Ειρηναίος Μαράκης, Πέντε ποιήματα

Γιάννης Τσαρούχη, Καφενείον το Νέον

ΗΧΟΙ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ

Τα κωλόπαιδα και τα μηχανάκια τους
οι μεθυσμένοι οδηγοί που κάνουν στάση
στο κόκκινο φανάρι
με τη μουσική στη διαπασών
τα πρώτα λεωφορεία
το ροχαλητό των δικών σου ανθρώπων
στα διπλανά δωμάτια
το γλυκό τερέτισμα των πουλιών
το στυφό τραγούδι της νυχτερίδας,
οι ήχοι της νύχτας
η πρώτη φασαρία της ημέρας
εικόνα ό,τι ζεις
στο σπίτι σου
ελεύθερος
από τις λευκές αίθουσες
και τα νοσοκομεία,
μία εικόνα ψεύτικη κατά βάθος.
Στη Γάζα, σκοτώνουν τα παιδιά
και οι ήχοι της νύχτας αντικαταστάθηκαν
από τη μυρωδιά του θανάτου.

10/11/2024

*

ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΜΕΝΕΙ

Αυτή η νύχτα μένει
έπαιζε στο ραδιόφωνο
χαμογέλασε, πήρε φόρα
και πήδηξε από την ταράτσα.
Νόμιζε ότι ήταν αεροπλάνο
αλλά στην πραγματικότητα
ήταν οι τελευταίες νότες
από ένα μακρύ ζεϊμπέκικο.

19/10/2024

*

Ο ΜΗΤΣΟΣ

Ο Μήτσος
με το μπλε μπλουζάκι
το μαύρο τζιν παντελόνι
και την κοτσίδα
στα μαλλιά
χορεύει
στη μέση μιας διαδήλωσης
στην πλατεία Αγοράς
στο λιμάνι.

Ο Μήτσος
που όλοι τον γνωρίζουν
αλλά που μόνος
αναζητά
ένα χαμόγελο
μια αγκαλιά
αράζει
στους κάδους σκουπιδιών
και ονειρεύεται.

Πέθανες Μήτσο
σε έθαψαν
χωρίς κάμερες
χωρίς φώτα λαμπερά
επικήδειους δεν έγραψαν
για σένα, αναρωτιέμαι
για πόσο ακόμα
θα ψάχνεις
την αγάπη;

31/7/2023-1/8/2024

*

SPLEEΝ

Στο δρόμο βαδίζουμε
σκυφτοί, χωρίς ελπίδα
στο μυαλό ακονίζουμε
μια αιχμηρή λεπίδα.

Τρέμουν τα χέρια μας
τρέμει και η καρδιά
που ψάχνει στα νυχτέρια μας
φιλί και αγκαλιά

μα έρχεται ένα πρωί
που όλα έχουν τελειώσει
ούτε αγκαλιά, ούτε φιλί
κανένας να μας νιώσει…

Στο δρόμο βαδίζουμε
σκυφτοί, χωρίς ελπίδα
και στο μυαλό ακονίζουμε
μια αιχμηρή λεπίδα.

4/12/2018 – 8/6/2024

*

ΟΤΑΝ ΛΙΩΝΕΙΣ ΣΤΟ ΧΕΡΙ ΜΟΥ

Ανοίγεις και κλείνεις σα λουλούδι.

Έρχομαι – κάνω να σε αγγίξω
αλλά λιώνεις στο χέρι μου
πέφτουν τα φύλλα σου
κάτω από τις ακτίνες του ήλιου
γύρω η φύση, άνυδρη και ξερή
στη μέση της άνοιξης
λες και είναι προχωρημένο καλοκαίρι.

Έρχομαι – κάνω να σε φιλήσω
αλλά σβήνεις στην αγκαλιά μου
άσπρισαν τα μαλλιά σου
κάτω από τις ακτίνες του ήλιου
γύρω άνθρωποι, θλιμμένοι και τρελοί
σε μια πόλη ερείπιο
βομβαρδισμένη από καιρό.

