Λικνίζοντας την άγρια επιθυμία παλίρροιας παράφορης Σκαλίζω τον χιτώνα της και τον διακορεύω.
Στις μάχες έμπειρη που φέρνουν καταιγίδα Πυρπολεί την καρδιά μου με στρόβιλους φωτιάς
Προκλητική και λάγνα η γλώσσα της μ’ αγγίζει Σκύβει στο τόξο μου και το τρυγά.
Μέσα στις δίνες τις στυφές του μαύρου της κάλυκα Καθρεφτίζομαι, πεθαίνω μεθάω και πνίγομαι. Μοσχοβολώντας μυστήριο σουλτάνα αινιγματική Εκτελεί τη συνταγή των σκληρών συγκινήσεων.
Το δωμάτιο σκοτείνιασε από ερέβη φλογερά απ’ τη μαύρη αρρώστια την υγρή μας ένωση.
Ύστερα έρχεται το βάναυσο αντίο μετά τον άγριο πυρετό και τους σπασμούς: Κάθε αγάπη είναι βάρβαρη κάθε λήθη πικρή.
Κοιτώ την εικόνα ενός παιδικού κορμιού να ανασαίνει την αυγή, απ’ τα συντρίμμια ενός κτιρίου βομβαρδισμένου. Λέω πως θεός δεν υπάρχει στην κόψη των καιρών, μπρος στ’ ανθοφόριο της κοιλιάς του , ένας καθρέφτης των τοπίων που ψυχορραγούν. Η όραση περιθανάτιο πέρασμα, του ματιού μου η ματιά χαϊδεύει με χέρια σταυρωμένα πίσω από πόρτες, όλα τα γνώριμα πρόσωπα . Ακόρεστα λάφυρα της σάρκας, παρόντα είναι τα χέρια, τα πόδια, τα σώματα, τα μαλλιά τους και τα ρουθούνια στην θέση τους, ακόμα στεγνά. Κάθε βραδιά που ένα κτίριο γέρνει, οι Δημοσιογράφοι στραγγίζουν νούμερα τηλεθέασης, οι Ιεροεξεταστές του καναπέ ακυρώνουν με λόγια λαιμητόμους, την τροφαντή ομορφιά της Γης. Οι Πολιτικοί με τις πολύχρωμες γραβάτες και τα δόντια πορσελάνης, δεν σταματούν να υπόσχονται , τα ψεύδη των ψευδαισθήσεών μας. Κάθε δευτερόλεπτο σκέψης, αναβρύζει τον θάνατο ενός παιδιού απ’ τα ερείπια. Κάθε βραδιά ακούω την ένταση των τηλεοράσεων απ’ τα διαμερίσματα του πρώτου ορόφου. Κι ανοίγω τις πόρτες των υπνοδωματίων, πιάνοντας γελοίες, ενοχλητικές κουβέντες με τους Συγκατοίκους μου. Τι θα μαγειρέψουμε αύριο, θα πας τράπεζα, πήρες τηλέφωνο τη Φωτεινή, κι οι παρενέργειες απ’ την χημειοθεραπεία; Ύστερα γνωρίζοντας το ιερό σφάγιο, αποφεύγω ν’ ανέβω προς το βωμό, τα παιδιά εξακολουθούν να πεθαίνουν, καμία σμίλη προσευχής απάνω τους δεν σταματά. Μέσα μου η μουσική είναι ένα μοιρολόι ηπειρώτικο, έξω μου ελέγχω το σκυλί στο μπαλκόνι, τέσσερα πόδια, γρήγορη ανάσα, μια ουρά, το χάδι στο δέρμα του και το δικό μου δέρμα ζωντανό ακόμα. Το βλέμμα και η λύπη του, όλες οι αναμονές κι ο πρώτος στραγγιστής της λήθης στη λύπη του πρώτου Ανθρώπου. Και συ κατεβαίνεις κατεβαίνεις απ’ το ανάστημα, καθε φορά που είναι αδύνατον να σώσεις το παιδί απ’ την βασιλιά των σκιών. Και συ κατεβαίνεις γιατί ο αφρισμένος ποταμός μέσα σου, είναι αδύνατον να ξεδιψάσει τη λύσσα των αφεντάδων κι όλο παρασύρει νεκρά και νεκρά κορμιά , ως την Αχερουσία λίμνη. Και συ κατεβαίνεις και