Kent MacCarter, The 2018 Event Horizon of Micro Press Poetry Publishing in Australia

An abridged version of this report,‘They will oxidise before you even finish reading’, first appeared in Overland 227. It is reproduced here with kind permission from the editor. It is an ur-follow-up to ‘Australian Print Poetry and the Small Press: Who’s Doing the Books?’ published in this journal in 2012.

I begin with cosmic censorship conjecture, a formally observed tête-à-tête that coils between astrophysicists whenever they get worked up over space and matter. Einstein’s theory of general relativity predicts that matter can cataclysmically implode to a state where a given density and the space-time curvature split towards infinite values. This is referred to as a singularity, and is, for our purposes, a distillation of how a black hole forms. If our sun were compressed to have a radius of 3 km, instead of its roomier 695,700 km, yet sporting the same oomph, then here we’d be. Extending out from a black hole’s near-unfathomably dense centre and extraordinary gravity is a finite volume of space that ends in an event horizon: a demarcation – a line in the cosmic sands – from which nothing inside can escape: rock, metal, Judas Priest, photons, alliteration, and so on. The closer that matter gets to a singularity, the more the laws of physics (as humans have defined them) fail, no longer compute, or completely dissipate. It has been proposed that a grip of physical governance must be afoot, defining how much this volume is and why it’s there at all. Hence … the conjecture.

Now, to superimpose my rudimentary take on astrophysics onto the heavens of Australian poetry, there have been a number of singularities – literary black holes, far from vacuous, and dense with the churning storms of career prestige and literary recognition – of late: John Kinsella’s The turnrow Anthology of Contemporary Australian Poetry; the Langford, Beveridge, Johnson and Musgrave firm’s Contemporary Australian Poetry; John Leonard’s The Puncher and Wattmann Anthology of Australian Poetry; Tracy Ryan and John Kinsella’s The Fremantle Press Anthology of Western Australian Poetry; annual tractor beams of Best Australian Poetry; the perplexingly unsung Contemporary Australian Feminist Poetry, edited by Bonny Cassidy and Jessica Wilkinson; and Cordite Publishing Inc.’s own 20 Poets. These are the tomes that Australia’s trade market masses will assume as benchmarks. No set of publishing laws govern them. Their commonality is that they are zeitgeist end zones – even if some of these publications suffer from hyperopia or are plainly myopic, their recent creation still necessitated creators to reverse engineer who were the special young poets in 1993, what was best-of in 2007, who was Wheat Belt – worthy and, ostensibly, why – that attempt to plot the wending trajectory of our national poetic at qualified intervals. They are the literary apotheoses – tumbling batteries of black holes and resultant event horizons – proffered by small press publishers. These anthologies have one lever of (literary) physics that matter does not: editors. Yes, this is an important variable. Yet, blithely, I set aside this distinction henceforth. To keep things simpler, I aggregate these anthologies into one meta-singularity, a cluster of literary black holes, for a primary reference point. Make no mistake, the gravity of these anthologies is required and important. How does their power pull on creative intention and professional function? Where does that begin, and in what format?

Continue reading

Advertisements

“γράψον ουν α είδες” * (Το κατ’ όναρ απόκοσμο σύμπαν και οι αλχημείες της Ζυράννας Ζατέλη)

ΤΟ ΕΚΔΟΤΙΚΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

ΔΡΑ ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΟΣ*

Η Ζυράννα Ζατέλη – η σημαντικότερη ίσως Ελληνίδα πεζογράφος, και απ’ τις καλύτερες στην Ευρώπη – αποτελεί ζώσα ενσάρκωση ποικίλων παραδοξοτήτων. Πρόκειται για έναν πραγματικό «γρίφο» που καλούμαστε να αποκρυπτογραφήσουμε. Είτε πρόκειται για το ιδιότυπο ονοματεπώνυμό της (που είναι φιλολογικό ψευδώνυμο) και τους κρυπτικούς τίτλους των βιβλίων της, είτε για την αντισυμβατική ζωή και τις ιδιορρυθμίες της (την εμφάνισή της σε φωτογραφίες, στην τηλεόραση, σε συνεντεύξεις, στο αλλόκοσμο περιβάλλον του σπιτιού της, κτλ). Όλα σ’ αυτή την εκκεντρική γυναίκα συντείνουν σ’ ένα αίνιγμα προς αποκωδικοποίηση, εξαίρεση του οποίου δεν θα μπορούσε να αποτελέσει και το τελευταίο της πόνημα «Τετράδια ονείρων» (εκδ. Καστανιώτης, Αθήνα 2017) οι συνθήκες έκδοσης και η πρωτοτυπία του οποίου το καθιστούν – δικαίως – εκδοτικό γεγονός της χρονιάς. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Ενώ το αναγνωστικό κοινό αδημονούσε να κυκλοφορήσει το τρίτο μέρος της πολύκροτης μυθιστορηματικής τριλογίας της (που πρωτοεμφανίσθηκε το 2001 με τίτλο «Με το παράξενο όνομα Ραμάνθις Ερέβους: Ο θάνατος ήρθε πρώτος», για να ακολουθήσει μετά από επτά χρόνια το δεύτερο μέρος: «Ραμάνθις Ερέβους: Το πάθος χιλιάδες φορές»), τελικά αιφνιδίασε τους πάντες με ένα απροσδόκητο μη μυθοπλαστικό βιβλίο. Πώς προέκυψε αυτό; Στις 3 Μαρτίου 2017 η συγγραφέας κατέβηκε στον οδό Ακαδημίας για να φωτοτυπήσει ορισμένες σελίδες από τα τετράδια ονείρων της (το όγδοο και το ενδέκατο) που κρατούσε για να τις συμπεριλάβει στο μυθιστόρημα που ετοίμαζε. Περνώντας από τον εκδότη της, κι ενώ συζητούσαν με τον Θανάση Καστανιώτη, σε μια στιγμή ο τελευταίος παρατήρησε ένα περίεργο σημειωματάριο (τα εξώφυλλα του οποίου ήταν εικονογραφημένα με γάτες και πουλιά) να πέφτει από την τσάντα της. Ήταν τα «Τετράδια ονείρων». Εντυπωσιασμένος, της πρότεινε να επιλέξει κάποια όνειρα για να εκδοθούν ως αυτόνομο βιβλίο, πριν κυκλοφορήσει το μυθιστόρημα που ολοκλήρωνε. Κάτι που έγινε μετά τρεις μήνες, καθώς η ιδέα της συγγραφικής «ανάσας» από το μυθιστόρημα που δούλευε την δελέασε.

