Πασχάλης Κατσίκας, Τρία ποιήματα

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

Ήρθες σε πανί λευκό
ένα κερί να μου χαρίσεις
όπως εκείνο που ‘φτιαχνες

Αφού τρυγήσαμε το μέλι
βγήκα βρεγμένος απ’ το σινεμά
τη φλόγα έβαλα κάτω από το πέτο

Ας αναβλύζουν οπτικά εφέ στο εξής
Θα βηματίζω αέρινα με τους κομπάρσους

*

Ο ΔΡΟΜΕΑΣ

Με σκελετό ατροφικό
κάτω από μυς εύθραυστους
στη θυελλώδη ξαποσταίνει μεγαλούπολη

Ζευγάρια οι άμαξες αφήνουν στην Ομόνοια
Στέκονται ν’ ανταλλάξουν νύχτα το φιλί
μπροστά στον όρθιο δεσμώτη

Πίνει το βάλσαμο σαν ανοιχτή πληγή
και σε μια γλώσσα ακατονόμαστη αρθρώνει
Έξω απ’ τα φράγματα του ύπνου θέλω να καλπάσω

*

ΑΠΟ ΧΙΛΙΟΥΣ ΘΑΝΑΤΟΥΣ

Μου ζήτησες από χίλιους θανάτους να επιλέξω
Στη γη των καλών προθέσεων
με την πυξίδα να δείχνει μονίμως τον βορρά
ξαπλώνω χάμω
Πίσω τραβάω τον κόκορα
Στρέφω την κάννη παράλληλα στον ουρανό
Ο Πολικός Αστέρας κοκκινίζει

Τον θάνατο από αγάπη διάλεξα

*Από τη συλλογή “Νήσος Κίρκη”, Εκδόσεις Δρόμων, 2024.

Pier Paolo Pazolini, Επίλογος επικήδειος

VIII

(Επίλογος επικήδειος με πίνακα συνοπτικό- για την
καπάτσα που γράφει το «κείμενο»- της καριέρας μου
ως ποιητή, και μια προφητική ματιά
στη θάλασσα των μελλουσών χιλιετιών)

«Ήρθα στον κόσμο την εποχή
της Αναλογικής.
Δούλεψα
σ’ αυτό τον τομέα σαν μαθητευόμενος.
Ύστερα ήρθε η Αντίσταση
κι εγώ
αγωνίστηκα με τα όπλα της ποίησης.
Αποκατέστησα τη Λογική, και ήμουνα
ένας πολιτικός ποιητής.
Τώρα είναι η εποχή
της Ψυχαγωγικής.
Μπορώ να γράφω μόνο προφητεύοντας
συνεπαρμένος με τη Μουσική
από περίσσεμα σπόρου ή συμπόνιας».
Advertisement

Αν τώρα επιβιώνει η Αναλογική
κι έχει περάσει η μόδα της Λογικής
(μαζί κι η δικιά μου:
κανείς δε μου ζητά πια ποίηση), υπάρχει
η Ψυχαγωγική
(εις πείσμα της Δημαγωγίας
που πάντα είναι περισσότερο κυρία
της καταστάσεως ).
Γι’ αυτό
μπορώ να γράφω για Θέματα και Θρήνους
ακόμη και Προφητείες
σαν πολιτικός ποιητής, α, ναι, πάντα!»
Όσο για το μέλλον, άκου:
οι γιοί σου οι φασίστες
θ’ απλώσουνε πανιά
για τους κόσμους της Νέας Προϊστορίας.
Εγώ θα στέκουμαι εκεί,
σαν κάποιος που ονειρεύεται το χαμό του
στις όχθες της θάλασσας
απ’ όπου ξεκινά η ζωή.
Μόνος, ή σχεδόν μόνος, στην παλιά παραλία
ανάμεσα σε χαλάσματα αρχαίων κοινωνιών,
τη Ραβένα
την Όστια ή την Βομβάη – είναι το ίδιο-
με Θεούς που ξεφλουδίζουν, προβλήματα παλιά
-όπως η πάλη των τάξεων-
που
διαλύονται….
Σαν ένας παρτιζάνος
που πέθανε πριν από το Μάη του ’45,
θ’ αρχίσω σιγά-σιγά ν’ αποσυντίθεμαι
μέσα στο εκτυφλωτικό φως αυτής της θάλασσας,
ποιητής και πολίτης ξεχασμένος».

*«Ποίηση σε σχήμα τριαντάφυλλου» (Poesia in forma di rosa), Εκδόσεις Τυπωθήτω. Mετάφραση: Ανδρέας Ριζιώτης.

**Το πήραμε από εδώ: https://christinehag.wordpress.com/2024/11/14/epilogos-epikidios/

Κόστια Τσολάκης: Ποιος είναι ο «Εγγλέζος»;

Μιλήσαμε με τον κουίρ ποιητή, μεγαλωμένο στην Ελλάδα αλλά με γραφή στα αγγλικά, με αφορμή το βιβλίο του «Greekling»

Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη*

Κόστια Τσολάκης: Ο βραβευμένος ποιητής και μία από τις πιο γοητευτικές κι επείγουσες φωνές στη βρετανική ποίηση μιλάει για το βιλβίο του, «Greekling»

Όταν ο ψηλός άνδρας γεμάτος τατουάζ κάθισε στο τραπέζι απέναντί μου στο καφέ Ριζάρη 22, δεν είχα ιδέα ότι, πριν περάσουν καλά καλά δυο ώρες, θα είχα ανακαλύψει μια αδελφή ψυχή.

