Σημειώσεις σχετικά με την ιστορία της αναρχίας στη λογοτεχνία: ένα χρονολόγιο

Αυτή είναι μια χρονολογική λίστα των γεγονότων της αναρχικής ιστορίας από την οποία έχουν εμπνευστεί συγγραφείς. Είναι χρονολογική κατά περίπτωση, όχι με βάση τις ημερομηνίες συγγραφής ή δημοσίευσης. Είναι δομημένη θεματολογικά, δεν είναι μια λίστα λογοτεχνικών βιβλίων από αναρχικούς (ούτε αφορά βιβλία όπου γίνεται αναφορά σε κάποιο σημείο σε έναν παράξενο αναρχικό). Ούτε και είναι μια ολοκληρωμένη λίστα. Οι συγγραφείς κυρίως βρίσκουν ενδιαφέροντα τα δραματικά γεγονότα (βομβιστικές ενέργειες και επαναστάσεις) ή τις γνωστές ιστορικές φυσιογνωμίες και έτσι χάνουν τον καθημερινό αγώνα που αποτελεί τόσο μεγάλο μέρος της αναρχικής ιστορίας. Πολλές εκδηλώσεις, κινήματα, ακόμη και ολόκληρες ήπειροι λείπουν, κυρίως επειδή επικεντρώνεται στην λογοτεχνία που είναι γραμμένη ή μεταφρασμένη στα αγγλικά. Τα μεταφρασμένα έργα δίνονται με δύο ημερομηνίες: της πρώτης δημοσίευσης και της πρώτης αγγλόφωνης έκδοσης.

Άλλα έργα σκιαγραφούν την «ανακύκλωση» των στερεότυπων αναρχικών χαρακτήρων (π.χ. στο Soho Crackpots [1] και στο The Anarchist Beast [2] του Nhat Hong). Αν και οι ουτοπίες, οι φανταστικοί και εναλλακτικοί κόσμοι μας λένε πολλά για τον κόσμο για τον οποίο γράφηκαν, δεν θα καταγραφούν εδώ. Θα το αφήσω σε άλλους να υποστηρίξουν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των λογοτεχνικών έργων της αναρχικής επιστημονικής φαντασίας.

Παραθέτουμε μερικά από τα γεγονότα από την αναρχική ιστορία που έχουν «καταφύγει» σε λογοτεχνικά έργα.

B. Traven

Α. 1848. Το έτος των επαναστάσεων (Παρίσι, Δρέσδη, Βιέννη κ.α.).

Ο Μιχαήλ Μπακούνιν (1813-1876) αγωνίζεται στα οδοφράγματα στη Δρέσδη με τον Ρίχαρντ Βάγκνερ (1813-1883). Ο Μπακούνιν φαίνεται να είναι η έμπνευση για τον Ζίγκφρηντ (Siegfried) [3] στο έργο «Το Δαχτυλίδι» (The Ring)[4]. Αργότερα, θα γραφτεί ένα μυθιστόρημα με κεντρικό ήρωα τον ίδιον: Μπακούνιν: μια εφεύρεση (Bacunin, an invention)[5] (1970, 1977) από τον Horst Bienek (1930-1990) [6].

Β. 1871. Η Κομμούνα του Παρισιού, ένα δημιουργικό γεγονός για όλο το σοσιαλιστικό κίνημα, πυροδότησε μια πλειάδα ρεπορτάζ και μυθιστορήματα, όπως τα παρακάτω:

«Η Πτώση» (La Debacle) (Τhe Downfall) που δημοσιεύθηκε το 1892 από τον Εμίλ Ζολά [7] (Emile Zola) (1840-1902), το οποίο καλύπτει τόσο τον γαλλο-πρωσικό πόλεμο όσο και την Κομμούνα που ακολούθησε. Ο Zola έγραψε επίσης το «Ζερμινάλ» (Germinal) (1885), ένα μυθιστόρημα για την εξέγερση στα γαλλικά ανθρακωρυχεία. Ο Zola δεν ήταν σοσιαλιστής, ούτε ριζοσπάστης και το έργο του Rougon – Macquart [8] βασίστηκε στην κοινωνική ιδέα του δαρβινισμού[9] περί της πολιτιστικής κληρονομιάς «μολυσμένου αίματος». Ο Σουβαρίν, ο αναρχικός ήρωας στο έργο Ζερμινάλ, είναι ο συνήθης γκρινιάρης τύπος που φορά τον κλασσικό σκούρο μανδύα, με τη διαφορά ότι ανατινάζει το ορυχείο, και όχι τους ιδιοκτήτες των ορυχείων, όπως π.χ. δοκίμασε να κάνει ο Ραβασόλ (Ravachol) [10]. Τίποτα από αυτά δεν σταμάτησε μια γενιά αναρχικών να ανταποκρίνεται στο θέμα της αρχέγονης εξέγερσης και να ονομάζει τα παιδιά τους Ζερμινάλ.

Γ. 1880. Γέννηση και την εξάπλωση του ευρωπαϊκού αναρχικού κινήματος

«Η πριγκίπισσα Καζαμάσσιμα» (1886) του Χένρυ Τζέιμς [11] (Henry James) (1843-1916): ο Πέτρος Κροπότκιν (αυτός είναι η πριγκίπισσα) και ο Γιόχαν Μοστ [12] (Johann Most) παρουσιασμένος με μυθιστορηματική πινελιά, και οι αναρχικές ιδέες φοβερά διαστρεβλωμένες. Όπως λέει ένας κριτικός στην επιθεώρηση Αναρχικού Τύπου Cienfuegos: «Το να περιγράψω και να σχολιάσω την πραγματική πλοκή του μυθιστορήματος θα ήταν σαν να του προσδίδω αδικαιολόγητα αξία».

Ο Richard Whiting στο έργο του «John Street αριθμός 5» [13], έχει ως ήρωα τον Dan Chatterton, (ως παλαιό «48») έναν αναρχικό και εκδότη του αθεϊστικού, κομμουνιστικού καυστικού εντύπου Chatterton’s Atheistic, Communistic, Scorcher.

Δ. 1886 Η βόμβα στο Haymarket και οι μάρτυρες του Σικάγο.

Η δίκη και η δικαστική δολοφονία των κατηγορούμενων για την βόμβα στο Haymarket για το «έγκλημα» ότι είναι αναρχικοί ήταν το αντικείμενο πολλών έργων μέσα στο κίνημα (Primo Maggio του Pietro Gori [14],1895).

Το The Bomb (Η βόμβα) [15] (1908) του Frank Harris (1856-1931): Ένα μυθιστόρημα σχετικά με την υπόθεση του Χέυμαρκετ (Haymarket), στην οποία ο Ρούντολφ Σνάουμπελτ Rudolph Schnaubelt (ένας από τους ιστορικά ύποπτους για τη ρίψη της βόμβας, αλλά πιθανώς όχι αυτός που το έκανε) τα ομολογεί όλα… Ο Harris συνδυάζει την αναρχική ιδεολογία του Λούις Λινγκ Louis Lingg (ενός από τους κατηγορούμενους), με τη δική του άποψη, αλλά η αφήγηση κυλάει αρκετά καλά.

Ε. 1890.

Το A Girl Among the Anarchists (Ένα κορίτσι ανάμεσα στους αναρχικούς) της Isobel Meredith (στην πραγματικότητα από τις Olivia & Helen Rossetti [16]), που δημοσιεύτηκε το 1903 –ανατύπωση 1993– δεν είναι ένα μυθιστόρημα αλλά τα απομνημονεύματα του χρόνου παραμονής τους στο κίνημα όταν εξέδιδαν την αναρχική εφημερίδα Τhe Torch (Η Δάδα).

Το 1890 ήταν επίσης η δεκαετία της «προπαγάνδας μέσω της Δράσης»: Ο Ραβασόλ (Ravachol) (Francois-Claudius Koenigstein, 1859-1892), έδωσε το όνομά του σε ένα τραγούδι music hall. O Marius Jacob [17] (Μάριους Τζάκομπ) (Jacob «ο διαρρήκτης») (1864-1941) ήταν η έμπνευση για τον χαρακτήρα Αρσέν Λουπέν [18] του Maurice Leblanc (Μωρίς Λεμπλάν) (μυθιστορήματα από το 1907 ως το 1939).

ΣΤ. 1894 (15 Φεβρουαρίου). Η έκρηξη στο Greenwich.

Το έργο Secret Agent (Ο Μυστικός Πράκτωρ) (που δημοσιεύθηκε το 1907) του Τζόζεφ Κόνραντ [19] (1857-1924): Ειρωνικό μυθιστόρημα όπου ο συγγραφέας εκτονώνει το θυμό του πάνω στους επαναστάτες, ανακυκλώνοντας και ξαναζωντανεύοντας στερεότυπα που χρησιμοποιούνται ακόμη ως σήμερα.

Ζ. 1900. Η άνοδος του αναρχοσυνδικαλισμού.

Το How Shall We Bring About The Revolution? (Πώς θα πραγματοποιήσουμε την επανάσταση;) (1913) από τους Emile Pataud και Emile Pouget [20] (1860-1931): λογοτεχνία για τον συνδικαλισμό. Ο Pouget είχε προηγουμένως επεξεργαστεί το έντυπο Le Pere Peinard (Cool Daddy) 1889-1902, το Class War της εποχής του.

Η. 1901. O Czolgosz [21] δολοφονεί τον McKinley.

Το γεγονός αποτελεί μέρος του μιούζικαλ Assassins του Stephen Sondheim. [22]

Θ. 1910-1920. Η μεξικανική επανάσταση.

To The Jungle Novels (Ιστορίες της Ζούγκλας), γραμμένο στα γερμανικά το 1930 από το Β.Traven [23](24) (;1882-1969) που περιλαμβάνει τα Government (1931), The Carreta (1931), March to the Monteria ή The March to Caobaland (1933), The Troza (1936), The Rebellion of the Hanged (1936) και The General From The Jungle (1940).

«Δεν υπάρχει παράδειγμα όπου τα ανθρώπινα όντα ήταν τόσο καταπιεσμένα, φιμωμένα και κακοποιημένα για τόσο πολύ καιρό που τελικά να έχασαν κάθε σκέψη αντίστασης και εξέγερσης. Όσο πιο άμυαλος είναι κάποιος που κυβερνά ένα λαό, τόσο περισσότερο προσπαθεί να κάνει κάθε αντίσταση αδύνατη χρησιμοποιώντας μέτρα ωμής βίας. Ακόμη και στην πιο αυθαίρετη δικτατορία μπορεί να φανταστεί κάποιος, το ένα πέμπτο του πληθυσμού παραμένει ανέγγιχτο. Και αυτό ακριβώς δεν είναι ποτέ το χειρότερο μέρος του πληθυσμού. Αυτό το ένα πέμπτο του πληθυσμού, το οποίο ο ίδιος, ο δικτάτορας, δεν μπόρεσε ποτέ να αγγίξει, θα προκαλεί την πτώση του». Β. Traven, απόσπασμα από το «March to the Monteria» ή «The March to Caobaland» (1933).

Το χρονικό της καταπίεσης και της εξέγερσης (με πιο πολλές αναφορές στην εξέγερση, στη συνέχεια του έργου) δείχνει την πορεία της μεξικανικής επανάστασης. Η ανάμιξη των δύο ρευμάτων: η λαϊκή εξέγερση και η συνειδητή αναρχία (κάτι σαν την ίδια την επανάσταση).

Η ζωή του Traven είναι ένα μεγάλο μυθιστόρημα από μόνη της (πίστευε πως ένας συγγραφέας δεν πρέπει να έχει βιογραφία, αλλά μόνο τα έργα του), εν μέρει λόγω του γεγονότος ότι ως Γερμανός αναρχικός που συμμετείχε στο Συμβούλιο (Σοβιέτ) του Μονάχου το 1919, ήθελε να θολώσει τα νερά σχετικά με το παρελθόν του. Τα άλλα έργα του, συμπεριλαμβανομένων των The Death Ship (1926, 1934), Der Wobby (1926)/ The Cottonpickers (1956) και Treasure of the Sierre Madre (1927, 1934), επίσης είναι γεμάτα ελευθεριακό πνεύμα.

Σημειώσεις:

[1] Τίτλος «Soho Crackpots»: Anarchists in the Media in the 1890s. Συγγραφέας Christine Donovan. Εκδόθηκε το 1988. Μέγεθος 24 σελίδες.

[2] Τίτλος The Anarchist Beast: The Anti-anarchist Crusade in Periodical Literature (1844-1906). Συγγραφείς Nhat Hong, Soil of liberty. Εκδόθηκε το 1975. Μέγεθος 68 σελίδες.

[3] Η όπερα Ζίγκφριντ (γερμ. Siegfried) είναι το τρίτο μέρος της τετραλογίας του Ρίχαρντ Βάγκνερ, Το Δαχτυλίδι των Νιμπελούνγκεν. Παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις 16 Αυγούστου του 1876, στην όπερα του Μπαϊρόιτ.

[4] Το Δαχτυλίδι των Νιμπελούνγκεν ή ορθότερα Το Δαχτυλίδι του Νίμπελουνγκ (γερμ. Der Ring des Nibelungen) είναι ο τίτλος μίας επικής τετραλογίας έργων όπερας του Ρίχαρντ Βάγκνερ. Το σύνολο των έργων θεωρείται μία από τις σημαντικότερες δημιουργίες στην ιστορία της μουσικής. Εκτός από τις μουσικές καινοτομίες που εισήγαγε στο είδος της όπερας, το έργο διαθέτει μία πλούσια πλοκή, βασισμένη σε μύθους και παραδοσιακές εξιστορήσεις. Η παρουσίαση ολόκληρης της τετραλογίας πραγματοποιείται κατά τη διάρκεια τεσσάρων διαδοχικών παραστάσεων, καταλαμβάνοντας συνολικά διάστημα περίπου 15 ωρών. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τις ιδιαίτερες τεχνικές ικανότητες που απαιτεί, καθιστά τον πλήρη κύκλο ως ένα από τα πλέον απαιτητικά αλλά και ενδιαφέροντα έργα του είδους. Το πρώτο μέρος είναι χρονικά το συντομότερο, με διάρκεια συνήθως μεταξύ δύο ή τριών ωρών, ενώ η τελευταία κατά σειρά όπερα, Το Λυκόφως των Θεών, διαρκεί μέχρι και πέντε ώρες.

Αποτελείται από τις επί μέρους τέσσερις όπερες: Ο Χρυσός του Ρήνου, Βαλκυρία, Ζίγκφριντ, Το Λυκόφως των Θεών.

[5] Τίτλος Bakunin, an Invention. Συγγραφέας Horst Bienek. Εκδότης Victor Gollancz, 1977. ISBN 0575022361, 9780575022362. Μέγεθος 119 σελίδες.

[6] O Horst Bienek (7 Μαΐου 1930, Γκλάιβιτς–7 Δεκέμβρη 1990, Μόναχο) ήταν Γερμανός συγγραφέας. Γεννήθηκε στo Gleiwitz, της τότε Γερμανίας (σήμερα Gliwice, της Πολωνίας), ο Bienek αναγκάστηκε να την εγκαταλείψει το 1945, όταν οι Γερμανοί εκδιώχθηκαν από τη Σιλεσία. Εγκαταστάθηκε στο ανατολικό τμήμα της Γερμανίας. Για λίγο ήταν μαθητής του Μπέρτολτ Μπρεχτ. Το 1951, συνελήφθη από την NKVD και καταδικάστηκε σε 25 χρόνια καταναγκαστικά έργα στην Vorkuta, ένα γκουλάγκ. Όταν αποφυλακίστηκε, ως αποτέλεσμα μιας αμνηστίας, το 1955, εγκαταστάθηκε στη Δυτική Γερμανία.

Ο Bienek κέρδισε πολλά βραβεία, συμπεριλαμβανομένου του βραβείου Nelly Sachs το 1981. Το γνωστότερο έργο του είναι η σειρά τεσσάρων τόμων που ασχολείται με τα γεγονότα που προηγήθηκαν του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και τον ίδιο τον πόλεμο, με τίτλο Gleiwitz, Eine oberschlesische Chronik in vier Romanen. Τρία από τα έργα του έχουν γυριστεί σε φιλμ: Die Zelle (1970), Die erste Polka (1979), Schloss Konigswald (1987).

[7] Ο Εμίλ Ζολά (γαλλ. Emile Zola, Παρίσι, 1840-Παρίσι, 1902) ήταν Γάλλος λογοτέχνης, το έργο του οποίου ξεχώρισε όχι μόνο αναδεικνύοντας το ρεύμα του νατουραλισμού, αλλά πρωτίστως επειδή άσκησε τεράστια κοινωνική επιρροή με το έργο και τις παρεμβάσεις του. Η μητέρα του ήθελε να τον δει νομικό, ωστόσο εκείνος απέτυχε να περάσει τις απαιτούμενες εξετάσεις. Έτσι, πρώτα εργάστηκε ως γραμματέας, μετά στο τμήμα πωλήσεων ενός εκδοτικού οίκου. Κατόπιν άρχισε να αρθρογραφεί σε εφημερίδες σχετικά με τη λογοτεχνία, την τέχνη και την πολιτική. Χαρακτηριστικές υπήρξαν οι θέσεις του κατά του Ναπολέοντα και του ιερατείου.

Μετά το πρώτο σημαντικό μυθιστόρημά του Τερέζ Ρακέν (1867), ξεκίνησε μια σειρά έργων με τον τίτλο «Λε Ρουγκόν Μακάρ» (Les Rougon-Macquart. Histoire naturelle et sociale d’une famille sous le Second Empire [Ρουγκόν-Μακάρ. Φυσική και κοινωνική ιστορία μιας οικογένειας υπό την Β΄ Αυτοκρατορία]), όπου περιλαμβάνονται περισσότερα από τα μισά μυθιστορήματά του, θέλοντας να αναλύσει με διεισδυτική κριτική ματιά τις πτυχές της τότε γαλλικής κοινωνίας. Σε αυτή τη σειρά συγκαταλέγεται Η ταβέρνα (1877), ένα αριστούργημα το οποίο εμβαθύνει στο φαινόμενο του αλκοολισμού και της φτώχειας στην εργατική τάξη. Επίσης, η Νανά (1880), που, με τη συμβολική μορφή μιας πόρνης η οποία διαφθείρει την παριζιάνικη ελίτ, δηλώνεται η κατάπτωση της Δεύτερης Γαλλικής Αυτοκρατορίας. Επιπλέον, με το Ζερμινάλ (1885) –το καλύτερο ίσως έργο του– έστρεψε τον προβολέα στις απάνθρωπες συνθήκες εργασίας των ανθρακωρύχων.

Στη συνέχεια, από τη βαθυστόχαστη καταγραφή των κοινωνικών προβλημάτων στράφηκε στη σοσιαλιστική ουτοπία με δύο τριλογίες του, Οι τρεις πόλεις και Τα τέσσερα Ευαγγέλια, με τη δεύτερη να μένει ανολοκλήρωτη. Στα τελευταία του χρόνια έμελλε να συνταράξει συθέμελα τη γαλλική κοινωνία με την ανοιχτή επιστολή του προς τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας, η οποία δημοσιεύτηκε στο εξώφυλλο της εφημερίδας L’Aurore υπό τον τίτλο «Κατηγορώ!» (1898). Ξεσκέπαζε μια μηχανορραφία που κόστισε την ελευθερία στον στρατιωτικό Άλφρεντ Ντρέιφους εξαιτίας του αντισημιτισμού του Υπουργείου Αμύνης. Την αποκάλυψη ακολούθησαν δραματικά γεγονότα που κατέληξαν όχι απλώς στη δικαίωση του αθώου αλλά και στη μεταρρύθμιση του συστήματος, συμπεριλαμβανομένου του χωρισμού εκκλησίας και κράτους. Πριν όμως δει αυτή την τελευταία εξέλιξη, βρέθηκε νεκρός υπό συνθήκες που θεωρούνται ύποπτες.