Continue reading

Οι ευθύνες και τα προνόμια…

Το κλασικό χαρακτικό του Bartolomeo Pinelli (1809) από το περίφημο βιβλίο -άλμπουμ “Storia Greca Antica”. Ο Κλεομένης συνοδεύει τη Κρατησίκλεια με τον γιο του μέχρι το πλοίο για την Αίγυπτο…

*Από τη σελίδα του Κώστα Μανδήλα στο Facebook.

Ένα από τα χαρακτηριστικά στοιχεία του Καβάφη είναι ο τρόπος που χρησιμοποιεί την ιστορία. Αρνείται τη μυθική της διάσταση και μένει σε αυτά καθ’ αυτά τα ιστορικά γεγονότα, στην καθαρή ιστορία. Ταυτίζει τον αναγνώστη με την ύπαρξη προγενέστερων ιστορικών γεγονότων και προσωπικοτήτων με μια σχέση ενσυναίσθησης με αυτά. Ο Τάκης Καγιαλής («Εγώ είμαι ποιητής ιστορικός: Ο Καβάφης και ο μοντερνισμός». περ. Ποίηση, τχ. 12, 1998, σσ. 77-119), χαρακτηρίζει αυτήν την τάση ως “ιστορικό υπαρξισμό”. Με αυτή την τεχνική ο Καβάφης δίνει μια παιδαγωγική διάσταση στην ποίηση του. Ως προς αυτό ένα από τα πιο χαρακτηριστικά του ποιήματά του είναι και το “Άγε Ω Βασιλεύ των Λακεδαιμονίων”. 


Η ηρωίδα του, η Κρατησίκλεια και μητέρα του Βασιλιά των Λακεδαιμονίων, γίνεται αξιακό πρότυπο για τον καθένα που κατέχει μια θέση ευθύνης, ένα κρατικό αξίωμα. Ο Καβάφης, αφήνει απ’ έξω τις ποιητικές μεγαλοστομίες και τα όμορφα λόγια, και προστρέχει κατ’ ευθείαν στον Πλούταρχο σε μία εποχή (1929), όπου κυριαρχεί μια συνεχώς διογκούμενη κρίση του κοινοβουλευτικού αντιπροσωπευτικού συστήματος, και με τη θυσία της Σπαρτιάτισσας Κρατησίκλειας, θυμίζει ότι: ο πολιτικός άρχοντας πρέπει να έχει περισσότερες ευθύνες και λιγότερα προνόμια.

σ.σ.1 Κρατησίκλεια (3ος αι. π.Χ.). ήταν Βασίλισσα της Σπάρτης, σύζυγος του Λεωνίδα Β΄ και μητέρα του Κλεομένη Γ’. Όταν ο Κλεομένης κήρυξε τον πόλεμο στον Αντίγονο της Μακεδονίας ζήτησε τη βοήθεια του Πτολεμαίου Γ’ της Αιγύπτου. Εκείνος δέχτηκε, υπό έναν όρο: να κρατήσει ομήρους την Κρατησίκλεια. και τον μικρό γιο του . Ο Κλεομένης δεν είπε τίποτα στη μητέρα του, Όταν όμως εκείνη πληροφορήθηκε τους όρους του Πτολεμαίου ζήτησε από το γιο της να τους δεχτεί προκειμένου να φανεί ακόμα μια φορά χρήσιμη στην πατρίδα της. Ο Κλεομένης συμφώνησε και συνόδευσε εκείνη και τον εγγονό της τιμητικά έως το Ταίναρο. Στα 222 .π.χ. ηττήθηκε στη μάχη της Σελλασίας και πήρε την απόφαση να πάει ο ίδιος στην Αίγυπτο. Εκεί θεωρήθηκε ύποπτος και φυλακίστηκε στο ίδιο κελί με τη μητέρα του. Η Κρατησίκλεια. τον βοήθησε να δραπετεύσει και γι’ αυτό καταδικάστηκε σε θάνατο μαζί με όλη την ακολουθία της. Ζήτησε μόνο να μην παραστεί στην εκτέλεση του εγγονού της. Η παράκλησή της δεν έγινε δεκτή και έτσι η Κρατησίκλεια. παρακολούθησε την εκτέλεση του εγγονού της και κατόπιν εκτελέστηκε και η ίδια.


