Louise Michel, Επιστρέφουμε…

Ο χρόνος, οι μέρες, τα χρόνια θα περάσουν!
Το γρασίδι θα φυτρώσει στους νεκρούς!!!
Αυτό που γεννιέται σήμερα θα τελειώσει τις μέρες του·
Τα πλοία δεν θα επιστρέψουν στο λιμάνι
Οι σκοτεινές νύχτες θα περάσουν,
τα ψηλά βουνά θα γίνουν σκόνη,
τα κελιά, οι τάφοι,
θα περάσουν σαν τα κύματα
αλλά, εκτός νόμου ή νεκρός,
Επιστρέφουμε.
Θα επιστρέψουμε σε πολλούς αριθμούς.
Θα επιστρέψουμε μέχρι το τέλος,
σαν εκδικητικά φαντάσματα που ξεσηκώνονται από τις σκιές,
θα σφίξουμε πάλι τις γροθιές.
Μερικοί με τα χλωμά πουλόβερ τους,
άλλοι ακόμα αιμορραγούν,
εξοργισμένοι κάτω από κόκκινες σημαίες
οι τρύπες από σφαίρες στα πλευρά τους.
Τελείωσαν όλα!
Οι δυνατοί, οι γενναίοι,
είστε όλοι κάτω ω φίλοι μου,
Και οι σκλάβοι, οι προδότες και οι ελεεινοί ήδη σέρνονται μέσα.
μα χθες, σε ονειρεύτηκα,
αδέλφια μου,
γιοι των νικητών,
άγριοι και γενναίοι καθώς οι πατέρες μας παρέλασαν,
με τη Μασσαλία στα μάτια.
Αδελφοί, σε τέτοια απίστευτη διαμάχη,
Αγάπησα το φλεγόμενο θάρρος σου,
κάτω από το όπλο που βρυχάται και βροντερό,
με κόκκινες σημαίες να φλέγονται στον άνεμο
Θα επιστρέψουμε μέχρι τέλους
Επιστρέφουμε…

Φυλακή Βερσαλλιών, 8 Σεπτεμβρίου 1871.

Γιώργος Κοζίας, Το αιματοβαμμένο ποίημα

Βασιλεύς προδοτών, μισητός στον θεό
και στους ανθρώπους
Καταδικασμένος στην πυρά
από την Ιερά Σύγκλητο των Ναζωραίων

Εγώ ειμί άφρων, έκλυτος, συνουσιαζόμενος
Πιστός γιός της Βίας και του Πόθου

Ω, αιματοβαμμένο ποίημα, σε στέλνω
στον αντρειωμένο Σιγισμούνδο Μαλατέστα
για να τον ξαναδώ να μάχεται
με μόνη συντροφιά το έμπιστο στιλέτο του

Σε στέλνω στην ταραχή της Ρώμης
στην παρακμή της Λόντρας
και στην εξάντληση του Παρισιού
Σε στέλνω με τα όπλα της τιμής
ενάντια σε φαύλους
σε προπαγανδιστές, σε καιροσκόπους

Κι άλλον τρόπο δεν έχω
εγώ ο Σιγισμούνδος ο μελαγχολικός
μες στην σατανική εντιμότητα των μαζών
μιαν ελπίδα ψάχνω στην όψη και στην κόψη
μιαν ελπίδα σαν την ροδοκόκκινη λεπίδα των τρελών.

*Από τη συλλογή “Εξάγγελος”, Εκδόσεις Περισπωμένη, 2021.

