Κωνσταντίνος Π. Καβάφης, Ο Γενάρης του 1904

15442174_1391066857631469_3737335627315304116_n

A οι νύχτες του Γενάρη αυτουνού,

που κάθομαι και ξαναπλάττω με τον νου

εκείνες τες στιγμές και σ’ ανταμώνω,

κι ακούω τα λόγια μας τα τελευταία κι ακούω τα πρώτα.
Aπελπισμένες νύχτες του Γενάρη αυτουνού,
σαν φεύγ’ η οπτασία και μ’ αφήνει μόνο.
Πώς φεύγει και διαλύεται βιαστική —
πάνε τα δένδρα, πάνε οι δρόμοι, πάν’ τα σπίτια, πάν’ τα φώτα•
σβήνει και χάνετ’ η μορφή σου η ερωτική.
~ ~

Γιάννης Στίγκας, Η αλητεία του αίματος

Artwork: Suehiro Maruo

Artwork: Suehiro Maruo

(2004)

——-
Ο χρόνος, έτσι όπως μας δόθηκε σακάτης,
δεν τολμώ να πω τι δικαιώνει.
Μόνο δαγκώνω, φτύνω φως ματωμένο
κάθε πρωί πετάω μανταρίνια στο θάνατο
—————– είναι μια κούραση αλλιώτικη –
το βράδυ απλά στέκομαι στο παράθυρο
——–
——————————–Ένας άγγελος έρχεται
———————————και τρώει απ’ τα σκουπίδια
—
***
—
Τόσα τσιγάρα
με το μάτι τεράστιο
Αντιλαμβάνομαι το Θεό
σαν ημικρανία της φύσεως:
Ο κόσμος πλασμένος απ’ το φως
που δάγκωσε την ουρά του
Η αγάπη να έρπει
μουγκή μέσα στις σάρκες
——————–η κροτίδα η αγάπη
κι ο ουρανός τραυματίας
—
γι αυτό τόσο μπαμπάκι τα σύννεφα
—
γι αυτό γυρίζω—– μισός ήττα
———————— μισός γδάρσιμο
—
γι αυτό μας εκδικούνται τα πουλιά
——
—————————————————–Αχ, θέλω όλα να ξεχαστούν
—————————————————–και να μιλάμε πάλι για ία…
—
Όμως η αλήθεια
είναι ένα είδος ομπρέλας
ανοίγει κλείνει
———βροχερή πάντα
—
҉-
—
Η τελευταία μου πράξη
θα ‘ναι ένα χιόνι πορφυρό
θα πέφτει με πάταγο
δεν θα χαρίζεται πουθενά
—
***
—
Αγκαλιαζόμαστε
—————-κι οραματίζεται το κενό
είναι μια ησυχία τυφλή
που εποπτεύει το στήθος
με φουρκέτες στα χείλη
—
Έτσι βίωσα το σπασμό
που ασημώνει τα πράγματα
——————————και δεν αγαπώ πια το φεγγάρι
——————————δεν αγαπώ πια τη θάλασσα

Θέλω κρότους γυμνούς μέσα στο αίμα
τη μοίρα μου σαν κληματαριά
να καρπίζει όπου λάχει
τον ήλιο γονυπετή
να σφαδάζει στα σύρματα
—
Ποτέ δεν πρόκειται να ξανανοίξω
την πόρτα
θ’ ανάψω μόνο την ακοή μου
να σας μεταφέρω λυγμούς
κι ο έρωτας
θα λιμνάζει μες στα φλιτζάνια
—
Αγκαλιαζόμαστε σημαίνει
———————αρωματίζουμε το κενό
—

