Ο χειμώνας έφτασε αιχμηρός για να τακτοποιήσει εκκρεμότητες την απόγνωση ενός κοκκινολαίμη που χτυπιόταν στα τζάμια απ’ το φθινόπωρο ή την παραίτηση στα μάτια ενός αστέγου μεσημέρι Κυριακής πλατεία Ασωμάτων στο τέλος ανέλαβε η ψυχοπομπός Αγία Νταίζη των Ξυλιασμένων Σκύλων καθώς αργά και με την κοιλιά της σε αναστροφή πώς να υποκύψουν στο χιόνι τους δασκάλευε.
*Από τη συλλογή “Κάτω Χώρες – Pays Bas”, Εκδόσεις Έναστρον, Οκτώβριος 2025.
Είσαι κιόλας κύμα, είσαι ακόμα σύννεφο; Χαμόγελο συγκρατημένο, παρθένα των ανέμων, Νοσταλγία για τον ουρανό; Ή ήδη μυστική περιπλάνηση Προς τα κάτω Των νερών ψυχή; Μοίρα που δεν θέλει να πάρει μιαν απόφαση Αιωρούμενο ερώτημα ανάμεσα στους ουρανούς, Μισό σύννεφο μισό κύμα, Ψυχή ακόμα κι όμως θλίψη; . Αχ, σε παρασύρω, Γήινη, στην ανθρώπινη δίνη, Θάλασσα- γυναίκα! Είσαι σκλάβα του κόσμου, υπηρέτρια, Γεννημένη στον Κάτω Κόσμο μας, Πρέπει γεννώντας να φωνάζεις στα φαράγγια! Ώ αγγελικό σύννεφο που έπεσες στη γη αλλαλάζο- ντας Βρόχινη γυναίκα των άρρωστων πόλεων, Πόρνη θρηνούσα των αφέγγαρων δρόμων, Αιώνια φόνισσα! . Όμως χαμογελάς αθώα, χαμογελάς ακόμα από τον οχετό μου, Φωτίζεις και γυαλίζεις και καις, Βαθιά από την νύχτα της κατάρας, Κύμα με χρυσόψαρα και μ’ άστρα στον πυθμένα! Νέφη κοκκινίζουν την αιδώ σου, Ουράνια, γήινη ερωμένη Κυματίζεις από τ’ αγκάλιασμά μου, μεγαλώνεις, μαραίνεσαι Μικρή φοινικιά, μανιασμένο κλαδί, πουλί ασημένιο . Θαλασσοτράγουδο στα χείλη! Πες, τι ανεμίζεις Απολαμβάνεις και πετάς, ψυχή νερού Αίνιγμα νέο ανάμεσα στους ουρανούς, Αεικίνητο θηλυκό, Μάνα και κόρη: Είσαι ήδη σύννεφο, είσαι ακόμη κύμα;
Το ποίημα παντοδύναμο σαν μυθικός ποταμός γενάτο με τα φυσεκλίκια σταυρωτά κατεβαίνει κορνάροντας και λιγώνει τις αγαπητικές Κι ο ποιητής που ερωτεύτηκες στα δεκαοχτώ σου δεν υπάρχει πια, γιατί υπάρχω θα πει έχω σπίτι στην Κυψέλη πού θα πάτε το Σαββατοκύριακο ή από δω η κυρία μου. Κάτι τύποι ψηλά στις εξέδρες κάνουνε κόλπα με χρωματιστά μαντίλια όπως παλιά οι κομπογιαννίτες με το κάρο σου βγάζαν το γερό σου δόντι μ’ ένα τάλιρο.
I bought a dollar and a half’s worth of small red potatoes, took them home, boiled them in their jackets and ate them for dinner with a little butter and salt. Then I walked through the dried fields on the edge of town. In middle June the light hung on in the dark furrows at my feet, and in the mountain oaks overhead the birds were gathering for the night, the jays and mockers squawking back and forth, the finches still darting into the dusty light. The woman who sold me the potatoes was from Poland; she was someone out of my childhood in a pink spangled sweater and sunglasses praising the perfection of all her fruits and vegetables at the road-side stand and urging me to taste even the pale, raw sweet corn trucked all the way, she swore, from New Jersey. “Eat, eat” she said, “Even if you don’t I’ll say you did.”
Αγόρασα πατατάκια κόκκινα αξίας ενάμιση δολαρίου, τα πήρα στο σπίτι, τα έβρασα με τη φλούδα τους και τα έφαγα για δείπνο με λίγο βούτυρο και αλάτι. Μετά περπάτησα μέσα από τα ξερά χωράφια στην άκρη της πόλης. Στα μέσα Ιουνίου το φως παρέμενε στα σκοτεινά αυλάκια κάτω από τα πόδια μου, και στις βελανιδιές του βουνού πάνω από το κεφάλι μου τα πουλιά συγκεντρώνονταν για τη νύχτα, οι καρακάξες και οι μιμητές κραυγάζοντας μπρος-πίσω, οι σπίνοι ακόμα πετούσαν μέσα στο σκονισμένο φως. Η γυναίκα που μου πούλησε τις πατάτες ήταν από την Πολωνία· ήταν κάποια από την παιδική μου ηλικία με ένα ροζ πουά πουλόβερ και γυαλιά ηλίου, επαινούσε την τελειότητα όλων των φρούτων και λαχανικών της στον πάγκο δίπλα στο δρόμο και με προέτρεπε να δοκιμάσω ακόμα και το αχνό, ωμό γλυκό καλαμπόκι που είχε μεταφερθεί, όπως ορκιζόταν, από το Νιου Τζέρσεϊ. «Φάε, φάε» έλεγε, «Ακόμα κι αν δεν φας, θα πω ότι το ‘φαγες».
*
Some things you know all your life. They are so simple and true they must be said without elegance, meter and rhyme, they must be laid on the table beside the salt shaker, the glass of water, the absence of light gathering in the shadows of picture frames, they must be naked and alone, they must stand for themselves. My friend Henri and I arrived at this together in 1965 before I went away, before he began to kill himself, and the two of us to betray our love. Can you taste what I’m saying? It is onions or potatoes, a pinch of simple salt, the wealth of melting butter, it is obvious, it stays in the back of your throat like a truth you never uttered because the time was always wrong, it stays there for the rest of your life, unspoken, made of that dirt we call earth, the metal we call salt, in a form we have no words for, and you live on it.
Κάποιες αλήθειες τις ξέρεις όλη σου τη ζωή. Είναι τόσο απλές και αληθινές που πρέπει να ειπωθούν χωρίς κομψότητα, μέτρο ή ομοιοκαταληξία, πρέπει να τεθούν στο τραπέζι δίπλα στο αλατοπίπερο, στο ποτήρι με νερό, στην απουσία φωτός που μαζεύεται στις σκιές των κορνιζών, πρέπει να είναι γυμνές και μόνες, πρέπει να στέκονται μόνες τους. Ο φίλος μου ο Ανρί κι εγώ φτάσαμε σε αυτό μαζί το 1965 πριν φύγω, πριν αρχίσει να αυτοκαταστρέφεται, και οι δυο μας να προδώσουμε την αγάπη μας. Μπορείς να γευτείς αυτό που λέω; Είναι κρεμμύδια ή πατάτες, μια πρέζα απλού αλατιού, ο πλούτος του λιωμένου βουτύρου, είναι προφανές, παραμένει στο βάθος του λαιμού σου σαν μια αλήθεια που ποτέ δεν εξέφρασες γιατί ο χρόνος ήταν πάντα λάθος, παραμένει εκεί για την υπόλοιπη ζωή σου, ανέκφραστη, φτιαγμένη από εκείνη τη γη που ονομάζουμε χώμα, το μέταλλο που ονομάζουμε αλάτι, σε μια μορφή για την οποία δεν έχουμε λέξεις, και ζεις πάνω της.