Ανοίγεις και κλείνεις σα λουλούδι
αλλά στεφάνι για την Πρωτομαγιά
χωρίς τα φύλλα σου
αδυνατώ να φτιάξω.

1η Μάη 2024

Σημειώσεις:

Ένα δείγμα από τα θέματα που με απασχολούν το τελευταίο διάστημα.

Αυτή η νύχτα μένει (2000) του Νίκου Παναγιωτόπουλου. Πρωταγωνιστούν ο Νίκος Κουρής και η Αθηνά Μαξίμου. Βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο του Θάνου Αλεξανδρή. Κέρδισε έξι βραβεία στα Ελληνικά Κρατικά Βραβεία Κινηματογράφου. Μουσική: Σταμάτης Κραουνάκης – Τραγούδι: Δήμητρα Παπίου

Ο Μήτσος: Στη μνήμη του Δημήτρη Λεντέρη, γνωστού στους Χανιώτες ως Μήτσος ή Μητσάρας, που έφυγε από τη ζωή την Παρασκευή 28/7/2023, στο Νοσοκομείο Χανίων. Ο Μήτσος είχε επανειλημμένα πέσει θύμα χλευασμού.

Ανοίγεις και κλείνεις σα λουλούδι: Ο πρώτος στίχος από το ομώνυμο ποίημα του Ντίνου Χριστιανόπουλου και από την ποιητική συλλογή Ο αλλήθωρος (1970) [Ποιήματα, δέκατη έκδοση, Ιανός Θεσσαλονίκη 2021.

Βερονίκη Δαλακούρα, Είμαι η χαμένη έρημος

Είμαι η χαμένη έρημος οι βράχοι οι πέτρες το σπίτι
το ζώο η πρόθεση ο κινηματογράφος “Κόσμος”
το πανδοχείο που γκρεμίστηκε η κακιά ώρα
ο πύργος οι βρυκόλακες της ερειπωμένης πόλης
η πόλη
ο άρχοντας το συμβούλιο οι αρχηγοί η ανακούφιση
το ομοφυλόφιλο παιδί ο Γιάννης ο Φεντερίκο Γκαρθία
Λόρκα οι τέσσερις εποχές ο Βιβάλντι ο Τάσος
η ακούραστη μηχανή
το σκυλί η συνείδηση το Μέγα Ψάρι τα νύχια
που σκάβουν η αποκάλυψη το κόκκινο χώμα
ο γεωργός η επανάσταση το ξύλινο σπαθί
το πράσινο στάρι οι εθνικές καπηλείες η ταβέρνα
ο αχυρώνας η λεωφόρος το άγαλμα το ερωτικό δωμάτιο
ο άντρας η αποκάλυψη τα σπίτια
το σχήμα η προτομή του χορευτή η μήτρα
ο Αρθούρος η Μεγάλη Πέμπτη το τραπέζι
το αγόρι τα άνθη τα στρατιωτάκια που έσπασαν το όχι
η μάνα μου που ρώτησε αν πεινώ ο γραμματέας
τα φωνήεντα του Εξήντα το όπλο
είμαι η φωνή μας που κρύφτηκε στην κατακόμβη
η φωνή μας που κρύφτηκε στην κατακόμβη
η φωνή μας που κρύφτηκε στην κατακόμβη

Από τη συλλογή “Μέρες ηδονής”, Φόρμα, Εκδόσεις 1990.

Charles Baudelaire, Ευλογία

Όταν μια ανώτερη δύναμη δώσει διαταγή,
Ο Ποιητής εμφανίζεται στη γη την ανιαρή,
Η φοβισμένη μάνα του κατάρες σφύζει,
Προς το Θεό που την ελεεί, τις γροθιές της σφίγγει:

(Αχ! γιατί δεν έβγαλα ένα κουβάρι οχιές,
Παρά την παρωδία τούτη να βυζαίνω!
Καταραμένη να ‘ναι η νύχτα με τις εφήμερες ηδονές
Όπου την τιμωρία μου συνέλαβε η μήτρα).