***
—
Ο μεγαλύτερος τρόμος
ελλοχεύει στο δόσιμο
Όταν η ψυχή
μοιράζει τον άρτο της
είναι χίλια λόγια που χάνουν
το χνούδι τους
—
Εμένα ο άγγελος μου
με κατέδωσε στο φως
πώς να συμβιβαστώ μαζί του
έτσι ατρόμητο που είναι;
—
Μόνος γιόρτασα τα χέρια μου
μασημένα από τόσα απογεύματα
Μόνος ίδρυσα την όραση
Που μεταλλάσσει σε χοή
———————-χοάνη
—————–αράχνη το χρόνο
Μόνος πέρασα σταυροβελονιά
Την αστραπή στο αίμα
—
Όμως η ζωή
——μας θέλει μέχρι το κόκαλο
—
***
—
Εγώ να δρέψω
εγώ περίμενα να δρέψω
τα στάχυα της γαστέρας σου
όταν όλα ήταν ενεστώτας του πάγου
κράτησα ένα σπουργίτι
ζεστό μέσα στα μάτια μου
για τα ψίχουλα που μου τάζεις
—
Το όνειρο ξαναγίνεται όστρακο
—
Στενό το φως που φόρεσα
(λίγο μου σφίγγει το λαιμό)
Στο επιστρέφω
γυρεύοντας το ένδυμα του έρωτα.
—
Στον έρωτα ταιριάζει η αφισοκόλληση
σχέδια πάνω σε σχέδια
χρώματα πάνω σε χρώματα
το ξεκλείδωμα
το ξεκοκάλισμα του χρόνου
σ’ ένα χαμόγελο
—
Ακόμα και το ξεπούλημα
—
***
—
Τα λόγια μας
θα καταλήξουν στη μεγάλη λευκότητα
εκεί που το σώμα
αποποιείται το σώμα του
Είναι διπλός ο λύκος
να μην επιστρέψεις
Σανίδια η μνήμη
όσο την ψάχνεις τρίζει
—
Με σέρνουν πάλι φθινόπωρα
κρατώ το τελευταίο άνθος
κίτρινος μέσα στο κίτρινο
Θνητός
μέχρι την Αλεξάνδρεια
– που μοίρασα την πνοή μου; –
και δεν έχω δέντρα για αύριο
δεν έχω άλλο τσιγάρο
Μεγάλη μεγάλη λευκότητα
σπασμένο σκυλί μέσα
—
***
—
Η μεγάλη περιπέτεια του σώματος
μια χειραψία μεταξύ πάγων
——————-Θέλω να πω
————————-μπαίνεις
και χρεώνεσαι το άλλο φεγγάρι
αυτό με την τρύπα και την τανάλια
—
Ο δρόμος στο βάθος του
είναι σαν το Θεό: μια ευφυής πάρεσις
και το σκοτάδι
——————–ο μοναδικός αχθοφόρος
—
Όμως εγώ θα επιμείνω
με τον τρόπο που γεννήθηκα
(γύρω στις δέκα εν κινήσει)
———————σιωπή και ήλιος
χιλιάδες τόνοι σιωπής και ήλιου
—
***
———
Ξέρω ότι δεν προκάλεσα καμιά θηριωδία
από αυτές που λατρεύετε
μόνο ξεγύμνωσα τα δόντια μου
στον ίλιγγο που μαστίζει τις πεταλούδες
Άνοιξα τρύπες στη μοίρα
κι έχωσα τη λύπη μου σαν ρούχο.
Η μνήμη δεν ξέρει πώς να χειριστεί
τα ψαλίδια της
αλλά ο χρόνος δεν αιμάσσει ξανά
γι αυτό δεν λαξεύω το όνειρο –
το δέχομαι σαν άπληστο κλαδί στο λαιμό
να μου αντλεί μουγκό το ύδωρ
—
Ποιος πούστης μ’ έταξε στο φεγγάρι
κι έχω γίνει η κερκόπορτα της σφαγής;
Να αντιμάχεσαι με στίχους τα στοιχεία σου
———————————-– αυτό θα πει όλεθρος!
Κι η όραση μπερδεύει τις ρίζες της
Βλέπω τον κόσμο παράλυτη ομπρέλα
κι αν ανοίξει
———————————–να πάει στο διάολο
Το φως δεν αντιμετωπίζεται πια χωρίς γάντια
πώς να σφραγίσω το λόγο μου
τώρα που βγάζει τη γενετήσια χλόη;
Σιγά σιγά μοιάζουμε με τις πέτρες
—
Το τέλος είναι ήδη γνωστό:
Εγώ
Εσύ
και τα ρόδα
Η ομορφιά—— μπαλτάς στον αυχένα