Θέλω πίσω τις κουνιστές μου πολυθρόνες, τα ηλιοβασιλέματα ενός κόσμου μόνο για μένα,
στις παράκτιες ζούγκλες όπου τα τζιτζίκια μιλούσαν σε τρίστιχα και οι κατσαρίδες, με τα τριχωτά τους πόδια, τραγουδούσαν σε ιαμβικό πεντάμετρο.
Χάρισα τις Άγιες Γραφές σε μαγαζιά με μεταχειρισμένα— τις πολτοποίησα σε πλαστικές σακούλες σκουπιδιών μαζί με μια λάμπα αλατιού Ιμαλαΐων. Ήταν τα ιερά βιβλία που διαβάστηκαν στη βάφτιση, που μάζεψα από τα χοντρά χέρια των φανατικών: εύκολα στην ανάγνωση, ηλίθια, κενά.
Θυμάμαι περισσότερο τη μυρωδιά του πλαστικού στις γυαλιστερές εικόνες των σχολικών βιβλίων βιολογίας. Μου έκαψε τις τρίχες στα ρουθούνια.
Το αλάτι και το μελάνι έμεινε στις παλάμες μου, κάτω απ’ τα θραύσματα του φεγγαριού. Στις 2:45 τα ξημερώματα, μελετώ και επαναλαμβάνω:
Στο IHOP, στη γωνία Πάουερς και Στέτσον Χιλς, έγραφα και ξανάγραφα μέχρι που η γνώση προχώρησε διστακτικά και κόλλησε
κάπου που δεν μπορώ να αγγίξω— κάπου ανάμεσα στο πάγκρεας και στο παχύ έντερο, θα βρίσκεται το ασήμαντο ποτάμι της ψυχής μου.
Αυτό είναι το μέτρο μου πια. Με αυτό μικραίνω τα πάντα. Σκληρό, αιχμηρό, θρυμματισμένο από μια γνώση που κάποτε καθόταν ήσυχα, σαν βρεγμένο πανί σε πρόσωπο που το καίει πυρετός.
Μπορώ να τα αφήσω να συνυπάρχουν; Αυτή την ασταθή πίστη και την επιστήμη που γιουχάρει από το πίσω θρανίο;
Τώρα δεν μπορώ να πιστέψω ότι η Βίβλος, το Κοράνι, η Μπαγκαβάτ Γκίτα τραβάνε τα μαλλιά πίσω από το αυτί, όπως έκανε η μαμά, και φυσούν στο πρόσωπό μου λέγοντας «Κάνε χώρο για το θαύμα».
Όλη η κατανόησή μου τρέχει από το πηγούνι στο στήθος και περιγράφεται έτσι:
η ζωή είναι απλώς ένα ωάριο κι ένα σπερματοζωάριο, το πού συναντιούνται, πόσο συχνά, πόσο καλά, και τι πεθαίνει εκεί.
*
On Learning to Dissect Fetal Pigs
i want back my rocking chairs, solipsist sunsets, & coastal jungle sounds that are tercets from cicadas and pentameter from the hairy legs of cockroaches.
i’ve donated bibles to thrift stores (mashed them in plastic trash bags with an acidic himalayan salt lamp— the post-baptism bibles, the ones plucked from street corners from the meaty hands of zealots, the dumbed-down, easy-to-read, parasitic kind):
remember more the slick rubber smell of high gloss biology textbook pictures; they burned the hairs inside my nostrils, & salt & ink that rubbed off on my palms. under clippings of the moon at two forty five AM I study & repeat
ribosome endoplasmic— lactic acid stamen
at the IHOP on the corner of powers and stetson hills—
i repeated & scribbled until it picked its way & stagnated somewhere i can’t point to anymore, maybe my gut— maybe there in-between my pancreas & large intestine is the piddly brook of my soul. it’s the ruler by which i reduce all things now; hard-edged & splintering from knownedge that used to sit, a cloth against fevered forehead. can i let them both be? this fickle faith and this college science that heckles from the back of the classroom
now i can’t believe— that the bible and qur’an and bhagavad gita are sliding
long hairs behind my ear like mom used to & exhaling from their mouths “make room for wonder”— all my understanding dribbles down the chin onto the chest & is summarized as:
life is merely to ovum and sperm and where those two meet and how often and how well and what dies there.
*Ελεύθερη απόδοση: Ειρηναίος Μαράκης
(Ελεύθερη απόδοση του βραβευμένου ποιήματος της Ρενέ Νικόλ Γκουντ (Renée Nicole Good), “On Learning to Dissect Fetal Pigs”, The Academy of American Poets, 2020. Η Ρενέ δολοφονήθηκε στις 7 Ιανουαρίου 2026 από τα τάγματα εφόδου της Υπηρεσίας Ελέγχου Μετανάστευσης και Τελωνείων των ΗΠΑ (ICE). Το βιογραφικό σημείωμα από έναν πλέον ιδιωτικό λογαριασμό στο Instagram που ανήκει στην Good την περιγράφει ως «ποιήτρια και συγγραφέα, σύζυγο και μητέρα, και άθλια κιθαρίστρια από το Κολοράντο, που ζει στη Μινεάπολη της Μινεσότα»).
Buddhist New Year Song / Βουδιστικό Τραγούδι Πρωτοχρονιάς
I saw you in green velvet, wide full sleeves seated in front of a fireplace, our house made somehow more gracious, and you said “There are stars in your hair”— it was truth I brought down with me to this sullen and dingy place that we must make golden make precious and mythical somehow, it is our nature, and it is truth, that we came here, I told you, from other planets where we were lords, we were sent here, for some purpose the golden mask I had seen before, that fitted so beautifully over your face, did not return nor did that face of a bull you had acquired amid northern peoples, nomads, the Gobi desert I did not see those tents again, nor the wagons infinitely slow on the infinitely windy plains, so cold, every star in the sky was a different color the sky itself a tangled tapestry, glowing but almost, I could see the planet from which we had come I could not remember (then) what our purpose was but remembered the name Mahakala, in the dawn in the dawn confronted Shiva, the cold light revealed the “mindborn” worlds, as simply that, I watched them propagated, flowing out, or, more simply, one mirror reflecting another. then broke the mirrors, you were no longer in sight nor any purpose, stared at this new blackness the mindborn worlds fled, and the mind turned off: a madness, or a beginning?
