούμε να χρησιμοποιούμε τα πάντα για να φτάσουμε στο τίποτα. Το απόλυτο δεν υπάρχει, το στέρεο καταργείται , η ρευστότητα επανέρχεται

2. Είμαστε αποφασισμένοι να γκρεμίσουμε ότι χτίστηκε με παραπληροφόρηση, παρερμηνεία και παρ’ το αυγό και κούρευτο, από ολόκληρο τον κόσμο μέχρι ολόκληρη τη γλώσσα.

3. Είμαστε αποφασισμένοι να γκρεμίσουμε τον άνθρωπο για να ξαναχτίσουμε τη ζωή.
4. Είμαστε αποφασισμένοι να κατακτήσουμε την ευδαιμονία – και θα το κάνουμε γιατί ξέρουμε.

5. Είμαστε αποφασισμένοι να αγαπιόμαστε με όλα τα ορατά και αόρατα πλάσματα του σύμπαντος.

6. Η επανάσταση είναι πράξη καθημερινή και ξεκινάει με το πρώτο σκοτάδι της ημέρας ή με το πρώτο φως της νύχτας από τον εαυτό μας. Καθημερινά γκρεμίζουμε κάθε στερεότυπο που δομήθηκε την προηγούμενη με ή χωρίς τη συναίνεση μας.

7. Ορίζουμε ξανά την ουσία στη ζωή και τη συνουσία, καθώς και το οινόπνευμα ως οίνο του πνεύματος.

Ο Κυνικός Υπερρεαλισμός είναι καλλιτεχνικό κίνημα, είναι κατάσταση, είναι η ποίηση της ύπαρξης με μαγκούρα στο κεφάλι σε κάθε συντηρητισμό, περιορισμό, ευνουχισμό και γενικότερα ισμό! Το δικό μας το ισμό επιτρέπεται για να καταργήσει όλα τα άλλα!

Στον Κυνικό Υπερρεαλισμό δεν υπάρχει καμία απόλυτη αλήθεια και δεν δέχεται καμία επιβολή. Στέλνει αυστηρή προειδοποίηση σε μικροαστούς και φασίστες, σε όποια τρύπα και αν είναι χωμένοι: κάθε συνουσία που αποσκοπεί στον πολλαπλασιασμό σας θα μας βρίσκει αντιμέτωπους. Να προσέχετε τη διαγωγή σας ρε πνευματικά απόβλητα, κανένα παραστράτημα δεν πρόκειται να μας διαφύγει!

Κυνικός υπερρεαλισμός είναι: να είσαι ο εαυτός σου κόντρα στα πάντα.
Ο κυνικός υπερρεαλισμός προέκυψε γιατί υπήρχε πάντα
Κυνικός υπερρεαλισμός είναι αυτό που κάναμε και κάνουμε χωρίς τίποτα
Κυνικός υπερρεαλισμός είμαστε εμείς
Άρα εμείς είμαστε ο κυνικός υπερρεαλισμός

Και μη ξεχνιόμαστε: Σκατά και ξύλο στους φασίστες!
Εβίβες σε απανταχού ρεμάλια και φίλους του Κυνικού Υπερρεαλισμού!

Υπογράφουν οι συνένοχοι:

Βίκυ Βανίδη
Χρήστος Αντισθένης Ζάχος
Πεφτούλιος Μαρθόγλου
Γιώργος Μικάλεφ
Νίκος Ζαννής
Ιωάννα Πλέσσα

Υ.Γ. Όσοι θελήσουν να μπουν στο κίνημα του Κυνικού Υπερρεαλισμού, να προσκομίσουν μια δήλωση του νόμου 501, εξετάσεις ούρων, αίματος και τριχών, απόδειξη θητείας στο Δρομοκαΐτειο και απάντηση θα πάρουν εφόσον εξετάσουμε το αίτημά τους μετά από 6 μήνες!

VIVA LA CYNIC SURREALISM!!!