[8] Σειρά έργων του Ζολά, με τον τίτλο «Οι Ρουγκόν Μακάρ» (Les Rougon-Macquart. Histoire naturelle et sociale d’une famille sous le Second Empire [Οι Ρουγκόν-Μακάρ. Φυσική και κοινωνική ιστορία μιας οικογένειας υπό την Β΄ Αυτοκρατορία]).

[9] Ο Κοινωνικός Δαρβινισμός αναφέρεται στην τάση να θεωρούνται οι επιστημονικές θεωρίες του Καρόλου Δαρβίνου περί φυσικής επιλογής και επιβίωσης του καταλληλότερου εφαρμόσιμες στις ανθρώπινες κοινωνίες. Επηρεασμένοι από τα γραπτά του Δαρβίνου για τους μηχανισμούς και τις δυνάμεις που ωθούν την εξέλιξη και τη συνέχεια στη φύση και συγκεκριμένα στα έμβια όντα, οι θεωρητικοί του Κοινωνικού Δαρβινισμού πιστεύουν ότι με παρόμοιο τρόπο συγκροτείται και εξελίσσεται η κοινωνική ζωή. Ο όρος Κοινωνικός Δαρβινισμός εισήχθη στο κοινωνικό και πολιτικό ευρωπαϊκό προσκήνιο το 1877 όπως προέκυψε από ιδέες του Τόμας Μάλθους, του Χέρμπερτ Σπένσερ και του Φράνσις Γκάλτον. Αν και δεν είναι όλοι μεταγενέστεροι του Δαρβίνου, πολλές από τις απόψεις τους παραπέμπουν προφανώς σε μια κοινωνική διάσταση και εφαρμογή δαρβινιστικών θεωριών περί της εξέλιξης. Στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής η θεωρία διαδόθηκε το 1944 από τον ιστορικό Richard Hofstadter.

[10] Ο Francois Claudius Koenigstein, γνωστός με το ψευδώνυμο Ραβασόλ (1859-1892), ήταν γάλλος αναρχικός βομβιστής. Γεννήθηκε στις 14 Οκτωβρίου του 1859 στην πόλη Σεντ-Σαρμόν της Λουάρ και πέθανε στη γκιλοτίνα στις 11 Ιουλίου του 1892 στη Μοντμπρισόν.

[11] Ο Χένρι Τζέιμς (Henry James, 15 Απριλίου 1843–28 Φεβρουαρίου 1916) ήταν ένας από τους σημαντικότερους Αμερικανούς συγγραφείς του 19ου αιώνα, από τους κύριους εκπροσώπους του ρεαλισμού στη λογοτεχνία, και Μέλος του Τάγματος της Αξίας. Πειραματίστηκε με το αφηγηματικό ύφος του μυθιστορήματος και διείσδυσε σε θέματα που έχουν να κάνουν με τη συνείδηση και την αντίληψη του ατόμου. Οι χαρακτήρες των μυθιστορημάτων του εξωτερικεύονται και παραθέτουν τη δική τους εκδοχή για τη σειρά των πραγμάτων. Ήταν, επίσης, ένας από τους θεμελιωτές της κριτικής των λογοτεχνικών έργων και παρότρυνε τους υπόλοιπους συγγραφείς, να παρουσιάζουν την άποψή τους για τον κόσμο μέσα από τα έργα τους. Έζησε σαράντα χρόνια στην Αγγλία και τα μυθιστορήματά του αναφέρονται συχνά σε Αμερικανούς και στις σχέσεις τους με την Ευρώπη και τους Ευρωπαίους. Βιογράφοι και κριτικοί έχουν εντοπίσει ότι σημαντικές επιρροές για το έργο του αποτέλεσαν οι Ονορέ ντε Μπαλζάκ, Ερρίκος Ίψεν, Ναθάνιελ Χόθορν και Ιβάν Τουργκένιεφ.

[12] Ο Johann Joseph Most (γεννήθηκε στις 5 Φεβρουαρίου 1846, στη Βαυαρία-πέθανε στις 17 Μαρτίου 1906 στο Σινσινάτι του Οχάιο) ήταν γερμανοαμερικανός πολιτικός, εκδότης εφημερίδας και ρήτορας. Μεταξύ άλλων έγραψε περίληψη του «Κεφαλαίου» του Μαρξ.

[13] Τίτλος No. Five John Street. Συγγραφέας Richard Whiteing. Έκδοση 40. Εκδότης Century Company, 1899. Πρωτότυπο από Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ. Ψηφιοποιήθηκε στις 16 Νοεμβρίου του 2007. Μέγεθος 315 σελίδες.

[14] Pietro Gori (14 August 1865 – 8 January 1911) Ιταλός δικηγόρος, δημοσιογράφος, διανοούμενος, αναρχικός ποιητής γνωστός για τη δράση του και τα ποιήματα του μεταξύ των οποίων τα Addio a Lugano («Farewell to Lugano»), Stornelli d’esilio («Exile Songs»), Ballata per Sante Caserio («Ballad for Sante Geronimo Caserio»), Inno del Primo Maggio («May, 1 Anthem»).

[15] Τίτλος The Bomb: A Novel, Chicago in fiction. Συγγραφέας Frank Harris. Εκδότης University of Chicago Press, 1963. Μέγεθος 332 σελίδες.

[16] Η Olivia Rossetti Agresti (30 Σεπτεμβρίου 1875-6 Νοεμβρίου 1960) ήταν βρετανίδα αγωνίστρια, συγγραφέας και εκδότης. Αρχικά συνδέθηκε με την αναρχική θεωρία, αργότερα όμως προσεταιρίστηκε τις ιδέες του Σωματειακού Κράτους, κατά μετάφραση του διεθνή όρου κορπορατισμού ή κορπορατιβισμού. Ο Ezra Pound (Έζρα Ουέστον Λούμις Πάουντ, 1885-1972) ήταν Αμερικανός ποιητής και δοκιμιογράφος που μαζί με τον Τ.Σ. Έλιοτ θεωρείται απ’ τους πιο σημαντικούς ποιητές του αγγλοαμερικανικού μοντερνισμού), με τον οποίον διατηρούσε στενή φιλία, την αναφέρει δύο φορές στα Cantos. Η Helen Rossetti ήταν η αδερφή της.

[17] Ο Alexandre Jacob ( 29 Σεπτεμβρίου 1879-28 Αυγούστου 1954), γνωστός με το όνομα Marius Jacob, ήταν γάλλος αναρχικός, με ανεπτυγμένη αίσθηση του χιούμορ και την γενναιόδωρη συμπεριφορά απέναντι στα θύματα που έκλεβε.

[18] Έργα με ήρωα τον Αρσέν Λουπέν: Αρσέν Λουπέν, ο αριστοκράτης λωποδύτης [1907] (Arsene Lupin, gentleman cambrioleur), Αρσέν Λουπέν εναντίον Χέρλοκ Σόλμς (Arsene Lupin contre Herlock Sholmes) [1908], Η κούφια βελόνα [1909], Τα τρία εγκλήματα του Αρσέν Λουπέν [1910], Το κρυστάλλινο πώμα [1912], 813 [1913], Οι εκμυστηρεύσεις του Αρσέν Λουπέν [1914], Το νησί με τα τριάντα φέρετρα [1914], Το πετράδι μέσα στο κέλυφος [1921], Τα οχτώ χτυπήματα του ρολογιού [1921], Τα δόντια της Τίγρης [1921], Η κόμισσα Καλιόστρο [1924], Η δεσποινίς με τα πράσινα μάτια [1927], Μπάρνετ Κόμπανι [1928], Η μυστηριώδης κατοικία [1929], Η γυναίκα με το διπλό χαμόγελο [1930], Το μυστήριο του πράσινου ρουμπινιού [1931], Ένα βράδυ στο Παρίσι [1933], Η Καλιόστρο εκδικείται [1935], Τα δισεκατομμύρια του Αρσέν Λουπέν [1939].

[19] Ο Τζόζεφ Κόνραντ (Joseph Conrad, 3 Δεκεμβρίου 1857-3 Αυγούστου 1924) ήταν Πολωνός συγγραφέας που έγραψε στην αγγλική γλώσσα και θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους αγγλόφωνους μυθιστοριογράφους.

Έζησε δεκαέξι χρόνια στη θάλασσα πριν εγκατασταθεί οριστικά στην Αγγλία. Μερικά από τα έργα του έχουν ονομαστεί «ρομαντικά», αλλά ο «ρομαντισμός» του εμποτίζεται με άγρια ειρωνεία και μια λεπτή αίσθηση της ανθρώπινης ικανότητας για την αυτοεξαπάτηση. Πολλοί κριτικοί τον θεωρούν ως πρόδρομο του μοντερνισμού. Το αφηγηματικό ύφος και οι υπαρξιακοί, αντι-ηρωικοί χαρακτήρες του, έχουν επηρεάσει πολλούς συγγραφείς, συμπεριλαμβανομένου του Έρνεστ Χέμινγουεϊ, Ντέιβιντ Χέρμπερτ Λόρενς, Γκράχαμ Γκριν, Τζόζεφ Χέλλερ και Γέρζι Κοζίνσκι, καθώς επίσης και ταινίες όπως την «Αποκάλυψη τώρα» (που βασίστηκε στη νουβέλα Η καρδιά του σκότους).

[20] Emile Pouget (12 Οκτωβρίου 1860–21 Ιουλίου 1931) γάλλος αναρχοκομμουνιστής, αναπληρωματικός γραμματέας της C.G.T. (Confederation Generale de Travail) από το 1901 ως το 1908.

Εmile Pataud (12 Φεβρουαρίου 1869-13 Ιανουαρίου 1935). Γάλλος αναρχοσυνδικαλιστής, ιδρύει με φίλους και διατελεί Γραμματέας του Γενικού Συνδικάτου Βιομηχανίας Ηλεκτρισμού (Syndicat general des industries Electriques) που γρήγορα στρέφεται στον αναρχο-συνδικαλισμό.

[21] Ο Leon Frank Czolgosz (5 Μαΐου 1873–29 Οκτωβρίου 1901) ή «Nieman» ήταν ο δολοφόνος του Αμερικανού Προέδρου Ουίλιαμ Μακ Κίνλευ. Επιρροές από Έμμα Γκόλντμαν και Αλεξάντερ Μπέρκμαν.

[22] Ο Stephen Joshua Sondheim (γεν. 22 Μαρτίου 1930) είναι αμερικανός συνθέτης και στιχουργός με μισό αιώνα συμβολής στη μουσική. Του έχουν απονεμηθεί ένα Όσκαρ, οκτώ Tony Awards, οχτώ Grammy Awards, ένα Βραβείο Πούλιτζερ και το Laurence Olivier Award.

[23] B. Traven ήταν το ψευδώνυμο μάλλον ενός Γερμανού συγγραφέα για τον οποίον τα πραγματικά του στοιχεία δεν είναι σαφή. Εικάζεται με κάποια σιγουριά ότι έζησε στο Μεξικό όπου διαδραματίζονται και τα περισσότερα λογοτεχνικά έργα του μεταξύ των οποίων το The Treasure of the Sierra Madre (1927), που γυρίστηκε σε ταινία και πήρε το Όσκαρ το 1948. Πιθανώς το πραγματικό του όνομα να ήταν Ret Marut, γερμανός ηθοποιός και αναρχικός, που έφυγε από την Ευρώπη το 1924 για να πάει στο Μεξικό ή Otto Feige και γεννήθηκε στο Schwiebus του Βραδενβούργου, σήμερα Swiebodzin της Πολωνίας. Ο B. Traven είναι συγγραφέας δώδεκα μυθιστορημάτων, ενός βιβλίου με ρεπορτάζ και πολλών μικρών ιστοριών όπου ασκεί κριτική στον καπιταλισμό.

[24] Έργα του Μ. Bookunin:

–Black flame: the revolutionary class politics of anarchism and syndicalism, του Michael Schmidt και του Lucien van der Walt [κριτική]. Το βιβλίο περιλαμβάνει πρόλογο από τον σκωτσέζο αναρχικό και πρώην πολιτικό κρατούμενο Stuart Christie. Είναι το πρώτο από δύο τόμους. Το Black Flame είναι ένα θεματικό έργο, με την ιστορία και τη θεωρία του παγκόσμιου αναρχισμού και του συνδικαλισμού. Η επικείμενη συνέχεια, το Global Fire, θα παρέχει μια συνολική αφήγηση της ιστορίας του κινήματος.

–A Blast from the past: the life and writings of Alexander Berkman.

Class War in Barcelona: «Anarchism and the City: Revolution and Counter-revolution in Barcelona, 1898-1937» by Chris Ealham [κριτική].

–Notes on the History of Anarchism in literature: a chronology (το παρόν χρονολόγιο).

–Rabble rousers and merry pranksters : a history of anarchism in Aotearoa/New Zealand from the mid-1950s to the early 1980s [κριτική].

–The Russian Revolution in Ukraine (March 1917-April 1918) and Under the Blows of the Counter-revolution (April-June 1918) by Nestor Makhno, [κριτική].

Ι. 1910-1912. Η συμμορία Μπονό (Bonnot).

Το «Men in Prison»[1] («Άνδρες στη φυλακή»), (γραμμένο το 1930, δεν είχε δημοσιευθεί μέχρι το 1967) από τον Victor Serge (1890-1947, γεννημένος Victor Lvovich Kibalchich): Μια φανταστική αφήγηση των χρόνων που βρισκόταν φυλακισμένος (1912-1917), μετά την καταδίκη του για συμμετοχή στη συμμορία Bonnot. Ο Serge είναι μια ενδιαφέρουσα φυσιογνωμία, και όχι μόνο επειδή είναι ένας πολύ καλός συγγραφέας. Μερικοί τον βλέπουν ως άνθρωπο που διατήρησε μια ελευθεριακή οπτική, ακόμη και μετά την αποχώρησή του από το αναρχικό κίνημα (ακόμη και την αντίθεσή του προς τον σταλινισμό, τουλάχιστον ότι δεν έπεσε στο λάθος να λατρέψει σαν ήρωα τον Τρότσκι). Άλλοι υποψιάζονται ότι το «Memoirs of a Revolutionary» (1951, 1963) προσπερνάει το βαθμό της συμμετοχής του στην μπολσεβίκικη αιματοχυσία των αντιφρονούντων πριν κι αυτός αρχίσει να αμφισβητεί την κυριαρχία του Κόμματος. Και μερικοί μπορεί να ανατυπώσουν μερικά από τα πιο αντι-αναρχικά δοκίμια του, 1919-1920 που αξίζουν κάθε αναφορά, προφανώς για να μας δείξουν τα λάθη των προσεγγίσεων μας (The Revolution in Danger Redwords, 1997).

Επίσης, ενδιαφέρον παρουσιάζουν από την άποψη της αναρχικής ιστορίας τα παρακάτω:

ΙΑ. 1910-1912. Το «Lost Men» (Les Hommes Perdus, γραμμένο το 1930): Μυθιστόρημα για τη συμμορία Bonnot και τον αναρχικό χώρο στο Παρίσι που κατασχέθηκε από τη ρωσική ασφάλεια, όταν εκδιώχθηκε το 1936. Για μεγάλο χρονικό διάστημα ήταν αδύνατο να φανταστεί κάποιος ότι αυτό το έργο θα μπορούσε ποτέ να δημοσιευθεί, θα ήμουν κάτι περισσότερο από ευτυχής να έβλεπα μια φωτοτυπία αν κάποιος μπορεί να τη βρει…

ΙΒ.1917. Το Birth of our Power[2], που δημοσιεύθηκε το 1931: Η εξέγερση της CNT στη Βαρκελώνη και πάλι μια μυθιστορηματική αφήγηση των γεγονότων που βίωσε.

Ξαναγυρνώντας στη συμμορία Bonnot, ο Pino Cacucci έχει γράψει ένα διήγημα με τίτλο Without a Glimmer of Remorse[3] (που εκδόθηκε από τον οίκο Christiebooks).

Το The Siege of Sydney Street [4] (γίνεται ακόμη πιο δελεαστικό και μυστηριώδες χάρη στον σκιώδη «Πέτρο τον ζωγράφο»).
Το A Death Out Of Season από τον Emmanuel Litvinoff [5] (1915 – 2011), που δημοσιεύθηκε το 1973: ο φανταστικός απολογισμός της πολιορκίας, μέρος μιας τριλογίας.

ΙΓ. 1914-1918. Το «War to End Wars».

The Good Soldier Svejk and his Fortunes in the World War (aka Schweik) by Jaroslav Hasek (Ο καλός στρατιώτης Σβέικ), του Γιαροσλάβ Χάσεκ[6] (1883-1923), που γράφτηκε μεταξύ 1921 και 1923. Συντομευμένη αγγλική έκδοση (1939), πλήρης έκδοση (1973): ο Χάσεκ (αναρχικός) δείχνει ότι αν δεν μπορείτε με μια γενική απεργία να σταματήσετε τον πόλεμο, μπορείτε τουλάχιστον να κάνετε τους αξιωματικούς να μετανιώσουν για το γεγονός ότι σας πήραν μαζί τους.

ΙΔ. 1917-1922. Η Ρωσική Επανάσταση.

Οι αναρχικοί είχαν εμπλακεί τόσο τον Φεβρουάριο όσο και τον Οκτώβριο, αλλά εκτοπίστηκαν, φυλακίστηκαν και εκτελέστηκαν από τους Μπολσεβίκους (όπως και πολλοί άλλοι εργαζόμενοι που απείλησαν την εξουσία της πρωτοπορίας των «εργαζομένων»!). Αλλά στην Ουκρανία, ο αναρχικός επαναστατικός στρατός του Nestor Makhno [7] (1888-1934) «κράτησε» περισσότερο.

Το Discourse on the Tachanka και το Old man Makhno από τον Isaac Babel[8] (Ισαάκ Μπάμπελ) (1894-1941): Fighting in and writing about the Red Cavalry («Πολεμώντας και γράφοντας για το Κόκκινο Ιππικό») (τίτλος μιας από τις συλλογές διηγημάτων του, 1926, 1929), δεν θα μπορούσε να αποφύγει να γράψει για τη Makhnovschina –Μαχνοβτσίνα– τους αναρχικούς αντάρτες της Ουκρανίας. Ωστόσο, ως πιστό (και λογικό, με αίσθημα αυτοσυντήρησης) μέλος του κόμματος, θα έπρεπε να τους ειρωνευτεί, έτσι οι ιστορίες του είναι πιο χρήσιμες ως παραδείγματα παραμυθιών για τους αναρχικούς, παρά ως αφηγήσεις των γεγονότων της εποχής. Ο Μάχνο εμφανίζεται, ακόμη, στο (επίσης φανταστικό, αλλά λιγότερο συκοφαντικό) ποίημα του John Manifold[9] (1915-1985) «Makhno’s Philosophers».

ΙΕ. 1920-1927.

Κατασκευή ενόχων και εκτέλεση των Sacco και Vanzetti. Όπως και τα γεγονότα στο Haymarket το 1886 παρήγαγαν επίσης πολλά έργα όπως: το «Boston» (Βοστώνη) (γράφτηκε και δημοσιεύτηκε το 1928) από τον Upton Sinclair[10] (1878-1968): η άμεσα δημοσιευμένη απάντηση του Sinclair στην υπόθεση των Sacco – Vanzetti.