Σε είδα με πράσινο βελούδο, με φαρδιά, μακριά μανίκια καθισμένο μπροστά σε ένα τζάκι, το σπίτι μας έγινε κάπως πιο ευγενικό, και είπες «Υπάρχουν αστέρια στα μαλλιά σου»— ήταν αλήθεια εγώ κατέβηκε μαζί μου σε αυτό το σκοτεινό και βρώμικο μέρος που πρέπει να το κάνουμε χρυσό να το κάνουμε πολύτιμο και μυθικό με κάποιο τρόπο, είναι η φύση μας, και είναι αλήθεια ότι ήρθαμε εδώ, σου είπα, από άλλους πλανήτες όπου ήμασταν άρχοντες, μας έστειλαν εδώ, για κάποιο σκοπό η χρυσή μάσκα που είχα ξαναδεί, που ταίριαζε τόσο όμορφα πάνω στο πρόσωπό σου, δεν επέστρεψε ούτε εκείνο το πρόσωπο ταύρου που είχες αποκτήσει ανάμεσα σε βόρειους λαούς, νομάδες, την έρημο Γκόμπι Δεν ξαναείδα αυτές τις σκηνές, ούτε τα κάρα τα απείρως αργά στις απείρως θυελλώδεις πεδιάδες, τόσο κρύο, κάθε αστέρι στον ουρανό είχε διαφορετικό χρώμα ο ίδιος ο ουρανός ένα μπερδεμένο ταπισερί είναι, που λάμπει αλλά σχεδόν, μπορούσα να δω τον πλανήτη από τον οποίο είχαμε έρθει Δεν μπορούσα να θυμηθώ (τότε) ποιος ήταν ο σκοπός μας αλλά θυμήθηκε το όνομα Μαχακάλα, την αυγή την αυγή αντιμετώπισε τον Σίβα, το κρύο φως αποκάλυψε τους «νοογενείς» κόσμους, απλώς ότι, τα παρακολούθησα να πολλαπλασιάζονται, να ξεχύνονται, ή, πιο απλά, ένας καθρέφτης που αντανακλά έναν άλλο. μετά έσπασαν τους καθρέφτες, δεν ήσουν πια ορατός ούτε με κάποιο σκοπό, κοίταξε αυτή τη νέα μαυρίλα οι νοητικοί κόσμοι έφυγαν και το μυαλό έσβησε: μια τρέλα ή μια αρχή;
*
An Exercise in Love / Μια Άσκηση στην Αγάπη
for Jackson Allen
My friend wears my scarf at his waist I give him moonstones He gives me shell & seaweeds He comes from a distant city & I meet him We will plant eggplants & celery together He weaves me cloth Many have brought the gifts I use for his pleasure silk, & green hills & heron the color of dawn My friend walks soft as a weaving on the wind He backlights my dreams He has built altars beside my bed I awake in the smell of his hair & cannot remember his name, or my own.
για τον Τζάκσον Άλεν
Ο φίλος μου φοράει το μαντήλι μου στη μέση του Του δίνω σεληνόλιθους Μου δίνει κοχύλια και φύκια Έρχεται από μια μακρινή πόλη και τον συναντώ Θα φυτέψουμε μαζί μελιτζάνες και σέλινο Μου πλέκει ύφασμα Πολλοί έφεραν δώρα Το χρησιμοποιώ για την ευχαρίστησή του μετάξι και πράσινοι λόφοι & ερωδιός στο χρώμα της αυγής Ο φίλος μου περπατάει απαλά σαν ύφανση στον άνεμο Φωτίζει τα όνειρά μου από πίσω Έχει χτίσει βωμούς δίπλα στο κρεβάτι μου Ξυπνάω με τη μυρωδιά των μαλλιών του και δεν μπορώ να θυμηθώ το όνομά του, ή το δικό μου.
Εγκαταλελειμμένος δεν είναι τόσο ότι εγκαταλείφθηκα όσο ότι εγκατέλειψα Όχι τόσο εγκαταλείπομαι όσο εγκαταλείπω
Εγκαταλείπω τούς άλλους Με εγκαταλείπουν Εγκαταλείπω τον έρωτα Με εγκαταλείπει Εγκαταλείπω τη χαρά Με εγκαταλείπει Εγκαταλείπω το γράψιμο Με εγκαταλείπει Εγκαταλείπω τη γνώση Με εγκαταλείπει Εγκαταλείπω τη ζωή Με εγκαταλείπει
Να πλυθούμε να βγάλουμε το χθες από πάνω μας. Το παρελθόν εμποδίζει τη βλάστηση το μέλλον είναι η παιδική μας ηλικία ότι δεν γίναμε μικροί θα γίνουμε μεγάλοι.
Να είσαι άνθρωπος και να ερωτεύεσαι να είσαι σκύλος και ν’ αλυχτάς στο τρεις το ξημέρωμα.
Το μεγαλύτερο μέρος του σώματός μου αγνοεί την ύπαρξή σου. Ό,τι του έχουν πει τα μάτια ξέρει για σένα. Σε ποθώ όπως ποθούν τον Φιοντόρ οι λέξεις -είμαι ο θυρωρός της ύπαρξής σου.
*Από τη συλλογή «Συνεταιρισμός Θυρωρών» | Εκδόσεις Κίχλη
Ο Μακεδόνας ποιητής Nikola Madžirov (1973) θεωρείται ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα και καταξιωμένα ονόματα της σύγχρονης βαλκανικής λογοτεχνικής σκηνής. Ως ποιητής ταξιδεύει εκτενώς και, μεταξύ άλλων, φέτος ήταν επίτιμος προσκεκλημένος στο φεστιβάλ Ημέρες Ποίησης και Κρασιού, στο πλαίσιο του οποίου κυκλοφόρησε μια επιλογή ποιημάτων του με τίτλο «Η Πυξίδα του Χρόνου» (Beletrina, 2025), σε μετάφραση της Namita Subiotto. Άρχισε να ταξιδεύει, όπως λέει, ακόμη πριν μάθει την ιστορία του ίδιου του ονόματός του – το επώνυμό του σημαίνει «μετανάστης» ή «άνθρωπος χωρίς σπίτι» και προέρχεται από την αραβική λέξη muhajir (μουαντζίρ). Τα θέματα του σπιτιού, της εγκατάλειψης, των ριζών και της μνήμης αποτελούν έναν από τους κεντρικούς άξονες της ποίησής του. Αυτοχαρακτηρίζεται «απόγονος προσφύγων και κληρονόμος προσωρινών σπιτιών» και στη συνομιλία μας αγγίξαμε όχι μόνο την ποιητική του γλώσσα, αλλά και τους στοχασμούς του για το νόημα της ενηλικίωσης και της ζωής στη γη κανενός ανάμεσα σε τρία σύνορα, καθώς και για το τι σημαίνει να ανήκεις και να φεύγεις – και πώς να διασώσεις στη γλώσσα ό,τι είναι καταδικασμένο να χαθεί.
Ο τίτλος της ποιητικής σας συλλογής «Η Πυξίδα του Χρόνου» παραπέμπει στη μέτρηση και την κυκλικότητα. Πώς βιώνετε εσείς τον χρόνο; Ο γραμμικός χρόνος μοιάζει με την εικόνα καρδιογραφήματος ενός ανθρώπου που πεθαίνει. Θα ήθελα να βλέπω τον χρόνο ως έναν ατελή και ανολοκλήρωτο κύκλο, σχεδιασμένο με διαβήτη σε χέρι που τρέμει. Στο άνοιγμα αυτού του κύκλου βρίσκεται το κατώφλι όλων των επιστροφών και των μνημών. Εκεί υπάρχει η πύλη της αναγέννησης πριν από την τελευταία ανάσα.
