Πόσο συχνά διαβάζουμε εκπροσώπους της εργατικής τάξης; Ο Μιχάλης Αλμπάτης μιλάει στη ROSA για το επιτυχημένο μυθιστόρημά του «Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους».
Ματίνα Κοντού*
Τον συγγραφέα Μιχάλη Αλμπάτη τον «γνώρισα» φέτος το καλοκαίρι, μέσα από το επιτυχημένο βιβλίο του «Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους».
Ομολογώ πως άργησα να το ανακαλύψω: Ένα εξαιρετικά καλογραμμένο βιβλίο που ακολουθεί την περιπλάνηση του Φανούρη, ενός 15χρονου αγοριού σ’ ένα χωριό της κρητικής ενδοχώρας ενώ ανακαλύπτει την ικανότητά του να ακούει τις σκέψεις των νεκρών.
Το βιβλίο είναι συναρπαστικό και διαβάζεται μονορούφι, φυτεύοντας ωστόσο προβληματισμούς για ένα μεγάλο εύρος ζητημάτων όπως η κοινωνική υποκρισία, η θρησκοληψία και η σχέση μας με την αλήθεια, τα οποία στηλιτεύει με τρόπο άμεσο, αβίαστο και πολλές φορές σαρκαστικό αλλά πάντα εύστοχο.
Ψάχνοντας λίγο περισσότερο για τον συγγραφέα, έμαθα ότι εργαζόταν ως μάγειρας και το βιβλίο «Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους» (εκδ. Νήσος) δεν ήταν το πρώτο που έγραφε.
Αναρωτήθηκα πόσο συχνά διαβάζουμε αλήθεια εκπροσώπους της εργατικής τάξης στη χώρα μας και ως κόρη μάγειρα, απόρησα αν κάνοντας μία τόσο εξουθενωτική δουλειά μπορεί τελικά κανείς να χωρέσει στον ήδη συμπιεσμένο χρόνο του και την δημιουργία.
«Αν δεν φαλίριζε το μεζεδοπωλείο που διατηρούσα, το 2011, αν συνέχιζα να δουλεύω πάνω από δέκα ώρες τη μέρα, δεν θα μπορούσα ποτέ να αφοσιωθώ στο γράψιμο, δεν θα τολμούσα καν να ξεκινήσω να το γράφω…» απαντά.
Ολόκληρη τη συνέντευξη:
Πώς εμπνευστήκατε την ιστορία του Φανούρη και γενικότερα, από που αντλείτε έμπνευση για να γράψετε;
Η ιδέα δεν θα μπορούσε παρά να γεννηθεί σε κηδεία. Ήταν σε μια αγρύπνια, απ’ αυτές που ευτυχώς δεν έχουν ακόμα εκλείψει στην Κρήτη. Η αγρύπνια είναι ίσως το πιο σημαντικό μέρος της κηδείας· από το σπίτι του νεκρού περνάει ολόκληρο το χωριό, τόσο για να συλλυπηθεί τους συγγενείς όσο και για να αποχαιρετήσει τον ίδιο, που θεωρείται ακόμα μέλος της κοινότητας, στέκοντας στο μεταίχμιο, ανάμεσα στους δυο κόσμους. Εκείνο το βράδυ, ακούγοντας τόσους ανθρώπους να απευθύνονται στον νεκρό θείο μου, αναρωτήθηκα τι θα μας απαντούσε αν μπορούσε να μιλήσει, κι έτσι γεννήθηκε ο Φανούρης, ο ενδιάμεσος, ο διερμηνέας της γλώσσας των πεθαμένων. Όσο για την έμπνευση, γενικότερα, μας επισκέπτεται όποτε το θέλει αυτή, κεντρισμένη τόσο από τα ερεθίσματα που η πραγματικότητα της προσφέρει όσο και από την έλλειψη των ερεθισμάτων, σαν απόπειρα εμπλουτισμού μιας πραγματικότητας προβλέψιμης και πληκτικής.