*Αναδημοσίευση από τον Κενό Τίτλο στο https://moggolospolemistisvalkaniosagrotisoklonos.wordpress.com/2010/09/29/yannis-stigkas-bloods-vagrancy/

Νίκος Σφαμένος, Άγιες, αιματόβρεκτες και άχρηστες Λέξεις

img_3958

X
μου ’παν πως θα βρέξει

εδώ και καιρό

στέκομαι

κοιτάζω τα σύννεφα

κι όταν μεθάω

κι όταν παραμιλάω

κοιτάζω τα σύννεφα

μου ’παν πως θα βρέξει

κι έτσι διψασμένος σακάτης

περιμένω

περιμένω

περιμένω

κουράστηκα να γέρνω στους τοίχους

τα χαμένα χρόνια γελάνε

οι χαμένοι έρωτες γελάνε

κοιτάζω τα σύννεφα

όλα τα βράδια που περίμενα να βρέξει με αγωνία

τα κρύα

θλιμμένα

σιωπηλά βράδια

τα βιβλία ακουμπισμένα στο τοίχο

οι νυχτερινοί περίπατοι στη πόλη

τα ποιήματα

τα όμορφα κορίτσια

τα παραμιλητά
εκλιπαρώντας

απλώνοντας το χέρι
ζητιανεύοντας

λίγη βροχή

XI

ναι ρε

συνεχίζουμε να είμαστε κλεισμένοι

στα ίδια δωμάτια

δε θα μας βρεις πουθενά

εν τω μεταξύ

υπάρχουν πολλές αργίες να περάσεις καλά

πολλά σαββατοκύριακα

πολλές εκπομπές να ανακαλύψεις το

ταλέντο σου και να γίνεις φίρμα

-αν είσαι τυχερός εξώφυλλο-

πολλά μαγαζιά που δέχονται πιστωτικές

πολλοί εκδοτικοί οίκοι

ναι ρε
εμείς θα υπάρχουμε

ευτυχισμένοι

οι μέρες άδεια βαγόνια εδώ

θα γράψουμε αυτές τις λέξεις

ένα βράδυ του οκτώβρη

και θα τις μοιράσουμε σε καναδυό φίλους

κοίτα μας

δεν έχουμε τίποτα και τραγουδάμε τα βράδια

εδώ

στις πολύχρωμες πολιτείες μας

εδώ

η ζωή και ο θάνατος μας

χαμογελούν

και ξέρουμε και οι δύο

πως δεν θα συναντηθούμε

ποτέ

XII

δεν μπορώ να το εξηγήσω

είναι λυπηρό

οι μέρες εναλλάσσονται

και τα ηλιοβασιλέματα δεν

μου λένε τίποτα

κοιτάζω απ’ το παράθυρο

και η μουσική παίζει

παίζει αργά γλυκούς σκοπούς
περπατώ από το ένα

δωμάτιο στο άλλο
νικημένος

όμως ίσως μ’ ανακηρύξουν

ποιητή της χρονιάς

-ελπίζω της δεκαετίας-

καθώς κοιτώ μια λευκή κόλλα

οι νύχτες φεύγουν γρήγορα

ο καιρός ψυχραίνει

το όνειρο γίνεται

άσχημο

κοιτάζω τα δυο μου χέρια

ενώ η μουσική ακούγεται όλο και

πιο βαθιά
όλο και πιο μακριά

και πέρα στην άκρη του ορίζοντα

ήχοι μηχανής τρένου

XIII

εκείνος ο ποιητής είναι

επιχειρηματίας με

σπουδές στο εξωτερικό και

πρόεδρος σε κάποιο ινστιτούτο

δίνει συχνά ποιητικές βραδιές

και πρόσφατα γνωστός εκδοτικός

οίκος κυκλοφόρησε

με τιμές

το βιβλίο του

με την εικόνα του να

φιγουράρει σε πολλά

καθώς πρέπει

περιοδικά

μείνετε ήσυχοι:

ούτε που το άνοιξα
θλίψεις που χορέψαμε

τόσες νύχτες μαζί

κι όμως

δεν μάθαμε ποτέ το όνομα τους

*Αναδημοσίευση από την Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης – Ποιείν http://www.poiein.gr/archives/2432/index.html#more-2432

Ποιήματα, Mark Strand | Ανθολόγηση-μφτρ. Ασημίνα Ξηρογιάννη

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

ksir

Τα απομεινάρια

Αδειάζω τον εαυτό μου από τα ονόματα των άλλων.
Αδειάζω τις τσέπες μου.
Αδειάζω τα παπούτσια μου και τα αφήνω δίπλα στο δρόμο.
Τη νύχτα γυρίζω πίσω τα ρολόγια·
ανοίγω το οικογενειακό άλμπουμ
και με κοιτάζω όταν ήμουν αγόρι.
Τί έχει να κερδίσει; Οι ώρες έχουν κάνει τη δουλειά τους.
Λέω τ’ όνομά μου. Λέω αντίο.
Οι λέξεις ακολουθούν η μια την άλλη προς την κατεύθυνση που φυσάει ο άνεμος.
Αγαπώ τη γυναίκα μου αλλά τη διώχνω .
Οι γονείς μου σηκώνονται απ’ τους θρόνους τους
μες στα λευκά δωμάτια από σύννεφα. Πώς να τραγουδώ;
Ο χρόνος μού λέει τι είμαι. Αλλάζω και πάλι ίδιος μένω.
Αδειάζω τον εαυτό μου απ’ τη ζωή μου
και η ζωή μου εξακολουθεί να υπάρχει.

View original post 896 more words

Γρηγόριος Σακαλής, Υποκρισία και αυταπάτη

eya

Κάποιοι περιμένουν
τους μάγους με τα δώρα
μα η αυγή
έρχεται και παρέρχεται
χιλιάδες νήπια
σφάζονται στη γη
ποιός νοιάζεται
η πραγματικότητα
πρέπει να προσαρμόζεται
στα ιερά βιβλία
αλλοιώς δεν υπάρχει
η αγάπη
πρέπει να στεγάζεται
σε ναούς
αλλοιώς δεν είναι αγάπη
η παράνοια
παίρνει τις μεγάλες αποφάσεις
ο χρυσός διατάζει
κι ο κόσμος πάει
ντουγρού για την κόλαση.

Αργύρης Χιόνης, Ποιήματα

ΤΟ ΩΡΑΙΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Ήταν ωραίο αυτό το καλοκαίρι
Ωραίο αλλά και επικίνδυνο
Ένας παππούς που έκανε αμμόλουτρα
Ξεχάστηκε θαμμένος μες στην άμμο
Όταν τον θυμηθήκανε ύστερ’ από μέρες
Σηκώσαν το καπέλο του
Δεν ήταν από κάτω
Μια πάλλευκη τουρίστρια απʼ το βορρά
Τα ʽφτιαξε με τον ήλιο
Κοιμήθηκε μαζί του μέρες μήνες
Σκούρυνε, αφομοιώθηκε απʼ το τοπίο
Οι δικοί της τώρα την αναζητούν
Μέσω του Ερυθρού Σταυρού
Ένα παιδί δαρμένο έγινε αχινός
Αν τους βαστάει τώρα
Ας με ξαναδείρουν, είπε
Πήρανε ο μπαμπάς κι η μαμά
Μαχαίρι και πιρούνι
Και χωρίς να τρυπηθούν
Του φάγαν την καρδιά
Ένα σκυλί κυνηγημένο
Δάγκωσε την ουρά του και την έφαγε
Ύστερα έφαγε όλο το κορμί του
Έμεινε μόνο το κεφάλι του στα βότσαλα
Νʼ ασπρίζει από τα κύματα γλειμμένο
Βαθιά ένα καράβι έμενε ακίνητο
Ακίνητο ένα καλοκαίρι
Φυσούσαν άνεμοι φουσκώναν τα πανιά
Δεν έλεγε να φύγει. Τι περίμενε;
Κανείς δεν ξέρει.