Στο ποίημα Ανακάλυψη γράφετε: «Το σπίτι μου κάθε μέρα / κάτω από τη στέγη του κόσμου αλλάζει μυστηριωδώς, / η ίδια η παιδική ηλικία είναι σαν μέλι, / που δεν επιτρέπει ξένα ίχνη μέσα του». Πώς ήταν η παιδική σας ηλικία; Πώς τη θυμάστε; Στα πρώτα παιδικά μου χρόνια, σε σπάνιες στιγμές μοναξιάς, έγραφα στους τοίχους με το κόκκινο κραγιόν της μητέρας μου, ακόμη πριν μάθω τα γράμματα και την ατέλεια των λέξεων. Οι γονείς μου έπρεπε να ξαναβάφουν τους τοίχους κάθε καλοκαίρι και με τιμωρούσαν με μια δημιουργική σιωπή, λευκή σαν τους φρεσκοβαμμένους τοίχους. Ακούγεται παράλογο, αλλά αυτοί οι τοίχοι ήταν το πρώτο παλίμψηστο της ελευθερίας μου. Άρχισα να γράφω ποίηση όταν άρχισα να καταλαβαίνω τα γράμματα, αλλά άρχισα να καταλαβαίνω την ποίηση όταν έμαθα τη σιωπή. Αυτό συνέβη πριν από τον πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία. Ο πόλεμος με βοήθησε να γίνω δυνατός στο χαρτί, όταν τα πάντα και όλοι γύρω μου έγιναν θορυβώδεις. Η Louise Glück γράφει στο ποίημα Nostos: «Τον κόσμο τον βλέπουμε μία φορά, στην παιδική ηλικία. Τα υπόλοιπα είναι μνήμη». Επιστρέφω στην παιδική ηλικία, εκεί όπου η διεύρυνση του χρόνου δεν είναι η κατανάλωση της ζωής αλλά η καθαρή αναζήτησή της. Συχνά ονειρεύομαι τη μητέρα μου, που δεν ζει πια, να επιστρέφει από την αγορά με σακούλες γεμάτες φρούτα, ενώ εγώ τρέχω προς τα χωράφια με τις βερικοκιές. Ο πατέρας μου καθαρίζει το πλαίσιο γύρω από το πορτρέτο της στον τάφο και τα γράμματα του δικού του ονόματος, που είχε χαράξει από πριν δίπλα στο δικό της. Ο σοσιαλισμός τον έμαθε να τα σχεδιάζει όλα – ακόμη και τον ίδιο του τον θάνατο. Ο γιος μου, μεγαλωμένος στον κόσμο της εικονικής ύπαρξης, με ρώτησε γιατί ο δρόμος του λέγεται Νίκολα Τεσλά, ενώ είναι ο πιο σκοτεινός της πόλης. Στα μάτια του είδα τα δικά μου ερωτήματα για τον κόσμο, τις αμφιβολίες και τους φόβους μου. Όταν γράφω, κοιτάζω μπροστά – ακόμη κι όταν θυμάμαι. Οι παιδικές αναμνήσεις είναι το χερούλι που τραβάς όταν το πρώτο αλεξίπτωτο της πραγματικότητας δεν ανοίγει. Επιστρέφουμε στην παιδική ηλικία για να ανήκουμε; Ανήκουμε εκεί όπου επιστρέφουμε ή μόνο εκεί όπου πεθαίνουμε;
Πριν από δύο χρόνια, όταν συνεργαζόμασταν ήδη σε ένα άλλο πρότζεκτ και γράψατε ένα εξαιρετικό δοκίμιο για την ποίηση, με συγκίνησε ιδιαίτερα η ιστορία της γιαγιάς σας. Μου φάνηκε παράδοξο ότι υπήρχε ένα τέτοιο «επάγγελμα» – πληρωνόταν για να κλαίει σε κηδείες, παρότι δεν γνώριζε τον νεκρό ή την οικογένειά του. Μπορείτε να μας πείτε περισσότερα; Σας έμαθε να ακούτε τη γλώσσα ή τις σιωπές της; Ναι, όπως έγραψα στο δοκίμιο «Το αίμα και η ποίηση του μη-ανήκειν», μία από τις γιαγιάδες μου ήταν επαγγελματίας μοιρολογίστρια· «ξανατραγουδούσε», όπως έλεγαν στην ιδιαίτερη πατρίδα μου. Μετέφραζε όλο το σιωπηλό πένθος σε κραυγή και, με μια φωνή που σκέπαζε ακόμη και τον ιερέα, έθαβε τις ελπίδες της πενθούσας οικογένειας, δημιουργώντας μια κοσμογονική κραυγή πάνω από τον τάφο ενός ανθρώπου που ούτε καν γνώριζε. Συχνά με ξυπνούσε τα πρωινά, δοκιμάζοντας τη δύναμη της φωνής της στον πίσω κήπο, μπαίνοντας στο όνειρό μου σαν μια ξένη απουσία, σαν κλειδί σε πόρτα ερειπωμένου σπιτιού. Κατανόησα αυτό το τελετουργικό του πένθους ως την ακουστότητα (audibility) της απουσίας, και μέσα μου φώλιασε η επίγνωση ότι η σιωπή είναι το μοναδικό σημάδι παρουσίας. Αργότερα συνειδητοποίησα ότι με αυτόν τον τρόπο πενθούσε καθημερινά τον μικρότερο γιο της, που σκοτώθηκε από ηλεκτροπληξία ενώ έχτιζε το νέο του σπίτι. Μου έμαθε ότι κάθε απουσία είναι εξίσου οδυνηρή και σημαντική, ότι κάθε σιωπή είναι μια αναβολή του πόνου. Όταν ένας ποιητής γράφει για τον θάνατο, μπορεί να επικαλεστεί τη σιωπή ακόμη κι όταν δεν υπόσχεται έναν καλύτερο κόσμο πέρα από την πραγματικότητα, όπου δεν υπάρχουν διαφημίσεις για παρατεταμένους οργασμούς ούτε ελιξίρια που σβήνουν τις ρυτίδες. Η γιαγιά μου ήταν έτοιμη να πεθάνει χωρίς να αφήσει τίποτα γραπτό. Αντιπαθούσε την αιωνιότητα των τεχνητών λουλουδιών στους τάφους, φοβούμενη ότι θα κλέψουν την αιωνιότητα των νεκρών. Κρατούσε τα ρούχα της κηδείας της δίπλα στα ρούχα της νιότης της, που δεν φόρεσε ποτέ ξανά και υπήρχαν μόνο σε σπάνιες φωτογραφίες. Όταν πέθαινε, το πρόσωπό της δεν έδειχνε λύπη, αλλά τον πόνο όλων όσων δεν ειπώθηκαν.