Αχ! καλύτερα να γένναγα ένα κουβάρι οχιές,
Παρά να θηλάζω τούτη την παρωδία!
Καταραμένη η νύχτα με τις εφήμερες ηδονές
Όπου η μήτρα μου συνέλαβε την τιμωρία.

(Αφού εμένα διάλεξες απ’ όλες τις γυναίκες
Στον λυπημένο άντρα μου να φέρνω αποστροφή,
Και πια δεν το μπορώ στις φλόγες να το ρίξω,
Σαν ένα μπιλιετάκι ερωτικό, αυτό το τέρας το κοντό,)

Αφού απ’ όλες τις γυναίκες εδιάλεξες εμένα
Στον λυπημένο άντρα μου αποστροφή να φέρνω,
Και πια στις φλόγες να το ρίξω δεν αντέχω,
Σαν ένα γράμμα ερωτικό, το ζαρωμένο τέρας,

Το μίσος σου που με βαραίνει θα κάνω ν’ αναβλύσει
Στης προστυχιάς σου τ’ όργανο απάνω, την κατάρα μου να ‘χει,
Και αυτό τ’ άθλιο δέντρο θα κάνω να λυγίσει,
Να μην μπορεί τα βρώμικα μπουμπούκια να πετάξει.

(Τα βρώμικα μπουμπούκια του να μην μπορεί να βγάλει.)
Κι έτσι καταπίνει του σάλιου της τον αφρό,
Και για αθανασία μην κατανοώντας το σκοπό,
Μόνη της ετοιμάζει στης κόλασης τα βάθη

Τα ξύλα που προορίζονται για της μητροκτόνου την καύση.
Όμως υπό αόρατου Αγγέλου την προστασία,
Με τον ήλιο τ’ απόκληρο παιδί μεθάει,
Και μέσα σ’ ότι κι αν πιεί, σ’ ότι κι αν φάει

Το βαθυκόκκινο νέκταρ ξαναβρίσκει και την αμβροσία.
Παίζει με τον άνεμο, με το σύννεφο μιλάει,
Κι ενώ τραγουδάει, ο δρόμος προς το σταυρό το μεθάει:
Και στο προσκύνημά του το Πνεύμα που το ακολουθεί

Κλαίει που το βλέπει χαρούμενο σαν ένα του δάσους πουλί.
Με φρίκη το παρατηρούν όσοι θέλει ν’ αγαπήσει,
Ή ξεθαρρεύοντας απ’ τη δικιά του τη γαλήνη
Ποιος ένα παράπονο θα μπορέσει να του αποσπάσει, ψάχνουν

Και πάνω του την αγριότητάς τους δοκιμάζουν.
Στο ψωμί και στο κρασί που για το στόμα του προορίζουν
Στάχτη με βρωμερά φλέγματα αναδεύουν
Με υποκρισία πετούν ότι έχει αγγίξει

Και τον εαυτό τους κρίνουν που στα ίχνη του έχουν περπατήσει.
Η γυναίκα του φωνάζοντας στις δημόσιες πλατείες πηγαίνει.
«Αφού όμορφη με βρίσκει αρκετά για να με λατρεύει,
Το αρχαίο είδωλο θα υποδυθώ

Και σαν αυτό θέλω να χρυσωθώ.
Και θα μεθύσω με νάρδο, με σμύρνα, με λιβάνι,
Με γονυκλισίες, με κρέας και κρασί
Για να μάθω από μια καρδιά που με θαυμάζει, αν μπορώ
Γελώντας τη θεία υποταγή να σφετεριστώ.

*Μετάφραση: Έφη Καρασμάνη.