Κουίρ ποιητής, μεγαλωμένος στην Ελλάδα αλλά με γραφή στα αγγλικά, ο Κόστια Τσολάκης λάτρευε την Αγγλία και την κουλτούρα της πριν ακόμα φτάσει στο πανεπιστήμιο του Γουόρικ για σπουδές, το μακρινό 1999. Από τότε που οι φίλοι του στο σχολείο –χλομός καθώς ήταν– τον έλεγαν «ο Εγγλέζος». Όταν τον ρωτάω πώς θυμάται εκείνα τα «χρυσά» χρόνια της Cool Britannia, είναι λες κι ακούω τον εαυτό μου: η Αγγλία ήταν ο αισιόδοξος, ανοιχτόμυαλος, ηλιόλουστος (!) τόπος του κινηματογραφικού Notting Hill, του Sliding Doors, του Shakespeare in Love· των βιβλίων, της τηλεόρασης, των Blur και των Pulp. «Ένα μέρος, όπου μπορούσα ν’ αναπνεύσω· με εξίταρε η μουσική της, η λογοτεχνία της, το Globe Theatre του Σαίξπηρ!»

Χρόνια αργότερα, θύμωσε μαζί της –όπως τόσοι και τόσοι Ευρωπαίοι μετανάστες– με το Brexit. Όμως, η Αγγλία τον αντάμειψε: βραχεία λίστα του βραβείου Runciman για το βιβλίο «Greekling» («Γραικύλος», του αρέσει να το ονομάζει στα ελληνικά), Poetry Book Society Recommendation, βραβείο ποίησης από το Oxford Brookes…

«Μια στιγμή μού έχει μείνει ανεξίτηλη», λέει ο Κόστια Τσολάκης αναπολώντας τα γλυκά χρόνια της βρετανικής μετεφηβείας. «Ήταν Μάρτιος, πριν πάω στο πανεπιστήμιο. Η εποχή που το ΝΑΤΟ βομβάρδιζε τη Γιουγκοσλαβία και το θυμάμαι γιατί είχαμε πετάξει πάνω από την Αδριατική με το αεροπλάνο και μου είχε κάνει φοβερή εντύπωση. Μπήκα σ’ ένα βιβλιοπωλείο στο Λονδίνο ν’ αγοράσω τη “12η νύχτα” του Σαίξπηρ και βγαίνοντας είδα μπροστά μου δυο άνδρες να κρατούνται χέρι χέρι. Και τότε είπα από μέσα μου, “αυτό είναι μέρος για μένα”».

Τον πρώτο χρόνο, βεβαίως, ο Κόστια Τσολάκης τον πέρασε στην ντουλάπα, λέει και γελάει, «ίσως επειδή ήθελα να σιγουρευτώ κι εγώ για τον εαυτό μου. Αλλά τη δεύτερη χρονιά βγήκα θριαμβευτικά!» Σύχναζε στο θρυλικό Rainbows στο Κόβεντρι, στο Popstarz, το Ghetto, το Heaven στο Λονδίνο· στο The Village στο Σόχο, όπου χάζευε τους go go dancers να χορεύουν φορώντας χνουδωτές μπότες… «Ένιωθα ελεύθερος εδώ» μου λέει, «μπορούσα ν’ αναπνεύσω, να είμαι ο εαυτός μου. Έρχονταν φίλοι να με δουν στο Λονδίνο –όταν μετακόμισα εδώ μετά το πανεπιστήμιο– και μου έλεγαν, “είσαι άλλος άνθρωπος εδώ, περπατάς αλλιώς, μιλάς αλλιώς”…»

Για πολλά χρόνια, αυτή η αίσθηση αισιοδοξίας που είχε για την Αγγλία παρέμεινε φουντωμένη μέσα του, συνοδευόμενη από μια αίσθηση εγκλωβισμού στην Ελλάδα: «Δεν ήθελα να έρχομαι πίσω, δεν είχα κάνει come out στους γονείς μου, αισθανόμουν και ντροπή, αυτό το gay shame που μας έχουν μάθει να νιώθουμε. Σε κάποιες διακοπές των Χριστουγέννων, ο πατέρας μου διάβασε το προσωπικό μου ημερολόγιο, όπου έγραφα για τ’ αγόρια που γνώριζα και, παρ’ όλο που δεν μου είπε κάτι, κατάλαβα ότι τον ενόχλησε· η μάνα μου άρχισε να μου κάνει διαγώνιες ερωτήσεις…

»Μέχρι και παπά έφεραν στο σπίτι, να με ραντίσει στα Θεοφάνεια, μήπως και ξορκίσουν την faggotιά –που λέω κι εγώ– από μέσα μου (γελάει). Αυτό μού δημιούργησε την πρώτη μου κρίση ταυτότητας, αλλά με έκανε και να επαναστατήσω. Γύρισα στο πανεπιστήμιο και άλλαξα το πτυχίο μου σε Ιστορία, διέκοψα τις σπουδές μου για 6 μήνες, δούλεψα σ’ ένα Starbucks για να βγάζω λεφτά, και ξανάρχισα το 2ο έτος των σπουδών μου από τον επόμενο Σεπτέμβριο. Το καλοκαίρι, όταν γύρισα για διακοπές στην Αθήνα, ήταν λες και δεν είχε συμβεί τίποτα τα προηγούμενα Χριστούγεννα… μιλάμε για τρομερή άρνηση…»

Όλα αυτά είναι δοσμένα γυμνά και ποιητικά στο βιβλίο του: τα αγόρια που γνώρισε, η τεταμένη σχέση με τους γονείς. Όμως το «Greekling» είναι και γεμάτο αγαπητικές εικόνες για την Αθήνα.