***

ΕΙΚΟΣΙ ΤΕΣΣΕΡΑ ΚΑΡΦΙΑ ΓΙΑ ΜΑΛΑΚΑ ΚΡΕΒΑΤΙΑ, ΙΙΙ

Οι άνθρωποι το πιο συχνά
δεν ξέρουν τι να κάνουνε τα χέρια τους
Τα δίνουν – τάχα χαιρετώντας – σ’ άλλους
Τ’ αφήνουνε να κρέμονται σαν αποφύσεις άνευρες
Ή – το χειρότερο – τα ρίχνουνε στις τσέπες τους και τα ξεχνούνε
Στο μεταξύ ένα σωρό κορμιά μένουν αχάιδευτα
Ένα σωρό ποιήματα άγραφα
© 2006, Αργύρης Χιόνης, “Η φωνή της σιωπής”, Εκδόσεις Νεφέλη.

***

ΠΕΤΡΕΣ, Β’

Απ’ το κορμί του δεν απόμεινε παρά ένας σωρός στάχτη
που κανείς δεν διεκδίκησε και που, τελικά, οι αρχές, μην
ξέροντας τι να την κάνουν, την άφησαν εκεί κι η βροχή, που
έπεσε μετά από λίγο, τη μεταμόρφωσε σε μια γκρίζα λάσπη
που κόλλαγε στις σόλες των ανυποψίαστων περαστικών.

***

ΟΤΑΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΘΑ ΣΤΡΑΓΓΑΛΙΖΟΝΤΑΙ ΜΟΝΑΧΟΙ ΤΟΥΣ

Θα’ ρθει μια μέρα που οι άνθρωποι θα μισήσουν τόσο τον
εαυτό τους, ώστε θα σφίγγουν με τα χέρια το λαιμό τους
και θα στραγγαλίζονται μονάχοι τους. Λίγο πριν απ’ το τέλος,
θα παραλύουν και θα λύνονται τα χέρια τους. Θα συνέρχονται
και θα ξαναρχίζουν. Αυτό θα γίνεται επ’ άπειρον και θα ‘ναι η
κόλαση που κανείς δεν προφήτεψε ως τώρα.

*Από το βιβλίο “Η φωνή της σιωπής”, Εκδόσεις Νεφέλη.

βύρωνα λεοντάρη, μικρά αλλά μεγάλα πεζά

χαρη's avatarσημειωματαριο κηπων

η ασθένεια προς θάνατον επελαύνει μονίμως ακάθεκτη όπως φαίνεται, πάνω και γύρω μας, και μέ αναγκάζει να διακόψω τήν επ’ ολίγον αδιάκοπη παράθεση λόγων τού συνοφρυωμένου προτεστάντη δανού, για να θυμηθούμε (και πάλι επ’ ολίγον) έναν άλλον αυστηρό, αλλά γλυκύτατο, άθεο (ελληνικότατης, αυτή τή φορά, καταγωγής) : ο θάνατος τού βύρωνα λεοντάρη πλήττει ερωμένες κι εραστές και τής ποίησης και τής νόησης (στις κριτικότερες και λαμπρότερες στιγμές τους) σ’ αυτόν τόν φτωχό και μουντό τόπο

ελάχιστη απότιση μνήμης λοιπόν, αποσπάσματα από τό δοκιμιακό του έργο, που θα τά ξεκινήσω αλλοιώνοντας ελαφρώς τή σειρά με τήν οποία τά κείμενα αυτάεκδόθηκαν, ξεκινώντας δηλαδή με ένα σημαδιακό (κατά τή γνώμη μου) κείμενο τού ’75 τό οποίο δεν βαδίζει απλώς χειροπιασμένο με τήν πικρή σατιρική διάθεση τού κίρκεγκωρ στα κείμενά τουεναντίον τών συγχρόνων του «κριτικών», αλλά παρακολουθεί και περιγράφει (και συνοδοιπορεί, θα ’λεγε κανείς, περίφημα, με) τόν γενικότερο εξευτελισμό τής…

View original post 1,615 more words

Για μια καλή νέα χρονιά.