Λίνα Φούντογλου, Δύο ποιήματα

Παλάμες πιο κρύες απ’ τον ωκεανό 
μάτια ασάλευτα σαν ναυτικού 
ατμόσφαιρα διάτρητη από χιλιάδες πεσόντες αστέρες 
όνειρα 
πειρατές 
όλα πολύ βαριά για το μικρό μου καράβι 

είδα στον ύπνο μου την αδερφή σου 
τη ρώτησα για σένα 
έκανε πως δεν άκουσε 
ήταν πολύ όμορφη στα μάτια, στη μύτη, στο δέσιμο του προσώπου 
ήθελα να τη φιλήσω 
σου έμοιαζε τόσο πολύ 

η ταραχή ξερνάει μνήμες 
ένα γλαρόπουλο κολύμπησε ώσπου πνίγηκε 
«αν ήμουν έντομο 
θα είχα στο μυαλό μόνο το χώμα» 

τα κύματα καβάλησαν την πλώρη μου 
γελάω 
η στεριά κοντά 
μα λίγο πριν πεθάνω

*

Στα ρηχά οι άνθρωποι 
κολυμπούν με τα γόνατα, με τους αγκώνες 
γύρω από τον εαυτό τους κάνουνε στροφές 
δεν έχουν οι άνθρωποι άλλον πιο κοντά 

στο βρομόνερο μουλιάζουν την οργή τους 
τον φθόνο 
βαφτίζουνε 
τον απερίγραπτό τους φόβο 

μούχλιασε το νερό σαν το ψωμί τους
μαλάκωσαν οι κοφτερές γωνίες του μυαλού
πρήστηκαν οι κοιλιές
μελάνιασαν τα χείλη τους 

      ήταν φαίνεται από καιρό νεκροί

“Από τη συλλογή “Αυτοχειρία σε χρόνο εξακολουθητικό”, Εκδόσεις Σμίλη, Αθήνα, Δεκέμβριος 2024.

Δημήτρης Γλυφός, Μάθε παιδί μου ράμματα

έχουμε ακόμα το αίμα στα χέρια μας
κι ας
λένε ότι δεν είναι δικό μας
μ α ς α ν ή κ ε ι
μ α ς α ν ή κ ε ι
μ α ς α ν ή κ ε ι
με αυτό θα βάψουμε τα μάγουλά μας
σπάζοντας τους κουμπαράδες των παιδιών μας
να εξυπηρετήσουμε δάνεια
κρύβοντας τη μοναξιά σφιχτά στο παντελόνι
πουλώντας τα χρυσαφικά της πεθαμένης θείας
θα αφήσουμε
τα γένια μας να μεγαλώσουν
τα δάκρυά μας στους σταθμούς και στα λιμάνια
θα περάσουμε
μέσα από τη φωτιά
με μόνο σκοπό να ξεχωρίσουμε στο σκοτάδι τις σκιές

*Από τη συλλογή “Ο θόρυβος των γεγονότων”, Εκδόσεις Κυψέλη, 2024.

Κωστής Τριανταφύλλου, γιατί ξεχάσατε;

γιατί αφήνετε τη ζωή
να γλιστράει μέσα απ´ τα χέρια σας;
για μια φτηνή επιβίωση
που γρήγορα εξαντλείται κι αυτή!

μεταμφιεσμένοι δικτάτορες
αναδύονται από χώρα σε χώρα
πάλι με ψηφοφόρους που τους ανεβάζουν
και λαούς που τους ακολουθούν

προσοχή
καραδοκούν κι άλλες καταστροφές
γενοκτονίες, σφαγές, πόλεμοι

ο μισός πλανήτης φοβάται την ελευθερία
που ο άλλος μισός δεν γνώρισε
φοβούνται τις γυναίκες και τον ίδιο τους τον εαυτό
που τον παραδίδουν αμετάκλητα στο τίποτα
ζώντας στα μέτρα του

εσείς όμως,
γιατί ξεχάσατε τους γηγενείς πληθυσμούς της Αμερικής, της Αυστραλίας, της Αφρικής…
τους Πόντιους, τους Αρμένιους, τους Εβραίους, τους Κούρδους,…
τους βασανισμένους λαούς της Ελλάδας, της Ισπανίας, της Πορτογαλίας, της Αλγερίας, της Παλαιστίνης, του Σουδάν, του Ιράκ, του Ιράν,…;

