Αυτοί που θέλουν πολέμους χωρίς θηριωδίες εκτελέσεις χωρίς απανθρωπιά καταδίκες χωρίς εκτέλεση έκτιση της ποινής χωρίς ξύλο ανακρίσεις χωρίς βασανιστήρια βασανιστήρια χωρίς μόνιμες βλάβες εκμετάλλευση χωρίς απαράδεκτη σκληρότητα ας είναι ευλογημένοι χωρίς ευλογίες ή ας είναι καταραμένοι χωρίς κατάρες.
*Από το “Φωνές χωρίς πατρίδα”, Εκδόσεις Κάλβος, Αθήνα 1981. Επιλογή-μετάφραση: Δημοσθένης Κούρτοβικ.
Εκεί που έπαιρνα θαυμαστικό, τώρα μου βάζαν αποσιωπητικά. Το κρασί γινόταν νερό, ο Παράδεισος ένα προάστιο κοντά στο Μαρούσι. Στον ύπνο μου έμπαινε ο άγγελός μου, ψιθυρίζοντας ύπουλα το επίθετό του. Μια γνώση οξύτονη και τετρασύλλαβη φώλιαζε μέσα μου. Κάτι σαν Χάρις που αποσυρόταν υπήρχε γύρω. Δεν είναι τίποτα, είπε η Α. Κι εγώ το ’χω περάσει. Έχασες την εύνοια του βασιλιά. Δεν ξέρω εγώ, της φώναξα, κανένα βασιλιά. Δεν έχει σημασία, είπε άτονα. Εκείνος σε ξέρει. Μας ξέρει ανέκαθεν όλες εμάς, μας βαριέται μία μία θανάσιμα.
*
Στο βυθό
Έπεφτα κι έπεφτα, κι ούτε ήξερα ποιος μ’ είχε ρίξει. Γύρω οι φίλες μου χάνονταν, με φούστες που ανέμιζαν σα φτερούγια ψαριών, γύρω από πέτρα που πέφτει. Ένα πράσινο μήλο βρισκόταν στο χέρι μου, κι όσο εγώ πια κατέβαινα, τόσο εκείνο κοκκίνιζε, ωριμάζοντας γρήγορα μέσα στην πτώση. Δεν μπορεί, έλεγα μέσα μου. Όπου να ’ναι θα ερχόταν η αντίστροφη ώθηση, που θα μ’ έστελνε ίσια ψηλά, συνοδευμένη από πλήθος θριαμβευτικές φυσαλίδες. Ένα έδαφος κρύο με δέχτηκε και με κράτησε. Το μήλο, στο χέρι μου, βαθύ βαθύ κόκκινο. Κανείς δεν ερχόταν.
*Από το βιβλίο «Του Λιναριού τα πάθη – Ο Μέγας Μυρμηκοφάγος» (μικρά πεζά), εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 1993.
Ο χρόνος, οι μέρες, τα χρόνια θα περάσουν! Το γρασίδι θα φυτρώσει στους νεκρούς!!! Αυτό που γεννιέται σήμερα θα τελειώσει τις μέρες του· Τα πλοία δεν θα επιστρέψουν στο λιμάνι Οι σκοτεινές νύχτες θα περάσουν, τα ψηλά βουνά θα γίνουν σκόνη, τα κελιά, οι τάφοι, θα περάσουν σαν τα κύματα αλλά, εκτός νόμου ή νεκρός, Επιστρέφουμε. Θα επιστρέψουμε σε πολλούς αριθμούς. Θα επιστρέψουμε μέχρι το τέλος, σαν εκδικητικά φαντάσματα που ξεσηκώνονται από τις σκιές, θα σφίξουμε πάλι τις γροθιές. Μερικοί με τα χλωμά πουλόβερ τους, άλλοι ακόμα αιμορραγούν, εξοργισμένοι κάτω από κόκκινες σημαίες οι τρύπες από σφαίρες στα πλευρά τους. Τελείωσαν όλα! Οι δυνατοί, οι γενναίοι, είστε όλοι κάτω ω φίλοι μου, Και οι σκλάβοι, οι προδότες και οι ελεεινοί ήδη σέρνονται μέσα. μα χθες, σε ονειρεύτηκα, αδέλφια μου, γιοι των νικητών, άγριοι και γενναίοι καθώς οι πατέρες μας παρέλασαν, με τη Μασσαλία στα μάτια. Αδελφοί, σε τέτοια απίστευτη διαμάχη, Αγάπησα το φλεγόμενο θάρρος σου, κάτω από το όπλο που βρυχάται και βροντερό, με κόκκινες σημαίες να φλέγονται στον άνεμο Θα επιστρέψουμε μέχρι τέλους Επιστρέφουμε…
