Δημήτρης Μιχελουδάκης, Μονόλογος (υπερ)ευαίσθητου γιατρού

Ελάχιστοι άνθρωποι κουβαλούν εξ’ απαλών ονύχων ένα κάλεσμα βαρύ κι ασήκωτο. Τυγχάνω ένας εξ’ αυτών. Δεν διάλεξα το λειτούργημα του γιατρού – εκείνο με άρπαξε. Απόδειξη του καλέσματος που αναφέρω: η εμμονή του πατέρα μου να ακολουθήσω τον ιατρικό κλάδο, ώστε να αναλάβω τη διαχείριση του ιατρείου του που άνοιξε πριν 80 χρόνια ο αείμνηστος παππούς μου. Θα αρκούσε απλώς μια γωνίτσα του άβυθου πελατολογίου που κληρονόμησα, για να αντιληφθεί ο αναγνώστης το μέγεθος του μόχθου, του κόπου και της βασάνου που μου επιφύλασσε το μέλλον. 

Η προμηθεϊκών διαστάσεων μοίρα μου με καταδίκασε να αφιερώσω το ζην μου στο καλό της ανθρωπότητας – αδιαφορώντας κραυγαλέα για το ευ ζην. Ποτέ μου δε λιγοψύχησα. Ποτέ μου δεν κοίταξα την ιατρική τέχνη με τις παρωπίδες της ιδιοτέλειας. Δεχόμουν αγογγύστως την ανηφοριά της προσφοράς. 
                                                            
Γνωστό τοις πάσι πόσο απαιτητική είναι η ιατρική σχολή. Ωστόσο, όχι όλοι οι τελειόφοιτοι έχουν την καλοτυχία να αράξουν μετά το πέρας της κοπιώδους εξαετούς φοίτησης. Λίγους μήνες ή χρόνια, αδιάφορο – ένα διάστημα ανάπαυσης είναι αναγκαίο, ώστε να ξεκινήσει, όστις είναι προορισμένος λειτουργός της τέχνης μας, την ειδικότητα με γεμάτες τις μπαταρίες, καρδαμωμένος. Ήμουν από τους ελάχιστους τελειόφοιτους που ηναγκάσθη την αμέσως επόμενη μέρα του πτυχίου να διασχίσω την άβυσσό της
                                                            
Πάντα με τρόμαζε η επιμονή κάποιων συναδέλφων μου, να αντιμετωπίζουν με πλήρη ακαρδία τους ασθενείς τους. Ποτέ μου δεν τόλμησα να χαλάσω χατίρι και να αρνηθώ το ποσό καλοτυχίας – αυτό που αποκαλεί ο χύδην όχλος φακελάκι. Τις κρίσιμες ώρες του άγχους, της αγωνίας και του πιθανού ξεψυχίσματος, κάθε βαριόκαρδος ασθενής πρέπει να ακούει μόνο “ναι”. Είναι τουλάχιστον άηθες να αρνούμαστε, εμείς οι θεόθεν λειτουργοί, επιθυμίες ταλαίπωρων υπάρξεων. Προς επίρρωση του ανωτέρω, πολλές φορές, για να τους βγάλω από την αμήχανη και άβολη θέση, ζητούσα ή ακόμα απαιτούσα εγώ ίδιος το ποσό που θεωρούσα ικανό για το προχώρημα της εγχείρησης.
                                                            
Όντας προσηλωμένος στο καθήκον, δε δίσταζα να ρισκάρω. Μπροστά στον ανθρώπινο πόνο, όλα τα άλλα πάνε περίπατο. Και ένας ειδικευόμενος – με τη δική μου υπερευαισθησία – δεν αντέχει να βλέπει ασθενείς να περιμένουν πολλές ώρες στους διαδρόμους ενός δημόσιου νοσοκομείου – τους έστελνα σπίτι. Παρά την όποια κούραση ή αϋπνία, αναλάμβανα να πάω μετά τη βάρδια ή την εφημερία κατ’ οίκον, ώστε να τους αλαφρύνω.
                                                              
Μια φορά, ήταν μια ασθενής η οποία έπρεπε άμεσα να χειρουργηθεί. Καθώς τα οικονομικά της δεν της επέτρεπαν να χειρουργηθεί δωρεάν στο δημόσιο νοσοκομείο μας, με δική μου πρωτοβουλία και παρά τις έντονες αντιρρήσεις κάποιων συναδέλφων μου, η ασθενής πήρε εξιτήριο. (Όχι μόνο από το νοσοκομείο, γενικά). 
                                                             