—Τι συνέβη και την ξαναγάπησες;

Είμαι παιδί των νοτίων προαστίων και το κέντρο μού φαινόταν πάντα μέρος εξωτικό. Όταν, μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2012, άρχισε να δημιουργείται όλη εκείνη η τοξική ατμόσφαιρα πριν το δημοψήφισμα για το Brexit, αηδίασα με την Αγγλία και η σχέση μου μαζί της άλλαξε ανεπιστρεπτί. Ευτυχώς, είχα γνωρίσει τον σύντροφό μου, τον Τιμ, το 2013 κι αρχίσαμε να ερχόμαστε στην Ελλάδα –είχα κάνει και come out στους γονείς μου το 2011, δύσκολα μεν, αλλά έγινε– και μέσω της αγάπης που απέκτησε εκείνος για την Αθήνα και την Ελλάδα, ξεκίνησα κι εγώ να την βλέπω αλλιώς, να την επαναπροσεγγίζω.

Από τη μία εκνευριζόμουν με το πώς μας έβλεπαν οι ξένοι στο εξωτερικό την εποχή της κρίσης, σαν τεμπέληδες, από την άλλη άρχισα να βλέπω μια Ελλάδα που άλλαζε, όχι την Ελλάδα του κούφιου, επιδεικτικού λαϊφστάιλ που γνώρισα μεγαλώνοντας. Βεβαίως, εδώ δεν έζησα την κρίση από πρώτο χέρι, αλλά σε αυτήν την Ελλάδα, που βγήκε από την κρίση, εγώ αισθάνομαι πιο άνετος. Ίσως επειδή αρχίζω κα γνωρίζω ανθρώπους που μου μοιάζουν, ίσως επειδή άρχισε και η ελληνική κουίρ ποίηση να γίνεται πιο δυναμική.

Χαίρεται τελικά που δεν έζησε το κέντρο όταν ήταν μικρός, γιατί τώρα το ανακαλύπτει και μαγεύεται. «Αγοράσαμε κι ένα διαμέρισμα με τον σύντροφό μου κοντά στο σπίτι της μητέρας μου, οπότε ερχόμαστε συχνά και βγαίνουμε βόλτα μαζί της στην Κυψέλη και μας δείχνει τα παιδικά της κατατόπια… Μ’ έχει πιάσει ξαφνικά μια αγωνία να ξαναγνωρίσω την κουλτούρα μας, να κερδίσω τον χαμένο χρόνο μέσα από βόλτες, βιβλία, μουσεία, τέχνη. Αυτό βγήκε πολύ στο βιβλίο, ναι».

—Και πώς ένας ιστορικός αποφάσισε να γίνει ποιητής;

Πάντα είχα μια κάποια σχέση με τη λογοτεχνία. Στο σπίτι έβλεπα το όνομα του Καβάφη στη βιβλιοθήκη, ο πατέρας μου τον αγαπούσε πολύ. Θυμάμαι μέχρι και τώρα τη σημαδιακή ημερομηνία –24 Σεπτεμβρίου του 1997, δυο μέρες μετά τα 16α μου γενέθλια– που διαβάσαμε Καβάφη στο σχολείο, τον “Καισαρίωνα”, κι έμεινα άναυδος, γιατί κατάλαβα ότι εξέφραζε τη δική μου σεξουαλικότητα. Έτσι ξεκίνησε η αγάπη μου για τον Καβάφη και δεν τελείωσε ποτέ. Μετά, στην Αγγλία, σπουδάζοντας Iστορία, συνειδητοποίησα πόσο περίπλοκη και αντιφατική είναι η ελληνική ιστορία και πόσο γεμάτη γοητευτικούς μύθους και ξανασυναντήθηκα με την αγάπη μου για τη λογοτεχνία, τόσο πολύ που σκεφτόμουν ότι θα έπρεπε να έχω πάρει πτυχίο στην αγγλική λογοτεχνία τελικά (γελάει). Άρχισα, λοιπόν, να γράφω ένα μυθιστόρημα.

—Τι μυθιστόρημα;

Ένα με Έλληνες εφοπλιστές του Λονδίνου, τύπου “Succession”. Αλλά με φαντάσματα» μου απαντάει γελώντας. «Με βάση αυτό, με δέχθηκαν στο τμήμα δημιουργικής γραφής. Πέρασα υπέροχα εκεί: μιλούσαμε συνεχώς για λογοτεχνία, ανακάλυψα την τεράστιά μου αγάπη στους Ρώσους συγγραφείς – τον Τουργκιένιεφ, τον Γκόγκολ, τον Μπουλγκάκωφ. Να φανταστείς ότι ακόμα έχω όνειρο να πάω στην Αγία Πετρούπολη και να διαβάζω Αντρέι Μπέλι. Όμως, οι καθηγητές μου (η Maureen Freely, o Michael Hulse και ο David Morley) διέβλεψαν ότι περισσότερο από πεζογράφος, ήμουν ποιητής. Αυτό ήταν κάτι που δεν το περίμενα.