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

είμαι όσα μου δόθηκαν

είμαι όσα μου δόθηκαν, μια στάλα κόκκινο στο απέραντο του μπλε, ένα ελάχιστο κομμάτι από το τίποτα. ήχους του κάποτε στον άνεμο σκορπίζω, με το δικό μου όνομα γράφω για τον δικό σας πόνο, που ούτε δικός μου είναι ούτε δικός σας. δεν είμαι εγώ λοιπόν που σας μιλώ, γιατί εγώ είμαι όσα μου δόθηκαν, γιατί εγώ δεν ξέρω καν ποιος είμαι. τώρα απομένει να επιστρέψω εκεί που κάποτε ξεκίνησα, να επιστρέψω εκεί που οφείλω το εγώ που είμαι και που ποτέ δεν γνώρισα.

ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

Γαλάζιο βαθύ σαν αντίο   -1999

Καλή χρονιά σε όλο τον κόσμο με λίγη ποίηση, μήπως και ξαναβρούμε τους εαυτούς μας, που έχουμε χάσει μέσα στην ατέλειωτη βαρβαρότητα του καπιταλισμού.

View original post

Valli Poole, Parvus

valli1042

μαύρο πουλί την αυγή
πόσο γρήγορα δυναμώνει το φως
με το τραγούδι του

στην έρπουσα ομίχλη
ξυλαράκι το ξυλαράκι
εξαφανίζεται

με ζυμωμένη χοντράδα
μια χελώνα σ’ ένα περιστέρι κρώζοντας
κάθονται τρία στη σειρά

χουφτωμένα αυτιά
να συλλέξει
των διερχόμενων τρένων
κάθε λεξιλόγιο

άδειο κλουβί πουλιού / ένα πεθαμένο κτήμα

ένα χάσμα στην αιχμή της κυκλοφορίας
το τραγούδι του μαύρου πουλιού
μπλοκάρεται

χειμωνιάτικη παγωνιά
το κοκατού* σταματά
στην ανάσα μου

κιτρόδεντρο καφίρ
στον κήπο
της παλιάς μπότας

πριν το φως
πριν το τραγούδι του πουλιού –
η πόλη πηδάει στο τρένο

κάτω από ένα ασημένιο φεγγάρι
τα αργυρά χνάρια του σαλιγγαριού
προβάλλουν

πρωί με καταχνιά –
σκιές διαπερνούν το πρόσωπό μου
κούκλες σκιών στον αέρα

τις ώρες μετά την έλευση της νύχτας
τα αστέρια, το φεγγάρι
μετά κάτι άλλο
μεταλλικό στον ουρανό

παγωμένο πρωινό
έξω από το τσαγερό
ξεραίνεται η κόκκινη ανάσα του ρόδου

καπέλα μαγισσών
ευθυγραμμίζονται στο πεζοδρόμια
περπατώ στο σωστό μονοπάτι

Ανάμεσα στη μνήμη και τη φαντασία / το χαμόγελό σου

ηλιακά φώτα τρεμοσβήνουν
ήχος μαύρου πουλιού στον φράχτη
ανυπόμονα για την άνοιξη

μετά τη βροχή
στο παραγώνι φλυαρώντας
δύο σκυλιά ροχαλίζουν

το τραγούδι του μαύρου πουλιού
βασανίζεται σε
μηχανές v8

*Κοκατού (Cockatoo): Είδος παπαγάλου που ζει στις Φιλιππίνες, την ανατολική Ινδονησία, τα Νησιά Σολομώντα, την Παπούα-Νέα Γουινέα και την Αυστραλία.

220px-eolophus_roseicapilla_-wamboin_nsw_australia_-adult-8-2cp

**Γράφτηκε και τυπώθηκε από την ποιήτρια σε ξεχωριστό βιβλιάριο μικρού σχήματος (τσέπης) τον Σεπτέμβρη του 2012 στη Μελβούρνη. Το σχέδιο του εξωφυλλου (που αναρτάται) είναι της Rosie Hingston (2012). Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης, Αύγουστος 2016.