σ.σ.2 Το 1928 πάνω στο ίδιο θέμα ο Καβάφης είχε γράψει το “Εν Σπάρτη”.


σ.σ.3 όταν ο πατριωτισμός δεν υπήρχε ως εθνικιστικό ιδεολόγημα αλλά ως αυτονόητο καθήκον. Άλλες εποχές άλλα ήθη.

Η πολιτική και υπαρξιακή ποίηση της Κατερίνας Γώγου

Γράφει ο Ειρηναίος Μαράκης*

Έχω την αίσθηση, αν όχι την βεβαιότητα, περιδιαβαίνοντας στους χώρους του διαδικτύου και της κανονικής ζωής πως η Κατερίνα Γώγου είναι περισσότερο γνωστή σ’ έναν νεότερης ηλικίας κόσμο με την ποιητική της ιδιότητα και λιγότερο ως ηθοποιός. Αυτό δεν το λέω ως κάτι το αρνητικό, το αντίθετο μάλιστα. Βλέπετε, λίγο η ανάγκη για ποιητική έκφραση κι επικοινωνία της νεότερης γενιάς διαφορετική από τα συνηθισμένα, λίγο μία όχι πάντα καλοπροαίρετη επαναφορά ανθρώπων όπως η Γώγου στην επιφάνεια από δημοσιογράφους και κάθε λογής «δημοσιολογούντες», ένα παραπάνω που οι πολιτικές και κοινωνικέ συνθήκες – της εξέγερσης που αργά σιγά καλλιεργείται μέσα στις συνειδήσεις των νεότερων, οι εργατικοί αγώνες κι αντιστάσεις, οι μικρές νίκες και οι πρόσκαιρες ήττες, η αλλοτρίωση, η μοναξιά μέσα σε μια πόλη που αναζητά την ελευθερία της – που παράγουν αυτή την ανάγκη για επαφή με κάτι το διαφορετικό, κατ’ επέκταση και με την ποίηση της Κατερίνας Γώγου.

Βέβαια, οι παλιότερες γενιές, και φυσικά της γενιάς της ποιήτριας, την γνώρισαν μέσα από τις ηθογραφικές, ανόητες και βαθιά συντηρητικές ταινίες του εμπορικού ελληνικού κινηματογράφου – εκείνες τις ταινίες που μέσα στην εποχή του μετεμφυλιακού κράτους, με τους διωγμούς και τις εξορίες των κομμουνιστών αλλά και με τις μάχες για την αποκατάσταση της δημοκρατίας, αναλώνονταν πολύ συνειδητά στην καλλιέργεια μιας επιφανειακά αθώας ηθογραφίας των πόλεων και της κοινωνικής ζωής και στην γελοία, κακή μίμηση των αντίστοιχων αμερικάνικων φιλμ τύπου ρομαντικού κομεντί και μιούζικαλ: οι κινηματογραφικές εξαιρέσεις της περιόδου απλώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Εντός αυτού του περιβάλλοντος, η Κατερίνα είχε πάντα τον στερεότυπο ρόλο της ξεπεταγμένης, αθώας, σχεδόν ηλίθιας, μοντέρνας – σύμφωνα με τα αμερικάνικα, καταναλωτικά πρότυπα και «επαναστάτριας» κόρης. Δεν ήταν η Φίρμα του συστήματος της εποχής, ούτε έπαιζε με τους πολύφερνους γαμπρούς της τότε «σόου μπιζ» αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι στην πορεία των χρόνων δεν έκανε αξιόλογη πορεία σε σοβαρότερες και πραγματικά «κινηματογραφικές», αν μπορούμε να το πούμε έτσι, ταινίες, σε αυτό συνέλαβε και η αλλαγή των εποχών και της κοινωνικής συνειδητοποίησης που δεν αρκούνταν πλέον στην αναπαραγωγή των ηλίθιων αστικών προτύπων συμπεριφοράς αλλά που προχώρησαν, μαζί με την κοινωνία, στην αμφισβήτησή τους και στην κριτική της επικρατούσας ηθικής: ο ρόλος της αδελφής του Θανάση Βέγγου στο φίλμ «Τί έκανες στον πόλεμο Θανάση» του Ντίνου Κατσουρίδη, είναι ενδεικτικός χωρίς να είναι ο μοναδικός ενώ, μεταξύ άλλων, βραβεύτηκε για την συμμετοχή της στην ταινία «Το βαρύ πεπόνι» με το βραβείο Α’ γυναικείου ρόλου (Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – 1977). Σε αυτή τη νέα πορεία η «Παραγγελιά» του συζύγου της Παύλου Τάσιου, αποτελεί το σημείο καμπής όπου συνδέθηκαν σ’ ένα ισχυρό κράμα, η ποιητική αμφισβήτηση της δημιουργού μαζί με την αναζήτηση, νέων, περισσότερων ώριμων, κινηματογραφικών εκφράσεων.