πάλι ο φασισμός δείχνει τα δόντια του
σε Αμερική, Ευρώπη, Ρωσία, Αφρική κι Ασία

παρακαλώ να μην ξεχάστε
μην τον αφήστε να ξανάρθει

Αθήνα τέλος του 2024

Ανδρέας Αγγελάκης (1940-1991), Η εξουθένωση

Απ’ όλα τα γραφτά του Δάσκαλου, θυμηθείτε τις
ιερογλυφικές του
εξομολογήσεις, όπου ξεσπάει πια και κατακομματιάζει τη
μάσκα του
με μάτι τρελού, γεμάτος τρόμο, απόγνωση:
«Βοήθεια, χάνομαι, τι θ’ απογίνει πια μ’ εμένανε;»
ή «Ξύπνησα το πρωί, Τρόμος! Τρόμος!»
ή εκείνος ο εξαθλιωμένος του ναρκισσισμός
μπροστά στο καθρεφτάκι του με την εκδίκηση του πρωινού
φωτός
«Είμαι χλωμός και άσχημος, ενώ τις τρεις πρώτες ημέρες
άνθρωποι με συνεχαίροντο για την τόσο καλή μου όψη».
5 Αυγούστου 1897.
Παρακάμπτω τη δυσκολία του ν’ αποφασίσουμε
αν εννοείται σαν αιτία ο αλκοολισμός,
ο αυνανισμός ή ο ομοσεξουαλισμός του –
μετά από κάποια κραιπάλη του σ’ ένα maison de passe (Rue
Mosque Attarine…)
που αφού κυλίστηκε στα βρώμικα σεντόνια ενός
νοικιασμένου κρεβατιού
οληνύχτα με κάποιο ισχνό και κουρασμένο αγόρι,
νιώθει το αδιέξοδο της ζωής που τόνε περιμένει:
αλλάζει τίποτα αν ο ένας πιστεύει αυτό
ή άλλοι έχουν πεισθεί για τ’ άλλο;
Εκείνο που κρατάμε ωστόσο είναι η κραυγή,
η ακατέργαστη, αφτιασίδωτη απελπισία,
ένα πρόσωπο που αρχίζει να ρυτιδιάζει
λίγο πριν βάλει τα ψιμύθια της παράστασής του,
η κραυγή του μαδημένου παγωνιού
που εκλιπαρεί βοήθεια, ξέροντας πολύ καλά πως δεν υπάρχει
πουθενά.
Αυτή η κραυγή στ’ αυτιά μας, ίδια πάντα…

*Από τη συλλογή «Καβάφης καθ’ οδόν – Δέκα φαντασιώσεις πάνω στον Καβάφη», Εκδόσεις Καστανιώτη, 1984.

Φρανσουὰ Βιγιὸν (Παρίσι, 1431 – 1463 [χάνονται τὰ ἴχνη του])

Ἀριστερά, αὐτοπροσωπογραφία τοῦ Κώστα Καρυωτάκη δημοσιευμένη στὸ ἐξώφυλλο τοῦ περιοδικοῦ «Ἕσπερος» τῆς Σύρου, τὸν Ἰούλιο τοῦ 1923. Ὁ ποιητὴς συνεργάστηκε μὲ τὸν «Ἕσπερο» ἀπὸ τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1922 ἕως καὶ τὸν Αὔγουστο τοῦ 1923, δημοσιεύοντας συνολικὰ ἕξι ποιήματα. Δεξιά, ὁ Φρανσουὰ Βιγιὸν (Παρίσι, 1489 / ἄγνωστου καλλιτέχνη).