Στην ποίησή σας συχνά απευθύνεστε στους προγόνους σας και επιστρέφετε στο παρελθόν. Αυτοχαρακτηρίζεστε «απόγονος προσφύγων και κληρονόμος προσωρινών σπιτιών». Πόσο σας επηρέασαν ο πόλεμος και οι συνεχείς μετακινήσεις της παιδικής σας ηλικίας; Ποιοι είναι οι πρόγονοί σας και ποια η κληρονομιά τους; Οι νομάδες δεν πιστεύουν στα μνημεία, παρότι οι πρόσφυγες πρόγονοί μου κρατούσαν το κλειδί κάθε χαμένου σπιτιού όταν έφευγαν από τους πολέμους, κρυμμένο σε ένα βαζάκι φαρμάκων – ως σύμβολο παρατεταμένης ζωής και πίστης ότι κάποτε θα επέστρεφαν στο ερειπωμένο σπίτι. Όλο και πιο συχνά το σπίτι γίνεται ένας χώρος που πρέπει να εγκαταλείψεις, γιατί έχουμε συνηθίσει τόσο πολύ στις χωρικές αλλαγές, ώστε δεν βιώνουμε πια τα ταξίδια ως εγκατάλειψη, αλλά μόνο ως μετακόμιση – αν και μερικές φορές νιώθω πως όλα τα εγκαταλειμμένα σπίτια με ακολουθούν σαν πεινασμένα σκυλιά. Είμαι απόγονος προσφύγων των Βαλκανικών Πολέμων στις αρχές του περασμένου αιώνα, και μέσα από τις ιστορίες τους κατάλαβα ότι το σπίτι είναι μια μνήμη που δεν κληρονομείται. Μετά από κάθε πόλεμο υπάρχουν πολλά άδεια σπίτια, αλλά ακόμη περισσότερα εγκαταλειμμένα “σπίτια” με την υπαρξιακή έννοια. Θέλω να φύγω, γιατί κάθε κατοίκηση προηγείται από μια φυγή. Η γιαγιά μου έλεγε ότι σπίτι είναι εκεί όπου ανεβαίνει καπνός από την καμινάδα σου. Για να δεις όμως τον καπνό, πρέπει να βγεις έξω από το σπίτι. Συχνά, όταν μιλάμε για φυγή, εννοούμε την εγκατάλειψη του εαυτού. Κι αν σκεφτούμε τη φυγή ως “αποχώρηση από την επιβεβλημένη κανονικότητα”; Κι αν η φυγή είναι επιστροφή στην καθαρότητα της πρώτης αντίληψης του κόσμου; Ο Czesław Miłosz, στο Ars Poetica?, γράφει: «Σκοπός της ποίησης είναι να μας θυμίζει πόσο δύσκολο είναι να παραμένεις ένα μόνο πρόσωπο, γιατί το σπίτι μας είναι ανοιχτό, δεν υπάρχουν κλειδιά στις πόρτες, και αόρατοι επισκέπτες μπαινοβγαίνουν κατά βούληση». Ένα ταξίδι χωρίς μνήμη είναι κατάρα. Κάποτε κουβαλούσα πέτρες από τα ταξίδια μου, και τώρα που προσπαθώ να τις βάλω σε σειρά, δεν θυμάμαι πια από πού ή πότε προέρχονται. Κανείς δεν τις σφράγισε, κι όμως μιλούν για τον χρόνο περισσότερο απ’ ό,τι τα διαβατήρια. Στο πρώτο μου ταξίδι σε φεστιβάλ ποίησης στη Βαγδάτη μετά την πτώση του καθεστώτος του Σαντάμ Χουσεΐν, οι συνοριοφύλακες με υποδέχτηκαν με καχυποψία, επειδή ήμουν ο μόνος ξένος χωρίς στρατιωτική στολή και χωρίς προσωρινό σπίτι σε στρατιωτική βάση. Οι ποιητές της Βαγδάτης με υποδέχτηκαν λέγοντας: «Ταξιδεύουμε μέσα από εκείνους που έρχονται εδώ». Υπάρχουν άνθρωποι που δεν μπορούν να επιστρέψουν, γιατί δεν μπορούν ποτέ να φύγουν. Ο αρχιτέκτονας Juhani Pallasmaa λέει ότι τα παλιά σπίτια μας επιστρέφουν στον αργό χρόνο και τη σιωπή του παρελθόντος. Ίσως γι’ αυτό αγαπώ την επιστροφή. Η σκέψη της επιστροφής κουβαλά μέσα της τη γαλήνη της αναχώρησης. Δεν είναι τυχαίο ότι οι άνθρωποι που εργάζονται στο εξωτερικό χτίζουν τεράστια σπίτια τριών γενεών στα χωριά τους, γνωρίζοντας πως κανείς δεν θα επιστρέψει ποτέ να ζήσει εκεί. Ακόμη βαρύτερη είναι η σκέψη του πρόσφυγα που κρατά στην τσέπη του ένα κλειδί που δεν ταιριάζει πια σε καμία κλειδαριά, αλλά μόνο σε μισές μνήμες που αργότερα μετατρέπονται σε κληρονομημένους μύθους.
Στην ποίησή σας η μνήμη δεν διατηρεί μόνο το παρελθόν, αλλά συχνά μεταμορφώνει την πραγματικότητα. Πότε την εμπιστεύεστε και πότε όχι; Η αισθητική της μνήμης οικοδομείται μέσα από μια συνεχή πλέξη παρουσίας και απουσίας, ώσπου το σύνορο ανάμεσά τους να σβήσει στον μεσοχώρο της ψυχικής πραγματικότητας. Η σύζυγος ενός φίλου μου που πέθανε στα τριάντα του διατηρεί απεγνωσμένα τη μοναδική ηχογράφηση της φωνής του – στον τηλεφωνητή: “Δεν είμαστε στο σπίτι. Αφήστε μήνυμα.” Πέντε μέρες μετά τον θάνατό του γέννησε, και ακόμη και σήμερα παίζει σχεδόν καθημερινά στον επτάχρονο γιο τους τη φωνή του πατέρα του να λέει: «Δεν είμαστε στο σπίτι…» Είναι η φωνή μιας παρουσίας που αναγγέλλει την απουσία. Μια φωνή μνήμης που προαναγγέλλει τη λήθη. Στη Μακεδονία οι άνθρωποι ακόμη πηγαίνουν φαγητό στους νεκρούς, όταν επισκέπτονται τους τάφους τους, ως έκφραση του απόλυτου ενστίκτου των ζωντανών να διατηρούν την αίσθηση υπεροχής και ασφάλειας. Αυτή η τελετουργική παράταση του προσωπικού χρόνου των νεκρών πραγματοποιείται μέσω μιας επιλεκτικής μνήμης στιγμών της ζωής τους, που ίσως ούτε οι ίδιοι θα θυμούνταν. Έτσι γεννιέται η «κλοπή της μνήμης» – μια πρακτική που υπήρξε βασικό μέσο επιβίωσης των δικτατόρων σε αυτά τα μέρη. Ο κίνδυνος της πραγματικότητας είναι μεγαλύτερος από τον κίνδυνο της μνήμης. Οι άνθρωποι δίνουν ζωή, μέσω της μνήμης, σε ανεκπλήρωτες επιθυμίες και ονειροπολήσεις, ξεχνώντας την αφή της ζωής και τα χωρικά και χρονικά της όρια. Ο πατέρας μου θυμάται για να ζει. Τραγουδά τραγούδια από τη χρονιά της γέννησής μου, αποκαλεί τους δρόμους με ονόματα ηρώων από παλιά σχολικά βιβλία, ζητά από ταξιτζήδες να σταματήσουν μπροστά σε κτίρια που δεν υπάρχουν πια. Ακόμη θυμάται το εθνικό τηλεοπτικό κανάλι να είναι το νούμερο 1 στο τηλεχειριστήριο. Ο Gaston Bachelard λέει ότι, για να αναλύσουμε την ύπαρξή μας μέσα στην ιεραρχία της οντολογίας, είναι απαραίτητο να απο-κοινωνικοποιήσουμε τις μεγάλες μας μνήμες και να φτάσουμε στο επίπεδο των ονειροπολήσεων που έχουμε βιώσει στα βασίλεια της μοναξιάς μας. Ίσως, στις επανεπισκέψεις κοινών, προβαλλόμενων αναμνήσεων, ο πατέρας μου να αναζητά έναν τρόπο να είναι μόνος, να υφάνει τον φράχτη της κοινωνιολογικής και