Η ποιήτρια Κατερίνα Γώγου

Η Κατερίνα Γώγου σημάδεψε με την παρουσία της μια ολόκληρη εποχή (παρέα με τους Νικόλα Άσιμο, Παύλο Σιδηρόπουλο καθώς και με άλλους) εκφράζοντας τόσο την ηττημένη δεκαετία μετά την αυταπάτη της επαναφοράς της (αστικής, φυσικά) δημοκρατίας και τα αποτελέσματα της ιστορικής ήττας της επαναστατικής διαδικασίας που εκτυλίχθηκε στην χώρα μας κατά τη διάρκεια της Κατοχής Αλλά έκφρασε και μια άλλη εποχή: αυτή που ακολούθησε με την πτώση της Χούντας και την Μεταπολίτευση, που τα κοινωνικά προβλήματα δεν είχαν επιλυθεί, με τον βαθύτατα συντηρητικό και ακροδεξιό μηχανισμό στο απυρόβλητο, με τις νέες οικονομικές δυνάμεις να επιχειρούν να διαβρώσουν την κοινωνική συνοχή καθώς και το μεγάλο ταξικό κριτήριο που ήταν υπεραναπτυγμένο μέσα στον κόσμο του αγώνα και στην εργατική τάξη – έκφρασε ακόμα την ατομική και συλλογική αλλοτρίωση, την επιβολή χιλιάδων πνευματικών και υλικών εξαρτήσεων, την ανάδειξη της υποκρισίας ως συστατικό στοιχείο του δημόσιου λόγου.

Η συγκεκριμένη εποχή μάλιστα, είναι η εποχή όπου άλλοι ποιητές, θύματα κι αυτοί μιας, ας το πούμε, «ταξικής μελαγχολίας», είτε προτίμησαν τη σιωπή καθώς θεωρούσαν ότι είχαν πει ότι ήταν για να πουν, είτε έγραφαν – ιδιαίτερα η νέα γενιά ποιητών – με ένα τρόπο που τους αποξένωνε από τις ανάγκες της κοινωνίας και του τόπου. Η Γώγου είναι εκείνη η δημιουργός που με τα σκληρά της βιώματα, με την δυνατή πολιτική της σκέψη αλλά και με την αξιοποίηση τόσο του εκφραστικού ταλέντου της, όσο και της πλούσιας ποιητικής/καλλιτεχνικής αντίληψης που την διακατείχε, έφτιαξε με πόνο σώματος και ψυχής γνήσια υπαρξιακή ποίηση με έντονα εξεργεσιακά κι επαναστατικά στοιχεία. Η ποίηση της είναι η ποίηση της κοινωνικής και προσωπικής απόγνωσης αλλά και της γνώσης ότι οι βάρβαροι είναι ήδη εδώ και πρέπει να αγωνιστούμε ενάντια στην απαλλοτρίωση ψυχής και κοινωνίας που πρεσβεύουν και εφαρμόζουν. Αμφισβητεί η Κατερίνα Γώγου: το Κόμμα, τα πρόσωπα που στο όνομα του αγώνα ξεπουλούν ιδέες και συνειδήσεις, υπερασπίζεται την αναρχία, τα ματαιωμένα όνειρα, τους θεσμούς, την Οικογένεια, την Πατρίδα και τα στρατιωτικά εμβατήρια, περιγράφοντας τις εικόνες της πόλης, στα βρώμικα στενά, στα γήπεδα, στην Πατησίων. Και συμπαραστέκεται: στην Γυναίκα, στην Κόρη της, στους μετανάστες και στους πολιτικούς κρατούμενους ενώ την ίδια ώρα στοχοποιείται από το Κράτος και τις δυνάμεις καταστολής.