ΙΣΤ. 1920. Κινεζική Αναρχία

Ο Pa Chin[11] (ή Ba Jin: γεννημένος ως Li Feigan/Kei-kan,1904 -2005), ήταν ένας από τους αγαπημένους συγγραφείς της Κίνας. Πήρε το όνομά του από την πρώτη συλλαβή του Μπακούνιν και τη τελευταία του Κροπότκιν. Άρχισε να γράφει το 1920 με το έργο Mieh – Wang (Η Καταστροφή). έγραψε μη μυθοπλαστικά έργα, όπως το The Chicago Tragedy (Η τραγωδία του Σικάγο) (1926) και Past Anarchists (Αναρχικοί του Παρελθόντος) (1931). Έργα μυθοπλασίας στα αγγλικά που περιλαμβάνουν τα Family (Οικογένεια) (1931, 1958) and Cold Nights (Κρύες Νύχτες). Μετά από την κομμουνιστική νίκη αναγκάστηκε να ξαναγράψει αναρχικούς χαρακτήρες σε αυτά ως «κομμουνιστικούς», αλλά παρέμεινε πιστός στις αναρχικές πεποιθήσεις του, ακόμη και εν μέσω της «πολιτιστικής επανάστασης».

ΙΖ. 1927.

Το Fog on the Tolbiac Bridge του Leo Malet[12] (1909– 1996) που δημοσιεύθηκε το 1956: ο ήρωάς του, Nestor Burma, ο αγαπημένος όλων, πρώην αναρχικός, ιδιωτικός ντετέκτιβ, ασχολείται με μια υπόθεση που αφορά παλιούς συντρόφους.

Τα χρόνια του αναβρασμού της δεκαετίας του 1930 του ισπανικού αναρχισμού, όπου με συνεχείς εξεγέρσεις οδήγησαν στην ισπανική επανάσταση του 1936-’37.

Το Seven Red Sundays (Επτά κόκκινες Κυριακές) (1932, 1936) από τον Ramon J. Sender[13], (1901-1982). Μια ιστορία της εξέγερσης, που δημοσιεύθηκε στην αγγλική γλώσσα λίγο πριν οι Ισπανοί εργάτες αδράξουν την μεγάλη ευκαιρία τους τον Ιούλιο του 1936.

Το Lean Men (1934) από τον Ralph Bates[14] (1899 – 2000). Ζητωκραυγές για τους χαρούμενους Βρετανούς της Comintern που μπορούν να απομακρύνουν τους ισπανούς εργάτες από ανόητες ιδέες όπως ο αναρχισμός και όταν σκοτώνουν κάποιον, να βρίσκονται σε «αυτοάμυνα».

Ο Αμερικανός ποιητής Phillip Levine [15] (1928–2015) έχει γράψει ποιήματα για τον Francisco Ferrer, τον Francisco Ascaso και τον Buenaventura Durruti. Οι συλλογές του περιλαμβάνουν τα Not This Pig (1968), Red Dust (1971), They Feed The Lion (1972), 1933 (1974), On The Edge and Over (1963/76), The Names of the Lost (1976), 7 Years From Somewhere Ashes (1979), One For The Rose (1981), Off The Map (1984), Sweet Will (1985), The Simple Truth (1994), The Mercy (1999).

ΙΗ. 1936. Η Ισπανική Επανάσταση.

Ο Hugo Dewar[16] έχει ένα εξαιρετικό ποίημα, με τίτλο Barcelona 1936 (Βαρκελώνη 1936) για το θέμα αυτό:

They too were storming heaven Do you think they fought in vain? (Και αυτοί επίσης έκαναν έφοδο στον ουρανό Πιστεύετε αλήθεια ότι αγωνίστηκαν μάταια;)

Το Red Rose και το The Lover Under Another Name από την Ethel Mannin [17] (1900-1984): η Έμμα Γκόλντμαν (1869-1940, το πιο ακαταμάχητο θέμα για τους μυθιστοριογράφους, τους θεατρικούς συγγραφείς κ.λπ. σε ό,τι αφορά τους αναρχικούς), γίνεται μυθιστόρημα από τον συγγραφέα ο οποίος εργάστηκε μαζί της στην οργάνωση της βοήθειας προς τους ισπανούς αναρχικούς κατά τη διάρκεια της Ισπανικής επανάστασης και του εμφυλίου πολέμου.

Το The Man Who Killed Durruti, από τον Pedro de Paz[18] (2003, 2005): ιστορικό αστυνομικό μυθιστόρημα που εξετάζει τον θάνατο του πιο γνωστού ισπανού αναρχικού στη Μαδρίτη, τον Νοέμβριο του 1936.

ΙΘ. 1960.

Τέλος εποχής στην ισπανική αναρχική αντίσταση ενάντια στον Φράνκο, με τον θάνατο του Francisco Sabate «El Quico» (1915-1960), σχεδόν το τελευταίο μέλος του δεύτερου κύματος της αντίστασης.

Το Killing a Mouse on Sunday[19] (Σκοτώνοντας ένα ποντίκι την Κυριακή) από τον Emric Pressburger [20] (1902-1988), που δημοσιεύθηκε το 1961. Γυρίστηκε σε ταινία με τον τίτλο Behold a Pale Horse (Ιδού ένα χλωμό άλογο). Πρόκειται για ένα χαλαρό μυθιστόρημα που βασίζεται στη ζωή και το θάνατο του Sabate, του θρυλικού αναρχικού αντάρτη. Για κάποιο λόγο, περιλαμβάνει και έναν συμπαθητικό ιερέα. Η ανάγνωσή του είναι ευκολότερη από το Chaos and Night[21] (Το Χάος και η νύχτα) (1964) το ζοφερό έργο του Henry de Montherlant (1896–1972) για το ίδιο θέμα (το τελευταίο ταξίδι ενός αντάρτη).

Κ. 1969.

Ο Μιλανέζος αναρχικός Guiseppe Pinelli δολοφονείται από την ιταλική αστυνομία, η οποία προσπαθεί να φορτώσει τις βομβιστικές επιθέσεις των νέο-φασιστών και των μυστικών υπηρεσιών στους αναρχικούς, ως μέρος της «στρατηγικής της έντασης».

Το έργο Accidental Death of An Anarchist («Ο τυχαίος θάνατος ενός αναρχικού») του Ντάριο Φο[22](1926-2016) που δημοσιεύθηκε το 1970: Μεταφράστηκε στα αγγλικά το 1980, και ενημερώνεται συνεχώς για να κρατήσει τις σύγχρονες αναφορές αιχμηρές, είναι πλέον μια κλασική φαρσοκωμωδία. Η «εκδοχή της αστυνομίας» για τη δολοφονία που ήταν γελοία και καθόλου αστεία έχει γίνει η πρόσδεση για το χιούμορ που, στην καλύτερη περίπτωση, λέει να μην εμπιστεύεσαι αυτούς που βρίσκονται στην εξουσία, και στη χειρότερη το πόσο γενναίοι είναι όσοι ακούν κάποιον να το λέει αυτό.
ΚΑ. 1980.

Το Hard Walls of Ego[23] από τον Don Bannister (d.1986), που δημοσιεύθηκε το 1987: Μελαγχολικό μυθιστόρημα σχετικά με την αναρχική δράση και τις διαπροσωπικές σχέσεις, όπου ο Joe Telford, ένας βετεράνος αναρχοσυνδικαλιστής επιστρέφει στην ενεργό δράση και εμπλέκεται συναισθηματικά στα πράγματα.

Κορυφαία ατάκα (για την φυλακή): «This is a right unhealthy place, this.» («Είναι ένα εντελώς ανθυγιεινό μέρος, αυτό»).

ΚΒ. 1990 – σήμερα

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι συγγραφείς (ποιητές και πεζογράφοι), θα συνεχίσουν να βρίσκουν έμπνευση στα δραματικά γεγονότα της εξέγερσης ή στους μικρούς αγώνες της καθημερινής ζωής. Μερικές φορές το αποτέλεσμα είναι ένα μυθιστόρημα απλώς για ανάγνωση, μερικές φορές όμως μπορεί μέσω της ανάγνωσής του να γίνει κατανόηση των ιδεών και των ενεργειών των αναρχικών. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μια ευρύτερη έρευνα (ή δύο μήνες με μια γραφομηχανή) θα μπορούσε να διευρύνει τον κατάλογο των παραπάνω γεγονότων.

*Μετάφραση-Απόδοση Κ.

**Από την «ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ», φύλλο 135, Φεβρουάριος 2014.

[1] Τίτλος Men in Prison. Μεταφράστηκε με εισαγωγή από τον Richard Greeman / Συγγραφέας Victor Serge/ Εκδόθηκε 1969/Μέγεθος 256 σελίδες. Και πιο πρόσφατη: Τίτλος Men in Prison / Spectre Series / Συγγραφέας Victor Serge/Μεταφράστηκε από τον Richard Greeman / Εκδότης PM Press, 2014/ISBN 1604867361, 9781604867367/Μέγεθος 320 σελίδες.

[2] Τίτλος Birth of our power / Συγγραφέας Victor Serge/Έκδοση εικονογραφημένη, ανατύπωση/Εκδότης Writers and Readers Pub. Cooperative, 1977/Πρωτότυπο από Πολιτειακό Πανεπιστήμιο της Πενσυλβανίας / Ψηφιοποιήθηκε στις 6 Μαΐου 2011/ISBN 0904613496, 9780904613490/Μέγεθος 289 σελίδες.

[3] Τίτλος Without a Glimmer of Remorse. Συγγραφέας Pino Cacucci / Μεταφράστηκε από τον Paul Sharkey / Εικονογραφήθηκε από τον Flavio Costantini / Έκδοση εικονογραφημένη / Εκδότης Christie Books, 2006 / Πρωτότυπο από το Πανεπιστήμιο του Μίτσιγκαν / Ψηφιοποιήθηκε στις 16 Μαΐου 2008/ISBN 1873976283, 9781873976289 / Μέγεθος 364 σελίδες.

[4] Η πολιορκία της Sidney Street, γνωστή ως «μάχη του Στέπνεϋ», ήταν μια περιβόητη συμπλοκή στο Ήστ Εντ (East End) του Λονδίνου στις 3 Ιανουαρίου 1911. Προηγήθηκαν οι δολοφονίες Houndsditch και η αυλαία έπεσε με τον θάνατο δύο μελών συμμορίας διαρρηκτών και διεθνών αναρχικών με επικεφαλής, λέγεται, τον Peter Piatkow (Πήτερ Πιατκόβ), γνωστό και ως «Πέτρος ο ζωγράφος» και προκάλεσε μια σημαντική πολιτική διαμάχη σχετικά με τη συμμετοχή του (στη συνέχεια υπουργού Εσωτερικών) Ουίνστον Τσώρτσιλ.

[5] Emanuel Litvinoff (5 Μαΐου 1915–24 Σεπτεμβρίου 2011). Βρετανός συγγραφέας, ποιητής, συγγραφέας θεατρικών έργων.

[6] Ο Γιάροσλαβ Χάσεκ ήταν Τσέχος σατιρικός συγγραφέας. Γεννήθηκε στις 30 Απριλίου 1883 και πέθανε στις 3 Ιανουαρίου 1923. Έζησε σε μια εποχή που η Πράγα ήταν ένα κέντρο λογοτεχνίας με σήμερα παγκοσμίως γνωστά ονόματα όπως ο Φραντς Κάφκα και ο Μαξ Μπροντ. Ο Χάσεκ εργάστηκε με επιτυχία για εφημερίδες και περιοδικά, γράφοντας σατιρικές ιστορίες και άρθρα. Ως συγγραφέας συνδύασε την απλή λαϊκή γλώσσα με την περιγραφή πολύπλοκων λεπτομερειών. Λίγοι αναγνώρισαν την ποιότητα στα έργα του. Οι περισσότεροι συνάδελφοί του πίστευαν ότι τα έργα του ήταν ένα επιφανειακό φαινόμενο. Από το 1910 εργάστηκε για το ζωολογικό περιοδικό Svet zvίrat (Ο Κόσμος τον Ζώων). Περιγράφοντας ανύπαρκτα ζώα έφερε μεγάλη αναταραχή στους ειδικούς. Το αποκορύφωμα ήταν άρθρα όπως η περιγραφή μεθυσμένων παπαγάλων και η ανακάλυψη της προϊστορικής ψείρας.

Το σημαντικότερο έργο του είναι το αντιπολεμικό μυθιστόρημα με τον τίτλο Ο Καλός Στρατιώτης Σβέικ. Το βιβλίο αποτελεί αντίδραση στα γεγονότα του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου και έχει μεταφραστεί σε 58 γλώσσες. Το μυθιστόρημα αναφέρεται στην ιστορία ενός απλού και ασήμαντου ανθρώπου που προσπαθεί να ξεφύγει από τον πόλεμο. Η σχολαστική πραγματοποίηση των στρατιωτικών εντολών αποκαλύπτει τον παραλογισμό και την γελοιότητα του συστήματος. Αυτό το έργο θεωρείται κλασσικό αριστούργημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας και βρίσκεται συχνά μέσα σε καταλόγους των 100 καλύτερων βιβλίων.

[7] Ο Νέστορ Μάχνο Ιβάνοβιτς, γνωστός και ως «Batko» («Πατέρας»), (7 Νοεμβρίου 1888– 6 Ιουλίου 1934) ήταν Ουκρανός επαναστάτης αναρχοκομμουνιστής και διοικητής ενός ανεξάρτητου στρατού αναρχικών στην Ουκρανία κατά τη διάρκεια του Ρωσικού Εμφύλιου Πολέμου.

Ως διοικητής του Επαναστατικού Εξεγερτικού Στρατού της Ουκρανίας, πιο συχνά αναφέρεται ως Μαχνοβτσίνα, ο Μάχνο οδήγησε ένα στράτευμα ανταρτών κατά τη διάρκεια του Ρωσικού Εμφύλιου Πολέμου. Ο Μάχνο πολέμησε όλες τις δυνάμεις που επιχείρησαν να επιβάλουν οποιαδήποτε εξωτερική αρχή, πάνω από τη νότια Ουκρανία, μαχόμενος διαδοχικά τους Ουκρανούς Εθνικιστές, την Κατοχή της αυτοκρατορικής Γερμανίας και της Αυστροουγγαρίας, την Δημοκρατία του Χέτμαν, τον Λευκό Στρατό, τον Κόκκινο Στρατό, και άλλες μικρότερες δυνάμεις υπό την ηγεσία των Ουκρανών Αταμάνων. Ο Μάχνο και το κίνημά του επανειλημμένα επιχείρησαν να αναδιοργανώσουν τη ζωή στο Γκιουλάι-Πολιέ, περιοχή κατά μήκος των αναρχοκομμουνιστικών γραμμών, ωστόσο, οι διαταραχές του εμφυλίου πολέμου απέκλεισαν οποιαδήποτε μακροπρόθεσμα κοινωνικά πειράματα. Παρά το γεγονός ότι ο Μάχνο θεωρούσε τους Μπολσεβίκους απειλή για την ανάπτυξη μιας αναρχικής ελεύθερης περιοχής στο εσωτερικό της Ουκρανίας, δύο φορές τέθηκε σε στρατιωτικές συμμαχίες μαζί τους για να νικήσει το Λευκό Στρατό. Στον απόηχο της τελικής ήττας του Λευκού Στρατού, το Νοέμβριο του 1920, οι Μπολσεβίκοι ξεκίνησαν μια στρατιωτική εκστρατεία εναντίον του Μάχνο, η οποία ολοκληρώθηκε με τη διαφυγή του πέρα από τα σύνορα της Ρουμανίας τον Αύγουστο του 1921. Μετά από μια σειρά φυλακίσεων και δραπετεύσεων, ο Μάχνο τελικά εγκαταστάθηκε στο Παρίσι με τη σύζυγό του Γκαλίνα του και την κόρη του Γιέλενα. Στην εξορία ο Μάχνο έγραψε τρεις τόμους των απομνημονευμάτων του.

Ο Μάχνο πέθανε στην εξορία στην ηλικία των 45 από φυματίωση. Επίσης, πιστώνεται την εφεύρεση της Τατσάνκα (tachanka), ενός κάρου που έφερε τοποθετημένο ένα βαρύ πολυβόλο.

[8] Isaak Emmanuilovich Babel (13 Ιουλίου1894 – 27 Ιανουαρίου 1940). Ρώσος δημοσιογράφος, μεταφραστής συγγραφέας. Εκτελέστηκε από το καθεστώς του Στάλιν, μετά από βασανιστήρια όπου «ομολόγησε» την συμπάθειά του στον Τρότσκι.

[9] John Streeter Manifold (21 Απριλίου 1915–19 Απριλίου 1985). Αυστραλός ποιητής και κριτικός. Γεννήθηκε στην Μελβούρνη. Σπούδαζε στο Jesus College του Κέιμπριτζ, όπου όσο βρίσκονταν εκεί υπήρξε μέλος του ΚΚ Μεγάλης Βρετανίας. Έπειτα έζησε στην Γερμανία, όπου εργάστηκε σε εκδόσεις. Διετέλεσε κατάσκοπος για την Μ. Βρετανία στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Επέστρεψε στην Αυστραλία το 1949. Πέθανε στο Μπρίσμπεϊν.

[10] Upton Beall Sinclair, Jr. (20 Σεπτεμβρίου 1878–25 Νοεμβρίου 1968). Αμερικανός συγγραφέας, έγραψε γύρω στα 100 έργα, σε πολλά διαφορετικά είδη συγγραφικού ύφους. Το 1943 κέρδισε το βραβείο Πούλιτζερ.

[11] Pa Chin. Γεννήθηκε στην Chengdu του Σετσουάν, στις 25 Νοεμβρίου 1904, πέθανε στην Σαγκάη στις 17 Οκτωβρίου 2005. Υπήρξε πολυγραφότατος. Επιρροές του ήταν τα έργα των Emile Zola, Ivan Turgenev, Alexandr Herzen, Anton Chekhov και Emma Goldman. Έλαβε το βραβείο Asian Culture Prize το 1990. Ο αστεροειδής 8315 Bajin πήρε το όνομά του προς τιμήν του.

Έργα του που έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά: (1954) Living Amongst Heroes. Beijing: Foreign Language Press/(1958) The Family. [trans. Sidney Shapiro] Beijing: Foreign Language Press/(1959) A battle for life: a full record of how the life of steel worker, Chiu Tsai-kang, was saved in the Shanghai Kwangrze Hospital. Beijing: Foreign Language Press/(1978) Cold Nights [trans. Nathan K. Mao and Liu Ts’un-yan] Hong Kong: Chinese University press/(1984) Random Thoughts [trans. Germie Barm&ecute;] Hong Kong: Joint Publishing Company. (Partial translation of Suizianglu)/(1988) Selected works of Ba Jin [trans. Sidney Shapiro and Jock Hoe] Beijing: Foreign Language Press. (Includes The Family, Autumn in Spring, Garden of Repose, Bitter Cold Nights)/(1999) Ward Four: A Novel of Wartime China [trans. Haili Kong and Howard Goldblatt]. San Francisco: China Books & Periodicals, Inc./(2005) «How to Build a Society of Genuine Freedom and Equality»(1921), «Patriotism and the Road to Happiness for the Chinese»(1921) and «Anarchism and the Question of Practice»(1927) in Anarchism: A Documentary History of Libertarian Ideas, Volume 1: From Anarchy to Anarchism (300CE-1939), ed. Robert Graham. Montreal: Black Rose Books, 2005.

Ba Jin Συλλογές: Arzybasheff, M. (1927)/«Morning Shadows?» in Tales of the Revolution. Tr. Percy Pinkerton. New York, Huebsch/(1927). «Workingman Shevyrev.» in Tales of the Revolution, tr. Percy Pinkerton. New York, Huebsch.