συναισθηματικής του ασφάλειας – γιατί μερικές φορές μου φαίνεται πως οι μνήμες του διαρκούν περισσότερο κι από τον θάνατο. Οι μνήμες του μοιάζουν μερικές φορές πιο ανθεκτικές από τον θάνατο. Φοβάμαι μια μνήμη στην οποία πιστεύουν όλοι. Στα ποιήματά σας επανέρχονται συχνά τα μοτίβα του σπιτιού, της απώλειας και της αβεβαιότητας. Πώς μεταφράζεται η έννοια του «σπιτιού» στη δομή και τη γλώσσα των ποιημάτων σας; Είναι τόπος, μνήμη ή τρόπος ομιλίας; Πώς συνυπάρχουν οι προσωπικές σας εμπειρίες με τη συλλογική μνήμη ενός έθνους; Οι άνθρωποι που αλλάζουν συχνά τόπους και δωμάτια όπου εργάζονται και ζουν αφήνουν σχεδόν πάντα ίχνη της παρουσίας τους ακόμη κι αφού φύγουν – ζάρες στα σεντόνια, μικρές καψαλισμένες τρύπες από τσιγάρα στο χαλί, που καλύπτουν τα βήματα προηγούμενων ενοίκων. Συνήθως πρόκειται για αντικείμενα ή θραύσματα που ο επόμενος ένοικος ανακαλύπτει μόνος του, πράγματα που δεν υπάγονται στους νόμους της υποχρεωτικής κληρονομιάς – συσσωρευμένη στάχτη στο τασάκι του παραθύρου, νεκρές μύγες και μαραμένα λουλούδια σε γλάστρες χωρίς καθαρό νερό και χωρίς ανθρώπινο βλέμμα. Πριν ταξιδέψω, ανοίγω τη βαλίτσα βιαστικά και η σκιά μου βρίσκεται ήδη στον πάτο της, περιμένοντας τα βιβλία και τα ρούχα. Όταν επιστρέφω, την ανοίγω αργά, όπως ανοίγει κανείς ένα σφραγισμένο φέρετρο θύματος πολέμου. Σαν να θέλω να παρατείνω τη φυγή, να αναβάλω το ανήκειν και την αναγέννηση, αυτή τη φορά χωρίς μάρτυρες. Η επιστροφή είναι μια απόπειρα ακύρωσης της μνήμης. Μια απόπειρα να σκοτώσεις τη σύγχρονη λύπη ότι έχασες κάτι που δεν έχεις ακόμη αποκτήσει. Μόλις προφέρω τη λέξη «σπίτι», ανοίγεται μπροστά μου ένα πεδίο ζεστής εσωτερικότητας. Όταν σκέφτομαι τη “κατοικία”, αποκαλύπτεται το εξωτερικό – η γεωμετρία της αυλής, η πρόσοψη που οριοθετεί τον μεταβαλλόμενο χώρο. Η δυναμική του σπιτιού καθορίζεται από τη λαχτάρα της διαρκούς επιστροφής, είτε μέσα από ανακατασκευασμένους δρόμους της παιδικής ηλικίας είτε μέσα από αναβιωμένα ένστικτα μόνιμου ανήκειν. Η Σιμόν Βέιλ λέει ότι το να έχει κανείς ρίζες είναι ίσως η πιο σημαντική και λιγότερο αναγνωρισμένη ανάγκη της ανθρώπινης ψυχής. Μόνο η επιστροφή χτίζει τα στέρεα θεμέλια του σπιτιού, σε αντίθεση με τα εύθραυστα θεμέλια της κατοικίας. Οι πρόσφυγες πρόγονοί μου άφησαν την κατοικία στην οποία ζει τώρα κάποιος άλλος, αλλά το σπίτι εγκαταλείφθηκε για πάντα, γιατί είναι ακατοίκητο για τους άλλους. Ζει κανείς σε μια κατοικία, αλλά επιστρέφει σε ένα σπίτι. Το να εγκαταλείψεις την επιστροφή σημαίνει να εγκαταλείψεις πραγματικά τον εαυτό σου.
Είστε ποιητής που ταξιδεύει – τόσο σωματικά όσο και γλωσσικά. Αν εστιάσουμε πρώτα στη φυσική μετακίνηση: μπορούν αυτά τα προσωρινά καταλύματα να ονομαστούν «σπίτι»; Ή είναι απλώς μεταβατικά δωμάτια, χώροι όπου αφήνουμε τη μυρωδιά μας ή ξεχνάμε κάλτσες; Το σπίτι είναι ένα ψυχολογικό οικοδόμημα: ο φόβος του μη ανήκειν, η πίστη στις επιστροφές που αναβάλλουν τον θάνατο, μια εστία ασφάλειας. Ακόμη και τα πιο αποστειρωμένα δωμάτια ξενοδοχείων σε υποδέχονται με ένα φλεγόμενο τζάκι στην οθόνη της τηλεόρασης, για να σε πείσουν ότι ανήκεις εδώ, παρά τους κιτς πίνακες και τα επιθετικά αποσμητικά χώρου. Σήμερα, το να είσαι στο σπίτι λέγεται απομόνωση. Σε αντίθεση με τη μυθική αναστροφή που σκοτώνει ή πετρώνει τους αγαπημένους, η επιστροφή στο εγκαταλειμμένο σπίτι το κάνει ακόμη πιο ζωντανό στη μνήμη. Εδώ και καιρό βιώνω το σπίτι ως μια δυναμική πραγματικότητα, σαν ένα δέντρο με ρίζες στον αέρα. Ωστόσο ανήκω περισσότερο στον μεσοχώρο, στα ανολοκλήρωτα σπίτια. Ζω στη Στρούμιτσα (Strumica), μια πόλη κοντά στα σύνορα με την Ελλάδα και τη Βουλγαρία, και πάντα ένιωθα πιο ασφαλής στα εκατό μέτρα ανάμεσα στις δύο μπάρες των συνόρων – έναν χώρο χωρίς μνημεία ή συνθήκες ιστορικής μνήμης. Αυτοί οι χώροι, εύστοχα ονομασμένοι «γη κανενός», θέλουν να σου πουν ότι είσαι κανένας αν τους νιώσεις δικούς σου. Το ίδιο ισχύει και για τις πόλεις. Μια πόλη αρχίζει να μας ανήκει όταν για κάθε εσωτερική μας κατάσταση βρίσκουμε μια γωνιά, μια μικρή πλατεία ή μια γέφυρα χωρίς όνομα, την οποία όλοι αρχίζουν να ονομάζουν σύμφωνα με ένα θραύσμα της καθημερινής τους ζωής ή της προσωπικής τους ιστορίας. Το να έχεις έναν τόπο να ζεις είναι διαφορετικό από το να έχεις σπίτι. Στο παρελθόν αυτός ο τόπος λεγόταν εστία – ένας χώρος που προσφέρει τη ζεστασιά της μήτρας. Η ανάγκη να αναστήσουμε μνήμες μέσω της συσσώρευσης αντικειμένων και ιστοριών μας κάνει να αντιστεκόμαστε στη μετακίνηση, όμως τόσοι εκτοπισμοί και εξορίες έχουν συμβεί στη γη μας, ώστε είναι φυσικό οι ρίζες και τα θεμέλια να έχουν μεγαλύτερη σημασία από τα φύλλα και τις στέγες. Για τον Heidegger, η κατοίκηση δεν είναι απλώς μία από τις ανθρώπινες πράξεις – είναι ουσιώδες χαρακτηριστικό της ύπαρξης. Το να κατοικείς και το να υπάρχεις είναι ένα. Προσπαθώ να χτίζω μόνο ό,τι μπορώ να εγκαταλείψω, μόνο ό,τι μπορώ να επιστρέψω, γιατί κουράστηκα να φεύγω από χώρους που δεν μου ανήκουν. Οι μεταβατικοί χώροι είναι τα αιώνια σπίτια μας. Όταν μένω εγκλωβισμένος σε έναν ανελκυστήρα ανάμεσα σε δύο ορόφους και η πόρτα δεν ανοίγει, ο χώρος διαστέλλεται με την παλίρροια των αναμνήσεων. Οι μεταβατικοί χώροι σου δίνουν το αίσθημα ότι ανήκεις παντού και πουθενά – προνόμιο μόνο του αόρατου: του αέρα ή των θεών. Κάθε φορά που ταξιδεύω, η σκιά μου χαράζει τα ασφαλή όρια του μεσοχώρου, παρότι ο μόνος πραγματικά ασφαλής χώρος είναι εκείνος που δεν έχουμε ακόμη κατοικήσει.