Κι εδώ που τα λέμε, για χρόνια δεν μπορούσα να γράψω ποίηση. Μέχρι που το 2015 είχα μια επιφοίτηση (road to Damascus moment, το λέει στα αγγλικά): ήμουν στην κουζίνα κι έπλενα τα πιάτα κι άκουγα στο ραδιόφωνο έναν ποιητή που μιλούσε για το πρώτο του βιβλίο και τον γκέι πόθο και κοκάλωσα. Σταμάτησα ό,τι έκανα για να τον ακούσω. Ήταν ο Andrew McMillan και διάβαζε το the men are weeping in the gym από τη συλλογή “Physical”, που μόλις είχε κυκλοφορήσει. Κι εκείνη τη στιγμή κατάλαβα τι ακριβώς ήθελα να κάνω: ήθελα να γράψω ποίηση, που θα σε κάνει να σταματάς να πλένεις τα πιάτα για να την ακούσεις! Αυτή ήταν η στιγμή που άλλαξε η ζωή μου».

Ξεκίνησε να διαβάζει πάλι ποίηση, έγινε μέλος του Poetry Society, πήγαινε σε συναντήσεις και αναγνώσεις δειλά δειλά, και μετά από 6 μήνες άρχισε να κάνει προσωπικό mentoring με την ποιήτρια Heidi Williamson.

«Αρχίσαμε να δουλεύουμε μαζί το 2016 και είναι ακόμα και σήμερα η μέντοράς μου, 8 χρόνια μετά. Υπάρχουν ορισμένοι άνθρωποι που με βοήθησαν πάρα πολύ να βρω τον δρόμο μου, και στο μεταπτυχιακό και μετά, και χαίρομαι να τους κάνω περήφανους», λέει με παιδική σχεδόν ζεστασιά.

*Από το Athens Voice https://www.athensvoice.gr

Αντωνία Μποτονάκη, ζωντανά δολώματα

Τα κορίτσια κάνουν τα πάντα
για ν’ αρέσουν.
Ολόιδια όπως έκαναν μικρά, όταν
έχανε το κέφι του ο μπαμπάς.
Ήθελαν τότε μες στου βοδιού το κέρατο να μπουν,
για να κρυφτούν.

Τότε ερχόταν η μητέρα, λέγοντας
πήγαινε, πήγαινε, καλόπιασέ τον, ξέρεις εσύ.
Ήξερε πρώτη αυτή.
Το είχε μάθει απ’ τη δική της τη μητέρα.

Γι’ αυτό τους γυάλιζε τις μπούκλες.
Τους είχε κόψει τις δαγκάνες.
Τις αντιστάσεις είχε κάμψει, ολωσδιόλου.
Για να περνούν στο αγκίστρι ολοζώντανα
με κάτι παλιές χάντρες –να φέγγουν μες στα φύκια–
δόλωμα.

Η συνέχεια γνωστή.
Με τα δύο πόδια τους πηδάλιο πλεύσης,
καθώς κρεμόταν στο καλάμι
να κάνουν κόλπα και τσακίσματα, ώσπου
το κέφι να τσιμπήσει του μπαμπά
να του το ξαναδώσουν.

Ικανοποιημένα, μπορούσαν τότε να επιστρέψουν στη
μικρή, πλαστική, με το γλυκό νερό λεκάνη τους. Ασκώντας
τα δυο πόδια τους να περιμένουν το επόμενο σκοτάδι.
Στη φεγγαράδα ως γνωστόν δεν πιάνεις ψάρια.

*Από τη συλλογή “Τη γλώσσα της την πέταξαν στη γάτα”, Εκδόσεις Θράκα, 2024.

Κλεοπάτρα Λυμπέρη:  «Το δεν είμαι ακόμα»

Από την Αγαθή Γεωργιάδου*

Το δεν είμαι ακόμα είναι ο τίτλος της τελευταίας ποιητικής συλλογής της Κλεοπάτρας Λυμπέρη, μια έναρθρη ρηματική φράση που ξενίζει με την αναιρετική της σημασία και το επίρρημα «ακόμα» που κυριαρχεί σ’ αυτήν. Υποκρύπτει μια πορεία προς την αυτοσυνειδησία και την αυτοπραγμάτωση εν εξελίξει, μια ακόμα ανολοκλήρωτη διαδρομή και μια ανάγκη προς ένα επιθυμητό «τέλος», την τελειοποίηση των εκφραστικών αναζητήσεων της ποιήτριας. Αυτό γίνεται φανερό από το είδος των ποιημάτων που την απαρτίζουν, τα περισσότερα των οποίων ανήκουν στα «ποιήματα ποιητικής».

