“φλέβα που σπάει” του Γιώργου Μπουρλή και “πλαστική άνοιξη” της Στέργιας Κάββαλου

Ξεκινώ ομολογώντας ότι είναι άδικη η σύγκριση. Όμως διάβασα αυτές τις δύο συλλογές τη μία μετά την άλλη και ήταν αναπόφευκτη.

plastiki

Πρώτα διάβασα την “πλαστική άνοιξη” της Στέργιας Κάββαλου. Είναι ένα συμπαθές ποιητικό βιβλίο. Μια ποιήτρια με δυνατότητες. Αλλά δεν ξετρελλάθηκα. Ας κρύβονται πίσω από τους στίχους της σπασμένα παιδικά παιχνίδια, η παιδική ηλικία (ένα θέμα που πάντα με δονεί), καραμέλες, ζαχαρωτά και δόντια χαλασμένα από τη ζάχαρη. Είναι ο τρόπος που κλείνει τα ποιήματά της με μια, μάλλον άστοχη, ερώτηση (βλ. για παράδειγμα το ποίημα «12 εβδομάδων») ή με έναν στίχο που αντιστρατεύεται το προηγούμενο ποίημα χωρίς να το ανατρέπει ωραία («Α7», «πλαστική άνοιξη», «υπέρ υγείας») ή ίσως είναι το γεγονός ότι τα περισσότερα ποιήματά της είναι τόσο μικρά που δεν προλαβαίνουν να αναπτυχθούν όσο θα έπρεπε και φαίνονται ανολοκλήρωτα. Σίγουρα πάντως κάτι φταίει που το αποτέλεσμα δεν είναι αυτό που θα περίμενε κανείς. Φυσικά, η συλλογή περιλαμβάνει και ορισμένα πολύ ωραία ποιήματα («χρόνια πολλά», “it’s a sin”, «ξανά και πάλι», «της μοίρας σου», καθώς και το «ή να μη ζει;», αν δεν τελείωνε όπως τελειώνει, δηλ. με πολύ φτωχό κι αδύναμο τρόπο γι’ αυτό που επιχειρείνα πει), αλλά δυστυχώς δεν αρκούν για να πει κανείς ότι πρόκειται για ένα πραγματικά καλό ποιητικό βιβλίο.

fleba

Και μετά από αυτό, άνοιξα το «φλέβα που σπάει» του Γιώργου Μπουρλή. Και χωρίς να έχω ούτε καν φτάσει στη μέση αναφώνησα: «Επιτέλους!» και ρούφηξα το υπόλοιπο χωρίς δεύτερη σκέψη. Γιατί πράγματι πρόκειται για ποίηση καλή, απόλυτα ανθρώπινη, που – επιτέλους – νιώθω ότι με αφορά. Είναι ποίηση γραμμένη από έναν άνδρα με πολύ υψηλό EQ, ο οποίος γνωρίζει πολλά για την ανθρώπινη κατάσταση, για τον μέσα του κόσμο, για την αρσενική ψυχή και την ψυχή γενικά. Και όλα αυτά που γνωρίζει μας τα φανερώνει με μεγάλη δύναμη και δυναμική, με τόλμη, αποφασιστικότητα, πάθος και…ναι, λοιπόν, μπράβο! Όχι δεν με έχουν ματιάσει, εγώ είμαι που τα λέω όλα αυτά, εγώ που έγραψα και την πιο πάνω παράγραφο. Εξαιρετικά είναι τα ποιήματα για και προς την κόρη του («Γυναίκα πια», «Νανουρίζοντας την κόρη μου»), συγκλονιστικά τα ερωτικά του (ιδίως το «Γέννα είναι… γέννα», “Le vent nous portera”, «Κάποιοι πολύ τυχεροί») και, ακόμη και αν υπάρχουν μερικά όχι τόσο καλά ποιήματα μέσα σε όλα, δεν είναι τόσο «ηχηρά» ώστε να αλλοιώσουν τη συνολική εντύπωση που αφήνει το βιβλίο, η οποία είναι πως πρόκειται για πολύ καλή ποίηση (ψιθυρίζω, ευλαβικά σχεδόν, έναν στίχο του: «να είσαι λάμπα πυρακτωμένη και να ζητάς να σ΄ αγγίξουν»)!

Χριστίνα Λιναρδάκη

Παραθέτω λίγα ποιήματα και από τις δύο συλλογές:

της Στέργιας Κάββαλου

ξανά και πάλι

φιλιά πεσμένα στο πάτωμα.