Ποια είναι η εμπειρία του ταξιδιού μέσα στη γλώσσα; Πώς βλέπετε τα ποιήματά σας σε άλλες γλώσσες; Τι είναι για εσάς μια καλή μετάφραση; Για έναν ποιητή, η γλώσσα είναι ένα σώμα μέσα στο οποίο νιώθει όλες τις απολαύσεις και τους περιορισμούς, όλο τον πόνο και τις προσωρινές εξαφανίσεις. Το να σκέφτεσαι είναι να μεταφράζεις τη λαχτάρα σε αλήθεια· το να θυμάσαι είναι να μεταφράζεις τον χρόνο από διατηρημένο σε προσωπικό· το να ονειρεύεσαι είναι να μεταφράζεις ό,τι δεν είδαμε σε ό,τι δεν θα δούμε ποτέ· το να είσαι πρόσφυγας είναι να μεταφράζεις ένα σπίτι σε κάτι που δεν θα γίνει ποτέ σπίτι. Η μετάφραση είναι τελετουργία, γιατί επαναλαμβάνει κάτι που θα συνεχίσει να επαναλαμβάνεται. Στα τελετουργικά δεν υπάρχουν απώλειες ή κέρδη, μόνο ανακατασκευές πραγματικοτήτων και ημι-ονείρων. Με την πράξη της μετάφρασης δεν χάνεται τίποτα – αλλά με την κακή μετάφραση χάνουμε τα πάντα, κυρίως τη σιωπή του ποιήματος. Ο μεταφραστής ξαναγράφει ό,τι δεν πρόλαβε να πει, ενώ ο συγγραφέας γράφει ό,τι δεν πρόλαβε να κρατήσει σιωπηλό. Υπάρχουν ποιήματα στα οποία αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας χωρίς να τα έχουμε γράψει, όπως υπάρχουν πόλεις στις οποίες έχουμε φανταστεί τον εαυτό μας πριν ακόμη ταξιδέψουμε εκεί. Ο μεταφραστής είναι ένας σιωπηλός αποδομητής, ο νυχτερινός φύλακας των γεφυρών της διαφοράς και της κατανόησης. Έχω μεταφράσει πολλούς συγγραφείς στα Μακεδονικά από τα Αγγλικά και από διάφορες Σλαβικές γλώσσες, και πάντα έχω αγωνιστεί ενάντια στην χειρουργική ακρίβεια των λεξικών που κατατάσσουν τις λέξεις με βάση τη συχνότητα χρήσης τους και όχι με βάση την ένταση του βάθους τους ή την ανεξέλεγκτη φύση τους. Όταν η ποίησή μου μεταφράζεται σε γλώσσες που μου είναι εντελώς άγνωστες, βλέπω ολόκληρη τη διαδικασία ως μετάφραση των λέξεων σε έναν πολιτισμικό παλίμψηστο που δεν ανήκει σε κανένα κράτος ή εθνική λογοτεχνία. Μετακινούμενοι από ένα σπίτι σε άλλο, μεταφράζουμε τον εαυτό μας από μια αβεβαιότητα σε μια άλλη, από μια πίστη σε μια άλλη. Η γλώσσα στην οποία γράφω μιλιέται μόνο από δύο εκατομμύρια ανθρώπους που μεταναστεύουν κάθε μέρα αναζητώντας ένα ασφαλές σπίτι, τοποθετώντας τις μνήμες τους στους νέους χώρους πριν από τα έπιπλα. Ο Mandelstam γράφει ότι η αποκήρυξη της γλώσσας ισοδυναμεί με αποκήρυξη της ιστορίας. Σε εκείνο τον πανικό του φόβου της εξαφάνισης, πολλά έθνη στα Βαλκάνια στράφηκαν στην ιστορία, η οποία τους προσέφερε ευρυχωρία και εύθραυστη πραγματικότητα. Η ποίηση χτίστηκε πάνω στην αισθητική της εξαφάνισης του Virilio και τρεφόταν από τις ρίζες όσων λέγονταν και δεν είχαν ακόμη γραφτεί. Στα Βαλκάνια, ήμασταν μαζί στον πόλεμο και μόνοι στην ποίηση. Ο Czesław Miłosz σκεφτόταν τη γλώσσα ως πραγματικό σπίτι. Θα ήθελα να μιλήσω για το σπίτι ως γλώσσα. Σήμερα, τόσο η αλλαγή των σπιτιών όσο και ο φόβος της απώλειας των θεμελίων της ύπαρξης γεννούν την ανάγκη να διατηρήσουμε τη γλώσσα. Κάποιες φορές οι λέξεις χάνoνται σε νέες γλωσσικές περιοχές, σαν ένα περίεργο παιδί που χάνεται στα περίχωρα. Ένας μεγάλος αριθμός «σημαντικών ποιημάτων» με ιδεολογικό υπόβαθρο χάνεται τη στιγμή που μεταφράζεται, αποκαλύπτοντας έτσι τις ιδιότητες που τους είχαν επιβληθεί από το κράτος. Συνεπώς, η μετάφραση δεν καταλαμβάνει νέους χώρους, αλλά τους αποκαλύπτει.
Στο έργο σας υπάρχει πολλή σιωπή. Έχετε πει ότι η σιωπή, ως απλή απουσία λέξεων, σας φοβίζει. Τι σημαίνει τελικά η σιωπή για εσάς; Μπορεί κανείς να τη βρει και να την ακούσει στον κόσμο όπου ζούμε; Μεγάλωσα σε ένα συνοριακό πέρασμα ανάμεσα σε τρεις χώρες, ανάμεσα σε σημαίες σκισμένες από τον άνεμο και κληρονομημένα μίση. Η σιωπή του φόβου ήταν πιο δυνατή στα σύνορα, όπου διεξαγόταν ένας εναέριος πόλεμος ανάμεσα σε διαφορετικούς κρατικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς. Στο Παρίσι, το σπίτι μου ήταν το αρχιτεκτονικό συγκρότημα των Récollets – σήμερα καταφύγιο συγγραφέων και ερευνητών, πριν από τέσσερις αιώνες μοναστήρι, πριν από διακόσια χρόνια κατάλυμα ανιάτων και στο τέλος του 19ου αιώνα στρατιωτικό νοσοκομείο. Σε ποια γλώσσα ορκίζονταν οι μοναχοί σιωπή και σε ποια γλώσσα ικέτευαν οι τραυματισμένοι στρατιώτες τους γιατρούς ή τον Θεό; Η σιωπή δεν είναι η απουσία λέξεων, αλλά μια μακρά προσπάθεια να ειπωθεί κάτι. Η δημιουργική σιωπή είναι ένας παρατεταμένος διάλογος με την ευθραυστότητα του κόσμου. Ο Arvo Pärt μού ανέφερε ότι συνέθεσε το Für Alina έπειτα από μια περίοδο αρκετών ετών απόλυτης συγγραφικής σιωπής – ίσως για να με παρηγορήσει για τη δική μου δημιουργική σιωπή, την οποία αντικατέστησα με μεταφράσεις ποιημάτων άλλων. Ποτέ δεν πίστεψα ότι η υπομονή είναι παθητικότητα ή αναβολή της ουσίας, όπως ακριβώς η σιωπή δεν είναι η σκοτεινή σκιά των λέξεων. Η σιωπή διαστέλλει τον χώρο, αναγκάζοντάς με να ξυπνώ μέσα στον θόρυβο των νοσοκομείων, των πλατειών γεμάτων διαδηλωτές, τουρίστες και σιντριβάνια με άκυρα νομίσματα. Μου επιτρέπει να ακούω τα βήματα του γιου μου ακόμη κι όταν κοιμάται, να ακούω το υπομονετικό τικ-τακ του χρόνου στο ρολόι του τοίχου ή στο στήθος μου.