ένα έτσι, ποιητή

ποιητή
όποιο σπίτι κι αν σηκώσεις
στην πλάτη σου
θα ‘σαι πάντοτε γυμνός
όσα πλούτη κι αν στολίσουν
τη σκιά σου
δεν θα αποκτήσεις ποτέ σου πρόσωπο
όση σιωπή κι αν καρφιτσώσεις
στο πέτο σου
δεν θα ναι ένα όνομα το όνομά σου
όση αγάπη κι αν πετάξεις
στη φωτιά
η νύχτα θα ναι πάντα ο κόσμος
κι ο κόσμος σου
ποιητή
το ποίημα δεν είναι σταυρός
για να ελπίζεις σε ανάσταση
είναι το χώμα που πέφτει από ψηλά
όταν σηκώνεις το βλέμμα σου στον ουρανό
είναι ο φίλος που σε ακούει τώρα
από τον πάτο της λίμνης
είναι όλη αυτή η εποχή που δεν ανήκει
παρά μονάχα σε όσους αναχωρούν
πολύ πριν πλησιάσουν

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2024/11/14/8258/#like-8258

Μαρία Σ. Πανούτσου, Διαδρομή

λόγος

μια πηγή και δοχεία
με γάργαρο νερό για μια μέρα  
ιχνηλασίες μικρής διαδρομής
ιεροτελεστία σε πράσινες εικόνες
αυτιά μεγεθυμένα σε φτερά  
ακούουν τα φυλλώματα  
νερό – πουλιά και η  καρδιά
μιλάνε με συνθήματα –
όπως εγώ μιλούσα στον κορμό
δένδρο ψηλό
παιδί δικό μου φυτεμένο
τότε δεν γνώριζα τον φόβο
τον έμαθα στο στρίμωγμα
χωρίς αέρα χωρίς αιδώ  
μια ύβρις που σαρώνει

επίλογος

… σαν να  ψύχρανε
δέχομαι επισκέψεις μόνο στην κουζίνα  
ασβεστωμένη – να θυμίζει  
τον παράδεισο που σβήνει  
ωσάν  με κάδρο, υγρός πίνακας –
έξω και κάτω απ’ το υπόστεγο  
μαδάει η φωλιά των χελιδονιών
κρύωσε ο καιρός …

Δημήτρης Βούλγαρης, Τρία ποιήματα

[ΑΠΟΔΟΜΗΣΗ ΤΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ]

Ο δρόμος περπατά
Κάτω από ένα ζευγάρι ατυχή πόδια.

Η πόλη
Σηκώνει το φόρεμά της
Κι απομακρύνεται.

Στη θέση της
Αιωρείται
Μια θολή επανάληψη σκηνικών.

*

[ΔΩΜΑΤΙΟ 586]

Στη σιωπή
Ακούω τις ζωές των άλλων να σπάνε.
Να μην αντέχουν
Και ξέρω
Πως πια θα είναι πιο δύσκολο.
Να είμαι εδώ
Και να αντικρίζω το παράθυρο χωρίς φόβο.

Να κατεβαίνει ο ουρανός πιο χαμηλά.
Να τρέμει το χρώμα του.
Να βγάζει εν τελεί
Τον εαυτό του από την πρίζα.

Και στις ταράτσες τα ασπρόρουχα
Να μοιάζουν όλο και πιο πολύ
Με ενδυμασίες για μνημόσυνο.

*

[ΟΜΟΙΟΤΗΤΕΣ]

Οι φωνές χωρίς προσωδία
Θυμίζουν σπασμένα βιολιά
Αφημένα
Στους τάφους των αυτοχείρων.

*Από τη συλλογή “Οι ένοικοι των ημερών”, Εκδόσεις Σμίλη, 2023.