«Μπαλλάντα τῶν κυριῶν τοῦ παλαιοῦ καιροῦ» / μτφρ.: Κώστας Καρυωτάκης

Πέστε μου ποῦ, σὲ ποιὸ μέρος τῆς γῆς,
εἶναι ἡ Φλώρα, ἡ ὡραία ἀπὸ τή Ρώμη
ἡ Ἀλκιβιάδα, κ’ ὕστερα ἡ Θαΐς,
ἡ ξαδέλφη της μὲ τὴ χρυσὴ κόμη;
Ἠχὼ ἁπαλή, σκιὰ σὲ λίμνη, τρόμοι
τῶν φύλλων, ροδοσύννεφα πρωινά,
ἡ ἐμορφιὰ τους δὲν ἔδυσεν ἀκόμη.
Μὰ ποὖναι τὰ χιόνια τἀλλοτινά;
Ποὖναι ἡ ἀγνὴ καὶ φρόνιμη Ἑλλοΐς;
Γι’ αὐτὴν εἶχε τότε καλογερέψει
ὁ Πέτρος Ἀμπαγιάρ. Ἄλλος κανεὶς
ὅμοια στὸν ἔρωτα δὲ θὰ δουλέψη.
Κ’ ἡ βασίλισσα ποὺ ἔκαμε τὴ σκέψη
κ’ ἔριξε στὸ Σηκουάνα, ἀληθινά,
τὸ σοφὸ Μπουριντὰν γιὰ νὰ μουσκέψη;
Μὰ ποὖναι τὰ χιόνια τἀλλοτινά;
Ἡ ρήγισα Λευκή, ρόδον αὐγῆς,
μὲ τὴ φωνή της τὴ γλυκὰ ἀκουσμένη,
ἡ Βέρθα, ἡ Βεατρίκη, ἡ Ἀρεμβουργὶς
τοῦ Μαίν, ἡ Σπαρτιάτισα ἡ Ἑλένη,
κ’ ἡ καλὴ Ἰωάννα ἀπὸ τὴ Λορραίνη,
ὅλες ἀνοίξεως ὄνειρα τερπνά,
ἡ ἀνάμνησή τους ζωηρὴ ἀπομένει.
Μὰ ποὖναι τὰ χιόνια τἀλλοτινά;
Πρίγκιψ, ἂν τὶς ἀναζητεῖτε τώρα,
τάχα θὰ τὶς εὕρετε πουθενά,
τάχα θὰ ὑπάρχουν σὲ καμμιὰ χώρα;
Μὰ ποὖναι τὰ χιόνια τἀλλοτινά;
*
Κώστας Καρυωτάκης (Τρίπολη, 1896 – Πρέβεζα, 1928) / «Νηπενθὴ» (1921)


«Μπαλάντα στοὺς ἄδοξους ποιητὲς τῶν αἰώνων»

Ἀπὸ θεοὺς καὶ ἀνθρώπους μισημένοι,
σὰν ἄρχοντες ποὺ ἐξέπεσαν πικροί,
μαραίνονται οἱ Βερλὲν· τοὺς ἀπομένει
πλοῦτος ἡ ρίμα πλούσια καὶ ἀργυρή.
Οἱ Οὐγκὸ μὲ «Τιμωρίες» τὴν τρομερή
τῶν Ὀλυμπίων ἐκδίκηση μεθοῦνε.
Μὰ ἐγὼ θὰ γράψω μιὰ λυπητερή
μπαλάντα στοὺς ποιητὲς ἄδοξοι πού ’ναί.
Ἂν ἔζησαν οἱ Πόε δυστυχισμένοι,
καὶ ἂν οἱ Μποντλὲρ ἐζήσανε νεκροί,
ἡ Ἀθανασία τοὺς εἶναι χαρισμένη.
Κανένας ὅμως δὲν ἀνιστορεῖ
καὶ τὸ ἔρεβος ἐσκέπασε βαρύ
τοὺς στιχουργοὺς ποὺ ἀνάξια στιχουργοῦνε.
Μὰ ἐγὼ σὰν προσφορὰ κάνω ἱερή
μπαλάντα στοὺς ποιητὲς ἄδοξοι πού ’ναί.
Τοῦ κόσμου ἡ καταφρόνια τοὺς βαραίνει
κι αὐτοὶ περνοῦνε ἀλύγιστοι καὶ ὠχροί,
στὴν τραγικὴν ἀπάτη τους δοσμένοι
πὼς κάπου πέρα ἡ Δόξα καρτερεῖ,
παρθένα βαθυστόχαστα ἱλαρή.
Μὰ ξέροντας πὼς ὅλοι τοὺς ξεχνοῦνε,
νοσταλγικὰ ἐγὼ κλαίω τὴ θλιβερή
μπαλάντα στοὺς ποιητὲς ἄδοξοι πού ’ναί.
Καὶ κάποτε οἱ μελλούμενοι καιροί:
«Ποιός ἄδοξος ποιητὴς» θέλω νὰ ποῦνε
«τὴν ἔγραψε μιὰν ἔτσι πενιχρή
μπαλάντα στοὺς ποιητὲς ἄδοξοι πού ’ναί;»