στο διάβα των νεκρών παιδιών, χαμηλώνουν Άνθρωποι, Άνθρωποι και βουνά. Οι αγκαλιές Μαυλίστρες των αιώνων! Αγκαλιάζω το γάτο μου, που τα ανασηκωμένα του ρουθούνια στο ημίφως , γίνονται αθέατη Σινδόνη από φοινικικό λινάρι, για να σκεπάσουν τη γύμνια της συντριβής μου. Συστρέφομαι στα σείστρα των σφυριών του μυαλού μου, κάθε φορά που τα παιδιά πεθαίνουν, τίποτα και κανέναν δεν μπορώ να σώσω, τίποτα και κανέναν δεν μπορώ να σβήσω, τίποτα και κανέναν δεν μπορώ να ξεχάσω. Και τότε μπορώ να αγαπώ λίγο περισσότερο τους δικούς μου Ανθρώπους, να θυμάμαι την προσωρινότητά μας και να ελέγχω αν είμαστε ακόμα εν ζωή. Γιατί πατρίδα του Ανθρώπου είναι μονάχα οι Άνθρωποι Και μοναδική περιουσία του, μονάχα τα παιδιά του. Κάθε φορά που τα παιδιά πεθαίνουν κάτω απ’ τα συντρίμμια ενός κτηρίου βομβαρδισμένου, ενός έρμαιου του σεισμού, βλέπω μονάχα τα κρίνα του Αυγούστου να ματαιώνονται στην άμμο. Τα όμορφα κρίνα, που κανείς δεν ποτίζει , μα πάντα, μα πάντα ανθίζουν την πιο αναπάντεχη έκπληξη στην ήττα της ζωής
Το πέτρινο πρόσωπο στην ερημιά περιμένει, ξέροντας πως όποια στράτα κι αν πάρουν τα βήματα το σκληρό του σχήμα θα προσκυνήσουν στο τέρμα.
*
ΔΙΑΘΕΣΗ
Τινάξαμε τη σκόνη του αυτοκινήτου φορτώνοντας τις άδειες βαλίτσες κρεμάσαμε ένα χαμόγελο στο τζάμι ξεκινώντας στον άδειο δρόμο Κάθε στιγμή είναι πιθανό το δυστύχημα.
*
ΚΥΡΙΑΚΗ
Έκλεισε έξω απ’ την πόρτα το φεγγάρι παίζοντας με ψεύτικους διακόπτες αν και τό ‘ξερε πως δεν ήταν λιγότερο επικίνδυνο έτσι -μονάχα πιο μάταιο.
*Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό των φοιτητών της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών “Αργώ”, τεύχος 2, Δεκέμβριος 1966.
I know all the tales I don’t know a lot of things, it’s true. I’m just saying what I’ve seen. And I have seen : That the cradle of man is rocked with, that the cries of anguish of man drown them with tales, that the cry of man is covered with tales, that the bones of man bury them with tales, and that he fear of man… he has made up all the tales. I don’t know many things, it’s true. but I’ve been slept with all the tales… and I know all the tales.
Ξέρω όλα τα παραμύθια Δεν ξέρω πολλά πράγματα, είναι αλήθεια. Απλά λέω αυτά που έχω δει. Και έχω δει: Ότι ο άνθρωπος λικνίζεται από την κούνια του ότι οι κραυγές της αγωνίας του ανθρώπου πνίγονται με παραμύθια, ότι η κραυγή του ανθρώπου καλύπτεται με παραμύθια, ότι τα οστά του ανθρώπου τα θάβουν με παραμύθια, και ότι αυτός, ο φόβος του ανθρώπου… έχει επινοήσει όλα τα παραμύθια. Δεν ξέρω πολλά πράγματα, είναι αλήθεια. αλλά έχω κοιμηθεί με όλες τις ιστορίες… και ξέρω όλα τα παραμύθια.
