Πάνος Κυπαρίσσης, Έξι μικρά ποιήματα

ΝΗΠΕΝΘΗ

Διάφανα νήματα βροχής

Μακρόσυρτες βουβές συλλαβές
φιλούν τη γη και μέσα της πεθαίνουν

*

ΝΕΚΡΗ ΦΥΣΗ

Μαύρο σκυλί
βόσκει τ’ ασήμαντο

*

ΜΕΤΑΛΛΑΓΗ

Τι γυρεύ’ η ύλη και πλάθει κάποτε ζωή;

Αποχτά μυαλό και πανικό
χάνει χρόνο κι αίμα

*

ΤΗΣ ΤΥΧΗΣ

Τ’ άνθη στα ρείθρα επιμένουν

Ωστόσο δεν ξέρουν τίποτα
Για την τυχαία σκόνη που τα θρέφει

*

Η ΗΛΙΚΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Αν τολμήσεις να φανείς
ίσως να μ΄ αφοπλίσεις

*

ΕΓΓΕΝΩΣ

Υπόρρητη γλώσσα, σκοτεινή
το νου μου μάχεται
την άμαθη ψυχή και τη ραγίζει

*Από την ενότητα “Το σώμα” που περιλαμβάνεται στη συλλογή “Μαύρο βαμβάκι”, Εκδόσεις Μελάνι, Δεκέμβριος 2009.

Νίκος Χρηστίδης, Βρυχ

Τα βράδια μπορώ να γράψω τις πιο μελωδικές
κραυγές
σε ένα κομμάτι χαρτί
αυτές που στον ύπνο μου
αγαλλιάζουν την ψυχή
και στον ξύπνιο κουρνιάζουν δίπλα στην
συνείδηση

είναι κι αυτή μια ακόμη γαμημένη μέρα
η σημερινή
πηγάδι κι ανεμοδαρμένο δέντρο
που φουντώνει μέσα απ’ τις έγνοιες
και μ’ οδηγεί στο αποκορύφωμα ενός θρόνου
από τον οποίον τόσο εύκολα με ένα άγγιγμα
θα πέσω
πρέπει να μάχεσαι κάθε μέρα
μου είπαν
μα και γι’ αυτό χρειάζεσαι να κατοχυρώσεις
όλα σου τα σπαθιά
που το καθένα έχει λαβή ασήκωτη
σε πληγώνει κάθε που το σηκώνεις
ενάντια στους δύσκολους καιρούς
ακραιφνής να δείχνεις μπρος τον χρόνο
οι αιώνες να σε ικετεύουν γονατισμένοι
και μέσα από την αστείρευτή σου παρουσία
να τους αγριεύεις
μαγεία
αυθεντική λατρεία να κάνεις τον θάνατο σου

δεν μπορώ να σκαρφαλώνω στο φεγγάρι απόψε
αλλά αυτό αναβοσβήνει
χάνεται
κι ύστερα γίνεται θεά
πλασμένη από φως, λίμνες και χλέπες
γιατί με πυροβολείς όταν σε κοιτώ;
Δε σε μέμφομαι
απλώς πάρε το μαχαίρι μου
και δώσε μου το χέρι σου να λαβώσω
ό,τι έχει μείνει
αν έχει μείνει
ζωντανό. –

*Από τη συλλογή “Ποίηση Συνελεύσεων”, Γιάννινα, Φλεβάρης 2021.

Κατερίνα Φλωρά, Μέσα από τα βλέφαρα

Αλαργινή θύμηση ανέμελης μορφής
μιας εποχής που ξεθωριάζει
στο βάθος του αχνού πλάνου

Καθώς πλησιάζει η εικόνα
οικεία μοτίβα προβάλλουν
περιγράμματα φιγούρας με κενό περιεχόμενο
χαμένου στο μακρινό χρόνο

Εκπλήρωση απωθημένων κουκκίδων
στο όριο του πραγματικού
ανθοφορεί στον ζοφερό περίγυρο
υπενθυμίζοντας την ηχηρή παρουσία
πριν το πέπλο καλύψει τα πάντα

Peny Delta, Ένα σπίτι καιγόταν

Με έκλεισα στο ποίημα.
Μου φρόντισα τη στίξη.
Με διάβασα ξανά.
Δίπλα ένα σπίτι καιγόταν.
Ένα ζώο πεινούσε.
Ένας άνθρωπος φώναζε.