Άλτα Πανέρα, Τρία ποιήματα

Φυλακτά

Βρήκα κάποια φυλακτά να με βοηθούν

Ανθρώπους υδάτινους που με χωράν στα ρεύματά τους
αντικείμενα ξύλινα που στην παλάμη μου ζεσταίνονται
αν σφίξω πολύ, μου μπήγουν ως απάντηση ακίδες
Με παρηγορούν, με ξεκουράζουν
με φυλούν
από αυτά που ούτως ή άλλως
θα έρθουν

*

Φάρσα

Ήρθαμε εδώ μετά την κηδεία
από τότε δεν ξανάρθω
ήθελα να σου πω και κείνη τη μέρα –
το να κρεμάς νεκρά φίδια στο δέντρο
μπροστά από το σπίτι μου
δεν το βρίσκω αστείο
Όταν φυσά και κινούνται μες στον άνεμο
με τρομάζουν
Να μην το ξανακάνεις

*

Τιμωρία

Κόντρα στην κίνηση πιέζει, αντίθετα αντίρροπα
σπίθες πετιούνται οργισμένα από την τριβή
Στέκομαι στο ένα πόδι όρθια σαν τιμωρία σχολική
και περιμένω συγχώρεση
από εκείνες τις ψεύτικες πουν εσύ δεν νιώθεις
και εγώ δεν πιστεύω
σε μια επανάληψη μέχρι το σχόλασμα

Η καλοσύνη και η αδυναμία
μοιράζονται το ίδιο κρεββάτι
γελώντας εις βάρος μου

*Από τη συλλογή “Πολύ λίγα πολύ αργά”, Εκδόσεις Ενύπνιο, Αθήνα 2022.

Γιώργος Καλοζώης, Γκλεν Γκουλντ

Σε παρακολουθώ εδώ και χρόνια
να σκύβεις πάνω από το πιάνο σου
σαν να έχεις σκολίωση ή κύφωση
και τέλος πάντων
να έχεις μιαν οστική δυσλειτουργία
μια πάθηση την ονομασία της οποίας
ξέρουν μόνο οι ορθοπεδικοί ή και
απολύτως τίποτα
σε παρακολουθώ καθισμένο πάνω
στην κοντή καρεκλίτσα σου με τα
χέρια σου υψωμένα σαν να θέλεις
να πιάσεις κάτι σαν ένας
τερματοφύλακας που κατεβάζει την
μπάλα κάτω από το γάμα της εστίας του
αποσοβώντας το βέβαιο γκολ
και απορώ εδώ και τόσα χρόνια
τι ψελλίζεις ενόσω παίζεις
τι ψιθυρίζεις ίσως να λες πως ο
ουρανός και η γη αυτά τα δύο στοιχεία
είναι ενωμένα κι ότι ο μακρυχέρης
Θεός και οι συνεργάτες του άγγελοι
ακουμπούν και τα δύο αν είναι έτσι
στον κόσμο δεν υπάρχουν αποστάσεις
το ψηλό και το χαμηλό και το κοντινό
και το μακρινό είναι ανθρώπινες
ψευδαισθήσεις
προσπαθώ ν’ ακούσω τι λες και δεν τα
καταφέρνω μιλάς όπως μιλά μια πέτρα
ή μια σταγόνα αραιή ραγδαία σαν
ένα ποτάμι που δεν γνωρίζουμε από πού
πηγάζει κι ίσως να μην μας ενδιαφέρει
παρά μόνο για να ποτίζουμε παρά μόνο
για να γεμίζουμε ένα ποτήρι νερό
είμαστε τόσο διψασμένοι άνυδροι
διαβρωμένοι καθόλου μα καθόλου δεν
μας ενδιαφέρει ο κύκλος της βροχής
και απορώ και πάντα θ’ απορώ τι
ψιθυρίζεις αν λες λόγια αγάπης σε
ποιαν απευθύνονται αν λες λόγια
θυμού η μορφολογία του στόματός σου
δεν συνηγορεί σ’ αυτό
μήπως προσεύχεσαι και ποιες είναι οι
λέξεις οι φθόγγοι τα βιβλικά βιβλία
των προσευχών σου και πού μπορώ
να τα βρω να τα δανειστώ να τ’ αγοράσω
ίσως να μιλάς όπως ένας μίσχος ή ένα
ανθισμένο λουλούδι ένα μικρό τρυφερό
ζώο ένας μικρός καλοπροαίρετος
δαίμονας που πασχίζει να μας κάνει να
καταλάβουμε πως η κακία του είναι
εντελώς ξένη
ίσως να μιλάς όπως ο ήλιος και το
φεγγάρι που πηγαινοέρχονται ό,τι
κινείται παράγει ήχο σίγουρα ίσως στο
μέλλον οι φυσικοί ν’ ανακαλύψουν ότι
μιλά το φως αλλά και το σκοτάδι
ίσως στο μέλλον οι γλωσσολόγοι κι οι
ωριλάδες ανακαλύψουν στον φάρυγγα
στον λάρυγγα μια γλώσσα ακωδικοποίητη
και καινούργια που εσύ την πρωτομίλησες
πάνω στην παιδική καρεκλίτσα σου
καθήμενε και καθημαγμένε πιανίστα
Γκλεν Γκουλντ