[12] Leo Malet. Γάλλος συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων και σουρεαλιστής, συνδέθηκε τη δεκαετία του ’30 με τους Andre΄ Breton, Rene΄ Magritte and Yves Tanguy, μεταξύ άλλων. Εκείνη την περίοδο εξέδωσε και πολλά ποιήματα.

[13] Ramο΄n Jose΄ Sender Garce΄s (3 Φεβρουαρίου 1901–16 Ιανουαρίου 1982). Ισπανός συγγραφέας και δημοσιογράφος.

[14] Ralph Bates (3 Νοεμβρίου 1899–26 Νοεμβρίου 2000). Βρετανός συγγραφέας. Συνελήφθη για λίγο γιατί μετέφερε όπλα από τη Γαλλία στην Ισπανία τον Φεβρουάριο του 1937. Επιστρέφοντας, μετακόμισε στην Μαδρίτη, όπου ίδρυσε την εφημερίδα της Διεθνούς Ταξιαρχίας «The Volunteer for Liberty».

Τα τελευταία χρόνια της ζωής όταν πήρε σύνταξη μετακόμισε με τη γυναίκα του στην Νάξο. Πέθανε στο Μανχάταν το 2000.

Έργα: Sierra (1933)/The Lean Men (1935)/Schubert (1935)/The Olive Field (1936)/Rainbow Fish (1937)/The Miraculous Horde and Other Stories (Jonathan Cape, 1939) (Expanded US ed as Sirocco and Other Stories, 1939)/The Undiscoverables (1939)/The Fields of Paradise (1941)/The Dolphin in the Wood (1950).

[15] Philip Levine. Έχει πάρει βραβείο Πούλιτζερ. Είναι γνωστός για τα ποιήματά του για την εργατική τάξη του Ντιτρόιτ. Καθηγητής για πάνω από τριάντα χρόνια στο τμήμα αγγλικής του California State University, στο Fresno, και σε άλλα πανεπιστήμια. Τιμήθηκε πρόσφατα με τον τίτλο του Poet Laureate των ΗΠΑ για το έτος 2011-2012.

[16] Hugo Dewar, τροτσκιστής ακτιβιστής, καθηγητής σε τμήματα ενηλίκων, συνιδρυτής της Marxist League το 1930, γράφτηκε στο ΚΚ το 1931, αλλά διαγράφτηκε ένα χρόνο αργότερα. Ήταν ένας από τους ιδρυτές της Communist League το 1932.

[17] Ethel Edith Mannin (6 Οκτωβρίου 1900–5 Δεκεμβρίου 1984) πολυγραφότατη δημοφιλής Βρετανίδα συγγραφέας. Γεννήθηκε στο Λονδίνο, είχε Ιρλανδικές ρίζες.

[18] Pedro de Paz, Ισπανός συγγραφέας (γεννήθηκε στη Μαδρίτη, στις 26 Οκτωβρίου 1969).

[19] Τίτλος Killing a mouse on Sunday / Συγγραφέας Emeric Pressburger / Εκδότης Harcourt, Brace & World, 1961/Πρωτότυπο από Πολιτειακό Πανεπιστήμιο της Πενσυλβάνια / Ψηφιοποιήθηκε στις 7 Δεκ. 2010 / Μέγεθος 180 σελίδες.

[20] Pressburger, Emeric, γεννηθείς: Imre Jozsef Emmerich Pressburger, στις 5 Δεκεμβρίου 1902, στο Miskolc, της τότε Αυστρο-ουγγαρίας (σημερινή Ουγγαρία), πέθανε στις 5 Φεβρουαρίου 1988.

Ταινίες: I’ll Met by Moonlight – Η Απαγωγή του Στρατηγού Κράιπε (1957) / The Battle of the River Plate – Φον Σπέε, το Καταδρομικό Φάντασμα (1956)/The Tales of Hoffmann – Τα Παραμύθια του Χόφμαν (1951) / The Red Shoes – Τα Κόκκινα Παπούτσια (1949)/Black Narcissus – Ο Μαύρος Νάρκισσος (1947) / A Matter of Life and Death – Ζήτημα Ζωής και Θανάτου (1946)/49th Parallel – Επιτάφιος για έναν Κατάσκοπο (1943) (πήρε Όσκαρ) / The Life and Death of Colonel Blimp – Αξέχαστη Μορφή (1943).

[21] Τίτλος Chaos and Night; Μετάφραση από τα γαλλικά από τον Terence Kilmartin, με εισαγωγή από τον Peter Quennell / Συγγραφέας Henry de Montherlant / Εκδότης Weidenfeld, 1964 / Μέγεθος 254 σελίδες. Και πιο πρόσφατα: Εκδότης New York Review Books, 2009 / ISBN 159017304X, 9781590173046 / Μέγεθος 235 σελίδες.

[22] Ο Ντάριο Φο ήταν Ιταλός θεατρικός συγγραφέας, ευθυμογράφος, ηθοποιός, θεατρικός σκηνοθέτης και συνθέτης. Πήρε το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας το 1997. Χρησιμοποιεί τεχνικές της κομέντια ντελ’ άρτε και συνεργάσθηκε στενά με τη σύζυγό του Φράνκα Ράμε. Έργα: Δάχτυλο στο μάτι (Il dito nell’occhio, 1953), Οι Αρχάγγελοι δεν Παίζουν Φλίπερ (Gli arcangeli non giocano a flipper, 1959), Είχε δυο Πιστόλια (με Άσπρα και Μαύρα Μάτια) (Aveva due pistole dagli occhi bianchi e neri, 1960), Αυτός που Κλέβει ένα Πόδι Έχει Τύχη στην Αγάπη (Chi ruba un piede e fortunato in amore, 1961, H Mεγάλη Παντομίμα («Grande pantomime con bandiere e pupazzi piccolo I medi», 1968), Μίστερο Μπούφο (Mistero Buffo, 1969), Ο Εργάτης Ξέρει 300 Λέξεις το Αφεντικό 1000, Γι’ αυτό Είναι Αφεντικό (L’operaio conosce 300 parole il padrone 1000 per queato lui e il padrone, 1969), Ο Τυχαίος Θάνατος ενός Αναρχικού (Morte accidentale di un anarchico, 1970), Φενταγίν (Fedayin, 1971), Δεν Πληρώνω! Δεν Πληρώνω! (Non si paga, non si paga!, 1974), Η Μαριχουάνα της Μαμάς Είναι πιο Γλυκιά (La marijuana della mamma e la piu bella, 1976), Όλο Σπίτι, Κρεβάτι κι Εκκλησία (Tutti casa letto e chiesa, 1977), Η Ιστορία μιας Τίγρης κι Άλλες Ιστορίες (Storia della tigre et altre storie, 1978), Η Όπερα του Ζητιάνου, (L’opera dello sghignazzo, 1981), Μια Μάνα (Una madre, 1982), Το Ανοιχτό Ζευγάρι (Coppio aperta, 1983), Ελισάβετ: Γυναίκα Κατά Λάθος (Quasi per caso una donna: Elisabetta, 1984), Το Ημερολόγιο της Εύας (Diario di Eva, 1984), Ένας Ήταν Γυμνός κι ο Άλλος Φόραγε Φράκο (L’uomo nudo e l’uomo in frak, 1985), Ο Πάπας και η Μάγισσα (Il papa e la strega, 1989), Ο Ανώμαλος Δικέφαλος (L’anomalo Bicefalo, 2003).

[23] Τίτλος Hard Walls of Ego. Συγγραφέας Don Bannister / Εκδότης Secker & Warburg, 1987 / ISBN 0436032775, 9780436032776 / Μέγεθος 235 σελίδες.

*Του Μ. Bookunin [24]. Μετάφραση-Απόδοση Κ. Δημοσιεύθηκε στην «Διαδρομή Ελευθερίας», φύλλο 134, Ιανουάριος 2014.

Ειρήνη Παραδεισανού, Ο Φερνάντο Πεσσόα και η ηλιθιότητα των ευφυών

«Δεδομένου ότι ο Φερνάντο διαθέτει μια ευαισθησία σε υπερβολική ετοιμότητα καθότι συνοδεύεται από μια ευφυΐα σε υπερβολική ετοιμότητα, αντέδρασε πάραυτα στο Μεγάλο Εμβόλιο – το εμβόλιο που προστατεύει από την ηλιθιότητα των ευφυών».
Αυτά γράφει ο Άλβαρο Ντε Κάμπος, ένας από τους ετερώνυμους του Φερνάντο Πεσσόα για τον δημιουργό του.
Τη βλέπω γύρω μου αυτήν την ηλιθιότητα.
Στην κλειδωμένη ματιά του νέου ανθρώπου που στα είκοσι νομίζει πως βρήκε όλες τις απαντήσεις και δεν καταδέχεται να θέσει ερωτήματα.
Στην αλαζονεία του «επιτυχημένου» μεσήλικα που, αυτάρεσκα κλειδωμένος στο κουτί της γνώσης του, απορρίπτει μετά βδελυγμίας – καλά οχυρωμένης πίσω από ένα προσωπείο συναίνεσης και μετριοπάθειας – οτιδήποτε δε χωράει στα κουτάκια της μικρονοϊκής σκέψης του.
Μονάχα τα παιδιά στέκουν αλώβητα από αυτήν. Η ευφυΐα τους είναι στ’ αλήθεια μαγική, γιατί οι αλυσίδες της σκέψης δεν έχουν προλάβει ακόμη να τη μολέψουν. Και υποπτεύομαι πως η παιδική ματιά του είναι που έσωσε τον Φερνάντο Πεσσόα από την ηλιθιότητα των ευφυών.

«Σαν ένα παιδί προτού το μάθουν να είναι μεγάλος,
Υπήρξα αληθινός και πιστός σε ό,τι είδα και άκουσα».

Μονολογεί ο Φερνάντο Πεσσόα μέσα από τα ασύνδετα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο.
Το πιο σημαντικό: O ίδιος ο ποιητής δεν επαίρεται για τίποτα. Επινοεί τον ετερώνυμό του, τον Αλμπέρτο Καέιρο, ως τον υπέρτατο δάσκαλο που τον εμπνέει.
Νομίζω πως η ανάγκη του αυτή να επινοεί χαρακτήρες φανταστικούς πέρα για πέρα και αποστασιοποιημένος απ’ τον εαυτό του να γράφει τα ποιήματα που αυτοί του υπαγορεύουν, υπογράφοντας με τα ονόματά τους δεν είναι τυχαία. Πίσω απ’ αυτήν κρύβεται μια βαθιά εντιμότητα, μια αδήριτη ανάγκη για αλήθεια.

«Ο δάσκαλός μου Καέιρο δεν ήταν παγανιστής. Ο Ρικάρντο Ρέις είναι παγανιστής, ο Αντόνιο Μόρα είναι παγανιστής. Ο ίδιος ο Φερνάντο Πεσσόα θα ήταν παγανιστής, αν δεν ήταν ένα κουβάρι μπερδεμένο από μέσα».
Γράφει ο Άλβαρο Ντε Κάμπος.
Ο Πεσσόα έχει την εντιμότητα να σκάψει βαθιά μέσα του, να κοιτάξει την έρημο της ψυχής του και να παραδεχτεί πως «είναι ένα κουβάρι μπερδεμένο από μέσα».
Έχει όμως παράλληλα μέσα του τη σφραγίδα της δωρεάς που λίγοι εκλεκτοί έχουν, το κεντρί της αμφιβολίας, την ακόρεστη ανάγκη για αναζήτηση της αλήθειας. Κι όταν αυτή τον πληγώνει;

Ο αυθεντικός ποιητής φτιάχνει τη δική του αλήθεια. Γίνεται ο προφήτης της και την κηρύσσει μέσα από το έργο του. Εναγώνια προσπαθεί να την προστατεύσει από τα βρώμικα χνώτα των άλλων.

Και η αλήθεια του ποιητή Φερνάντο Πεσσόα δεν υπήρξε ποτέ μονοδιάστατη. Από κει και η ανάγκη του να υποδυθεί ρόλους, να επινοήσει τόσους ετερώνυμους όσα και τα πρόσωπα της αλήθειας του.

«Δεν αλλάζω. Ταξιδεύω (…) Εμπλουτίζω την ικανότητά μου δημιουργώντας νέες προσωπικότητες. Συγκρίνω αυτήν την πορεία προς τον ίδιο μου τον εαυτό όχι με κάποια εξέλιξη αλλά με κάποιο ταξίδι».

Πάνω απ’ όλα όμως υπερασπίζεται την παιδικότητα, τη ματιά την μπολιασμένη με το όνειρο.

«Έχουμε όλοι δυο ζωές:
Την πραγματική, αυτή που ονειρευόμαστε
Στην παιδική μας ηλικία, αυτή
Που συνεχίζουμε να ονειρευόμαστε, μεγάλοι,
Στο βάθος της ομίχλης
Και την ψεύτικη, αυτή που ζούμε
Στις συναλλαγές μας με τους άλλους.
Που είναι η πρακτική, η χρήσιμη,
Αυτή που την τελειώνουμε στο φέρετρο.

Στην άλλη δεν υπάρχουν φέρετρα, θάνατοι,
Μόνο εικόνες των παιδικών μας χρόνων:
Μεγάλα βιβλία χρωματιστά, για να δεις κι όχι για να διαβάσεις
Μεγάλες σελίδες χρωματιστές, για να θυμάσαι αργότερα.
Στην άλλη είμαστε εμείς,
Στην άλλη ζούμε.
Σ’ αυτή πεθαίνουμε, και ζωή σημαίνει αυτό ακριβώς.
Αυτή τη στιγμή, λόγω αηδίας, ζω στην άλλη…»

(Δακτυλογραφία, απόσπασμα, μετάφραση Γιάννης Σουλιώτης, εκδόσεις Printa)

Πόσοι τη νιώθουν αυτήν την αηδία; Ή μάλλον πόσοι είναι ικανοί να τη νιώσουν; Σ’ αυτούς απευθύνεται ο ποιητής. Ο ποιητής «με τη διανοητική πάντα ευαισθησία του, την έντονη και ανέμελη προσοχή του, τη θερμή λεπτότητα που δείχνει στην παγερή ανάλυση του εαυτού του».
Ο Φερνάντο Πεσσόα, ένας διανοητής με βλέμμα που στοχεύει στην ψίχα των πραγμάτων ανέγγιχτος από τις μικρονοϊκές θεωρήσεις των ευφυών ηλιθίων.

(Τα αποσπάσματα είναι από τα βιβλία: «Τα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο», μετάφραση, σημειώσεις Μαρία Παπαδήμα, εκδόσεις Gutenberg και «Fernando Pessoa, Ποιήματα», εισαγωγή-μετάφραση Γιάννης Σουλιώτης, εκδόσεις Printa)

*Από τον Ποιητικό Πυρήνα στο https://ppirinas.blogspot.com/2014/11/blog-post_30.html

Γιάννης Λειβαδάς: Η σύγχρονη ποίηση – Υποβάλλοντας προηγούμενα συναγόμενα σε δεύτερη έκθεση

Raha Raissnia, Animism (μελάνι σε φιλμ προβολής, 2013)

Η ποίηση αποτελεί εγχείρημα δημιουργίας μιας περιεχομενικής υπόστασης. Το γεγονός πως πρόκειται για εγχείρημα δημιουργίας και όχι για διακήρυξη ή έκφραση σημαίνει πως για να μετατραπεί το εγχείρημα σε καταπίστευμα αποκτά μιαν αλλότητα: η υπόσταση του ποιήματος αποκτά ανάκλαση.
Ο σύγχρονος ποιητής εργάζεται σε σύνολα δυναμικών ιδιοτήτων οι οποίες καθορίζουν όσα μας αφορούν δίχως όμως να είναι προσαρμοσμένες σε όσα μας αφορούν. Προσαρμοσμένες υπήρξαν έως το σημείο όπου η ποίηση δεν ήταν σύγχρονη, ήταν άλλη. Προτού ο σύγχρονος ποιητής γνωρίσει, από πρώτο χέρι, πως όσο βαθιά είναι η προσαρμογή τόσο βαθιά είναι η υποταγή, τόσο πιο βαθιά είναι η ψευδότητα. Ο σύγχρονος ποιητής με την ποίησή του δεν περιγράφει απολύτως τίποτα και δεν αναφέρεται σε τίποτα, το οποίο εκκινεί από τη μνήμη, τη χρονικότητα ή τον λογικό συγκριτισμό, μα, αντιθέτως, εκκινεί από το άδειασμά τους – η σύγχρονη ποίηση αδειάζει τις προδιαγραφές και τα, λεγόμενα, θεμελιώματα, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα ως εκκενωτήρα.

Διαπιστώνει λοιπόν κανείς, εφόσον τολμά να αποδεχθεί αυτή τη διαπίστωση, πως η σύγχρονη ποίηση διαφέρει από κάθε άλλη ποίηση με τον τρόπο σχεδόν που διαφέρει από την «ποίηση»∙ είναι διαφορετική επειδή η διαφορά αυτή δεν εμπίπτει.

Η κατάσταση ποίησης, δεν είναι κατάσταση ατομική ούτε συλλογική. Πρόκειται για μια υπαρκτική ανανέωση που αναγνωρίζεται από την περάτωση της εξάντλησής της, κατά την οποία καταργούνται οι επαναθεσμοθετήσεις προγενέστερων δημιουργιών ή δημιουργικών τάσεων: τίποτα δεν μετατρέπεται σε κανονιστική αξία, τίποτα δεν αποδίδεται σε πλαίσια «κοινωνικής» δράσης. Το αντίθετό της, η προσπάθεια δηλαδή ενός περάσματος από την επικοινωνιακή αμεσότητα στην επικοινωνιακή εμμεσότητα, είτε το αντίστροφο, αποτελείται από ακολουθίες τελειωμένων επαναθεσμοθετήσεων κατά τις οποίες οι κανονιστικές αξίες χρησιμοποιούνται ως προστατευτικές δυνάμεις ενάντια στις συντριβές και τις ερειπώσεις που η ποίηση προκαλεί. Είναι τώρα πια καταδεδειγμένο πως τα στηρίγματα της «σταθερής ποίησης» και της κουλτούρας που προέκυψε απ’ αυτή, υπήρξαν ευεπίφορα στην αποφυγή και τη νοσηρότητα.

Για να οριστεί στο ποίημα ένα νέο δεδομένο, το ποίημα αποκτά πρώτα ένα χάσμα γι’ αυτό, το οποίο μπορεί κανείς να υποστηρίξει πως φέρνει στο κέντρισμα μιας εσωτερικής ανοικειότητας: το ποίημα αναθέτει έναν ζημιωτικό διαλογισμό. Το ποίημα εισάγει μία ρήξη αληθινή, απρόσμενη, με όρους ύπαρξης. Αναβλύζει μία προέκταση ταυτότητας η οποία αντιπροσωπεύει και εκφράζει εκείνο που απουσίαζε έως το ανάβλυσμά της, και η οποία υπονομεύει ακόμη πιο σθεναρά την ταυτότητα της οποίας αποτελεί προέκταση. Η ταυτότητα αυτή δεν ησυχάζει, δεν πρόκειται ποτέ να ησυχάσει∙ ενώ τα κείμενα κάθε «ποίησης» γυρνούν αενάως γύρω από την επιθυμία παρουσίας σταθεροποιώντας την επιθυμία, διατηρώντας την παρουσία τους εδραιωμένη στις επιλογές που καθιστούν την όποια εκπροσώπηση, μέσω της μη ποιητικής γραφής, απαραιτήτως ανακλώμενη πάνω στην επιφάνεια της «κοινότητας» με την οποία μοιράζεται την ευαρέσκεια αυτή.