Στην τρίπτυχη αυτή ποιητική σύνθεση, η Λυμπέρη αποτυπώνει τον μόχθο που «φλογίζει» το ποιητικό εγώ και τη δυσκολία της γλώσσας να προσδώσει λεκτική υπόσταση και ουσιαστικό περιεχόμενο στους στοχασμούς και τις αγωνίες που την ταλανίζουν σε σχέση με τα μεγάλα θέματα της ζωής: τον έρωτα, τον θάνατο και την τέχνη. Γι’ αυτό και στη συλλογή ανιχνεύονται τρεις αναζητήσεις που διαπλέκονται άρρηκτα μεταξύ τους, η ποιητική, η ερωτική και η υπαρξιακή:

Είτε υπάρχεις είτε δεν υπάρχεις
το αίσθημα αυτό –μιας γλώσσας που κάτι αναζητά–
λαμπτήρας είναι, μόλις άναψε και καίει
(όπως το τέλειο ποίημα που φλογίζει τον ποιητή
σαν μια υποσχόμενη φτερούγα).

Δεν είναι τυχαίο που η πρώτη ενότητα της ποιητικής συλλογής, η οποία δίνει μάλιστα και το όνομα σε όλη τη συλλογή, εισάγεται με έναν καθοριστικό για την ποιητική σύνθεση στίχο: Τόσες λάμψεις κατοικώ . αλλά δεν μπορώ να τις γράψω. Η ζωή μπορεί να παρέχει την έμπνευση, τον σπινθήρα και το φως, αλλά η γλώσσα μόνο μπορεί να υλοποιήσει τους στοχασμούς, αφού αυτή είναι ο θεός που όλα τα ξέρει κι ας παριστάνει την ανήξερη («Ο θεός γλώσσα», σ. 10). Είναι το Ένα από το οποίο γεννιούνται τα πολλά και με αυτήν καταξιώνεται ο ποιητής.

Σ’ αυτή την πορεία προς τη σύλληψη του άρτιου ποιήματος, «η ποιητής» σαρκάζει και αυτοσαρκάζεται για την καθιστική ζωή των ποιητών μπροστά στις οθόνες και το πληκτρολόγιο και τη λεξιθηρία τους, καθώς αναζητούν απεγνωσμένα την έμπνευση και δοκιμάζουν τα όρια και τις δυνατότητες της γλώσσας. Είναι ένας δύσκολος και ατελέσφορος αγώνας η ουτοπική αυτή αναζήτηση αυτογνωσίας και αθανασίας, αφού η ποιήτρια έχει απόλυτη συνείδηση του αόριστου και του τετελεσμένου μέλλοντα και του αμφίβολου «θα» του μέλλοντος («Η λέξη ποιητής», σ. 12-13):

Σ’ αυτό το «θα» ποιο νόημα να
δώσω; Το σώμα του μέλλοντος αιώνος ή
του τίποτε;
Είμαι δεν είμαι, είμαι δεν είμαι
–δεν είμαι δεν είμαι ακόμα η
δόξα του πρωινού.

Στη συλλογή ανιχνεύονται τρεις αναζητήσεις που διαπλέκονται άρρηκτα μεταξύ τους, η ποιητική, η ερωτική και η υπαρξιακή.

Στο ομώνυμο ποίημα «Το δεν είμαι ακόμα» (σ. 14), η δημιουργία ενός ολοκληρωμένου ποιήματος είναι όμορφη και απελευθερωτική:

Ίσως το άρτιο είναι ο κορυδαλλός.
Ή μια κότα που γεννάει το αυγό της.
Ή το αυγό που έγινε από την κότα
και τώρα κυλάει σαν μπαλίτσα
ως τα θεμέλια του σπιτιού.

Χρόνια υπηρέτης της ποιητικής της τέχνης, η ποιήτρια θηρεύει το όλον, την αγάπη και την ομορφιά. Η διπλή αναφορά στον Μάρκο Αυρήλιο (σ. 14, 18) υποδεικνύει την επιθυμία για αυτοβελτίωση και εμπέδωση της πεποίθησης πως μόνο το παρόν υπάρχει και δεν υπάρχει μέλλον. Την πεμπτουσία της συλλογής συνθέτει η αποτύπωση της ουσίας, η οποία προϋποθέτει απομάκρυνση από το κυνήγι της μορφής, των «τρόπων» και των τεχνικών γραφής ενός ποιήματος, αφού η ποιήτρια θεωρεί σπουδαιότερο το νόημα («τι λέει» το ποίημα) από το «πώς το λέει», γιατί (σ. 16):

[…] γεμίζοντας τρόπους, η ποίηση έχασε
το κάτι της
την ολολύζουσα λίμνη της, τη λαμπερή ως πέπλο
που καλύπτει τα μυστήρια
των νοημάτων.

Παράλληλα, η συλλογή αποτυπώνει και το χρονικό της σχέσης της με τη γλώσσα και τη διαδικασία διαμόρφωσης της ποιητικής της ταυτότητας, η οποία αρχίζει από τη λέξη «οικογένεια» (Στην αρχή η λέξη οικογένεια, σ. 22), συνεχίζεται με τους ήχους από φωνές και ωδεία (εντούτοις σωστό συντακτικό,/ στίξεις, γραμματικές, ωραίες ιαχές, σ. 25), έπειτα με τις λέξεις του έρωτα (του δεν είμαι, βεβαιωμένα, σ. 25) καθώς και με εναγώνια οντολογικά ερωτήματα (Είμαι δεν είμαι είμαι δεν είμαι, σ. 26). Σ’ αυτή την πορεία ποιητικής πραγμάτωσης, αναδεικνύεται ένα σημαντικό γνώρισμα της ποιητικής της, το αεικίνητον, που ανακαλεί την ηρακλείτεια άποψη για την αέναη κίνηση και μεταβολή των πραγμάτων, και το οποίο την ωθεί συνεχώς να ψάχνει και να τρέχει προς αυτό το δεν είμαι ακόμα (σ. 26), υπακούοντας σε μια εσωτερική φωνή που την καλεί να γράφει: Μουσικήν ποίει και εργάζου (σ. 26).