Η ποίηση της Κατερίνας Γώγου, αναδεικνύεται και στις μέρες μας, τόσο επίκαιρη , όσο και στην όχι πολύ πρόσφατη εποχή όπου έζησε η ποιήτρια, όπου ο καθένας και η καθεμιά μας, αναγνωρίζει σε αυτήν τον δικό του προβληματισμό, την δική του αγωνία που βρίσκεται και σε άμεση συνάρτηση με το κοινωνικό περιβάλλον και τις ανάγκες της εποχής μας. Ένας σκληρός, ανελέητος κι αδυσώπητος ύμνος, βαθύτατα τραγικός (με την… αρχαιοελληνική έννοια του όρου), να τι είναι και πως ορίζεται η ποίηση της. Αποτελεί ένα ύμνο στον μοναχικό άνθρωπο της πόλης αλλά και στους ανθρώπους που παίρνουν το μέλλον στα χέρια τους, ένα ύμνο σε μορφή ποιητικής προκήρυξης στον ιδιότυπο και ιδιόμορφο αγώνα εκάστου και όλων ενάντια σ’ ένα σύστημα που καταρρέει και που απειλεί να μας πάρει μαζί του στο τέλος ή κι ελπίζοντας πως με την ανοχή μας θα καταφέρει να τη βγάλει καθαρή για λίγο ακόμα, ένας ύμνος είναι, ένα τραγούδι για όλους εμάς που όσο και να το θέλουν δεν χάνουμε την ιστορική και προπαντός, την ταξική μας μνήμη.

Είναι όμως και μια ποίηση που πολλές φορές – αν όχι τις περισσότερες, δεν αντιλαμβάνεται πως εκφράζει όχι ένα ή δύο προσωπικά παραδείγματα αλλά μια ολόκληρη κοινωνική συνείδηση και αναγκαιότητα. Είναι μια ποίηση επίσης, που ο εκφραστής της, η Γώγου δηλαδή, από τη μία καταγγέλλει και διαμαρτύρεται ενώ από την άλλη λυγίζει κάτω από το βάρος των προσωπικών προβλημάτων της (κατάθλιψη, πρέζα κτλ) – που βέβαια είναι και κοινωνικά προβλήματα, όπου οδηγείται προς το τέλος της ζωής της ποιήτριας και της ποιητικής της δραστηριότητας να εσωτερικεύει τον πόνο της, να απομονωθεί, να επαναλαμβάνει «απλώς» παλιές αναμνήσεις, να επιχειρεί ένα κριτικό σχολιασμό της μέχρι τότε ζωής της, ελαχιστοποιώντας την αδρότητα των ποιητικών της εικόνων αλλά και αξιοποιώντας μια νέα ποιητική γραφή: περισσότερο κοφτή, λιγότερο καταγγελτική, δείχνοντας (πόσο ενδιαφέρουσα αντίφαση είναι αυτή) και κούραση και διάθεση για ανανέωση – που όμως θα έρθει πάρα πολύ αργά.

Όχι, δεν είναι τυχαίο που ανακαλύπτουμε ξανά την Γώγου, αυτή τη φορά κάτω από το καινούργιο πρίσμα της ελπίδας και των αγώνων ως μια σοφή φωνή που μας προειδοποιεί να μην ξεχάσουμε την ιστορική μας ευκαιρία για αληθινή ελευθερία αλλά και πως όταν έρθουν εκείνες οι πολυπόθητες μέρες, να μην ξεχάσουμε , τα χρόνια της εξαθλίωσης, της καταπίεσης και του ψεύδους.

*Ο Ειρηναίος Μαράκης γεννήθηκε στα Χανιά το 1986, απόφοιτος της τεχνικής εκπαίδευσης. Συμμετέχει με ποιήματα του στα συλλογικά έργα (e-books) ενώ ποιήματα του έχουν δημοσιευτεί σε διάφορες λογοτεχνικές σελίδες. Αρθρογραφεί στην εφημερίδα ‘Αγώνας της Κρήτης’ καθώς και στο διαδικτυακό πολιτικό και πολιτιστικό περιοδικό ‘Ατέχνως’. Διατηρεί το ιστολόγιο Λογοτεχνία και Σκέψη.

**Αναδημοσίευση από εδώ: https://atexnos.gr/%CE%B7-%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%85%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%BE%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AE-%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%BA%CE%B1/?utm_campaign=shareaholic&utm_medium=facebook&utm_source=socialnetwork

Στην Αντιγόνη Κεφαλά το Judith Wright Calanthe Award – Για την ποιητική συλλογή «Fragments»

Η Αντιγόνη Κεφαλά (Antigone Kefala) επιβεβαιώνει, για μια ακόμα φορά, την αποκλειστική οικονομία της αφήγησης της ποιητικής της. Η συλλογή αυτή -όπως άλλωστε ολόκληρη η ποίηση της Κεφαλά- συνιστά μια ασκητική συγκέντρωση θραυσμάτων σε όλη τη διάρκεια της ζωής της, που ξεπερνά το συνηθισμένο, προσδίδοντας στην όλη διαδικασία κάτι το τελετουργικό. Το ελεγειακό ύφος της συλλογής είναι απόρροια ενός ευρύτερου οράματος για την ανθρώπινη ζωή: διαχωριζόμενοι από κάθε τι το «σίγουρο», οι άνθρωποι είναι ευάλωτοι αν και ακόμη ζουν το χρόνο τους συνεχίζοντας να είναι μέρη ενός μεγαλύτερου σύμπαντος. Η Κεφαλά είναι μια ώριμη ποιήτρια στην καλύτερη φάση της δημιουργίας της.