Η ποίηση δεν διαμεσολαβεί, μα μεταστρέφει τόσο όσο να αδειάζει τα μεταστρεφόμενα που επηρεάζει, τα οποία γίνονται εαυτός της. Εξ αυτού και ο τρόμος των «ποιητών» την ώρα και τη στιγμή που ανακαλύπτουν τον πραγματικό τους ρόλο και τον ρόλο που παίζει η υπόληψή τους: η ποίηση δεν διαθέτει εξωτερικότητα μολονότι η σύνθεσή της αποτυπώνεται με ίχνη τα οποία αποτελούν κοινά γλωσσικά στοιχεία, τα οποία εκ πρώτης όψεως μοιάζουν να προσφέρονται ανωδύνως στον καθένα. Τα γλωσσικά στοιχεία τελούνται επίσης σε κοινωνικότητα, σε κοινωνία, οι οποίες μολονότι δεν μπορούν να αμφισβητούν την ποίηση, μπορούν να την απορρίπτουν, να αδιαφορούν γι’ αυτή, να την αποφεύγουν ως διαχειρίστρια των δυνάμεων αμφισβήτησης της εξωτερικότητας που τις διέπει – παράγοντας μία ανάλογη «ποίηση».

Ποια είναι εκείνη η σχέση την οποία τελικά η ποίηση αναιρεί ώστε την απόκτηση κενού να πραγματοποιήσει; Ερώτημα ή προβληματισμός η διευκρίνηση του ποιητικού δυναμισμού; Τόσο ο τύπος όσο και η ουσία, τόσο η μορφή όσο και το περιεχόμενο, τόσο το υλικό όσο και το ύφος, εκπροσωπούν την απουσία προτεραιοτήτων της ποίησης – προτεραιότητες υπάρχουν μόνο στο στάδιο της βασικής κατάρτισης. Η αμφισημότητα όσων επιλέγονται και όσων δεν επιλέγονται για τη δημιουργία της ποίησης είναι ως προς το περιεχόμενο της ποίησης ενσαρκωτική∙ η ανάπτυξή της αναπτύσσει ταυτόχρονα την κρίση που της αναλογεί. Το ποίημα όταν τελειώνει αρχίζει, το ποίημα όταν αρχίζει τελειώνει: το αληθινό συστατικό της ποίησης είναι πράξη, όχι εμφάνιση – δεν είναι φωνή, είναι άσκηση, μία παράταση της κατάρας η οποία ζωντανεύει μετά από κάθε «γενεαλογική» κατάρρευση.

Οι επιγνώσεις πολύ συχνά αποθαρρύνουν την κριτική στάση απέναντι στο πεπερασμένο, όταν ως επιγνώσεις αποτελούν μπαίγνια μίας παθητικότητας η οποία εκφράζεται ως επιθυμία για νέα δεδομένα, τα οποία όμως, εν τέλει, αντλούνται από τους ιστούς κάθε προϋπάρχουσας μορφής ή ύλης. Οι μορφές και οι ύλες αυτές παραπέμπουν στην ύπαρξη ανάλογων επιγνώσεων, ακριβώς επειδή η αναδιαμορφωμένη παλαιότητα του ποιήματος είναι μια γλωσσική διαδικασία η οποία εκπέμπει τους ήχους του στραγγαλισμού της. Ο στραγγαλισμός είναι η «ποίηση» και το «ποίημα», ατελής και ανολοκλήρωτος, όντας η επιβεβαίωση μιας κορυφαίας μη κατανόησης, εκείνης της αρνητικότητας της ποίησης η οποία μπορεί να σημάνει το τέλος κάθε προσποιητού αρνητισμού: την επαλήθευση του πεπερασμένου το οποίο θεωρείται ηρωικό διότι αντιστέκεται στην ποίηση, καθώς νομοτελειακά λειτουργεί ως συμπέρασμα κοινωνικής σχετικότητας∙ υποχρεώνεται να υπηρετήσει την εξωτερικότητα γιατί αυτή είναι εντέλει κορυφαία, αυτή αποτελεί την κατ’ εξοχήν υποχρέωση που απελευθερώνει. Το ποίημα, τότε, δεν είναι ποίηση, είναι ενίσχυση μίας παθητικότητας η οποία εντοπίζεται με όρους ενημέρωσης ή ηδονής. Ανάκλαση παγιωμένη στη συνείδηση, η οποία οφείλει να είναι απολύτως παγιωμένη ανάκλαση εντός συνείδησης. Εάν η ανάκλαση αποφύγει την παγίωση και αποδεσμευτεί από τη συνείδηση, θα τείνει προς την ποίηση.

Η αλόγιστη ευαισθητοποίηση όντας παγίωση και ανάκλαση, αμέσως νομιμοποιείται ως κατανόηση, το «ποίημα» αποκτά έναν εσωτερικό προσδιορισμό αδιαφάνειας, που προσδιορίζεται ως τύπος, επιθυμία για επ’ αόριστον αδιαφάνεια. Η αδιαφάνεια, λοιπόν, αποτελεί το υλικό ενός τύπου που αποφεύγει την ουσία∙ παρά την αποφυγή αυτή όμως, πρόκειται για τύπο που τελεσφορεί, που φέρνει σε πέρας τη δουλειά που είναι προορισμένος να κάνει.

Πολλές έννοιες, λιγότερο ή περισσότερο αισθητικές είναι ασήμαντες ή μειονεκτικές ως έννοιες, προϋποτίθενται ως επαναλήψεις προβληματισμών που εγκωμιάζονται ως κάτι αναλλοίωτο – το οποίο διέπει ένα είδος ποίησης που δεν αποτελεί τέχνη, προέρχεται από μία τρομακτικά ιδιότυπη αγάπη προς τη συνείδηση, ή ακόμη και προς τις «συνειδήσεις».

Η διανοητική παθητικότητα διέπεται και αυτή από ανάγκη προσδιορισμού μίας «κοινότητας» συνειδήσεων, συντηρείται μέσα στον αποκλεισμό μίας διασφαλισμένης καθολικότητας, στην εκπροσώπηση ενός προβληματισμού πάγιας αναδρομής στην «αντικειμενικότητα» μίας γλώσσας που ανακλά όλα όσα περιορίζονται από τα σαφή της όρια. Τα περιεχόμενα των ορίων αυτών συνθέτουν μία γλώσσα ακατάλληλη για ποίηση, μολονότι η «ποίηση» αυτής της γλώσσας είναι ιδιαίτερα σημαντική ως γεγονός ακατάλληλης για ποίηση γλώσσας, ως γεγονός μίας ποίησης που όσο πιο χθαμαλή και ανούσια είναι τόσο πιο ισχυρή κοινωνική υπόσταση αποκτά. Τόσο πιο διαπρύσια διαδίδεται.

Το πιο έκδηλο από τα ειδικότερα χαρακτηριστικά της ποίησης είναι η κατεύθυνσή της, δηλαδή το είδος της: δεν διαθέτει ενδιαμεσότητα, ούτε στη γενεαλογική της ακολουθία μα ούτε και στη συγκριτική της, δεν διαθέτει πλευρά ή πλευρικότητα – και όπως έχω καταδείξει προηγούμενα, ξεκινά και τελειώνει, ανά μονάδα, με ενός τρόπου τη συνέπεια και όχι λόγω ενός τρόπου ή λόγω κάποιας συνέπειας.

Η «ποίηση» όντας απτή και συνειδητή διαφήμιση όσων επιφυλάσσονται να αναγνωρίσουν και να βασιστούν στην πνευματική δοκιμασία της ποίησης, φέρνει στο κοινωνικό προσκήνιο όλα εκείνα τα περιγράμματα και τις υποσκιάσεις που εξαρτώνται από τη συνοχή και την αναγνώριση της σημασίας αυτού του κοινωνικού προσκηνίου, μα και του παρασκηνίου, στο οποίο δεν βρίσκεται τίποτα κρυφό ή αποθηκευμένο. Το κοινωνικό προσκήνιο φωταγωγείται από το παρασκήνιό του καθώς το παρασκήνιο αντλεί την ενέργειά του από το προσκήνιο.

Η «ποίηση» λοιπόν δεν είναι απλώς αναγκασμένη, μα υποταγμένη, στην «κοινωνική» της υποχρέωση: στον όρθωση ενός λάβαρου που φέρει τα σύμβολα των πανίσχυρων αυτών βεβαιοτήτων, του προσκηνίου και του παρασκηνίου. Από τη σήψη του πτώματος έχει απομείνει ένας λεκές στο χώμα και τα μόρια μιας δυσωδίας που αιωρούνται στο λιόγερμα: ω δύστοκη εσύ αιωνιότητα!
Ουδέν εκ των προτέρων, ουδέν εκ των υστέρων – γι’ αυτόν τον λόγο η ποίηση εμφανίζεται και δημιουργείται με ποιητές, δηλαδή ανθρώπους οι οποίοι δεν υφίστανται εντελώς και λαμβάνονται υπόψη μόνο όταν οι λαμβάνοντες αντιληφθούν πως η ζωή και η ύπαρξη δεν αποτελούν υπονοήσεις μήτε εννοιακές, αξιακές εκπροσωπήσεις. Όταν αντιληφθούν, δηλαδή, πως η πραγματική σήψη είναι η συνείδηση.

Ο χώρος και ο χρόνος όσο υπονοούνται άλλο τόσο υποκινούνται μέσα σε μία ματαιοδοξία ελέγχου ο οποίος στην «ποίηση» εμφανίζεται είτε με όρους αγαθοεργίας είτε ως μέρος μιας ορθολογικής γνώσης του κόσμου όπου η σκέψη, η αντίληψη και η επινόηση, αποτελούν επιχειρήματα κοινών δοξασιών, όπου η λογική δεν είναι το σύνολο των επιπόλαιων ρηγματώσεων στην επιφάνεια του κενού μα το ζενίθ της ανθρώπινης σύμβασης, ή ορθότερα, το ζενίθ της κοινωνικής σύμβασης∙ η ζωή είναι επαρκώς αιτιολογημένη ενώ ταυτόχρονα η ερευνητική εξάντληση της ανθρώπινης ύπαρξης εξαρτάται από την πρωτοκαθεδρία των εμμονών: τα είδη και τα υποείδη καταλήγουν στην ίδια σκέψη, στην ίδια προσθετική νοηματοδότηση.

Στην «ποίηση» η ελευθερία αντιμετωπίζεται ως μία απλή δυνατότητα πρόσβασης, ως μία ανώφελη δυνατότητα σχολιασμού, οι οποίες καθιστούν την εποχή κατά την οποία αυτή η «ποίηση» γράφεται, «σύγχρονη». Πιθανώς τίποτε δεν είναι τόσο βαθιά συνυφασμένο με το θέαμα όσο οι εκπροσωπήσεις. Η «ποίηση» δεν είναι ανεπανάληπτη, δηλαδή ποίηση, για έναν λόγο: έχει άπειρες δυνατότητες επανεμφάνισης, μετατροπής, μεταβολής, ακόμη και μεταμόρφωσης – παραμένοντας αδιαλείπτως εκπροσώπηση. Μπορεί να είναι τα πάντα, εκτός από ένα πράγμα, ποίηση. Όλες οι δικαιολογίες και οι κρίσεις τόσο από όσο και προς την ίδια, εξάλλου, δεν είναι τυχαίο πως απορρέουν από τις προαναφερθείσες δυνατότητες.

Κάθε ποιητής εγκαινιάζει και μια απόγνωση η οποία είναι ζωτική, τα όσα συνεπάγονται όμως από τη ζωτικότητα αυτής της απόγνωσης διαπιστώνονται σχεδόν πάντοτε καθυστερημένα ως άχρηστα προνόμια του δημιουργού τα οποία σε κάθε μετέπειτα εποχή αξιολογούνται διαφορετικά. Στη σύγχρονη εποχή, σε μία εποχή δηλαδή η οποία ξεκίνησε τελειώνοντας και τελειώνει με την ολοκλήρωση του επιλόγου της, τα συνεπαγόμενα αυτά δεν χρησιμοποιούνται για την προσέγγιση κάποιας καθοριστικότερης και υψηλότερης αλήθειας, μα, για την επιβεβαίωση εκείνης της ποταπότητας η οποία αντιμετωπίζεται και θεωρείται καθοριστικότερη και υψηλότερη αλήθεια, η οποία είναι ήδη πλήρως διαμορφωμένη ως μία υπερ-αντικειμενική θεώρηση της οποίας το τεντωμένο σκοινί απέχει μόλις λίγα εκατοστά από το έδαφος όπου σέρνονται οι αισθητικές παραισθήσεις, οι διανοητικές δοξασίες και οι κοινές επιδιώξεις.
Το πρόβλημα είναι, βεβαίως, η μεταφυσική, η οποία δείχνει να μην είναι κατάρα, μα καταραμένη. Η ποίηση στρέφεται σε άλλη κατεύθυνση από εκείνη στην οποία στρέφονται οι αισθητικές παραισθήσεις, οι διανοητικές δοξασίες και οι κοινές επιδιώξεις που εξασφαλίζουν την ευστοχία τους μέσω της αδράνειά τους.

Ο ποιητής είναι η ποίηση για έναν και μοναδικό λόγο, για το ότι είναι ο μόνος που δεν περιορίζεται στο να ζει και να λειτουργεί υπέρ της ή εναντίον της – όπως συμβαίνει με όλους τους υπολοίπους. Η ποίηση για να δημιουργηθεί συνθέτει τον ποιητή και ο ποιητής για να δημιουργήσει συνθέτει την ποίηση. Με τη σημασία αυτής της διττής σύνθεσης η ποίηση είναι μία εξαίρεση η οποία επιβεβαιώνει έναν κανόνα που δεν έχει ακόμη ολοκληρωτικά διευκρινιστεί.

Για τον λόγο αυτό η μετατροπή λεκτικών προϊόντων σε ανάγκες δεν έχει ουδεμία απολύτως σχέση με την ποίηση, καθώς και η ανάγκη για λεκτικό προϊόν δεν έχει απολύτως καμία σχέση με της ποίησης την ανάγνωση. Αυτές οι δύο χαρακτηριστικές γελοιότητες περιγράφουν τα απώτατα όρια έξω από τα οποία στέκεται η ποιητική τέχνη.

Με άλλα λόγια, ο ποιητής είναι το διαλυτήριο της ποίησης, και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η ποίηση και ο ποιητής είναι αδιαχώριστοι: η ποίηση αποκτά γίγνεσθαι καθώς διέπεται από τον ποιητή στον βαθμό που αυτός δοκιμάζει εντός της τη μεταφυσική διάκριση, ήτοι την προσωρινότητα της ποιητικής του τέχνης: την επίτευξη μιας ακρογωνιαίας καινοφροσύνης.

Παρίσι
Ιανουάριος 2019

*Από το Book Press: https://www.bookpress.gr/stiles/eponimos/i-sygxroni-poiisi-leivadas (12/1/2019)
** Επίσης: https://livadaspoetry.blogspot.com/2019/01/book-press-12012019.html?m=1&fbclid=IwAR3jaQn6jpu0o71vNAmOYbpwgqDVpRsET1t3qd1qmRZAwY2Vgc0wMS3jsTg
*** Στην κεντρική εικόνα το έργο Animism (μελάνι σε φιλμ προβολής, 2013), της Raha Raissnia, visual artist με καταγωγή από το Ιράν, ο οποίος ζει στη Νέα Υόρκη.

Περί παροικιακής λογοτεχνίας

Από την έναρξη του Greek Writers Festival στη Μελβούρνη στις 31 Μάη 2019. Από αριστερά, οι Ελληνοαυστραλοί συγγραφείς Maria Katsonis και Dmetri Kakmi, συνομιλούν με τον επικεφαλής του Τομέα Ελληνικών του Πανεπιστημίου Σίδνεϊ, καθηγητή Βρασίδα Καραλή, στη συζήτηση με θέμα «Μεγαλώνοντας ως Έλληνες και ως Αμφισβητίες» (Growing up as Greeks and as Rebels), συζήτηση που άνοιξε τις εκδηλώσεις του Φεστιβάλ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΛΥΜΝΙΟΣ

Κατά τη διάρκεια του πρόσφατου Φεστιβάλ Ελλήνων Λογοτεχνών στη Μελβούρνη, ακούστηκαν ενδιαφέρουσες απόψεις από καταξιωμένους στον ευρύτερο Αυστραλιανό χώρο της γραφής, αγγλόφωνους λογοτέχνες ελληνικής καταγωγής, γύρω από τον ρόλο της παροικίας, ως αρωγού δημιουργίας έργων ή γενικότερα, ως λογοτεχνικού πυρήνα.

Μηδενός εξαιρουμένου, οι αγγλόφωνοι λογοτέχνες που εξέφρασαν γνώμη για το θέμα αυτό, εκτίμησαν αρνητικά την παροικία, δηλώνοντας ότι η παροικία (και εδώ εννοείται το ελληνόφωνο τμήμα της, διότι υπάρχει μία αντίληψη ότι το αγγλόφωνό της τμήμα υπάρχει εκτός αυτής) όσον αφορά τη λογοτεχνία, δεν συνδιαλέγεται με την ευρύτερη κοινωνικο-πολιτική αφήγηση της Αυστραλίας, ότι η ιδιαίτερή της λογοτεχνική προσέγγιση είναι αρκετά περιορισμένη σε θεματολογία, ενδοσκοπική, και ότι βέβαια, ο όρος «ελληνο-αυστραλιανή λογοτεχνία» είναι πεπερασμένος, δεν ανταποκρίνεται στις προκλήσεις των καιρών και στην εξέλιξη των ίδιων των Ελληνοαυστραλών. Ορισμένοι, δε, υποστήριξαν ότι η «παροικία» (χωρίς, όμως, να οριοθετήσουν τη εννοούν με τη λέξη αυτή) αντέδρασε βίαια στο έργο τους, εφόσον ασπάζεται, κατά τη δική τους αντίληψη πάντα, από αντιδραστικά, εθνικιστικά και ρατσιστικά ιδεώδη, ωθώντας τους να απομακρυνθούν τελείως από αυτή.

Από αυτές τις επισημάνσεις, φαίνεται να πηγάζουν δύο διαφορετικές κατηγορίες ελληνοαυστραλιανής λογοτεχνίας και λογοτεχνών: Η πρώτη, κατ’ εξοχήν ελληνόφωνη, στην οποία συγκαταλέγονται ως επί το πλείστον οι λογοτέχνες της πρώτης μεταναστευτικής γενιάς και ελάχιστοι της δεύτερης, αρθρώνει έναν λόγο, ο οποίος απευθύνεται στον ελλαδικό χώρο, αλλά και αξιοσημείωτα, στην ίδια την παροικία. Δηλαδή, δημιουργεί και μετέχει σε έναν ιδιαίτερο ενδοπαροικιακό διάλογο, ο οποίος καταπιάνεται με ποικίλα ζητήματα, αλλά, κυρίως, με μία υποτιθέμενη ξεχωριστή κοινή παροικιακή αφήγηση και συνείδηση. Η αφήγηση αυτή βέβαια κατά καιρούς συνδιαλέγεται και με άλλες αφηγήσεις, ταξικές, πολιτικές, ιδεολογικές και θρησκευτικές που δεν περιορίζονται και μόνο στον ελληνοκεντρισμό.