με χλωρίνη καθάρισα,
τις γλώσσες προσπέρασα.

σε καυτές μασέλες γλιστρίζω.

και με καταπίνουν τα παρελθόντα,
και με θάβει το σπίτι.
και μου τα έλεγε η μαμά,
να μαζεύω τα παιχνίδια μου από κάτω,
μη σκοτωθώ.

***

της μοίρας σου

τρύπησαν τα σκουπίδια στο σαλόνι,
σημάδι το πήρα κι άρχισα

να πίνω το ληγμένο γάλα
να μασουλάω τα τσόφλια,
να αλείφομαι τηγανισμένο λάδι.
βρήκα και κάτι μικρά ρούχα,
τα φόρεσα κι αυτά
κι έγινα από βάτραχος πριγκίπισσα.

όταν ήρθε το σκουπιδιάρικο,
μάζεψε την άδεια σακούλα.
καθόλου δεν με αναγνώρισε.

του Γιώργου Μπουρλή

Κάποιοι πολύ τυχεροί

Μπήκα σ’αυτόν τον έρωτα
μ’ ένα μπουκάλι κρασί στο χέρι
και τα μαλλιά γεμάτα αγριόχορτα.
Ένας άσχημος κι ασήμαντος ποιητής. Μα ποιητής.
Αυτή; Η πιο όμορφη ιστορία του κόσμου.
Με θυμάμαι να της πλέκω με
τις λέξεις μου σκεπάσματα. Και κρυφά, την ώρα που
κοιμόταν, ν’ αγγίζω φοβισμένος τα χείλια,
τις φλέβες στο λαιμό της, τις ρώγες της,
και να μετρώ τα κόκκαλα στα
πλευρά της να δω αν είναι άνθρωπος.
Ήταν ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ.
Κι ήταν οι πιο μυρωδάτες οι μέρες και οι ώρες κι όλα τα
δευτερόλεπτα τότε. Ένας πλανήτης
χωρίς καμιά ισορροπία.
Θυμάμαι την πόλη να βάζει τα
ξυπνητήρια της πρωί πρωί να μας
χορτάσει. Εμείς τ’ ακούγαμε και γελούσαμε.
Οι δρόμοι αγριεμένοι από τη ζήλεια
κι ο χειμώνας έκανε πως κορόιδευε,
η νύχτα έλιωνε μόνη τ’ αστέρια της,
καθώς μανάδες ξεχνούσαν τα
παιδιά τους στα σούπερ μάρκετ.
Εγώ; Οξειδωμένο μέταλλο
κι ένα ξεθωριασμένο κομμάτι ρούχο,
έτσι τσακισμένος.
Πληγή καλυμμένη με μια βρώμικη γάζα,
έτσι δοσμένος.
Μπήκα σ’ αυτόν τον έρωτα
με την πιο μεγάλη μου ανάσα. Και δεν βγήκα.
Ένας άσχημος κι ασήμαντος ποιητής. Μα ποιητής.

*Αναδημοσίευση από το Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.gr/search/label/%CE%B3%CE%B9%CF%8E%CF%81%CE%B3%CE%BF%CF%82%20%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BB%CE%AE%CF%82

William Carlos Williams, Δύο ποιήματα

W.C. Williams

Απόσπασμα

όσο γι’ αυτόν που
βρίσκει ψεγάδι
πιθανό η ανοησία

και η θλίψη
να τον γονάτισαν
όταν έγραψες

πως δεν
γνώριζες
τη δύναμη των

λέξεών σου

***

Ανακούφιση

Έχω έναν διαολεμένο πονοκέφαλο!

Παίρνεις μια ιδέα πως θα ‘ναι
στον άλλο κόσμο.

Υποστηρίζουν ότι ζούμε ξανά ή
κάτι τέτοιο.

Να, πάρε αυτές τις δύο ασπιρίνες.

*Από το βιβλίο “Ουίλλιαμ Κάρλος Ουίλλιαμς, Ποιήματα”, εκδόσεις Ηριδανός, 2007, στη σειρά Αμερικανοί Ποιητές. Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς.

