Τα βράδια μπορώ να γράψω τις πιο μελωδικές κραυγές σε ένα κομμάτι χαρτί αυτές που στον ύπνο μου αγαλλιάζουν την ψυχή και στον ξύπνιο κουρνιάζουν δίπλα στην συνείδηση
είναι κι αυτή μια ακόμη γαμημένη μέρα η σημερινή πηγάδι κι ανεμοδαρμένο δέντρο που φουντώνει μέσα απ’ τις έγνοιες και μ’ οδηγεί στο αποκορύφωμα ενός θρόνου από τον οποίον τόσο εύκολα με ένα άγγιγμα θα πέσω πρέπει να μάχεσαι κάθε μέρα μου είπαν μα και γι’ αυτό χρειάζεσαι να κατοχυρώσεις όλα σου τα σπαθιά που το καθένα έχει λαβή ασήκωτη σε πληγώνει κάθε που το σηκώνεις ενάντια στους δύσκολους καιρούς ακραιφνής να δείχνεις μπρος τον χρόνο οι αιώνες να σε ικετεύουν γονατισμένοι και μέσα από την αστείρευτή σου παρουσία να τους αγριεύεις μαγεία αυθεντική λατρεία να κάνεις τον θάνατο σου
δεν μπορώ να σκαρφαλώνω στο φεγγάρι απόψε αλλά αυτό αναβοσβήνει χάνεται κι ύστερα γίνεται θεά πλασμένη από φως, λίμνες και χλέπες γιατί με πυροβολείς όταν σε κοιτώ; Δε σε μέμφομαι απλώς πάρε το μαχαίρι μου και δώσε μου το χέρι σου να λαβώσω ό,τι έχει μείνει αν έχει μείνει ζωντανό. –
*Από τη συλλογή “Ποίηση Συνελεύσεων”, Γιάννινα, Φλεβάρης 2021.
Αλαργινή θύμηση ανέμελης μορφής μιας εποχής που ξεθωριάζει στο βάθος του αχνού πλάνου
Καθώς πλησιάζει η εικόνα οικεία μοτίβα προβάλλουν περιγράμματα φιγούρας με κενό περιεχόμενο χαμένου στο μακρινό χρόνο
Εκπλήρωση απωθημένων κουκκίδων στο όριο του πραγματικού ανθοφορεί στον ζοφερό περίγυρο υπενθυμίζοντας την ηχηρή παρουσία πριν το πέπλο καλύψει τα πάντα
Με έκλεισα στο ποίημα. Μου φρόντισα τη στίξη. Με διάβασα ξανά. Δίπλα ένα σπίτι καιγόταν. Ένα ζώο πεινούσε. Ένας άνθρωπος φώναζε.
Με έκλεισα στο ποίημα. Τελείες και θαυμαστικά, εκεί που κοίμιζα την κόρη μου. Αποσιωπητικά όνειρα • ζούσα. Παύσεις, κενά, κομμάτια • αγαπούσα. Με τις λέξεις ερωτοτροπούσα.
Κι αυτές που αγάπησαν στα Κύθηρα Κι αυτές που κοιλοπόνεσαν στις Θήβες Κι αυτές που γέννησαν στα λαϊκά νοσοκομεία μίσχο, φύλλο, ανθό και πέταλο την άλογη την εξαυλωμένη την καβαλημένη φύση
τρόπαια ανάμεσα σε βουβές λέξεις -κρίνα ανυπότακτα λουλούδια της κοιλιάς τους- καθώς τα αρπάζουν οι μαίες καθώς τα ράβουν οι γριές κεντήστρες καθώς τα ευλογούν οι μοίρες καθώς τα πνίγουν στα χέρια τους οι βάγιες μαινόμενες, μαινόμενες στις παιδικές μας κούνιες
και άστρα τα παίρνουν και φεγγάρια τα τρελαίνουν…
-Μάνα μου, σκιάζομαι πολύ μην πεθαμένοι βγούνε; -Σώπα, παιδάκι μου, οι νεκροί την πλάκα τους βαστούνε.
There are poems that are never written, that simply mover across the mind like skywriting on a still day: slowly the first word drifts west, the last letters dissolve on the tongue, and what is left is the pure blue of insight, without cloud or comfort.
Υπάρχουν ποιήματα που δεν γράφονται ποτέ, που απλά μετακινούνται στο μυαλό σαν να γράφουν στον ουρανό σε μια ήρεμη μέρα: σιγά-σιγά η πρώτη λέξη ταξιδεύει δυτικά, τα τελευταία γράμματα διαλύονται στη γλώσσα, και ό,τι έχει απομείνει είναι το καθαρό μπλε της διορατικότητας, χωρίς νέφη ή άνεση.
Μέσα στα σοκάκια της Αιώνιας Πόλης περιδιαβαίναμε ψάχνοντας -ξανά- το νόημα των συμβόλων. Χαμένοι μέσα στη μέθη, ξεδιψάσαμε με αλκοόλ.
Απρόοπτα θεριέψανε τα ένστικτα, που κάποτε είχε δολοφονήσει με δόλο ο υπολογισμός.
Ανεκπλήρωτα “θέλω”, μάταιες σκέψεις, εφηβικοί πόθοι. Μια επανάσταση εγκλωβισμένη στα λόγο και στις λέξεις, μια υπόσχεση που είχε προδοθεί.
Χρυσόβουλο υπογράψαμε τότε με τα λυπημένα άστρα, θυσία να προσφέρουμε στη λιτανεία. Σε μια στιγμή ήταν όλοι εκεί παρόντες -νεκροί, ζωντανοί και αγέννητοι. περιμένοντας να ξεδιψάσουν από το φρέσκο αίμα.
Δίχως αργοπορία αυτοπυρποληθήκαμε, με τη φωτιά που έσταζε από τα μάτια μας, πιστοί στον όρκο της σιωπής.
*Από τη συλλογή “το ματωμένο όνειρο”, Εκδόσεις Οδός Πανός, 2023.
5. Ξέρω ότι περίμενες να περάσω. Είχες αποφασίσει να αγαπήσεις τον πρώτο περαστικό.
Δεν πέρασα. Δεν με αγάπησες.
Αγάπησες τον επόμενο.
Ο επόμενος, δεν θα μάθει ποτέ πως εμένα περίμενες.
Όταν μια μέρα τον αφήσεις, δεν θα ξέρει πως για μένα τον άφησες.
Που δεν με συνάντησες, τότε.
Περίεργο πράγμα ο έρωτας. Συναντάμε μόνο τη σκιά του. Ουδέποτε τον ίδιο.
6. Με ενδιαφέρει η καθημερινότητα. Με ενδιαφέρει η επανάληψη της ζωής. Αν και ταυτολογία, αφού ό,τι ζει, Επειδή μπορεί και επαναλαμβάνεται ζει.
Ζωή δεν είναι ό,τι δεν ήρθε. Αλλά η ρουτίνα αυτού που έρχεται. Που κάθε μέρα έρχεται, χωρίς τίποτα να αλλάζει. Με ευλογημένη προβλεψιμότητα έρχεται. Αν και με τρομακτικές αλλαγές απρόβλεπτες. Που πολύ μετά αντιλαμβάνεσαι πως συντελέστηκαν.
Δεν ξέρω τι είναι ευτυχία. Ξέρω όμως, ότι δυστυχία είναι να μην έχεις καθημερινότητα. Καμμιά.
*Από τη συλλογή “[αγνώστου] η βία του βίου, Κάπα Εκδοτική, 2021.