Δημήτρης Καρπέτης, Ανθρωποφάγοι

Τα σωθικά μου φαγώθηκαν
από τους ανθρωποφάγους στυλοβάτες
της κοινωνικής μας γαλήνης,
πριν να προλάβω τις αχτίδες του ήλιου.

Υπέροχη η γεύση τους
όπως καταλαβαίνω
βλέποντάς τους πάνω μου
να δοκιμάζουν και να χαίρονται
με το φαγοπότι της καρδιάς.

Ανθρωποφάγοι των σωθικών μας
που νοιάζονται μόνο τη βολή τους
προασπίζοντας τα δικά τους αποκτημένα
με κάθε ανήθικο τρόπο.

Χνώτα μεθυσμένα
να ξεσκίζουν τις σάρκες
των υποτακτικών τους.

Δόλος, πονηριά, επιβολή
και τέλος η σφαγή
αυτών που ακόμα αντιστέκονται
κρατώντας στα χείλη
τα χτυποκάρδια της ψυχής τους.
Κι όταν τα σωθικά μου πια τελέψουν
μέσα στα πεινασμένα στόματα
των υπέροχων κρατούντων,
η θυσία θα συνεχίζεται
με το ρήμαγμα κάθε ψυχής
που τόλμησε έστω να μυρίσει
τα λουλούδια στο κήπο
των ανθρωποφάγων ηγεμόνων.

Αυτών που θα συνεχίσουν να τρέφονται
με το αίμα και τη σάρκα
όσων θ’ αντιστέκονται.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2024/11/19/ανθρωποφάγοι-δημήτρης-καρπέτης/#like-7070

Κατερίνα Γκιουλέκα, Γοργόνα  

μνήμη Ελένης Τ.

Το καμένο σουτιέν
μιας Cecile
κάποιον Μάη
νίκησε την εντροπία
της στάχτης του
ανασύστησε τη
σομόν δαντέλα
πέταξε ψηλά και
κρεμάστηκε σε γυμνό κλαδί
Γι’ αυτό, απόρησε,
καήκαμε εμείς;
Για τούτες τις ειδήσεις
σπάσαμε με τις ντουντούκες
της επιθυμίας τα δεσμά;
Με μιας τότε σηκώθηκαν
ανταριασμένες
η Έμιλυ
η Βιρτζίνια
η Καλλιρόη
μα και η ίδια η καμία
η Cecile
πήγαν μαζί να βρουν
την πληγωμένη
στα νερά της Ρόδου
της δώσανε φιλί γλυκό
την αγκαλιάσαν
κι εκείνη λευκή
απ’ τον αφρό ξεπρόβαλε
και μίλησε
Κορίτσια,
Μη φοβάστε!

*Από τη συλλογή “Πλάνης στην πλάνη της”, εκδόσεις Θίνες, 2024.

Γρηγόρης Σακαλής, Δύο ποιήματα

Βάλσαμο ψυχής



Γύρισα τα μάτια μου
και σε κοίταξα
με φώτισες ολόκληρο
ήλιε μου
τα μάτια σου μαγνήτες
που με ελκύουν
τα χείλη σου πηγές
που με ξεδιψάνε
ατελείωτα
τα λόγια σου
βάλσαμο της ψυχής μου
που με ηρεμούν
και με ταξιδεύουν
σε μέρη εξωτικά
το σώμα σου
αρχαίο άγαλμα
αγαπημένη μου
σ’ ευχαριστώ που ήρθες
έδωσες νόημα
στη ζωή μου.

*
 
Φωλιά



Σε είδα λυπημένη
κι είχες τόσους λόγους
να στεναχωρηθείς
έγινα καραγκιόζης
για να γελάσεις λίγο
έπαιζα ρόλους
σαν ηθοποιός
για να σε δω
να ζωντανεύεις
χελιδονάκι μου
άρχισες σιγά-σιγά
να συνέρχεσαι
και ξεκίνησες
να χτίζεις μια φωλιά
για μας τους δυο.

*Από τη συλλογή “Πρατήρια ψυχών”, e-book στην Ανοικτή Βιβλιοθήκη.