Η δεύτερη ενότητα, με τίτλο «Το ποίημα είναι ένα γυμνό άστρο», αποτελεί μια «πραγματεία» για την ποιητική γραφή και συγκεκριμένα για την πολύπλοκη και δεσποτική επιβολή της Μούσας στο είναι της ποιήτριας. Η ποίηση είναι γι’ αυτή «άντρας» και «σοφός σφαγέας», «ιερός βρυχηθμός», «ερωμένος που την σπάζει σα γυαλάκι» (σ. 35), αφού:

Το γράφειν είναι η τέχνη της κατάτμησης, ο γράφων σχίζει
τη
σάρκα, τα οστά, σκάβει το κόκαλο βαθιά, κάτι να βρει, εκεί
όπου
το τίποτε θριαμβεύει.

Στην ενότητα αυτή συμπυκνώνονται οι προβληματισμοί της σε σχέση με την «ποιότητα» της γραφής, την απλότητα ή την υπερβολή της, την αποστολή και τη λειτουργία της, την αυθεντικότητά της, τη διακειμενική σχέση της με τη λοιπή ποίηση. Για την ποιήτρια, πάντως, ο έρωτάς της για την ποίηση είναι ακανθώδης.

Στο θέμα του έρωτα κινείται και η τρίτη ενότητα, με τίτλο «Remedia amoris», όπου η ποιήτρια αντιμετωπίζει τον έρωτα ως κινητήρια δύναμη της ποιητικής της τέχνης, πηγή φλεγόμενων λέξεων που κοχλάζουν στο μπρίκι (σ. 57). Η ποίηση δεν λειτουργεί ως «αντιφάρμακο» (αντίδοτο) στον έρωτα, αλλά ο έρωτας ως φάρμακο για την ποίηση. Στο ποίημα «Amores» εκλιπαρεί για το μαύρο ψωμάκι του έρωτα καιδηλώνει πιστή σ’ αυτόν (σ. 65):

Αυτά γράψε, μου λέει η Μούσα –δηλαδή
remediaamoris· όμως εγώ
στον έρωτα πιστή μένω· με αρχαίους κυρίους μαζί
ουρλιάζω
έρως ανίκατε μάχαν, έρως,
έρως πολεμιστής, έρως που με σέρνεις
στα ιερά καταφύγια
της πείνας
της δίψας
της τρέλας

Στο σύνολό της, η τρίπτυχη ποιητική σύνθεση της Κλεοπάτρας Λυμπέρη Το δεν είμαι ακόμα αποτελεί μια ποιητική αναψηλάφηση του «τι είναι» και «τι θα είναι» στο κρυμμένο μέλλον. Αποτελεί μια στοχαστική ποιητική σύνθεση που ενσωματώνει διακειμενικά στο ποιητικό σώμα έναν πλούτο αναφορών από την αρχαία και νεότερη φιλοσοφία (τον Ηράκλειτο, τον Πλάτωνα, τον Μάρκο Αυρήλιο, τον Ντεκάρτ, τον Σαρτρ), την ευρωπαϊκή και νεοελληνική λογοτεχνία (τον Wallace Stevens, τον Tristan Corbière, τον Baudelaire, την Joyce Mansour, τον Tomas Transtromer, τον Καβάφη, τον Καρυωτάκη) και την τέχνη γενικότερα (τον Φρα Αντζέλικο, τον Καραβάτζιο, τον Γκογκέν). Η ποιήτρια αποτυπώνει στη συλλογή το πάθος που την κατατρύχει για την ποιητική γραφή, την ενδοσκοπική πορεία της προς την ποιητική αυτογνωσία, η οποία διέρχεται μέσα από την υπαρξιακή αναζήτηση και τον σωματοποιημένο έρωτα. Είναι ένα επώδυνο παιχνίδι με τις λέξεις που φωτίζουν την ουσία, μια διαδρομή οδυνηρή, σπαρμένη με «ρόδα και αγκάθια».

*Το δεν είμαι ακόμα
Κλεοπάτρα Λυμπέρη
Ίκαρος
σ. 80

**Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο «Διάστιχο», στις 2 Οκτωβρίου 2023.

Στέφανος Ροζάνης, Γιατί γεννήθηκα μ’ αυτές τις λέξεις

Φωτογραφία: ένα έτσι

Γιατί γεννήθηκα μ’ αυτές τις λέξεις
που μάταια πάλευαν τον θάνατό τους
και συ άλλες δεν είχες να διαλέξεις
πάρεξ εκείνες που δεν πίστεψαν ποτέ στον εαυτό τους.
Έτσι εγίναμε κι οι δυο ένα σώμα
-λέξη πάνω στη λέξη, λόγια πάνω στα λόγια-
Αβέβαιοι, όπως οι ώρες που περιμένουμε ακόμα
να χτυπήσουνε στα ξεχαρβαλωμένα μας ρολόγια.
Μαγνητικές γκριμάτσες, γρινιάρικες φωνές.
Μιλώντας γδέρνονται τα χείλη.
Τόσα τα χρόνια που πληρώνουμε αβάσταχτες ποινές
τα λόγια μας σμιλεύοντας και κομματιάζοντας τη σμίλη.
Γιατί γεννήθηκα μ’ αυτές τις λέξεις
που μάταια πάλευαν τον θάνατό τους
γι’ αυτό δεν πρόσεξα πως άλλαξε το ριζικό τους –
Κι εσύ δεν πρόφτασες άλλες να μου μαζέψεις.