*Ο León Felipe Camino Galicia ήταν Ισπανός αντιφασίστας ποιητής. Γεννήθηκε στην Tábara, Zamora της Ισπανίας, το 1884, ενώ οι γονείς του ταξίδευαν. Σπούδασε Φαρμακολογία και έγινε φαρμακοποιός. Ωστόσο, η λογοτεχνία άσκησε μεγαλύτερη έλξη πάνω του και απέδρασε με έναν πλανόδιο θεατρικό θίασο. Κατηγορήθηκε για απάτη, λόγω της πτώχευσης που προκάλεσε η αθέτηση των επιχειρηματικών του υποχρεώσεων, και πέρασε δύο χρόνια στη φυλακή. Μετά την αποφυλάκισή του, άρχισε να γράφει για λογοτεχνικές επιθεωρήσεις και αργότερα εκδόθηκαν τα πρώτα του βιβλία. Υπήρξε ένας από τους καλύτερους ποιητές της Ισπανίας του εικοστού αιώνα και οι μελετητές τον έχουν συμπεριλάβει μαζί με τους Federico García Lorca, Jorge Guillén, Perdo Salinas και Vicente Aleixandre στα μέλη της Γενιάς του 1927. Πολέμησε στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο για τον Ισπανικό Δημοκρατικό Στρατό εναντίον της εθνικιστικής παράταξης. Το 1938 εγκατέλειψε την Ισπανία και έζησε εξόριστος στο Μεξικό, όπου και πέθανε το 1968.
I First they slaughtered the angels tying their thin white legs with wire cords and opening their silk throats with icy knives They died fluttering their wings like chickens and their immortal blood wet the burning earth we watched from underground from the gravestones, the crypts chewing our bony fingers and shivering in our piss-stained winding sheets The seraphs and the cherubim are gone they have eaten them and cracked their bones for marrow they have wiped their asses on angel feathers and now they walk the rubbled streets with eyes like fire pits
II who finked on the angels? who stole the holy grail and hocked it for a jug of wine? who fucked up Gabriel’s golden horn? was it an inside job? who barbecued the lamb of god? who flushed St. Peter’s keys down the mouth of a North Beach toilet?
I Πρώτα έσφαξαν τους αγγέλους δένοντας τα λεπτά λευκά πόδια τους με συρματόσχοινα και ανοίγοντας τους μεταξωτούς λαιμούς τους με παγωμένα μαχαίρια. Πέθαιναν πλαταγίζοντας τα φτερά τους σαν κοτόπουλα. και το αθάνατο αίμα τους έβρεχε τη φλεγόμενη γη. Παρακολουθούσαμε από το υπέδαφος από τις ταφόπλακες, τις κρύπτες μασώντας τα οστέινα δάχτυλά μας και τρέμοντας μέσα στα κατουρημένα σεντόνια μας. Τα Σεραφείμ και τα Χερουβείμ έφυγαν. τους έφαγαν και έσπασαν τα κόκαλά τους για το μεδούλι. Έχουν σκουπίσει τους κώλους τους με τα φτερά των αγγέλων. και τώρα περπατούν στους δρόμους με τα ερείπια… μάτια σαν λάκκους φωτιάς
II
ποιος ανοιγόκλεινε το μάτι στους αγγέλους; ποιος έκλεψε το άγιο δισκοπότηρο και το έβαλε ενέχυρο για μια κανάτα κρασί; ποιος γάμησε το χρυσό κέρας του Γαβριήλ; Ήταν δουλειά εκ των έσω; ποιος έψησε τον αμνό του Θεού; ποιος έριξε τα κλειδιά του Αγίου Πέτρου στο στόμα μιας… τουαλέτας της Βόρειας Παραλίας;
The bullet goes right by you in the wake of its echo you count the wishes you’re worn out waiting for—you absolve them and say: maybe there’s more waiting to a lifetime.
The bullet goes right by you so you sketch string and a paper plane a child’s merciful fingers catch it only to also be spared by chance from the blood of the massacre.
The bullet goes right by you you sleep an hour longer you dream a rose grows in the depths of your veins and light rain falls on the edges of the heart to make room for the poem
the bullet goes right by you shadow trees stretch out and doze off like your forgotten grief over there past the fence to the burial ground.
The bullet goes right by you a dove shakes the stars from its wings casting peace upon your darkened way.
The bullet goes right by you and you smile for a lifetime of living also delivered by accident and chance.
Η σφαίρα περνάει δίπλα σου στον απόηχό της μετράς τις ευχές που έχεις κουραστεί να περιμένεις – τις αθωώνεις και λες: ίσως υπάρχουν κι άλλες που περιμένουν μια ζωή.
Η σφαίρα περνάει δίπλα σου κι έτσι σκιτσάρεις σπάγκο κι ένα χάρτινο αεροπλάνο τα φιλεύσπλαχνα δάχτυλα ενός παιδιού το πιάνουν μόνο και μόνο για να γλιτώσεις κι εσύ κατά τύχη από το αίμα της σφαγής.