Η δεύτερη κατηγορία, φαίνεται να αποτελείται προπάντων από αγγλόφωνους λογοτέχνες των μεταγενέστερων μεταναστευτικών γενεών, οι οποίοι γράφουν αποκλειστικά στην αγγλική γλώσσα, αν και σε ορισμένες περιπτώσεις, κάνουν χρήση ελληνικών λέξεων (κυρίως ανορθόγραφες ή σε λατινικούς χαρακτήρες) ώστε να προσδώσουν εθνικό «χρώμα» στη γραφή τους. Συνδιαλέγεται με ένα ευρύ θεματολογικό φάσμα που αντλεί τα ερείσματα και τους προβληματισμούς του ιδίως από τις αφηγήσεις της άρχουσας τάξης και των κοινωνικών ομάδων στο περιθώριο αυτής. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία, οι λογοτέχνες της κατηγορίας αυτής, ακόμη και όταν αναφέρονται σε στοιχεία της «παροικίας» δεν συνδιαλέγονται με την «παροικιακή λογοτεχνία» ούτε μπορεί να ανιχνεύσει κανείς από το έργο τους, γνώση αυτής, λόγω του γλωσσικού χάσματος που εμποδίζει μια τέτοια προσέγγιση.

Όμως στο πρόσφατο Φεστιβάλ, υποστηρίχθηκε από ορισμένους της κατηγορίας αυτής ότι η παροικία και η «παροικιακή λογοτεχνία» (δηλ. στην ελληνόφωνη εκδοχή της) είναι άσχετη ως προς την ευρύτερη Αυστραλιανή αφήγηση και, κατά συνέπεια, απορριπτέα, ενώ οι δικές τους, εναλλακτικές, αγγλόφωνες φωνές, αντιπροσωπεύουν την νέα κοινωνική πραγματικότητα των Ελληνοαυστραλών, τουλάχιστον όσον αφορά την λογοτεχνία.

Αναμφίβολα, το αγγλόφωνο έργο των ελληνικής καταγωγής λογοτεχνών στην Αυστραλία είναι βαρυσήμαντο, ιδιαίτερα εφόσον εγείρει το παράδοξο της δυαδικής υπόστασής μας σε μία πολυπολιτισμική χώρα. Επιλέγοντας να αρθρώσουν τον λόγο τους στη γλώσσα της άρχουσας τάξης και του κατεστημένου, όχι μόνον μετέχουν στους διαλόγους του, αλλά βρίσκονται σε ιδανική θέση να παρέμβουν στον διάλογο αυτό, ώστε να προσθέσουν κάποια στοιχεία του ελληνικού «περιθωρίου» (με τη συνοχή συνήθως και καμιά φορά με επέμβαση της ίδιας άρχουσας τάξης, η οποία έτσι υπογραμμίζει τον ρόλο της ως ελέγχουσα ολόκληρη την αφήγηση), κατά έναν τρόπο που οι ελληνόφωνοι λογοτέχνες αδυνατούν να το πετύχουν, λόγω του ότι περιορίζονται γλωσσικά (δηλ. δεν ελέγχονται) από τον προαναφερθέντα διάλογο ή αφήγηση.

Κατά πόσον, όμως, είναι στ’ αλήθεια «εναλλακτικές» οι φωνές αυτές; Εφόσον συνδιαλέγονται στη γλώσσα του κατεστημένου, οποιαδήποτε αναφορά σε στοιχεία που αφορούν την ελληνικότητα, γίνεται αναγκαίως σύμφωνα με τα συμφραζόμενα της άρχουσας τάξης, ανταποκρινόμενες στις επικοινωνιακές ανάγκες της και αντικατοπτρίζοντας ή αντιδρώντας στις κοσμοαντιλήψεις που κωδικοποιούνται στη γλώσσα της. Έτσι, ο αγγλόφωνος ελληνικής καταγωγής λογοτέχνης, για να καταστεί εμπορεύσιμος, αναγκάζεται να συμμορφωθεί ή να ευθυγραμμιστεί με ορισμένες ιδεολογικές ή κοινωνικές προδιαγραφές που προέρχονται εκτός, αλλά συνάμα εντός του χώρου όπου γαλουχήθηκε.

Θέματα όπως η τραυματική εμπειρία της μετανάστευσης, οι αγώνες για την διατήρηση της ελληνικής ταυτότητας ή οι ιστορίες με καθαρά ενδοπαροικιακό ενδιαφέρον δεν αφορούν την άρχουσα τάξη και, κατά συνέπεια, δεν γράφονται διότι δεν θα δημοσιευτούν. Αυτό που «πουλάει» είναι σενάρια «σύγκρουσης» παραδόσεων, γλωσσών και εθίμων, όπου κατά γενικό κανόνα, ο λογοτέχνης καλείται να παρουσιάσει τον ελληνικό πολιτισμό (ο οποίος αντιλαμβάνεται κατά γενικό κανόνα αποκλειστικά ως η αγροτική παράδοση των δεκαετιών του ‘50 και του ‘60 από το κατεστημένο) ως υποδεέστερο της άρχουσας τάξης, ως τροχοπέδη στην επιθυμητή πλήρη ενσωμάτωση στην ευρύτερη μετα-εθνοτική κοινωνία, και τελικά ως ηττημένο.

Υποσυνείδητα ή ακόμη και με επιβολή από εξωτερικούς παράγοντες, αγγλόφωνοι ελληνικής καταγωγής λογοτέχνες ωθούνται να εκφράσουν την υπόστασή τους με τοκενιστικούς ή στερεότυπους τρόπους. Καθ’ ομολογία της πολυτάλαντης Μαρίας Κατσώνη, για παράδειγμα, πιέστηκε από τον εκδότη της να αλλάξει τον τίτλο του βιβλίου της, που αρχικά ήταν «Ζωή σε μας», σε «Good Little Greek Girl» υφιστάμενη όλες τις εννοιολογικές συνέπειες που ακολουθούν μια τέτοια επιλογή.

Οπωσδήποτε, η σύγκρουση ταυτοτήτων και αφηγήσεων αποτελούν χαρακτηριστικό της οντοπαθολογίας όλων μας. Όμως, αν είναι φυσικό και αναγκαίο να ανταποκρινόμαστε και να συνδιαλεγόμαστε διακειμενικά και διαπολιτισμικά με όλες τις εθνοτικές, ταξικές, ΛΟΑΤΚΙ και γλωσσικές ομάδες που δραστηριοποιούνται στον ίδιο χώρο, αυτό δεν σημαίνει ότι αδυνατούμε να το επιτύχουμε διαμέσου της ελληνικής γλώσσας, ούτε ότι συνάμα δεν θα πρέπει να σεβαστούμε και να προωθήσουμε την ύπαρξη ενός ενδοπαροικιακού διαλόγου, δηλαδή, να παραδεχθούμε ότι υπάρχει μία εξίσου σημαντική αφήγηση, που ενώ έχει ερείσματα που υπερσκελίζουν γεωγραφικούς ορίζοντες, πηγάζει από εμάς και απευθύνεται (κυρίως) μόνο σε εμάς.

Και αυτό όχι μόνο ώστε να αποφευχθούν ανακρίβειες όπως αυτές που ειπώθηκαν από ορισμένους συμμετέχοντες στο αξιόλογο και ιστορικής σημασίας Φεστιβάλ Ελλήνων Λογοτεχνών (ότι, για παράδειγμα, οι Έλληνες της Αυστραλίας γράφουν με ρατσιστικό τρόπο για τους ιθαγενείς, αντικατοπτρίζοντας τις αξίες της άρχουσας τάξης, αγνοώντας τους αγώνες της προοδευτικής μερίδας της παροικίας και του έντυπου αυτού για κοινωνική χειραφέτηση, το λογοτεχνικό έργο του Θύμιου Χαραλαμπόπουλου ή τις κοινωνικές μελέτες του Γιώργου Βασιλακόπουλου και της Τούλας Νικολακοπούλου), αλλά ώστε να επισημανθεί ότι χωρίς την ύπαρξη της παροικίας, η οποιαδήποτε αξίωση σε «ελληνική», έστω σε «ελληνόχρωμη» λογοτεχνία, ώστε να περιγράψει την παρουσία μας ως εθνοτική ομάδα στην Αυστραλία, σε οποιαδήποτε γλώσσα, δεν γίνεται εφικτή.

Η παροικία, όπως την αντιλαμβάνεται κανείς, αποτελεί συνάμα τόπο αφετηρίας και επιστροφής για μια ενδελεχή λογοτεχνική συναναστροφή με το περιθώριο και με το κέντρο, με μια διαδικασία αντίστασης κατά του κατεστημένου σε έναν χώρο και σε μία γλώσσα που δεν μπορεί να ελεγχθεί πλήρως από την άρχουσα τάξη, καθώς με όλες τις πτυχές της αντιποδικής μας υπόστασης. Μία φωνή που αξιώνει να ασχοληθεί με την ελληνοαυστραλιανή ιδιότητα, δεν μπορεί να αγνοήσει το γεγονός ότι υπάρχει μία αξιοσέβαστη εσωτερική αφήγηση, που συνυπάρχει με τις πολλαπλές άλλες αφηγήσεις και αντικατοπτρίζει ζητήματα και ερεθίσματα, που αφορούν τις δικές μας ιδιαιτερότητες.

Η ιστορική αμνησία που φαίνεται ότι διακατέχει το σύνολο της παροικίας μας, εκδηλώνεται στο ότι έχουμε ως σημείο αρχέγονης αναφοράς μόνο την άφιξή μας εδώ. Τα βιώματα των Ελλήνων που προϋπήρχαν στον ίδιο χώρο δεν έχουν περάσει στη κοινή μας συνείδηση, τόσο μάλλον τα έργα των λογοτεχνών τους. Εντοπίζουμε ένα φαινόμενο παραγωγής λογοτεχνίας που δεν διαβάζεται. Ίσως, λοιπόν, η λωτοφαγική στάση ορισμένων αγγλόφωνων λογοτεχνών ελληνικής καταγωγής να αντικατοπτρίζει εντέλει μια παραδοσιακή αγωγή.

Όμως, ο κίνδυνος που διατρέχουμε όταν οι «εναλλακτικές» φωνές του περιθωρίου αξιώνουν να θεωρηθούν οι πλέον αντιπροσωπευτικές, είναι ότι προμηνύουν το ξεχαρβάλωμα μιας παροικίας που έως τώρα στηρίζεται και διατηρεί τη συνοχή της, πάνω σε μια κοινή συνείδηση, είτε καταγωγής είτε βιωμάτων είτε παραδοχής μύθων. Αν δεν βρούμε τρόπο να πλαισιώσουμε αυτές τις φωνές, να τις συμφιλιώσουμε ή, τουλάχιστον, να τις γνωρίσουμε στο ευρύτερο ενδοπαροικιακό λογοτεχνικό διάλογο, αυτός ο αυθεντικός πυρήνας ελληνικής λογοτεχνίας (και είναι αυθεντικός εφόσον οι αναζητήσεις των ελληνόφωνων λογοτεχνών είναι επικοινωνιακοί και πνευματικοί παρά επαγγελματικοί) μέλλει να χαθεί και να αντικατασταθεί από φωνές που δεν πείθουν ότι έχουν τη δυνατότητα να αναλύσουν, να αξιολογήσουν ή να αφομοιώσουν τον πυρήνα που τους έθρεψε.

Στη συζήτηση που έγινε στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Ελλήνων Λογοτεχνών, γύρω από το αν υπάρχει Ελληνοαυστραλιανός λογοτεχνικός κανόνας, ο Δρ Χρήστος Φίφης επικαλέστηκε την αίσθηση της κοινής ελληνικής συνείδησης της διαβίωσής μας στην Αυστραλία ως κριτήριο για την εντόπιση έργων (οποιονδήποτε γλωσσών) που θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν σε έναν τέτοιο κανόνα. Με αυτόν το γνώμονα, ίσως καιρός είναι να αναλογιστούμε τον τρόπο με τον οποίον προωθούνται τα έργα των παροικιακών μας λογοτεχνών στην ελληνόφωνη εκπαίδευση των ομογενών, και ευρύτερα ώστε να δημιουργηθεί η απαιτούμενη κοινή συνείδηση η οποία θα εξασφαλίσει το μέλλον.

Τοιουτοτρόπως, ίσως θα δοθεί η ευκαιρία στους αυριανούς λογοτέχνες, αν όχι να εκτιμήσουν, ή να ενστερνιστούν τα έργα αυτά, τουλάχιστον να γνωρίζουν ότι αποτελούν τμήμα της πνευματικής τους ταυτότητας, ώστε να μπορέσουν με αυθεντικότητα και ευαισθησία, να αντιπαραβάλλουν τα στοιχεία αυτά με τις τόσες άλλες πολιτιστικές τους ταυτότητες.

Νίκος Βέλμος (1890-1930), Φράσεις-σπαράγματα

Νίκος Βέλμος

Στρατής Δούκας

Λίγες μόνο φράσεις-σπαράγματα, ξεδιαλεγμένες μέσα από τα 75 γράμματα που στέλνει ο Βέλμος, κατά τα έτη 1921-1923, στον Στρατή Δούκα, πριν ξεκινήσει την έκδοση του “Φραγγέλιου”. Ένας μικρός θησαυρός!

***
Ω, τι φριχτά περνάει κανείς όταν δεν έχει μια μορφή να επαναπαύει τα μάτια του, όταν σε μια μορφή που δεν μπορεί να ιδεί κλίνει όλος ο θαυμασμός του!
***
Είναι πιο φρόνιμη και πιο ήσυχη η λύπη απ’ την απελπισία.
***
Και ποιος ερωτευμένος δε νομίζει τον εαυτό του έρημο;
***
Για του άλλου την αγάπη είμαστε σοφοί, του δίνουμε συμβουλές άχρηστες, ενώ για την αγάπη μας δεν κάνουμε ούτε για μαθητές μας.
***
Δεν πρέπει να ζει κανείς χωρίς έρωτα. Εν ανάγκη πρέπει να ερωτεύεται κανείς τον εαυτό του όταν δεν έχει τίποτ’ άλλο.
***
Πρόσεξε το συμβιβασμό. Είναι επούλωση αγιάτρευτης πληγής.
***
Πάει πια, έγινε ό,τι ήθελα! Βρέθηκε ο άνθρωπος που ’κλαψε για μένα!
***
Ένας μόνο πιστός μου μένει στον κόσμο, η άψυχη φύση. Και ο εχθρός μου: η σκέψη μου.
***
Τον πόνο του άλλου πολύ δύσκολα μπορούμε να τον φορέσουμε. Είναι ένα φόρεμα που δεν ξέρουμε πώς να το βάλουμε. Είναι φόρεμα άυλο.
***
Αν μπορούσαν οι άνθρωποι να συγκρίνουν τις δυστυχίες τους τότες δε θα ’σαν δυστυχισμένοι. Επειδή δεν μπορούν να το κάνουν κάθε δυστυχία τους όσο μικρή κι αν είναι τους φαίνεται υπερβολική στο μέγεθος.
***
Η καρδιά μου ξέρει ν’ αγαπά και να ονειρεύεται να την αγαπήσουν. Τι να το κάνει το δίκαιο; Πιο δίκαιο; Η ίδια η αγάπη είναι το δίκιο που το ’χουν όσοι αγαπούν.
***
Οι άνθρωποι κουράζονται με μια ιδέα όταν δεν πολεμούνε γι’ αυτή μ’ έναν έρωτά τους.
***
Η φιλοσοφία της δικαιολογίας είναι υπέρ της διατηρήσεως της δυστυχίας.
***
Ξέρω τόσο καλά τη δυστυχία, όσον οι σχολαστικοί τα νεκρά γράμματα.
***
Η Τέχνη μόνον τότε είναι ωραία όταν βασίζεται σε μια μεγάλη ηθική.
***
Ό,τι αγαπώ έχει μέσα μου ξεπέσει, δίχως να παύω να τ’ αγαπώ.
***
Η τιμωρία που μας δίνει η φύση είναι: να πιστεύουμε πως εμείς είμαστε όλη η φύση.
***
Μέλλον ετοιμάζει ο άνθρωπος του παρελθόντος.
***
Ζωή, μόνον Ζωή. Το πώς πεθαίνουν οι άνθρωποι το ξέρω• πως ζουν είναι δύσκολο.
***

*Στις φωτογραφίες Βέλμος και Δούκας ζωγραφισμένοι απ’ τον Φώτη Κόντογλου, την ίδια χρονιά, το 1923.

**Το πήραμε από τη σελίδα του Διαμαντή Καράβολα στο Facebook.

Χάσαμε την ψυχή μας στους συνωστισμούς, κύριε Γιώργο Μακρή

Μπαίνοντας με δέος στο οστεοφυλάκιο ενός ακατάτακτου ποιητή και φιλόσοφου

Ειρήνη Καραγιαννίδου

19 Φεβρουαρίου 2019

Ο Γιώργος Μακρής γεννήθηκε στην Αθήνα το 1923. Όπως συγκεκριμένα αναφέρει ο συγγραφέας και φίλος του, Λεωνίδας Χρηστάκης [1], ο Γιώργος Μακρής «…γεννήθηκε από καταπιεστικούς γονείς, μοναχογιός. Ο πατέρας του ήταν δικαστικός με εξουσιαστικές ροπές, δίκαζε ακόμη και στο σπίτι του».
.
[…] Η μαμά μας δε μας κατάλαβε ποτέ
Κι όταν κλαίγαμε μικροί στα ταξίδια μας
Μας έλεγαν «κοίτα τη θάλασσα, κοίτα τα δέντρα
Και κοίτα το παιδάκι που γελάει».
«Ακατανόητο ετούτο το παιδί» έλεγαν μεταξύ τους.
Ακατανόητοι, ακατανόητοι, ακατανόητοι,
Από πείσμα μείναμε μόνοι.
.
Μετά από ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα που συνέβη όταν ήταν έξι ετών, ο Γιώργος Μακρής σε όλη του τη ζωή βάδιζε με δυσκολία. Παρότι γράφτηκε στην Νομική σχολή Αθηνών, δεν φοίτησε ποτέ. Αντιθέτως, μαθαίνει Γαλλικά και Αγγλικά και διαβάζει μετά μανίας όλους τους ξένους συγγραφείς της εποχής εκείνης στην γλώσσα τους.
.
Τον Νοέμβρη του 1944, έγραψε και κυκλοφόρησε μεταξύ των φίλων του, την περιβόητη προκήρυξη του Σ.Α.Σ.Α [2], ένα κείμενο με τίτλο «Διακήρυξη Υπ. Αριθμόν 1», που καλούσε σε ανατίναξη των αρχαίων μνημείων, κατά κάποιον τρόπο σηματοδοτούσε την επιθυμία για την «απελευθέρωση» ιερών αρχέτυπων που τίθενται στην υπηρεσία διαφόρων πολιτικών στόχων. Η προκήρυξη αυτή υπήρξε ένα ανατρεπτικό καλλιτεχνικό μανιφέστο και ήταν ένα κείμενο που είχε την μορφή των κειμένων των Ντανταϊστών. Βάση του κειμένου αυτού, ως πρώτη καταστροφή δηλαδή, ορίστηκε η ανατίναξη του Παρθενώνα, «μας έχει κυριολεκτικά πνίξει…», – μιας και η Ακρόπολη από τότε, αποτέλεσε μέσα στα λοιπά και το σήμα κατατεθέν της εκμετάλλευσης – είτε στο επίπεδο των κατά καιρούς προγονολατρών, είτε σαν έμβλημα των αντίπαλων παρατάξεων της εποχής, είτε εκ μέρους των επισκεπτών που θαύμαζαν την ακρόπολη με βλέμμα απλώς τουριστικό -.