Με έκλεισα στο ποίημα.
Τελείες και θαυμαστικά,
εκεί που κοίμιζα την κόρη μου.
Αποσιωπητικά όνειρα • ζούσα.
Παύσεις, κενά, κομμάτια • αγαπούσα.
Με τις λέξεις ερωτοτροπούσα.

Δίπλα ένα σπίτι καιγόταν.

Γιώργος Κοζίας, Τρόπαια από τα χρόνια της μητρός

Φωτογραφία: Γιώργης Σαράτσης

Κι αυτές που αγάπησαν στα Κύθηρα
Κι αυτές που κοιλοπόνεσαν στις Θήβες
Κι αυτές που γέννησαν στα λαϊκά νοσοκομεία
μίσχο, φύλλο, ανθό και πέταλο
την άλογη
την εξαυλωμένη
την καβαλημένη φύση

τρόπαια φέρνουν ματωμένα
τρόπαια σωμάτων θεσπεσίων
τρόπαια ανθρώπων λυγισμένων
τρόπαια εραστών
τρόπαια ξένων
τρόπαια αρραβώνων ξεχασμένων

τρόπαια ανάμεσα σε βουβές λέξεις
-κρίνα ανυπότακτα
λουλούδια της κοιλιάς τους-
καθώς τα αρπάζουν οι μαίες
καθώς τα ράβουν οι γριές κεντήστρες
καθώς τα ευλογούν οι μοίρες
καθώς τα πνίγουν στα χέρια τους οι βάγιες
μαινόμενες, μαινόμενες στις παιδικές μας κούνιες

και άστρα τα παίρνουν και φεγγάρια τα τρελαίνουν…

-Μάνα μου, σκιάζομαι πολύ μην πεθαμένοι βγούνε;
-Σώπα, παιδάκι μου, οι νεκροί την πλάκα τους βαστούνε.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2018/05/11/τρόπαια-από-τα-χρόνια-της-μητρός-γιώργ/?fbclid=IwY2xjawKOZBFleHRuA2FlbQIxMQBicmlkETFHVTNtN3lRTTB0N2V4empRAR6F-j5SjqTHkDiNKpaEZoJ-lk4sZBg2jvhhDtv0N4fL40HPwEhG52WgGJOMgQ_aem_brg5OQOBkmztwiqs_DqwZw

Ασημίνα Ξηρογιάννη, Αφοσιωμένη III

Ανάμεσά μας
μια Άνοιξη ακόμα.
Να έρχεσαι πάντα
Δεν αντέχω να μην σε κοιτώ
Το φως που δεν είναι από σένα
μοιάζει αφόρητο
-γεμάτο λάμψη βάναυση

Πάντα να έρχεσαι
Τώρα να έρχεσαι
Μετά να έρχεσαι

Να κόβεις το νήμα
της απουσίας
Να ράβεις
με κόκκινη κλωστή
τις καρδιές που,
μαζί αν είναι,
ξέρουν μόνο να γελούν,
να νιώθουν ελεύθερες,
να αγαπάνε.

Linda Pastan (1932-2023), There are poems / Υπάρχουν ποιήματα

There are poems
that are never written,
that simply mover across
the mind
like skywriting
on a still day:
slowly the first word
drifts west,
the last letters dissolve
on the tongue,
and what is left
is the pure blue
of insight, without cloud
or comfort.

Υπάρχουν ποιήματα
που δεν γράφονται ποτέ,
που απλά μετακινούνται
στο μυαλό
σαν να γράφουν στον ουρανό
σε μια ήρεμη μέρα:
σιγά-σιγά η πρώτη λέξη
ταξιδεύει δυτικά,
τα τελευταία γράμματα διαλύονται
στη γλώσσα,
και ό,τι έχει απομείνει
είναι το καθαρό μπλε
της διορατικότητας, χωρίς νέφη
ή άνεση.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Γιώργος Δρίτσας, Ανθρώπινοι πυρσοί

Μέσα στα σοκάκια
της Αιώνιας Πόλης
περιδιαβαίναμε ψάχνοντας
-ξανά- το νόημα των συμβόλων.
Χαμένοι μέσα στη μέθη,
ξεδιψάσαμε με αλκοόλ.