Η σφαίρα περνάει δίπλα σου κοιμάσαι μια ώρα παραπάνω ονειρεύεσαι ένα τριαντάφυλλο να φυτρώνει στα βάθη των φλεβών σου και μια ελαφριά βροχή να πέφτει στις άκρες της καρδιάς για να κάνει χώρο για το ποίημα
η σφαίρα περνάει δίπλα σου τα σκιώδη δέντρα απλώνονται και αποκοιμιούνται σαν την ξεχασμένη σου θλίψη εκεί πέρα, πέρα από τον φράχτη στο νεκροταφείο.
Η σφαίρα περνάει δίπλα σου ένα περιστέρι τινάζει τα αστέρια από τα φτερά του ενσταλάζοντας ειρήνη στο σκοτεινό σου δρόμο.
Η σφαίρα περνάει δίπλα σου και χαμογελάς για μια ζωή που την έζησες επίσης από ατύχημα και από τύχη.
*Αγγλική μετάφραση: Ammiel Alcalay. Ελληνική απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.
**Η Sahar Rabah γεννήθηκε και ζει στη Γάζα. Αποφοίτησε από το τώρα κατεστραμμένο al-Quds Open University με πτυχίο Αγγλικών. Εργάστηκε ως μεταφράστρια, δημοσιογράφος, υποτιτλίστρια, κειμενογράφος, δασκάλα και διερμηνέας.
Αυτοί που θέλουν πολέμους χωρίς θηριωδίες εκτελέσεις χωρίς απανθρωπιά καταδίκες χωρίς εκτέλεση έκτιση της ποινής χωρίς ξύλο ανακρίσεις χωρίς βασανιστήρια βασανιστήρια χωρίς μόνιμες βλάβες εκμετάλλευση χωρίς απαράδεκτη σκληρότητα ας είναι ευλογημένοι χωρίς ευλογίες ή ας είναι καταραμένοι χωρίς κατάρες.
*Από το “Φωνές χωρίς πατρίδα”, Εκδόσεις Κάλβος, Αθήνα 1981. Επιλογή-μετάφραση: Δημοσθένης Κούρτοβικ.
Εκεί που έπαιρνα θαυμαστικό, τώρα μου βάζαν αποσιωπητικά. Το κρασί γινόταν νερό, ο Παράδεισος ένα προάστιο κοντά στο Μαρούσι. Στον ύπνο μου έμπαινε ο άγγελός μου, ψιθυρίζοντας ύπουλα το επίθετό του. Μια γνώση οξύτονη και τετρασύλλαβη φώλιαζε μέσα μου. Κάτι σαν Χάρις που αποσυρόταν υπήρχε γύρω. Δεν είναι τίποτα, είπε η Α. Κι εγώ το ’χω περάσει. Έχασες την εύνοια του βασιλιά. Δεν ξέρω εγώ, της φώναξα, κανένα βασιλιά. Δεν έχει σημασία, είπε άτονα. Εκείνος σε ξέρει. Μας ξέρει ανέκαθεν όλες εμάς, μας βαριέται μία μία θανάσιμα.
*
Στο βυθό
Έπεφτα κι έπεφτα, κι ούτε ήξερα ποιος μ’ είχε ρίξει. Γύρω οι φίλες μου χάνονταν, με φούστες που ανέμιζαν σα φτερούγια ψαριών, γύρω από πέτρα που πέφτει. Ένα πράσινο μήλο βρισκόταν στο χέρι μου, κι όσο εγώ πια κατέβαινα, τόσο εκείνο κοκκίνιζε, ωριμάζοντας γρήγορα μέσα στην πτώση. Δεν μπορεί, έλεγα μέσα μου. Όπου να ’ναι θα ερχόταν η αντίστροφη ώθηση, που θα μ’ έστελνε ίσια ψηλά, συνοδευμένη από πλήθος θριαμβευτικές φυσαλίδες. Ένα έδαφος κρύο με δέχτηκε και με κράτησε. Το μήλο, στο χέρι μου, βαθύ βαθύ κόκκινο. Κανείς δεν ερχόταν.
*Από το βιβλίο «Του Λιναριού τα πάθη – Ο Μέγας Μυρμηκοφάγος» (μικρά πεζά), εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 1993.