Δημήτρης Λαμπρέλλης, Άνοδος

Τα παγοθραυστικά πλήττουν την επιείκεια των οδηγών
Οι επιβάτες δεν ομιλούν
θυμίζουν την ιστορία
του Ματθία από τη Wolf
με φθηνή κλωστή
στα μαξιλάρια του Αριστοφάνη.
Το παράθυρο ανοίγει χαμηλά χωρίς ενδείξεις
Μία σινδόνη με μεντεσέδες στα κόκκινα χείλη έρχεται
Στο παλαιοπωλείο.

Νύχτα στις πόρτες ο ταμίας
αγγίζει ψάρια ασκεί τη φαρμακεία.
Επάνω, αιωρούνται δύο μήλα

Στο όργανο εμπρός έμειναν ελάχιστα πλήκτρα
πλήκτρα πτηνόμορφα
που κρούει η Ηλέκτρα.
αρχή Ηλέκτρα αργή.

*Από την ενότητα “Η εμμονή του ίχνους” που περιέχεται στη συλλογή “Έσοπτρος” (1982). Σχετικός σύνδεσμος: https://thepoetsiloved.wordpress.com/2024/11/16/dimitris-lambrellis-anodos-δημήτρης-λαμπρέλλης-άνοδος/

Ζώντας με τους «περιπλανώμενους»

Γράφει η Έστα Παπαγεωργίου*

-Γεννήθηκα, μεγάλωσα και ζω στον Πύργο της Ηλείας. Μια πόλη παρεξηγημένη. Όπου γεννήθηκαν κι έζησαν ποιητές, συγγραφείς, εικαστικοί και αγωνιστές, ενδεικτικά Σινόπουλος, Παυλόπουλος, Πασχαλινός, Παπαδημητρακόπουλος, Τσικληρόπουλος, Δανιήλ, Αδαμάκος, Εξαρχόπουλος, Καράγιωργας…

-Υπήρχε κι η αθέατη πλευρά.

Στη γειτονιά μου. Στην συμβολή της Υψηλάντου (κεντρικός σιδηροδρομικός σταθμός) με την Πατρών (τότε τμήμα Εθνικής Οδού προς Ολυμπία ή προς Κυπαρισσία-Καλαμάτα). Ένα τρίγωνο με τις γραμμές του τρένου να τέμνουν την λεωφόρο και τα τσαντίρια πίσω από την πετρόχτιστη μάντρα του σταθμού.

-Εκεί παίζαμε κι αλητεύαμε στα τέλη της δεκαετίας του 1960. Έτσι γνωριστήκαμε με τα παιδιά των τσαντιριών. Μας χάρισαν επινοήσεις δραστηριοτήτων, έξω από τα μικροαστικά πρότυπα ανατροφής μας. Και νιώσαμε την αγνή φιλία.

Εκεί που σκαρφαλώναμε στα γιαπιά και γδέρναμε γόνατα κλπ, όταν νύχτωνε -η μαμά μου μας καλούσε να γυρίσουμε σπίτι. Εμείς απτόητοι συνεχίζαμε, μέχρις που έφτανε η απειλή. «Αν δε μαζευτείτε στην ώρα σας, θα πλυθεί με το ζεστό νερό όποιος σταματήσει το παιχνίδι νωρίτερα». Δηλαδή μπάνιο σε μεταλλική λεκάνη με πήλινο κανάτι και ζεστό νερό από τον αρχαίο «θερμοσίφουνα». Τότε η φίλη μας η Σία -η τσιγγανοπούλα των τσαντιριών- έτρεχε σπίτι μας να απολαύσει το ζεστό της μπάνιο. Με τον αδερφό μου νιώθαμε το κρύο -πλέον- νερό να ξεπλένει τις πληγές μας.

Έτσι χτίστηκε η αρχή μιας στενής σχέσης με τους περιπλανώμενους!

-Τα χρόνια πέρασαν μέχρις που βρέθηκα συνεργάτης σε Αρχιτεκτονικό γραφείο. Οι πρώτες μελέτες με τον Χρήστο αφορούσαν κτήρια κατοικιών στον οικισμό «Παπακαυκά» στην Αμαλιάδα.

Εκεί αντιμετώπισα μια ιδιότυπη «μητριαρχία». Η κυρία με την παραδοσιακή (υπέροχη) ενδυμασία έδινε τις εντολές και όλοι υπάκουαν στο πρόσταγμα της. Ήθελε αετώματα, δεν τολμούσαμε ν’ αντιμιλήσουμε κι έτσι έγιναν!