Απρόοπτα θεριέψανε τα ένστικτα,
που κάποτε είχε δολοφονήσει
με δόλο ο υπολογισμός.

Ανεκπλήρωτα “θέλω”,
μάταιες σκέψεις,
εφηβικοί πόθοι.
Μια επανάσταση εγκλωβισμένη
στα λόγο και στις λέξεις,
μια υπόσχεση που είχε προδοθεί.

Χρυσόβουλο υπογράψαμε τότε
με τα λυπημένα άστρα,
θυσία να προσφέρουμε στη λιτανεία.
Σε μια στιγμή ήταν όλοι εκεί παρόντες
-νεκροί, ζωντανοί και αγέννητοι.
περιμένοντας να ξεδιψάσουν
από το φρέσκο αίμα.

Δίχως αργοπορία
αυτοπυρποληθήκαμε,
με τη φωτιά που έσταζε
από τα μάτια μας,
πιστοί στον όρκο της σιωπής.

*Από τη συλλογή “το ματωμένο όνειρο”, Εκδόσεις Οδός Πανός, 2023.

Τσιμάρας Τζανάτος, Δύο ποιήματα

5.
Ξέρω ότι περίμενες να περάσω.
Είχες αποφασίσει να αγαπήσεις τον πρώτο
περαστικό.

Δεν πέρασα.
Δεν με αγάπησες.

Αγάπησες τον επόμενο.

Ο επόμενος,
δεν θα μάθει ποτέ
πως εμένα περίμενες.

Όταν μια μέρα τον αφήσεις,
δεν θα ξέρει
πως για μένα τον άφησες.

Που δεν με συνάντησες, τότε.

Περίεργο πράγμα ο έρωτας.
Συναντάμε μόνο τη σκιά του.
Ουδέποτε τον ίδιο.

6.
Με ενδιαφέρει η καθημερινότητα.
Με ενδιαφέρει η επανάληψη της ζωής.
Αν και ταυτολογία, αφού ό,τι ζει,
Επειδή μπορεί και επαναλαμβάνεται ζει.

Ζωή δεν είναι ό,τι δεν ήρθε.
Αλλά η ρουτίνα αυτού που έρχεται.
Που κάθε μέρα έρχεται, χωρίς τίποτα να
αλλάζει.
Με ευλογημένη προβλεψιμότητα έρχεται.
Αν και με τρομακτικές αλλαγές απρόβλεπτες.
Που πολύ μετά αντιλαμβάνεσαι πως
συντελέστηκαν.

Δεν ξέρω τι είναι ευτυχία.
Ξέρω όμως, ότι δυστυχία είναι
να μην έχεις καθημερινότητα.
Καμμιά.

*Από τη συλλογή “[αγνώστου] η βία του βίου, Κάπα Εκδοτική, 2021.

Χάινριχ Μπέλλ (Heinrich Böll), Ὁ γελωτοποιός (Der Lacher)