Βασιλεύς προδοτών, μισητός στον θεό και στους ανθρώπους Καταδικασμένος στην πυρά από την Ιερά Σύγκλητο των Ναζωραίων
Εγώ ειμί άφρων, έκλυτος, συνουσιαζόμενος Πιστός γιός της Βίας και του Πόθου
Ω, αιματοβαμμένο ποίημα, σε στέλνω στον αντρειωμένο Σιγισμούνδο Μαλατέστα για να τον ξαναδώ να μάχεται με μόνη συντροφιά το έμπιστο στιλέτο του
Σε στέλνω στην ταραχή της Ρώμης στην παρακμή της Λόντρας και στην εξάντληση του Παρισιού Σε στέλνω με τα όπλα της τιμής ενάντια σε φαύλους σε προπαγανδιστές, σε καιροσκόπους
Κι άλλον τρόπο δεν έχω εγώ ο Σιγισμούνδος ο μελαγχολικός μες στην σατανική εντιμότητα των μαζών μιαν ελπίδα ψάχνω στην όψη και στην κόψη μιαν ελπίδα σαν την ροδοκόκκινη λεπίδα των τρελών.
*Από τη συλλογή “Εξάγγελος”, Εκδόσεις Περισπωμένη, 2021.
Παλάμες πιο κρύες απ’ τον ωκεανό μάτια ασάλευτα σαν ναυτικού ατμόσφαιρα διάτρητη από χιλιάδες πεσόντες αστέρες όνειρα πειρατές όλα πολύ βαριά για το μικρό μου καράβι
είδα στον ύπνο μου την αδερφή σου τη ρώτησα για σένα έκανε πως δεν άκουσε ήταν πολύ όμορφη στα μάτια, στη μύτη, στο δέσιμο του προσώπου ήθελα να τη φιλήσω σου έμοιαζε τόσο πολύ
η ταραχή ξερνάει μνήμες ένα γλαρόπουλο κολύμπησε ώσπου πνίγηκε «αν ήμουν έντομο θα είχα στο μυαλό μόνο το χώμα»
τα κύματα καβάλησαν την πλώρη μου γελάω η στεριά κοντά μα λίγο πριν πεθάνω
*
Στα ρηχά οι άνθρωποι κολυμπούν με τα γόνατα, με τους αγκώνες γύρω από τον εαυτό τους κάνουνε στροφές δεν έχουν οι άνθρωποι άλλον πιο κοντά
στο βρομόνερο μουλιάζουν την οργή τους τον φθόνο βαφτίζουνε τον απερίγραπτό τους φόβο
μούχλιασε το νερό σαν το ψωμί τους μαλάκωσαν οι κοφτερές γωνίες του μυαλού πρήστηκαν οι κοιλιές μελάνιασαν τα χείλη τους
ήταν φαίνεται από καιρό νεκροί
“Από τη συλλογή “Αυτοχειρία σε χρόνο εξακολουθητικό”, Εκδόσεις Σμίλη, Αθήνα, Δεκέμβριος 2024.
έχουμε ακόμα το αίμα στα χέρια μας κι ας λένε ότι δεν είναι δικό μας μ α ς α ν ή κ ε ι μ α ς α ν ή κ ε ι μ α ς α ν ή κ ε ι με αυτό θα βάψουμε τα μάγουλά μας σπάζοντας τους κουμπαράδες των παιδιών μας να εξυπηρετήσουμε δάνεια κρύβοντας τη μοναξιά σφιχτά στο παντελόνι πουλώντας τα χρυσαφικά της πεθαμένης θείας θα αφήσουμε τα γένια μας να μεγαλώσουν τα δάκρυά μας στους σταθμούς και στα λιμάνια θα περάσουμε μέσα από τη φωτιά με μόνο σκοπό να ξεχωρίσουμε στο σκοτάδι τις σκιές
*Από τη συλλογή “Ο θόρυβος των γεγονότων”, Εκδόσεις Κυψέλη, 2024.
γιατί αφήνετε τη ζωή να γλιστράει μέσα απ´ τα χέρια σας; για μια φτηνή επιβίωση που γρήγορα εξαντλείται κι αυτή!