Αυτά ήταν τα κριτήρια βάσει των οποίων η Αντιγόνη Κεφαλά απέσπασε πρόσφατα το Βραβείο Judith Wright Calanthe για την τελευταία ποιητική της συλλογή «Fragments» («Θραύσματα»). Πρόκειται για έναν μακρόχρονο ετήσιο θεσμό υπό την αιγίδα της Κρατικής Βιβλιοθήκης Κουίνσλαντ (State Library of Queensland) στη μνήμη μιας από τις πλέον εμβληματικές Αυστραλές ποιήτριες, της Judith Wright.

Γνωστή για την ένταση του οράματος και τον μινιμαλισμό της, η Αντιγόνη Κεφαλά έχει έως τώρα δημοσιεύσει μόνο ένα μικρό αριθμό ποιημάτων της, εργαζόμενη προσεκτικά στο καθένα από αυτά, δίνοντας όμως ένα μαγικό όσο και ένα «απειλητικό» μήνυμα. Μια από τις καλύτερες ποιήτριες στην Αυστραλία, η συλλογή της «Fragments» είναι η πρώτη της σχεδόν μετά από είκοσι χρόνια. Η ικανότητα της Κεφαλά να κατακτά το στιγμιαίο είναι εμφανής σε αυτή τη συλλογή, με γλωσσική ακρίβεια, αυξημένη αντίληψη και δραματική αίσθηση – αν και το έδαφος στο οποίο πατά είναι συχνά πιο σκοτεινό, καθώς η ποιήτρια περιηγείται στους χώρους μεταξύ ζωής και θανάτου, καθώς και κάθε ενέργεια που καραδοκεί εκεί.

Η Αντιγόνη Κεφαλά έχει γράψει τέσσερα έργα μυθοπλασίας, συμπεριλαμβανομένων των «The First Journey», «The Island» and «Summer Visit», τέσσερις ποιητικές συλλογές («The Alien», «Thirsty Weather», «European Notebook» and «Absence: New and Selected Poems» καθώς και το non-fiction «Sydney Journals». Γεννήθηκε στη Ρουμανία από Έλληνες γονείς και έζησε στην Ελλάδα και τη Νέα Ζηλανδία πριν εγκατασταθεί οριστικά στο Σίδνεϊ.

Με φόβο και πάθος (Ανοιχτή επιστολή στους εκδότες ποίησης)

ΚΩΣΤΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ

Η ποίηση είναι το ύστατο ανάχωμα της τέχνης και ως τέτοιο συνήθως βρίσκει και βρίσκεται στην πέννα των ταλαίπωρων, πονεμένων, κατατρεγμένων, αποτυχημένων ευαίσθητων ανθρώπων. Συνεπώς οι ποιητές, τις περισσότερες φορές, δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα για να χρηματοδοτήσουν την έκδοση του βιβλίου τους, από το οποίο κάποιοι συνάνθρωποί τους εναποθέτουν τις ελπίδες τους για παρηγοριά, συντροφιά, έκφραση, ελπίδα, έμπνευση, αφύπνιση, αναψυχή, καλλιέργεια και καθοδήγηση, αναζήτηση και άντληση αξιών εντέλει.


Δεν μπορεί ο εκδότης που γνωρίζει τα παραπάνω και μάλιστα πολύ καλά και ο οποίος έχει επίγνωση ότι η δραστηριότητά του είναι εμπορική, με όλα όσα συνεπάγεται αυτό, όπως χρηματική επένδυση, εκμετάλλευση αγαθού (δηλαδή αγοροπωλησία), ρίσκο με σκοπό την κερδοφορία, αλλά και ότι είναι ο μεσάζων και δίαυλος αυτής της μέθεξης, να έχει την απαίτηση από τον ποιητή να χρηματοδοτήσει την έκδοση και πολλές φορές να προσπαθεί να τον σπεκουλάρει κιόλας εκμεταλευόμενος την θέση του αναγκάζοντας τον δεύτερο έως και να πουλήσει υπάρχοντά του ή να δώσει το μηνιάτικό του (μάλλον τρία μηνιάτικα συνήθως), ή να δανειστεί για να εκδώσει και, από την άλλη, να μην έχει δικαίωμα στα κέρδη ή να λαμβάνει ένα μικρό ποσοστό, από την πώληση της δικής του τέχνης ή να παίρνει απλώς ένα μικρό ή ελάχιστο ποσό αντιτύπων και όπου πουλήσει. Δεν είναι δυνατόν λοιπόν κύριε εκδότη να επικαλείσαι την ανωνυμία μου για επιχείρημα, αλλά ούτε και την δικαιολογία ότι έτσι κάνουν όλοι. Ή ακόμα ακόμα το θρασύτατο, πως και εσύ πλήρωσες σαν νέος ποιητής άρα να πληρώσω και ‘γω. Όλα αυτά καθιστούν τους εκδότες επιεικώς ανήθικους ασυνείδητους εκμεταλευτές της ανάγκης για επικοινωνία των ποιητών, ακόμα και αναγνώρισης δεν είναι κακό. Ενώ είναι αποκλειστικό παγκόσμιο φαινόμενο της ελληνικής λογοτεχνίας, αν δεν απατούμαι.