ΚΑΘΕ ΠΟΥ ΜΕ ΡΩΤΟΥΝ γιὰ τὸ ἐπάγγελμά μου, μὲ πιάνει ἀμηχανία: κοκκινίζω, τραυλίζω, ἐγὼ ποὺ κατὰ τ᾽ ἄλλα εἶμαι γνωστὸς ὡς ἄνθρωπος θετικός. Ζηλεύω ἐκείνους ποὺ μποροῦν νὰ λένε: Εἶμαι χτίστης. Στοὺς κομμωτές, τοὺς λογιστὲς καὶ τοὺς συγγραφεῖς ζηλεύω τὴν ἁπλότητα, μὲ τὴν ὁποία δηλώνουν τὴ δουλειά τους, ἐπειδὴ ὅλα αὐτὰ τὰ ἐπαγγέλματα δηλώνονται μόνα τους καὶ δὲν χρειάζονται περισσότερες ἐξηγήσεις. Ἐγώ, ὅμως, εἶμαι ὑποχρεωμένος, σὲ σχετικὲς ἐρωτήσεις, νὰ ἀπαντῶ: «Εἶμαι γελωτοποιος.» Μιὰ τέτοια δήλωση ἀπαιτεῖ περαιτέρω δηλώσεις, ἐπειδὴ στὴ δεύτερη ἐρώτηση «Καὶ ζεῖτε ἀπ᾽ αὐτό;» πρέπει νὰ ἀπαντῶ εἰλικρινὰ μὲ ἕνα «Ναί». Ζῶ πράγματι ἀπὸ τὸ γέλιο μου, καὶ ζῶ καλά, ἐπειδὴ τὸ γέλιο μου ἔχει ζήτηση, ὅπως λέγεται στὴ γλώσσα τοῦ ἐμπορίου. Εἶμαι ἕνας καλός, πεπαιδευμένος γελωτοποιος· κανεὶς ἄλλος δὲν γελᾶ ὅπως ἐγώ, δὲν ἐλέγχει τόσο τὶς λεπτὲς ἀποχρώσεις τῆς τέχνης μου. Γιὰ ἀρκετὸ καιρό, προκειμένου νὰ ἀποφεύγω φορτικὲς διευκρινίσεις, δήλωνα ἠθοποιός, ἀλλὰ οἱ ὑποκριτικὲς καὶ φωνητικὲς δεξιότητές μου εἶναι τόσο περιορισμένες ποὺ αὐτὸς ὁ χαρακτηρισμὸς δὲν μοῦ φαινόταν εἰλικρινής, καὶ ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι Εἶμαι γελωτοποιός. Δὲν εἶμαι οὔτε κλόουν οὔτε κωμικὸς ἠθοποιός, δὲν διασκεδάζω τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ ἐκθέτω καταστάσεις φαιδρές: γελάω σὰν Ρωμαῖος αὐτοκράτορας ἢ σὰν εὐαίσθητος τελειόφοιτος Λυκείου. Εἶμαι τόσο ἀσκημένος στὸ γέλιο τοῦ 17ου αἰώνα ὅσο καὶ στὸ γέλιο τοῦ 19ου, καὶ ὅταν χρειαστεῖ, διατρέχω μὲ τὸ γέλιο ὅλους τοὺς αἰῶνες, ὅλες τὶς κοινωνικὲς τάξεις καὶ ἡλικίες: ἁπλῶς τὸ ἔχω μάθει, ὅπως μαθαίνει κανεὶς νὰ σολιάζει παπούτσια. Τὸ γέλιο τῆς Ἀμερικῆς βρίσκεται στὸ στῆθος μου, τὸ γέλιο τῆς Ἀφρικῆς, λευκό, κόκκινο, κίτρινο γέλιο – καὶ τὸ κάνω νὰ ἠχεῖ μὲ τὴν ἀνάλογη ἀμοιβή, ὅπως τὸ καθορίζει ἡ σκηνοθεσία.

       Ἔχω γίνει ἀπαραίτητος, γελάω σὲ δίσκους βινυλίου, σὲ μαγνητοταινίες, καὶ οἱ σκηνοθέτες ραδιοφωνικῶν θεατρικῶν σκηνῶν μοῦ συμπεριφέρονται μὲ ἁβρότητα. Γελάω βαρύθυμα, μετρημένα, ὑστερικά – γελάω σὰν ἐλεγκτὴς τραίνων, σὰν μαθητευόμενος στὸν κλάδο τῶν τροφίμων· τὸ πρωινὸ γέλιο, τὸ βραδινὸ γέλιο, τὸ νυχτερινὸ καὶ τὸ γέλιο τὴν ὥρα ποὺ χαράζει· μὲ δυὸ λόγια: ὁπουδήποτε καὶ ὁποτεδήποτε πρέπει νὰ προκληθεῖ γέλιο, τὸ γεννῶ πάραυτα.