μεταμφιεσμένοι δικτάτορες αναδύονται από χώρα σε χώρα πάλι με ψηφοφόρους που τους ανεβάζουν και λαούς που τους ακολουθούν
προσοχή καραδοκούν κι άλλες καταστροφές γενοκτονίες, σφαγές, πόλεμοι
ο μισός πλανήτης φοβάται την ελευθερία που ο άλλος μισός δεν γνώρισε φοβούνται τις γυναίκες και τον ίδιο τους τον εαυτό που τον παραδίδουν αμετάκλητα στο τίποτα ζώντας στα μέτρα του
εσείς όμως, γιατί ξεχάσατε τους γηγενείς πληθυσμούς της Αμερικής, της Αυστραλίας, της Αφρικής… τους Πόντιους, τους Αρμένιους, τους Εβραίους, τους Κούρδους,… τους βασανισμένους λαούς της Ελλάδας, της Ισπανίας, της Πορτογαλίας, της Αλγερίας, της Παλαιστίνης, του Σουδάν, του Ιράκ, του Ιράν,…;
πάλι ο φασισμός δείχνει τα δόντια του σε Αμερική, Ευρώπη, Ρωσία, Αφρική κι Ασία
παρακαλώ να μην ξεχάστε μην τον αφήστε να ξανάρθει
Απ’ όλα τα γραφτά του Δάσκαλου, θυμηθείτε τις ιερογλυφικές του εξομολογήσεις, όπου ξεσπάει πια και κατακομματιάζει τη μάσκα του με μάτι τρελού, γεμάτος τρόμο, απόγνωση: «Βοήθεια, χάνομαι, τι θ’ απογίνει πια μ’ εμένανε;» ή «Ξύπνησα το πρωί, Τρόμος! Τρόμος!» ή εκείνος ο εξαθλιωμένος του ναρκισσισμός μπροστά στο καθρεφτάκι του με την εκδίκηση του πρωινού φωτός «Είμαι χλωμός και άσχημος, ενώ τις τρεις πρώτες ημέρες άνθρωποι με συνεχαίροντο για την τόσο καλή μου όψη». 5 Αυγούστου 1897. Παρακάμπτω τη δυσκολία του ν’ αποφασίσουμε αν εννοείται σαν αιτία ο αλκοολισμός, ο αυνανισμός ή ο ομοσεξουαλισμός του – μετά από κάποια κραιπάλη του σ’ ένα maison de passe (Rue Mosque Attarine…) που αφού κυλίστηκε στα βρώμικα σεντόνια ενός νοικιασμένου κρεβατιού οληνύχτα με κάποιο ισχνό και κουρασμένο αγόρι, νιώθει το αδιέξοδο της ζωής που τόνε περιμένει: αλλάζει τίποτα αν ο ένας πιστεύει αυτό ή άλλοι έχουν πεισθεί για τ’ άλλο; Εκείνο που κρατάμε ωστόσο είναι η κραυγή, η ακατέργαστη, αφτιασίδωτη απελπισία, ένα πρόσωπο που αρχίζει να ρυτιδιάζει λίγο πριν βάλει τα ψιμύθια της παράστασής του, η κραυγή του μαδημένου παγωνιού που εκλιπαρεί βοήθεια, ξέροντας πολύ καλά πως δεν υπάρχει πουθενά. Αυτή η κραυγή στ’ αυτιά μας, ίδια πάντα…
*Από τη συλλογή «Καβάφης καθ’ οδόν – Δέκα φαντασιώσεις πάνω στον Καβάφη», Εκδόσεις Καστανιώτη, 1984.
Athena Farrokhzad, Λευκόσελευκό, μτφρ. Αντώνης Μπογαδάκης, εκδ. Αντίποδες, Αθήνα 2016.