*Από τη συλλογή «Περιφραστική Σπουδή», Εκδόσεις Άγρα, 1991.

Μαρία Γερογιάννη, [Στέργω]  

Θα κεντήσω ένα φεγγάρι
να στρώσεις στη νύχτα
τ’ αδιάβατα σοκάκια σου
Θα κεντήσω μια βροχή
να τρυπήσει το σύννεφο
που διψά το άφιλο δέντρο σου
Θα κεντήσω λέξεις αγάπης
να υψωθεί ο ουρανός σου
-Πόσοι πήχεις το ύψος σου;

*Από τη συλλογή “ερωτεύτηκε τον Καρυωτάκη γιατί ερωτεύτηκε την Πολυδούρη”, Εκδόσεις Μανδραγόρας, 2024.

Γιώργος Κοζίας, Κρέμασε το τσεκούρι…

Κρέμασε το τσεκούρι

στον αλαφροΐσκιωτο νεκρό,
στην αγωνία που καραδοκεί,
στην σιωπή που σε κατασπαράζει

κι όλα θα έχουν ξεχαστεί,
όλα θα έχουν συγχωρεθεί,
ατίθασα, τρομερά, αποτρόπαια.

Κρέμασε το τσεκούρι στον αέρα.

Μάρτυς μου, ο εξολοθρευτής άγγελος
και η πολεμική σάλπιγγα που ηχεί:

Έλα να δεις μάτια,
βλέφαρα, χείλια, κομμάτια αγάπης.
Έλα να δεις το ωμό,
το βίαιο, το αβυσσαλέο να οργιάζει.
Έλα να δεις το αίμα να βελάζει.
Έλα να δεις τον εξτρεμιστή ήλιο
τους αιώνες να ανατινάζει.
Έλα να δεις τις μακρινές μοναξιές,
τους ξεχασμένους ήρωες, τις φοβερές σημαίες.

Αναρίθμητες οι εικόνες της μεγάλης θλίψης.
Τίποτε όμως δεν πάει χαμένο.
Έλα να δεις
από τα κόκκαλα βγαλμένη την Ελπίδα
κι άδραξε το άστρο της αυγής.

Κρέμασε το τσεκούρι στο περήφανο πένθος…

*Από τη συλλογή “Πολεμώντας υπό σκιών…”, Εκδόσεις Περισπωμένη, 2017.

John Curl, Ηλιοτρόπια

Ηλιοτρόπια
Κινούνταν σιγανά στην αρχή,
σαν φυτά στη μάζωξή μας.
Τα ηλιοτρόπια ξεδιπλώνονται σε σύννεφα από σκώρο.
Παλεύοντας να μεταμορφωθεί,
ο σκώρος παίρνει φωτιά.
Ανοίγοντας διάπλατα όλες τις πόρτες και τα παράθυρα,
ξεριζώνοντας τα επιχειρησιακά προσωπεία,
ανατρέποντας τα ψέματα του κεφαλαίου,
καταργώντας τα παιχνίδια των τραπεζιτών.
Ξαφνικά γίναμε όλοι οραματιστές,
αναγέννηση στις καρδιές και στο νου μας,
ξαναανακαλύπτουμε τον κόσμο μας.
Τι δεν έχει ξαναδεί ποτέ κανείς,
προς ποια κατεύθυνση βρέχει;

*O John Curl είναι μέλος της ομάδας Revolutionary Poets Brigade που εμφανίστηκε στην περιοχή του Σαν Φρανσίσκο κατά τη διάρκεια του κινήματος Occupy και αποτελείται από νέους ποιητές των Ηνωμένων Πολιτειών που αποφάσισαν να κάνουν την ποίηση δράση. Τα κείμενά τους μπορείτε να τα βρείτε στο blog τους: http://poetsbrigade.blogspot.gr/