Τζούλια Φορτούνη, η λύπη κι ό,τι πάντα λείπει

tzoulia

αχ αυτή η λύπη
μέσα στο βαθύ της ύψιλον
γιατί να πέφτω κάθε τόσο

κι ας λαμπυρίζει το λάμδα της
και στον πάτο ένα ήτα αυστηρό
πανηγυρίζει νικηφόρο

ένα γράμμα θέλω να σωθώ
ένα γράμμα πέρα από τη λύπη
ένα γράμμα φωτεινό
αυτό που πάντα λείπει…

*Από τη συλλογή “Φυσικό αντίδοτο”, εκδόσεις Μανδραγόρας 2013, σελ. 48.

Φερνάντο Αρραμπάλ, Από την “Πέτρα της Τρέλας”

arrabal

Στο θεάτρο του Πανικού ο “μοναχικός άνθρωπος”
συνοδεύονταν πάντα.
Ο σκηνοθέτης του ζήτησε να παίξει “τις συμπτώσεις”
κι ο “μοναχικός άνθρωπος” λευτερώνεται απ’ τον “υπερφυσικό”,
κόσμο, έπαιξε μέσα σ’ ένα σκηνικό ¨κανονικό”.

*Απόσπασμα από το βιβλίο “Η Πέτρα της Τρέλας”, εκδόσεις Αιγόκερως, 1989, σελ.28.

Φερνάντο+Αραμπάλ+-+Η+πέτρα+της+τρέλας

Georg Trakl, De Profundis

Είναι ένας καλαμώνας όπου πέφτει μαύρη βροχή.
Είναι ένα δένδρο μελανό, που στέκει μοναχό.
Είναι μια ανεμοσυρμή γύρω απο άδειες καλύβες.
Πόσο θλιμμένο αυτό το βράδυ.

Η τρυφερή ορφανή
Περνά μπροστά απο το υποστατικό μαζεύοντας γλίσχρα στάχυα.
Τα μάτια της διάπλατα ανοιχτά και χρυσαφιά στο λυκόφως
Και η αγκαλιά της όλο προσμονή για τον ουράνιο μνηστήρα.

Γυρίζοντας στο σπίτι
Οι βοσκοί βρήκαν το γλυκό κορμί
Σαπισμένο μέσα στον ακάνθινο θάμνο.

Ένας ίσκιος είναι μακριά απο σκοτεινά χωριά.
Ήπια απο την κρήνη του άλσους
Τη σιωπή του Θεού.

Στο μέτωπό μου πέφτει μέταλλο παγωμένο.
Αράχνες αναζητούν την καρδιά μου.
Είναι ένα φως, που στο στόμα μου σβήνει.

Τη νύχτα βρέθηκα σε μια ερείκη,
Ατενίζοντας τα απόβλητα και τη σκόνη των άστρων.
Μέσα στη λόχμη της λεπτοκαρυάς
Ήχησαν άγγελοι κρυσταλλένιοι.

*Από το βιβλίο “Γκεόργκ Τρακλ, Ένας Οδοιπόρος στον μαύρο άνεμο”, Εκδόσεις Νησίδες 2014. Μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου.

Θεόδωρος Μπασιάκος, Σε σκέφτομαι

395063_338110772953939_1380874994_n

Άρα
υ π ά ρ χ ω
σ’ αυτην εδώ την κάμαρα
ένα αχαμνό τρεμάμενο φως
σ’ αυτή την πόλη
σ’ αυτό το αστέρι
σ’ αυτό τον έναστρο ουρανό
σ’ αυτό το συμπαν
το άπειρο
που ολοένα διαστέλλεται και διαστέλλεται
μές στο προαιώνιο τίποτα
και δεκάρα δεν δίνει αν υπάρχω / και σε σκέφτομαι
και δεκάρα δεν δίνει για την υπαρξιακή μου
ανατριχίλα
απόψε
(χίλια τόσα κοσμοτέρμινα μετά το ξακουστό
BIG BANG
Άλλα τόσα πάνω-κάτω πριν το BIG BUFFF)

*Από τα “Αγγούρια και μαργαρίτες”, Άπαντα Τ. 1/2015

Χρήστος Αρμάντο Γκέζος, Δύο ποιήματα

Ruth Andre, River Dance

Ruth Andre, River Dance

φύλακας

Ούτε ανάσα δεν μ’ άφησε να πάρω
Το γουρούνι πίσω απ’ το γκισέ.
Με το που με είδε να μπαίνω
στο σπίτι μου,
πετάχτηκε στα δυο του πόδια
με τα κόκαλά του αγκαλιά
και τη κοιλιά σκισμένη.