Για το «Λευκόσελευκό» της Ατένα Φαρροχζάντ 

Φωτογραφία: William Gedney

Γράφει η Μαριάννα Πλιάκου*

Athena Farrokhzad, Λευκόσελευκό, μτφρ. Αντώνης Μπογαδάκης, εκδ. Αντίποδες, Αθήνα 2016.

Το Λευκόσελευκό της Ατένα Φαρροχζάντ (2013), στην ευαίσθητη μετάφραση του Αντώνη Μπογαδάκη (Αντίποδες, 2016), εντάσσεται στη δυναμικά αναπτυσσόμενη νεωτερική πολιτική λογοτεχνία (και, πιο συγκεκριμένα, αυτή της διασποράς). Ανισότητα, ταξικές διακρίσεις, ρατσισμός, φτώχεια, ιδεοληψίες, μετανάστευση και προσφυγια είναι κάποια από τα θέματα που φαίνεται να απασχολούν νέους δημιουργούς (λ.χ. Kate Tempest, Yahya Hassan, Ari Banias). Νέα δημιουργός και η ίδια, στο Λευκόσελευκό, που γνωρίζει ήδη πολλές εγκωμιαστικές κριτικές και μεταφράσεις, δεν μασάει τα λόγια της: παρουσιάζει την οικογένειά της, μία οικογένεια που έρχεται από τη βία του πολέμου και του θανάτου στη βία της εξορίας και του ρατσισμού. Η εμπειρία που μεταφέρει, φυσικά (και δυστυχώς), δεν αφορά μόνο τις ιδιαίτερες συνθήκες της (μετάβαση από το Ιράν στη Σουηδία), αλλά περιγράφει το γενικότερο πλαίσιο και τα προβλήματα της προσφυγιάς και μετανάστευσης (χωρίς γεωγραφικό ή χρονικό περιορισμό).

Το κείμενο, έντονα θεατρικό (καθόλου τυχαίο ότι ανέβηκε στο θέατρο), αποτελείται από έξι χαρακτήρες που περιγράφουν (αποφθευγματικά και σχεδόν διδακτικά) την εμπειρία της μετάβασης και της νέας χώρας.

«Η μητέρα μου είπε στον αδερφό μου: Να προσέχεις τους ξένους
Να θυμάσαι πουθενά δεν έχεις να γυρίσεις
αν κάποτε γίνουν εχθρικοί»
«Ο πατέρας μου είπε: Ο αδερφός σου ξύρισε τα γένια του
πριν καλά καλά φυτρώσουν
Ο αδερφός σου είδε το πρόσωπο του τρομοκράτη στον καθρέφτη
και ζήτησε ένα ισιωτήρα μαλλιών για δώρο Χριστουγέννων»
«Ο πατέρας μου είπε: Δουλειά για τους άνεργους
μισθούς για τους άμισθους
χαρτιά για τους χωρίς χαρτιά
κι έναν πατέρα για σένα»

Εθνικά και θρησκευτικά στερεότυπα, περιθωριοποίηση και σκληρότητα, κοινωνική αδικία και διακρίσεις, και η συνεχής επίπονη προσπάθεια του ατόμου να βρει τη θέση του στη (νέα) κοινωνία. Η ποιήτρια χωρίς ψευδαισθήσεις, ευγένειες και στρογγυλέματα ξεστομίζει το βιωματικό χάος και την ένταση της μετάβασης της δικής της οικογένειας.