Στο μυθιστόρημά σας “Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους”, μέσα από τη φωνή των νεκρών αναδεικνύεται πολλές φορές η υποκρισία της κοινωνίας. Γιατί κάνατε αυτήν την επιλογή;
Η τέχνη είναι αλήθεια τυλιγμένη σε ομορφιά, κι όσο σκληρή ή πικρή κι αν είναι η αλήθεια ο άνθρωπος μπορεί να τη δεχτεί ακριβώς επειδή τον σαγηνεύει το πέπλο που την τυλίγει. Γι αυτό η τέχνη μπορεί να πει αλήθειες που είναι αδύνατον να ειπωθούν με γλώσσα άλλη. Δεν μπόρεσα να φανταστώ τους νεκρούς ήρωές μου παρά απαλλαγμένους από κάθε σύμβαση, από κάθε ψέμα, ικανούς για μια απόλυτη ειλικρίνεια, για μια απόλυτη ελευθερία, μια ελευθερία που μόνο μέσα απ’ τον λόγο μπορούσαν πια να ασκήσουν. Αφού μπορούσαν πια να πουν όσο μια ολόκληρη ζωή δεν τόλμησαν, οι αποκαλύψεις τους αναγκαστικά έχουν στόχο την υποκρισία στην οποία και οι ίδιοι ως τότε μετείχαν, ενώ οι ζωντανοί, απ’ τη μεριά τους, δεν θα μπορούσαν παρά να κλείσουν τα αυτιά, αρνούμενοι να ακούσουν, αφού για εκείνους εξακολουθούν να ισχύουν οι κανόνες, οι αποσιωπήσεις, οι συμβιβασμοί.
Πώς άραγε πιστεύετε ότι θα ήταν ένας κόσμος στον οποίο κυριαρχεί η αλήθεια;
Είναι αξεδιάλυτα με την ανθρώπινη φύση τα ψέματα που λέμε ο ένας στον άλλο, είτε καλοπροαίρετα, για να μην στενοχωρήσουμε είτε για να εξαπατήσουμε και να επωφεληθούμε, και είναι μάλλον αδύνατον να φανταστούμε έναν κόσμο χωρίς αυτά. Όσο για την κοινωνική υποκρισία, συμμετέχουμε όλοι αν και σε διαφορετικό βαθμό σε αυτήν. Μοιάζει με μια ηθική σκόνη που απλώνεται πάνω σε συμπεριφορές και επιθυμίες κρατώντας τις υποτυπωδώς κρυφές, ενώ όλοι συμμετέχουν με τον έναν τρόπο ή τον άλλον σε αυτές. Ακόμα κι αν μια μεγάλη αν μια μεγάλη ανατροπή και αναταραχή των ηθών, όπως έχει συμβεί αρκετές φορές στην ιστορία, μετατρέψει αυτήν την ξεραμένη κρούστα σε κουρνιαχτό, είναι βέβαιο ότι αργά ή γρήγορα αυτή θα κατακαθίσει σε ένα καινούριο στρώμα υποκρισίας.
Στο έργο σας, σε πολλά σημεία έρχεται στο προσκήνιο η θρησκοληψία. Θεωρείτε ότι έχουν αλλάξει τα πράγματα σήμερα σε σύγκριση με την εποχή στην οποία αναφέρεται το βιβλίο;
Ευτυχώς ναι, αν και όχι στον βαθμό που θα περίμενε κανείς σε σχέση με τις τόσο βαθιές αλλαγές που έχουν συντελεστεί σε κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο. Η ελληνική κοινωνία μοιάζει να υιοθετεί από την νεωτερικότητα ό,τι πιο ανόητο και ρηχό, ενώ διατηρεί από το παρελθόν ό,τι πιο σκοταδιστικό και θλιβερό. Το αποτέλεσμα είναι μάλλον σχιζοφρενικό· από τη μια το νεώτερο τμήμα του πληθυσμού σπεύδει να υποδεχτεί άκριτα και με ενθουσιασμό οτιδήποτε προτείνει η μόδα, γεμίζοντας παραδείγματος χάριν τα κορμιά τους με τατουάζ, ενώ άλλες ομάδες, κυρίως γεροντότεροι, κάνουν ουρές για να προσκυνήσουν κάποιο ξεθαμμένο οστό ή μια ιερή παντόφλα. Ίσως πρόκειται για το είδος της σύγχυσης που επικρατεί στα σταυροδρόμια…
Ποια βιβλία σάς καθόρισαν ως αναγνώστη και ποιο δικό σας βιβλίο ξεχωρίζετε;
Πολλά είναι τα βιβλία που με έχουν γοητεύσει βαθιά και στερεοποίησαν μέσα μου την επιθυμία να προσπαθήσω κι εγώ με τη σειρά μου να γράψω. Κάποια απ’ αυτά είναι ο «Τροπικός του Καρκίνου», του Χένρυ Μίλλερ, οι «Δαιμονισμένοι» και το «Έγκλημα και Τιμωρία» του Ντοστογιέφσκι, τα «Εκατό χρόνια μοναξιάς» του Μαρκές, αλλά και πολλά άλλα. Όσο για τα βιβλία μου, τόσο αυτά που έχουν εκδοθεί όσο κι αυτά που παραμένουν ανέκδοτα ή έχουν απομείνει μισογραμμένα, έχουν το καθένα τους μια ιδιαίτερη θέση στην πορεία μου σαν συγγραφέα. Είναι σίγουρο ωστόσο πως το «Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους» αποτελεί ένα από τα πιο αποφασιστικά και καίρια βήματα αυτής της πορείας.