Ακόμα θέλω με πικρία να πω ότι η ποίηση δεν είναι καλοντυμένα καθώς πρέπει κοριτσάκια, ούτε ζουμπουρλούδικα παληκαράκια που δεν έχουν ζήσει, δεν έχουν βιώματα και παραστάσεις, δεν έχουν τα κότσια να δουν στον καθρέφτη, που όμως διάβαζαν ποιήματα από παιδιά και μπορούν να σου γράψουν μια εύγλωτη σονάτα ή μπαλάντα μηρυκάζοντας ωστόσο χιλιοειπωμένα λόγια και νοήματα χωρίς να έχουν έρθει σε επαφή με τη φωνή τους, όμως όλως τυχαίως έχουν γονείς με φουσκωμένα πορτοφόλια. Και για να μην παρεξηγούμαι δεν εννοώ ότι δεν πρέπει να έχεις διαβάσει αρκετή ποίηση, αλλά ούτε αρνούμαι την ύπαρξη εύπορων ποιητών. 


Ο ποιητής λοιπόν θα κάνει επίπονη βαθιά, στα ενδόψυχα του, βουτιά τις πιο πολλές φορές, για να εξορύξει, ή θα αναδυθεί ως εσώτερη φωνή, πολύτιμη πληροφορία και αλήθεια η οποία με τη σειρά της μπορεί να λειτουργήσει λυτρωτικά για τον αναγνώστη διεγείροντας τον νου και το συναίσθημα έτσι όπως μόνο μία τέχνη μπορεί. Πόσο κοστολογείται αυτή η αξία; Και ποιες οι συνέπειες των κατεστημένων συνθηκών που διατηρεί αυτό το καρτέλ των εκδοτικών οίκων;


Αν σου αρέσει λοιπόν η συλλογή και την πιστεύεις, φίλε εκδότη, με όχι μόνο εμπορικά κριτήρια, αλλιώς πήγαινε πούλα πορτοκάλια, γιατί υποτίθεται ότι νοιάζεσαι για την ανάδειξη της τέχνης, επένδυσε σε αυτήν και προώθησέ την. Και φυσικά, μοιράσου τα κέρδη με τον δημιουργό της, όπως οφείλεις. Και αν δεν βγαίνεις, πάλι άλλαξε δουλειά, αφού όπως είναι γνωστό η τιμή τιμή δεν έχει…

Από την Ελλάδα στην Αυστραλία: το αβέβαιο πέρασμα

Φωτογραφία: Κ. Βήτα

Για το μυθιστόρημα του Τάκη Κατσαμπάνη «Walkabout – Προσδοκία ενός ξεκινήματος» (εκδ. Εξάρχεια).

Του Γιώργου Ν. Περαντωνάκη*

altWalkabout
Προσδοκία ενός ξεκινήματος
Τάκης Κατσαμπάνης
Εκδ. Εξάρχεια 2017
Σελ. 144, τιμή εκδότη €11,00

Ο εγκλιματισμός σε νέο περιβάλλον είναι ένα από τα θέματα που απασχολούν τη σύγχρονη σκέψη και λογοτεχνία, καθώς η αλλαγή πατρίδας, η αναζήτηση νέας ταυτότητας, ο υβριδισμός της κουλτούρας, οι δυσκολίες κοινωνικοποίησης, η σύγκρουση του παλιού με το νέο κ.ά. δημιουργούν τις ιδανικές συνθήκες ενός γόνιμου μεταίχμιου. Και κάθε μεταίχμιο δελεάζει και δοκιμάζει τη λογοτεχνία, αφού εκεί διασταυρώνονται το έξω με το μέσα, το πριν και το μετά, το άσπρο και το μαύρο σε μια διαρκή διαλεκτική σχέση.

Η Αυστραλία είναι μια πρέσα που ισοπεδώνει το παρελθόν, τόσο των Αβορίγινων όσο και των εγκληματιών, που αποτέλεσαν τους πρώτους κατοίκους της· με τον ίδιο τρόπο ισοπεδώνει και την ιστορία των μεταναστών, ζητώντας τους να διαγράψουν το πριν και να εγκλιματιστούν πλήρως στο τώρα.

Όλο το βιβλίο του πρωτοεμφανιζόμενου Τάκη Κατσαμπάνη, μικρό κατά βάση μυθιστόρημα, αναφέρεται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο στη μετάβαση από την Ελλάδα στην Αυστραλία. Και λέγοντας μετάβαση εννοώ όχι το ταξίδι αλλά τη διαδικασία, κυρίως κοινωνική και ψυχολογική, προσαρμογής στη νέα χώρα και στον καθημερινό πολιτισμό της. Η επιτυχία ή η αποτυχία εξαρτάται από τους δεσμούς με την πατρίδα, αλλά και με το νέο ξεκίνημα που ο καθένας οραματίζεται.