Έχοντας κοινή αισθητική και κοσμοθεωρητική άποψη, πως η καταστροφή κι η θνητότητα της μορφής των όντων περιλαμβάνονται στο περίγραμμα της ολοκλήρωσης της ζωής.Έχοντας βάλει σκοπό μας την καταστροφή του Παρθενώνος, μ’ απώτερο σκοπό την παράδοσή του στην ουσιαστική αιωνιότητα, που δεν είναι παρά η χωρίς επίγνωση ροή κι η πλούσια σε πιθανότητες αυτόματη μετασκευή της ύλης, που κακώς ονομάζουμε «χαμό». Αντιπαθώντας τη χρονική και ιστορική κατοχύρωση της Ακρόπολης, σαν κάτι ανήκουστο και ξένο προς τη ζωή. Νιώθοντας απαραίτητη την ανάγκη της αιωνιότητας στην τέχνη, μόνο κατά τη διάρκεια της ώρας της δημιουργίας. Καταλαβαίνοντας τον Φειδία, που έδωσε μεν στο έργο χρονοϊστορική υπόσταση, χωρίς όμως να είναι τίποτα παραπάνω στα πλαίσια της υποστασιακής αιωνιότητας, για την οποία δεν υπάρχει χρονική διάρκεια και που γι’ αυτήν ένα δευτερόλεπτο δεν έχει διαφορά από τρία δισεκατομμύρια αιώνες, χάρη στις βουλητικές της ιδιότητες και στη δυναμική της χροιά, που μόνο στ’ άτομα νοούνται και κανέναν δε νοιάζει ο αριθμός των ατόμων αυτών. Μισώντας τον Εθνικό Τουρισμό και τις εφιαλτικές- φολκλόρ αρθρογραφίες γι’ αυτόν. Νομίζοντας πως κάνουμε μια ανώτερη καλλιτεχνικά πράξη, όντας σίγουροι πως όλη η γελοία και ψεύτικη επιβίωση όχι μόνο δε συγκρίνονται, έστω και μειονεκτώντας, μ’ ένα λεπτό ενεργητικής δράσης κι απόλαυσης, αλλά και καλλιτεχνικά είναι βλαβερή, προετοιμάζοντας ερασιτέχνες περιηγητές και ευνούχους.

ΑΠΟΦΑΣΙΖΟΥΜΕ

Να θέσουμε ως σκοπό μας την ανατίναξη αρχαίων μνημείων και την προπαγάνδα κατά αυτών. Πρώτη καταστροφή ορίζεται η ανατίναξη του Παρθενώνα, που μας έχει κυριολεκτικά πνίξει. Η προκήρυξη αυτή δεν αποσκοπεί παρά να δώσει ένα μέτρο απ’ το σκοπό μας. Είναι ένα βλήμα που ξεκινάει με λίγες πιθανότητες για στόχο τους πολλούς, μα δεν που επιζητάει παρά ελάχιστους.

Γιώργος Βασιλείου Μακρής, Γενικός Διοργανωτής της ΣΑΣΑ (Σύνδεσμος Αισθητικών Σαμποτέρ Αρχαιοτήτων). Νοέμβριος 1944

Από το 1948 και μετά, ο Μακρής ζούσε σχεδόν μόνος του. Δεν ενδιαφερόταν για τίποτα και περιέφερε το σαρκίο του από καφενείο σε καφενείο και από στέκι σε στέκι, ξοδεύοντας τα χρήματα της μητέρας του και μετά μένοντας απένταρος για καιρό. «Ο Γιώργος Μακρής ήταν εκείνος που δήλωσε: «Η πρώτη γενιά συγκεντρώνει την περιουσία, η δεύτερη την συντηρεί και η τρίτη γενιά την τρώει. Εγώ ανήκω στην τρίτη!», αναφέρει ο Χρηστάκης [3]. Επιπλέον καταθέτει πως «Ήταν λιγομίλητος και με πολύ χιούμορ», γεγονός που καταφαίνεται σε πολλούς από τους στίχους του: […]τι μαλακίες χρειάζεται να πεις/για ν´ ατενίσεις απ´τα βάθη ενός κρεβατιού/ένα σουτιέν σε μια καρέκλα/ένα ζευγάρι κάλτσες στο χαλί.
.
[…] Τότε περνάει η όμορφη η Άννα η φαρμακερή
Φαρμακερά ωραία χείλη, μάτια φαρμακερά
Και μας σκοτώνει θηλάζοντας μας μ´ ένα φαρμακερό
Στήθος
Συνθλιβοντάς μας σαν άπραγα αλογάκια της Παναγίας
Και σβήνει γεμίζοντας ήλιο τα ρουθούνια της,
Πατώντας με φαρμακερό γατίσιο βήμα
Σφίγγοντας τα νύχια στη φούχτα που θέλουμε να φιλήσουμε.
Εξαφανισθείτε πιά για πάντα κι ελάτε πάλι αμέσως.
Τι θα γίνουμε!
Ωραία φαρμακερή Άννα, συνυφασμένη με το κάθε τι.
.
«Πάντα με ένα βιβλίο ή ξένο περιοδικό στο χέρι, αραγμένος στις καρέκλες των ζαχαροπλαστείων ή των καφενείων της πλατείας Κολωνακίου διάβαζε. Υπήρξαν περιπτώσεις που την έστηνε σε μια καρέκλα καφενείου και δεν σηκωνόταν ούτε μετά από εικοσιτέσσερις ώρες». Την μανία του Μακρή με το διάβασμα, «πιστοποιεί» και ο Κώστας Ταχτσής: «…Τι έκανε στα καφενεία μόνος του, ή μάλλον με την ψευδαίσθηση ότι δεν είναι μόνος; Μα – διάβαζε».
.
Πότε θα μαζέψω τον εαυτό μου κομματάκι-κομματάκι;
Ποτέ δεν θα μαζέψω τον εαυτό μου κομματάκι-κομματάκι.
.
«Το ίδιο γινόταν στο δωμάτιο που έμενε. Έγραφε κείμενα δικά του, μετέφραζε και αλληλογραφούσε με φίλους και γνωστούς. Τα γραπτά του ακουμπούσαν τις υπαρξιακές φιλοσοφίες της μεταπολεμικής εποχής. Τα ποιήματα του αντανακλούσαν τις περισσότερες φορές τις ψυχικές και συναισθηματικές καταστάσεις. Οι μεταφράσεις του όμως πλησίαζαν περισσότερο τις φιλοσοφικές του διαθέσεις. Οι ολοκληρωμένες ήσαν τρεις: Του Άλντους Χάξλεϋ, του Οκτάβιο Παζ και του Ζαν Μιρό» [4].
.
Καθότι η μετεμφυλιακή Αθήνα υπήρξε ανεπαρκής για να καλύψει όλες τις ιδεολογικές ανησυχίες του ακοίμητου Μακρή, μετοίκησε κάποια στιγμή στο Παρίσι, επειδή θεωρούσε πως εκεί η ζωή ίσως να πλησιάζει περισσότερο το όραμά του. Τι μαρτυρική ψυχή ζει το καλοκαίρι!/ Ποιος δεν το ευχήθηκε να γίνει αστραπή./ Φέτο ασχοληθήκαμε με το τι θα πει/ Να χτυπάς γροθιά στο μαχαίρι. Μα και στην Γαλλική πρωτεύουσα τα πράγματα δεν ήρθαν όπως ο ποιητής τα οραματίστηκε. Υπάρχει ένα απόσπασμα και πάλι σε βιβλίο του Λεωνίδα Χρηστάκη [5], που αναφέρεται στην εμπειρία που είχε ο Μακρής στο Παρίσι: «Δυστυχώς γι’ αυτόν, όμως, προσγειώνεται ανώμαλα, όταν μόνο για την εκστόμιση δημοσίως δύο φράσεων, τρώει εκεί δύο φορές άγριο ξύλο. Τη μία από τους μπάτσους (φλικ) όταν βλέποντας να δέρνουν ένα κοριτσάκι τους κράζει: «Ες Ες»!. Και την άλλη, τον πατάνε κάτω “τακτοποιημένοι πολίτες και νοικοκυραίοι” γιατί βλέποντας μια πορεία διαμαρτυρίας, βροντοφωνάζει: «Ζήτω η Αλγερία”.
>

Μα πόσες ποικιλίες θανάτου έχω διαβεί!
Πέθανα άπειρες φορές από ασιτία μορφάζοντας ξαπλωμένος στο λιθόστρωτο […]
Έντομο ασήμαντο εγώ, είδος ανωφελούς κώνωπος.
.
Ο Γιώργος Μακρής άφησε ελάχιστη γραπτή λογοτεχνική παρουσία με τη μορφή δημοσιεύσεων σε περιοδικά κατά τη διάρκεια της ζωής του και δεν επεδίωξε ποτέ του να εκδώσει κανένα έργο του. Δεν εννοούσε να διακινδυνεύσει, ούτε και για τον υψηλότερο σκοπό, την ασφάλεια της απόλυτης ελευθερίας της σκέψης του, που ήταν γι’ αυτόν το υπέρτατο αγαθό [6].
.
Ο ποιητής, έως τον θάνατό του, δημοσίευσε μόνο ένα κείμενο με την υπογραφή του, – την μετάφραση του ποιήματος «Πέτρα του Ήλιου» του Octavio Paz -, στο πρώτο τεύχος του περιοδικού «ΠΑΛΙ», καθώς και το «Προοίμιο» στο ίδιο τεύχος, που όμως είχε αρνηθεί να το υπογράψει. Όταν ο Λεωνίδας Χρηστάκης, -όπως ισχυρίζεται ο ίδιος-, προσπάθησε να τον προτρέψει να συμμετέχει λίγο περισσότερο στα λογοτεχνικά δρώμενα, απάντησε ο ποιητής: «Λεόν, υπάρχει τόση ψευτιά γύρω μας που εμείς θα συντριβούμε μόλις θα ξεκινήσουμε».
.
Σήμερα κυμαίνομαι πάλι, δίχως να παίρνω μια απόφαση
κυμαίνομαι και σήμερα
δεν μας ενδιαφέρει ανάμεσα σε τι κυμαίνομαι.
Είμαι ένα γυαλιστερό εκκρεμές.
Ίσως μονάχα αυτή η κύμανση να υπάρχει.
Μια κυρία με στόμα σοβαρό σηκώνεται από τον πάγκο
και λέει στα άνθη με την κλειστή της ομπρελίτσα.
Μα εγώ προχωρώ λυπημένος
χωρίς να ξέρω τι να λέει ακριβώς.
Θυμάμαι διάφορα πρόσωπα σε καταστρώματα σκαφών.
Ούτε κι αυτό εντελώς δε θυμάμαι…
.
Αν ασχοληθείς με την τέχνη, έγραφε το 1941 σε ένα γράμμα του, πρέπει να ‘χεις τη δύναμη ν’ απαλλαχτείς από την άμεση επιρροή της, έτσι ώστε, αργότερα κι αν σε κυριέψει, να μπορείς να έχεις τη σκέψη σου ελεύθερη.
.
Ο Μακρής, αν και γνώριζε την αξία που έχει η λεπτομέρεια όχι μόνο στην ζωή αλλά και στον γραπτό λόγο και εκτιμούσε την σπουδαιότητα του ρυθμού, κυρίως ως έξοχος χρήστης του ελεύθερου στίχου, συχνά πυκνά παραμελούσε τα στοιχεία αυτά, με αποτέλεσμα να ασκεί αυτοκριτική στις εκφραστικές αδυναμίες των στίχων του, σημειώνοντας κάτω από κάποια γραπτά του, «style προς αποφυγήν».
.

Τελικώς, τα γραπτά του Γιώργου Μακρή, κυκλοφόρησαν το 1986 σε επιμέλεια του ποιητή Ε. Χ. Γονατά. Το περισσότερα απ’ αυτά βρέθηκαν και διασώθηκαν από τον ξάδερφο και φίλο του, Άγγελο Καράκαλο, και παραδόθηκαν στον Γονατά μέσα σ’ ένα τσουβάλι. Όπως γράφει ο επίσης φίλος του Μακρή, ο ποιητής Τάσος Δενέγρης, «[…]Η παρουσίαση των γραπτών του είναι ίσως ο μοναδικός τρόπος να βοηθήσει εκείνους που δεν τον γνώρισαν, κάτι να νιώσουν και να πληροφορηθούν, από πρώτο χέρι, για τον μεγάλης αξίας πνευματικό αυτόν άνθρωπο[…]».
.

Διατρέχοντας κανείς τις σελίδες του βιβλίου που επιμελήθηκε ο Γονατάς, – με τα ποιήματα, τα ημερολογιακά του σημειώματα, τα αφηγήματα, τις φωτογραφίες, την αλληλογραφία, τις μεταφράσεις του Γιώργου Μακρή και τα κείμενα που γράφουν γι’ αυτόν οι φίλοι του, δεν μένει αμφιβολία πως πρόκειται για έναν διανοούμενο που έζησε όχι μόνο μέσα στα δικά του έργα, αλλά και στην ψυχή και στα δημιουργήματα των ανθρώπων που τον αντάμωσαν. Γιατί ο Μακρής, αν και «αστικός ερημίτης», είχε μονίμως τα μάτια του στραμμένα στον άλλον, στον Άνθρωπο. Κατά τα άλλα είμαστε οι ίδιοι/ Φορώντας όλη μέρα ένα ρούχο/ Με κόκκινα κουμπιά/ Με τσέπες φαρδιές/ Με μαλλιά σκονισμένα/ Τρέχοντας να χαϊδέψουμε Σκυλιά.
.
«…Ο Γιώργος Μακρής δεν έγραφε: μιλούσε. Πιστός στην πιο ελκυστική από όλες τις γοητείες του σωκρατισμού, ο Μακρής περνούσε τις μέρες και τις νύχτες του – ιδίως αυτές -, σε ένα από τα τραπεζάκια της πλατείας Κολωνακίου, θρονιασμένος σαν άστεφος βασιλιάς ανάμεσα στον όμιλο των μαθητών του, κάνοντας την καλύτερη δυνατή χρήση που μπορούσε να κάνει άνθρωπος της μεγαλύτερης θεϊκής δωρεάς του: του έναρθρου λόγου! Και τι δεν είχε να πει!», αναφέρει ο Θεόφιλος Δ. Φραγκόπουλος, και συμπληρώνει στο μελέτημα που έγραψε μετά τον θάνατο του Μακρή, πως ήταν «ο πιο πρωτοποριακός διανοούμενος» που είχαν, ενώ ο Αλέξης Ακριθάκης σημειώνει: «Ειδικά για τον Μακρή, ήθελα να πω, ότι έπαιξε τον πιο δυνατό, το πιο καταλυτικό ρόλο επάνω μου…Ο Γιώργος Μακρής υπήρξε ο μεγαλύτερος δάσκαλος μου. Γιατί σαν φιλόσοφος που ήταν, μου έμαθε ότι η ζωγραφική δεν είναι γνώση αλλά παρατήρηση της ζωής μέσα από έναν ελεύθερο τρόπο ζωής. Κι όταν λέμε «ελεύθερο», εννοούμε όλα τα πράγματα της ζωής, όλες τις έννοιες, όλες τις πτυχές. Ήτανε αυτός, που πέρα από τους καλούς ή κακούς επηρεασμούς που μπορεί να είχε σ’ έναν έφηβο της γενιάς του 60, μου έμαθε το πιο βασικό στην ζωή: Ζωγραφική. Να βλέπω και όχι να ζωγραφίζω- κι έτσι ζωγράφισα, έζησα, ζωγραφίζω» [7].
.
[…] Όταν κοιμάμαι ιδρώνω και βλέπω να περνάει
μια σεβαστή κυρία κρατώντας ένα πηρούνι,
έναν εσταυρωμένο, ένα μανιτάρι και λέει:
» Εγώ ειμί «, και γελάει για να φοβηθώ.
Τη νύχτα αυτή περπατάω με το στόμα ανοιχτό.
.
Ο Ε.Χ. Γονατάς, γράφει στην εισαγωγή του τόμου: «Σε μια σημείωσή μου για τον Γιώργο Μακρή, δημοσιευμένη τον Φεβρουάριο του 1980, βεβαίωνα πως τα γραπτά του έχουν ανεπανόρθωτα χαθεί[…]. Όταν ήρθε στο σπίτι μου ο Α. Καράκαλος και μου παρέδωσε θριαμβευτικά το μαγικό εκείνο τσουβάλι με τα χαρτιά του Μακρή, όσα είχε καταφέρει με μύριους κόπους να περισώσει, και μου ζήτησε ν’ αναλάβω τη φροντίδα της επεξεργασίας, της αποκατάστασης και ταξινόμησής τους για μια μελλοντική δημοσίευση, δέχθηκα με συγκίνηση και ευγνωμοσύνη την πρότασή του, θεωρώντας ότι θα εκπλήρωνα ένα χρέος στη μνήμη του φίλου μου· από την πρώτη όμως κιόλας στιγμή ένιωσα δισταγμό και αβεβαιότητα για το κατά πόσον όλα αυτά τα χαρτιά που ο Μακρής δεν τα προόριζε παρά μόνον για τον εαυτό του, ήταν επιτρεπτό να έρθουν, δίχως τη συγκατάθεσή του, στο φως της δημοσιότητας[…]. Η σκέψη όμως, πως ο Μακρής τίποτε δεν κατέστρεψε, -ούτε το παραμικρό χαρτάκι από τα γραπτά του-, και ότι όλα του σχεδόν τα κείμενα, -τουλάχιστον της πρώτης του νεότητας-, που γνωρίζαμε και θυμόμαστε, βρέθηκαν φυλαγμένα και συγκεντρωμένα…, αν και δεν προτρέπει βέβαια τους φίλους του ν’ αναλάβουν για λογαριασμό του μια προσπάθεια που ο ίδιος, με πικρή αυτογνωσία, δηλώνει πως δεν μπορεί και δεν θέλει ν’ αποτολμήσει, δεν φαίνεται όμως και να τους την απαγορεύει….».

Ο Άγγελος Καράκαλος, σε συνέντευξη που έδωσε τον Φλεβάρη του 2003 [8], αποκάλυψε ότι το ποίημα «Εμείς οι Λίγοι», είναι της Λένας Τσούχλου. Η μαρτυρία του Καράκαλου, αλλά και άλλες μαρτυρίες, όπως της Ιωάννας Χατζηνικολή και Φώφης Τρέζου, δεν αφήνουν καμία αμφιβολία ότι το ποίημα ανήκει στην Λένα, και ότι είναι τελικά του 1946 και όχι του 1950, όπως χρονολογείται λανθασμένα τελικώς από τον Γονατά στο βιβλίο «Γραπτά Γιώργου Μακρή».

Ο Γονατάς, περιγράφει εξάλλου – όχι μόνο την συγγραφική δραστηριότητα του Γιώργου Μακρή -, αλλά και την δυσκολία του εγχειρήματος της επιμέλειας: «[…]Υπάρχουν κείμενά του που έχουν γραφτεί σε κουτιά από τσιγάρα, σε καταλόγους εκθέσεων ζωγραφικής, σ´ επιστολόχαρτα ξενοδοχείων και καφενείων του Saint Germain de pres, σε φακέλους επισκεπτηρίων, σε ακυρωμένα δελτία τροφίμων της κατοχής,…ένα κείμενό του είναι γραμμένο πίσω από μια κιτρινισμένη παιδική του φωτογραφία. Οι διαχωρισμοί των στίχων του σε πολλά ποιήματά του καθορίζονται από το φάρδος του χαρτιού που γράφει[..]. Οι άθλιες συνθήκες συντήρησης των χειρογράφων του, καθιστούν προβληματική την ανάγνωσή τους, που την μεταβάλλουν συχνά σε αποκρυπτογράφηση».
.
Κάθε φορά που ένα νέο ον εκβάλλεται από τον Παράδεισο, του δίνουν κι ένα τετράδιο με το πρόβλημά του, για να το λύσει στη ζωή του. Ε, λοιπόν, εγώ το δικό μου τετράδιο το πέταξα από την αρχή!