Μαζί, και νομίζω εξίσου σημαντικά, η αυτοβιογραφικότητα του κειμένου (με τις ιδιαιτερότητες και την προβληματική που αυτή συνεπάγεται) και συγκεκριμένα ο τρόπος με τον οποίο η δημιουργός την χειρίζεται, το κάνει ακόμα πιο ενδιαφέρον. Συγκεκριμένα, η Φαρροχζάντ “παίζει” με την ειλικρίνεια του λόγου της (και κατ’ επέκταση των χαρακτήρων), παρουσιάζοντας και μαζί αναιρώντας (άρα, μη αυθεντικοποιώντας) την αλήθεια της συλλογικής τους μνήμης.

«Ο πατέρας μου είπε: Τίνος πατέρας είναι αυτός που περιγράφεις
Η μητέρα μου είπε: Τίνος μητέρα είναι αυτή που περιγράφεις
Ο αδερφός μου είπε: Σε τίνος τον αδερφό αναφέρεσαι»
«Η μητέρα μου είπε: Γράψ’ το έτσι
Μητέρες και γλώσσες μοιάζουν μεταξύ τους
ψεύδονται ασταμάτητα για όλα»

Αυτή η συνείδηση της προβληματικής (και, συχνά, παραμορφωτικής) μνήμης και το ξεμπρόστιασμά της από την ποιήτρια καλούν τον αναγνώστη να είναι προσεκτικός και υπεύθυνος, να μη δέχεται ό,τι διαβάσει ως απαραίτητα (ή απόλυτα) αληθινό. Μία γενναία κι ευφυής επιλογή.

Τέλος, κανείς οφείλει να αναφερθεί στην ευαισθησία και την αμεσότητα της μετάφρασης του Αντώνη Μπογαδάκη ο οποίος καταφέρνει να μεταφέρει το ζωντανό, δραματικό λόγο και την ορμή του κειμένου. Κατόρθωμα διόλου μικρό.

Τελικά, ένα εξαιρετικό ανάγνωσμα, ένα βιβλίο που πάει τον αναγνώστη πιο πέρα, πιο ψηλά.

*Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ: https://frear.gr/?p=21250&fbclid=IwZXh0bgNhZW0CMTAAAR0joCV1e8t7DjMBr-SKPkY6GC6J7jnX1xDz1UvGQa3NjKWxXbUWU3mKctI_aem_bzdVV1wHbbUShltb2bpw2Q

Cesare Pavese, Κι η νύχτα ακόμα σου μοιάζει

Κι η νύχτα ακόμα σου μοιάζει,
η νύχτα η απόμακρη που κλαίει
βουβή, πίσω απ’ της καρδιάς τα βάθη,
ενώ διαβαίνουν τ’ άστρα κατάκοπα.
Μάγουλο ακουμπάει σε μάγουλο –
ρίγος και ψύχος, και κάποιος
χτυπιέται και σε ικετεύει, μόνος,
χαμένος μέσα σου, στον πυρετό σου μέσα.
Η νύχτα ανέχεται και επιθυμεί το χάραμα·
ταλαίπωρη καρδιά, στιγμή
δεν σταματάς το σκίρτημά σου.
Ω όψη κλειστή, αδημονία σκοτεινή,
ω πυρετέ που λυπάσαι για τ’ αστέρια,
υπάρχει κι άλλος ένας σαν κι εσένα
που παρακολουθεί το χάραμα,
σαν εξετάζει σιωπηλός την όψη σου.
Κάμπος είσαι στη νύχτα μέσα
και σάμπως ορίζοντας νεκρός και κλεισμένος.
Ταλαίπωρη καρδιά,
κάποια μέρα μακρινή ήσουν εσύ το χάραμα.

*Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Αντώνης Γκίκας (1950-1986), Δύο ποιήματα

Ποιητική επιστολή στην Κατερίνα Ν. Θεοφίλη

Επικίνδυνε αναγνώστη
νοιώθω τόσο παράξενα απόψε,
άδειος
γεμάτος αντιφάσεις και ήρεμες συγκρούσεις,
αισιόδοξα απελπισμένος
και οπλισμένος με ευφορία ανεξήγητη
θωράκιση πεσιμισμού μ’ ακάλυπτες αχίλλειες φτέρνες.
Επικίνδυνε αναγνώστη
απόψε συνειδητοποιώ πιο τραγικά και πιο απλά παρά ποτέ
ότι ο έρωτας, η φιλία, η αγάπη υπάρχουν, ναι.
Μα όχι σ’ αυτή τη διάσταση
όχι σ’ αυτή τη διάσπαση του ατόμου σε σώματα πνεύματα και άυλες ψυχές.
Στα πέρατα της οικουμένης ψάχνω για μια κόλλα μαγική
αναβιώνοντας το μύθο του Γκράαλ
τυμβωρυχώντας στους τάφους των ιπποτών της στρογγυλής τραπέζης
που σκεπάστηκε με τσόχα πράσινη για πόκερ
και μ’ ένα στρώμα από σκόνη κι από στάχτες.
Και κάποτε περνάει δίπλα μου και χάνεται
με την ταχύτητα ενός πλάνητα κομήτη
η οπτασία κάποιου μονάχου Δον Κιχώτη
που ψάχνει για ιπποκόμο, Δουλτσινέα κι ανεμόμυλους.
Επικίνδυνε αναγνώστη
η “μοναξιά” έγινε μόδα
έννοια κοινόχρηστη που αμβλύνεται και φθίνει, ξεθωριάζει,
στην αμφισημία την αδυσώπητη των λέξεων.
Γι’ αυτούς που μιλούν για “μοναξιά” όταν δεν έκαναν έρωτα μια νύχτα,
όταν έμειναν μόνοι λίγες μέρες, λίγους μήνες,
όταν τρομάζουν από τοίχους αδειανούς
κι από ταβάνια χαμηλά που τους συνθλίβουν.
Γι’ αυτούς που δεν περπάτησαν χιλιόμετρα στην πόλη
ανήμερα Χριστούγεννα και Πάσχα
ψάχνοντας κάποιοι μαγέρικο ανοιχτό.
Γι’ αυτούς που δεν αισθάνθηκαν την αντίθεση
της σκληρής ευαισθησίας και της ευαίσθητης σκληρότητας.

Γι’ αυτούς,
Επικίνδυνε, αγαπημένε αναγνώστη
είμαστε εδώ για να τους δείξουμε τι ακριβώς σημαίνει “μοναξιά”.

26-28 Ιανουαρίου 1986

*

Περιορισμός κατ’ οίκον

Τα Σαββατόβραδα συνήθισα να περιορίζω κατ’ οίκον το κορμί μου
γιατί πενθώ την πεθαμένη ευαισθησία
που κληροδότησε τα διάφορα κομμάτια της στον κάθε κληρονόμο χωριστά.
Ενθάδε κείται
δίπλα στο χορταριασμένο τάφο
της επικοινωνίας, της ανθρωπιάς και της αγάπης.
Requiescant (Ας αναπαυθούν).
Τα Σαββατόβραδα αποφεύγω τις εξόδους
κάτω απ’ τα φώτα με το Neon στις εκτυφλωτικές επιγραφές,
τις πολυπρόσωπες κι απρόσωπες κραιπάλες στις Pub και στις ταβέρνες,
και την επίδειξη της μόδας στου θεάτρου τα φουαγιέ…
Τα Σαββατόβραδα αποφεύγω να μιλήσω
γιατί σκεπάζετ’ η φωνή μου απ’ τα κλάξον,
απ’ τα τυποποιώ μένα χάχανα, σα φάλτσες καραμούζες του καρναβαλιού
Και απ’ τις αλληλουχίες μουσικών αποσυνθέσεων.
Τα Σαββατόβραδα συνήθισα πια τώρα να σωπαίνω
Πειθήνια και μονάχος μου να μπαίνω
Στο κρατητήριό μου.

24 Φεβρουαρίου 1986

*Δημοσιεύτηκαν στον τόμο “Λογοτεχνική Πολυμορφία – Εκατόν Είκοσι Πέντε Δημιουργοί”, Εκδόσεις Ρέω σε συνεργασία με το περιοδικό “Αλεξίσφαιρο”.