Στη φλέβα της ποίησης

Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης*

Γλείφει πληγές τούτη η γραφή. Πρώτα δείχνει τα τραύματά της κι ύστερα σκύβει μονάχη της και τα περιθάλπει. Σαν το παρατημένο σκυλί στην άκρη του δρόμου. Γιατί εδώ η ποίηση κατεβαίνει στην άκρη του δρόμου. Σέρνεται τραυματισμένη, φέροντας στις πλάτες της το υποκείμενό της, κουβαλώντας τον κόσμο της. Και αν στις προηγούμενες συλλογές («Ρητορική ένδεια», Βακχικόν, 2013, «Τα Γυάλινα μάτια των ψαριών», Βακχικόν, 2016) τυλιγόταν συχνά με τον επίδεσμο του αρχαίου μύθου, τώρα προτιμά την ευθύβολη αποκάλυψη.

Πιο σίγουρη η Παραδεισανού για τον εαυτό της, πιο έμπειρη στη χρήση των εκφραστικών της μέσων, μπορεί πλέον να μιλάει για το παρόν χωρίς να προσφεύγει στις αλληγορίες του παρελθόντος. Οπότε ο ήδη γνωστός ποιητικός της χώρος, αποκαλύπτεται ακόμη καθαρότερα, κατοικημένος από τη μοναξιά, την έλλειψη επικοινωνίας, την οδύνη, την απόγνωση και το πείσμα. Το ποιητικό υποκείμενο νιώθει να συντρίβεται μέσα σε ένα εχθρικό περιβάλλον που το κυκλώνει απειλητικά και το υποβάλλει σταθερά στη διαδικασία της αλλοτρίωσης. Οι αισθήσεις υποχωρούν, η εξωτερική εικόνα παραμορφώνεται, τα ανθρώπινα γνωρίσματα αποκτούν τερατώδη όψη, το εγώ κινδυνεύει να γίνει αυτό. Δεν είναι τυχαίο το σταθερά επανερχόμενο θέμα του πνιγμού, ο εφιάλτης του βυθίσματος, η αίσθηση της αιώρησης και το βίωμα της απουσίας.

Ο ποιητικός κόσμος της Παραδεισανού κείται στο μεταίχμιο της διαπάλης του έξω με το μέσα, είναι το στραπατσαρισμένο δέρμα, η άηχη φωνή, τα βγαλμένα μάτια. Η άρθρωσή του, το ξεδίπλωμά του, η εκφορά του είναι η άμυνα του ποιητικού υποκειμένου, η δήλωση της πρόθεσής του να μην εγκαταλείψει τη μάχη. Δια της γραφής γεμίζει την απουσία, μιλάει τη σιωπή, καλύπτει τον μέσα κόσμο και με αυτόν τον τρόπο λειτουργεί ως νεύμα αντίστασης, ως πειστήριο ύπαρξης, ως εσώτερη, τελικά, ανάγκη. Αλλά την ίδια στιγμή δεν διστάζει να παραδεχτεί την αδυναμία του και να απεκδυθεί κάθε ελπίδα, επιτελώντας την καρυωτακική λειτουργία της απομάγευσης, δηλαδή της αποποίησης των βολικών ψευδαισθήσεων και της ευγενούς αυτοπαραπλάνησης. Για παράδειγμα, ακόμη και όταν εκφέρεται σε β΄ πρόσωπο νιώθεις ότι ο ακροατής στον οποίο απευθύνεται απουσιάζει από τη θέση του και ότι η καρέκλα του είναι άδεια.

Θέλω με αυτό να πω ότι η Παραδεισανού δεν χαρίζεται στην ευκολία κάποιων ψηγμάτων αισιοδοξίας, δεν προβαίνει σε εκπτώσεις για να αρέσει, δεν προδίδει τίποτα απ’ όσα κομίζει. Εδώ ακριβώς είναι, νομίζω, η μεγαλύτερη αρετή τούτης της συλλογής: λέω, για το ήθος και την εντιμότητά της από άποψη και θεματική και υφολογική, εν ολίγοις από άποψη αισθητική.

*Ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης είναι συγγραφέας

**Πρώτη δημοσίευση στο fractal http://fractalart.gr/sti-fleva-tis-petras/

Θ. Δ. Τυπάλδος, Αλεξικέραυνο

Σήμερα στην Πάτρα, ο καιρός είναι νεφελώδης…

Σήμερα στην Πάτρα, ο καιρός έχει στο μενού του καταιγίδες…

Κεραυνοί εξαπολύουν σφοδρή επίθεση κατά των πολιτών της Πάτρας. Πέφτουν μανιασμένα πάνω στα κεφάλια των σπιτιών και στα κεραμίδια των ανθρώπων. Έντρομοι οι διαβάτες τρέχουν αλαφιασμένοι δεξιά κι αριστερά… Παντού κεραυνοί, παντού μαστίγια βροχής και οβίδες από χαλάζι, χτυπούν τα φρύδια των αγαλμάτων κι εκείνα, πέφτουν στο έδαφος, γκελλάρουν και σηκώνονται και πάλι ψηλά, λικνίζονται και ηδονίζονται μέσα στης καταιγίδας τους οργασμούς! Τι όμορφα που έρχεται το τέλος πριν ακόμη ανακαλύψουμε την αφετηρία. Κάρτες ταρώ στροβιλίζονται προς τα πάνω. Η εικόνα μιας αποσύνθεσης με γαλανά σκέλη – τι όμορφα που κεντράρουμε το τίποτα της οδύνης, εκείνο το τίποτα που ο Tzara έθεσε σε λειτουργία πριν έναν αιώνα, τώρα, γίνεται μια άμεση πραγματικότητα εντός μιας άμεσης πραγματικότητας.

Να όμως: Ένα αλεξικέραυνο ξεπετάγεται από το υπέδαφος! Ένα αλεξικέραυνο όχι αόρατο μα μη ορατό, υψώνεται, θεριεύει, πολεμά. Ο πόλεμός του, πόλεμος δικαιοσύνης, πόλεμος ανέκφραστος που εκφράζει όλα όσα κανείς ποτέ δεν θα μπορέσει να τιθασεύσει. Ο καιρός σήμερα ακουμπάει την τρέλα του αποδιωγμένου, του καταραμένου. Ζωγράφοι συνωστίζονται στο υψηλότερο σημείο της Πάτρας. Παρατηρούν και ζωγραφίζουν το μη ορατό αλεξικέραυνο. Στη συνέχεια κι αφού καταφέρνουν να αποδώσουν αυτό που δεν αποδίδεται ούτε από σχήματα ούτε από χρώματα, αρχίζουν και κατασπαράζουν ο ένας τον άλλον. Οι κάρτες ταρώ, τώρα έχουν φτάσει πάνω από τα υδάτινα σύνορα Πατραϊκού – Κορινθιακού κόλπου. Συναντούν τρικυμίες και συγκρούσεις πλοίων. Συμμετέχουν κι αυτές στον παροξυσμό που έχει καταβάλει τα πάντα. Το αλεξικέραυνο χαμογελά στους ανέμους.

Συνεχίζεται η οργή των καιρικών φαινομένων. Μια δημοσιογράφος που προσπαθεί να καλύψει τα ακραία αυτά φαινόμενα, δέχεται μια ριπή κεραυνού κατευθείαν στο μέτωπο, με αποτέλεσμα, να καούν τα ρούχα της και γυμνή, πεθαίνει πάνω σε ένα τραγούδι:

«Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία…»*

«Μικρή μου αγάπη, σήμερα ο καιρός είναι λίγο άστατος. Πάρε μαζί σου το παλτό από το χέρι του Δία και όρμησε πάνω στα σύννεφα, πάνω στον ουράνιο θόλο. Μικρή μου αγάπη, όμορφη σαν το τομάρι του αυγερινού και σαν της ημέρας τα υπολείμματα. Μικρή μου αγάπη, σ’ αγαπώ μέσα από κατακλυσμούς και μέσα απ’ τον πρωκτό του χιονιού. Ξέρεις καλύτερα απ’ όλους τι σημαίνει η λέξη ‘απόρριψη’ και τι σημαίνει η βροχή πάνω στις σχισμές του ονείρου. Σ’ αγαπώ ενώ βρέχομαι, σ’ αγαπώ καθώς η αστραπή, βγάζει βόλτα τους μύθους και τις επιθυμίες».