Το Λευκόσελευκό της Ατένα Φαρροχζάντ (2013), στην ευαίσθητη μετάφραση του Αντώνη Μπογαδάκη (Αντίποδες, 2016), εντάσσεται στη δυναμικά αναπτυσσόμενη νεωτερική πολιτική λογοτεχνία (και, πιο συγκεκριμένα, αυτή της διασποράς). Ανισότητα, ταξικές διακρίσεις, ρατσισμός, φτώχεια, ιδεοληψίες, μετανάστευση και προσφυγια είναι κάποια από τα θέματα που φαίνεται να απασχολούν νέους δημιουργούς (λ.χ. Kate Tempest, Yahya Hassan, Ari Banias). Νέα δημιουργός και η ίδια, στο Λευκόσελευκό, που γνωρίζει ήδη πολλές εγκωμιαστικές κριτικές και μεταφράσεις, δεν μασάει τα λόγια της: παρουσιάζει την οικογένειά της, μία οικογένεια που έρχεται από τη βία του πολέμου και του θανάτου στη βία της εξορίας και του ρατσισμού. Η εμπειρία που μεταφέρει, φυσικά (και δυστυχώς), δεν αφορά μόνο τις ιδιαίτερες συνθήκες της (μετάβαση από το Ιράν στη Σουηδία), αλλά περιγράφει το γενικότερο πλαίσιο και τα προβλήματα της προσφυγιάς και μετανάστευσης (χωρίς γεωγραφικό ή χρονικό περιορισμό).
Το κείμενο, έντονα θεατρικό (καθόλου τυχαίο ότι ανέβηκε στο θέατρο), αποτελείται από έξι χαρακτήρες που περιγράφουν (αποφθευγματικά και σχεδόν διδακτικά) την εμπειρία της μετάβασης και της νέας χώρας.
«Η μητέρα μου είπε στον αδερφό μου: Να προσέχεις τους ξένους Να θυμάσαι πουθενά δεν έχεις να γυρίσεις αν κάποτε γίνουν εχθρικοί» «Ο πατέρας μου είπε: Ο αδερφός σου ξύρισε τα γένια του πριν καλά καλά φυτρώσουν Ο αδερφός σου είδε το πρόσωπο του τρομοκράτη στον καθρέφτη και ζήτησε ένα ισιωτήρα μαλλιών για δώρο Χριστουγέννων» «Ο πατέρας μου είπε: Δουλειά για τους άνεργους μισθούς για τους άμισθους χαρτιά για τους χωρίς χαρτιά κι έναν πατέρα για σένα»
Εθνικά και θρησκευτικά στερεότυπα, περιθωριοποίηση και σκληρότητα, κοινωνική αδικία και διακρίσεις, και η συνεχής επίπονη προσπάθεια του ατόμου να βρει τη θέση του στη (νέα) κοινωνία. Η ποιήτρια χωρίς ψευδαισθήσεις, ευγένειες και στρογγυλέματα ξεστομίζει το βιωματικό χάος και την ένταση της μετάβασης της δικής της οικογένειας.
Μαζί, και νομίζω εξίσου σημαντικά, η αυτοβιογραφικότητα του κειμένου (με τις ιδιαιτερότητες και την προβληματική που αυτή συνεπάγεται) και συγκεκριμένα ο τρόπος με τον οποίο η δημιουργός την χειρίζεται, το κάνει ακόμα πιο ενδιαφέρον. Συγκεκριμένα, η Φαρροχζάντ “παίζει” με την ειλικρίνεια του λόγου της (και κατ’ επέκταση των χαρακτήρων), παρουσιάζοντας και μαζί αναιρώντας (άρα, μη αυθεντικοποιώντας) την αλήθεια της συλλογικής τους μνήμης.
«Ο πατέρας μου είπε: Τίνος πατέρας είναι αυτός που περιγράφεις Η μητέρα μου είπε: Τίνος μητέρα είναι αυτή που περιγράφεις Ο αδερφός μου είπε: Σε τίνος τον αδερφό αναφέρεσαι» «Η μητέρα μου είπε: Γράψ’ το έτσι Μητέρες και γλώσσες μοιάζουν μεταξύ τους ψεύδονται ασταμάτητα για όλα»
Αυτή η συνείδηση της προβληματικής (και, συχνά, παραμορφωτικής) μνήμης και το ξεμπρόστιασμά της από την ποιήτρια καλούν τον αναγνώστη να είναι προσεκτικός και υπεύθυνος, να μη δέχεται ό,τι διαβάσει ως απαραίτητα (ή απόλυτα) αληθινό. Μία γενναία κι ευφυής επιλογή.
Τέλος, κανείς οφείλει να αναφερθεί στην ευαισθησία και την αμεσότητα της μετάφρασης του Αντώνη Μπογαδάκη ο οποίος καταφέρνει να μεταφέρει το ζωντανό, δραματικό λόγο και την ορμή του κειμένου. Κατόρθωμα διόλου μικρό.
Τελικά, ένα εξαιρετικό ανάγνωσμα, ένα βιβλίο που πάει τον αναγνώστη πιο πέρα, πιο ψηλά.