-Στο γραφείο, μια μέρα ήρθε ένα κοριτσάκι, ξανθομάλλικο με ανοιχτόχρωμα μάτια. Ήταν η Βαρβάρα, από τα τσαντίρια στις παρυφές της πόλης. Μιλήσαμε. Δεν ήξερε να γράφει και να διαβάζει. Μια ιδιαίτερη «χημεία» μας έδεσε και ξεκινήσαμε μαθήματα γραφής κι ανάγνωσης. Με εντυπωσίασε η προθυμία της.

Η Βαρβάρα έμαθε να υπογράφει και λίγα γράμματα αλλά με επισκεπτόταν συχνά και την φίλευα ότι μπορούσα. Ντρεπόταν κι έπαιρνε το ξεσκονόπανο αλλά της έλεγα «είσαι καλεσμένη μου, κάτσε στον καναπέ να τα πούμε». Χαθήκαμε…

(Την Βαρβάρα την ξανασυνάντησα πριν δύο χρόνια, στην διανομή τροφίμων ΤΕΒΑ. Μια τεράστια αγκαλιά και με σύστησε στον άντρα της, τα παιδιά της και το εγγονάκι της! Η φλόγα στο βλέμμα της και η αγάπη της με συνεπήραν! Περήφανα διαλαλούσε για τα φιλέματα μου. Υπέροχη και Αγαπημένη μου Βαρβάρα!)

-Το 2008 έγινε μεγάλος σεισμός στην Πηνεία. Η Αμαλιάδα ήταν κοντά στο επίκεντρο. Γι’ αυτό κληθήκαμε -ως μελετητές- να κάνουμε αυτοψία στα κτήρια που είχαμε σχεδιάσει. Ο Χρήστος «έλιωνε» από τον καρκίνο. Έτσι ανέλαβα εγώ. Έφτασα με το αυτοκίνητο στην Αμαλιάδα όπου με περίμενε ο κύριος Τ. να με οδηγήσει στον οικισμό. Φτάνοντας -δεν το περίμενα- είδα κόσμο στα μπαλκόνια να χειροκροτεί και να φωνάζει: Ήρθε η Μηχανικός…

Και οκλαδόν στο πυκνό υπέροχο χαλί ήπιαμε κρασάκι και απολαύσαμε χειροποίητα μεζεδάκια!

-Πάντα χαρές με τους «περιπλανώμενους», με τους τσιγγάνους, με τους Ρομά!

*Η Έστα Παπαγεωργίου είναι συγγραφέας του βιβλίου “Μικροϊστορίες της… στιγμής” που κυκλοφορεί από τις Eκδόσεις Χάρτινοι Ήρωες

**Αναδημοσίευση από εδώ: https://proini.news/zontas-me-tous-periplanomenous/?fbclid=IwZXh0bgNhZW0CMTEAAR2Z1O_WVac7PGVw5OX2NOOZVl_Xv4pBWLJpYke_It9Y6xjrmhj-eKL-I78_aem_AdP6cPnRa578SZfuUcZDoWyBkUFogklkV-GoH7hwwdTNe3Q8Rd7EHU14qQ93CynXHslwbcvFlISSKw5kZXJJp_g0

Βίκυ Κατσαρού, Δύο ποιήματα

Τούλια, λευκά σεντόνια, πέπλα και ποιήματα

Έχω ένα κρυφό δωμάτιο αθωότητας στο πίσω μέρος του σπιτιού μου
-τούλια, λευκά σεντόνια, πέπλα, κορσέδες, βελουδένια γάντια-
κι στο κέντρο του ένα συντριβάνι γεμάτο τσαμπιά σταφύλια
αδάγκωτα
και φλούδες από δέντρα – εκεί μέσα χώνομαι το βράδυ,
κρυφά από τους άλλους,
περιμένοντας να δω τρομακτικά οράματα:
Θα μαζέψει άραγε τα τριαντάφυλλα
που του άφησα πάνω στο τραπέζι
ή θα αφήσει να ξεψυχήσουν τα ποιήματα μου
Ανέγγιχτα
Μέσα στην κοιλιά του;

Lady Lazarus

Το πρωί όταν ξύπνησες
πάνω στο ηλιόφωτο τραπέζι άπλωσες τη γλώσσα μου,
τα χείλη μου, τα θολωμένα μάτια μου,
τα τρυπημένα δάχτυλά μου, το στομάχι μου.
Έπειτα τα κύκλωσες με μια λάμπα, το αγαπημένο σου βινύλιο
και ροζ καραμέλες Charleston.
“Εδώ κείτεται η αγαπημένη μου”, είπες με χαρά,
περιμένοντας αν ο Λάζαρος σε αγαπά τόσο ώστε να βγει από τον τάφο.

*Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Καρυοθραύστις”, τεύχος 16/17, Ιούνιος 2024.

Αναστασία Πούλου, Δύο ποιήματα

ΠΑΤΗΜΕΝΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ

Φέρνω τον εαυτό μου μπροστά από τον καθρέφτη,
τοπία μιας μελλοθάνατης στο διηνεκές:
γλιτώνω τον πνιγμό από θαλασσινό νερό
το λεκέ των αιμάτων
απλά πιο απλά στήνω τη φυσικότητα,
ετοιμάζομαι εύκολα για μια καινούρια απώλεια.
Ο χειμώνας έρχεται όπως ένας παλιός φίλος στο σπίτι μου,
που ούτε παλιώνει ούτε τρέμει σαν ερωτική ανάσα,
στο ίδιο πάντα κεφάλι κολλάει σαν ψείρα η ύλη
και πάει η ζωή,
όπως ο αλευράς στο μύλο του.

*

ΣΑΡΚΙΝΟ ΤΟΠΙΟ

Το φεγγάρι βρέχει το νερό στα πόδια του,
η θάλασσα και πιο κάτω η πεδιάδα·
ένα απόλυτο τοπίο: επίπεδο, μακρύ.
Όπου υπάρχει ένας, κι ένας άλλος,
ή ένα λουλούδι ανθίζει ή μια παλιά πληγή αιμορραγεί.
Ανασαίνεις πάνω μου, πάνω στη σορό αυτής που μένει μες στο στήθος μου,
μετράμε τη σιωπή με λουλούδια και πληγές
και τη βρίσκουμε μακρύτερη απ’ την πεδιάδα,
το φεγγάρι και τη θάλασσα μαζί.

*Από την συλλογή “Δύο μικρά χέρια”, Εκδόσεις Θράκα, Δεκέμβριος 2021.

Γιώργος Μπλάνας, Το παράπονο του στρατιώτη

Ο εχθρός μοιάζει με κήπο
όπου παίζουν κρυφτό τα παιδιά της γειτονιάς
Δεν με ξεγελάει εμένα.
Κάθε δέντρο ένας ελεύθερος σκοπευτής.
Κάθε παρτέρι μια νάρκη.
Ο εχθρός μοιάζει με αχυρώνα,
όπου μαθαίνουν τα μεγάλα παιδιά
τον έρωτα μετά το σχολείο.
Δεν με ξεγελάει εμένα.
Κάθε θημωνιά ένα πυροβόλο.
Κάθε δεμάτι ένα βλήμα.
Ο εχθρός μοιάζει με γερόντισσα,
που πλέκει – σταματάει, χασμουριέται, κοιτάζει
κοιτάζει απ’ το παράθυρο στον έρημο δρόμο
κι ύστερα πάλι στο πλεκτό της.
Δεν με ξεγελάει εμένα.
Κάθε βελονιά ένα μήνυμα.
Μόνο αυτοί οι άνθρωποι…
Κάθε κόμπος μια προειδοποίηση.
Ο εχθρός είναι παντού.
Δεν με ξεγελάει εμένα.
Μόνο αυτοί οι άνθρωποι…
Τι θέλουν και μπερδεύονται;
στα πόδια μου; Πώς να ξέρω ποιος είναι
εχθρός που μοιάζει με άνθρωπο;

Fransesco Tomada, Τρία ποιήματα

Ασυναίσθητα

Κοιμάσαι και το κορμί σου γίνεται λεπτό
σαν τετράφυλλο τριφύλλι μεταξύ σελίδων
κι όχι χαρτί αλλά σεντονιού πανί
κι ούτε βιβλίο αλλά εσύ φέρε μας τύχη
σ’ αυτή τη ζώσα εκδορά
που από φόβο μη γίνουμε μπανάλ
μόνο αραιά και πού ονομάζουμε αγάπη

*

Πάνω σ’ έναν τοίχο της Άντονέλλα Αννέτα

Κι εγώ απ’ το Σεράγεβο έχω την εικόνα
μιας γυναίκας που τρέχει προς το καταφύγιο
προφυλάσσοντας το κεφάλι της
σαν να έπεφτε βροχή