Εκτός από συγγραφέας, εργάζεστε και ως μάγειρας, σωστά; Πώς μπορεί κάποιος να αφοσιωθεί στο γράψιμο ενώ κάνει παράλληλα μία τόσο κουραστική δουλειά;
Δεν μπορεί… γι’ αυτό στην ιστορία της τέχνης υπάρχουν τόσο λίγοι εκπρόσωποι της εργατικής τάξης, γι’ αυτό τόσοι δημιουργοί, που δεν ήταν ευκατάστατοι, αναγκάστηκαν να ζήσουν σε συνθήκες ένδειας, εξαγοράζοντας με το αντίτιμο της φτώχειας τον απαραίτητο για κάθε δημιουργία ελεύθερο χρόνο. Όσο για μένα, το «Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους» είναι αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης. Αν δεν φαλίριζε το μεζεδοπωλείο που διατηρούσα, το 2011, αν συνέχιζα να δουλεύω πάνω από δέκα ώρες τη μέρα, δεν θα μπορούσα ποτέ να αφοσιωθώ στο γράψιμο, δεν θα τολμούσα καν να ξεκινήσω να το γράφω…
Έχετε δηλώσει ότι το βιβλίο αυτό απορρίφθηκε από αρκετούς εκδοτικούς οίκους πριν τελικά γνωρίσει μεγάλη επιτυχία. Πώς το διαχειριστήκατε;
Όταν δεν πιστεύει κανείς σε εσένα, ούτε η οικογένεια, οι φίλοι, οι … εκδότες, είσαι αναγκασμένος να αναπτύξεις μια υπερβολική πίστη στον εαυτό σου – κάτι που οι άλλοι αντιλαμβάνονται σαν αλαζονεία – με τον κίνδυνο φυσικά να στερείσαι πράγματι ταλέντου κι όλη αυτή η αυτοπεποίθηση να αποδειχθεί ένα κέλυφος αδειανό… Η αυτοπεποίθηση ωστόσο δεν είναι σχεδόν ποτέ αρκετή από μόνη της. Ευτυχώς, για τις δύσκολες στιγμές, υπάρχει μια ποικιλία από παυσίλυπα. Το δικό μου ήταν το αλκοόλ. Από εκεί και πέρα είναι απαραίτητο ένα πείσμα, που δεν έχει τίποτα το ηρωικό, μια υπομονή και επιμονή η οποία είναι μονόδρομος, γιατί τελικά η απελπισία, για κάποιες κοινωνικές τάξεις τουλάχιστον, αποτελεί πολυτέλεια.
Να περιμένουμε σύντομα κι άλλα έργα από εσάς;
Το καινούριο μου μυθιστόρημα, «Η Κατάλυση του Χρόνου» κυκλοφόρησε τον προηγούμενο Μάη, πάλι από τις εκδόσεις Νήσος, κι έχω κιόλας ξεκινήσει να γράφω το επόμενο…
TAGS
*Πηγή: https://www.rosa.gr/koultoura/m-almpatis-sti-rosa-i-apelpisia-gia-kapoies-koinonikes-taxeis-apotelei-politeleia/?fbclid=IwY2xjawFUcDdleHRuA2FlbQIxMQABHZCb2eMXnZCAK4syRNXHXuZq2Iipf5lJBeq_GSGw2CCKnzunh6HwCn6-_w_aem_VbY-yDjnHssKKWU1ChqfwQ