Σηκώνεται αέρας – τυφώνες κι αμμοθύελλες προσκρούουν πάνω στις λεύκες. Μία αράχνη στρέφει την κοιλιά της προς τον αχανή ήλιο μιας παρεκτροπής. Όλοι οι κάτοικοι έχουν παραδώσει το πνεύμα τους και αναμένουν το αντίτιμο της υπερθέρμανσης του κλίματος: Φτιάξτε τα υπόγεια στα ρετιρέ και πετάξτε τα ρετιρέ στα τραπέζια των πτωχών! Μετατρέψτε τις έκδηλες αναθυμιάσεις του Ωρίωνα σε πρόσχαρες ομοβροντίες ευφορίας! Ο καιρός αλλάζει, οι άνθρωποι πεθαίνουν – ο καιρός αλλάζει, οι άνθρωποι γεννιούνται!

Ο καιρός, έχει τις μαύρες του πάνω από την Πάτρα…

Μόνο η υπερπραγματικότητα μπορεί να μας σώσει…

Μην χτυπάτε τα τζάμια των αυτοκινήτων παρά μόνο, αν είναι ώρα κοινής ησυχίας…

Για να μην το ξεχάσω, οι κάρτες ταρώ έφτασαν στην Αθήνα στις 3.15 μμ. Καλώς όρισες θυμωμένε στοχαστή. Η πατρίδα ευγνωμονούσα, κατασκευάζει μη ορατά αλεξικέραυνα σε όλη την επικράτεια. Η γιορτή συνεχίζεται αδιάκοπη, αστείρευτη, απρόσμενα υπέροχη!

*Νίκος Καββαδίας, Γυναίκα

Norman Spinrad, O διάβολος δεν είναι ο Βασιλιάς της κολάσεως

Αργύρης Αργυριάδης, MD-PhD – Ψυχοπαθολόγος, μέλος του συνδικάτου των Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου (IWW)

So don’t you bother calling
There ain’t nobody home
Sometimes we’ve got to stand together…

The King of Hell – The Nightwatchman

Αυτό πραγματεύεται το πρώτο κείμενο με τίτλο «της κολάσεως» του όμότιτλου βιβλίου του Norman Spinrad, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Στάσει Εκπίπτοντες», σε μετάφραση Σπύρου Κουρούκλη. Ο διάβολος είναι εγκλωβισμένος στον ρόλο που του έχει προσδώσει ο ίδιος ο «Τέλειος Άρχοντας Όλης της Πλάσης» και δεν μπορεί αυτός ο «φέρων το φως» να εκφράσει την ελεύθερη βούληση του – πράγμα για το οποίο εξεγέρθηκε. Και αν αυτός ο ρόλος του διαβόλου του επιτρέπει απρόσκοπτα να διευθύνει την κόλαση, τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι. Όπως λέει και το αντίστοιχο άσμα του Nightwatchan, «κάποιες φορές πρέπει να σταθούμε μαζί», στην πρώτη γραμμή του αγώνα. Αυτό θα είναι και το μεγαλύτερο πρόβλημα του διαβόλου όταν ο βρόμικος Τζίμι Ντι Άντζελο ιδρυτής και ντεφάκτο πρόεδρος του Εθνικού Σωματείου προσωρινών Αναπληρωτών ή καλύτερα Απεργοσπαστών πεθαίνει και καταδικάζεται εις το πυρ το εξώτερων και αποφασίζει να οργανώσει απεργία για καλύτερες συνθήκες εργασίας.

Φυσικά, εδώ δεν πρόκειται για μια κλασική συνδικαλιστική ιστορία αμερικανικού εργατικού κινήματος, μιας και οι παλιοί καλοί Wobblies των Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου (IWW) όπως ο Joe Hill, η Mother Jones, ο Big Bill Haywood, βρίσκονται στον παράδεισο. Στην κόλαση πάνε οι βδελυροί: απατεώνες χρηματιστές, μεγαλοστελέχη μαφιόζοι και βρώμικοι συνδικαλιστές σαν τον Τζίμι Χόφα ή τον Λέιν Kέρκλαντ, ανάμεσα σε άλλους. Όλους αυτούς θα χρησιμοποιήσει ο Ντι Άντζελο στην προσπάθειά του να οργανώσει τους δαίμονες πάντα με ένα ιδιοφελές κίνητρο, χρησιμοποιώντας όμως όλα τα μέσα που είχαν χρησιμοποιήσει και οι άγιοι του αληθινού συνδικαλισμού αναδεικνύοντας το ότι μόνο «ενωμένοι είμαστε δυνατοί».