Λυπάμαι, κύριε,
Μου είπε πριν ψοφήσει.
Αργήσατε.
Είναι πιασμένες όλες οι θέσεις για τον ήλιο.

***

η ποίηση της θλίψης

Όταν είμαι πραγματικά λυπημένος
δεν γράφω ποιήματα,
δεν κοροϊδεύω τον εαυτό μου και τους άλλους.
Όταν είμαι πραγματικά λυπημένος
μένω εκεί.
Στην ύπαρξη.

Υπάρχει μεγαλύτερη κατάθεση ψυχής
απ’ την ανάσα;

*Από τη συλλογή “Ανεκπλήρωτοι φόβοι”, εκδόσεις Πολύτροπον, 2012

Nel silenzio / In the silence / Στη σιωπή

11401564_10204169706585872_5457323344364302738_n

Apri gli occhi e guarda,
Guarda nel silenzio.
Li la tua natura si palesa.
Nel silenzio vive il tutto.
Nel silenzio vive il vero.
Nel silenzio c’è l’essenza.
Nel silenzio s’innalza un inno
Che a spirale sempre scende
Nell’attesa di compiere
ciò per cui sei destinata.
Scendi nel silenzio
Ed esplora il tuo sentire
E assurgi a nuova vita.

Open your eyes and look,
Look in the silence.
Li your nature can be seen.
In the silence lives the everything.
In the silence lives the true.
In the silence there is the essence.
In the silence s ‘ raises an anthem
That always comes down to spiral
In anticipation of make
This for which you are doomed.
Down in the silence
And explore your hear
And rise to a new life.

Άνοιξε τα μάτια και δες,
Κοίτα στη σιωπή
Λι η φύση σου έχει αποκαλυφθεί
Στη σιωπή ζει το κάθε τι
Στη σιωπή ζει η αλήθεια
Στη σιωπή βρίσκεται η ουσία
Στη σιωπή ανθεί ένας ύμνος
Που κατεβαίνει πάντα ελικοειδής
Κάνοντας εκ των προτέρων
Αυτό για το οποίο είσαι προορισμένος
Να κατέβεις στη σιωπή
Και να εξερευνήσεις την ακοή σου
Και να αναδυθείς σε μια νέα ζωή

*Ελληνική μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης. Το αρχικό στα ιταλικά μαζί με τη φωτογραφία της ανάρτησης δημοσιεύεται στο http://marcellomeo.wordpress.com/2015/04/27/nel-silenzio-yasmine1982/

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Κοντές ανάσες V

tempest

Πάλι θα κλάψει.
Μέρα χειμωνιάτικη
κι αυτή να λείπει.

—-

Τρεις μόλις στίχους
έγραψε ο ποιητής.
Μ’ αρκούν και τόσοι.

—-

Το χιόνι πέφτει
κι η μαυρίλα της ζωής
σα να ξασπρίζει.

—-

Θάλασσα παντού,
μα το χειμώνα μοιάζει
ν’ αλλάζει χώρα.

—-

Δε λαχανιάζει
σ’ έμπνευσης ανηφοριές.
‘Ιλιγγο νιώθει.

Janet Galbraith, Void

tacloban-philippines-save-the-children-yolanda-36

Through the mist is the Indian Ocean. A body of water.
Waters filled with bodies. On my way to Christmas Island
I flew over this ocean, heard the cries of the drowned,
of the loved ones of those who have become
my loved ones. From the plane’s window
I saw arms reaching toward me and grabbed
each hand only to find they were the ripple
of a choppy sea seen from above, not within.
I am told that in the deepest ocean,
when you know that your boat is about to break,
the water is dark, darker than anything known.
No-one tells me what colour this darkness is made of.
They tell me, with astonished eyes,
‘It is so so dark, so dark’.
Eyes float away.
On this dark day, I struggle to find the edges of the ocean.
Grey leads to grey. Sky to water. My eyes cannot distinguish
where it begins. The ends have washed into a river
mined for petty politics, salt and sand.
Water and bile become indistinguishable
amongst an impetus to consume and regurgitate
bodies; bodies of loved ones
who have become my loved ones.
The becoming of a loved one is a mystery of listening
and love. A becoming that struggles against voids. Voids
with slippery wet edges that collapse. When I sink
I discover, over again, that there is no way
to fill a void – be it mine or yours.
Water will not soothe.
Poetry echoes only absence.
Some wounds are too deep to enter.