       Καταλαβαίνετε ὅτι ἕνα τέτοιο ἐπάγγελμα εἶναι κοπιαστικό, πολλῷ δὲ μᾶλλον ποὺ ἐγὼ —αὐτὴ εἶναι ἡ εἰδικότητά μου— διαπρέπω στὸ μεταδοτικὸ γέλιο∙ ἔτσι, ἔχω γίνει ἀπαραίτητος ἀκόμη καὶ σὲ κωμικοὺς τρίτης καὶ τέταρτης σειρᾶς, οἱ ὁποῖοι δικαίως τρέμουν γιὰ τὴν κρίσιμη στιγμὴ τοῦ ἀστείου τους, καὶ σχεδὸν κάθε βράδυ κάθομαι μὲ τὶς ὧρες στὰ βαριετὲ ὡς λεπτῆς ὑφῆς κλακέρ, γιὰ νὰ προκαλέσω μεταδοτικὸ γέλιο στὶς ἀδύναμες στιγμὲς τοῦ προγράμματος. Πρέπει νὰ γίνεται δουλειὰ ἀκριβείας: τὸ πηγαῖο, ἄγριο γέλιο μου δὲν πρέπει νὰ ξεσπᾶ πρὶν τῆς ὥρας του οὔτε καθυστερημένα, ἀλλὰ στὴν κατάλληλη στιγμή – τότε βάζω τὰ γέλια, βάσει προγράμματος, τὸ ἀκροατήριο ξεσπᾶ κι αὐτὸ σύσσωμο σὲ κραυγὲς ἐνθουσιασμοῦ καὶ τὸ ἀστεῖο ἔχει σωθεῖ.

       Ἐγὼ τότε γλιστρῶ κατάκοπος στὴν γκαρνταρόμπα, φοράω τὸ παλτό μου, εὐτυχὴς ποὺ ἐπιτέλους ἔχω σχολάσει. Στὸ σπίτι μὲ περιμένουν τὶς περισσότερες φορὲς τηλεγραφήματα «Χρειαζόμεθα ἐπειγόντως γέλωτά Σας. Ἠχογράφηση ἡμέρα Τρίτη», κι ἐγὼ λίγες ὧρες ἀργότερα κάθομαι σὲ ἕνα ὑπερθερμασμένο βαγόνι τῆς Deutsche Bahn καὶ οἰκτίρω τὴ μοίρα μου.

       Καθένας ἀντιλαμβάνεται ὅτι μετὰ τὸ σχόλασμα ἢ στὶς διακοπὲς ἔχω ἐλάχιστη διάθεση γιὰ γέλιο. Ὁ ἀρμεχτὴς εἶναι χαρούμενος, ὅταν μπορεῖ ν᾽ ἀφήνει στὴν ἄκρη τὴν ἀγελάδα· ὁ χτίστης εἶναι εὐτυχής, ὅταν ἔρχεται ἡ ὥρα ν᾽ ἀφήσει τὸ χαρμάνι, καὶ οἱ ξυλουργοὶ ἔχουν συχνὰ στὸ σπίτι τους πόρτες χαλασμένες, ἢ συρτάρια ποὺ ἀνοίγουν μὲ πολὺ κόπο. Ζαχαροπλάστες προτιμοῦν ξυδάτα ἀγγουράκια, χασάπηδες τὰ ἀμυγδαλωτά, καὶ ὁ φούρναρης προτιμᾶ τὰ ἁλλαντικὰ ἀπὸ τὸ ψωμί· ταυρομάχοι προτιμοῦν τὴ συναναστροφὴ μὲ περιστέρια, μποξὲρ γίνονται κάτωχροι, ὅταν ματώσει ἡ μύτη τοῦ παιδιοῦ τους. Τὰ κατανοῶ αὐτὰ ὅλα, ἐπειδὴ δὲν γελῶ ποτὲ μετὰ τὸ σχόλασμα. Εἶμαι ἕνας σοβαρότατος ἄνθρωπος καὶ ὁ κόσμος μὲ θεωρεῖ —δικαίως— πεσσιμιστή.