**Μετάφραση: Ξένια Καλαϊτζίδου

Αλήτις Τσαλαχούρη, Δύο ποιήματα

Το αγόρι με τη μάινα στον ώμο

-Στη συνοικία  Κλώνο Του Μπρονξ ––Αποβάθρα μεταναστών-Πληθώρας υπογείων- Του εγκλήματος-Της προσφυγιάς της υδρογείου -Το αγόρι απ’ το Γκντανσκ-Με τη μάινα στον ώμο- Που πάει με βήματα γοργά-Μαθήματα βιολιού-Μαγεύει με  τη μουσική-Στον πάτο μας ποντίκια-Που μπαίνουν από φωταγωγούς και λούκια-Μαζεύει με τη μάινα στον πάτο μας ρεβίθια-Για να γυρνάμε στην πολυκατοικία-Η δασκάλα μάνα του Alicja–Για να ζήσει τη φαμίλια-Πλένει δυο ολόκληρα οικοδομικά τετράγωνα-Ο πολιτικός μηχανικός-Πατέρας Lech- Και στη συνοικία μπογιατζής -Πίνει τα πόδια του στη γωνιακή ΕΒΓΑ μέχρι το χάραμα–Το αγόρι όμως απ’ το Γκντανσκ-Με τη μάινα στον ώμο-Που πάει με βήματα γοργά–Μαθήματα βιολιού-Μαγεύει με τη μουσική στον πάτο μας ποντίκια-Που μπαίνουν από φωταγωγούς και λούκια-Μαζεύει με τη μάινα στον πάτο μας ρεβίθια-Για να γυρνάμε στην πολυκατοικία-Ώσπου το αγόρι απ’ το Γκντανσκ–Απ’ του  πατέρα του μια οργή-Μια νύχτα που ‘χει παραπιεί-Βρίσκει κομμάτια το βιολί–Κι η συνοικία Κλώνος Του Μπρονξ θα τον ρουφήξει σαν την τρύπα–Ανήκει πια στα ‘‘Μακριά Παλτά’’ μια συμμορία-Μισεί και την Ελλάδα και την Πολωνία-Η μάινα κορακιάζει η κακομοίρα-Τα νέα του από κάποιον -Που από πιοτό γυρνάει σαν τη μύγα-Μαγκώθηκε από μπάτσους ως τσιλιαδόρος σε ληστεία-Θα κάνει καιρό να ξαναδεί την Κοινωνία- Αλλά κι εμείς δεν ζήσαμε καλύτερα-Γέμισε ο πάτος μας ποντίκια- Που μπαίνουν από φωταγωγούς και λούκια-Δεν βρίσκουμε ρεβίθια– Για να γυρνάμε στην πολυκατοικία-Στη συνοικία  Κλώνο Του Μπρονξ -Αποβάθρα μεταναστών-Πληθώρας υπογείων- Του εγκλήματος- Της προσφυγιάς της υδρογείου.

*Από τη συλλογή Το καρουσέλ του Τσε Γκεβάρα, εκδόσεις Οδός Πανός, 2016.

*

Μαγαζί της θλίψης

–Σε »Μαγαζί της Θλίψης»-Μαγαζιά για ταξιδιώτες στις αποικίες της ανθρωπότητας στο Διάστημα–Γκαρσόνι αίμα με χλωρίνη καθαρίζει-Κι ένα άλλο με πένσα από τον τοίχο βγάζει σφαίρα-Αυτήν τη βδομάδα-Φορούν ινδιάνικες στολές και συζητούν για ακόμη μία σκηνή εγκλήματος υπό το βλέμμα-Του διευθυντή που επιτηρεί με στολή καουμπόικη και βρίζει ρεμάλια σαν εμένα-Που κατά τη γνώμη του σαν τα τσιμπούρια-Βρομώντας μοναξιά-Δεν ξεκολλάνε-Χαζεύοντας τα σκάφη στην αποβάθρα και μεταξύ τους σκοτώνονται για πλάκα-»Τι περιμένεις από μάτια που δεν βλέπουνε φύση»-Ανδρόγυνο μου ψιθυρίζει και μου συστήνεται καθηγητής των Μετεώρων μ’ ένα κασόνι μπίρες σε χαπάκια–Ράβει βρόχους του Χρόνου που τους πουλάει όπου νομίζει-Ή μήπως είναι παραίσθηση απ’ τη μοναξιά και τα δικά μου χάπια-Σε λίγο τα »Παιδιά της Αγριας Ελευθερίας» θα ξαναεπιτεθούν στους μπάτσους κι όλοι είναι έτοιμοι για τη σύγκρουση που επαναλαμβάνεται χρόνια χωρίς νικητή και θεατές μόνον ορθίους-Ενώ μεταδίδεται σε απευθείας μετάδοση στον Ιστό και τα τηλεοπτικά κανάλια-Τα  »Παιδιά της Αγριας Ελευθερίας» διεκδικούν το δικαίωμα όλων να μετοικούν στις αποικίες της ανθρωπότητας στο Διάστημα-Προς το παρόν αποκλειστικό δικαίωμα της μπουρζουαζίας και της εξουσίας με ειδικό διάταγμα-Σε »Μαγαζί της Θλίψης»-Μαγαζιά για ταξιδιώτες στις αποικίες της ανθρωπότητας στο Διάστημα–Γκαρσόνι αίμα με χλωρίνη καθαρίζει-Κι ένα άλλο με πένσα από τον τοίχο βγάζει σφαίρα-Αυτήν τη βδομάδα-Φορούν ινδιάνικες στολές και συζητούν για ακόμη μία σκηνή εγκλήματος υπό το βλέμμα-Του διευθυντή που επιτηρεί με στολή καουμπόικη και βρίζει ρεμάλια σαν εμένα-Που κατά τη γνώμη του σαν τα τσιμπούρια-Βρομώντας μοναξιά-Δεν ξεκολλάνε-Χαζεύοντας τα σκάφη στην αποβάθρα και μεταξύ τους σκοτώνονται για πλάκα-

*Από τη συλλογή Κάθαρμα, εκδόσεις Οδός Πανός, 2020.

*Τα ποιήματα και η εικόνα της ανάρτησης έχουν δημοσιευτεί στο https://stahtes2003.com