.
Στις 31 Γενάρη του 1968, ο ποιητής αυτοκτόνησε πέφτοντας από την ταράτσα της πολυκατοικίας όπου έμενε στη γωνία των οδών Μιχαλακοπούλου και Σεμιτέλου. Αναγνωρίστηκε από το διαβατήριο που βρέθηκε στην τσέπη του. Ο πικραμένος αυτός που γεννήθηκε κάμποσα χρόνια/ύστερα από κείνον που βρήκε κι από κείνον που έχασε/ στέρεψε πια αφού βασανίστηκε να βρει μίαν έξοδο./ Τέλος η μόνη έξοδος δεν ήταν παρά η ακινησία του.
.
[…] Είμαστε οι ρίζες των δέντρων που ξάπλωσαν
Ο αέρας που κουνούσε πάνω τους τα φύλλα
Άδειοι στρατώνες οι ψυχές μας, μυρίζουν
Το φθινόπωρο περ’ απ’ το δάσος.
Η βροχή μυρίζει, τα φύλλα μυρίζουν
Η γη μυρίζει.
Οι νέοι άνθρωποι φεύγουν
Τα παραθυρόφυλλα κλείνουν.
Το άλλο καλοκαίρι θα ευθυμήσουμε.
Είμαστε οι άνθρωποι που έμειναν
Είναι κι αυτό κάτι […]
.
Τρεις ή τέσσερις φορές είχε αποπειραθεί ο Μακρής να αυτοκτονήσει. Ο Χρηστάκης και πάλι, αναφέρει χαρακτηριστικά: «Από το 1965 άρχισαν οι τάσεις για αυτοκτονία. Εάν προσθέσουμε και μερικές αδικαιολόγητες συγκρούσεις με το αυτοκίνητο του, οι απόπειρες ήταν επτά αλλά ανεπιτυχείς. Στο τέλος του Γενάρη του 1968 ήρθε σπίτι μου μεσημέρι. Ήταν χλωμός και αδυνατισμένος. Φάγαμε και αμέσως μετά μου είπε: «Είναι ντροπή να μην μπορώ να δώσω ένα αποφασιστικό τέλος στη ζωή μου«, κι έφυγε. Του τηλεφωνούσα συνέχεια. Δεν απαντούσε. Αργά στις 31 του ίδιου μήνα μου τηλεφώνησαν ότι έπεσε από την ταράτσα του σπιτιού του».

Κοιμήθηκα βαθιά, ολομόναχος, κι ονειρευόμουν τον παράδεισο όπου δεν καταφέρνουμε να βρεθούμε, από βλακεία μας, έγραφε ο Μακρής. Ξαναβουτάω στη θάλασσα στις έξι το πρωί, ακριβώς την ώρα που ανατέλλει ο ήλιος. Ξεπλένομαι απ’ όλα μέσα στο ΟΛΟΝ, και υπόσχομαι να είμαι ευτυχής. Ο θάνατός του αντιστοιχεί προφανώς στη ζωή που έζησε, ακραία και ποιητική. Μη σε νοιάζει, θα κατέβω αμέσως, λέγεται κατά μία φήμη ότι απάντησε στον θυρωρό που τον ρώτησε πού πηγαίνει όταν ανέβαινε τα σκαλοπάτια για την ταράτσα.
.
Είμαστε πάντα εκεί
Που ζουν οι αιώνιοι άνεμοι και οι θάλασσες οι φιλικές
Ο αγώνας τους και μεις για να παρατηρούμε.
Έχουμε την απόλαυση του θεάματος
Μιας κινητής σειράς μεταλλικών ράμφων
Όπου αέναα τον άνεμο δολοφονούν
Κι αυτός πάντα προτάσσει εν’ άλλο στήθος.
.
Τα λόγια του Νάνου Βαλαωρίτη, ας συμπληρώσουν ετούτη την αναψηλάφηση: «Ο Γιώργος Μακρής υπήρξε στην ζωή του ένας δανδής. Περιφρονούσε τα πεπατημένα. Προκαλούσε την καταστροφή. Είχε μια μεγαλοπρέπεια που λίγοι άνθρωποι την έχουν. Έπαιρνε τη ζωή του στα σοβαρά, ενώ άλλοι την υποτιμάνε επίτηδες για να επιζήσουν[…]. Για τον έναν ήταν ο ξενύχτης που τριγύριζε σε απίθανα μέρη, ο νομαδικός περιπλανώμενος, για άλλον ήταν ο τσίφτης, ο διανοούμενος φιλόσοφος, ο περιπατητικός, για έναν τρίτον ήταν ο σύντροφος πολυδιαβασμένος, γι ´ άλλους η γοητεία, το πνεύμα του». Αλλά ίσως τελικά για το τι ακριβώς ήταν ο Μακρής, ν´ απαντά ο ίδιος ο ποιητής για λογαριασμό του, με τους χαρακτηριστικούς του στίχους : Τα πάθη είναι γνώση, μα και η άρνησή τους / άλλα πεδία γνώσεως προσφέρει. / Ζήσε παράλληλα τις δύο καταστάσεις / αν θέλεις να μη ζήσεις ούτε μια. / Κι αν πάλι δεν μπορείς να αποστρέψεις / το πρόσωπό σου ολοκληρωτικά / εμείς θα σε δεχτούμε με ζεστά τα βλέφαρα / αδύνατοι άνθρωποι, /έχοντας νοσταλγήσει τον Χριστό / μα και την ειδωλολατρία ταυτοχρόνως· ή «οι βάτραχοι και τα τριζόνια, η σκάλα που τρίζει, κάτι γαβγίσματα μακρινά, να δώσαν τη μόνη απάντηση που αξίζει…».
.
Ο φίλος μου Γιώργος Μακρής

άνοιξε ένα μικρό κατάστημα με ψιλικά
Πελάτες του είναι όλοι όσοι σ’ αυτό τον κόσμο
τον βασάνισαν
Πελάτες του δεν είναι όσοι αυτός βασάνισε-
Δικάστηκε

κι έχει αθωωθεί. [9]

Μίλτος Σαχτούρης

Παραπομπές:

[1]Λεωνίδας Χρηστάκης, «Η ιστορία της αλητείας», επανέκδοση εκδ. Στύγα, 1991

[2]Σύνδεσμος Αισθητικών Σαμποτέρ Αρχαιοτήτων

[3]Λεωνίδας Χρηστάκης, Γιώργος Μακρής: Είμαστε προάγγελοι του χάους, εκδ. Χάος και Κουλτούρα, Σειρά: Οδηγός αναγνώρισης κίτρινων προσώπων, αρ. 1, 1992
.
[4]Λεωνίδας Χρηστάκης, «Η ιστορία της αλητείας», επανέκδοση εκδ. Στύγα, 1991
.
[5]Λεωνίδας Χρηστάκης «Οδηγός Αναγνώρισης Κίτρινων Προσώπων», εκδ. Τυφλόμυγα, 2014
.
[6]Από την εισαγωγή «Γραπτά Γιώργου Β. Μακρή», επιμ. Ε. Χ. Γονατάς, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1986
.
[7]Σημείωση του Αλ. Ακριθάκη με ημερομηνία Κηφισιά 8 Νοεμβρίου 1983

[8]Μανώλης Νταλούκας, Αναδημοσίευση 10/3/2004, Ιστορία της ελληνικής νεολαίας, blog freedomgreece

Βοηθήματα:

-«Γραπτά Γιώργου Β. Μακρή», επιμ. Ε. Χ. Γονατάς, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1986

-Λεωνίδας Χρηστάκης, “Οδηγός Αναγνώρισης Κίτρινων Προσώπων”, εκδ. Τυφλόμυγα, 2014

-Λεωνίδας Χρηστάκης, Γιώργος Μακρής: Είμαστε προάγγελοι του χάους, εκδ. Χάος και Κουλτούρα, 1992, Σειρά: Οδηγός αναγνώρισης κίτρινων προσώπων, αρ. 1
.
-Λεωνίδας Χρηστάκης, «Η ιστορία της αλητείας», επανέκδοση εκδ. Στύγα, 1991
.
-Δημήτρης Γιαννακόπουλος, «ο ειδικός της γενικότητας»

-Θανάσης Μουτσόπουλος (επιμ.), «Το Aθηναϊκό Underground (1964-1983)», Athens Voice Books, Αθήνα 2012

-Περιοδικό «Η Λέξη», τχ. 19, Νοέμβρης 1982

*Αναδημοσίευση από εδώ: http://1-2.gr/2019/02/19/hasame-thn-psyhh-mas-stoys-synostismoys-kyrie-giorgo-makrh/?fbclid=IwAR0hLzfg3N9dgIdPEc2JdIEpDDtwXFoqplaBSOZ3eWY_dzjzFkkYq69TqKk

Κίνημα του Κυνικού Υπερρεαλισμού, Απάντηση στον Π. Ένιγουέι

Ευχαριστούμε πολύ τον φίλο Π. Ένιγουέι ή Δρ. Χάουζ ή Διονύση Σουρλή που, πριν προλάβουμε να κάνουμε κάτι δημόσια ως Κυνικοί Υπερρεαλιστές, φρόντισε να μας κάνει γνωστούς σε όλο τον καλλιτεχνικό / λογοτεχνικό χώρο, με ένα αδικαιολόγητα – δήθεν σαρκαστικό – κειμενάκι, που φρόντισε να βγάλει όλη του τη χολή, χωρίς όμως να το στηρίζει νοηματικά ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο! Θα έλεγε κανείς πως το κάνει καλοπροαίρετα με σκοπό να θίξει τον εαυτό του και να προβάλει εμάς που τόσο μας γουστάρει! Ένα κείμενο που δεν είναι καν διήγημα ή μικροδιήγημα, όπως το αποκαλεί, αλλά ένα έκτρωμα δίχως ίχνος ευφυΐας! Και όλο αυτό, βασισμένο στο μανιφέστο του Κυνικού Υπερρεαλισμού – στο οποίο πολύ θα ήθελε να ήταν μέλος, αλλά δεν τολμά λόγω ζήλιας ψώρας που γέμισε όλη η χώρα! Η ματαιοδοξία του και η αυτοπροβολή του, ξεπέρασε κάθε προηγούμενο! Ω! Θα βάλω ένα θαυμαστικό ακόμα! Και φυσικά τον ευχαριστούμε πολύ γι’ αυτό! Ω!

Παρ’ όλα αυτά, ως σκύλοι φιλοσοφικά (κι ας είμαστε αίλουροι κυνικά), δεν μπορούμε παρά να αδιαφορήσουμε χτυπώντας τον με Κυνικό Υπερρεαλισμό. Οι ανυπόστατες βλακείες του, το μόνο που κάνουν, είναι να μας διασκεδάζουν! Να μας δίνουν τροφή για χλεύη και να μας προβάλουν!
Παίρνουμε τη σκυτάλη λοιπόν και απαντάμε με το ίδιο το μανιφέστο, το οποίο έχει γραφτεί, τόσο σκωπτικά, όσο και σοβαρά, από όλους εμάς τους Κυνικούς Υπερρεαλιστές – έτσι, για να σκάσει από τη ζήλια του!

Για τους υπόλοιπους αναγνώστες, προσοχή! Υπάρχουν νάρκες!

Μανιφέστο Κυνικού Υπερρεαλισμού


*
Αγάπη μόνο! Εβίβες Πάντα!


*
Αρχική διακήρυξη 


Η πρώτη έμπνευση συνέβη σαν θαύμα ή μπορεί και ως ατύχημα, τυχαία, σε κάποια παρουσίαση, όπου κάποιοι σχολίασαν ό,τι άκουσαν ως ρεαλισμό. Ο Ποιητής αντέδρασε “Δεν είναι αυτό που κάνω ρεαλισμός, αλλά Κυνικός Υπερρεαλισμός!”. Έτσι για πλάκα. Κι έτσι, χωρίς να το αντιληφθεί κανείς, γεννήθηκε ένα νέο καλλιτεχνικό κίνημα. Και όρισε αμέσως ένα σωρό πράγματα, συν το χαρακτηρισμό της εποχής που ζούμε. Αυτό είναι! Κυνικός Υπερρεαλισμός ως ουσία της πραγματικότητας, αλλά και ως ουσία του ονείρου και όλων αυτών που ταξιδεύουν αντίθετα στο ρεύμα, και προσδοκούν έναν κόσμο καλύτερο, ή καλύτερα, έναν κόσμο που να μπορούν να χωράνε.

Κάπως έτσι ο Κυνικός Υπερρεαλισμός, χωρίς να ρωτήσει κανέναν, άρχισε να αποκτά οντότητα. Σκατά στη σοβαρότητα των διακηρύξεων και μανιφέστων! Ότι γεννιέται έχει τη δική του δυναμική και προχωράει μόνο του, κόντρα στη γελοιότητα του κόσμου και της εποχής.
Και είχε πλάκα και αυτό κάναμε ούτως ή άλλως κι έτσι απλά το ακολουθήσαμε πριν καν το ονομάσουμε.
Φταίγανε τα καινά μας δαιμόνια! Έτσι όλη η γνώση και η σοφία μας δόθηκε απλόχερα κι εμείς ακολουθήσουμε τους εαυτούς μας για να βρεθούμε τελικά, στη διάσταση την οποία ήδη υπήρχαμε.

Κυνικός Υπερρεαλισμός: δύο λέξεις συνουσιάζονται και γεννούν τέχνη, φυσικά ψυχεδελική που μπορούν να διευρύνουν τη συνείδηση και να μας μεταφέρουν σε άλλους κόσμους. Ενάντια στην αθλιότητα του καθωσπρεπισμού, αγαπάει τον απλό τρόπο σκέψης και τον ψυχικό αυτοματισμό που εκφράζει με ποιητική γραφή, καθώς και με προφορικό λόγο ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, καλών ή κακών τεχνών, την αδιαμφισβήτητη ουσία αυτού του οποίου είναι και είμαστε.

Η λέξη Κυνικός έρχεται σε αντίθεση με τον υπερρεαλισμό, όχι για να τον αλλάξει, αλλά για να επανορίσει την ουσία του, και η λέξη υπερρεαλισμός, μένει αβοήθητη κάτω από την κυνική διάθεση και φιλοσοφία, αλλά κρατώντας ωστόσο την ουσία της. Δεν αντιτίθενται μεταξύ τους αλλά επανορίζει το ένα την έννοια του άλλου, κι εμείς είμαστε εδώ για να καταστρέψουμε και να καταστραφούμε. Έτσι ορίζουμε την τέχνη μας και τους εαυτούς μας κάνοντας τραμπάλα σε ταράτσες ετοιμόρροπων σπιτιών, από τα αστικά τοπία, σε όλη τη φύση, βουνά, λαγκάδια και παραλίες γυμνιστών. Πιάσε μας αν μπορείς!

Πρόθεση μας είναι να καταργήσουμε τη νέα τάση της εποχής τύπου: “ποίηση” ως δυσνόητα αποκυήματα του εγκεφάλου και να επανορίζουμε την ευνόητη στάση του άθυρμα συντριμμένου βάζου, εμείς κύμβαλα που αλαλάζουν.
Ζούμε και δημιουργούμε σύμφωνα με τη φύση και με γνήσιο ψυχικό αυτοματισμό.
Αβίαστη έκφραση με όποιο μέσο, πέρα από όρια και περιθώρια.
Καταργούμε όλες τις έννοιες ξαναχτίζουμε τις λέξεις γιατί απλά μπορούμε και γιατί έτσι γουστάρουμε, να καπνίζουμε γνώση, να μεθάμε ποίηση, να είναι ρε αδερφέ η τέχνη το παραισθησιογόνο μας, να ενοχλούμε τους εφησυχασμένους και να διαλύουμε τις νιρβάνες τους!

διακηρύσσουμε ότι: 



1. Δεν έχουμε καμία σχέση με το «πάντα» ούτε με το «τίποτα». Αλλά μπορούμε να χρησιμοποιούμε τα πάντα για να φτάσουμε στο τίποτα. Το απόλυτο δεν υπάρχει, το στέρεο καταργείται , η ρευστότητα επανέρχεται

2. Είμαστε αποφασισμένοι να γκρεμίσουμε ότι χτίστηκε με παραπληροφόρηση, παρερμηνεία και παρ’ το αυγό και κούρευτο, από ολόκληρο τον κόσμο μέχρι ολόκληρη τη γλώσσα.

3. Είμαστε αποφασισμένοι να γκρεμίσουμε τον άνθρωπο για να ξαναχτίσουμε τη ζωή.
4. Είμαστε αποφασισμένοι να κατακτήσουμε την ευδαιμονία – και θα το κάνουμε γιατί ξέρουμε.

5. Είμαστε αποφασισμένοι να αγαπιόμαστε με όλα τα ορατά και αόρατα πλάσματα του σύμπαντος.

6. Η επανάσταση είναι πράξη καθημερινή και ξεκινάει με το πρώτο σκοτάδι της ημέρας ή με το πρώτο φως της νύχτας από τον εαυτό μας. Καθημερινά γκρεμίζουμε κάθε στερεότυπο που δομήθηκε την προηγούμενη με ή χωρίς τη συναίνεση μας.

7. Ορίζουμε ξανά την ουσία στη ζωή και τη συνουσία, καθώς και το οινόπνευμα ως οίνο του πνεύματος.

Ο Κυνικός Υπερρεαλισμός είναι καλλιτεχνικό κίνημα, είναι κατάσταση, είναι η ποίηση της ύπαρξης με μαγκούρα στο κεφάλι σε κάθε συντηρητισμό, περιορισμό, ευνουχισμό και γενικότερα ισμό! Το δικό μας το ισμό επιτρέπεται για να καταργήσει όλα τα άλλα!

Στον Κυνικό Υπερρεαλισμό δεν υπάρχει καμία απόλυτη αλήθεια και δεν δέχεται καμία επιβολή. Στέλνει αυστηρή προειδοποίηση σε μικροαστούς και φασίστες, σε όποια τρύπα και αν είναι χωμένοι: κάθε συνουσία που αποσκοπεί στον πολλαπλασιασμό σας θα μας βρίσκει αντιμέτωπους. Να προσέχετε τη διαγωγή σας ρε πνευματικά απόβλητα, κανένα παραστράτημα δεν πρόκειται να μας διαφύγει!

Κυνικός υπερρεαλισμός είναι: να είσαι ο εαυτός σου κόντρα στα πάντα.
Ο κυνικός υπερρεαλισμός προέκυψε γιατί υπήρχε πάντα
Κυνικός υπερρεαλισμός είναι αυτό που κάναμε και κάνουμε χωρίς τίποτα
Κυνικός υπερρεαλισμός είμαστε εμείς
Άρα εμείς είμαστε ο κυνικός υπερρεαλισμός

Και μη ξεχνιόμαστε: Σκατά και ξύλο στους φασίστες!
Εβίβες σε απανταχού ρεμάλια και φίλους του Κυνικού Υπερρεαλισμού!

Υπογράφουν οι συνένοχοι:

Βίκυ Βανίδη
Χρήστος Αντισθένης Ζάχος
Πεφτούλιος Μαρθόγλου
Γιώργος Μικάλεφ
Νίκος Ζαννής
Ιωάννα Πλέσσα

Υ.Γ. Όσοι θελήσουν να μπουν στο κίνημα του Κυνικού Υπερρεαλισμού, να προσκομίσουν μια δήλωση του νόμου 501, εξετάσεις ούρων, αίματος και τριχών, απόδειξη θητείας στο Δρομοκαΐτειο και απάντηση θα πάρουν εφόσον εξετάσουμε το αίτημά τους μετά από 6 μήνες!

VIVA LA CYNIC SURREALISM!!!