η ειρήνη πουν βιώνουμε είναι το ίδιο εύθραυστη
όπως τα πράγματα που προκύπτουν τυχαία
να μας βρίσκει κάτι καθ’ οδόν ενώ είμαστε μίλια μακριά
από έν’ απάγκιο
και βρεχόμαστε μονάχα
ή πεθαίνουμε

*Από τη συλλογή “Η παιδικότητα ιδωμένη από εδώ” (L’ infazia vista da qui) ποιήματα της οποίας περιλαμβάνονται στο βιβλίο “Με ενάντιους ανέμους”, Εκδόσεις Ενύπνιο, Αθήνα 2024. Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου.

Τρία διά δύο

Θυμάμαι που μια μέρα αστειευόμασταν
αν θα χωρίζαμε τι θα γινόταν με τα τρία μας παιδιά
ενάμισι κατα κεφαλή;
θα τα κόβαμε στη μέση;

Ήταν έν’ ανόητο παιχνίδι, ακόμα ποιο ανόητο
τώρα που δείχνει να επαληθεύεται
υπάρχει μια πραγματικότητα στην οποία όλοι χάνουν
και τρία διά του δύο του ισούται με μηδέν

*Από τη συλλογή “Κάθε πράγμα με τ’ όνομά του (A ogni cosa il suo nome) ποιήματα της οποίας περιλαμβάνονται στο βιβλίο “Με ενάντιους ανέμους”, Εκδόσεις Ενύπνιο, Αθήνα 2024. Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου.

Gregory Corso, Destiny

They deliver the edicts of God
without delay
And are exempt from apprehension
from detention
And with their God-given
Petasus, Caduceus, and Talaria
ferry like bolts of lightning
unhindered between the tribunals
of Space & Time

The Messenger-Spirit
in human flesh
is assigned a dependable,
self-reliant, versatile,
thoroughly poet existence
upon its sojourn in life

It does not knock
or ring the bell
or telephone
When the Messenger-Spirit
comes to your door
though locked
It’ll enter like an electric midwife
and deliver the message

There is no tell
throughout the ages
that a Messenger-Spirit
ever stumbled into darkness

Πεπρωμένο

Παραδίδουν το θείο διάταγμα
χωρίς καθυστερήσεις
Κι απαλλαγμένοι από τον φόβο –
τον Πέτασο τον παραχώρησε ο Θεός
με το Κηρύκειο και με τα πέδιλα τα φτερωτά
μαντατοφόροι ως κεραυνοί
απρόσκοπτοι ανάμεσα κινούνται στα δικαστήρια
του χώρου και του χρόνου

Το αγγελιοφόρο πνεύμα
με σάρκα ανθρωπινή
ανατίθεται σε μια ακέραιη,
αυτόνομη, πολύπλευρη
απόλυτα Ποιητική
ύπαρξη κατά την παραμονή του εν ζωή

Δεν χτυπάει πόρτες
ούτε κουδούνια
ούτε τηλέφωνα
Όταν το αγγελιοφόρο πνεύμα
έρχεται στην πόρτα σου
παρότι κλειδωμένη
Θα μπει σαν μούσα ηλεκτρική
να παραδώσει μήνυμα

Δεν υπήρξε μαρτυρία
ανά τους αιώνες
πως ένα αγγελιοφόρο πνεύμα
σκόνταψε ποτέ μες στο σκοτάδι

Μετάφραση: Λ. Ο.

Σ.Σ. Το ποίημα “Destiny” ανήκει στη συλλογή The Vestal Lady on Brattle, and Other Poems, R. Brukenfeld (Cambridge, MA), 1955).

*Φτερωτά πέδιλα (talaria): τα σανδάλια που φορούσε ο Ερμής για να μπορεί να πετά και να μεταφέρει άμεσα τις παραγγελίες του Δία. Κηρύκειο: το έμβλημα του θεού Ερμή που συμβολίζει την ομόνοια. Αποτελείται από μια λεπτή ράβδο γύρω από την οποία είναι τυλιγμένα δύο φίδια. Πέτασος: δερμάτινο, πλατύγυρο καπέλο στην αρχαία Ελλάδα, το οποίο φορούσαν οι έφηβοι. Στην τέχνη συναντάται συχνά ως το καπέλο που φορά ο θεός Ερμής.