Αν κάποιος νομίζει ότι η κόλαση δεν είναι υπαρκτό μέρος δεν χρειάζεται να ανατρέξει στην μεταφυσική, αλλά να κοιτάξει τον σημερινό κόσμο. Την αλληγορία αυτή μας την περιγράφει περίτρανα ο Norman Spinrad σε αυτό του το κείμενο που, ναι μεν, είναι λογοτεχνικό, αλλά είναι βαθύτατα πολιτικό, όπως και τα περισσότερα έργα του συγγραφέα του «πράκτορα του χάους». Ο αναγνώστης μπορεί να το διαπιστώσει στο δεύτερο κείμενο του μικρού αλλά εξαιρετικού βιβλίου που μας προτείνουν οι εκδόσεις «Στάσει Εκπίπτοντες» με τίτλο «Η Ακανόνιστη Νέα Κανονικότητα».

Στο εν λόγω κείμενο ο Norman Spinrad, περιγράφει συνοπτικά μέσα σε λιγότερο από 30 σελίδες την «Μεγάλη Κρίση» του χρηματοπιστωτικού συστήματος το 2008, κάνοντας μια ανασκόπηση της αμερικανικής Αμερικανικής πολιτικής και οικονομικής ιστορίας αλλά και της δημοσιονομικής πολιτικής από το new deal μέχρι τις ημέρες μας δίνοντας μια διαφορετική αιρετική μα πραγματιστική οπτική. Πραγματεύεται πώς αλλάζουν όλα χωρίς να αλλάζει στην ουσία τίποτα μέσα σε έναν κόσμο μπερδεμένο αποιδεολογικοποιημένο που συνάμα παραμένει βαθιά ιδεολογικός, την άνοδο, την πτώση και τις αυταπάτες του κατεστημένου συνδικαλισμού, την δημοκρατία την αντιπροσώπευση και όχι μόνο. Καταλήγοντας σε κάτι που δεν πρέπει να προκαλεί έκπληξη: «Η αποτυχημένη Δημοκρατία της Βαϊμάρης εξάλλου, δεν αντικαταστάθηκε από μια πεφωτισμένη ουτοπία ελεύθερης αγοράς ή από κάποιον εργατικό παράδεισο, αλλά από το Τρίτο Ράιχ». Και αν φαντάζει αυτό δυστοπικό με την παλινόρθωση του εθνικισμού στις μέρες, ο ίδιον σπεύδει να δηλώσει την δυνατότητα μας για ελεύθερη επιλογή καταλήγοντας ότι «Το τέλειο είναι ο εχθρός του καλού και η μόνη δικαιοσύνη που υπάρχει, οικονομική ή άλλη είναι εκείνη που δημιουργούμε εμείς». Αρκετά χειραφετική ως προτροπή, αν την καλοσκεφτεί κανείς.

Φτάνοντας στο τρίτο μέρος του βιβλίου είναι μια συνέντευξη του συγγραφέα που θα μυήσει τον νέο αναγνώστη που δεν γνωρίζει τον συγγραφέα για τις πολιτικές του θέσεις, τα γραπτά του και όχι μόνο εισάγοντας τον να κατανοήσει γιατί παραμένει για κάποιους αιρετικός και επικίνδυνος. Κλείνοντας, θεωρώ πως το βιβλίο αυτό απευθύνεται τόσο στο υποψιασμένο λογοτεχνικό αλλά και πολιτικό αναγνωστικό κοινό. Είναι δε αυτή η υποψία που κάνουν τα έργα του Spinrad τόσο διαφορετικά διότι όπως και ο εωσφόρος, οι συνδικαλιστές αλλά και οι λοιποί ήρωες του είναι και παραμένουν διαχρονικά «Στάσει Εκπίπτοντες».