       Τὰ πρῶτα χρόνια τοῦ γάμου μας μοῦ ἔλεγε συχνὰ ἡ γυναίκα μου: «Γέλασε καμιὰ φορά», ἀλλὰ στὸ μεταξὺ κατάλαβε πὼς δὲν μπορῶ νὰ τῆς ἱκανοποιήσω αὐτὴ τὴν ἐπιθυμία. Εἶμαι εὐτυχής, ὅταν μπορῶ μέσω τῆς ἀπόλυτης σοβαρότητας νὰ χαλαρώνω τοὺς τεντωμένους μῦς τοῦ προσώπου μου, τὴν ταλαιπωρημένη μου διάθεση. Ναί, μὲ ἐκνευρίζει ἀκόμη καὶ τὸ γέλιο τῶν ἄλλων, ἐπειδὴ μοῦ θυμίζει καὶ μοῦ παραθυμίζει τὴ δουλειά μου. Ἔτσι, ἔχουμε μιὰ ἥσυχη, εἰρηνικὴ συζυγικὴ ζωή, ἐπειδὴ καὶ ἡ γυναίκα μου ἔχει ξεμάθει τὸ γέλιο. Κάθε τόσο τὴν πιάνω νὰ χαμογελᾶ καὶ τότε χαμογελῶ κι ἐγώ. Μιλᾶμε σιγανὰ μεταξύ μας, ἐπειδὴ μισῶ τὸν θόρυβο τῶν βαριετέ, μισῶ τὸν θόρυβο ποὺ μπορεῖ νὰ κυριαρχεῖ στοὺς χώρους ἠχογράφησης. Ἄνθρωποι ποὺ δὲν μὲ γνωρίζουν, μὲ θεωροῦν κλειστὸ τύπο. Ἴσως εἶμαι πράγματι, ἐπειδὴ πολὺ συχνὰ πρέπει ν᾽ ἀνοίγω τὸ στόμα μου γιὰ νὰ γελάσω.

       Περνάω τὴν προσωπική μου ζωὴ μὲ παγωμένο πρόσωπο, ἐπιτρέπω κάθε τόσο στὸν ἑαυτό μου ἕνα ἤπιο χαμόγελο καὶ συχνὰ ἀναρωτιέμαι ἂν ἔχω γελάσει ποτέ. Νομίζω πὼς ὄχι. Τὰ ἀδέλφια μου ἔχουν νὰ λένε ὅτι ὑπῆρξα πάντοτε ἕνα σοβαρὸ παιδί.

       Ἔτσι, γελάω μὲ πολλαπλοὺς τρόπους, ἀλλὰ τὸ δικό μου γέλιο δὲν τὸ γνωρίζω.

*Πηγή: Böll, Heinrich Werke [ἐπιμ. J.H. Reid]. Kölner Ausgabe, τόμος 9ος, 1954-1956 [1955]. Κολωνία, Kiepenheuer &Witsch 2006, 79-81.

**Μετάφραση ἀπὸ τὰ γερμανικά:
Συμεὼν Σταμπουλοῦ. Γεννήθηκε τὸ 1954 στὴν Ἀθήνα, ὅπου σπούδασε κλασικὴ ἀρχαιολογία. Ἀργότερα προχώρησε σὲ σπουδὲς συγκριτολογίας στὸ πανεπιστήμιο τοῦ Τύμπινγκεν. Ἐκπόνησε μελέτες γιὰ τὶς πηγὲς τῆς πεζογραφίας καὶ τὰ θεατρικὰ ἔργα τοῦ Γιάννη Σκαρίμπα, τὴν «ἀντιπαράθεση» τοῦ Φρήντριχ Χαίλντερλιν μὲ τὸ ἔργο τοῦ Σοφοκλῆ. Μετέφρασε καὶ ἐξέδωσε ἢ δημοσίευσε σὲ λογοτεχνικὰ ἔντυπα ἔργα τῶν Ρ.Μ. Ρίλκε, Νοβάλις, Χαίλντερλιν, Πάουλ Τσέλαν, Νέλλυ Ζάκς, Γκότφρηντ Μπένν, Γκέρχαρντ Φάλκνερ, Ντοὺρς Γκρυνμπάιν, Σάρα Κίρς, Πέτερ Ἄλτενμπεργκ, Γκύντερ Κοῦνερτ, Μπάρμπαρα Καῖλερ κ.ἄ. Βιβλία του κυκλοφοροῦν ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Στιγμή, Gutenberg, Ἄγκυρα, Κουκκίδα καὶ ΣΩΒ.