Έχετε γράψει τον στίχο: «Δεν υπάρχει σιωπή σε αυτόν τον κόσμο». Υπάρχει λοιπόν ακόμη χώρος για ποίηση σε έναν κόσμο χωρίς σιωπή; Οι γνωστές λέξεις είναι σαν αντιγραμμένοι χάρτες του ανήκειν ή σαν κληρονομημένες και ποτέ επιβεβαιωμένες ιστορικές αλήθειες. Μέσα σε αυτή τη διαδικασία ερμηνείας λέξεων και ιστοριών, θεωρώ τη σιωπή μια παγκόσμια γλώσσα – αν και πλέον δεν μπορεί να βρεθεί ούτε καν σε μέρη όπως οι τάφοι, όπου οι άνθρωποι μιλούν δυνατά για όσους δεν έχουν πια φωνή. Όταν νομίζεις ότι βρίσκεσαι σε έναν χώρο απόλυτης σιωπής, άνοιξε το ραδιόφωνο: θα ακούσεις όλους τους ίδιους θορύβους του κόσμου, παρότι προέρχονται από εκατοντάδες διαφορετικές γλώσσες. «Η τέχνη της εποχής μας είναι θορυβώδης από εκκλήσεις για σιωπή», λέει η Susan Sontag. Η ποίηση είναι μια εκκωφαντική σιωπή που δεν αλλάζει τον κόσμο, αλλά τον χτίζει.
Σε ένα σύντομο δοκίμιο με τίτλο «Αναδημιουργώντας την πέτρα από την πέτρα», λέτε ότι είναι καλύτερο να ρωτά κανείς έναν ποιητή τι θα ξεχάσει παρά τι θα γράψει. Ξεχνάτε συχνά; Και για να κλείσουμε με τη δική σας ερώτηση: τι θα ξεχάσετε στη συνέχεια; Ξεχνώ για να μπορώ να επιστρέφω. Θα ήθελα να ξεχάσω τους στίχους που ξέρω απ’ έξω, ώστε να μπορέσω να τους γράψω αλλιώς. Ξεχνώ να κλειδώσω τις πόρτες των δωματίων ξενοδοχείων και των λογοτεχνικών κατοικιών, πιστεύοντας ότι ένα κομμάτι μου εξακολουθεί να κάθεται στην καρέκλα μπροστά στο τραπέζι γεμάτο σκορπισμένα βιβλία και σκιές. Πρέπει να γράφει κανείς για να δικαιολογεί τη λήθη. Δεν μπορώ να αποκαλέσω τον εαυτό μου αληθινό νομάδα, γιατί πιο συχνά φέρνω κάτι πίσω από τα ταξίδια παρά αφήνω κάτι πίσω – έστω κι αν είναι σκόνη στα παπούτσια μου ή εκατοντάδες αχρησιμοποίητες φωτογραφίες. Παρ’ όλα αυτά, σε εγκαταλειμμένα δωμάτια ξενοδοχείων ή σε λογοτεχνικές κατοικίες, ξεχνώ ένα βιβλίο ή μια ομπρέλα, πιστεύοντας ότι κάποιος θα το εκλάβει ως σημάδι παρουσίας και όχι απλώς ως αφηρημάδα ενός ποιητή. Οι μεγαλύτεροι έμποροι της λήθης είναι οι αντιγραφείς των πεπρωμένων – οι δικτάτορες, οι μηχανικοί της ανθρώπινης ζωής. Ο φόβος της λήθης μάς επιστρέφει στην παιδική ηλικία, στην πηγή της σκέψης μας, όπως επιστρέφουμε διστακτικά να ελέγξουμε αν σβήσαμε τα φώτα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να εμπιστευόμαστε άκριτα τις παλιές αφηγήσεις και τους κληρονομημένους μύθους· «εμπεριέχουν μεγάλο κίνδυνο, είναι βόμβες που πρέπει να απενεργοποιηθούν», όπως λέει ο Zagajewski. Πρέπει να ζούμε ανάμεσα στην κριτική μνήμη του παρόντος και στη διακεκομμένη λήθη των μύθων. Εκείνοι που επιβάλλουν τη λήθη και προσφέρουν μύθους ως αμετάβλητες αλήθειες φοβούνται περισσότερο τον θάνατο. Ένα σύμπτωμα της ασθένειας που βίωσα – και εξακολουθώ να βιώνω – είναι η λήθη των γεγονότων, που όμως με ανάγκασε να θυμάμαι ατμόσφαιρες και αισθήματα, να δημιουργώ νέα σπίτια της πραγματικότητας από θραύσματα και μακρινές αλήθειες. Συχνά αποδίδουμε στη λήθη αποκαλυπτικές ιδιότητες. Όταν οι γονείς μας ξεχνούν το όνομά μας ή ξεχνούν τον δρόμο για το σπίτι, νομίζουμε ότι πεθαίνουν σιγά-σιγά, ενώ στην πραγματικότητα αρχίζουν μια νέα ζωή. Ο φόβος του θανάτου εξαφανίζεται μαζί με τη λήθη.
*Η Anja Grmovšek Drab (1993) είναι η επιμελήτρια της ευρωπαϊκής πλατφόρμας ποίησης Versopolis και εκτελεστική επιμελήτρια της AirBeletrina. Κατέχει μεταπτυχιακό στη σύγχρονη σλοβενική ποίηση από τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου της Λιουμπλιάνα. Το 2024, εκδόθηκε η πρώτη της συλλογή ποιημάτων Prepovedani položaj από τις εκδόσεις LUD Literatura.
Επιμέλεια γλώσσας από τη Fiona Thompson
Το πρότζεκτ Στο Μπαλκόνι των Βαλκανίων, που φιλοξενείται στη διαδικτυακή πύλη AirBeletrina, επιδιώκει να προωθήσει τον διαπολιτισμικό διάλογο και να ενισχύσει τη συνεργασία μεταξύ καλλιτεχνών, θεσμών και χωρών της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Δεν βασίζεται στη νοσταλγία ούτε επικεντρώνεται στο παρελθόν, αλλά εστιάζει στις παρούσες πραγματικότητες και, πάνω απ’ όλα, αποσκοπεί στο να προβληματιστεί για το μέλλον, καθώς επιδιώκει να συμβάλει στην όσο το δυνατόν πιο επιτυχημένη ανάπτυξη της περιοχής. Το έργο πραγματοποιείται με την υποστήριξη του Υπουργείου Εξωτερικών και Ευρωπαϊκών Υποθέσεων της Δημοκρατίας της Σλοβενίας.