Judith Rodriguez: η Aυστραλή ποιήτρια που αγκάλιασε την ελληοαυστραλιανή λογοτεχνία

Η Judith Rοdriguez σε επίσκεψή της στην Αθήνα το 2014 όπου και συνάντησε για τελευταία φορά τον Δημήτρη Τσαλουμά

ΕΛΕΝΗ ΝΙΚΑ

Στον «Νέο Κόσμο» του περασμένου Σαββάτου, ο Δημήτρης Τρωαδίτης δημοσίευσε ένα εκτενές βιογραφικό, στα Ελληνικά, της Αυστραλής ποιήτριας Judith Rodriguez, η οποία, προς μεγάλη λύπη όλων, άφησε τα εγκόσμια πριν μερικές εβδομάδες. Ποια όμως η σχέση της με την ελληνική παροικία; Θεωρώ καθήκον μου να κάνω μια αναφορά σ’ αυτή την καταπληκτική ποιήτρια, μεταφράστρια, ακαδημαϊκό και με μεγάλη παρουσία στον ευρύτερο, αυστραλιανό λογοτεχνικό κόσμο της Μελβούρνης, η οποία έπαιξε πρωταρχικό ρόλο στην εξέλιξη του Δημήτρη Τσαλουμά ως «Αυστραλού» ποιητή και στη συνέχεια αγκάλιασε και υποστήριξε το έργο της Ντίνας Αμανατίδου και αρκετών άλλων.
Να σημειώσω παρενθετικά ότι όντας Αγγλοκελτικής καταγωγής, η Judith Rodriguez χρωστάει το ισπανικής προέλευσης επίθετό της στον πρώτο της γάμο με Ισπανοαυστραλό. Μετά τον χωρισμό της, διατήρησε το όνομά του και μ’ αυτό ήταν ευρέως γνωστή. Επιπλέον, ήταν ίσως και μια ένδειξη της αγάπης της για μια πιο κοσμοπολίτικη Αυστραλία.
Ιδού λοιπόν πώς έγινε η πρώτη και λίαν ευτυχής γνωριμία της με τον Δημήτρη Τσαλουμά. Όπως έχει δηλώσει επανειλημμένα η Judith, η πρώτη συνάντησή της με τον άγνωστο τότε ποιητή έγινε το 1979 στη βιβλιοθήκη Carringbush του Richmond όπου γινόταν μια εκδήλωση ποιητικών αναγνώσεων. Η Judith συνοδευόταν από τον δεύτερο σύζυγό της, τον γνωστό Αυστραλό συγγραφέα Tom Shapcott, ο οποίος ήταν τότε υπεύθυνος των ποιητικών δημοσιεύσεων στον εκδοτικό οίκο University of Queensland Press (UQP).
Σ’ αυτή τη βιβλιοθήκη άκουσαν τον Τσαλουμά να διαβάζει ποιήματά του (μεταφρασμένα στα Αγγλικά από τον φιλέλληνα φιλόλογο Philip Grundy). Στη φωνή του Τσαλουμά με τη διαφορετική θεματολογία του, την επιγραμματικότητα και τον λυρισμό του, συνειδητοποίησαν και οι δύο ότι η εποχή του πολυπολιτισμού είχε πλέον φθάσει και ότι η αυστραλιανή λογοτεχνία δεν θα αποτελούνταν μόνο από αγγλοσαξωνικά ονόματα. Πράγματι, το 1983 ο Tom Shapcott δημοσίευσε από τον εκδοτικό οίκο UQP ποιήματα του Τσαλουμά σε δίγλωσση μορφή με τίτλο The Observatory [Το παρατηρητήριο]. Η έκδοση αυτή απέσπασε το πρώτο βραβείο ως το καλύτερο βιβλίο της χρονιάς, πρωτάκουστο για τα αυστραλιανά δεδομένα να βραβευτεί ένα έργο από μετάφραση.