*Από τη συλλογή «Γκλεν Γκουλντ και άλλα ποιήματα», Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2024.

Στέφανος Ρέγκας, Τρία ποιήματα

ΑΝΟΙΞΗ

Στον Γιώργο

Άλλη μια άνοιξη, άλλη
μια πολύτιμη άνοιξη
ανοίγεται μπροστά μας

Αλλάζουμε ρούχα,
ξεκλειδώνουμε τα παράθυρα,
αφήνουμε τα κορμιά μαλακά
να ακουμπήσουν στη γη
όπως αφήνει κανείς
το μωρό στο κρεβάτι

Άλλη μια άνοιξη, και φυσάει
δεν είναι πολλές,
οι ανοίξεις

*
ΠΑΡΑΞΕΝΗ ΑΓΑΠΗ

Τους βλέπω σήμερα ευδιάθετους,
κάτω απ΄τον ήλιο,
να περιφέρονται άσκοπα
και γεμίζω με μια παράξενη αγάπη

Προσπερνούν το παγκάκι μου,
συνεχίζουν τον δρόμο τους,
απομένω για λίγο απορημένος –

Γρήγορα καταλαβαίνω,
με έναν αμυδρό κόμπο στον λαιμό:
μας συνδέει ένα κοινό, άφθαρτο νήμα
με όλους αυτούς που εξολοθρεύτηκαν

*
ΠΟΛΙΤΕΙΑ

ψηλά
ένας ουρανός
για κάθε κατάσταση πραγμάτων
κάτω
κοινοί άνθρωποι
ξεριζωμένοι, αδαείς, στεγνοί

κι όμως
ανάμεσά τους:
απόκρυψη και μετατόπιση
συμπύκνωση των ουρανών και των
ανθρώπων

*Από τη συλλογή «Είδη γνώσης», Εκδόσεις Πόλις, 2022.

Δημήτρης Γλυφός, Τρία ποιήματα

Δεν μπορείς να κρατάς
Για πάντα
Την αναπνοή
Μπροστά στη νύχτα
Μπροστά σε μια πόλη
Που σε χωνεύει όλο και πιο βαθιά
Μόνος
Στο υψίπεδο της τελευταίας πλάκας
Με πόδια γυμνά
Μουσκεμένα από το νερό της βροχής
Με καύση ατελή
Και άνθρακα στα πνευμόνια
Με εξογκώματα
Με υποθερμία
Με ξόδεμα στο βλέμμα

*

Δείτε με
Στα κέρατα της νύχτας
Στα ψηλά
Ένα κουβάρι κρέας
Σε όρθια μοίρα
Μια εφημερεύουσα μονάδα
Μια επιφάνεια σε διανυκτέρευση
Που με το σάλιο της
Προετοιμάζει τις ησυχίες
Που θα διαλύσουν τους μεσημβρινούς

*

Πάνω
Από το βλέμμα του κόσμου
Κάτω
Από το πηγούνι του θεού
Στηριγμένος σε έναν τοίχο
Περιορισμένος σε ένα κορμί
Επιστρέφω
Στο ρίζωμα
Μιας δοκιμασίας σε ανάπαυση

*Από τη συλλογή “Απόηχος”, Εκδόσεις Σμίλη, 2019.