Κατανοώ – αλίμονο – την ενστικτώδη ροπή των (άλλων) γιατρών για δύναμη, εξουσία και δόξα. Ωστόσο, θα ήταν κόντρα στη δική μου υπερευαισθησία να επιτρέψω κάτι τέτοιο σε βάρος κάποιου ασθενή. Αυτός που υποφέρει έχει κυρίως ανάγκη από σεβασμό, όχι από ελεημοσύνη. Η ανθρώπινη ζωή έχει και τα όριά της. 

Γι’ αυτό και όσες άδειες κι αν πήρα, τις πήρα, γιατί πιστεύω στην αλληλεγγύη κι απεχθάνομαι μετά βδελυγμίας την ελεημοσύνη. Συνηθισμένος σε φθονερά βλέμματα συναδέλφων (και μη), είχα θωρακιστεί και δεν άφησα τις κακίες να με παρασύρουν. Επέμενα, μέχρι τέλους, να νιώθω ισάξιος με τον ασθενή, όντας ξαπλωμένος στο κρεβάτι. Δε λέει τυχαία ο λαός πως αν δε βρέξεις κώλο, σούσι δεν τρως. 

16.10.24

Thomas Bernhard, Τίποτα δεν ξέρεις, αδερφέ μου, για την νύχτα

Τίποτα δεν ξέρεις, αδερφέ μου, για την νύχτα,
τίποτα γι’ αυτόν τον πόνο που μ’ έχει εξαντλήσει,
όπως κι η ποίηση που κουβαλούσε την ψυχή μου,
τίποτα για τ’ απογεύματα, για τους αμέτρητους καθρέφτες,
που θα με πετάξουνε στην άβυσσο.
Τίποτα δεν ξέρεις, αδερφέ μου, για τη νύχτα,
που έπρεπε να διασχίσω σαν να ‘ταν ποταμός,
με ψυχές από πολύ καιρό θαλασσοπνιγμένες,
και δεν ξέρεις τίποτα για τα μαγικά τα λόγια,
που μου έδειξε ανάμεσα στα ξερόκλαδα η σελήνη
σαν φρούτο ανοιξιάτικο.
Τίποτα δεν ξέρεις, αδερφέ μου, για τη νύχτα,
που μ’ έσυρε στον τάφο του πατέρα,
που μ’ έσυρε μέσα σε δάση πιο μεγάλα από τη γη,
που μ’ έμαθε να βλέπω τη δύση, την ανατολή
στα άγνωστα σκοτάδια της κάθε μέρας.
Τίποτα δεν ξέρεις, αδερφέ μου, για την νύχτα,
για την ταραχή που ξύνει τους σοβάδες,
τίποτα για τον Σαίξπηρ και το στιλπνό κρανίο,
που σαν πέτρα σκονισμένη
κατρακύλησε με χάχανα στις άσπρες παραλίες
μέσα από πολέμους και σαπίλα.
Τίποτα δεν ξέρεις, αδερφέ μου, για τη νύχτα,
γιατί ο ύπνος σου διέτρεξε τα κατάκοπα κλαδιά
αυτού του φθινοπώρου, τον άνεμο που έπλυνε τα
πόδια σου σαν χιόνι.

*Από το βιβλίο “Έξι Ευρωπαίοι ποιητές”, Εκδόσεις Gutenberg. Δημοσιεύτηκε στο https://christinehag.wordpress.com/2024/10/27/tipota-den-xereis-aderfe-mou-gia-tin-nichta/#like-5525

Μαργαρίτα Μηλιώνη, Δύο ποιήματα

Στα εργοστάσια της ποίησης

Αύγουστος κι εσύ ο Μίδας;
Τρως κάτι; πίνεις;

Θα βγω στον κήπο και θα συλλέξω
τα κορίτσια που αγαπήθηκες
Θα μπω στα εργοστάσια της ποίησης
και θα αποσυνδέω όλες τις μηχανές

Θα ανιχνεύσω τα ίχνη σου
στην υδρόγειο του κορμιού τους
και στα γρανάζια κάθε μηχανής που άγγιξε

Θα χαρτογραφήσω όλα σου τα περάσματα
Θα καταγράψω τα κατακρεουργημένα μέλη

τις τρύπες από βίδες που ξεχάστηκαν
θα δημιουργήσω το εκμαγείο των ψαριών σου

*

Το ποίημα κατεβάζει τα χέρια
πετάει στο έδαφος το μόνο του όπλο
και παραδίδεται.