Μετέπειτα, η πορεία του Τσαλουμά στο χώρο της ευρύτερης αυστραλιανής λογοτεχνίας απέδειξε ότι πράγματι άξιζε της υποστήριξης των δύο αυτών ποιητών του αυστραλιανού λογοτεχνικού κατεστημένου. Η ποιητική του πορεία, με πολλά βραβεία για την ποίησή του, συνεχίστηκε μέχρι το 2014 όταν πια ο Τσαλουμάς αποφάσισε να ζήσει τα τελευταία χρόνια της ζωής του στην Ελλάδα. Πέθανε το 2016 στο νησί του, τη Λέρο,την οποία ύμνησε τόσο λυρικά στο έργο του. Η Judith και ο Tom Shapcott παρέμειναν στενοί φίλοι και υποστηρικτές του έργου του από το 1979 μέχρι το θάνατό του.
Μέσω της δικής μου έρευνας και δημοσίευσης Ελλήνων λογοτεχνών της παροικίας, ήμουν τυχερή να γνωρίσω το ζευγάρι αυτό, των οποίων έτυχα της θερμής τους υποστήριξης για τις εκδόσεις μου Ελληνοαυστραλιανής λογοτεχνίας. Με την Judith είχαμε συχνή επικοινωνία και πάντοτε ήθελε να γνωρίζει τι καινούργιο έχει εκδοθεί, ενώ δεν παρέλειπε να στέλνει τα σχόλιά της και να ενθαρρύνει συνεχώς. Λόγω του ότι δεν γνώριζε Ελληνικά, μπορούσε μόνο να διαβάζει Έλληνες συγγραφείς από μετάφραση. Έτσι γνώρισε και αγάπησε το ποιητικό έργο της Ντίνας Αμανατίδου που τη δεκαετία του ‘80 άρχισε να εμφανίζεται σε ποιητικές εκδηλώσεις με αγγλικές μεταφράσεις.
Όταν συναντιόμασταν, πάντα με ρωτούσε πότε θα δημοσιεύσω την Ντίνα Αμανατίδου σε αγγλική μετάφραση και ότι αν χρειαζόμουν τη βοήθειά της, θα μου την έδινε ευχαρίστως. Έπρεπε να περιμένει μέχρι το 2011 να χαρεί την όμορφη και πολυσέλιδη έκδοση της ποιητικής συλλογής Dreams of Clay, Drops of Dew σε μετάφραση της Κωνσταντίνας Ντούνη, που εξέδωσα και όπου στην παρουσίαση στην Ελληνική Κοινότητα ήλθε και τίμησε με την παρουσία της η Judith.
Όταν το 2016 αποφάσισα να συμπεριλάβω την Ντίνα Αμανατίδου σε μια σειρά ποιητικών βιβλιαρίων ήξερα ποιος θα έγραφε την εισαγωγή. Η Judith χάρηκε ιδιαίτερα που αυτή τη φορά θα έπαιζε έναν πιο λειτουργικό ρόλο διαβάζοντας προσεκτικά τα επιλεγμένα ποιήματα της Ντίνας (σε μετάφραση Κυριάκου Αμανατίδη) και γράφοντας μια εισαγωγή για το αγγλόγλωσσο αναγνωστικό κοινό. Σ’ αυτή την εισαγωγή, η Judith γράφει:

«Τα επιγραμματικά ποιήματα είναι, κατά πάσα πιθανότητα, τα πιο δύσκολα να γραφτούν. Αυτά τα ποιήματα που απαρτίζονται από τέσσερις μέχρι επτά στίχους, αποτελούν το απόσταγμα της ποιητικής δεξιότητας της Ντίνας Αμανατίδου. Σύντομα, περιεκτικά και βαθυστόχαστα, καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα θεμάτων που βρίσκονται στο επίκεντρο του προβληματισμού της ποιήτριας… Από τα επιγράμματα ζητούμε την αλήθεια και ραφιναρισμένο, πνευματώδη λόγο. Η Nτίνα Αμανατίδου συνδυάζει και τα δύο. Ειλικρινής, ανυποχώρητη, η δύναμη της ποίησής της έγκειται στην εξερεύνηση του νοήματος της ζωής μας, και στην αδιάκοπη επιβεβαίωσή του.»
(Dina Amanatides, Fragile World / Εύθραυστος Κόσμος, Owl Publishing 2016)

Ίσως διερωτηθεί κανείς, γιατί άραγε χρειαζόμαστε, ή επιζητούμε, την επισφράγιση των έργων μας από Αγγλοαυστραλούς συγγραφείς; Μέσα στην παροικία εμείς οι ίδιοι είμαστε κύριοι του έργου μας και μεταξύ μας μπορούμε κάλλιστα να αξιολογήσουμε τη λογοτεχνία μας, θα έλεγε κανείς. Σωστό. Έξω όμως από την παροικία και μέσα στον αγγλόγλωσσο κόσμο, χρειαζόμαστε την δική τους ματιά για να δεχτούν και να προωθήσουν το έργο μας. Ιδίως όταν γράφουμε στα Ελληνικά και διαβαζόμαστε μόνο από αγγλική μετάφραση. Αν σκεφτούμε τον σπουδαίο ρόλο που έπαιξαν στον αγγλόγλωσσο χώρο της Αγγλίας και της Αμερικής φιλέλληνες λογοτέχνες, πανεπιστημιακοί και μεταφραστές λογοτεχνίας για την ευρύτερη αναγνώριση των ποιητών Σεφέρη και Καβάφη (όπως π.χ. οι Edmund Keeley and Philip Sherrard) μπορούμε να εκτιμήσουμε περισσότερο τη συμβολή Αυστραλών λογοτεχνών και πανεπιστημιακών, όπως η Judith Rodriguez, στο να γίνει πιο γνωστή η λογοτεχνία μας στον κυρίαρχο αυστραλιανό χώρο. Γι’ αυτό της είμαστε ευγνώμονες, καθώς και για το ότι η ίδια ήταν ένα τέλειο παράδειγμα του τι σημαίνει να ζει και να δημιουργεί κανείς σε μια πολυπολιτισμική χώρα.

Το εξώφυλλο της τελευταίας της ποιητικής συλλογής

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ JUDITH RODRIQUEZ (όχι τελική)

Poetry Collections

– A Question of Ignorance in Four Poets [with David Malouf, Don Maynard and Rodney Hall] (Melbourne: Cheshire, 1962).
– Nu-Plastik Fanfare Red: and other poems (St Lucia, Qld: University of Queensland Press, 1973).
– Poems: selections (St Lucia, Qld: University of Queensland Press, 1975).
– Water Life (St Lucia, Qld: University of Queensland Press, 1976).
– Shadows on Glass (Canberra: Open Door Press, 1978).
– Poems (North Melbourne, Vic: Charles Johnston, 1979).
– Mudcrab at Gambaro’s (St Lucia, Qld: University of Queensland Press, 1980).
– Witch Heart (Carlton, Vic: Sisters Publishing, 1982).
– Floridian Poems (Florida, USA: Rollins College, 1986).
– The House by Water: New and Selected Poems (St Lucia, Qld: University of Queensland Press, 1988).
– The Cold (Canberra: National Library of Australia, 1992).
– Manatee and other poems (Warners Bay, NSW: Picaro Press, 2007).
– Flares (Melbourne, Vic: Mark Time Books, 2016).

ΔΙΑΒΑΣΤΕ:

– Jenny Digby, ‘Bathing in a Great Sea of Wonderful Words,’ A Woman’s Voice: Conversations with Australian Poets (St Lucia, Qld: University of Queensland Press, 1996), pp. 154-73.
– Lyn McCredden, ‘ “By What Sign/Are You Walking?”: The Poetry of Judith Rodriguez,’ Australian Literary Studies 18.2 (1997), pp. 136-44.
– Lyn McCredden, ‘An Interview with Judith Rodriguez,’ Australian Literary Studies 18.2 (1997), pp. 179-84.
– Jennifer Strauss, ‘ “A Lifetime Devoted to Literature”: A Tribute to Judith Rodriguez,’ Southerly 52.3 (1992), pp. 168-75.
– Jennifer Strauss, ‘Judith Rodriguez,’ in Selina Samuels, ed., Australian Writers 1975-2000 (Detroit, USA: Gale Research, 2006), pp. 273-77.