***Χάινριχ Μπέλλ (Heinrich Böll, 1917-1985). Ἕνας ἀπὸ τοὺς σημαντικότερους μεταπολεμικοὺς Εὐρωπαίους συγγραφεῖς, τιμημένος μὲ τὸ βραβεῖο Νομπὲλ λογοτεχνίας τὸ 1972. Μὲ τὸ ἔργο του (μυθιστορήματα, διηγήματα, θεωρητικὰ κείμενα) στηλίτευσε τὴ γερμανικὴ κοινωνία τῆς συνεργασίας, ἀλλὰ καὶ τῆς ἀνοχῆς, στὶς θηριωδίες τῶν ναζιστῶν, τὸν ἐξολοθρεμὸ τῶν Ἑβραίων σὲ ὁλόκληρη τὴν κατεχόμενη, μέσα στὸν πόλεμο, Εὐρώπη. Μὲ τρόπο ἀριστοτεχνικὸ ἀποκάλυψε, μέσα ἀπὸ τοὺς χαρακτῆρες τῶν προσώπων, τὸν λειτουργικὸ ρόλο τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας στὴν ἐκκόλαψη τοῦ Ναζισμοῦ καὶ τοῦ πολέμου, στὴ μόλυνση τοῦ γερμανικοῦ πνεύματος μὲ τὴν πολιτικὴ τῶν ὑπόγειων συνεργασιῶν καὶ τῆς ἰδιοτέλειας. Οἱ ἥρωές του, τραγικὰ εἰρωνικοὶ ἀπέναντι στὴν κοινωνία τῶν συμβιβασμῶν, ὁδηγοῦνται σταδιακὰ στὴν ἀποτυχία καὶ τὸ περιθώριο (Καὶ δὲν εἶπε λέξη, 1953, Οἱ ἀπόψεις ἑνὸς κλόουν, 1963). Ὁ Μπὲλλ ἔδειξε συμπάθεια στὴν ὁμάδα «Μπάαντερ-Μάινχοφ», μὲ τὶς πρακτικὲς ἑνὸς ἀντάρτικου πόλεων, ποὺ ἔδρασε στὴ Δυτικὴ Γερμανία τὴ δεκαετία κυρίως τοῦ ᾽70 (Ἡ χαμένη τιμὴ τῆς Καταρίνα Μπλούμ, 1974). Ἡ τρομοκρατία ὡς ἀπότοκος τῆς μεταπολεμικῆς γερμανικῆς κοινωνίας μὲ ἀφομοιωμένους ὀργανικὰ σὲ αὐτὴν τοὺς ναζιστὲς ἐγκληματίες. Βασικὸς συντελεστὴς τῆς λεγόμενης «Λογοτεχνίας τῶν ἐρειπίων» («Trümmerliteratur»), ἔγραψε παράλληλα σύντομα διηγήματα καὶ μικροϊστορίες, ἀλληγορίες τοῦ κατακερματισμένου κόσμου καὶ τῆς ψυχικῆς ἐρειπίωσης τοῦ ἀνθρώπου. Ἐνδεικτικὴ ἡ ἱστορία τοῦ «Γελωτοποιοῦ» ποὺ πρέπει νὰ διαβαστεῖ ὡς συνεκδοχὴ τοῦ μυθιστορήματος Οἱ ἀπόψεις ἑνὸς κλόουν. Στὴν Αὐτοβιογραφία του ὁ Μαρσὲλ Ράιχ Ρανίτσκυ τὸν χαρακτήρισε «Γερμανὸ ἱεροκήρυκα μὲ κλοουνίστικα χαρακτηριστικά».

****Αναδημοσίευση από εδώ: https://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/2025/05/11/heinrich-boll-o-gelotopoios/#like-17589