Δεν έχω λέξεις
τις κράτησες όλες εσύ
όταν μοιράσαμε τον κόσμο.

Δεν είμαι ο Μαλαρμέ
για να δοθώ στο ποίημα
Δεν έχω ανάσες.

Οξυγόνο δεν έχω
μάσκες οξυγόνου δεν έχω
μα πού ζω, στη σελήνη;

*Από τη συλλογή “Στα εργοστάσια της ποίησης”, Εκδόσεις Κουκκίδα, Ιανουάριος 2024.

Ιουλία Τολιά, Τέσσερα ποιήματα

Τι το κοιτάς με λύπη
το σπασμένο σου φτερό.
Η Μούσα σου είναι.

*

Δεν ήξερες ακόμη από διάθλαση.
Κοίταζες με απορία
να σπάνε τα κουπιά μέσα στη θάλασσα.
Ήταν η εποχή της άγνοιας.
Ένα ταξίδι ατέλειωτο στην έκπληξη.

*

Ο άνθρωπος στο δοιάκι.
Ποτέ δεν είδα το πρόσωπό του.
Τις νύχτες
αράζαμε μεσοπέλαγα.
Εκείνος κοιτούσε
την άλλη όψη των άστρων.
Κι εγώ μάθαινα
αλλιώς να βλέπω.

*

“Θα σε ξαναδώ τον Νοέμβριο”.
Και είχα το ύφος μιας υπόσχεσης
για να μη δεις το ψέμα.
Έτσι αποχαιρετώ για πάντα.
Με πρόσχημα
έναν Νοέμβριο.

*Από τη συλλογή “Ημιτελής τοπογραφία”, Εκδόσεις Στοχαστής, 2024.

Νίκος Σφαμένος, Κανένα νέο

Φωτογραφία: Ιωάννης Λάμπρου

τον συναντούσα μικρός
κάθε μεσημέρι
μετά το σχολείο
στο τραπέζι του πάντα
υπήρχε ούζο με μεζέ
απολάμβανε τον ήλιο
«ευτυχώς, κανένα νέο,
καμία φιλοδοξία»
μου έλεγε κάθε φορά
κι εγώ συνέχιζα τον δρόμο μου
στο απογευματινό παιχνίδι
καθόταν στο ίδιο μέρος
ο ήλιος ήταν πάντα εκεί
ώσπου ένα μεσημέρι
βρήκα την καρέκλα του άδεια
τις γάτες του να με κοιτάζουν
και τώρα που ξαναπερνώ
από αυτά τα μέρη
σκέφτομαι εκείνον
κι ένα παιδί να του χαμογελά
στις ζεστές μέρες του

Λίνα Βαταντζή, Πικρή πλευρά

Προσμένω τον χρόνο 
να προβάλλει 
καθώς λάμνουν οι ρότες του μόχθου,
προσμένω την αναγέννηση 
στην αναμενόμενη άφιξή της

και αναρωτιέμαι 

εάν το σύννεφο είναι οργισμένο 
όταν η βροχή ωρύεται τη νύχτα 
ή εάν η σιωπή στο σκοτάδι αποποιείται την κυριαρχία της –

περιμένω τις απαντήσεις 
να ξεδιπλωθούν στον ορίζοντα 
και μένω, 
υπομένω 

σε μια χώρα θαυμάτων και υποκρισίας.

Αντιγόνη Κατσαδήμα, Δύο ποιήματα

ΧΑΡΤΑΕΤΟΣ

Πατρίδα μου είναι η Χάρτα,
γλώσσα μου ο αγέρας,
θρησκεία άλλη από τον ουρανό
δεν τρέφω την ώρα που ανεβαίνω,
περνώ τον γαλάζιο κύκλο της σπηλιάς
που συννεφολαλιά την είπαν
Ζωγράφοι, ποιητές κι ηθοποιοί,
ελεύθερα ας καώ στα χέρια τους,
στον ήλιο που με περίσσεια
άφησαν στο βλέμμα ηλιοβασίλεμα.