Ο αφηγητής σκιαγραφεί με σχόλια πάνω στα βιώματά του τον καιρό που έζησε στο Σίδνεϊ της Αυστραλίας και τις προσπάθειες που έκανε να ενσωματωθεί στον ρυθμό της νέας ζωής. Τα ζητήματα που προέκυψαν δεν ήταν καταρχήν οικονομικά, αλλά πολιτισμικά. Μαθαίνει τη γλώσσα και δεν έχει προβλήματα συνεννόησης και κατανόησης, αλλά πάντα νιώθει ότι οι νέες λέξεις είναι άψυχες και δεν μπορούν να αποδώσουν τον ψυχισμό του. Βρίσκει δουλειά, στην αρχή σε ένα πρόγραμμα κοινωνιολογικής έρευνας στα νοσοκομεία της πόλης κι έπειτα σε ένα γλωσσολογικό πρότζεκτ, στα οποία ανακαλύπτει ότι οι Έλληνες ομογενείς, όσο κι αν απολαμβάνουν το σύστημα υγειονομικής περίθαλψης και κοινωνικής ασφάλειας, νιώθουν πάντα ξένοι. Η Αυστραλία είναι μια πρέσα που ισοπεδώνει το παρελθόν, τόσο των Αβορίγινων όσο και των εγκληματιών, που αποτέλεσαν τους πρώτους κατοίκους της· με τον ίδιο τρόπο ισοπεδώνει και την ιστορία των μεταναστών, ζητώντας τους να διαγράψουν το πριν και να εγκλιματιστούν πλήρως στο τώρα.

Σ’ αυτην τη διελκυστίνδα συναντά τον Βρας, Έλληνα καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Σίδνεϊ, ο οποίος τον βοηθάει παρά την ιδιόρρυθμη συμπεριφορά του. Κι αυτός είναι ο κατεξοχήν εκπρόσωπος της ιδέας ότι πρέπει να απογαλακτιστούν από την Ελλάδα και να ακολουθήσουν μια απόλυτα καινούργια ζωή. Η μεταστροφή του μάλιστα στον αγγλικανισμό ικανοποιεί αυτήν ακριβώς την ανάγκη. Μια τέτοια στάση απέναντι στην Ελλάδα θεωρεί ότι η χώρα είναι κολλημένη στην Ιστορία της, αρχαία και βυζαντινή, δεν μπορεί να προχωρήσει γενναία στη νεωτερικότητα και βαυκαλίζεται με το ένδοξο παρελθόν της αντί να δει το τελματωμένο παρόν της κ.λπ. Ο επαρκώς κοινωνικοποιημένος ξένος διαγράφει τη «μητρίδα», όπως λέγεται σε κάποια φάση η πατρίδα, και ακολουθεί τον νέο δρόμο της αυστραλιανής προόδου.

Το walkabout είναι πάντα μια ρευστή πραγματικότητα, μια ανοιγοκλεινόμενη πόρτα η οποία δεν αφήνει οριστικά απ’ έξω το παρελθόν.

Ωστόσο, ο αφηγητής συναντά ένα σωρό ανθρώπους που δεν θέλουν ή δεν μπορούν να δουν την τομή ανάμεσα στην παλιά και τη νέα χώρα ως τελεσίδικο πέρασμα. Το walkabout είναι πάντα μια ρευστή πραγματικότητα, μια ανοιγοκλεινόμενη πόρτα η οποία δεν αφήνει οριστικά απ’ έξω το παρελθόν. Άλλοι μένουν πεισματικά στις μνήμες τους, άλλοι συμβιβάζουν τα δυο πεδία κι άλλοι, όπως τελικά ο ήρωάς μας, αρνούνται το άψυχο σκηνικό κι επιστρέφουν στην Ελλάδα.

Κλείνω με μια παρατήρηση επί της γραφής. Ξέραμε ότι πολλά σύγχρονα κείμενα δεν είναι κλειστά· τώρα συνειδητοποιούμε όλο και πιο πολύ ότι μπορεί να μην είναι καν μονότροπα αφηγηματικά, να μην είναι καν συνεκτικά, να μην αποτελούν ένα αρραγές σύνολο αλληλοσυμπλεκόμενων σκηνών. Πλέον πολλοί –και ο Τ. Κατσαμπάνης ανάμεσά τους– γράφουν συνδέοντας την υπόθεση με το σχόλιο, το βίωμα με την εξομολόγηση, την ιστορία με το δοκίμιο, σε μια υβριδικότητα που καταστρατηγεί την αφήγηση ως showing και υιοθετεί το telling ως αναγκαίο συνοδό στην απόδοση του νοήματος και στην μετάγγιση των αισθημάτων.

Ένα πολύ αξιόλογο βιβλίο ενός φερέλπιδος συγγραφέα.

*Ο ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΠΕΡΑΝΤΩΝΑΚΗΣ είναι διδάκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας και κριτικός βιβλίου.

**Από εδώ: https://www.bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/katsampanis-takis-exarcheia-walkabout?utm_source=Newsletter&utm_medium=email