*

ΗΛΙΑΚΟΙ

Εκεί πέρα λαμπυρίζει η πόλη στα σημεία,
πετά σπίθες μες στη μέρα.

Απέξω αγναντεύουμε την ησυχία της ζωής μας
που από κοντά είναι θόρυβος και αστεία.

Με τα πανέρια μας γεμάτα
σηκωνόμαστε για αλλού από το τραπέζι.

Περίμενες, άραγε,
να είναι αισθητικά αντικείμενα οι ηλιακοί;

Τους δόθηκε η ευκαιρία,
μια εξ αποστάσεως στο φως ανασυγκρότηση.

*Από τη συλλογή “Εκρήγνυμαι”, Εκδόσεις Απόπειρα, Αθήνα 2024.

Μαρία Σύρρου, Τρία ποιήματα

ΑΠΟΔΕΙΠΝΟ

Τον νήστεψα πολύ τον έρωτα
γιατί πολύ τον πίστεψα.

Αν είναι κάτι ν’ αποστερηθείς, λέω πως
αξία πιο πολύ του δίνεται όταν αποστερείσαι
ό,τι το πιο πολύ αγάπησες.

*

ΤΟ ΦΙΛΙ

Εκείνο το φιλί
το πρώτο μας φιλί
ένας κόσμος ολόκληρος

δικός μου ολόκληρος ο κόσμος·
ο κόσμος μου ολόκληρος δικός σου.

*

ΕΝΤΡΟΠΙΑ

Λιμάνι πιάσαν ηβικό
εδώδιμες χαρές χόρτασαν
-χάδια, δαγκωματιές, φιλήματα-
πάνω στο ιδρωμένο της αυγής χορτάρι·
με άρτια πέσαν τα νυχτέρια τους κατάσαρκα
άρμενα γίναν κι ανοιχτήκαν μεσοπέλαγα
-σ’ αρχέγονα νερά παρασυρθήκαν.

Στα όνειρά μας όλα επιτρέπονται.

*Από τη συλλογή “Έτσι ελάχιστη”, Εκδόσεις Τύρφη, 2024.

Γιώργος Σαράτσης, Quinta Essentia

i

αυτή η γη
πηγάδι που στέρεψε
σκυλί παρασυρμένο
στην άκρη του δρόμου

ii

άνθρωπος τρωτός
θα πει
να μπορείς να ξεφυλλίσεις
ουρανούς
χωρίς χέρια
ή να πίνεις ποτάμια
με χείλη τσακισμένα
από τις καταχρήσεις
των λέξεων

iii

να λυπηθείς
για την αγάπη
που δεν έγινε έρωτας
για το σώμα
που παρέμεινε κορμί
για τη λάμψη στα μάτια
όσων έφυγαν
χωρίς να πουν
μια λέξη

*Από τη συλλογή “Πρόσφορο χώμα”, Εκδόσεις στίξις, Σεπτέμβριος 2021.

Μιχάλης Παπαντωνόπουλος, Εμιγκρενιάδα

Ξεπέφτουν η σειρά τους
στη θηλαστική ιεραρχία του αίματος
και ο γκρεμός κερδίζεται σειρά
σπάζοντας νόμισμα στα δανειστήρια
«μα η ζώνη πίσω απ’ το Ποτάμι
είναι βαρέλι με πυρίτιδα»
και αποδώ ξεπήδησαν
ανήλικοι χαφιέδες του ’50
και υποθηκεύτηκαν τρεις γέννες
εξουσία στην παραφορά
που σκάβεται
σκουλήκι ώς το λάφυρο
«γιάγμα» ξέρουν
και ξέρουμε από σπλάχνα:
είμαστε δύσκολη ράτσα
δώδεκα σφαίρες στο κατέβασμα
«χτυπάτε Σαμαρκάντ και νότια»
σέρνοντας
«γιάγμα» από κραυγή
το σκύβαλο πένθος του φονιά
ή μένος
που τρέμεται εξίσου:
κάθε ουρανό και Δεκέμβρη
χάνουμε τα πάντα για τελευταία φορά

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Βόρεια/Βορειοανατολικά τεύχος 7.